FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019 12:43

Τα ανήκουστα

Με το ξεκίνημα του χρόνου, στο μυαλό μου γυρίζουν όσα μου φαίνονται αδιανόητα να λέγονται. Μοιάζει, ας πούμε, παιδική η τάση του Εθνικού Αστεροσκοπείου να δίνει ονόματα στα ακραία καιρικά φαινόμενα που μας επισκέπτονται. Και μπορεί η συνήθεια αυτή να ευδοκιμεί χρόνια τώρα στη Βρετανία και στην Αμερική, σε μένα πάντως φαίνεται πως κάποιος δίνει σάρκα και οστά στο ανυπόστατο. Καλόμαθαν λοιπόν ο Ξενοφών ή Ζορμπάς, ο Ραφαήλ, η Σοφία και τα άλλα παιδιά και μας έστειλαν τον Τηλέμαχο να μας ρίξει λίγο χιονάκι, ίσα για να δούμε μια δυο λευκές νύχτες, ενώ καταπόδι τον ακολουθεί η Υπατία, σα δαιμονική Σειρήνα που το στόμα της ξερνάει καταιγίδες. Ένα όνειρο!

Με νευριάζουν επίσης οι δηλώσεις κάποιων πολιτικών μας προσώπων: Σταχυολογώ: «Οι Βουλευτές και οι Υπουργοί δεν είναι βαλίτσες να τους αποσύρει όποτε θέλει ο αρχηγός του κόμματος» δηλώνει η υφυπουργός Εσωτερικών, Μαρίνα Χρυσοβελώνη. «Το εθνικό συμφέρον είναι ανώτερο από το κομματικό. Δεν τίθεται ζήτημα κομματικής πειθαρχίας» κραυγάζει σε όλα τα κανάλια ο Θανάσης Παπαχριστόπουλος, βουλευτής των ΑΝΕΛ. Ο Γιώργος Παπαδάκης είχε ρεπορτάζ ότι προτάθηκε στην Έλενα Κουντουρά θέση στο ευρωφηφοδέλτιο των κυβερνητικών εταίρων. Η άρνηση των βουλευτών να εφαρμόσουν κομματική πειθαρχία εξηγείται διττώς: αφενός σχετίζεται με το φαινόμενο των μετεγγραφών στον πολιτικό στίβο, το οποίο εκκολάφθηκε στη Μεταπολίτευση… Η θλιβερή επέτειος της δολοφονίας του Νίκου Τεμπονέρα μου θυμίζει ότι ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος, Υπουργός Παιδείας της Νέας Δημοκρατίας στις αρχές του ενενήντα, κατέληξε υποψήφιος βουλευτής του Πασόκ στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του εικοστού πρώτου αιώνα. Η κομματική μετεγγραφή γνώρισε πάντως έξαρση την τελευταία δεκαετία, από την υπογραφή του πρώτου μνημονίου και έπειτα.

Η μετακίνηση ενός πολιτικού προσώπου από το ένα κόμμα στο άλλο αποδεικνύει ότι η ιδεολογία των πολιτικών παρατάξεων, εφόσον υπάρχει, κάθε άλλο παρά αρραγής μπορεί να χαρακτηριστεί. Εδώ αναδύεται η δεύτερη αιτία του φαινομένου: η απουσία της συνείδησης και της πολιτικής συνέπειας, που είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σοβαρότερα γνωρίσματα της γενικότερης κρίσης που βιώνουμε ως χώρα: Στελέχη του ΛΑΟΣ βρέθηκαν εν μια νυκτί σε θέσεις κλειδιά της Νέας Δημοκρατίας, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες αυτονομήθηκαν από αυτήν, ένα μεγάλο ποσοστό στελεχών του ΠΑΣΟΚ εντάχθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ, αποκτώντας ταυτόχρονα πολιτικούς θώκους. Τώρα στελέχη των ΑΝΕΛ φλερτάρουν με τον ΣΥΡΙΖΑ και τίποτα φαίνεται να μην απαγορεύεται σε ένα παιχνίδι εξουσίας, τις μεγαλύτερες ευθύνες για το οποίο έχουμε όλοι εμείς που ψηφίζουμε. Αν υποτεθεί ασφαλώς ότι διατηρούμε πολιτική ταυτότητα, χωρίς να την παζαρεύουμε στο χρηματιστήριο αξιών της πολιτικής που μάλλον άστατο αποδεικνύεται.

Και μπορεί όλα αυτά να συμβαίνουν, μπορεί ο Τσίπρας να αποδεικνύεται σκληρό καρύδι, ακόμη και όταν νομίζουν ότι θα τον στριμώξουν, δεν αντέχω να ακούω όμως την καλοχτενισμένη κυρία υφυπουργό να αισθάνεται ότι τη μεταχειρίζονται ως βαλίτσα, γιατί της ζητούν να αφήσει τον θώκο που κατέλαβε ως υποψήφια βουλευτής, μη εκλεγμένη μάλιστα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο. Στην εποχή της κρίσης οι «αποστασίες» μου θυμίζουν ηθικά γραμμάτια που εξαργυρώνει η ιστορία πιο σύντομα από ό, τι στο πρόσφατο πολιτικό παρελθόν.

Κλείνω τον κατάλογο των αδιανόητων που ακούω τις τελευταίες μέρες με την αφήγηση παίκτριας σε τηλεπαιχνίδι μόδας, που επιχειρεί να δικαιολογήσει αμφίεση όμοια με αυτήν της κακιάς μάγισσας στο παραμύθι της Χιονάτης, που… στο ρεπό της τραγουδά σε λαϊκή πίστα β’ διαλογής: «Εγώ» λέει «έχω δεσμό με έναν καρδιολόγο και μαθαίνω ότι με απατά και αυτός έχει φύγει ταξίδι. Διοργανώνω λοιπόν στη βίλα μας, ένα πάρτι, όπου εμφανίζομαι έτσι ως οικοδέσποινα, για να ανακοινώσω, ότι τον χωρίζω». Απαντώ με στίχους Νίκου Καρβέλα: «Όταν σ’ έπλασ’ ο Θεός πρέπει να είχε προφανώς… Έμπνευση, μεγάλη Έμπνευση».

Ένα είναι βέβαιο: Τον τελευταίο καιρό ακούω πολύ περισσότερα από όσα μπορώ να αντέξω.

Δευτέρα, 07 Ιανουαρίου 2019 14:51

Το ποδαρικό

Ανήμερα πρωτοχρονιά με ξυπνούσε πάντα νωρίς το πρωί: «Σήκω να κάνεις ποδαρικό να μην προλάβει άλλος». Στριφογυρίζοντας μέσα στα μαλακά σκεπάσματα, στη σκέψη και μόνον του ψυχρού αέρα που μαινόταν στον παραλιακό δρόμο δεν έβρισκα τίποτα κακό στο να κάνει κάποιος άλλος το ποδαρικό. Παρόλα αυτά σηκωνόμουν, τύλιγα το κασκόλ γύρω από το λαιμό, φορούσα γάντια και κουκούλα και έβγαινα. Από την πίσω πόρτα. Η παγωμένη ανάσα της θάλασσας, ανακατεμένη συχνά με ψιλόβροχο ήταν η πρώτη εμπειρία του καινούριου χρόνου. Κρύο πολύ, ο παραλιακός δρόμος γεμάτος φύκια, πουθενά ψυχή ζώσα, δυνατός αέρας μόνον, κόντρα στον οποίο έμαθα να περπατώ, για να εκπληρώσω την αποστολή μου. Ίσως αυτό ήταν το μάθημα που βιωματικά αν και ανώδυνα ακόμη εισέπραττα στο κατώφλι κάθε νέου χρόνου: Τίποτα δεν είναι εύκολο. Πίσω από τη δυσκολία της όμως έκρυβε μία ανείπωτη ομορφιά αυτή η αγριάδα.

Το ποδαρικό λένε γίνεται με το δεξί. Μου πήρε πολλά χρόνια να ξεχωρίσω το αριστερό από το δεξί. Εσχάτως η εθνική μας ιστορία μάλλον δικαίωσε την παιδική μου αμηχανία. Πρέπει να έκανα πολλά ποδαρικά με το αριστερό. Δε νομίζω να το πρόσεξε κανένας. Ήμουν επί χρόνια το γούρι της οικογένειας. Σε χαρούμενες και σε χαλεπές χρονιές. Στα εύκολα και στα δύσκολα. Γούρι παρέμενα. Τόσο προκλητικά που άρχισα να αμφιβάλλω αν άξιζε η θυσία της μάχης με τον πετρανό πρόσβορα στο καταχείμωνο. Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι το ποδαρικό μου δεν εκπορευόταν από την επίκληση στην τύχη αλλά από την αγάπη. Η οποία κρατά δεμένους τους ανθρώπους στα εύκολα και ειδικότερα στις δοκιμασίες.

Αυτό το ποδαρικό των παιδικών μου χρόνων το θυμήθηκα, ενώ έγραφα το πρώτο κείμενο του νέου χρόνου. Βοήθησε ο καιρός, πολύ μάλιστα, τώρα που τα ψυχρά κύματα αποκτούν όνομα και σαρώνουν τα ορεινά του νησιού. Βοήθησαν επίσης και οι χαμηλές θερμοκρασίες της εποχής, που μας αναγκάζουν καθημερινά να παλεύουμε για καλύτερες μέρες. Όχι ότι αυτό είναι κακό, ωστόσο, μεγαλώνοντας επιμένω να πιστεύω ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει μόνον να διεκδικεί και να αγωνίζεται, χρειάζεται και να απολαμβάνει. Κάτι που η δεκαετία που διανύουμε το μετέτρεψε σε μεγάλη πολυτέλεια για μια ισχυρή πλειοψηφία των συμπολιτών μας. Η δική μου γενιά διανύει μάλλον τη δυσκολότερη δεκαετία της. Μέχρι σήμερα. Στη δυσκολία αυτή, ακόμη τουλάχιστον, δεν ανακάλυψα ίχνος από τη γοητεία του χειμωνιάτικου τοπίου των παιδικών μου ποδαρικών.

Η φετινή χρονιά κρύβει ένα τριπλό παιχνίδι εξουσίας. Πίσω από το οποίο διεκδικείται η ψευδαίσθηση ότι τα πράγματα θα αλλάξουν και ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες. Δεν είμαι σίγουρη για το αν θα αλλάξει κάτι και τι θα είναι αυτό. Ακόμη και αν σε επίπεδο εθνικό έχουμε αλλαγές, τα σκοτεινά σύννεφα που πυκνώνουν στο διεθνές σκηνικό με ανησυχούν. Τα φοβάμαι. Περισσότερο από όσο έτρεμα παιδί τον παγωμένο παραλιακό δρόμο της γενέτειρας… Η ανθρώπινη μοίρα είναι καρυδότσουφλο στα σκαμπανεβάσματα των διεθνών συγκυριών. Τουλάχιστον κάτι τέτοιο διδάσκει η ιστορία.

Στο χιονισμένο τοπίο της πρωτοχρονιάς, με τη βαρυστομαχιά ακόμη από το γιορτινό τραπέζι λέω να μη σας χαλάσω περισσότερο τη διάθεση. Ελπίζω και σας εύχομαι μέσα στις τόσες δυσκολίες να σας μένει τουλάχιστον η αγάπη. Την οποία ο χρόνος που περνά την παρόπλισε με κάποιον τρόπο, ή για να είμαστε και δίκαιοι, αποκάλυψε απλώς ότι φθείρεται και κάποτε τελειώνει. Όπως καθετί που αναπνέει , για να παραφράσω τον ποιητή. Όσο όμως παραμένει ζωντανή και ακμαία είναι μια ισχυρή ασπίδα προστασίας για όσους την απολαμβάνουν και τη συντηρούν απέναντι στις ιστορικές δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Γυρνώντας μια τελευταία φορά σε κείνο το παλιό ποδαρικό, νομίζω ότι από τις περισσότερες δοκιμασίες νικητής αναδεικνύεται αυτός που έχει μάθει να συντηρεί και να μοιράζεται την αγάπη. Καλή χρονιά, σας εύχομαι με υγεία, δύναμη, προσωπική και οικογενειακή ευτυχία. Με υπομονή.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018 13:07

Θεατρικές κριτικές

Εδώ και μερικές εβδομάδες ανακοινώθηκε όχι χωρίς δυσάρεστα επακόλουθα η ακύρωση της θεατρικής παράστασης του έργου του Δημήτρη Ψαθά «Ζητείται Ψεύτης» στο Θέατρο Παλλάς με πρωταγωνιστή τον Μάρκο Σεφερλή. Η εταιρία παραγωγής άφησε υπονοούμενα ότι η ακύρωση οφείλεται σε απαιτήσεις του ηθοποιού που στάθηκε αδύνατον να ικανοποιήσει. Εκείνος αντέδρασε με ανακοίνωση, στην οποία αποποιείται κάθε ευθύνη, μετακυλώντας αυτές στους παραγωγούς. Ηθοποιοί διαμαρτυρήθηκαν, γιατί έμειναν χωρίς εργασία, στην καρδιά της θεατρικής περιόδου, μέσα στην κρίση. Γεγονότα λίγο ως πολύ συνηθισμένα στον καλλιτεχνικό χώρο. Ώσπου ήρθε το άρθρο της κυρίας Έλενας Ακρίτα. Η γνωστή χρονογράφος, ούτε λίγο ούτε πολύ, βάλλει εναντίον των θεατρικών επιλογών του Μάρκου Σεφερλή, τον καταγγέλλει για λαϊκισμό, εύπεπτο θέαμα και συμπεραίνει ότι το καλλιτεχνικό ήθος του απάδει χώρων, όπως το Παλλάς. Το άρθρο αυτό πυροδότησε μια σειρά εκατέρωθεν αντιδράσεων μεταξύ των δύο, με απειλές για μηνύσεις, που ακόμα δεν υλοποιήθηκαν.

Στον απόηχο των γεγονότων μπορεί κάποιος να παρατηρήσει τα εξής: Ο Μάρκος Σεφερλής υπηρετεί πράγματι ένα είδος επιθεώρησης, μάλλον ξεπερασμένο, το οποίο διατηρεί στοιχεία προσωπικού σκώμματος, που φτάνουν μεν ως τις απαρχές της αρχαίας κωμωδίας, στη σύγχρονη εποχή ωστόσο απευθύνονται πλέον σε κοινό, που στερείται ουσιαστικής θεατρικής παιδείας. Η κωμωδία λειτουργεί σαφώς, σε κάθε εποχή, με συγκεκριμένες συμβάσεις, υπό τις οποίες υπάρχει ένα είδος ανοχής, συμβατής με την ελευθεριότητα του θεατρικού είδους. Στο πλαίσιο αυτό ο Σεφερλής δεν μπορεί να κατηγορηθεί για ρατσισμό. Λίγες σελίδες από μία ιστορία θεάτρου θα τον αθώωναν σε οποιοδήποτε δικαστήριο. Επίσης ο Σεφερλής, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, δε βωμολοχεί. Ούτε παρουσιάζει κάτι κατώτερο από το θέαμα (ένα είδος κινηματογραφημένης stand -up comedy) που παρουσίαζε επί χρόνια ο Λάκης Λαζόπουλος. Ο οποίος αξιοποιούσε στοιχεία της παραδοσιακής κωμωδίας, από τη βωμολοχία και τις διακρίσεις ως το πολιτικό σκώμμα και άγγιζε κάποτε την προπαγάνδα, δεδομένου ότι το θέαμα που παρουσίαζε ήταν τηλεοπτικό, άρα ιδιαιτέρως μαζικό και περιείχε προσωπικές του απόψεις, εντελώς αυτόνομα από το επιθεωρησιακό πλαίσιο. Ωστόσο η μεγάλη πλειοψηφία των θεατρικών κριτικών και των δημοσιογράφων των εντύπων ευρείας κυκλοφορίας τον αποθέωνε σταθερά. Για λόγους που υποψιάζομαι, αδυνατώ πάντως να κατανοήσω, το συγκεκριμένο θέαμα, περιορίζομαι αποκλειστικά σε αυτό, θεωρήθηκε ποιοτικό καλλιτεχνικό προϊόν, χωρίς ο χαρακτηρισμός αυτός να μπορεί απαραίτητα και να τεκμηριωθεί.

Είναι αλήθεια ότι δεν έχω παρακολουθήσει παρά μόνον αποσπάσματα από τις θεατρικές παραγωγές του Μάρκου Σεφερλή, όταν αυτές προβάλλονται από την τηλεόραση. Δεν έχω δει ποτέ μου παράστασή του και δεν είμαι σίγουρη ότι επικοινωνώ με αυτό το είδος της σάτιρας. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης που τη διακονεί είναι κακός και ανέμπνευστος. Αν μη τι άλλο είναι εμπορικός και η εμπορικότητα σε γενικές γραμμές δεν είναι καθόλου αμελητέα. Φαντάζομαι ότι το κοινό των επιθεωρήσεων του κυρίου Σεφερλή δεν είναι διαφορετικό από εκείνο που φανατικά παρακολουθούσε τη «Βέρα στο δεξί» της κυρίας Ακρίτα. Ούτε αυτή μπόρεσα να παρακολουθήσω. Και ναι μεν πρόκειται για τηλεοπτικό σενάριο, απέχει πάντως παρασάγγας από τα αντίστοιχα σειρών όπως το Νησί, τα Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά ή το Δέκα. Να τα θυμόμαστε αυτά.

Δε με εξέπληξε καθόλου η επιλογή του Μάρκου Σεφερλή σε πρωταγωνιστικό ρόλο κωμωδίας, και μάλιστα του Δημήτρη Ψαθά. Όπως και οι έμπειροι παραγωγοί, θεωρώ ότι του πηγαίνει γάντι. Δεν πρόκειται άλλωστε και για σαιξπηρική κωμωδία. Είναι άλλωστε πολλά τα παραδείγματα ηθοποιών που καθιερώθηκαν σε εύπεπτους εμπορικούς ρόλους, οι οποίοι διαπρέπουν, όταν δοκιμάζονται σε απαιτητικότερες παραγωγές. Ο μακαρίτης ο Στάθης Ψάλτης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Επιπλέον αδυνατώ να κατανοήσω γιατί το ήθος του Μάρκου Σεφερλή ήταν ανακόλουθο με αυτό του Παλλάς. Έχω παρακολουθήσει εξαιρετικές και εξαιρετικά αδύναμες παραστάσεις στον συγκεκριμένο χώρο. Ποιοτικές και εμπορικές. Χαρακτηρισμοί, οι οποίοι δεν αποτελούν άλλοθι σήμερα για κανέναν και για τίποτα. Άλλο ποιότητα, άλλο σνομπισμός, άλλο κριτικός, άλλο τιμητής. Καλά Χριστούγεννα!

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018 16:36

Τα κίτρινα γιλέκα

Ήταν περίπου στα μέσα του Σεπτέμβρη, όταν ο Γάλλος Πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν ζήτησε δημόσια από έναν άνεργο φυτοκόμο να αλλάξει τομέα εργασίας, ώστε άμεσα να αποκατασταθεί επαγγελματικά: «Τα καφέ και τα εστιατόρια στο Μονπαρνάς ζητούν αναζητούν εργατικό δυναμικό. Μόλις περάσω τον δρόμο, θα σας βρω δουλειά» απάντησε στον νεαρό 25χρονο. Λίγες εβδομάδες αργότερα η προεδρική σύζυγος, Μπριζίτ Μακρόν, κάθε δημόσια εμφάνιση της οποίας στοιχίζει περίπου όσο το ήμισυ των ετήσιων απολαβών ενός μεσοαστού υπαλλήλου, αποφάσισε να αλλάξει τη μοκέτα του Προεδρικού Μεγάρου. Το κόστος της ανακαίνισης ανέρχεται στις 300.000 ευρώ. Διαιρέστε το ποσόν με την τιμή ενός κέικ από το Λα Ντουρέ, μία από τις ακριβότερες αλυσίδες ζαχαροπλαστείων της γαλλικής πρωτεύουσας και θα διαπιστώσετε ότι η Μαρία Αντουανέτα θα έπρεπε να ανεβάσει πολύ υψηλά τις τιμές του ζαχάρου της, για να τη συναγωνιστεί.

Τρέφω έναν ιδιαίτερο θαυμασμό για τον γαλλικό πολιτισμό και για την ιστορία της χώρας, που σε γενικές γραμμές συνέβαλε να αλλάξει προς το καλύτερο η παγκόσμια ανθρώπινη ιστορία. Να το πιάσω από τη Γαλλική Επανάσταση, να θυμηθώ τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή να σταθώ απλώς στον Μάη του 1968; Οι Γάλλοι έχουν τον ξεσηκωμό και την επανάσταση στο αίμα τους. Την ίδια ώρα που μία αμήχανη Τερέζα Μέι αναβάλει την κρίσιμη ψηφοφορία και επαναδιαπραγματεύεται τις συνθήκες του Brexit, τα γαλλικά οδοφράγματα στην καρδιά του Παρισιού καταφέρνουν ένα δυνατό πλήγμα στην ΕΕ των ισχυρών. Η αντίδραση ξεκινά για άλλη μια φορά στη διεθνή ιστορία από τη Γαλλία.

Την τελευταία εβδομάδα διαβάζω το ένα μετά το άρθρο σε διεθνή μέσα ενημέρωσης. Παρακολουθώ ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία, σε μια προσπάθεια να τους γνωρίσω. Ποιοι είναι αυτοί που αντέδρασαν τόσο πολύ και τόσο έντονα, εξαιτίας της ανόδου των φόρων στα καύσιμα; Το καύσιμο είναι εύφλεκτο υλικό. Η σπίθα έγινε πυρκαγιά και οι πολίτες διαδήλωσαν ενάντια στην οικονομική ύφεση που τους μαστίζει. Πώς ανάγκασαν οι διαδηλωτές τον Πρόεδρο να πάρει πίσω τις αυξήσεις; Γιατί το περασμένο Σάββατο στρατιωτικά αστυνομικά οχήματα έκαναν επέλαση στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας; Γιατί οι αστυνομικοί ανάγκασαν δωδεκάχρονους μαθητές να έχουν τα χέρια τους πίσω από το κεφάλι τους; Γιατί οι κάτοικοι του Παρισιού ξεχύθηκαν στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι; Πώς οι άνθρωποι αυτοί οργανώθηκαν; Πώς προκάλεσαν το μήνυμα του Προέδρου, που ανταλλάσσει την παύση των αντιδράσεων με την εξαγγελία της αύξησης εκατό ευρώ στον βασικό μισθό; Γιατί οι διαδηλωτές δεν ικανοποιήθηκαν; Γιατί συνεχίζουν; Πώς μια χούφτα ανθρώπων έφτασε να γίνει γροθιά και να ζητά ακόμη και την παραίτηση του Γάλλου Προέδρου;

Η στάση αυτή των Γάλλων οδηγεί αναπόφευκτα σε σύγκριση με την αντίστοιχη των Ελλήνων σε όλη την περίοδο της βαθύτατης οικονομικής κρίσης που βιώνουμε. Τα ερωτήματα προκύπτουν μοιραία: Γιατί εμείς οι Έλληνες παραμείναμε παθητικοί στην κρίση; Γιατί για άλλη μία φορά μετά την επτάχρονη δικτατορία δεν αντιδράσαμε; Γιατί δεχτήκαμε ότι μαζί τα φάγαμε, χωρίς να εκδηλώσουμε τη θιγμένη μας αξιοπρέπεια; Γιατί δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα οι αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα; Γιατί κατέρρευσαν τόσο γρήγορα; Γιατί αυξήθηκε η αποχή μας στην άσκηση του εκλογικού μας δικαιώματος, παρά την κρισιμότητα των ιστορικών στιγμών; Γιατί ψηφίζουμε ανεγκέφαλα; Τι κάναμε και πώς πορευόμαστε την ίδια ώρα που η Γαλλία γράφει ιστορία και όλοι ελπίζουμε ότι μπορεί να κάνει πιο ανθρωποκεντρικό τον φιλελεύθερο χαρακτήρα της ΕΕ;

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα είναι απλές, εύκολες όσο και απογοητευτικές: Συνοψίζονται δε στην έλλειψη της συλλογικής συνείδησης που μας διακρίνει. Εγωκεντρισμός, βόλεμα, προσωπικό συμφέρον, συναλλαγή με τους εκάστοτε κυβερνώντες και όλα καλά. Η ζωή συνεχίζεται ερήμην της εθνικής ιστορίας. Όσο φανταζόμουν τον Νίκο Πουλαντζά να τριγυρίζει ανάμεσα στους διαδηλωτές αναζητώντας ένα κίτρινο γιλέκο στα μέτρα του, τόσο συνειδητοποιούσα ότι οι σύγχρονοι Έλληνες δεν είχαμε ούτε βρήκαμε το σθένος να σταθούμε αξιοπρεπώς απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018 15:39

Το αδιανόητο καθ’ υπερβολή

Είναι ένα γραμματικό σχήμα λόγου, το οποίο μας κάνει να φρίττουμε, κάθε φορά που εκφράζει τη ζωή. Εκατό μέρες μετά το τέλος των μνημονίων, αν αυτό έχει έρθει, ζούμε σε μια κοινωνία διαλυμένη, με αποσαθρωμένους παραδοσιακούς θεσμούς, χωρίς να έχουν βρεθεί τα υποκατάστατά τους. Εδώ και μερικές εβδομάδες αρχίζω να αμφιβάλλω για τα αντανακλαστικά της δικαιοσύνης: εγκληματίες αποφυλακίζονται, κάνοντας χρήση του νόμου Παρασκευόπουλου και διαπράττουν ειδεχθή εγκλήματα, με θύματα πολύ νέους ανθρώπους, την ίδια στιγμή που σε μία καθαρίστρια επιβάλλεται ποινή φυλάκισης δέκα ετών για πλαστογραφία, ενώ πάμπλουτος ενεχυροδανειστής, συνώνυμος με την οικονομική στέρηση που ζούμε, αποφυλακίζεται, όχι γιατί είναι αθώος, αλλά από αβλεψίες του συστήματος.

Την ίδια στιγμή το παλιό κατεστημένο καταρρέει: τέως μεγαλόσχημος υπουργός δηλώνει ότι διαβιεί μόλις με εισόδημα τριακοσίων πενήντα ευρώ μηνιαίως, ενώ ένα από τα πιο προβεβλημένα πρόσωπα των περασμένων δεκαετιών αγωνίζεται να αποκαθηλώσει επιθεωρησιακό πρωταγωνιστή, χωρίς προφανές κίνητρο. Πλην επί ματαίω. Οι καιροί αλλάζουν.

Αυτό που δυστυχώς παραμένει είναι το τέρας που η ανθρώπινη φύση κρύβει μέσα της. Ένας απίστευτα ζωώδης κανιβαλισμός, εκπορευόμενος από τα πιο άγρια και απολίτιστα ένστικτα. Κάθε φορά που του επιτρέπει να εκδηλωθεί, τα σημάδια του αφήνουν πληγές. Στην αξιοπρέπεια, στην αλληλεγγύη μας, στην πρόοδο που περηφανευόμαστε ότι σημειώνουμε, στην ηθική και στις αρχές μας. Στο θέατρο του κόσμου παίζονται τραγικά έργα, χωρίς κάθαρση. Η αυλαία πέφτει και το κοινό παγώνει. Γιατί τρέμει τη δική του ώρα. Τότε που θα βρεθεί στη θέση του θύτη ή του θύματος. Η καθημερινή ενημέρωση είναι γεμάτη από ιστορίες ωμής βίας με κίνητρο το χρήμα που σοκάρουν. Πιο σοκαριστική είναι η βία που παράγεται με άλλοθι το χρήμα. Η βία που διαπράττεται από ανθρώπους που ξέρουν, ελπίζουν ή πιστεύουν, ότι χάρη σ’ αυτό μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες κάθε πράξης τους. Όσο πολύ και αν αυτή δοκιμάζει την κοινωνική ανοχή. Όσο και αν φλερτάρει με το αδιανόητο καθ’ υπερβολή.

Το έγκλημα που διαπράχθηκε το τελευταίο δεκαήμερο με θύμα μια νέα κοπέλα 21 ετών με σοκάρει για πολλούς λόγους: Πίστευα ότι η ελληνική κοινωνία έχει αποκοιμίσει τέτοιες συμπεριφορές. Δεν έχει. Το τέρας κοιμάται. Μας το θύμισε ο βρυχηθμός του. Μαζί με αυτές πίστευα ότι έχει βελτιωθεί η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία. Ούτε αυτή έχει. Κάθε φορά που θα θρηνούμε «Ελένες», θα το θυμόμαστε. Και υποψήφιες Ελένες είμαστε όλες: οι μανάδες, οι αγαπημένες, οι κόρες όσων ξεσπούν τη βία τους ασυλλόγιστα πάνω σε αδύναμα θύματα. Είναι καλό να το θυμούνται αυτό όλοι εκείνοι που διαπράττουν ή που συγκαλύπτουν τέτοια περιστατικά.

Δουλεύοντας είκοσι χρόνια με εφήβους, έμαθα να τους εμπιστεύομαι. Να πιστεύω στη νέα γενιά. Και έχω αρκετά επιχειρήματα γι’ αυτό. Η νεαρή ηλικία των δραστών, ο ένας μάλιστα δεν ήταν καν είκοσι χρονών, με άφησε άφωνη. Βρήκα την εξήγηση στο περιβάλλον τους: «Γόνος ευκατάστατης καλής οικογένειας» ο πρώτος δράστης. Μεταφράζω: παιδί μιας νεόπλουτης οικογένειας που συνήθισε στο εύκολο κέρδος από τον τουρισμό, χωρίς να ασχοληθεί ποτέ με το παιδί της. Αλλοδαπός ο δεύτερος, πρωταθλητής πολεμικών τεχνών, προφανώς εργαζόταν στις επιχειρήσεις του πρώτου. «Αφεντικά και δούλοι σκατά γινήκαμε ούλοι». Μετά συγχωρήσεως είναι όπως ακριβώς το λέει ο θυμόσοφος λαός. Όταν η κοινωνική υποκρισία περισσεύει, όταν το κυνήγι του εύκολου πλουτισμού πρωταγωνιστεί, όταν το κέρδος είναι ο πρώτος και μοναδικός σκοπός στη ζωή, τέτοια βλέπουμε, τέτοια θα ζήσουμε ακόμη πολλά.

Τελειώνω το σημερινό κείμενο, με τη διαπίστωση ότι η ελληνική κοινωνία είναι ακόμα ιδιαίτερα εχθρική και επικίνδυνη για την ανυπεράσπιστη γυναίκα. Ασκεί πάνω της απίστευτη βία. Μέχρι πότε; Κάθε γυναίκα που βιάζεται, στραγγαλίζεται και ρίχνεται γυμνή και ζωντανή ακόμη από έναν γκρεμό στη θάλασσα -στη Μικρασιατική Καταστροφή νομίζω ότι υπάρχουν ανάλογες σκηνές αγριότητας- η τραυματισμένη ελληνική Δικαιοσύνη καλείται να την αποκαταστήσει. Μπορεί;

Παρασκευή, 07 Δεκεμβρίου 2018 12:33

Οι ταμπέλες

Ο Φασισμός καλό δεν είναι, καλό δεν κάνει, το αντίθετο μάλιστα, το ακριβώς αντίθετο, οπότε καλό είναι να αποφεύγεται. Ο γνήσιος φασισμός όπως επίσης και αυτός που ασκείται στο όνομα της Δημοκρατίας…

Τα τελευταία χρόνια, ειδικά στη Μυτιλήνη, ευδοκιμούν οι τιμητές, περισσότερο και από τα οπωροκηπευτικά. Γνωρίζω πολλούς τέτοιους: πρόσωπα προσκολλημένα στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία, αυτόκλητοι «δημοκράτες από κούνια», ένθερμοι υπερασπιστές των προσωπικών τους συμφερόντων αναγορεύονται σε τιμητές που απονέμουν τα εύσημα της δημοκρατίας όπου τους βολεύει. Για πολύ καιρό δεν μπορούσα να μιλήσω με κάποιον γνωστό μου για τα προβλήματα του προσφυγικού: Με αποκαλούσε φασίστρια. Κάθε φορά που ανέβαινε για διακοπές στη Βόρεια Λέσβο είχαμε τεράστια προβλήματα: Πηγαίναμε για παράδειγμα σε μια ταβέρνα: Αν ο ιδιοκτήτης, ο οποίος πλησίαζε να μας κεράσει και να μας χαιρετήσει, εξέφραζε τον προβληματισμό του για την πολιτική κατάσταση, ο φίλος μου αυτός προέβαλε σθεναρή αντίσταση να επισκεφτούμε εκ νέου το μαγαζί του: Τον είχε ήδη χαρακτηρίσει φασίστα. Έχω γλυτώσει από θαύμα το αυτόφωρο, δύο φορές που κάποιος δυστυχής τροχονόμος μας σταμάτησε για έλεγχο ρουτίνας: Ο συνεπιβάτης μου τον προσφώνησε αναλόγως και χρειάστηκε να ζητώ επί ένα τέταρτο μέσα στη ζέστη συγγνώμες στον άνθρωπο, που ευτυχώς είχε τη διάθεση να καταλάβει την πετριά του άλλου, για να μην τον τσουβαλιάσει και με τρέχει και μένα για μάρτυρα.

Μέχρι μια παλιά συμμαθήτρια μου παρέλαβε το άγρυπνο βλέμμα της … αντιφασιστικής υπηρεσίας και την πολιτογράφησε αρμοδίως. «Καλά τι φταίει η γυναίκα και την κράζεις στα καλά καθούμενα;» τόλμησα να ρωτήσω, καθώς ούτε κουβέντα δεν είχαν ανταλλάξει. «Δεν τη βλέπεις που γέρνει από δεξιά;» μου ούρλιαξε επιτιμητικά. «Παλιά έγερνε από την αντίθετη πλευρά». Η παλιά μου γνωστή είχε χτυπήσει πρόσφατα αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό ως επιχείρημα να ακυρώσει την ετυμηγορία που ελαφρά τη καρδία ο «δημοκράτης δικαστής» εξέδωσε, άνευ μεταξύ μας ουσιαστικών αποδεικτικών στοιχείων.

Δεν κρατήθηκα και του επεσήμανα ένα ωραίο έναστρο καλοκαιρινό βράδυ ότι τέτοιες αυθαιρεσίες είναι φασιστικές και όχι τα πρόσωπα που καταγγέλλει χωρίς λόγο τις περισσότερες φορές. Η παρέα συμφώνησε. Έγινε έξαλλος. Θυμήθηκε τον Όμηρο (αυτόν τώρα γιατί δεν έχω καταλάβει ακόμη) μέχρι το κόκκινο νησί. Ύστερα μας ανακοίνωσε ότι είχε προγόνους πρόσφυγες που οι παλιάνθρωποι οι μυτιληνιοί δεν τους θέλανε. Μικρή λεπτομέρεια: ρίζωσε στο νησί εκείνος και οι απόγονοί του, εδώ και τρεις γενιές. «Εσένα ποιος είναι ο τόπος της καταγωγής σου;» ρωτήσαμε αλλά απάντηση δεν πήραμε. Δεν υπήρχε. Σηκώθηκε να φύγει. Μια φίλη μου πήγε να τον συγκρατήσει να μη χαλάσει την παρέα. «Φεύγω μακριά από σας και πιο πολύ από αυτές απεχθάνομαι εσένα που δηλώνεις και αριστερή και ανέχεσαι να διαφωνούν» είπε.

Η φίλη που εισέπραξε τα πυρά είναι αριστερή. Από κούνια. Ο άρτι αριστερόφρων φίλος μας είχε, όπως αποδείχτηκε, σοβαρά προσωπικά συμφέροντα να εγκολπωθεί την αριστερή κυβέρνηση των τελευταίων χρόνων, όπως στο παρελθόν εγκολπώθηκε κάθε κυβερνώντα και φυσικά επιχειρούσε να φανεί βασιλικότερος του βασιλέως. Τι να πεις; «Τι θα πιεις;» έκλεισε την υπόθεση με λογοπαίγνιο η αριστερή κυρία που προσπάθησε να σταματήσει τον γιαλαντζί ιδεολόγο.

Τον είχα λησμονήσει, είχαμε χαθεί. Χτες μου τηλεφώνησε. «Πρέπει να απαγορέψεις στα παιδιά να συμμετέχουν σε φασιστικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία». Του εξήγησα ότι οι μαθητές μου δεν εκφράζονται με τέτοιους τρόπους. Δεν πείστηκε. «Τους έχεις κάνει μάθημα γι’ αυτό;» Του είπα ότι αποφεύγω να χειραγωγώ τους εφήβους, υποδεικνύοντάς τους πώς πρέπει να σκέφτονται και να εκδηλώνονται. Μου απάντησε ότι πρέπει να απολυθώ από το δημόσιο και να εξοριστώ σε ξερονήσι, για …. φασιστική συμπεριφορά. Παραξενεύτηκε όταν με άκουσε να γελώ δυνατά και παρατεταμένα: Πριν του κλείσω το τηλέφωνο στα μούτρα, του θύμισα ότι φασιστικά είναι μόνον τα μέτρα που προτίθεται να λάβει εναντίον μου. Γιατί είναι φασιστόμουτρο ο ίδιος.

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018 11:49

Τάδε έφη…

Πέτρος Τατσόπουλος, καθόλου «ο πάσα εις». Συγγραφέας, «αριστερός, ελευθέρας βοσκής, κόκορας αλανιάρης» κατά δήλωσή του, στην πρώτη συνέντευξή του μετά την απόφαση να στρατολογηθεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη! Μας έχει χαρίσει εξαιρετικές ατάκες ως δημόσιο πρόσωπο. Πριν μερικά χρόνια δήλωσε ότι έχει «πηδήξει τη μισή Αθήνα». Το είπε τόσο απροκάλυπτα, με την αθυροστομία λαϊκού μοντέλου του Τσαρούχη! Μπορεί καθ’ υπερβολήν, μπορεί να τα έχασε στο μέτρημα, ίσως να ήταν και λίγο ομοφοβικός.

Ο Πέτρος είναι εδώ. Σε μια συνέντευξη ποταμό, σε έναν ευφυή άνθρωπο σαν τον Δημήτρη Δανίκα, μιλά ξεκάθαρα και λέει πολλά από αυτά που αρκετοί ίσως θα ήθελαν να ομολογήσουν και οι ίδιοι, διστάζουν όμως από καθωσπρεπισμό. Ευτυχισμένοι, όπως ξέρουμε, δεν υπήρξαν ποτέ όσοι κέρδισαν επί μακρόν τα κοινωνικά εύσημα, αλίμονο σε όσους τα διατηρούν. Σταχυολογώ ενδεικτικά:

Στην ερώτηση αν πιστεύει στη μονογαμία, απαντά: «Οι μακροχρόνιες σχέσεις δεν στηρίζονται στο σεξ». Δεν έχω διαβάσει ειλικρινέστερη δήλωση. Ως αίλουρος αποφεύγει τον σκόπελο: «Πώς εσύ ένας αριστερός, φλερτάρεις με το Μητσοτακέικο»: «Άλλο εσύ, άλλο οι απόψεις σου», σχολιάζει και συμπληρώνει σε μια αποστροφή: «Γιατί πρέπει να ξέρεις πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμφωνείς μαζί τους, αλλά τους γουστάρεις». Παραδέχεται ότι δεν υπήρξε οργανωμένος αριστερός: «Στα δεκαοχτώ μου, όταν έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα, κυκλοφορούσα με ένα γκρουπούσκουλο, κάτι μεταξύ Ζαχαριαδικών και Ιεχωβάδων, ενδοκαπιταλιστική, σοσιαλιστική κοινότητα. Έπρεπε να ήσουν Ιντιάνα Τζόουνς για να αποκρυπτογραφήσεις τα ιδεολογήματα αυτού του συρφετού». Έχω πολύν καιρό να διαβάσω τόσο εύστοχο κείμενο.

Συνεχίζω και ανακαλύπτω ότι ο πρωθυπουργός τον έχει απογοητεύσει: «Όλα τα χαρακτηριστικά του Τσίπρα δεν κολλάνε καθόλου με το αριστερό πρόσωπο, […] που τάχα μου στις πλάτες του, κουβαλά όλο το φορτίο της ανθρωπότητας. Ο Τσίπρας ήταν cool. Χαλαρός. Όλα τού είχαν έρθει εύκολα. Πάντα καβάλα στο κύμα». Και κρεσεντάρει: «Και κάτι άλλο σχετικά με τον Τσίπρα: Δεν έχει διαβάσει τίποτα. Παντελώς αγράμματος. Εκπρόσωπος κι αυτός του 50% των Ελλήνων πολιτών. Που μετά το σχολείο δεν ανοίγουν μισό βιβλίο. Άλλωστε το ίδιο λένε και άνθρωποι του περιβάλλοντος. Η θεωρητική του κατάρτιση εντελώς επιδερμική. Όταν τον γνώρισα δεν έκανε την παραμικρή θεωρητική συζήτηση. Πάντα πρακτικός».

Αισθάνομαι ότι διαβάζω την προδημοσίευση από ένα καινούριο μυθιστόρημα, μέσα στο οποίο χωράνε όλα τα τελευταία κρίσιμα και δύσκολα χρόνια. Ιδωμένα μέσα από τον καθρέφτη μιας απογοήτευσης που δεν ξέρεις να πεις αν είναι ειλικρινής ή αν βασίζεται στη διάψευση προσωπικών φιλοδοξιών και οραμάτων. Η εκμυστήρευσή του διατηρεί αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Δηλώνει ότι παρέμενε στον Σύριζα όσο πίστευε ότι «θα πρυτανεύσουν οι ρεαλιστές και οι ευρωπαϊστές. […] Επικράτησαν οι καιροσκόποι. Περισσότερο καιροσκόπος πεθαίνεις. Natural Born Killers (γεννημένοι δολοφόνοι), όπως η Αχτσιόγλου και ο Τζανακόπουλος. Δεν έχουν το παραμικρό πρόβλημα. Και κανέναν ενδοιασμό».

Θυμάται το πρώτο εξάμηνο του 2015: Αποδίδει σε τυχοδιωκτισμό τη συνεργασία του Σύριζα με τους Ανέλ, «την επιτομή του ρατσισμού, της ομοφοβίας και της παραφροσύνης περί ψεκασμών […]. Χρειάστηκε να περάσουν έξι μήνες καταστροφής με τον Βαρουφάκη που οι μπλόφες του μας κόστισαν 100 δισ. ευρώ. Μα όταν στην πόκα συνεχίζεις να μπλοφάρεις και κάποιος που έχει καλό χαρτί δεν μασάει και διαρκώς ποντάρει, τότε με το πείσμα σου και τις εμμονές σου οδηγείσαι στη χρεοκοπία. Με τη διαφορά ότι ο λαός θα πληρώσει τον λογαριασμό».

Πέτρος Τατσόπουλος: Αν μπορείτε ταξινομείστε τον. Ύστερα μάλιστα από το μεταγραφικό μπαράζ στα μισά κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου.

Το διεισδυτικό βλέμμα του συγγραφέα καταληκτικά εντοπίζει ως το μεγαλύτερο πρόβλημα που η τελευταία τετραετία προκάλεσε: «το γεγονός ότι περίπου οι μισοί γυρίζουν την πλάτη και αποφεύγουν τις κάλπες. Σου λένε «όλοι το ίδιο είναι, δεν έχουν ιερό και όσιο, μόνο η καρέκλα, μόνο η εξουσία, άι σιχτίρ με τα κόμματα και τους πολιτικούς». Στο τελευταίο φοβάμαι έχει δίκιο.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018 17:32

Μία στολή φόρα και εσύ. Μπορείς!

Σάββατο μεσημέρι είναι το έθιμο εδώ και χρόνια: πίνω με τη φίλη μου την Καιτούλα τσίπουρα στην Καισαριανή. Η συζήτηση περιλαμβάνει στα καλά της πολιτικά, ερωτικά και την καλλιτεχνική ζωή της πόλης, στα κάτω της πολιτικά, τα χρέη μας και την καλλιτεχνική ζωή της πόλης, γιατί Σαββατοκύριακο άμα κάπου δεν πας, δε λέει.

- Φέρε μου να φοράω μία μπλούζα σου άσπρη. Από τις φαρδιές.

- Τι τη θες;

- Να γίνω ένστολη, όπως εσύ!

- Τι λες, βρε χαμένο κορμί, που θα με πεις εμένα ένστολη. Εγώ, κυρία μου, όταν εσύ μπουσούλαγες, μέσα στη Χούντα, πούλαγα Ριζοσπάστη στους φαντάρους.

- Εντάξει, είσαι γνήσια αριστερή, να σε χαιρόμαστε. Δώσε τώρα τη μπλούζα.

- Το ράσο δεν κάνει τον παπά, αγάπη μου!

- Τώρα που το θίγεις, οι παπάδες είναι ειδικά μισθολόγια; Γι’ αυτό θέλατε να τους ξεκάνετε από δημοσίους υπαλλήλους;

- Βρε, ουστ από δω. Που θα μας πεις εμάς Σαμαράδες.

- Είδες όμως. Όταν στο διάβασα το κείμενο, καντήλια μου κατέβαζες, πλήρως επιβεβαιώθηκα.

-Ε, θα είδες τα ζώδια! Εμείς, κούκλα μου, δε διώχνουμε κόσμο από το Δημόσιο. Το γεμίζουμε με κόσμο.

- Αυτό ξαναπέστο!

- Επιτέλους μπορείς να μου πεις τι θέλεις πάλι σήμερα;

- Αμέ! Να ενταχθώ στα ειδικά μισθολόγια. Και επειδή η μόνη στολή που θα φορούσα, στις Απόκριες και μόνον εννοείται, είναι η άσπρη μπλούζα σου, κατέβαινε μία. Εκτός που θα μου αυξήσουν τα μισθά, εκτός που θα πάρω αναδρομικά, εκτός που ως ένστολη θα κυκλοφορώ δωρεάν με το μετρό, θα ντύνομαι και sex symbol... Πολυμορφικό εργαλείο…

- Εγώ, καλό μου παιδί, ήμουν στο Πολυτεχνείο. Είμαι αυτής της γενιάς. Ξέρεις ότι παρ’ ολίγο να μας μπουζουριάσουν στη Νομική και να φάμε πολύ ξύλο; Εγώ αγωνίστηκα να πέσει η Χούντα. Εσύ τι κάνεις; Αργία έχεις ανήμερα της γιορτής του Πολυτεχνείου. Όποτε αδειάζεις από τις εκδρομές που τρέχεις τα παιδιά, γιατί οι καθηγηταί κουράζεστε, μη χέσω (τέτοια λέει) και θέλετε να γίνετε και ειδικό μισθολόγιο.

- Φέτος ανήμερα του Πολυτεχνείου, μου έρχεται στο μυαλό και πάλι το άσυλο, το πανεπιστημιακό, ειδικά όταν σκέφτομαι τον Ρουβίκωνα να έχει κατασκηνώσει στη Φιλοσοφική. Μπερδεμένα όλα γυρίζουν στο κεφάλι μου: ποιος αγωνίστηκε, γιατί, ποιος έφαγε ξύλο, έφαγε άραγε αρκετό ή αφού έγινε εξουσία διαπίστωσε ότι μερικές ψιλές του χρειαζόταν ακόμη αλλά ποιος να του τις δώσει που έχουμε και Δημοκρατία. Αυτό είναι το ερώτημα που με βασανίζει όσο θυμάμαι τον κόσμο. Δηλαδή αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση.

- Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι γιατί κάνω παρέα μαζί σου.

- Εγώ πάλι αναρωτιέμαι τι ωραία που θα ήταν να ήμουν πυροσβέστης με τη μάνικα, τροχονόμα με τη σφυρίχτρα, πιλότα...

- Τι είναι αυτό;

- Το θηλυκό του πιλότος. Ποιοι άλλοι είναι ειδικά μισθολόγια;

- Εμείς και οι πανεπιστημιακοί.

- Νομίζω με την αξιοκρατία που βασιλεύει στο ελληνικό δημόσιο είναι πιο εύκολο να σταδιοδρομήσω ως ιατρός, στην ηλικία μου, παρά ως πανεπιστημιακός.

- Τι ειδικότητας ιατρός δηλαδή;

- Μουσαντένιος! Όπως όλα γύρω μου: αξίες, αρχές, ιδέες, ιδεολογίες, αγώνες, θυσίες! Ρίξατε η γενιά σας τη Χούντα το ’74 και πενήντα χρόνια μετά σήμερα αναρωτιόμαστε μήπως τελικά οι άνθρωποι αυτοί ήταν κάποια λύσις.

- Τι γινόμαστε τώρα χωρίς βαρβάρους συνταγματάρχας;

- Εμείς δεν γνωρίζω. Οι συνταγματάρχαι πάντως, οι σημερινοί εννοώ, όχι εκείνοι οι παλιοί κακοί, είναι στα ειδικά μισθολόγια. Αλλάζω ποιητή και αποφαίνω: Βρε μπας και πήραμε τη ζωή μας λάθος;

Με κοιτά, την κοιτώ. Κάτι ο ήλιος, πολύ το τσίπουρο ξεσπάμε σε γάργαρα γέλια. «Κοίταξε», μου λέει με προτεταμένο το δάχτυλο. «Ο Ρουβίκωνας δεν είναι κακός. Βαράει. Πολύς κόσμος θέλει ξύλο». «Από τα ειδικά μισθολόγια να δεις πόσοι. Και δη οι ιατροί!» απαντώ. «Προπάντων οι καθηγηταί! Εις το εξώτερον των ειδικών μισθολογίων!» λέει και ζητά τον λογαριασμό.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018 14:35

Καντήλια στο Δημόσιο (;)

Βεβαίως και γυρίζουν από χτες το βράδυ στο μυαλό μου: ο Παπαφλέσσας! Ο Αθανάσιος Διάκος! Ο καλόγερος Σαμουήλ! Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός! Ο Γρηγόριος ο Ε’! Ο Κοσμάς ο Αιτωλός! Ο Χρυσόστομος Σμύρνης! (τσιγγουνιές θα κάνουμε;). Το πάτερ ημών! (λέμε τώρα!) Ο πάτερ φαμίλιας! (ε, όχι το παρακάναμε). Όλοι αυτοί, αν υπήρχαν, οι απόγονοί τους και τα παιδιά των παιδιών τους θα πάψουν άκουσα να θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι. Εν μια νυκτί. Μολονότι θα πληρώνονται από το Ελληνικό Δημόσιο. Τι θα γίνουν άραγε; Υπάλληλοι σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου; Κάτι σαν την ΕΡΤ; Ιδιωτικοί υπάλληλοι της Εκκλησίας; Θα ζήσουμε μεγάλες στιγμές, άραγε, όταν το επίσημο κράτος θα διορίζει επίτροπο και θα επιχειρεί να ελέγξει τα κηρύγματα από άμβωνος; Αστειεύομαι! Αν το μπορούσε αυτό η πολιτεία θα το είχε από ετών πράξει να ξεμπερδεύει; Ξέρετε τι ψηφαλάκια χειραγωγεί ή επηρεάζει άντε, αυτός ο άμβωνας! Το ράσο! Το λιβάνι! Το ιερό Ευαγγέλιο! Πόσοι συνειρμοί σε οδηγούν στην κάλπη συχνά χωρίς καμία περαιτέρω επεξήγηση; Το ποίμνιον του Θεού δεν αστειεύεται. Ένα αστειάκι πήγε χτες να γίνει με τους ποιμένες του. Μένει να δούμε πότε θα ξεσπάσει η θεομηνία, συμβατή και αυτή με την εκκλησιαστική ιστορία.

Έχω δει να απεργούν όλες οι εργαζόμενες ειδικότητες, ακόμη και οι αστυνομικοί. Εκκλησία κλειστή λόγω απεργίας δε θυμάμαι. Να θες να παντρευτείς και να μη δύνασαι. Να έχεις ξεκινήσει το ταξίδι χωρίς επιστροφή και να καθυστερείς στο τελωνείο. Να μένεις αλειτούργητος την Κυριακή. Να μπαγιατεύουν τα πρόσφορα, να εκκρεμούν τα τρισάγια. Και ότι βγήκαμε από την κρίση. Μα είμαστε τώρα για τέτοια; Δε μας έφταναν τα περσινά συλλαλητήρια! Το βλέπω να καθιερώνονται: ετησίως, αν είμαστε καλά παιδιά, με παρεμφερή θεματική, έτσι να πουλάνε και καμιά στολή τα εποχιακά. Φέτος το μυρίζομαι το δράμα: Μαύρες οι κλειστές λεωφόροι από τα ράσα. Είναι εποχές εν όψει εκλογών; Μαύρες σημαίες και αντί ευλογίας κατάρες. Δεν μπορεί τα προφήτευαν αυτά οι γραφές! Ο άγιος Παΐσιος κάτι θα είχε προβλέψει. Ε, ρε γλέντια τρικούβερτα! Με συναυλίες στο Σύνταγμα σε απευθείας μετάδοση από τη Μητρόπολη Αθηνών. Με δημόσιους αφορισμούς. Με αγρυπνίες. Με καταλήψεις ιερών ναών. Με ακυρώσεις του παιδαγωγικού έργου του κατηχητικού!

Τίποτα δε μας σώζει πλέον. Να τα μυριστεί και ο Ρουβίκωνας, να κάνει κατάληψη σε καμία κεντρική εκκλησία, να οργανώσει και το παρτάκι του στο προαύλιο, άντε τώρα εσύ να βγάλεις άκρη, πού αρχίζει η καινοτομία (ε, μην το παρα…τραβάμε, σιγά την καινοτομία) και πού σταματά η παράνοια!

Τι πρόκειται να συμβεί από τις χτεσινές εξαγγελίες; Υποπτεύομαι τίποτα. Το ηθικό δίδαγμα για μένα είναι πάντως να καλοπιάνουμε την ΟΛΜΕ. Μη ξυπνήσει ένα πρωί, λάβει αποφάσεις ερήμην μας και προχωρήσει σε συμφωνίες με την κυβέρνηση χωρίς να μας ρωτήσει. Αν οι παπάδες μέσα σε ένα απόγευμα παύονται από δημόσιοι υπάλληλοι πόσα λεπτά θα χρειαστούν για τους εκπαιδευτικούς, αφού ψηφίσαμε στο τρίτο μνημόνιο την αυτονομία των σχολικών μονάδων; Τέτοια κάνετε, Αλέξη, τα διαβάζει ο Κυριάκος και τρίβει τα χέρια του. Οι φιλοκυβερνητικοί φίλοι μου, και έχω πάρα πολλούς, με καθησυχάζουν ότι πρόκειται για τομή στη σχέση κράτους-εκκλησίας. Εγώ απαντώ ότι από τους παπάδες ξεκίνησε η συρρίκνωση του δημοσίου. Και ο Κούλης δεν έχει ακόμη γίνει πρωθυπουργός! Τι μας περιμένει, Παναγία μου!

Αν συμφωνώ; Διαφωνώ ριζικά με οτιδήποτε αποφασίζεται εν μια νυκτί. «Ο Σαμαράς το είχε ξεκινήσει, το 2014» φωνάζει η φίλη μου η Καίτη. «Το ξεκίνησε ο Σαμαράς;» «Μάλιστα, κυρία μου!» «Και το ολοκληρώνει ο Τσίπρας;» «Βεβαίως!» «Ω, ρε, γλέντια!» Ευθυμολογώ, γιατί δεν έχω και κάτι καλύτερο να κάνω: «Άμα πάψουν οι παπάδες να είναι δημόσιοι υπάλληλοι ποιος θα κάνει αγιασμό στα σχολεία;» ερωτώ. «Του χρόνου τον Σεπτέμβρη, όταν εκλεγούμε ξανά, και στο εξής θα καταργηθεί ο αγιασμός» παίρνω την απάντηση.

Παρασκευή, 09 Νοεμβρίου 2018 10:42

Το μεγάλο φινάλε

Είναι η δεύτερη φορά μέσα στη δεκαετία που διανύουμε που κόλλησα στη μικρή οθόνη, μετά τον Ιούνιο του 2013, όταν περιμέναμε το μαύρο στην ΕΡΤ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου αναμενόταν το μαύρο στο Mega. Και συνεπές στο ραντεβού του, όπως κάθε δυσάρεστο, έφτασε, στις 2:08:35 ξημερώματα. Πριν η Ρένια Λουιζίδου ολοκληρώσει τη φράση της σε μια σκηνή από τους «Απαράδεκτους». Η εικόνα πάγωσε. Έκτοτε σιωπή.

Το Mega άρχισε να εκπέμπει τον Νοέμβριο του 1989. Μερικές φορές λέω, το γράφω κιόλας, ότι δε θυμάμαι αν ποτέ υπήρξε εκείνη η εποχή. Υπερβάλλω. Το μεγάλο κανάλι μπήκε στη ζωή μας την ίδια περίοδο με τις εθνικές εκλογές, που οδήγησαν τον Ξενοφώντα Ζολώτα στην πρωθυπουργία. Είχαμε και τότε κρίση, σκάνδαλα, εξεταστικές, πολιτική αστάθεια και οικονομικά προβλήματα. Όμως ιδρύονταν κανάλια, δεν έκλειναν. Το Mega υπήρξε ένα υπέροχο, πολύχρωμο σύμπαν, μεταξύ άλλων και για εμάς που πρωτοετείς φοιτητές τότε, προσανατολιζόμασταν μέσα σε μια άχρωμη μεγαλούπολη. Έναν χρόνο πριν, θυμόμουν τον εαυτό μου, να περιορίζομαι στις ταινίες που η δημόσια τηλεόραση πρόβαλε κάθε Παρασκευή βράδυ, και στην εξωπραγματική αμερικάνικη σαπουνόπερα του μεσημεριού. Έβλεπα τηλεόραση… μόνον, για εξάσκηση στα αγγλικά: Έκοβα λωρίδες χαρτί υγείας, το κολλούσα πάνω στους υπότιτλους και προσπαθούσα να καταλάβω τους διαλόγους του Ριτς με την Καρολάιν, την ίδια στιγμή που άλλοι αναστέναζαν από ενσυναίσθηση για τα τεκταινόμενα στο γυαλί… Δεκάρα δεν έδινα!

Το Mega όμως ήταν διαφορετικό: ήταν η ζωή που κυλούσε γύρω μας: είχε ενημέρωση, ψυχαγωγία, ποικιλία, εξαιρετικές παραγωγές. Με τα πρώτα χρήματα που είχα κερδίσει αγόρασα μία τηλεόραση και στο δυάρι της Μεσολογγίου, που ήταν κοντά στο Πανεπιστήμιο, μαζευόμασταν η παρέα, συζητούσαμε και χαζεύαμε, χωρίς να πιστεύουμε σε όσα προβάλλονταν μπροστά στα μάτια μας. Μια πλειάδα από τους πιο ταλαντούχους καλλιτέχνες της γενιάς τους, δημοσιογράφοι, σεναριογράφοι, παραγωγοί, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, σε μια εξαιρετικά γόνιμη συνύπαρξη έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό και μας χάρισαν εξαιρετικές επιτυχίες. Διαχρονικές. Το ζήσαμε τελευταία όταν το τραυματισμένο κανάλι προβάλλοντας αμιγώς ψυχαγωγικές σειρές δεκαετιών γονάτισε τα αντίπαλα προγράμματα, ακόμη και των συνδρομητικών καναλιών! Έβλεπα, επιδίωκα να παρακολουθώ, τώρα τελευταία, αν και δεν είμαι φίλη της τηλεόρασης. Η αναδρομική προβολή σειρών από το παρελθόν γινόταν αναπόφευκτα περιστασιακός σταθμός σε προσωπικές στιγμές: Κάθε φορά που έβλεπα τη Μαρίνα Κουντουράτου χαμογελούσα! Γλυκά ή πικρά θα σας γελάσω. Υπάρχει πάντα κάτι που μας σημαδεύει…

Το ειδησεογραφικό τμήμα του καναλιού κατηγορήθηκε με δριμύτητα για διαπλοκή. Για αλαζονεία και για παιχνίδια εξουσίας. Δεν ξέρω τι ισχύει από αυτά. Κανείς δε λογοδότησε. Δε δικάστηκε. Όλα τα μεγάλα ονόματα της δημοσιογραφίας αποχώρησαν εξαιρετικά πλούσιοι υπό λογικές συνθήκες, χωρίς να υποστούν τις οδυνηρές συνέπειες που υφίστανται όπως πάντα οι απλοί εργαζόμενοι. Οι οποίοι όμως δεν είναι τόσο απλοί. Από τη δεκαετία του 1990 ως το 2010 θεωρήθηκε σύμβολο επαγγελματικής καταξίωσης να ενταχθεί κάποιος στο δυναμικό του καναλιού. Οι απλοί εργαζόμενοι που βρίσκονται απλήρωτοι, χωρίς εργασία στα πενήντα τους και χωρίς μέλλον επαγγελματικό, είναι κάποιοι από τους καλύτερους επαγγελματίες της γενιάς τους. Και αυτό είναι εξαιρετικά άδικο. Δεν τους διόρισε ο θείος τους, αναδείχτηκαν αξιοκρατικά. Στην Ελλάδα ατυχώς είσαι καταδικασμένος να υποφέρεις, αν είσαι καλός στη δουλειά σου. Σε δημόσιο σε ιδιωτικό τομέα, δεν έχει σημασία. Θέλουμε κατά τα άλλα να επιστρέψουν από το εξωτερικό επιστήμονες, να προσελκύσουμε επενδύσεις. Το ψυχαγωγικό τμήμα του Mega είναι μία επικερδέστατη επένδυση… Αναρωτιέμαι αν θα αξιοποιηθεί. Σκέφτομαι με φρίκη ότι μπορεί όλη αυτή η πνευματική και πολιτιστική περιουσία να έχει την τύχη που είχε μεγάλο μέρος του αρχείου της κρατικής τηλεόρασης. Κάτι μέσα μου ματώνει.

Έχω πλέον άλλον έναν λόγο να μην ανοίξω την τηλεόραση. Η απουσία ποιοτικών παραγωγών είναι αισθητή. Όπως και το γενικότερο έλλειμμα… (συμπληρώστε το κενό), ό, τι σκεφτείτε ταιριάζει.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018 16:05

Η πρόταση

Είχαμε γνωριστεί στη Μυτιλήνη, στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα. Πολλά χρόνια πριν. Έκτοτε χαθήκαμε. Πριν μερικές μέρες μου τηλεφώνησε. «Κατεβαίνεις;» Είχα σκοπό να κατέβω για το τριήμερο της 28ης στην Πέτρα, αλλά το σχέδιο ναυάγησε. Αναρωτήθηκα πώς το ήξερε. Δεν είχα καταλάβει καλά. «Στις εκλογές, παιδί μου, τον Μάιο. Μαζί μας». Αθάνατη ποσόστωση, όποτε ενσκήπτουν αυτοδιοικητικές εκλογές παράπονο δεν έχω. Με θυμούνται. «Πόσους δήμους θα έχουμε τελικά;» σκέφτηκα να ρωτήσω. «Εσένα τώρα αυτό τι σε αφορά; Εσύ κατεβαίνεις;» Του εξήγησα ότι δεν διατηρώ κανένα ενδιαφέρον για την ενεργό πολιτική ζωή. Αντέδρασε: «Εσύ; Ένα δημόσιο πρόσωπο;» Άρχισα σοβαρά να αναρωτιέμαι αν με δουλεύει άσχημα αλλά το ψηστήρι συνεχίστηκε αμείλικτο: «Έχεις υποχρέωση να προσφέρεις στον τόπο σου». «Ζω στην Αθήνα» αντέτεινα. «Είναι η στιγμή να επιστρέψεις» με αποστόμωσε.

Σκέφτηκα να κλείσω το τηλέφωνο αλλά είχε αρχίσει πια να έχει πλάκα. «Με τι να ασχοληθώ λοιπόν στα τοπικά πράγματα, εγώ, ένα δημόσιο πρόσωπο, όταν επιστρέψω;» «Με την εκπαίδευση» ήταν η πρώτη απάντηση. «Με αυτήν ασχολούμαι ήδη». «Ε, εσύ έχεις εύρος, μπορείς να αξιοποιηθείς σε πολλούς τομείς, στην υγεία για παράδειγμα» Φίλη γιατρός που άκουγε από ανοιχτή ακρόαση το πανηγύρι με μούτζωσε πανηγυρικά. Εδώ που φτάσαμε, για το καλό του λαού, και μούντζα θα εισπράξουμε, σκέφτηκα και άρχισα να καλλιεργώ τα δημαγωγικά μου αντισώματα. «Άλλο;» ρώτησα. «Με τον τουρισμό» αντέτεινε. Εισέπραξα κράξιμο από την ξαδέρφη μου, όταν το ανακοίνωσα. «Εσύ δεν ξέρεις να καθίσεις ρεσεψιόν, θα οργανώσεις την τουριστική ανάπτυξη;» Άρχισα να πιστεύω ότι με αδικούν όλοι μου οι φίλοι. «Για να μη σου πω ότι θα διαπρέψεις ως γραφείο τύπου. Έχεις εξάλλου πλούσια δημοσιογραφική καριέρα στο ενεργητικό σου». «Άντε βάλε το κεφάλι σου κάτω από το λάστιχο» ούρλιαξε η κουμπάρα Αναστασία, που και αυτή εζήλευσε το πολιτικό μου μέλλον, ο ορίζοντας του οποίου διαγραφόταν μέγας!

«Όταν εκλεγείς (είχα ήδη εκλεγεί να μη σας τα πολυλογώ) θα έχεις την ευκαιρία να συνομιλείς με τον κόσμο, να του απευθύνεσαι». «Έχω κάνει έξι χρόνια σχεδόν ραδιόφωνο» του θύμισα. «Θυμάσαι μία ραδιοφωνική συζήτηση με δημόσιο πρόσωπο;» Θυμόμουν την Πρωτοχρονιά του 1998 με κάποιον που ήθελε να γίνει Δήμαρχος και δεν έγινε (ευτυχώς για κείνον) αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους από αυτούς που εκείνους εννοούσε. Απάντησα αρνητικά, γιατί έτσι κι αλλιώς μιλούσαμε διαφορετική γλώσσα. «Δε μου λες να σε ρωτήσω» (πώς μου ήρθε;) «Ποιο κόμμα εκπροσωπείς;» «Είμαστε πολυσυλλεκτική ομάδα» απάντησε. «Και σας στηρίζει ποιος;» Είπε. «Ναι αλλά εγώ πολιτικά καμία σχέση»! «Μα γιατί; Οι πολιτικές μας θέσεις είναι συγγενείς». «Σώπα!» Η Πρωτοχρονιά του 1998 ξαναζωντάνεψε. Ποτέ δεν εκοιμήθη. Τα ετερώνυμα έλκονται. Αν έλκονται, λέει; Ποσώς όμως στην πολιτική. Άρχισε να μου εξηγεί: Το προσφυγικό, τη Μακεδονία (τι δουλειά είχε αυτή στο Ανατολικό Αιγαίο ας ήξερα!), την οικονομική ζωή, την ανάπτυξη, τη λαϊκότητα (εκεί τα σπάσαμε εντελώς όμως)… «Έχει αλλάξει ο κόσμος, εσύ δεν το καταλαβαίνεις». Δε θα καταλάβω. Μακάρι να γίνουν όλες οι Πρωτοχρονιές ένα μεγάλο πυροτέχνημα!

«Άσε που μπορείς να καλλιεργήσεις τις φεμινιστικές σου ανησυχίες» θεώρησε ότι με ρούμπωσε. Του είπα ότι δεν έχω τέτοιες με την έννοια που δίνει στο σπορ. Τον ευχαρίστησα κοφτά και του εξήγησα ότι δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να ασχοληθώ ποτέ με την ενεργό πολιτική. Του είπα ότι είμαι άνθρωπος που απολαμβάνει την εσωστρέφειά του. Τον απογοήτευσα. Είχαμε να μιλήσουμε είκοσι χρόνια. Μια ζωή! Του ευχήθηκα κάθε επιτυχία! Άτιμη ποσόστωση που τυραννάς τους συνδυασμούς! Κλείνοντας το τηλέφωνο σκέφτηκα πόσα τέτοια τηλεφωνήματα διαμείβονται καθημερινά. Πόσες φιλοδοξίες γεννιούνται! Για να διαψευστούν οικτρά σε μερικούς μήνες! Πόσοι τσιμπάνε! Πόσοι ψωνίζονται! Χαμογέλασα. Με περίμεναν τρία πακέτα με γραπτά. Άρχισα να διορθώνω με μεγάλη όρεξη!

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Άλλα ξεκίνησα να γράφω σήμερα έλα όμως που τυχαία έπεσε στην αντίληψή μου ότι σήμερα γίνονται τα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής με τίτλο «Σταθμοί» του Χρόνη Μπότσογλου στην Γκαλερί Σκουφά (Σκουφά 4 στην Πλατεία Κολωνακίου). Έτσι η εικόνα του σημερινού κειμένου είναι μία φωτογραφία από ένα έργο του ζωγράφου. Και επειδή η δύναμη του τυχαίου γεννά τον συνειρμό, η εικόνα της ηλικιωμένης κυρίας έφερε στη μνήμη μου με συγκίνηση τη γιαγιά μου τη Δέσποινα να κοιτάζει λίγους μήνες μόλις πριν φύγει Μάρτιο του 1989 φωτογραφίες από ένα ηλιοβασίλεμα. «Αυτό είναι από την πατρίδα μου, έλα να δεις». Όταν πλησίασα είδα μόνον θάλασσα και ορίζοντα. Πουθενά στεριά. Απόρησα. Το περασμένο καλοκαίρι η κόρη του αδερφού της είχε αναζητήσει τις χαμένες πατρίδες, είχε επισκεφτεί το νησί στην Θάλασσα του Μαρμαρά και έστειλε στη θεία λάφυρο φωτογραφίες, τις οποίες η μάνα μου άφησε διακριτικά πάνω στο τραπέζι, για να μην την ταράξει.
«Η καταγωγή μου είναι από τα Προκόννησα, τα νησιά του Μαρμαρά. Τί να σου εξηγώ; Αδραμύτι, Προύσα, Πάνορμος, Αρτάκη. Η πατρίδα μου είναι το νησί, το Πασαλιμάνι, απέναντι από την Αρτάκη, σημερινό Ερντέκ. Το χωριό μας το λέγανε Βόρι». Γύρισα και κοίταξα τον φίλο της Καίτης, που καθισμένος ανάμεσα στη Γιώτα και στην Αναστασία, βράδυ στους Πειρατές, απέναντι από ένα δυνατό φεγγάρι που καθρεφτιζόταν στη θάλασσα έλεγε, χωρίς να το ξέρει την αρχή από όλες τις ιστορίες που με νανούριζαν τα μεσημέρια των παιδικών μου χρόνων. Ο Τζανέτος Σταυράκης, ορθοπεδικός χειρουργός από τον Μόλυβο, καταγόταν από έναν τόπο μακρινό που γεννούσε παραμύθια με πρωταγωνιστές τη γιαγιά μου και τα τέσσερα αδέρφια της, παιδιά συνομήλικά μου πάντα στη ζαβολιά, πριν η δύναμη του χρόνου ρίξει ανάμεσά μας ένα χάσμα ογδόντα περίπου χρόνων.
Ήταν μοιραίο να συμπαθήσω τον γλυκύτατο άνθρωπο, με το μοναδικό χάρισμα να αφηγείται εξαιρετικές ιστορίες, δίνοντας ταυτόχρονα συμβουλές για κότσια, οστεοπόρωση και άλλα τέτοια, με τα οποία οι περαστικοί από την παρέα των Πειρατών συνηθίζουν να φορτώνουν έναν γιατρό, όταν τον συναντούν στον δρόμο τους. Το επόμενο βράδυ της παρουσίασης του βιβλίου του Στρατή Φραντζέσκου Η δική μου Πέτρα, έμαθα ότι ο γιατρός δεν είχε αφήσει ανεκμετάλλευτο το ταλέντο του να διηγείται. Αντίθετα είχε εκδώσει μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Μεγαλώνοντας στον Μόλυβο, από το περασμένο καλοκαίρι. «Πάρε να διαβάσεις για το χωριό της γιαγιάς σου» είπε και μου χάρισε ένα αντίτυπο με τα δώδεκα σύντομα διηγήματα που ξεκοκάλισα το επόμενο κιόλας μεσημέρι στην Άναξο. «Ωραίο το μουγκρί» σχολίασα το ίδιο βράδυ στην παρέα των Πειρατών. «Ε, μεσημέρι και ξεκοκάλισμα από το ψάρι θα άρχιζες» άκουσα από την παρέα. Η αλήθεια είναι ότι είχαμε απολαύσει κάτι ωραιότατα συναγρίδια στον Μούτσο, είχαμε ρίξει και έναν γενναίο καυγά περί των πολιτικών για χώνεψη, που μάλλον ακύρωνε τη φιλαναγνωσία. Δεν ήταν αυτό. Το συγκεκριμένο διήγημα, το οποίο μάλιστα εκτυλίσσεται στον Μόλυβο της φαντασίας και της πραγματικότητας, είχε όλα τα συστατικά του καλού διηγήματος: είχε δεμένους χαρακτήρες, γρήγορη πλοκή, ισχυρούς συμβολισμούς του τέρατος που όλοι μεγαλώνουμε μέσα μας και τέλος τραγικό, με σκηνικό το λιμάνι και τη θάλασσα που μας μεγάλωσε.
Ενώ αγόρευα διέκρινα τη συστολή της περηφάνιας στο πρόσωπο του συγγραφέα, ο οποίος ως πρακτικός νους προσπάθησε να απομονώσει τη συνταγή της επιτυχίας. Η οποία δεν υπάρχει. Δηλαδή υπάρχει αλλά δεν περιγράφεται. Όπως οι ιστορίες των βιβλίων: οι ήρωες ζουν, προφυλαγμένοι πίσω από τυπογραφικά στοιχεία. Είναι τόσο αληθινοί και τόσο ουτοπικοί ταυτόχρονα. Ό, τι υπάρχει είναι μόνον η ζωή που απολαμβάνουμε καθημερινά και τα πρόσωπα, με τα οποία μοιραζόμαστε στιγμές και εμπειρίες. Είπα στον Τζανέτο ότι επιβάλλεται να παρουσιάσει το βιβλίο του. Σα να κατάλαβα ότι το προγραμματίζει το επόμενο καλοκαίρι.
Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά
Φιλόλογος

Σελίδα 1 από 7
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top