FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 07 Δεκεμβρίου 2018 12:33

Οι ταμπέλες

Ο Φασισμός καλό δεν είναι, καλό δεν κάνει, το αντίθετο μάλιστα, το ακριβώς αντίθετο, οπότε καλό είναι να αποφεύγεται. Ο γνήσιος φασισμός όπως επίσης και αυτός που ασκείται στο όνομα της Δημοκρατίας…

Τα τελευταία χρόνια, ειδικά στη Μυτιλήνη, ευδοκιμούν οι τιμητές, περισσότερο και από τα οπωροκηπευτικά. Γνωρίζω πολλούς τέτοιους: πρόσωπα προσκολλημένα στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία, αυτόκλητοι «δημοκράτες από κούνια», ένθερμοι υπερασπιστές των προσωπικών τους συμφερόντων αναγορεύονται σε τιμητές που απονέμουν τα εύσημα της δημοκρατίας όπου τους βολεύει. Για πολύ καιρό δεν μπορούσα να μιλήσω με κάποιον γνωστό μου για τα προβλήματα του προσφυγικού: Με αποκαλούσε φασίστρια. Κάθε φορά που ανέβαινε για διακοπές στη Βόρεια Λέσβο είχαμε τεράστια προβλήματα: Πηγαίναμε για παράδειγμα σε μια ταβέρνα: Αν ο ιδιοκτήτης, ο οποίος πλησίαζε να μας κεράσει και να μας χαιρετήσει, εξέφραζε τον προβληματισμό του για την πολιτική κατάσταση, ο φίλος μου αυτός προέβαλε σθεναρή αντίσταση να επισκεφτούμε εκ νέου το μαγαζί του: Τον είχε ήδη χαρακτηρίσει φασίστα. Έχω γλυτώσει από θαύμα το αυτόφωρο, δύο φορές που κάποιος δυστυχής τροχονόμος μας σταμάτησε για έλεγχο ρουτίνας: Ο συνεπιβάτης μου τον προσφώνησε αναλόγως και χρειάστηκε να ζητώ επί ένα τέταρτο μέσα στη ζέστη συγγνώμες στον άνθρωπο, που ευτυχώς είχε τη διάθεση να καταλάβει την πετριά του άλλου, για να μην τον τσουβαλιάσει και με τρέχει και μένα για μάρτυρα.

Μέχρι μια παλιά συμμαθήτρια μου παρέλαβε το άγρυπνο βλέμμα της … αντιφασιστικής υπηρεσίας και την πολιτογράφησε αρμοδίως. «Καλά τι φταίει η γυναίκα και την κράζεις στα καλά καθούμενα;» τόλμησα να ρωτήσω, καθώς ούτε κουβέντα δεν είχαν ανταλλάξει. «Δεν τη βλέπεις που γέρνει από δεξιά;» μου ούρλιαξε επιτιμητικά. «Παλιά έγερνε από την αντίθετη πλευρά». Η παλιά μου γνωστή είχε χτυπήσει πρόσφατα αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό ως επιχείρημα να ακυρώσει την ετυμηγορία που ελαφρά τη καρδία ο «δημοκράτης δικαστής» εξέδωσε, άνευ μεταξύ μας ουσιαστικών αποδεικτικών στοιχείων.

Δεν κρατήθηκα και του επεσήμανα ένα ωραίο έναστρο καλοκαιρινό βράδυ ότι τέτοιες αυθαιρεσίες είναι φασιστικές και όχι τα πρόσωπα που καταγγέλλει χωρίς λόγο τις περισσότερες φορές. Η παρέα συμφώνησε. Έγινε έξαλλος. Θυμήθηκε τον Όμηρο (αυτόν τώρα γιατί δεν έχω καταλάβει ακόμη) μέχρι το κόκκινο νησί. Ύστερα μας ανακοίνωσε ότι είχε προγόνους πρόσφυγες που οι παλιάνθρωποι οι μυτιληνιοί δεν τους θέλανε. Μικρή λεπτομέρεια: ρίζωσε στο νησί εκείνος και οι απόγονοί του, εδώ και τρεις γενιές. «Εσένα ποιος είναι ο τόπος της καταγωγής σου;» ρωτήσαμε αλλά απάντηση δεν πήραμε. Δεν υπήρχε. Σηκώθηκε να φύγει. Μια φίλη μου πήγε να τον συγκρατήσει να μη χαλάσει την παρέα. «Φεύγω μακριά από σας και πιο πολύ από αυτές απεχθάνομαι εσένα που δηλώνεις και αριστερή και ανέχεσαι να διαφωνούν» είπε.

Η φίλη που εισέπραξε τα πυρά είναι αριστερή. Από κούνια. Ο άρτι αριστερόφρων φίλος μας είχε, όπως αποδείχτηκε, σοβαρά προσωπικά συμφέροντα να εγκολπωθεί την αριστερή κυβέρνηση των τελευταίων χρόνων, όπως στο παρελθόν εγκολπώθηκε κάθε κυβερνώντα και φυσικά επιχειρούσε να φανεί βασιλικότερος του βασιλέως. Τι να πεις; «Τι θα πιεις;» έκλεισε την υπόθεση με λογοπαίγνιο η αριστερή κυρία που προσπάθησε να σταματήσει τον γιαλαντζί ιδεολόγο.

Τον είχα λησμονήσει, είχαμε χαθεί. Χτες μου τηλεφώνησε. «Πρέπει να απαγορέψεις στα παιδιά να συμμετέχουν σε φασιστικά συλλαλητήρια για τη Μακεδονία». Του εξήγησα ότι οι μαθητές μου δεν εκφράζονται με τέτοιους τρόπους. Δεν πείστηκε. «Τους έχεις κάνει μάθημα γι’ αυτό;» Του είπα ότι αποφεύγω να χειραγωγώ τους εφήβους, υποδεικνύοντάς τους πώς πρέπει να σκέφτονται και να εκδηλώνονται. Μου απάντησε ότι πρέπει να απολυθώ από το δημόσιο και να εξοριστώ σε ξερονήσι, για …. φασιστική συμπεριφορά. Παραξενεύτηκε όταν με άκουσε να γελώ δυνατά και παρατεταμένα: Πριν του κλείσω το τηλέφωνο στα μούτρα, του θύμισα ότι φασιστικά είναι μόνον τα μέτρα που προτίθεται να λάβει εναντίον μου. Γιατί είναι φασιστόμουτρο ο ίδιος.

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018 11:49

Τάδε έφη…

Πέτρος Τατσόπουλος, καθόλου «ο πάσα εις». Συγγραφέας, «αριστερός, ελευθέρας βοσκής, κόκορας αλανιάρης» κατά δήλωσή του, στην πρώτη συνέντευξή του μετά την απόφαση να στρατολογηθεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη! Μας έχει χαρίσει εξαιρετικές ατάκες ως δημόσιο πρόσωπο. Πριν μερικά χρόνια δήλωσε ότι έχει «πηδήξει τη μισή Αθήνα». Το είπε τόσο απροκάλυπτα, με την αθυροστομία λαϊκού μοντέλου του Τσαρούχη! Μπορεί καθ’ υπερβολήν, μπορεί να τα έχασε στο μέτρημα, ίσως να ήταν και λίγο ομοφοβικός.

Ο Πέτρος είναι εδώ. Σε μια συνέντευξη ποταμό, σε έναν ευφυή άνθρωπο σαν τον Δημήτρη Δανίκα, μιλά ξεκάθαρα και λέει πολλά από αυτά που αρκετοί ίσως θα ήθελαν να ομολογήσουν και οι ίδιοι, διστάζουν όμως από καθωσπρεπισμό. Ευτυχισμένοι, όπως ξέρουμε, δεν υπήρξαν ποτέ όσοι κέρδισαν επί μακρόν τα κοινωνικά εύσημα, αλίμονο σε όσους τα διατηρούν. Σταχυολογώ ενδεικτικά:

Στην ερώτηση αν πιστεύει στη μονογαμία, απαντά: «Οι μακροχρόνιες σχέσεις δεν στηρίζονται στο σεξ». Δεν έχω διαβάσει ειλικρινέστερη δήλωση. Ως αίλουρος αποφεύγει τον σκόπελο: «Πώς εσύ ένας αριστερός, φλερτάρεις με το Μητσοτακέικο»: «Άλλο εσύ, άλλο οι απόψεις σου», σχολιάζει και συμπληρώνει σε μια αποστροφή: «Γιατί πρέπει να ξέρεις πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν συμφωνείς μαζί τους, αλλά τους γουστάρεις». Παραδέχεται ότι δεν υπήρξε οργανωμένος αριστερός: «Στα δεκαοχτώ μου, όταν έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα, κυκλοφορούσα με ένα γκρουπούσκουλο, κάτι μεταξύ Ζαχαριαδικών και Ιεχωβάδων, ενδοκαπιταλιστική, σοσιαλιστική κοινότητα. Έπρεπε να ήσουν Ιντιάνα Τζόουνς για να αποκρυπτογραφήσεις τα ιδεολογήματα αυτού του συρφετού». Έχω πολύν καιρό να διαβάσω τόσο εύστοχο κείμενο.

Συνεχίζω και ανακαλύπτω ότι ο πρωθυπουργός τον έχει απογοητεύσει: «Όλα τα χαρακτηριστικά του Τσίπρα δεν κολλάνε καθόλου με το αριστερό πρόσωπο, […] που τάχα μου στις πλάτες του, κουβαλά όλο το φορτίο της ανθρωπότητας. Ο Τσίπρας ήταν cool. Χαλαρός. Όλα τού είχαν έρθει εύκολα. Πάντα καβάλα στο κύμα». Και κρεσεντάρει: «Και κάτι άλλο σχετικά με τον Τσίπρα: Δεν έχει διαβάσει τίποτα. Παντελώς αγράμματος. Εκπρόσωπος κι αυτός του 50% των Ελλήνων πολιτών. Που μετά το σχολείο δεν ανοίγουν μισό βιβλίο. Άλλωστε το ίδιο λένε και άνθρωποι του περιβάλλοντος. Η θεωρητική του κατάρτιση εντελώς επιδερμική. Όταν τον γνώρισα δεν έκανε την παραμικρή θεωρητική συζήτηση. Πάντα πρακτικός».

Αισθάνομαι ότι διαβάζω την προδημοσίευση από ένα καινούριο μυθιστόρημα, μέσα στο οποίο χωράνε όλα τα τελευταία κρίσιμα και δύσκολα χρόνια. Ιδωμένα μέσα από τον καθρέφτη μιας απογοήτευσης που δεν ξέρεις να πεις αν είναι ειλικρινής ή αν βασίζεται στη διάψευση προσωπικών φιλοδοξιών και οραμάτων. Η εκμυστήρευσή του διατηρεί αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.

Δηλώνει ότι παρέμενε στον Σύριζα όσο πίστευε ότι «θα πρυτανεύσουν οι ρεαλιστές και οι ευρωπαϊστές. […] Επικράτησαν οι καιροσκόποι. Περισσότερο καιροσκόπος πεθαίνεις. Natural Born Killers (γεννημένοι δολοφόνοι), όπως η Αχτσιόγλου και ο Τζανακόπουλος. Δεν έχουν το παραμικρό πρόβλημα. Και κανέναν ενδοιασμό».

Θυμάται το πρώτο εξάμηνο του 2015: Αποδίδει σε τυχοδιωκτισμό τη συνεργασία του Σύριζα με τους Ανέλ, «την επιτομή του ρατσισμού, της ομοφοβίας και της παραφροσύνης περί ψεκασμών […]. Χρειάστηκε να περάσουν έξι μήνες καταστροφής με τον Βαρουφάκη που οι μπλόφες του μας κόστισαν 100 δισ. ευρώ. Μα όταν στην πόκα συνεχίζεις να μπλοφάρεις και κάποιος που έχει καλό χαρτί δεν μασάει και διαρκώς ποντάρει, τότε με το πείσμα σου και τις εμμονές σου οδηγείσαι στη χρεοκοπία. Με τη διαφορά ότι ο λαός θα πληρώσει τον λογαριασμό».

Πέτρος Τατσόπουλος: Αν μπορείτε ταξινομείστε τον. Ύστερα μάλιστα από το μεταγραφικό μπαράζ στα μισά κόμματα του ελληνικού κοινοβουλίου.

Το διεισδυτικό βλέμμα του συγγραφέα καταληκτικά εντοπίζει ως το μεγαλύτερο πρόβλημα που η τελευταία τετραετία προκάλεσε: «το γεγονός ότι περίπου οι μισοί γυρίζουν την πλάτη και αποφεύγουν τις κάλπες. Σου λένε «όλοι το ίδιο είναι, δεν έχουν ιερό και όσιο, μόνο η καρέκλα, μόνο η εξουσία, άι σιχτίρ με τα κόμματα και τους πολιτικούς». Στο τελευταίο φοβάμαι έχει δίκιο.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018 17:32

Μία στολή φόρα και εσύ. Μπορείς!

Σάββατο μεσημέρι είναι το έθιμο εδώ και χρόνια: πίνω με τη φίλη μου την Καιτούλα τσίπουρα στην Καισαριανή. Η συζήτηση περιλαμβάνει στα καλά της πολιτικά, ερωτικά και την καλλιτεχνική ζωή της πόλης, στα κάτω της πολιτικά, τα χρέη μας και την καλλιτεχνική ζωή της πόλης, γιατί Σαββατοκύριακο άμα κάπου δεν πας, δε λέει.

- Φέρε μου να φοράω μία μπλούζα σου άσπρη. Από τις φαρδιές.

- Τι τη θες;

- Να γίνω ένστολη, όπως εσύ!

- Τι λες, βρε χαμένο κορμί, που θα με πεις εμένα ένστολη. Εγώ, κυρία μου, όταν εσύ μπουσούλαγες, μέσα στη Χούντα, πούλαγα Ριζοσπάστη στους φαντάρους.

- Εντάξει, είσαι γνήσια αριστερή, να σε χαιρόμαστε. Δώσε τώρα τη μπλούζα.

- Το ράσο δεν κάνει τον παπά, αγάπη μου!

- Τώρα που το θίγεις, οι παπάδες είναι ειδικά μισθολόγια; Γι’ αυτό θέλατε να τους ξεκάνετε από δημοσίους υπαλλήλους;

- Βρε, ουστ από δω. Που θα μας πεις εμάς Σαμαράδες.

- Είδες όμως. Όταν στο διάβασα το κείμενο, καντήλια μου κατέβαζες, πλήρως επιβεβαιώθηκα.

-Ε, θα είδες τα ζώδια! Εμείς, κούκλα μου, δε διώχνουμε κόσμο από το Δημόσιο. Το γεμίζουμε με κόσμο.

- Αυτό ξαναπέστο!

- Επιτέλους μπορείς να μου πεις τι θέλεις πάλι σήμερα;

- Αμέ! Να ενταχθώ στα ειδικά μισθολόγια. Και επειδή η μόνη στολή που θα φορούσα, στις Απόκριες και μόνον εννοείται, είναι η άσπρη μπλούζα σου, κατέβαινε μία. Εκτός που θα μου αυξήσουν τα μισθά, εκτός που θα πάρω αναδρομικά, εκτός που ως ένστολη θα κυκλοφορώ δωρεάν με το μετρό, θα ντύνομαι και sex symbol... Πολυμορφικό εργαλείο…

- Εγώ, καλό μου παιδί, ήμουν στο Πολυτεχνείο. Είμαι αυτής της γενιάς. Ξέρεις ότι παρ’ ολίγο να μας μπουζουριάσουν στη Νομική και να φάμε πολύ ξύλο; Εγώ αγωνίστηκα να πέσει η Χούντα. Εσύ τι κάνεις; Αργία έχεις ανήμερα της γιορτής του Πολυτεχνείου. Όποτε αδειάζεις από τις εκδρομές που τρέχεις τα παιδιά, γιατί οι καθηγηταί κουράζεστε, μη χέσω (τέτοια λέει) και θέλετε να γίνετε και ειδικό μισθολόγιο.

- Φέτος ανήμερα του Πολυτεχνείου, μου έρχεται στο μυαλό και πάλι το άσυλο, το πανεπιστημιακό, ειδικά όταν σκέφτομαι τον Ρουβίκωνα να έχει κατασκηνώσει στη Φιλοσοφική. Μπερδεμένα όλα γυρίζουν στο κεφάλι μου: ποιος αγωνίστηκε, γιατί, ποιος έφαγε ξύλο, έφαγε άραγε αρκετό ή αφού έγινε εξουσία διαπίστωσε ότι μερικές ψιλές του χρειαζόταν ακόμη αλλά ποιος να του τις δώσει που έχουμε και Δημοκρατία. Αυτό είναι το ερώτημα που με βασανίζει όσο θυμάμαι τον κόσμο. Δηλαδή αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση.

- Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι γιατί κάνω παρέα μαζί σου.

- Εγώ πάλι αναρωτιέμαι τι ωραία που θα ήταν να ήμουν πυροσβέστης με τη μάνικα, τροχονόμα με τη σφυρίχτρα, πιλότα...

- Τι είναι αυτό;

- Το θηλυκό του πιλότος. Ποιοι άλλοι είναι ειδικά μισθολόγια;

- Εμείς και οι πανεπιστημιακοί.

- Νομίζω με την αξιοκρατία που βασιλεύει στο ελληνικό δημόσιο είναι πιο εύκολο να σταδιοδρομήσω ως ιατρός, στην ηλικία μου, παρά ως πανεπιστημιακός.

- Τι ειδικότητας ιατρός δηλαδή;

- Μουσαντένιος! Όπως όλα γύρω μου: αξίες, αρχές, ιδέες, ιδεολογίες, αγώνες, θυσίες! Ρίξατε η γενιά σας τη Χούντα το ’74 και πενήντα χρόνια μετά σήμερα αναρωτιόμαστε μήπως τελικά οι άνθρωποι αυτοί ήταν κάποια λύσις.

- Τι γινόμαστε τώρα χωρίς βαρβάρους συνταγματάρχας;

- Εμείς δεν γνωρίζω. Οι συνταγματάρχαι πάντως, οι σημερινοί εννοώ, όχι εκείνοι οι παλιοί κακοί, είναι στα ειδικά μισθολόγια. Αλλάζω ποιητή και αποφαίνω: Βρε μπας και πήραμε τη ζωή μας λάθος;

Με κοιτά, την κοιτώ. Κάτι ο ήλιος, πολύ το τσίπουρο ξεσπάμε σε γάργαρα γέλια. «Κοίταξε», μου λέει με προτεταμένο το δάχτυλο. «Ο Ρουβίκωνας δεν είναι κακός. Βαράει. Πολύς κόσμος θέλει ξύλο». «Από τα ειδικά μισθολόγια να δεις πόσοι. Και δη οι ιατροί!» απαντώ. «Προπάντων οι καθηγηταί! Εις το εξώτερον των ειδικών μισθολογίων!» λέει και ζητά τον λογαριασμό.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018 14:35

Καντήλια στο Δημόσιο (;)

Βεβαίως και γυρίζουν από χτες το βράδυ στο μυαλό μου: ο Παπαφλέσσας! Ο Αθανάσιος Διάκος! Ο καλόγερος Σαμουήλ! Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός! Ο Γρηγόριος ο Ε’! Ο Κοσμάς ο Αιτωλός! Ο Χρυσόστομος Σμύρνης! (τσιγγουνιές θα κάνουμε;). Το πάτερ ημών! (λέμε τώρα!) Ο πάτερ φαμίλιας! (ε, όχι το παρακάναμε). Όλοι αυτοί, αν υπήρχαν, οι απόγονοί τους και τα παιδιά των παιδιών τους θα πάψουν άκουσα να θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι. Εν μια νυκτί. Μολονότι θα πληρώνονται από το Ελληνικό Δημόσιο. Τι θα γίνουν άραγε; Υπάλληλοι σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου; Κάτι σαν την ΕΡΤ; Ιδιωτικοί υπάλληλοι της Εκκλησίας; Θα ζήσουμε μεγάλες στιγμές, άραγε, όταν το επίσημο κράτος θα διορίζει επίτροπο και θα επιχειρεί να ελέγξει τα κηρύγματα από άμβωνος; Αστειεύομαι! Αν το μπορούσε αυτό η πολιτεία θα το είχε από ετών πράξει να ξεμπερδεύει; Ξέρετε τι ψηφαλάκια χειραγωγεί ή επηρεάζει άντε, αυτός ο άμβωνας! Το ράσο! Το λιβάνι! Το ιερό Ευαγγέλιο! Πόσοι συνειρμοί σε οδηγούν στην κάλπη συχνά χωρίς καμία περαιτέρω επεξήγηση; Το ποίμνιον του Θεού δεν αστειεύεται. Ένα αστειάκι πήγε χτες να γίνει με τους ποιμένες του. Μένει να δούμε πότε θα ξεσπάσει η θεομηνία, συμβατή και αυτή με την εκκλησιαστική ιστορία.

Έχω δει να απεργούν όλες οι εργαζόμενες ειδικότητες, ακόμη και οι αστυνομικοί. Εκκλησία κλειστή λόγω απεργίας δε θυμάμαι. Να θες να παντρευτείς και να μη δύνασαι. Να έχεις ξεκινήσει το ταξίδι χωρίς επιστροφή και να καθυστερείς στο τελωνείο. Να μένεις αλειτούργητος την Κυριακή. Να μπαγιατεύουν τα πρόσφορα, να εκκρεμούν τα τρισάγια. Και ότι βγήκαμε από την κρίση. Μα είμαστε τώρα για τέτοια; Δε μας έφταναν τα περσινά συλλαλητήρια! Το βλέπω να καθιερώνονται: ετησίως, αν είμαστε καλά παιδιά, με παρεμφερή θεματική, έτσι να πουλάνε και καμιά στολή τα εποχιακά. Φέτος το μυρίζομαι το δράμα: Μαύρες οι κλειστές λεωφόροι από τα ράσα. Είναι εποχές εν όψει εκλογών; Μαύρες σημαίες και αντί ευλογίας κατάρες. Δεν μπορεί τα προφήτευαν αυτά οι γραφές! Ο άγιος Παΐσιος κάτι θα είχε προβλέψει. Ε, ρε γλέντια τρικούβερτα! Με συναυλίες στο Σύνταγμα σε απευθείας μετάδοση από τη Μητρόπολη Αθηνών. Με δημόσιους αφορισμούς. Με αγρυπνίες. Με καταλήψεις ιερών ναών. Με ακυρώσεις του παιδαγωγικού έργου του κατηχητικού!

Τίποτα δε μας σώζει πλέον. Να τα μυριστεί και ο Ρουβίκωνας, να κάνει κατάληψη σε καμία κεντρική εκκλησία, να οργανώσει και το παρτάκι του στο προαύλιο, άντε τώρα εσύ να βγάλεις άκρη, πού αρχίζει η καινοτομία (ε, μην το παρα…τραβάμε, σιγά την καινοτομία) και πού σταματά η παράνοια!

Τι πρόκειται να συμβεί από τις χτεσινές εξαγγελίες; Υποπτεύομαι τίποτα. Το ηθικό δίδαγμα για μένα είναι πάντως να καλοπιάνουμε την ΟΛΜΕ. Μη ξυπνήσει ένα πρωί, λάβει αποφάσεις ερήμην μας και προχωρήσει σε συμφωνίες με την κυβέρνηση χωρίς να μας ρωτήσει. Αν οι παπάδες μέσα σε ένα απόγευμα παύονται από δημόσιοι υπάλληλοι πόσα λεπτά θα χρειαστούν για τους εκπαιδευτικούς, αφού ψηφίσαμε στο τρίτο μνημόνιο την αυτονομία των σχολικών μονάδων; Τέτοια κάνετε, Αλέξη, τα διαβάζει ο Κυριάκος και τρίβει τα χέρια του. Οι φιλοκυβερνητικοί φίλοι μου, και έχω πάρα πολλούς, με καθησυχάζουν ότι πρόκειται για τομή στη σχέση κράτους-εκκλησίας. Εγώ απαντώ ότι από τους παπάδες ξεκίνησε η συρρίκνωση του δημοσίου. Και ο Κούλης δεν έχει ακόμη γίνει πρωθυπουργός! Τι μας περιμένει, Παναγία μου!

Αν συμφωνώ; Διαφωνώ ριζικά με οτιδήποτε αποφασίζεται εν μια νυκτί. «Ο Σαμαράς το είχε ξεκινήσει, το 2014» φωνάζει η φίλη μου η Καίτη. «Το ξεκίνησε ο Σαμαράς;» «Μάλιστα, κυρία μου!» «Και το ολοκληρώνει ο Τσίπρας;» «Βεβαίως!» «Ω, ρε, γλέντια!» Ευθυμολογώ, γιατί δεν έχω και κάτι καλύτερο να κάνω: «Άμα πάψουν οι παπάδες να είναι δημόσιοι υπάλληλοι ποιος θα κάνει αγιασμό στα σχολεία;» ερωτώ. «Του χρόνου τον Σεπτέμβρη, όταν εκλεγούμε ξανά, και στο εξής θα καταργηθεί ο αγιασμός» παίρνω την απάντηση.

Παρασκευή, 09 Νοεμβρίου 2018 10:42

Το μεγάλο φινάλε

Είναι η δεύτερη φορά μέσα στη δεκαετία που διανύουμε που κόλλησα στη μικρή οθόνη, μετά τον Ιούνιο του 2013, όταν περιμέναμε το μαύρο στην ΕΡΤ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου αναμενόταν το μαύρο στο Mega. Και συνεπές στο ραντεβού του, όπως κάθε δυσάρεστο, έφτασε, στις 2:08:35 ξημερώματα. Πριν η Ρένια Λουιζίδου ολοκληρώσει τη φράση της σε μια σκηνή από τους «Απαράδεκτους». Η εικόνα πάγωσε. Έκτοτε σιωπή.

Το Mega άρχισε να εκπέμπει τον Νοέμβριο του 1989. Μερικές φορές λέω, το γράφω κιόλας, ότι δε θυμάμαι αν ποτέ υπήρξε εκείνη η εποχή. Υπερβάλλω. Το μεγάλο κανάλι μπήκε στη ζωή μας την ίδια περίοδο με τις εθνικές εκλογές, που οδήγησαν τον Ξενοφώντα Ζολώτα στην πρωθυπουργία. Είχαμε και τότε κρίση, σκάνδαλα, εξεταστικές, πολιτική αστάθεια και οικονομικά προβλήματα. Όμως ιδρύονταν κανάλια, δεν έκλειναν. Το Mega υπήρξε ένα υπέροχο, πολύχρωμο σύμπαν, μεταξύ άλλων και για εμάς που πρωτοετείς φοιτητές τότε, προσανατολιζόμασταν μέσα σε μια άχρωμη μεγαλούπολη. Έναν χρόνο πριν, θυμόμουν τον εαυτό μου, να περιορίζομαι στις ταινίες που η δημόσια τηλεόραση πρόβαλε κάθε Παρασκευή βράδυ, και στην εξωπραγματική αμερικάνικη σαπουνόπερα του μεσημεριού. Έβλεπα τηλεόραση… μόνον, για εξάσκηση στα αγγλικά: Έκοβα λωρίδες χαρτί υγείας, το κολλούσα πάνω στους υπότιτλους και προσπαθούσα να καταλάβω τους διαλόγους του Ριτς με την Καρολάιν, την ίδια στιγμή που άλλοι αναστέναζαν από ενσυναίσθηση για τα τεκταινόμενα στο γυαλί… Δεκάρα δεν έδινα!

Το Mega όμως ήταν διαφορετικό: ήταν η ζωή που κυλούσε γύρω μας: είχε ενημέρωση, ψυχαγωγία, ποικιλία, εξαιρετικές παραγωγές. Με τα πρώτα χρήματα που είχα κερδίσει αγόρασα μία τηλεόραση και στο δυάρι της Μεσολογγίου, που ήταν κοντά στο Πανεπιστήμιο, μαζευόμασταν η παρέα, συζητούσαμε και χαζεύαμε, χωρίς να πιστεύουμε σε όσα προβάλλονταν μπροστά στα μάτια μας. Μια πλειάδα από τους πιο ταλαντούχους καλλιτέχνες της γενιάς τους, δημοσιογράφοι, σεναριογράφοι, παραγωγοί, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, σε μια εξαιρετικά γόνιμη συνύπαρξη έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό και μας χάρισαν εξαιρετικές επιτυχίες. Διαχρονικές. Το ζήσαμε τελευταία όταν το τραυματισμένο κανάλι προβάλλοντας αμιγώς ψυχαγωγικές σειρές δεκαετιών γονάτισε τα αντίπαλα προγράμματα, ακόμη και των συνδρομητικών καναλιών! Έβλεπα, επιδίωκα να παρακολουθώ, τώρα τελευταία, αν και δεν είμαι φίλη της τηλεόρασης. Η αναδρομική προβολή σειρών από το παρελθόν γινόταν αναπόφευκτα περιστασιακός σταθμός σε προσωπικές στιγμές: Κάθε φορά που έβλεπα τη Μαρίνα Κουντουράτου χαμογελούσα! Γλυκά ή πικρά θα σας γελάσω. Υπάρχει πάντα κάτι που μας σημαδεύει…

Το ειδησεογραφικό τμήμα του καναλιού κατηγορήθηκε με δριμύτητα για διαπλοκή. Για αλαζονεία και για παιχνίδια εξουσίας. Δεν ξέρω τι ισχύει από αυτά. Κανείς δε λογοδότησε. Δε δικάστηκε. Όλα τα μεγάλα ονόματα της δημοσιογραφίας αποχώρησαν εξαιρετικά πλούσιοι υπό λογικές συνθήκες, χωρίς να υποστούν τις οδυνηρές συνέπειες που υφίστανται όπως πάντα οι απλοί εργαζόμενοι. Οι οποίοι όμως δεν είναι τόσο απλοί. Από τη δεκαετία του 1990 ως το 2010 θεωρήθηκε σύμβολο επαγγελματικής καταξίωσης να ενταχθεί κάποιος στο δυναμικό του καναλιού. Οι απλοί εργαζόμενοι που βρίσκονται απλήρωτοι, χωρίς εργασία στα πενήντα τους και χωρίς μέλλον επαγγελματικό, είναι κάποιοι από τους καλύτερους επαγγελματίες της γενιάς τους. Και αυτό είναι εξαιρετικά άδικο. Δεν τους διόρισε ο θείος τους, αναδείχτηκαν αξιοκρατικά. Στην Ελλάδα ατυχώς είσαι καταδικασμένος να υποφέρεις, αν είσαι καλός στη δουλειά σου. Σε δημόσιο σε ιδιωτικό τομέα, δεν έχει σημασία. Θέλουμε κατά τα άλλα να επιστρέψουν από το εξωτερικό επιστήμονες, να προσελκύσουμε επενδύσεις. Το ψυχαγωγικό τμήμα του Mega είναι μία επικερδέστατη επένδυση… Αναρωτιέμαι αν θα αξιοποιηθεί. Σκέφτομαι με φρίκη ότι μπορεί όλη αυτή η πνευματική και πολιτιστική περιουσία να έχει την τύχη που είχε μεγάλο μέρος του αρχείου της κρατικής τηλεόρασης. Κάτι μέσα μου ματώνει.

Έχω πλέον άλλον έναν λόγο να μην ανοίξω την τηλεόραση. Η απουσία ποιοτικών παραγωγών είναι αισθητή. Όπως και το γενικότερο έλλειμμα… (συμπληρώστε το κενό), ό, τι σκεφτείτε ταιριάζει.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018 16:05

Η πρόταση

Είχαμε γνωριστεί στη Μυτιλήνη, στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα. Πολλά χρόνια πριν. Έκτοτε χαθήκαμε. Πριν μερικές μέρες μου τηλεφώνησε. «Κατεβαίνεις;» Είχα σκοπό να κατέβω για το τριήμερο της 28ης στην Πέτρα, αλλά το σχέδιο ναυάγησε. Αναρωτήθηκα πώς το ήξερε. Δεν είχα καταλάβει καλά. «Στις εκλογές, παιδί μου, τον Μάιο. Μαζί μας». Αθάνατη ποσόστωση, όποτε ενσκήπτουν αυτοδιοικητικές εκλογές παράπονο δεν έχω. Με θυμούνται. «Πόσους δήμους θα έχουμε τελικά;» σκέφτηκα να ρωτήσω. «Εσένα τώρα αυτό τι σε αφορά; Εσύ κατεβαίνεις;» Του εξήγησα ότι δεν διατηρώ κανένα ενδιαφέρον για την ενεργό πολιτική ζωή. Αντέδρασε: «Εσύ; Ένα δημόσιο πρόσωπο;» Άρχισα σοβαρά να αναρωτιέμαι αν με δουλεύει άσχημα αλλά το ψηστήρι συνεχίστηκε αμείλικτο: «Έχεις υποχρέωση να προσφέρεις στον τόπο σου». «Ζω στην Αθήνα» αντέτεινα. «Είναι η στιγμή να επιστρέψεις» με αποστόμωσε.

Σκέφτηκα να κλείσω το τηλέφωνο αλλά είχε αρχίσει πια να έχει πλάκα. «Με τι να ασχοληθώ λοιπόν στα τοπικά πράγματα, εγώ, ένα δημόσιο πρόσωπο, όταν επιστρέψω;» «Με την εκπαίδευση» ήταν η πρώτη απάντηση. «Με αυτήν ασχολούμαι ήδη». «Ε, εσύ έχεις εύρος, μπορείς να αξιοποιηθείς σε πολλούς τομείς, στην υγεία για παράδειγμα» Φίλη γιατρός που άκουγε από ανοιχτή ακρόαση το πανηγύρι με μούτζωσε πανηγυρικά. Εδώ που φτάσαμε, για το καλό του λαού, και μούντζα θα εισπράξουμε, σκέφτηκα και άρχισα να καλλιεργώ τα δημαγωγικά μου αντισώματα. «Άλλο;» ρώτησα. «Με τον τουρισμό» αντέτεινε. Εισέπραξα κράξιμο από την ξαδέρφη μου, όταν το ανακοίνωσα. «Εσύ δεν ξέρεις να καθίσεις ρεσεψιόν, θα οργανώσεις την τουριστική ανάπτυξη;» Άρχισα να πιστεύω ότι με αδικούν όλοι μου οι φίλοι. «Για να μη σου πω ότι θα διαπρέψεις ως γραφείο τύπου. Έχεις εξάλλου πλούσια δημοσιογραφική καριέρα στο ενεργητικό σου». «Άντε βάλε το κεφάλι σου κάτω από το λάστιχο» ούρλιαξε η κουμπάρα Αναστασία, που και αυτή εζήλευσε το πολιτικό μου μέλλον, ο ορίζοντας του οποίου διαγραφόταν μέγας!

«Όταν εκλεγείς (είχα ήδη εκλεγεί να μη σας τα πολυλογώ) θα έχεις την ευκαιρία να συνομιλείς με τον κόσμο, να του απευθύνεσαι». «Έχω κάνει έξι χρόνια σχεδόν ραδιόφωνο» του θύμισα. «Θυμάσαι μία ραδιοφωνική συζήτηση με δημόσιο πρόσωπο;» Θυμόμουν την Πρωτοχρονιά του 1998 με κάποιον που ήθελε να γίνει Δήμαρχος και δεν έγινε (ευτυχώς για κείνον) αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους από αυτούς που εκείνους εννοούσε. Απάντησα αρνητικά, γιατί έτσι κι αλλιώς μιλούσαμε διαφορετική γλώσσα. «Δε μου λες να σε ρωτήσω» (πώς μου ήρθε;) «Ποιο κόμμα εκπροσωπείς;» «Είμαστε πολυσυλλεκτική ομάδα» απάντησε. «Και σας στηρίζει ποιος;» Είπε. «Ναι αλλά εγώ πολιτικά καμία σχέση»! «Μα γιατί; Οι πολιτικές μας θέσεις είναι συγγενείς». «Σώπα!» Η Πρωτοχρονιά του 1998 ξαναζωντάνεψε. Ποτέ δεν εκοιμήθη. Τα ετερώνυμα έλκονται. Αν έλκονται, λέει; Ποσώς όμως στην πολιτική. Άρχισε να μου εξηγεί: Το προσφυγικό, τη Μακεδονία (τι δουλειά είχε αυτή στο Ανατολικό Αιγαίο ας ήξερα!), την οικονομική ζωή, την ανάπτυξη, τη λαϊκότητα (εκεί τα σπάσαμε εντελώς όμως)… «Έχει αλλάξει ο κόσμος, εσύ δεν το καταλαβαίνεις». Δε θα καταλάβω. Μακάρι να γίνουν όλες οι Πρωτοχρονιές ένα μεγάλο πυροτέχνημα!

«Άσε που μπορείς να καλλιεργήσεις τις φεμινιστικές σου ανησυχίες» θεώρησε ότι με ρούμπωσε. Του είπα ότι δεν έχω τέτοιες με την έννοια που δίνει στο σπορ. Τον ευχαρίστησα κοφτά και του εξήγησα ότι δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να ασχοληθώ ποτέ με την ενεργό πολιτική. Του είπα ότι είμαι άνθρωπος που απολαμβάνει την εσωστρέφειά του. Τον απογοήτευσα. Είχαμε να μιλήσουμε είκοσι χρόνια. Μια ζωή! Του ευχήθηκα κάθε επιτυχία! Άτιμη ποσόστωση που τυραννάς τους συνδυασμούς! Κλείνοντας το τηλέφωνο σκέφτηκα πόσα τέτοια τηλεφωνήματα διαμείβονται καθημερινά. Πόσες φιλοδοξίες γεννιούνται! Για να διαψευστούν οικτρά σε μερικούς μήνες! Πόσοι τσιμπάνε! Πόσοι ψωνίζονται! Χαμογέλασα. Με περίμεναν τρία πακέτα με γραπτά. Άρχισα να διορθώνω με μεγάλη όρεξη!

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Άλλα ξεκίνησα να γράφω σήμερα έλα όμως που τυχαία έπεσε στην αντίληψή μου ότι σήμερα γίνονται τα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής με τίτλο «Σταθμοί» του Χρόνη Μπότσογλου στην Γκαλερί Σκουφά (Σκουφά 4 στην Πλατεία Κολωνακίου). Έτσι η εικόνα του σημερινού κειμένου είναι μία φωτογραφία από ένα έργο του ζωγράφου. Και επειδή η δύναμη του τυχαίου γεννά τον συνειρμό, η εικόνα της ηλικιωμένης κυρίας έφερε στη μνήμη μου με συγκίνηση τη γιαγιά μου τη Δέσποινα να κοιτάζει λίγους μήνες μόλις πριν φύγει Μάρτιο του 1989 φωτογραφίες από ένα ηλιοβασίλεμα. «Αυτό είναι από την πατρίδα μου, έλα να δεις». Όταν πλησίασα είδα μόνον θάλασσα και ορίζοντα. Πουθενά στεριά. Απόρησα. Το περασμένο καλοκαίρι η κόρη του αδερφού της είχε αναζητήσει τις χαμένες πατρίδες, είχε επισκεφτεί το νησί στην Θάλασσα του Μαρμαρά και έστειλε στη θεία λάφυρο φωτογραφίες, τις οποίες η μάνα μου άφησε διακριτικά πάνω στο τραπέζι, για να μην την ταράξει.
«Η καταγωγή μου είναι από τα Προκόννησα, τα νησιά του Μαρμαρά. Τί να σου εξηγώ; Αδραμύτι, Προύσα, Πάνορμος, Αρτάκη. Η πατρίδα μου είναι το νησί, το Πασαλιμάνι, απέναντι από την Αρτάκη, σημερινό Ερντέκ. Το χωριό μας το λέγανε Βόρι». Γύρισα και κοίταξα τον φίλο της Καίτης, που καθισμένος ανάμεσα στη Γιώτα και στην Αναστασία, βράδυ στους Πειρατές, απέναντι από ένα δυνατό φεγγάρι που καθρεφτιζόταν στη θάλασσα έλεγε, χωρίς να το ξέρει την αρχή από όλες τις ιστορίες που με νανούριζαν τα μεσημέρια των παιδικών μου χρόνων. Ο Τζανέτος Σταυράκης, ορθοπεδικός χειρουργός από τον Μόλυβο, καταγόταν από έναν τόπο μακρινό που γεννούσε παραμύθια με πρωταγωνιστές τη γιαγιά μου και τα τέσσερα αδέρφια της, παιδιά συνομήλικά μου πάντα στη ζαβολιά, πριν η δύναμη του χρόνου ρίξει ανάμεσά μας ένα χάσμα ογδόντα περίπου χρόνων.
Ήταν μοιραίο να συμπαθήσω τον γλυκύτατο άνθρωπο, με το μοναδικό χάρισμα να αφηγείται εξαιρετικές ιστορίες, δίνοντας ταυτόχρονα συμβουλές για κότσια, οστεοπόρωση και άλλα τέτοια, με τα οποία οι περαστικοί από την παρέα των Πειρατών συνηθίζουν να φορτώνουν έναν γιατρό, όταν τον συναντούν στον δρόμο τους. Το επόμενο βράδυ της παρουσίασης του βιβλίου του Στρατή Φραντζέσκου Η δική μου Πέτρα, έμαθα ότι ο γιατρός δεν είχε αφήσει ανεκμετάλλευτο το ταλέντο του να διηγείται. Αντίθετα είχε εκδώσει μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Μεγαλώνοντας στον Μόλυβο, από το περασμένο καλοκαίρι. «Πάρε να διαβάσεις για το χωριό της γιαγιάς σου» είπε και μου χάρισε ένα αντίτυπο με τα δώδεκα σύντομα διηγήματα που ξεκοκάλισα το επόμενο κιόλας μεσημέρι στην Άναξο. «Ωραίο το μουγκρί» σχολίασα το ίδιο βράδυ στην παρέα των Πειρατών. «Ε, μεσημέρι και ξεκοκάλισμα από το ψάρι θα άρχιζες» άκουσα από την παρέα. Η αλήθεια είναι ότι είχαμε απολαύσει κάτι ωραιότατα συναγρίδια στον Μούτσο, είχαμε ρίξει και έναν γενναίο καυγά περί των πολιτικών για χώνεψη, που μάλλον ακύρωνε τη φιλαναγνωσία. Δεν ήταν αυτό. Το συγκεκριμένο διήγημα, το οποίο μάλιστα εκτυλίσσεται στον Μόλυβο της φαντασίας και της πραγματικότητας, είχε όλα τα συστατικά του καλού διηγήματος: είχε δεμένους χαρακτήρες, γρήγορη πλοκή, ισχυρούς συμβολισμούς του τέρατος που όλοι μεγαλώνουμε μέσα μας και τέλος τραγικό, με σκηνικό το λιμάνι και τη θάλασσα που μας μεγάλωσε.
Ενώ αγόρευα διέκρινα τη συστολή της περηφάνιας στο πρόσωπο του συγγραφέα, ο οποίος ως πρακτικός νους προσπάθησε να απομονώσει τη συνταγή της επιτυχίας. Η οποία δεν υπάρχει. Δηλαδή υπάρχει αλλά δεν περιγράφεται. Όπως οι ιστορίες των βιβλίων: οι ήρωες ζουν, προφυλαγμένοι πίσω από τυπογραφικά στοιχεία. Είναι τόσο αληθινοί και τόσο ουτοπικοί ταυτόχρονα. Ό, τι υπάρχει είναι μόνον η ζωή που απολαμβάνουμε καθημερινά και τα πρόσωπα, με τα οποία μοιραζόμαστε στιγμές και εμπειρίες. Είπα στον Τζανέτο ότι επιβάλλεται να παρουσιάσει το βιβλίο του. Σα να κατάλαβα ότι το προγραμματίζει το επόμενο καλοκαίρι.
Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά
Φιλόλογος

 

 

Το καλοκαίρι που μας έρχεται θα συμπληρώσει αισίως μία παραγωγική πενταετία ένας καλλιτεχνικός θεσμός που ενέσκηψε απρόοπτα στην καλοκαιρινή ζωή κατά βάσει της βόρειας Λέσβου και την έκανε περισσότερο μελωδική και σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα. Τα τέσσερα καλοκαίρια που κύλησαν επιβεβαιώνουν ότι μαζί με τον θεσμό που εξελίσσεται και επεκτείνεται πια σε ολόκληρο το νησί, η ανταπόκριση του κοινού στο πρόγραμμα και στις προφεστιβαλικές του δραστηριότητες μεγαλώνει. Είμαστε ιδιαίτερα περήφανοι συνεπώς να σημειώσουμε χωρίς υπερβολή ότι η Λέσβος, ειδικότερα το βόρειο τμήμα της και προπαντός ο Μόλυβος παράγει πολιτιστικά προϊόντα υψηλού επιπέδου, ανάλογα με την παράδοση του τόπου και των ανθρώπων του.

Δεν είμαι ιδιαίτερα εξοικειωμένη με την κλασική μουσική. Μάλλον με λες ερασιτέχνη στα ακούσματά μου. Ωστόσο από το πρώτο καλοκαίρι απόλαυσα με ένα χαμόγελο ικανοποίησης τους καλλιτέχνες που έπαιζαν μουσική στα σοκάκια και στις γειτονιές του χωριού και τα μαγικά βράδια των συναυλιών στο Κάστρο, παρέα με τα αυγουστιάτικα μελτέμια. Από τότε όλοι καταλαβαίναμε ότι κάτι σημαντικό και διαφορετικό είχε γεννηθεί. Η ίδια ιστορία εξακολούθησε και την επόμενη χρονιά και τη μεθεπόμενη. Τους μήνες της χειμερίας νάρκης στην πρωτεύουσα συνέλαβα τον εαυτό μου να αναζητά τη γοητεία της κλασικής μουσικής. Να ακούει περισσότερο έργα της. Να κατεβάζει υλικό από το διαδίκτυο. Εμπειρικά και ερασιτεχνικά πάντα. Κάπου εκεί κατάλαβα πόσο μπορεί ένας θεσμός επιτυχημένος να επηρεάσει την αισθητική ενός αδαούς επί το ποιοτικότερο. Με άλλα λόγια συνειδητοποίησα την παιδευτική δύναμη σπουδαίων καλλιτεχνικών γεγονότων. Δεν έγινα έκτοτε ειδική στην κλασική μουσική, πιθανόν ούτε πρόκειται να γίνω. Έμαθα όμως να την αγαπώ, πολύ περισσότερο έμαθα να την ακούω. Μαζί με μένα και πολλοί ακόμη θιασώτες του διαφορετικού που ανέβηκαν στην αρχή από περιέργεια στο Κάστρο και πρόσθεσαν το Φεστιβάλ στις καλοκαιρινές τους εξόδους.

Τα δύο τελευταία χρόνια, χάρη στις προφεστιβαλικές εκδηλώσεις του γοητευτικού αυτού θεσμού, ανακάλυψα ξανά μερικούς αγαπημένους μου προορισμούς στο νησί: θυμάμαι ένα απόγευμα σπάνιας απόλαυσης στα Θέρμα: Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από ένα απόγευμα που συναντά την αυγουστιάτικη νύχτα, όταν απολαμβάνεις τη μελωδία έμπειρων μουσικών και τα τραγούδια των τζιτζικιών από την εξωτερική πισίνα και το κατάστρωμα του χώρου. Στο μυαλό μου γυρίζει η φετινή συναυλία στον προαύλιο χώρο του Μουσείου Teriade: νύχτωνε, έπαιζα κυνηγητό με τις νότες, που μου ξέφευγαν ανάμεσα στα φυλλώματα των λιόδεντρων και έτσι ξαφνικά σαν κάπου να είδα ξαφνικά τον Matisse να χαμογελά, κουρντίζοντας τα όργανα της εικαστικής του Jazz. Ίσως η πιο αγαπημένη μου εμπειρία να ήταν ωστόσο εκείνη η βραδιά στον αρχαιολογικό χώρο της Κλοπεδής, στη μεθόριο της αρχαίας Μήθυμνας με την αρχαία Αρίσβη. Διαδρομή σε αγροτικό δρόμο, πάνω από γεφύρια, ανάμεσα σε στροφές, σε οργιώδη φύση και ο ήλιος να δύει πίσω από τις κολώνες του ναού του Απόλλωνα, ζαλισμένος από τη μουσική που ζωντάνεψε τον χώρο.

Φέτος για πρώτη χρονιά το πρόγραμμα εμπλουτίστηκε με μία ημερίδα λόγου, στην οποία αξιόλογοι επιστήμονες σαν τον πυρηνικό επιστήμονα, Χρήστο Ντουραμάνη, τον Αντιπρύτανη της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Μάριο Μπέγζο, τον αρχαιολόγο και λάτρη της Λέσβου, Δημήτρη Γιατρωμανωλάκη και τον ποιητή Νίκο Ερηνάκη αντάλλαξαν απόψεις στην κατάμεστη αίθουσα του συνεδριακού κέντρου του Μολύβου, το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου αναφορικά με το θεματικό κέντρο των φετινών εκδηλώσεων του Φεστιβάλ, που ήταν η Γένεσις. Η υπογράφουσα είχε τη χαρά και την τιμή να συντονίσει την ημερίδα και να ξανασυναντήσει τον αγαπημένο σκηνοθέτη Δήμο Αβδελιώδη νωρίς το απόγευμα στο λιμάνι, ο οποίος ανέλαβε να σκηνοθετήσει το Καρναβάλι των ζώων του Σαιν Σανς, ειδικά για παιδιά.

Μία εξαιρετική διοργάνωση που υποστηρίζει τη διεκδίκηση για ποιοτικό τουρισμό. Τα εύσημα στις κυρίες Δανάη και Κυβέλη Ντέρκεν, στον κύριο Δημήτρη Τρύφωνα, στην κυρία Λητώ Ντάκου, στην υπεύθυνη των προφεστιβαλικών εκδηλώσεων κυρία Ραλλού Κράλλη. Καλή συνέχεια!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2018 13:28

Ξαφνικά ένα μεσημέρι

Το συνειδητοποίησα, μόλις τέλειωσε το πρώτο εξάωρο της νέας σχολικής χρονιάς. Μαζί με την πτώση της θερμοκρασίας και τις σποραδικές βροχοπτώσεις. Τις θεαματικές εκπτώσεις ενός αγαπημένου καταστήματος και μια ελεεινή μορφή που τυχαία συνάντησα να περιφέρει το θλιβερό σαρκίο της ανάμεσα σε ακριβά μαγαζιά εκείνο το Σάββατο. Για μια στιγμή, ξαφνικά και στιγμιαία κατάλαβα πόσο ευτυχισμένη ήμουν με τον εαυτό μου! Αισθάνθηκα για ένα μικρό φευγαλέο διάστημα ικανοποίηση και πληρότητα, όση μού χρωστούσα αρκετές δεκαετίες αναζητήσεων, διεκδικήσεων και ματαιώσεων.

Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Δεν είχα επιτύχει κανένα αξιοσημείωτο κατόρθωμα. Δεν γιόρταζα κανέναν θρίαμβο. Δεν υπήρχε τίποτα για την ακρίβεια, ώστε να θριαμβολογήσω. Ήμουν ήρεμη, προσγειωμένη στον δικό μου μικρόκοσμο, με ανησυχίες και αγωνίες για το εθνικό και το προσωπικό μου μέλλον, με ανασφάλειες σταθερές, με φοβίες, με χρέη, με νέους στόχους. Αλλά, όταν είδα εκείνη τη φιγούρα να περιφέρεται ανάμεσα στις κρεμάστρες, να ανακατεύει χωρίς σκοπό τα πάντα και να διαγκωνίζεται ασκόπως κατάλαβα ξαφνικά πόσοι άνθρωποι ζουν, χωρίς προορισμό, χωρίς αρχές, χωρίς όραμα, χωρίς μέλλον. Ένα κακό φάντασμα από ένα μακρινό παρελθόν, ζηλόφθονο, απρεπές, προσανατολισμένο μόνον να προκαλεί κακό, χωρίς να είναι ικανό να κάνει το καλό ούτε καν στον ίδιο του τον εαυτό. Δεν το λυπήθηκα, πιστεύω ότι αυτό αξίζει στον καθένα όμοιό του. Ήταν ένα πρόσωπο που ήθελε, που σχεδίαζε και που προκαλούσε κακό. Ένιωσα περήφανη, γιατί ποτέ μου δεν θέλησα να βλάψω κανέναν. Ούτε καν να ανταποδώσω στο ανθρωπάκι που στριφογύριζε γύρω μου τη μικροψυχία του. Αισθάνθηκα ικανοποίηση, γιατί με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και οι άνθρωποι που αποτελούν τον στενό πυρήνα των προσωπικών μου σχέσεων, χρόνια τώρα. Κατάλαβα ότι ευτυχώς δεν ήμουν το πλάσμα αυτό αλλά ένας άλλος άνθρωπος. Ο οποίος φυσικά μόνον κακό δεν έπαθε από όλο το μακιαβελικό παρασκήνιο εκείνου του καλοκαιριού. Που μπορείς να πεις ότι συνέβαλε σε μια ματαίωση δική μου, μακροπρόθεσμα ωστόσο αναπόφευκτη και συμβατή με τον προσανατολισμό μου. Αλλά βέβαια ό, τι είχε γίνει τότε δεν είχε συμβεί με άλλον γνώμονα παρά για να με πληγώσει. Και τότε το είχε πετύχει.

Καθώς το ανθρωπάκι απομακρυνόταν από το κατάστημα, έσκυψα και το κοίταξα για άλλη μια φορά. Ένα άτομο που δεν κατάφερε στη ζωή του τίποτα, που δεν διεκδίκησε και δεν κέρδισε το παραμικρό. Ένας άνθρωπος κακός και λίγος, όπως λίγοι είναι όλοι οι κακοί άνθρωποι. Πλησιάζοντας στο ταμείο να πληρώσω την μπλούζα που αγόρασα ως εκπτωτικό προϊόν κατάλαβα ότι κάποιοι μπορούμε να μην ανησυχούμε τραγικά, όταν πλησιάζει η ώρα της κρίσεως, της ηθικής αποτίμησης της πορείας μας με κριτήρια αντικειμενικά. Τουλάχιστον κάποιοι μπορούμε να έχουμε ως άλλοθι για τον κατά τα λοιπά αμαρτωλό μας βίο, ότι συνειδητά, και όταν είχαμε εξουσία, δε βλάψαμε κανέναν.

Το ανθρωπάκι γύρισε το κεφάλι του κλεφτά. Μόνον κλεφτά με κοιτά έκτοτε. Κλεφτά μεν, κατάματα δε. Χρόνια τώρα θα ήθελα να του πω ότι το ίδιο από μόνο του δεν έφτανε να μου προκαλέσει κανένα πρόβλημα, αν δεν ήταν ήδη προβληματικό αυτό που ζούσα τότε. Νομίζω ότι δεν χρειάστηκε όμως. Κατά βάθος το γνώριζε και το ίδιο. Όταν ακόμη ήταν νωπό το τραύμα, ονειρευόμουν ότι κάποτε θα έφτανε μια εποχή που θα μπορούσα να της πω ότι η ζωή μου προχώρησε, ότι συνεχίστηκε, χωρίς απώλειες, παρά την παρέμβασή της. Εκείνο το Σάββατο κατάλαβα ότι ούτε αυτό ήταν αναγκαίο να συμβεί. Το γνώριζε. Έτσι απλά. Απέναντί μου είχα έναν άνθρωπο μικρό. Που ποτέ δεν ήταν τίποτα περισσότερο. Στα ψυχικά και στα ηθικά εφόδια. Που η ζωή δεν τον προικοδότησε δυσανάλογα ως προς τις ελλείψεις του. Αυτό το λες δικαιοσύνη; Νομίζω ότι το ίδιο έτσι το ονομάζει. Γέλασα μέσα μου. Αναστέναξα. Συνέχισα.

 

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 06 Σεπτεμβρίου 2018 13:43

Ο φακίρης και η κόμπρα

Μια φορά και έναν καιρό ένας φακίρης αγάπησε μια κόμπρα. Ο φακίρης έπαιζε μουσική μόνο και μόνο, για να βλέπει την κόμπρα να βγαίνει από το καλάθι της, να τεντώνει το φιδίσιο της κορμί και να λικνίζεται στον ρυθμό του. Κάθε φορά που η κόμπρα έφτανε στο ύψος του προσώπου του, τον κάρφωνε με το βλέμμα της. Ο φακίρης μαγεμένος της το ανταπέδιδε. Μόλις σταματούσε η μουσική, η κόμπρα κουλουριαζόταν στη γωνιά της, έκλεινε ερμητικά το σκέπασμα του καλαθιού και ξανάβγαινε μόνον με τις πρώτες νότες της μουσικής. Έτσι ο φακίρης άρχισε να παίζει όλο και πιο συχνά, για να τη βλέπει όσο περισσότερο γίνεται.

Ήταν ένας έρωτας καταδικασμένος: ο φακίρης ήταν άνθρωπος, η κόμπρα ερπετό. Τα φίδια είναι επικίνδυνα λένε για τον άνθρωπο. Δηλητηριώδη ίσως και θανατηφόρα. Συνήθως τον πληγώνουν, τον κάνουν να πονά. «Γιατί ο έρωτας τι κάνει;» σκεφτόταν ο φακίρης και αγνοούσε τον κίνδυνο. Αλλά και η κόμπρα φοβόταν τους ανθρώπους. Οι πιο πολλοί ήξερε ότι σκοτώνουν τα φίδια, από φόβο. «Το ίδιο γίνεται και στον έρωτα» έλεγε μέσα της. Πώς όμως μπορούσαν οι δυο ερωτευμένοι να επικοινωνήσουν; Η επαφή με τα μάτια ενέχει πάντα τον κίνδυνο της πλάνης: ποτέ το βλέμμα δεν κατάφερε να πει όσα η γλώσσα και ας πιστεύουν μερικοί ότι μια ματιά είναι πιο ισχυρή από χίλιες λέξεις. Πιο έντονη ίσως, πιο ξεκάθαρη όμως σε καμιά περίπτωση.

Αν και καταδικασμένος από όλους, ο έρωτας αυτός κράτησε μια ζωή. Χρόνια ολόκληρα ο φακίρης έπαιζε τη μουσική του και η κόμπρα μόλις την άκουγε σήκωνε το καπάκι του καλαθιού της, ανέβαινε νωχελικά ως το ύψος του προσώπου του και τον κοίταζε για ώρα πολλή κατάματα με το φιδίσιο βλέμμα της. Εκείνος πάλι είχε γράψει ένα σωρό μελωδίες, για να μπορεί να καλεί κάθε φορά με διαφορετικό σκοπό την αγαπημένη του, για να της εκφράζει με διαφορετικό τρόπο αλλά με το ίδιο πάθος τον έρωτά του. Κάθε φορά που αντίκριζε το βλέμμα της, ο φακίρης χανόταν σ’ αυτό, ώσπου να τελειώσει το τραγούδι του και συνήθως το τραγούδι μεγάλωνε, γιατί ο δημιουργός πρόσθετε και άλλα αυτοσχέδια γυρίσματα, στην προσπάθειά του να μακρύνει τον χρόνο, που απολαμβάνει την αγαπημένη του. Όταν η κόμπρα θύμωνε μαζί του απέφευγε στρατηγικά να τον κοιτάξει. Έβγαινε από τη φωλιά της, κουνιστή και λυγιστή, άρχιζε τον χορό της, με το βλέμμα στραμμένο σταθερά στον αυλό του φακίρη, αποφεύγοντας πεισματικά να αντικρίσει τη ματιά του. Ο φακίρης συνέχιζε να παίζει με υπομονή, αποφεύγοντας και αυτός να συναντήσει τα μάτια της. Ήξερε όμως ότι η κόμπρα τον αγαπά. Όπως και αυτή ήξερε ότι εκείνος ό, τι και να έκανε θα την αγαπούσε. Είχαν περάσει τόσα χρόνια μαζί και χωριστά και καταλάβαινε ότι το πρωτόκολλο της δικής τους αγάπης διαβαζόταν και από την καλή και από την ανάποδη.

Ο κόσμος απορούσε με τον φακίρη γιατί δεν έβρισκε γυναίκα να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. Νόμιζαν ότι ήταν αφοσιωμένος μόνον στην τέχνη του. Τον έλεγαν απόμακρο, ψυχρό άνθρωπο, χωρίς συναισθήματα και ερωτικές επιθυμίες. Αλλά ο φακίρης δεν ήθελε, ούτε και κατάφερε ποτέ να αγαπήσει κανένα άλλο πλάσμα, εκτός από την κόμπρα του. Άντε να εξηγεί στον καθένα. Ο πραγματικός έρωτας έχει αντισυμβατικό χαρακτήρα. Η κόμπρα όμως αγάπησε ένα αρσενικό φίδι. Κάθε φορά που άκουγαν τη μελωδία τα δυο φίδια ζευγάρωναν σε ένα σφιχτό σφιχταγκάλιασμα, πλέκοντας τα κορμιά τους στον αέρα. Η κόμπρα πάντα κάρφωνε με το βλέμμα της τον φακίρη.

Ένα πρωί η μουσική σώπασε. «Μη με κοιτάς, μίλα» της είπε σοβαρά ο φακίρης. «Στη γλώσσα τη δική σου ή τη δική μου, δεν έχει σημασία. Δεν υπάρχει τίποτα αδύνατο για όποιον αγαπά». Δεν έμαθα τη συνέχεια. Στα παραμύθια πάντως τα ζώα μιλούν.

Καλυψώ Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018 15:44

Εξοδούχοι

Δεν είχαμε ακόμη συνέλθει από τα ξενύχτια του Δεκαπενταύγουστου, όταν αντικρίσαμε ξαφνικά την έξοδο από τα μνημόνια. Νωθροί, μισοζαλισμένοι, με την αλμύρα της θάλασσας στο δέρμα και τα μαλλιά ανακατεμένα από την αυγουστιάτικη αύρα, βρεθήκαμε εκείνο το καταμεσήμερο στην αυλή νεοκλασικού αρχοντικού να ακούμε το διάγγελμα του Θιακιού μπερδεμένο στις μελωδίες των τζιτζικιών του γειτονικού πλάτανου. Στο μυαλό μου οι υποσχέσεις ανακατεύονταν γλυκά με τις μυρωδιές από το μπριάμ που ψηνόταν στον φούρνο της κουζίνας, με την παγωμένη μπύρα, σιγριανή στην καταγωγή παρακαλώ, από τις τελευταίες που καταφέραμε να εντοπίσουμε στην αγορά της Βόρειας Λέσβου. Ξυπνούσε έτσι μέσα μου μια διάθεση απαίτησης για καλύτερες μέρες, για δυνατότερες συγκινήσεις, για στιγμές - σταθμούς ευτυχισμένες και έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν μπορεί η πολιτική να μας τις εγγυηθεί ή αν είμαστε εμείς αρκετοί να τις γευτούμε ερήμην της.

Γύρω μου στην παρέα η συζήτηση είχε ανάψει δυνατότερη από τα νωθρά φετινά καλοκαιρινά πάθη και περιστρεφόταν γύρω από τη γενναιοδωρία της επικείμενης παροχολογίας στη ΔΕΘ. «Μεγαλύτερο αφορολόγητο», «13η σύνταξη», «δώρο», «μείωση του ΕΝΦΙΑ». «Πάντα ζητούσες τα φιλιά που αφήνουνε σημάδι» άρχισα να σιγοτραγουδώ, όσο η ομήγυρη πανηγυρικά αποφαινόταν για τις ημερομηνίες διεξαγωγής των βουλευτικών τα ποσοστά των κομμάτων την απλή αναλογική και το μεταναστευτικό. Φέτος το καλοκαίρι εμπέδωσα πώς προσλαμβάνει και ερμηνεύει ο οπαδός κάθε πολιτικής παράταξης την κρίσιμη δεκαετία που διανύουμε. Άρχισα σοβαρά να σκέφτομαι να διαμορφώσω άποψη προσωπική που λέει και ένα αγαπημένο μου πρόσωπο αλλά ο Αύγουστος είχε άλλα σχέδια για μένα, περισσότερο αμέριμνα και λιγότερο πολιτικά.

Το βλέμμα μου καρφώθηκε στο Λαζαρέτο, το μικρό νησάκι στο κέντρο του κόλπου, στο Βαθύ και το πιρούνι μου σε μια καλοψημένη μελιτζάνα. Είχα υπηρετήσει στο Θιάκι έναν ολόκληρο χρόνο, πρωτοδιόριστη. Συγκινήθηκα. Από τις αναμνήσεις. Η ώρα περνούσε το τραπέζι άδειαζε, η συζήτηση γινόταν όλο και πιο έντονη, ώσπου κάποιος, ο νεότερος της παρέας ανακοίνωσε ότι θα επισκεφτεί τη Δ.Ε.Θ. Η κυβερνητικά προσκείμενη παράταξη αλάλαξε προσωρινά με ενθουσιασμό: «Η νέα γενιά, οι φοιτητές, στηρίζουν Σύριζα». Αλλά οι μεγάλες ιδέες διαψεύδονται : «Για να δω τον Μαζωνάκη θα πάω, δε θα πάω για τον Τσίπρα» ομολόγησε ο μικρός, προκαλώντας τις επευφημίες των αντικυβερνητικών και τις ηχηρές αποδοκιμασίες των αντιπάλων τους. Τότε ο νέος έσπευσε να διαλύσει κάθε υποψία: «Εγώ τον Μητσοτάκη, ούτε να τον δω, όχι να τον ψηφίσω» είπε και σηκώθηκε νωθρά και αμέριμνα, κατευθυνόμενος προς το σκοινί που κρεμόταν η πετσέτα του. Καθώς η πόρτα της αυλής έκλεινε πίσω του με δύναμη, η απογοήτευση των νέων από την πολιτική σκηνή επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά για άλλη μια φορά.

Δοκιμάζοντας δροσερό πεπόνι και φρέσκα αυγουστιάτικα σύκα, με μυζήθρα και βαρύ ελληνικό καφέ, σχολιάζοντας τα σούρτα - φέρτα ενός κοινού γνωστού μας σε gay bar, την αποτυχημένη πλαστική στα χείλη γόνου γνωστής οικογένειας της περιοχής αλλά και τις εξαιρετικές εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Μουσικής του Μολύβου, στις οποίες φέτος η υπογράφουσα είχε τη χαρά και την τιμή να συμμετέχει αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι καθοδόν προς την έξοδο του τούνελ της οικονομικής κρίσης, είχαμε πλέον διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο life style που περιείχε από όλα: ποιητικές συλλογές, φλερτ, συνταγές, κούρες ομορφιάς, ενδυματολογικούς κώδικες, καλοκαιρινές συνήθειες, ερωτικά και πολιτικά πάθη. Χωρίς να το καταλάβουμε, είχαμε ήδη δραπετεύσει από την κακομοιριά της οικονομικής κρίσης, απολαμβάνοντας τον παράδεισο των προσωπικών μας σχέσεων, των καυγάδων, των διαφωνιών, των πειραγμάτων και του έρωτα, σε μεγάλες νύχτες, με φεγγάρι, αγναντεύοντας την ήρεμη θάλασσα, τα νησιά και τις βάρκες που έβγαιναν για πυροφάνι. Η ζωή είχε δοκιμάσει τις αντοχές και τις αξίες μας, είχε αλλάξει τις αξίες, τις προτεραιότητές μας. Ό, τι επιβίωσε ήταν αυτό που πραγματικά άντεξε στον χρόνο. Ό, τι αληθινά άξιζε να αγαπηθεί. Το πάθος για ζωή γεμάτη νόημα ήταν το σημαντικότερο.

 

Καλυψώ Λάζου - Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 02 Αυγούστου 2018 12:27

sen olmadığın bir adam oldun

Τα μυρωδάτα μεσημεριανά καλοκαίρια η γιαγιά η Δέσποινα με νανούριζε με παραμύθια, γεμάτα λέξεις εξωτικές, ήχους πρωτόγνωρους, ανεξιχνίαστους, σαν μελωδίες απόκοσμες, πριν διαβώ το βασίλειο του ύπνου. Ένα ανοιξιάτικο σχόλιο στα κοινωνικά δίκτυα από ένα μακρινό παραμύθι με έκανε να θυμηθώ εκείνες τις διηγήσεις, χτες, κάτω από τον καυτό λεσβιακό ήλιο, παρέα με τη θάλασσα, με καλούς και αγαπημένους φίλους: «Ήτανε μια φορά ένας πατέρας που είχε έναν ανεπρόκοπο γιο» ακούω από το βάθος του χρόνου τη μαγική φωνή της γιαγιάς, ενώ το χέρι της, που μοσχοβολά ροδόνερο και κανέλλα, με «δροσερίζει», με χαϊδεύει τρυφερά στον αυχένα. «Κάθε φορά που ο γιος τον απογοήτευε, ο πατέρας επαναλάμβανε «δε θα γίνεις άνθρωπος». Μαράζωνε ο γιος, το έπαιρνε κατάκαρδα, ώσπου μια μέρα αποφάσισε να πάρει των ομματιών του και να αναζητήσει την τύχη του μακριά. Η ζωή στάθηκε γενναιόδωρη μαζί του: γρήγορα πρόκοψε, έφτασε μάλιστα να γίνει πασάς. Έστειλε τότε τους φρουρούς του να καλέσουν στο σεράι τον πατέρα του. Πήγαν αυτοί στο πατρικό του, χτυπούν την πόρτα» κάπου εκεί εγώ που δεν έχω ακόμη κοιμηθεί, δίνω μικρές γροθιές στο καρυδένιο κεφαλάρι, «ανοίγει ο πατέρας την πόρτα, «έλα μαζί μας, σε ζητά να σε δει ο πασάς» του λένε αυστηρά οι απεσταλμένοι. Τρόμος κυρίεψε τον καημένο τον άνθρωπο. «Τι μπορεί να έκανα και με ζητά ο πασάς; Τί θα πάθω»; Άρχισε να συλλογίζεται. Η καρδιά του τον πρόδωσε. Μισολιπόθυμο τον πήγαν στο σεράι, όπου συνάντησε τον γιο του μέσα στα μεγαλεία. «Πασάς έγινες, άνθρωπος δεν έγινες, γι’ αυτό εγώ πεθαίνω τώρα» είπε και ξεψύχησε».

Μερικές φορές, αν δεν είχα ακόμη παραδοθεί στον ύπνο, η γιαγιά με ρωτούσε τι θέλει να μας πει η ιστορία. Δεν απαντούσα. Τότε εκείνη έλεγε πάντα: «Να σεβόμαστε τους ανθρώπους που αγαπάμε» Εκεί το μάτι μισάνοιγε. «Και αν δεν τους αγαπάμε;» «Να σεβόμαστε τον εαυτό μας» απαντούσε με έναν βαθύ αναστεναγμό. Τα χρόνια πέρασαν και οι ιστορίες που μας νανούριζαν έγιναν περιστατικά και εμπειρίες, που επιβεβαίωσαν τα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών: Αξία στη ζωή, πραγματική αξία, δεν έχει απαραίτητα όποιος διακρίνεται επαγγελματικά, επιτυγχάνει οικονομικά και γίνεται δημοφιλής. Η αληθινή αξία βρίσκεται στην ψυχή, στην ευγένεια, στην καθαρότητα και στον σεβασμό, με τον οποίο κάποιος περιβάλλει και προστατεύει το παρελθόν του και τα πρόσωπα που ανήκουν σ’ αυτό. «Να τα βράσω όλα τα υπόλοιπα» που θα ‘λεγε και η γιαγιά μου, «άμα λείπει ο άνθρωπος από τον άνθρωπο».

Ένα ακόμη παραμύθι από αυτά που συντρόφευαν τα παιδικά καλοκαίρια ήταν η ιστορία της ανεκπλήρωτης αγάπης σ’ αυτόν τον κόσμο, που ένωνε τις ψυχές μετά θάνατον. Θυμήθηκα την ιστορία με την ευκαιρία της ταυτόχρονης σχεδόν αποδημίας δύο ανθρώπων που πρωταγωνίστησαν σε έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Ο ένας μάλιστα, λίγο πριν φύγει, συνόδεψε τον πρώτο στην τελευταία του κατοικία. Ανάμεσα σε αρκετά καραφάκια τσίπουρο, προσπαθήσαμε να απαντήσουμε χτες το βράδυ, αν πιστεύουμε στην αποθέωση του έρωτα που νικά τον θάνατο. Κάποιοι, οι πιο μεθυσμένοι, απάντησαν καταφατικά. Ένας ήταν σίγουρος, Δύο αρνήθηκαν. Δύο δεν ήξεραν τι να απαντήσουν. Μία είπε: «Δεν το αντέχω να λάβω στεφάνι «Καλό ταξίδι Μητσάρας» στην κηδεία μου». Τάχθηκα με την άποψη ότι καλό είναι οι επίγειες εμπειρίες να μην μετατίθενται σε άγνωστα σύμπαντα. Για ό,τι ενώνει τους ανθρώπους αυτός ο κόσμος αρκεί. Δεν κοιμήθηκα καλά. Έβλεπα στον ύπνο μου ότι είχα πεθάνει, ένας μεγάλος μου έρωτας, πιο διαβασμένος από μένα στα θέματα υγείας, με έθαβε, κυριολεκτικά αυτή τη φορά, μου έκανε και την τιμή να εκφωνήσει τον επικήδειο. Και εγώ δεν μπορούσα να σηκωθώ και να φωνάξω την πρώην πεθερά του να τον κάνει να το βουλώσει. Εφιάλτης κανονικός. Διηγήθηκα το πρωί το όνειρο: «Λεφτά θα πάρεις» μου σχολίασε η παρέα. «Κερνάς».

Καλυψώ Λάζου- Μπαλτά

Φιλόλογος

Σελίδα 2 από 7
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top