FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Από την αρχή του μήνα γυρίζουν στο μυαλό μου οι στίχοι του ποιητή. Η μισή καρδιά μου βρίσκεται εδώ πέρα. Για βιολογικούς και λειτουργικούς λόγους. Η άλλη μισή με έκανε να διαβάζω ό, τι έβρισκα δεκαπέντε μέρες τώρα στο διαδίκτυο για τους αγριόχοιρους, για τα δώδεκα παιδιά από την Ταϋλάνδη που παγιδεύτηκαν μαζί με τον προπονητή τους στο πλημμυρισμένο σπήλαιο. Νομίζω στη διαδικασία αυτή δεν ήμουν μόνη. Είχα αλληλέγγυο σχεδόν ολόκληρο τον πλανήτη. Το ένιωθα, δεν το ζούσα. Το πίστευα. Αυτό όμως δεν ήταν ποτέ αρκετό. Η μοίρα των ανθρώπων είναι άδηλη, συχνά άδικη και όσο και αν η ανθρωπότητα ολόκληρη είναι προσηλωμένη στο πρόβλημα, όσο και αν ελπίζει και προσεύχεται, δεν είναι απαραίτητο ότι το θαύμα θα συμβεί.

Τις τρεις τελευταίες μέρες ζούσα στους ρυθμούς της επιχείρησης διάσωσης. Το πρωί διάβαζα τα ανακοινωθέντα για την έναρξη της προσπάθειας, ενημερωνόμουν για την πιθανή ώρα ολοκλήρωσής της και οργάνωνα κάθε μου δραστηριότητα, γέμιζα το πρόγραμμά μου, ώστε να ροκανίζω τον χρόνο, χωρίς να σκέφτομαι, ώσπου επιτέλους να έρθει η στιγμή που θα πατήσω το μαγικό κουμπί της ενημέρωσης. Κάθε ημέρα που τέλειωνε με αίσια έκβαση στην όλη προσπάθεια, μεγάλωνε μέσα μου την αγωνία για την τύχη των υπόλοιπων. Από τη μία ήξερα ότι ο άνθρωπος μπορεί να κάνει το θαύμα. Από την άλλη φοβόμουν ότι τα θαύματα δεν επαναλαμβάνονται αφειδώλευτα, πολλές φορές συντρέχουν αστάθμητοι παράγοντες και συγκυρίες που τα ανατρέπουν. Και πια ξέρω ότι κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να εξηγήσει τον λόγο που συντελούνται τραγωδίες.

Το βράδυ της Τρίτης μια μεγάλη ανακούφιση με κυρίεψε. Μια σύντομη μπόρα από αυτές που συνόδεψαν την τριήμερη επιχείρηση διάσωσης, χωρίς να την εμποδίσουν πέρασε και από τα δικά μου μάτια. Ήταν ευλογημένο ξέσπασμα ανακούφισης. Από εκείνα που εύχεσαι να συνοδεύουν τη ζωή των ανθρώπων. Τα μικρά παιδιά, οι έφηβοι, είναι από μόνο του ένα θέαμα ισχυρά συγκινησιακό. Αν ρωτήσετε τους διαφημιστές, τους σχεδιαστές προεκλογικών εκστρατειών, τους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες και τους φωτογράφους θα σας το επιβεβαιώσουν πανηγυρικά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν ένα, ούτε δύο, που και τόσα θα αρκούσε, ήταν δώδεκα. Δώδεκα υγιείς έφηβοι, αθώα παγιδευμένοι σε ένα σκοτεινό σπήλαιο. Ένα ωραίο σενάριο για κινηματογραφική ταινία ή η υπόθεση από ένα παιδικό παραμύθι. Στο οποίο υπήρχε ο κίνδυνος, υπήρχαν ευτυχώς και τα πρόσωπα - σωτήρες, για να θυμηθώ τον Vladimir Propp και τη μορφολογία του παραμυθιού που σκάρωσε.

Ένιωσα περισσότερη εμπιστοσύνη στον Άνθρωπο από αυτή τη δοκιμασία. Πίστεψα στις δυνατότητές του, στην αλληλεγγύη του, στη θέληση, στην αυτογνωσία, αλλά και στην τεχνογνωσία του. Θαύμασα για άλλη μια φορά τη δύναμη της επιστήμης και του προγραμματισμού. Στάθηκα με σεβασμό μπροστά στην αυτοθυσία που ήταν και η μόνη που σημείωσε μία απώλεια στο ενεργητικό της. Πάντα έτσι γίνεται άλλωστε. Συνειδητοποίησα ότι η σημασία του ανθρωπισμού, της μεγάλης οικογένειας του ανθρώπου, της οικουμενικότητας δεν είναι κούφια λόγια, ούτε όμως και πολιτικάντικες ασυναρτησίες τάχα μου «διεθνιστών» και «υπερεθνικιστών» που διαλαλούν την ανοησία τους στο πλαίσιο της εκφοράς του δημόσιου λόγου, στα διάφορα δίκτυα επικοινωνίας ή την υποστηρίζουν ανερυθρίαστα δια ζώσης. Εύχομαι και ελπίζω όλοι αυτοί να πήραν ένα καλό μάθημα για την πραγματική σημασία της ανθρώπινης συμπαράστασης και της αλληλεγγύης, χωρίς Μ.Κ.Ο. της κακιάς ώρας, αλλά με τη συνδρομή της τεχνολογίας, της εμπειρίας, της ανιδιοτελούς προσφοράς και της συνεργασίας για την επίτευξη ενός πραγματικά ιερού σκοπού.

Ενισχύθηκε επίσης το θρησκευτικό μου συναίσθημα: Ένιωσα ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που συμπαραστέκεται, είτε ως φύση που δεν αντιτίθεται με τα κλιματικά τερτίπια της στην επιχείρηση διάσωσης, είτε ως κάτι που δοκιμάζει τον άνθρωπο, περιστασιακά έστω, για να του θυμίσει την αξία του αγαθού της ζωής και τη δύναμη της αγάπης.

 

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 05 Ιουλίου 2018 15:47

Η μελωδία της ευτυχίας

Τι μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο ρωτάω και αμέσως απαντώ:

  1. Η καλή ψυχική και σωματική του υγεία.
  2. Η ικανότητά του να θέτει στόχους και να τους κατακτά.
  3. Η δυνατότητα να μοιράζεται ευτυχισμένες στιγμές με ανθρώπους που αγαπά.
  4. Η ανάγκη να εξελίσσεται, να βελτιώνεται, να γίνεται καλύτερος.
  5. Η απόλαυση της φύσης και των μικρών καθημερινών στιγμών της ζωής.
  6. Η δύναμη να θέτει νέους στόχους και να ρίχνεται στο κυνήγι τους - πέτρα που κυλά δε χορταριάζει.
  7. Η ικανοποίηση να βλέπει τους κόπους του να ανταμείβονται.
  8. Η ποιοτική προσωπική ζωή.
  9. Τα ταξίδια.
  10. Η αγάπη.

Αυτά περίπου σημείωσα σε έναν πρόχειρο κατάλογο που ζητήθηκε να φτιάξω, στον οποίο να καταγράφω τα συστατικά της προσωπικής ευτυχίας, όπως εγώ την ορίζω. Εύστοχα; Άστοχα; Πάντως τα κριτήρια είναι εντελώς προσωπικά! Όταν τα γράφεις, αναρωτιέσαι ποιος είσαι εσύ να προτείνεις στους άλλους τι είναι το ιδανικό. Τότε θυμάσαι εκείνο το χωρίο από την Κόλαση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη, που κάνει λόγο για τα μαρτύρια όσων προσέφεραν κακές συμβουλές. Έλα όμως που ξημερώνουν κάτι μέρες, κάποτε, που γεύεσαι ταυτόχρονα τα περισσότερα από αυτά. Εκεί το νιώθεις, μέσα από μικρές μαγικές στιγμές ότι ίσως να έχεις και δίκιο. Και συνοψίζοντας, καταλήγεις πως η ευτυχία, αν τελικά υπάρχει, είναι ότι κάνει τον κάθε άνθρωπο να την αισθάνεται. Η ηδονή της είναι σαν την ουσιαστική γνώση. Εντυπώνεται στα κύτταρα και δε λησμονιέται ποτέ. Έχει το άρωμά της, τα αναγνωριστικά της σημεία, τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και τον αντίκτυπό της στον ψυχισμό, στην εξωτερική εμφάνιση, στη συμπεριφορά και στη διάθεση όποιου τη γεύεται.

Ένα μειονέκτημα της ευτυχίας είναι ότι διαρκεί λίγο. Μπορεί το ευεργετικό αποτέλεσμα μιας ευτυχισμένης συγκυρίας να έχει μακροχρόνιο αντίκτυπο στη ζωή μας, η ηδονή κάθε ευτυχισμένης στιγμής ωστόσο είναι μοιραίο να διαρκεί λίγο. Μάλλον είμαστε πολύ πλεονέκτες οι άνθρωποι. Ίσως πάλι να ορίζουμε ως ευτυχία τη στιγμή της απόλυτης πληρότητας που μας προκαλεί ένα γεγονός ή μια σειρά από γεγονότα και να δεχόμαστε ότι τα διαδέχεται ως την αναπόδραστη και αναπόφευκτη συνέπειά τους. Και ως γνωστόν ποτέ το αναμενόμενο δεν πλησίαζε την απόλαυση που γεννά το αδοκίμαστο και το από αλλού φερμένο που γράφει και ο ποιητής μας.

Σε στιγμές ευτυχίας στιγμιαία συλλαμβάνεις και το αποτύπωμα που άφησαν πάνω σου άνθρωποι που σε διαμόρφωσαν με τον τρόπο τους. Και ας απουσιάζουν πια από τη ζωή σου. Άνθρωποι αγαπημένοι. Ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι έχεις υιοθετήσει όχι μόνον τις ιδέες και την αφοσίωσή τους σε ένα ιδανικό αλλά ακόμη και εκείνες τις καθημερινές τους διαδρομές μέσα στον χώρο που κινούνται: λες και ένας αόρατος μίτος ξετυλίγεται εμπρός σου και εσύ τον ακολουθείς, πιστεύοντας ή ελπίζοντας ότι θα τους αντικρίσεις στο τέλος της διαδρομής. Η αλήθεια είναι ότι βαδίζοντας πάνω σε αγαπημένα χνάρια βγαίνεις στο φως και τότε τον βλέπεις: τον εαυτό σου αλλιώς! Απότοκο του δικού του μόχθου, ναι, αλλά και μιας άλλης έμπνευσης που ο ίδιος την αναγνώρισε ως ανώτερη και την όρισε οδηγό του. Κάπως έτσι βγαίνει ο άνθρωπος από τον λαβύρινθο στη ζωή, κάπως έτσι λύνει τους γρίφους του. Για να τους τοποθετήσει ευλαβικά αμέσως μετά πάνω στις πευκοβελόνες και να αναζητήσει νέους. Ειδικά αν γεννήθηκε περίεργος και επιζητεί πάντα να θέτει ερωτήματα και να παίρνει απαντήσεις.

Η ευτυχία είναι σίγουρα ζητούμενο, παραμένει όμως και ένα εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσιμο μέγεθος: ανεβάζει τον πήχη των απαιτήσεων, θέτει περιορισμούς, κάνει τον άνθρωπο επικίνδυνα εκλεκτικό, τελικά ίσως και να τον απομακρύνει από τον απλό ρυθμό του σύμπαντος που αυθόρμητα, εύκολα ορίζει τα πράγματα και ενώνει τους ανθρώπους. Ίσως γιατί σε φέρνει αντιμέτωπο με την προσωπική σου αλήθεια που δεν είναι σοφό να την κοιτάζεις κατάματα.

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018 13:41

Ένα αλλιώτικο καλοκαίρι

Είναι ωραίο πράγμα να μη σε επιτηρεί κανείς και ας βρέχει. Ας μπουμπουνίζει. Ας πέφτουν βροντές και αστραπές. Ας ρίχνει χαλάζι. Ας κρύβεται ο ήλιος. Σιγά, καλέ! Τί καταλάβαμε με τόσα καλοκαίρια; Ντάλα καλοκαίρι και μας ήρθαν ουρανοκατέβατα τα capital controls. Στεκόμασταν με το ομπρελίνο μας στην ουρά για τα εξήντα ευρώ ημερησίως, όσοι τα είχαμε τέλος πάντων και περιμέναμε υπομονετικά, ανανεώνοντας την αντηλιακή μας, εισπνέοντας τον ιδρώτα των μπροστινών και προσπαθούσαμε διακριτικά να αποφύγουμε το καμάκι των κυρίων της ουράς, οι οποίοι πάντοτε, πάντοτε όμως δεν ήταν του γούστου μας! Ναι τότε είχε ήλιο, αλλά σας ερωτώ: Μήπως είναι καλύτερα τώρα;

Ενώ τώρα; Ξυπνάω το πρωί, ανοίγω το παράθυρο, ανοίγουν και οι ουρανοί και παριστάνω το σαλιγκάρι: περιμένω να κοπάσει η μπόρα και η τρικυμία και να σκάσω μύτη. Από τράπεζα πλέον δεν περνώ. Το καλοκαίρι του 2015 στάθηκε καθοριστικό, για να εξοικειωθώ με τις τραπεζικές ψηφιακές υπηρεσίες. Πλέον για οτιδήποτε χρειάζομαι τηλεφωνώ. Τι ωραία που τα περνάμε! Αρκεί να έχει λεφτά ο λογαριασμός. Πόσα θα πληρώσετε; Πού θα τα πληρώσετε; Σε τι άλλο να σας φανώ χρήσιμος; Ό, τι θέλω λέω, ό, τι μου καπνίσει ζητάω σε ωραίες φωνές ανδροπρεπείς, μελιστάλαχτες, ραδιοφωνικότατες, μέχρι που κακομαθαίνω και σκέφτομαι τι ωραία που θα ήταν να είναι έτσι και στη ζωή.

Δεν είναι όμως. Μόλις ανοίξω την μπαλκονόπορτα βρέχει. Τα ρούχα μου μουχλιάζουν στον κάδο του πλυντηρίου. Τα πέδιλά μου παίρνουν νερά. Δεν το αντέχω όλο αυτό. Βγαίνω όμως. Για να μη μουχλιάσω εγώ. Και επειδή η επιτήρηση έχει τελειώσει. Ήδη μας αναβάθμισαν μία ολόκληρη μονάδα. Αυτό θα πει ότι θα ξαναπάω στο Galaxy του Hilton χωρίς να φοβάμαι ότι θα ξεπροβάλει από καμιά γωνιά ο Τόμσεν, αρρενωπός και κυνικός αθεράπευτα, να θέλω να κάνω έγκλημα αντί να διασκεδάσω. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν θα μάθω ποτέ αν ο Τσακαλώτος συνάντησε ή όχι τη Σκάρλετ Γιόχανσον σε κρυφό ραντεβού, αν ανανέωσε το σακίδιό του, αν η ξινή Ρουμάνα της ομάδας χώρεσε σε ένα νούμερο μεγαλύτερο ταγιέρ, αν αύξησε το πουρμπουάρ στα γκαρσόνια της Πειραϊκής, αλλά όλα αυτά λίγο, ειλικρινά πολύ λίγο με ενδιαφέρουν.

Μου αρέσει να παίζω με τον ήλιο κρυφτό. Να στοιχηματίζω πόσο γρήγορα θα τον συναντήσω την επόμενη μέρα. Νομίζω ότι δε σας γράφω όλη την αλήθεια. Το λατρεύω το καλοκαίρι. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή το έχω απίστευτη ανάγκη. Το φως, τον ελληνικό ήλιο, τη θάλασσα, την ψυχική γαλήνη, τη σιωπή της μεσημεριανής ξεκούρασης. Με κούρασαν τα μπουμπουνητά αφάνταστα. Όπως με κούρασε και η επιτήρηση. Δεν την άντεχα ως λέξη από παιδί. Ούτε καν τη διακριτική. Δε θέλω άλλο να μου λένε τι να κάνω, πώς να κάνω, τι να μην κάνω. Δεν αντέχω να με περιορίζουν. Δεν μπορώ άλλο να ξέρω ότι και στο μέλλον θα έχω περιορισμούς. Τα επτά χρόνια που ζούμε αυτήν την κατάσταση περάσανε και με το παραπάνω. Η ζωή μας σκοτείνιασε σαν τον φετινό Ιούνιο που μεταμφιέστηκε σε Νοέμβρη. Δεν ξέρω αν λέει αλήθεια η κυβέρνηση πολύ θα το ήθελα όμως. Βρέθηκα πολύ νωρίς στη ζωή μου να νοσταλγώ τις κοσμικές σελίδες του Down Town προ εικοσαετίας και το καλοκαίρι ήταν πάντα η εποχή των κοσμικών. Ελπίζω ότι η αναπάντεχη κακοκαιρία δεν είναι ένα μεταφυσικό σχόλιο της φύσης για τη σύγχρονη εθνική μας ιστορία, να μην πω για το μέλλον μας.

Κάθε τέτοια εποχή, ενώ τα σχολεία ετοιμάζονται να κλείσουν, στο νου μου γυρίζουν οι σκιές που μεγαλώνουν και μικραίνουν στον τοίχο του πατρικού μου, ανάλογα με την ώρα της ημέρας που τις φωτίζει. Όταν σκοτεινιάζει, κρύβονται. Όταν χειμωνιάσει χάνονται. Υπάρχουν όμως. Αρκεί λίγο φως, για να ζωντανέψουν.

                 

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018 17:34

Το ανθρωπάκι

Είναι μάλλον ωραίο να είσαι, αλλά είναι εξίσου περίεργο πότε αυτό το συνειδητοποιείς: Πρόσφατα κατάλαβα κάτι τέτοιες στιγμές, όταν γράφεται ιστορία. Απόγευμα Κυριακής, γυρίζω ψόφια από το βαθμολογικό, μπαίνω στο σπίτι, κουβαλώντας ακόμη χοντρές στάλες από το ξαφνικό μπουρίνι. Το κεφάλι μου βουίζει και τα μάτια μου πονούν. Πέφτω ξεθεωμένη στον καναπέ, πατώντας το τηλεκοντρόλ, σε μια ζυγισμένη κίνηση αυθόρμητης απόγνωσης, που θα ζήλευε ο κάθε σκηνοθέτης, την ίδια στιγμή που οι κεραυνοί αποθεώνουν το εγχείρημα. Προσπαθώ να υπολογίσω πόσα ρούχα κρέμονται στο σκοινί, όταν η εικόνα δείχνει τους Ψαράδες στις Πρέσπες, την κόκκινη γραβάτα και τους διαδηλωτές. «Είμαι ανθρωπάκι» σιγοψιθυρίζω, «ευτυχώς» συμπληρώνω, ορμώ στην κρεβατοκάμαρα να σώσω τη μπουγάδα μου, χωρίς επιτυχία.

Αργά το ίδιο βράδυ, συζητώντας τις εξελίξεις στο τηλέφωνο, αρχίζω να θυμώνω, διαβάζοντας ανοησίες στον ηλεκτρονικό τύπο: ο Αλέξανδρος λέει είναι ιμπεριαλιστής, λέει και σιγά τον πολιτισμό που έφερε στην Ασία, ξαναλέει, άρα σιγά και εμείς που τον έχουμε κορώνα στο κεφάλι μας. Τι ωραία που θα ήταν να συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι είμαστε μέλη μιας παγκόσμιας αδελφότητας, άρα τι χρεία έχομεν συνόρων και εθνικών διακρίσεων! Αρθρογράφος υποστηρίζει ότι το έθνος είναι λέει μια κατασκευή, που στήνεται μέσα από το σχολείο, κατά βάση, οπότε γιατί εμείς πρέπει να συνεχίζουμε την ελληνική προπαγάνδα… «Έλα, ρε» βρυχάται το ανθρωπάκι, πετώντας τους αφρούς της μπύρας στην οθόνη του υπολογιστή, ξυπνώντας το λιοντάρι που κοιμάται νομοταγώς μέσα μου. «Καλά που είστε και σεις, ρε παιδιά» συνεχίζω άκομψα και χαμηλώνω την ιαχή, για να δυναμώσει μέσα μου η μελωδία από το αγαπημένο μου τραγούδι, που κάπου λέει: «γιατί γράμματα δεν ξέρω»…

Με κάτι τέτοια ευχαριστώ τον Θεό, γιατί έμεινα αμόρφωτη. Κούτσουρο απελέκητο. Έμαθα μόνον να ταιριάζω ερμηνείες με συγκυρίες. Ναι ο Αλέξανδρος ήταν κατακτητής και τι σημαίνει αυτό; Αυτοί που τον διεκδικούν θέλουν να κάνουν δικό τους τον πάλαι ποτέ στρατηλάτη που έφτασε ως τις Ινδίες και έγινε θρύλος ή να οριοθετήσουν, μέσω ενός διάσημου αρχαίου προσώπου, το δικό τους εθνικό αφήγημα; Να μη συζητήσω εδώ ότι ο Αλέξανδρος υπήρξε μαιτρ του πολιτισμικού συγκρητισμού, πόρρω απέχων από τους ευρωπαίους θαλασσοπόρους, που έδρασαν μετά την Αναγέννηση, κατακρίθηκε μάλιστα σφοδρά για τις επιλογές του. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο, όταν διδάσκεσαι θεωρία της ιστορίας, μαθαίνεις ότι στο σχολείο ο δάσκαλος συχνά ξεχνά τον επιστήμονα, για να υπηρετήσει την εθνική ιστορία. Όχι ο Έλληνας δάσκαλος. Κάθε δάσκαλος. Η εθνική ταυτότητα κατασκευάζεται πρωτίστως στο σχολείο. Τι δεν καταλαβαίνετε; Σαν εκείνον που συνειδητοποιεί ότι η γη γυρίζει και αρχίζει να ζαλίζεται, έτσι και ορισμένοι φιλοπρόοδοι αρθρογράφοι αποφασίζουν να τραβήξουν το αυτί σε όποιον αγνοεί τη διεθνή ιστορία της ανθρωπότητας. Την οποία, οι ίδιοι, ως αυτόκλητοι τιμητές της ιστορικής μνήμης του Ανθρώπου την εξετάζουν, όταν συζητάμε για συμφωνίες στα Βαλκάνια, όπου ο εθνικισμός, σε όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 αιματοκύλησε τόσες περιοχές. Ό, τι του λαλεί!

Προσπαθώ να καθαρίσω τον νεροχύτη μου, να ετοιμάσω το σπίτι, ώστε να υποδεχτεί αξιοπρεπώς την καινούρια εβδομάδα, στη διάρκεια της οποίας, άλλοι θα λαμβάνουν ιστορικές αποφάσεις, άλλοι θα τις επικροτούν, κάποιοι θα τις αντιστρατεύονται με δημόσιες εκδηλώσεις, κάποιοι θα τις υποστηρίζουν με τα γραπτά τους και ο λαός θα τις επωμίζεται, ελπίζοντας την υγειά του, προσδοκώντας το καλοκαίρι, την έξοδο από την κρίση, περιμένοντας στη στάση καλύτερες μέρες, καθοδόν προς τις καθημερινές του ανελαστικές υποχρεώσεις. Αγαπώντας την πατρίδα του. Απορώντας αν παύεις να αγαπάς τον Άνθρωπο, όταν αγαπάς την πατρίδα σου. Η απάντηση είναι «όχι απαραίτητα». Λυπάμαι αν αυτό δε μάς βολεύει όλους. Την περασμένη Κυριακή δεν ήταν ο ΤΣΕ στις Πρέσπες, ούτε ο Κάστρο. Ο αντίπαλός τους βρέθηκε μονάχα, φορώντας κόκκινη γραβάτα. Η οποία, παρά το χρώμα, ελπίζω δεν ταιριάζει στην Αριστερά.

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018 14:49

Η απογοήτευση

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμες οι εμπειρίες στη ζωή. Ειδικά σε ανταγωνιστικά περιβάλλοντα. Τα οποία πάντα προσφέρουν στον άνθρωπο την ευκαιρία να δοκιμάσει τον εαυτό του και να τον ξεπεράσει. Να υπερβεί τα όριά του και να βελτιωθεί, κερδίζοντας παράλληλα την αυτοεκτίμηση και την αυτοανάπτυξή του. Δεν αναφέρομαι απλώς σε δεδομένα εργασιακά περιβάλλοντα, όπου οι συνθήκες είναι δεδομένες και σταθερές. Μιλώ γενικά για το πλαίσιο, μέσα στο οποίο καθένας μας κινείται, ειδικά αν του αρέσει να δοκιμάζει και να δοκιμάζεται σε ποικίλα πεδία. Εντός και εκτός χώρου εργασίας.

Η τελευταία δεκαετία που διανύουμε επένδυσε στη συνεργατικότητα, όχι μόνον ως όραμα αλλά και ως τεχνολογία προσωπικής εξέλιξης και κοινωνικοποίησης. Στο σχολείο, στην εργασία, στις σπουδές, στην καθημερινή ζωή, ο άνθρωπος βομβαρδίζεται από πολιτικές και πρακτικές δράσης συνεργατικής, η εκπόνηση της οποίας δεν τον κοινωνικοποιεί απλώς, αλλά τον επιβραβεύει και μέσω της συμμετοχής του σ’ αυτήν καθ’ αυτή τη δράση. Οι φιλόδοξοι, οι εξωστρεφείς, τα πνεύματα τα ρηξικέλευθα, καθένας τους για διαφορετικό λόγο, ρίχτηκαν με τα μούτρα στη συνεργασία: με πρόσωπα, με φορείς, με ομάδες, με κοινότητες. Ελπίζοντας. Οραματιζόμενοι. Από φιλοδοξία. Από περιέργεια. Για τη γοητεία του πράγματος. Γιατί πάντα αυτό συνέβαινε, απλώς κανένας δεν το βάφτιζε κάπως, δεν το επιβράβευε, ούτε το οριοθετούσε σε θεωρητικά πλαίσια. Και ασφαλώς οι πιο πολλοί έσπευσαν να συνεργαστούν με όσους γνώριζαν καλά. Με εκείνους που εκτιμούσαν. Με πρόσωπα και θεσμούς που εμπιστεύονταν. Χωρίς να τους γνωρίζουν σε βάθος. Χωρίς περιθώρια να τους κρίνουν εκ των έσω. Επειδή ήξεραν το βιογραφικό και όχι τον χαρακτήρα τους. Επειδή πίστεψαν σε λόγια, χωρίς να έχουν προηγούμενη καλή εμπειρία. Είπαν «θα πάω». Αλλά δυστυχώς τους βγήκε σε κακό!

Επιχειρώντας με μια αρκετά ευρεία παρέα πραγματικών φίλων τις τελευταίες ημέρες, έναν σε βάθος απολογισμό των πεπραγμένων μας τα τελευταία χρόνια, πληροφορούμαι απίστευτες ιστορίες λογοκλοπής, κατάχρησης πνευματικής εργασίας, καταδολίευσης, απάτης, υπονόμευσης, αθέμιτου ανταγωνισμού, αχρειότητας, κακοπιστίας, εξευτελισμού σε τελική φάση, εκεί που οι εμπνευστές των συνεργατικών μοντέλων εργασίας έβλεπαν ποιότητα, επικοινωνία, ενότητα, δεσμούς, σύναψη σχέσεων, καλλιέργεια και διάχυση αξιών και γνώσεων, υψηλό επίπεδο επαφής, καλή γειτονία, δικτύωση, διάχυση πρακτικών και πάρα πολύ όμορφες άλλες τέτοιες έννοιες, που παρασάγγας απέχουν από την πεζή πραγματικότητα.

Γιατί πολύ απλά ο νόμος της ζωής, καλοί μου φίλοι, λέει ότι δεν υπάρχει μυστικό που να σου αποκαλύπτει ποιος θα σε εκμεταλλευτεί και ποιος όχι, ποιος θα σε εξαπατήσει και ποιος θα είναι τίμιος και ειλικρινής απέναντί σου. Παρά την αξία που η κοινωνία προσδίδει στη γνώση και στις ιδιότητες, με τις οποίες αυτή αναβαθμίζει τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου, η αλήθεια είναι ότι δεν είναι λίγοι οι πολύ μορφωμένοι άνθρωποι, οι οποίοι συμπεριφέρονται ελεεινά, κατώτερα του αναμενόμενου ήθους και των αξιών από τις οποίες ήταν αναμενόμενο να εμπνέονται, όταν νιώθουν ότι κάτι τους εξυπηρετεί και τους βολεύει. Όταν κάτι τους αρέσει. Όταν επιθυμούν. Όταν ζηλεύουν. Όταν νιώθουν ανταγωνιστικά και φευ μειονεκτικά. Όταν αναγνωρίζουν κάποιον ως ίσο ή και ανώτερό τους.

Φίλη παραδέχτηκε με πικρία ότι συνειδητοποιεί την προσωπική της εξέλιξη όχι μόνον από τις διακρίσεις που εισπράττει στην εργασία της αλλά ισότιμα και από τα καρφιά και τη μικροπρέπεια που τακτικά λαμβάνει από το στενό συνεργατικό της περιβάλλον: Απληστία, θράσος, ασωτία, πονηριά, διπροσωπία και κακή συμπεριφορά. Ευθεία ή πλάγια. Υπονόμευση. «Κάθε φορά που χάνω έναν φίλο ή έναν καλό συνεργάτη, συνειδητοποιώ ότι έχω προχωρήσει στην καριέρα μου». Υπερβολικό; Είπαμε κινείται σε εξαιρετικά ανταγωνιστικό κύκλο. Αν είναι καλή στη δουλειά της; Εξαιρετική. Το περίεργο είναι ότι εξίσου καλοί είναι και εκείνοι που την υπονομεύουν. Ίσως επειδή από εμπειρία γνωρίζουν ότι είναι σκόπιμο να κερδίσεις από τον άλλον και να τον υποσκάψεις πριν αναγκαστείς και δημόσια να παραδεχτείς ότι τον θαυμάζεις. Σημεία των καιρών. Βοήθειά μας!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

 

 

Πέμπτη, 07 Ιουνίου 2018 16:00

Οι βασιλικές σύζυγοι

Αφορμή ο βασιλικός γάμος! Και τι γάμος! Παραμυθένιος! Με την άμαξα, τα άλογα, το ακριβό νυφικό, την ηλιόλουστη μέρα, τον ωραίο Χάρρυ, το ακριβό αυτοκίνητο και την τυχερή αμερικάνα, μια ακόμη ηθοποιό πέρα από τον Ατλαντικό που βάζει υποψηφιότητα για ευρωπαία βασίλισσα. Μαζί με πέντε φίλες μου, καθισμένες στον ωραίο μου καναπέ, περνούσαμε από τα τσιτάτα του Κάστρο στην κόμμωση της Μέγκαν και στο περιεχόμενο των φρέσκων σούσι που μάς περίμεναν λαχταριστά στον δίσκο του καθιστικού. Είναι σπουδαίο πράγμα να γίνεσαι βασιλική σύζυγος! Γίνεσαι κάτι πολύ σοβαρό από το τίποτα. Από το πουθενά. Λύνεις όλα σου τα προβλήματα. Το μόνο σου πρόβλημα είναι ότι δεν έχεις προβλήματα. Αποκτάς εξουσία, τουπέ, ύφος, πόζα, είσαι πλέον αναγνωρίσιμη. Χωρίς απαραίτητα να έχεις κάνει κάτι το ιδιαίτερο. Το σημαντικό. Χωρίς απαραίτητα ουσία και περιεχόμενο. Γίνεσαι βασιλική σύζυγος, χωρίς απαραίτητα να σου αναλογεί.

Λοιπόν η σκέψη μου γύρισε σε κάτι…  Σε κάποιους και κάποιες ! Σε κόσμο και λαό! «Ε, ρε πόσες και πόσοι βασιλικοί σύζυγοι βλέπω να κυκλοφορούν ανάμεσά μας», είπα και τσίμπησα ένα ξεγυρισμένο κομμάτι με λαχανικά. «Τι θες να πεις;» με κοίταξε μια φίλη μου με αινιγματικό χαμόγελο. Τι να της έλεγα… Στον νου μου ήρθαν όλα εκείνα τα ψώνια, όλα εκείνα τα καλόπαιδα που βρέθηκαν κοντά σε αξιόλογους ανθρώπους και ξαφνικά πίστεψαν ότι κάτι γίνανε. Και το χειρότερο είναι ότι θέλουν να μας κάνουν να το πιστέψουμε και εμείς. Τη βλέπεις. Ποζάτη, θρασύτατη, γλωσσού, κουτσομπόλα, τραγική: ανυπόφορη! Ατυχώς ήταν η αδυναμία ενός εξαιρετικά αξιόλογου ανθρώπου: nobody is perfect! Τον καβάλησε, τον ηγάπησε υποτίθεται και έγινε κυρία του κυρίου. Βασιλική! Βασιλικότερη του βασιλέως! Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Κουμανταδόρισα επί παντός του επιστητού. Ξερόλα. Πανταχού παρούσα. Γλώσσα ανεξέλεγκτη. Τη γνώμη σε όλα, για όλα. Δικαστής! Ούτε απέξω δεν πέρασε… τι να πεις όμως… Να πεις ότι οι βασιλικές σύζυγοι συνήθως έχουν τη γλώσσα του χρυσόψαρου… Πλην όσων κάθονται στην κορώνα του βασιλιά. Και αποφασίζουν να μας κυβερνήσουν. Γιατί μπορούν. Εδώ που τα λέμε, είναι να μην το φαντάζονται; Εδώ καβάλησαν τον ίδιο τον βασιλιά! Σε μας τους κοινούς θνητούς θα κωλώσουν;

Όταν τα διηγούμαι οι φίλες μου γελούν. Είναι τεράστιο το ζήτημα αν με την επιλογή συντρόφου και μόνον δικαιώνουμε την ύπαρξή μας. Δεν απαντάται. Δεν είναι δεδομένο τι δικαιώνει τους ανθρώπους και τον ρόλο τους στη ζωή! Αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό από το να προσπαθείς να μετατρέψεις την αυτοεπιβεβαίωσή σου σε διάθεση επιβολής στους άλλους, τους οποίους επιδιώκεις με κάθε τρόπο να τους χειραγωγείς. Να τους λες τι να κάνουν. Πότε. Γιατί να το κάνουν. Να ζητάς να σου δίνουν αναφορά. Να το απαιτείς. Στο όνομα του βασιλέως. Και οι άλλοι να είναι σοβαρότεροι από εσένα. Μακράν. Αλλά να μην το εννοείς. Γιατί ποτέ στη ζωή αυτή κανένας σοβαρός δεν έμπλεξε με τη βασιλεία. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος στη ζωή αυτή έκανε το λάθος και έγινε δημοκράτης. Και την πάτησε. Γιατί και η δημοκρατία και η βασιλεία, η ζωή γενικότερα, δεν είναι για τους σοβαρούς, ούτε για τους έντιμους. Για τους καπάτσους είναι. Θα το κλείσω το κομμωτήριο!

«Τι να πω και εγώ που έκανα τον καλό μου βασιλικό σύζυγο;» με βγάζει από τη νιρβάνα των διαλογισμών μου μια φίλη που χτυπά το σούσι με τον σολομό. Οι βασιλείς τρέφονται και βασιλικά. «Γιατί;» ρωτάμε. «Γιατί η ζωή είναι δύσκολη και εγώ κάποτε υπήρξα πολύ ερωτευμένη» «Και τώρα που σου πέρασε ο νταλκάς ο πολύς, γιατί δεν τον εκθρονίζεις;» ερωτά η ομήγυρη. «Γιατί δε θέλω να μείνω μόνη μου, γιατί δεν αντέχω να ξεκινήσω πάλι από την αρχή» απαντά με την απίστευτη ειλικρίνεια που τη διακρίνει. Η ζωή δεν ήταν ποτέ ούτε για τους ειλικρινείς.

Νεότερη τους αντιμετώπιζα με αποστροφή, με βδελυγμία, που πήγαζε από την αθωότητα, τον ιδεαλισμό της ηλικίας. Όταν αποφασίζεις να σταδιοδρομήσεις στην Ελλάδα, εξοικειώνεσαι με αυτούς, μαθαίνεις άρα να περιγελάς την «ηθική», (Ποια ηθική; Λέμε τώρα!) και τα καμώματά τους.

Για τα απανταχού ζιζάνια ο λόγος που κάθε κόμμα ατυχές καλλιεργεί και κατά συνέπεια πιστώνεται την αλητεία, τη βλακεία, το θράσος και ασφαλώς την κατάχρηση εξουσίας που προσπαθούν θρασύδειλα να ασκούν σε όποιον νομίζουν ότι θα τους φοβηθεί και θα ενδώσει στις επιθυμίες τους. Αυτό που έχω μάθει όλα αυτά τα χρόνια που δημοσιογραφώ και που σταδιοδρομώ στον δημόσιο τομέα είναι ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία όσο πιο υπολογίσιμοι πραγματικά κομματικοί παράγοντες είναι κάποιοι, με τόσο μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, ευγένεια και διακριτικότητα πορεύονται μέσα στην κοινωνία. Για να μην εκτεθούν και να μην εκθέσουν τον πολιτικό φορέα που ανήκουν. Και αν βοηθούν ή βοηθούνται, το κάνουν διακριτικά. Έχω γνωρίσει δημόσια πρόσωπα και γρανάζια σε κομματικούς μηχανισμούς που σέβομαι. Είναι αυτή τους η κοσμιότητα και ζήτημα προσωπικής αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού ασφαλώς. Την οποία ωστόσο κάποια υποκείμενα έχουν από γεννήσεως σε διατίμηση!

Εδώ που τα λέμε δεν υπάρχει σκληρότερο πράγμα από τον παρασιτικό βίο. Να είσαι κισσός. Να έχεις γίνει αυτό που έγινες, γιατί τηλεφώνησαν ημέτεροι σε διευθυντές, σε προέδρους, επειδή εκδόθηκαν τροπολογίες εικονικές προκηρύξεις, που μόνον τη φωτογραφία σου δεν είχαν, γιατί τσίμπησαν κάποιοι δυστυχείς στο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;» Το πρόβλημα, καρδιά μου, δεν είναι ότι και εσύ ξέρεις ποιος είσαι. Ότι κουβαλάς το κόμπλεξ της επίδειξης και της προσπάθειας να ασκήσεις ψυχολογική βία σε όσους ξέρεις ότι έχουν προσωπική αξία, που την απέκτησαν με τον μοναδικό τρόπο, που αυτή αποκτάται: με την προσωπική θυσία και τον κόπο. Άντε τώρα εσύ, ο «οικείος και παρατρεχάμενος» να συμβιβαστείς με κάποιον, που δε σε θαυμάζει για την Οδύσσεια που σου εξασφάλισαν οι κομματικοί ασκοί, σε οικτίρει και σε αποφεύγει, που σε περιγελά, ούτε σου ζητά βοήθεια και ας τον αδίκησε το σύστημα και οι κομματικοί σου εταίροι. Αυτός σε κοιτά κατάματα, σε προσπερνά και συνεχίζει να ζει. Αξιοπρεπώς! Χωρίς να χάσκει στις αφηγήσεις σου, δίχως να υποκύπτει στις απαιτήσεις σου, τις πάσης φύσεως. Άνθρωπος είσαι και συ! Πώς να το αντέξεις; Είναι να μη θες να τον τσακίσεις;

Το λυπάμαι κάθε φορά που συναντώ ένα τέτοιο απόβρασμα: δεν το σέβομαι. Ούτε όμως το φοβάμαι. Σας συμβουλεύω να κάνετε το ίδιο. Κάθε φορά που σηκώνει ανάστημα και σας φοβερίζει ότι «θα τηλεφωνήσει στα κεντρικά» ρωτήστε το αν θα λάβει δημόσια στήριξη, σε περίπτωση που καταθέσετε μία καταγγελία για απειλή στον εισαγγελέα ή στην επιθεώρηση δημόσιας διοίκησης. Αν θα τον στηρίξουν σε περίπτωση που δημοσιεύσετε ένα άρθρο με το πρόβλημα που αντιμετωπίζετε στον Τύπο. Και να μη δημοσιογραφείτε, ευήκοα ώτα σε πράξεις τέτοιες εκφοβισμού στήνουν όλα τα μέσα ενημέρωσης, ειδικά τα αντιπολιτευόμενα στην παράταξη που ανήκει το νούμερο που απείλησε. Η προσωπική μου εμπειρία λέει ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι των πολιτικών παρατάξεων απολογούνται και διαχωρίζουν τη θέση τους, όταν τους ενημερώνεις για τέτοια φαινόμενα. Τέτοια πλάσματα δε βρίσκουν στήριξη, στην προσπάθειά τους να εκμεταλλευτούν την κομματική τους ταυτότητα. Συχνά δε οι επίσημοι κομματικοί φορείς στους οποίους καταγγέλλεις τα συμβάντα, σου προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τον πρότερο «έντιμο» βίο τέτοιων ανθρώπων. Ξέρουν. Αλλά δεν κάνουν τίποτα.

Περισσότερο λυπάμαι τη χώρα μου. Είναι ένας πολύ όμορφος τόπος, με ωραίο κλίμα, με οργιώδη φύση, την οποία καταπνίγουν ανέκαθεν γραφικοί και ελεεινοί παραγοντίσκοι που θεωρούν ότι θα παραμένουν ατιμώρητοι, κάθε φορά που τραυματίζουν την εμπιστοσύνη του πολίτη στην υγιή πολιτική ζωή, που όμως απέτυχε να τσακίσει φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας και να προστατέψει τον μέσο πολίτη από τα εξαμβλώματα του παραγοντισμού.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018 16:31

Στέλλα Βιολάντη

Μάθημα Θεατρολογίας στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης σε μια χαρισματική πρώτη Λυκείου. Επί σκηνής και αργότερα επί τάπητος η «Στέλλα Βιολάντη» και το πρόβλημα της σχέσης των δύο φύλων, όπως καταγράφεται στα σχολικά εγχειρίδια. Ήταν ή όχι μια επαναστάτρια του καιρού της; Σήκωσε ή όχι ανάστημα στον σκληρόκαρδο πατέρα Παναγή; Πώς εκδήλωσε την αντίδρασή της; Τι διεκδικούσε; Είχε δίκιο; Τι προσδοκούμε σήμερα, όταν συζητούμε τις σχέσεις των δύο φύλων;

Η πρώτη εντύπωση είναι πάντα η πιο επιδερμική: Ήταν μια πλούσια αστή που ερωτεύτηκε έναν ξεπεσμένο αριστοκράτη που ο νεόπλουτος πατέρας της δε δεχόταν για γαμπρό. Φυλάκισε την κόρη του, γιατί αντέδρασε στην οργή του με αποτέλεσμα αυτή να ξεψυχήσει από τις κακουχίες. Ήταν λοιπόν η ηρωίδα μας μια επαναστάτρια της εποχής, η οποία πλήρωσε με τη ζωή της την αγωνία της να ορίζει τη μοίρα της.

Η δεύτερη εντύπωση εμβαθύνει: Ήταν πραγματικά η Στέλλα ερωτευμένη με τον Χρηστάκη ή μήπως την επιμονή της να τον παντρευτεί υπαγόρευε το πείσμα της απέναντι στην άρνηση του πατέρα της; Μήπως η ηρωίδα υιοθετεί στην προσπάθειά της να αυτονομηθεί φυλετικά τον παρωπιδισμό και την επιμονή που στερεοτυπικά αποδίδεται στο «ισχυρό φύλο» στο πλαίσιο της ανδροκρατούμενης κοινωνίας; Έχει το αίτημά της να παντρευτεί τον Χρηστάκη κάποιο έρεισμα στην πραγματικότητα; Μήπως παραβλέπει το γεγονός ότι ο αγαπημένος της δεν είναι παρά ένας κοινός προικοθήρας, που εκμεταλλεύεται την εξωτερική του εμφάνιση για να επιτύχει, όπως και το πράττει εντέλει, έναν πλούσιο γάμο; Μήπως η άρνηση του Παναγή να δεχτεί τον νεαρό για γαμπρό του τελικά δεν είναι και τόσο παράλογη; Μήπως σώζει την κόρη του από έναν κακό γάμο; Μήπως σε τελική ανάλυση αυτό που χρειάζεται μια γυναίκα, για να αυτοσυγκροτηθεί και να αυτονομηθεί, για να διεκδικήσει τα δικαιώματά της είναι πρώτα και πάνω από όλα η μόρφωση και η εμπειρία της ζωής;

Οι έφηβοι μαθητές και οι μαθήτριές μου δυσκολεύονταν να δεχτούν έναν Χρηστάκη προικοθήρα. Τον αντιμετώπισαν ως ευένδοτο απλά στα γυναικεία κάλλη. Μέσα μου γελούσα. Παιδιά καλομεγαλωμένα και με αρχές, με ιδεαλισμό να ξεχειλίζει από μέσα τους δυσκολεύονται πάντα να δεχτούν σκληρές αλλά αληθείς εκφάνσεις της ζωής, που δεν συμβιβάζονται με τη δική τους αξιοπρέπεια. Υπήρξα μια τέτοια έφηβη. Ήρθε η ώρα και πλήρωσα το τίμημα. Καταλαβαίνω. Μέσα μου μειδιώ. Ξέρω ότι το μόνο που μπορώ είναι να επισημάνω ότι ο κόσμος δεν ήταν ποτέ αγγελικά πλασμένος. Και ας κατακλύζεται από αγγελικές μορφές. Πάντα οι παγίδες έχουν γοητευτικότατο δέλεαρ. Πώς αλλιώς να γεννηθεί το τραύμα;

Η Στέλλα Βιολάντη με παραπέμπει περισσότερο στη χαμένη αθωότητα της εφηβείας, παρά στην πάλη των δύο φύλων. Μια επιπόλαιη έφηβη που συγκρούεται με τον πατέρα της δεν είναι φεμινίστρια. Είναι θύμα της ίδιας της της ανατροφής. Ο σκληρός πατέρας είναι θύμα της υπερπροστασίας, με την οποία περιέβαλε την κόρη του. Ο κοινωνικός γραμματισμός των εφήβων, η προσαρμογή τους σε έναν κόσμο σκληρό αλλά οικείο, γοητευτικό και ταυτόχρονα αναντίστοιχο με τις αξίες τους είναι ή πρέπει να είναι ένας από τους στόχους της οικογενειακής αγωγής και της μέσης εκπαίδευσης.      

Είμαστε όλοι μας γνήσια τέκνα της κοινωνίας που μας γέννησε και μας ανάθρεψε. Ο βαθμός που υπερέχουμε, υπολειπόμαστε, που διαφοροποιούμαστε από τον μέσο όρο της κοινωνικής συμπεριφοράς είναι κριτήριο αυτοπροσδιορισμού και όχι προσωπικής αποτυχίας. Δεν είμαι σίγουρη αν και πόσο οι γονείς το λαμβάνουν υπόψη τους στην ανατροφή του παιδιού τους. Η κριτική σκέψη του ίδιου του εφήβου, η ικανότητά του να αναγνωρίζει το προσωπικό του λάθος και να μπορεί να το αφήνει πίσω του, είναι μια βασική αρχή της προσωπικής ωρίμανσης ειδικά στην όψιμη εφηβεία. Άλλωστε το πιο εύκολο για έναν έφηβο ιδεαλιστή είναι να απορρίψει μέσα του ένα πρόσωπο που δεν διαπνέεται από τις ίδιες αξίες με τον ίδιο.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018 15:25

Το μάθημα της ξαφνικής μπόρας

Μέσα στην προσδοκία του καλοκαιριού, ξέσπασε ένα έντονο επίμονο καθημερινό μπουρίνι, που αναστάτωσε το καθημερινό μας πρόγραμμα και μας εξοικείωσε για άλλη μια φορά με την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα που το μέλλον πάντα υποκρύπτει. Είναι κάτι που συνήθως λησμονούμε, στην αφέλεια των προγραμματισμών που καταστρώνουμε με την αφέλεια ότι τίποτα δε θα ανατρέψει τους υπολογισμούς μας. Όπως όμως πιστεύει και ο θυμόσοφος λαός «λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο».

Εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, εγκλωβισμένη στη μεσαία λωρίδα της Αμαλίας, με τη βροχή να πέφτει ασταμάτητα, άρχισα να πιστεύω ότι ο περίφημος αυτός ξενοδόχος είναι αόρατος και άυλος: κινείται διαχρονικά από γενιά σε γενιά, ουρανοκατέβατος μεταμορφωμένος σε καρεκλοπόδαρα που σφυροκοπούσαν ανελέητα το παρμπρίζ του αυτοκινήτου, παράγοντας μια έντονα σουρεαλιστική εικόνα, σχεδόν κινηματογραφική, με ατέλειωτα σε διάρκεια μονοπλάνα που θυμίζουν ταινία του Αγγελόπουλου.

Μία ώρα αργότερα, κάτω από το καυτό νερό της μπανιέρας, σκεφτόμουν πόσες πιθανότητες θα είχα να βγω αληθινή, αν ισχυριζόμουν μια εβδομάδα νωρίτερα, κάτω από τον δυνατό ήλιο, ότι θα έχανα τη θεατρική παράσταση που προγραμμάτιζα να παρακολουθήσω, γιατί θα στεκόμουν επί μισή ώρα μέσα στη νεροποντή να αναζητώ πρόσβαση προς το πεζοδρόμιο του θεάτρου, ενώ ο ορμητικός χείμαρρος της βροχής έφτανε ως τους πρόποδες του ταμείου και εγώ τον παρακολουθούσα αμήχανη και βρεμένη ως το κόκαλο.

Η δύναμη της ανατροπής σε κάνει να υπολογίζεις τα διαφορετικά ενδεχόμενα και να παίρνεις τα μέτρα σου. Τελικά όμως ούτε και αυτό πάντα λειτουργεί: δυο μέρες αργότερα, ξεχασμένη πάνω από τον υπολογιστή του γραφείου στο σχολείο, άκουσα πίσω από το παράθυρο τη φωνή ενός φίλου που αποχωρούσε: «Μην κάνεις το λάθος να φύγεις, αν δεν έχεις μαζί σου ομπρέλα». Είχα. Στο αυτοκίνητο. Ο διακριτικός ήλιος του πρωινού με είχε ξεγελάσει.

Οδηγώντας στο σπίτι, για άλλη μια φορά νικημένη από τη δύναμη του απρόοπτου και τις δικές μου παραλείψεις, προσπαθούσα να διατυπώσω τις βασικές αρχές της αυτοπροστασίας από το ξαφνικό, το ανατρεπτικό και το αναπόδραστο. Σκέφτηκα να καταγράψω κάθε μορφή πρόληψης. Μετά αποφάσισα να συμπεριλάβω την προσωπική δύναμη και τη θέληση να χαράξει κάποιος το δικό του μέλλον, όπως το φαντάζεται. Λες και η ζωή είναι ένας αδιάκοπος αγώνας τένις και καθένας πρέπει να μπορεί να στείλει πίσω το μπαλάκι με ένα χτύπημα, εξίσου δυνατό, με εκείνο που το έφερε μπροστά του. Τόσο γενναίο και αποφασιστικό, ώστε να μη χρειαστεί να το ξαναδεχτεί. Σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Τουλάχιστον σε αρκετές περιπτώσεις.

Το ίδιο βράδυ συνέβη να πέσει το μάτι μου, πάνω σε ένα παλιό αλλά αγαπημένο επεισόδιο μιας τηλεοπτικής σειράς που προβλήθηκε για πρώτη φορά πριν από μερικές δεκαετίες. Ήταν η εποχή που είχαμε αποφοιτήσει μόλις. Προσπάθησα να θυμηθώ την εικόνα μου να το παρακολουθεί τότε. Να διεισδύσω στο μυαλό και στα συναισθήματά μου. Να ανατρέξω στις αρχές και στα όνειρα εκείνης της εποχής. Έκανα νοερά τη διαδρομή που σταματούσε στον καναπέ μου. Μέτρησα τους αστάθμητους παράγοντες, τις ανατροπές, τις αναμετρήσεις που δεν κερδήθηκαν, κατέγραψα και τα κέρδη της διαδρομής - τα τελευταία πάντα είναι ζόρικα στην κατάκτηση και πολύ εύκολα στην απαρίθμησή τους. Συνειδητοποίησα ότι μέχρι σήμερα η τύχη δεν στάθηκε δυνατός αντίπαλος.

Το τέλος της βραδιάς με βρήκε να χαμογελώ, καθώς σκεφτόμουν ότι ο μεγαλύτερος αντίπαλος είναι συνήθως ο εαυτός μας, με άλλα λόγια οι προσωπικές μας αδυναμίες. Κατακτάμε το προσωπικό μας όνειρο, στον βαθμό που αυτές μας το επιτρέπουν, αυτές ή καλύτερα η δύναμή μας να τις περιορίσουμε και να τους επιβληθούμε. Ορίζουμε τη ζωή μας, στον βαθμό που είμαστε αποφασισμένοι να το κάνουμε. Ανεξάρτητα από τα απρόοπτα ή για να ακριβολογήσω παρά τις ανατροπές που καραδοκούν.

 

Καλυψώ Ν. Λάζου -

Μπαλτά Φιλόλογος

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018 12:29

Τα σχόλια

Τις τελευταίες μέρες στα κοινωνικά δίκτυα παρατηρώ έναν απίστευτο διασυρμό του νησιού. Ο πανηγυρικός εορτασμός του Ταξιάρχη στον Μανταμάδο, έγινε αφορμή να εμφανιστούν μερικά κατάπτυστα από εμένα τουλάχιστον άρθρα σε δημοσιογραφικές, κατά δήλωσή τους, ιστοσελίδες, οι οποίες έκαναν λόγο για δημόσια σφαγή του ταύρου, εντός μάλιστα του ιερού χώρου της περιβόλου του προσκυνήματος. Το άρθρο συνοδευόταν από βίντεο, το οποίο βέβαια δεν περιείχε καμία θυσία, παρά μόνον την περιφορά του ζώου στα σοκάκια του χωριού, όπου κάποια στιγμή αυτό δυστροπεί και αφηνιάζει. Ακούγονται υβριστικοί προπηλακισμοί και προκαλείται μια περιστασιακή ανησυχία. Τα σχόλια που συνοδεύουν το άρθρο αποδίδουν τον βασανισμό του ζώου στους ίδιους «φασίστες» που πετούσαν πριν μερικές μέρες πέτρες στην πλατεία Σαπφούς στη Μυτιλήνη.

Κάπου εδώ αισθάνομαι ότι έχουμε πλέον ξεφύγει. Ιδιαίτερα θρήσκα δε θα έλεγα ότι είμαι, ωστόσο πήγα στο σχολείο, όπου έμαθα ότι η ορθοδοξία δεν απαιτεί αιματηρές θυσίες. Το πατρικό μου βρίσκεται απέναντι από τον αύλειο χώρο ναού, όπου μαγειρεύεται το φαγητό στο πανηγύρι της Παναγίας. Ποτέ δεν σφαγιάστηκε κανένα ζώο δημόσια ή παράνομα. Συνήθως μάλιστα παρατήρησα ότι το κρέας που χρησιμοποιείται για το κισκέκ προέρχεται από αιγοπρόβατα, ενώ το ζώο περιφέρεται απλώς το μεσημέρι. Φαντάζομαι ανάλογο είναι το τυπικό σε όλα τα προσκυνήματα. Υπογραμμίζω πάντως, ότι το μαγείρεμα του φαγητού είναι ένα όχι θρησκευτικό, αλλά λαϊκό έθιμο συλλογικότητας, που συνοδεύει τον εορτασμό μιας μεγάλης θρησκευτικής γιορτής, τα παλιά χρόνια, όταν το κρέας εύρισκε τη θέση του στο τραπέζι, ήταν μόνον σε εξαιρετικές περιστάσεις, για καθαρά οικονομικούς λόγους.

Και ενώ πολύ θα ήθελα να είχα τις φιλοζωικές οργανώσεις στις ταβέρνες μεταμεσονύχτια, όταν κάποιοι θερμόαιμοι πανηγυριστές ποτίζουν ούζο τα άλογα, στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι οφείλω και μάλιστα σε ιδιαίτερα αυστηρό τόνο να υπογραμμίσω ότι καθένας δικαιούται να μην πιστεύει, υποχρεούται όμως να καταγράφει πραγματικά περιστατικά, ειδικά αν δηλώνει δημοσιογράφος.

Και ως εδώ καλά, είναι σχεδόν αυταπόδεικτο τι συμβαίνει, αν και ίσως θα πρέπει να υπογραμμιστεί από όσους αναλαμβάνουν να οργανώσουν την πανήγυρη, ότι όσοι δημόσια αναλαμβάνουν τη διαχείριση του ζώου πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικοί, λόγω της ιερότητας της περίστασης. Δε βγάζουμε βόλτα τον σκύλο μας, τον Ταξιάρχη επιτέλους τιμούμε. Τον προστάτη άγιο του νησιού. Χρειάζεται σοβαρότητα, ευθύνη και κοσμιότητα. Γιατί βλέπετε εμφανίστηκαν πολλοί αυτόκλητοι τιμητές μας που μας παρουσιάζουν ούτε λίγο ούτε πολύ ως ελεεινά φασιστοειδή που καταφερόμαστε εναντίον απροστάτευτων ζώων και ανθρώπων.

Και ως προς το τελευταίο αυτό θα μου επιτρέψετε για μία τελευταία από εμένα τουλάχιστον φορά να πω σύντομα τα εξής: Ουδείς δικαιούται να κρίνει τη Λέσβο, γιατί σήκωσε και σηκώνει και με προσωπικό κόστος των πολιτών της το βάρος του ανθρωπισμού της Ευρώπης. Καλά είναι να μιλάμε από μακριά. Ζήσε μέσα στην καρδιά των γεγονότων με όλες τις δυσκολίες που αυτά περικλείουν και ύστερα μιλάμε ξανά. Ποτέ στη ζωή μου δεν επικρότησα τη βία. Ούτε και τώρα θα το κάνω. Θα ρωτήσω όμως ποιός έχει την ευθύνη για όλα αυτά; Ποιός πρέπει να τιμωρηθεί για όλα αυτά; Έχω την ανάγκη να ρωτήσω τους υπεύθυνους αν είναι ικανοποιημένοι από τη διαχείριση του ζητήματος στο νησί, από τον τρόπο που διαβιούν οι πρόσφυγες. Θέλω να ρωτήσω τι πιστεύουν ότι πιστεύει για τα θέματα αυτά ο λεσβιακός λαός. Τους ενδιαφέρει; Τι σκοπεύουν να κάνουν;

Η δική μου Λέσβος φασίστες δεν είχε. Αν κατά ορισμένους απέκτησε πού το αποδίδουν; Πώς θα κατευνάσουν την ένταση; Ποιό σχέδιο έχουν για τον προσφυγικό πληθυσμό; Θα ενταχτούν οι άνθρωποι αυτοί στον κοινωνικό ιστό, θα αρχίσουν να εργάζονται και τα παιδιά τους να πηγαίνουν σχολείο ή θα παραμένουν μόνιμα περιορισμένοι σε καταυλισμό και μάλιστα σε συνθήκες διαβίωσης αλγεινές και όπως ακούω προβληματικές και σκληρές; Γιατί είμαι σχεδόν βέβαιη ότι απαντήσεις δε θα πάρω;

 

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά,

Φιλόλογος

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018 19:51

Από αλλού φερμένοι

 

Μέσα στο αεροπλάνο τρέλαναν τον κόσμο απ’ τη φασαρία που γράφει και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Έλληνες, φοιτητές, μεταξύ είκοσι πέντε και είκοσι οχτώ, με σκουφιά, μουσάκι, πλεκτά κασκόλ, τρακτερωτά μποτάκια και συμπεριφορά νηπιαγωγείου. Τα γέλια, τις συζητήσεις και τις αντιδράσεις τους τις μοιράστηκαν με ένα ολόκληρο αεροπλάνο, χωρίς μάλιστα να τους το ζητήσει κανένας από τους απηυδισμένους επιβάτες. Φώναζαν, ξεκαρδίζονταν, μάλωναν δήθεν, ανταλλάσσοντας τη γνωστή προσφώνηση, δεν άφησαν κανέναν να κοιμηθεί στη διάρκεια του ταξιδιού, έκαναν δύο παιδάκια να ξεσπάσουν σε γοερά κλάματα, γιατί τους πήραν για πλάκα τα παιχνίδια τους, ανακοίνωναν ηρωικά τις προσωπικές τους ιστορίες, εξέθεταν όλες τις αδιάκριτες και γαργαλιστικές λεπτομέρειες, αν φυσικά έλεγαν την αλήθεια και στην καλύτερη περίπτωση σχεδίαζαν φωναχτά πάντα φάρσες που ταιριάζουν σε επτάχρονα.

Τους φόρτωνα με χαρακτηρισμούς, από μέσα μου βέβαια, κάθε δέκα λεπτά. Μάταια προσπαθούσα να συγκεντρωθώ στην ανάγνωση του μαρτυρίου του Ζήνωνα του Ελεάτη, σε μια λογοτεχνική μάλλον αφήγηση. Δε με άφηναν να απολαύσω, ούτε να στοχαστώ. Δοκίμαζαν γυναικεία κραγιόν από τα αφορολόγητα και παρακαλούσαν να πιουν σαμπάνια από το γοβάκι της αεροσυνοδού. Κάθε φορά που ο ένας αποκαλούσε τον άλλον με τη γνωστή προσφώνηση, είσαι, απαντούσα μέσα μου, είσαι δεν είσαι; Γιατί λοιπόν να μην το παινευόμαστε. Μέσα μου αισθανόμουν ένα είδος απογοήτευσης με τα φυντάνια που μας αντιπροσώπευαν στο εξωτερικό. Φαντάζομαι πάντα τον Έλληνα φοιτητή σοβαρότερο. Πρόκειται για χτυπητή περίπτωση κάφρων σκεπτόμουν. Ασύλληπτα ανάγωγων κάφρων.

Το ταξίδι κάποτε ολοκληρώθηκε, το αεροπλάνο τροχοδρόμησε και βρεθήκαμε να περιμένουμε τις αποσκευές μας στον κυλιόμενο ιμάντα του αεροδρομίου. Τα ρεμάλια εκεί κοντά. Ξαφνικά τους βλέπω να επιτίθενται στα καρότσια. Αφού πραγματοποίησαν καθένας τους υπέροχες βόλτες ουρλιάζοντας και ξεσηκώνοντας τον κόσμο, ξαφνικά ξεπέζεψαν και άρχισαν να μοιράζουν τα καρότσια στους τέως συνεπιβάτες τους. Άρχισα να σκέπτομαι τι ετοιμάζουν, όταν ο ένας με πλησίασε: Πάρτε, κυρία, μού είπε με μια φωνή που τώρα ανέδυνε ειλικρινή ευγένεια. Τον κοίταξα καχύποπτα. Πώς θα έπρεπε να αντιδράσω για να μη μου βγει σε κακό; Μου χαμογέλασε. Έτσι για να εξιλεωθούμε για τη φασαρία. Και για να προβάρουμε την εργασία του μέλλοντος. Θα παρέχουμε υπηρεσίες. Ας συνηθίσουμε από τώρα.

Ένα τέταρτο αργότερα με το καρότσι γεμάτο, κατευθύνομαι προς το ασανσέρ του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού στο Ελσίνκι. Οι νεαροί είναι σκαρφαλωμένοι στα κάγκελα, πίσω από τα οποία δεν προχωρά το καρότσι. Πριν προλάβω να φορτωθώ την πραμάτεια μου, ορμούν στο καρότσι, φορτώνονται τα πράγματα και μπαίνουν μαζί μου στο ασανσέρ. Αρχίζω να ανησυχώ ότι θα έχω προβλήματα. Το ίδιο κάνουν και σε μία κυρία, επίσης Ελληνίδα, που ταξιδεύει με το παιδί της. Φτάνουμε στην αποβάθρα και τοποθετούν τα πράγματα στο βαγόνι. Μας χαμογελούν ναζιάρικα. Γιατί το κάνετε; ρωτάω. Γιατί μας αρέσει να υπηρετούμε τις κυρίες μου απαντά ο πιο ηχηρός, κάνει μια βαθιά υπόκλιση και εξαφανίζεται από μπροστά μας.

Η μέρα προχωρά. Η καινούρια πόλη, οι εκκρεμότητες που διευθετούνται, η εκπαιδευτική επιμόρφωση, οι καινούργιοι συνάδελφοι, με κάνουν να ξεχάσω εντελώς την πρωινή συνάντηση. Λίγες μέρες αργότερα η ομάδα μας αποφασίζει να εξερευνήσει ένα από τα αξιοθέατα της πόλης, το κάστρο στο νησάκι Σουομελίνα, στα ανοιχτά της φινλανδικής πρωτεύουσας. Αγναντεύουμε την παγωμένη θάλασσα με το καραβάκι που μας μεταφέρει στην απέναντι στεριά, όταν ακούω από μακριά τη ελληνική προσφώνηση μαζί με γέλια και ουρλιαχτά. Είναι τα ξεφτέρια μας, με τα οποία φαίνεται οι δρόμοι μας είναι γραφτό να διασταυρώνονται συχνά. Στα είκοσι λεπτά της διαδρομής είναι περιττό να επαναλάβω τι ακούμε όλοι. Έξω από την καμπίνα των επιβατών, στο κατάστρωμα, εκτελούν με ακριβείς συγχρονισμούς κυβιστήσεις ταχυδακτυλουργικές, αφήνοντας αλλαλαγμούς. Τα βλέμματά μας συναντιούνται κάποια στιγμή. Είμαστε σαλτιμπάγκοι, γεννημένοι υπηρέτες ξένων αφεντάδων ουρλιάζει ο γνωστός μου άγνωστος, κάνοντας όλη την ομάδα των εκπαιδευόμενων εκπαιδευτικών από δεκατρείς ευρωπαϊκές χώρες να με κοιτάζει εξεταστικά.

Το νησί είναι μάλλον απομονωμένο. Εκτός από τους ελάχιστους κατοίκους, μοναδικοί επισκέπτες που πατούν το πόδι τους το μεσημέρι οι επιβάτες του τουριστικού πλοιαρίου. Οι νεαροί πηδούν πρώτοι στη στεριά και εξαφανίζονται με χορευτικές πιρουέττες. Σε δευτερόλεπτα χάνονται από τα μάτια μας. Από την ομάδα ακούω μερικά αρνητικά και άλλα τόσα ειρωνικά σχόλια για την καταγωγή τους να συνοδεύουν την αποδημία τους. Ανηφορίζουμε προς το κεντρικό μνημείο του νησιού, περνώντας ανάμεσα σε ολισθηρά μονοπάτια, γεμάτα λάσπη και χιόνι. Ξαφνικά ακούγονται κραυγές. Κάποιος ζητά βοήθεια. Δε φαίνεται κανείς. Από ένα ύψωμα διακρίνω την ομάδα των νεαρών να σέρνουν από τους αγκώνες έναν γιαπωνέζο, προς την έξοδο, ακολουθούμενοι από τη γυναίκα του που ουρλιάζει γοερά. Η αποστολή μας παγώνει. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Καθώς η περίεργη ακολουθία πλησιάζει το τοπίο ξεκαθαρίζει: ο άντρας είναι πληγωμένος: από το αριστερό του πόδι τρέχει αίμα, το παντελόνι του έχει σκιστεί. Οι νεαροί τον κουβαλούν όπως-όπως. Σας χρειάζεται να καλέσουμε την αστυνομία τους λέει θυμωμένα ένας Ολλανδός. Όχι την αστυνομία, ένα ασθενοφόρο γρήγορα, απαντά ο γνωστός αρχηγός της παρέας. Η γυναίκα τους ακολουθεί ημίτρελη. Κάποιος αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει τις συνεννοήσεις. Όλη η αποστολή συγκεντρώνεται στο λιμάνι, κοντά στον χτυπημένο. Σιγά-σιγά αρχίζει να ξεκαθαρίζει τι έχει συμβεί. Ο εξηντάρης κύριος γλίστρησε, στην προσπάθειά του να πάρει μία φωτογραφία πανοραμική και κρεμάστηκε στο κενό. Η γυναίκα του έβαλε τις φωνές. Η παρέα των νεαρών ήταν κοντά. Κατάφεραν να τον κρατήσουν και να τον ανεβάσουν πάνω, τον φορτώθηκαν στον ώμο τους και τον μετέφεραν στο κοντινότερο σημείο, από το οποίο θα μπορούσε να τον παραλάβει ασθενοφόρο. Μου μένει το βλέμμα της γυναίκας του, όταν τους κοιτά. Είναι ματιά ευγνωμοσύνης.

Όταν η κατάσταση αποκαθίσταται, συνεχίζουμε την πεζοπορία. Φτάνουμε στο σημείο του ατυχήματος. Γλιστρά πάρα πολύ. Μια παρέα νεαροί φωνακλάδες και φαινομενικά χωρίς ευγένεια και κοινωνικό σεβασμό, κρεμάστηκαν από χιονισμένα βράχια, για να σώσουν έναν άνθρωπο. Είναι οι ίδιοι που πριν λίγη ώρα έστηναν αυτοσχέδιο πρωτόγονο χορό, αλλαλάζοντας μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας. Αυτοί που δεν άφησαν άνθρωπο να ησυχάσει στο ταξίδι. Οι υπηρέτες ξένων αφεντάδων. Οι άρπαγες των παιδικών παιχνιδιών. Οι αυτόκλητοι μεταφορείς αποσκευών. Οι ανεύθυνοι, ανώριμοι και κακομαθημένοι Έλληνες της επόμενης γενιάς. Αποφασίζω να περιορίσω δραστικά όλα τα στερεότυπα που κουβαλώ μέσα μου.

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018 18:04

Στον απόηχο της Μεγάλης Εβδομάδας

Χριστός Ανέστη λοιπόν! Σε πείσμα όσων αρνούνται τα θαύματα. Η περίοδος των διακοπών σχεδόν για όλους έφτασε ή φτάνει στο τέλος της, ίσως έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε το νόημα όλων αυτών των προετοιμασιών που προηγούνται της κορύφωσης της Μεγάλης Εβδομάδας. Κάθε χρόνο παρατηρώ γνωστούς και φίλους να τρέχουν σαν κυνηγημένοι από κατάστημα σε κατάστημα, για να προλάβουν: από τον τσαγκάρη και το καθαριστήριο, μέχρι τα είδη δώρων και τα μεγάλα super market, εκσφενδονίζονται με ταχύτητα αστραπής, κουβαλούν πακέτα και σακούλες, κρατούν λίστες και σημειώνουν εκκρεμότητες, ακόμη και ύστερα από οχτώ χρόνια οικονομικής κρίσης. Οι κύριοι, συνήθως συνωστίζονται στα βενζινάδικα, ενώ οι κυρίες ποδοπατούνται στα κομμωτήρια. Την τιμητική τους έχουν τα ζαχαροπλαστεία: τσουρέκια, κουλουράκια, νηστίσιμα γλυκά και μη,  τυλιγμένα σε κορδέλες ισορροπούν στα καθίσματα του συνοδηγού, παρέα με σακούλες της λαϊκής και μισοάδεια πορτοφόλια. Κάπου-κάπου, αν κοιτάξεις προσεχτικά, διακρίνεις και τα απαγορευμένα: κροτίδες και βεγγαλικά, όλα τα «πυρομαχικά» της Ανάστασης, που οι τολμηροί και οι «μερακλήδες» μελετούν ήδη από την περασμένη χρονιά.

Μου επιτρέπετε να ρωτήσω «προς τι όλα αυτά»; Ξέρω τις απαντήσεις: «Το Πάσχα είναι οικογενειακή γιορτή» «Η οικογενειακή ατμόσφαιρα επιβάλλει ετοιμασίες», «Πρέπει να τηρούμε τα έθιμα», «Επιβάλλεται να ευθυγραμμιστούμε με το πνεύμα της γιορτής». Κάθε φορά που αντιλέγω ότι η Μεγάλη Εβδομάδα είναι περίοδος πένθους και νηστείας, άρα εσωστρέφειας και περισυλλογής, συνεπώς δεν ενδείκνυται, για να ξενυχτάς, να πίνεις, να ξεφαντώνεις, να ψωνίζεις αρειμανίως και να ασχολείσαι με την εξωτερική σου εμφάνιση οι περισσότεροι με στραβοκοιτάζουν. Το καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω και τι εννοούν με αυτό που μου λένε, είναι τόσο μεγάλο το μεταξύ μας χάσμα όμως, που μόνον γενναίες αμοιβαίες υποχωρήσεις έχουν την ελπίδα να το γεφυρώσουν.

Φέτος στα κοινωνικά δίκτυα συνάντησα συχνά αναρτημένη την εικόνα του νεκρού Τσε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, από ανθρώπους μάλιστα που δε διανύουν την πρώτη τους εφηβεία. Παλιμπαιδισμός, σημαίνει πολλές φορές να εξισώνεις τα άνισα. Σημαίνει άραγε ότι ο πολιτικός ρομαντισμός της παράταξης που μας κυβερνά αρχίζει να ριζώνει στις ψυχές των Ελλήνων; Να περιμένουμε ότι οι δημοσκοπήσεις για μια ακόμη φορά θα διαψευστούν; Όλα καλά, αλλά τι φταίει ο αθώος Ναζωραίος να συγκρίνεται με τον αντάρτη της Λατινικής Αμερικής; Σας εκλιπαρώ μην αρχίσουμε για άλλη μια φορά αυτή τη συζήτηση για τον ταξικό χαρακτήρα του Χριστού, γιατί μεγαλώνω και πια δεν αντέχω. Δεν ήταν πολιτικός ηγέτης Εκείνος, ούτε κοινωνικό κίνημα, άλλο πράγμα καθιερώθηκε να είναι και ειλικρινά έχω κουραστεί να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Πια δεν κουνώ καν το κεφάλι μου. Αποχωρώ από τη συζήτηση.

Ακόμη και αν μεγάλο ποσοστό των συνανθρώπων μας δε γνωρίζει τι γιορτάζει και γιατί, άρα αγνοεί και το πώς, η περίοδος του Πάσχα έχει πάντα ιδιότητες καταπραϋντικές στην ψυχή όλων. Ίσως γιατί μπαίνει για τα καλά η Άνοιξη, αυτήν όλη την καταλαβαίνουμε, τι να πω; Τον τελευταίο καιρό η Μεγάλη Εβδομάδα ξυπνά μέσα μου την απόδραση από κάθε υλική ανάγκη, κάτι που το μεταφράζω ως ψυχική ευφορία, ως κάθαρση. Όσο πλησιάζουν οι μέρες της Ανάστασης, τόσο σκέφτομαι ότι εκτός από μία βαθειά ενδοσκόπηση, τα εγκόσμια μικραίνουν μέσα μου. Όλα τα υλικά και τα φθαρτά. Είναι μια συμπεριφορά δυστυχώς περιστασιακή, σχεδόν ευκαιριακή, που διαρκεί όσο και οι μέρες του Αγίου Πάθους. Φοβάμαι ότι ούτε οι πρόσφατες ιστορικές μας περιπέτειες κατάφεραν να μας διδάξουν ότι η κοινωνικότητα, στην πιο αυθεντική και ειλικρινή της εκδήλωση, συντελείται σε επίπεδο ψυχικό και πνευματικό, δεν εξαργυρώνεται με υλικές ανέσεις και αισθητικές βελτιώσεις.     

Οι άνθρωποι που νομίζω ότι ζουν γνήσια την κάθε τους στιγμή είναι όσοι αναπτύσσουν μια σχέση απαγκίστρωσης από τις υλικές ανάγκες, όσοι γιορτάζουν επιμελώς ατημέλητα, όχι όμως για λόγους επίδειξης ενός εναλλακτικού life style. Και αν διαφωνείτε, δεν πειράζει. Είπαμε: Χριστός Ανέστη για όλους! 

               

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά,

Φιλόλογος

Σελίδα 1 από 5
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top