FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Πέμπτη, 07 Ιουνίου 2018 16:00

Οι βασιλικές σύζυγοι

Αφορμή ο βασιλικός γάμος! Και τι γάμος! Παραμυθένιος! Με την άμαξα, τα άλογα, το ακριβό νυφικό, την ηλιόλουστη μέρα, τον ωραίο Χάρρυ, το ακριβό αυτοκίνητο και την τυχερή αμερικάνα, μια ακόμη ηθοποιό πέρα από τον Ατλαντικό που βάζει υποψηφιότητα για ευρωπαία βασίλισσα. Μαζί με πέντε φίλες μου, καθισμένες στον ωραίο μου καναπέ, περνούσαμε από τα τσιτάτα του Κάστρο στην κόμμωση της Μέγκαν και στο περιεχόμενο των φρέσκων σούσι που μάς περίμεναν λαχταριστά στον δίσκο του καθιστικού. Είναι σπουδαίο πράγμα να γίνεσαι βασιλική σύζυγος! Γίνεσαι κάτι πολύ σοβαρό από το τίποτα. Από το πουθενά. Λύνεις όλα σου τα προβλήματα. Το μόνο σου πρόβλημα είναι ότι δεν έχεις προβλήματα. Αποκτάς εξουσία, τουπέ, ύφος, πόζα, είσαι πλέον αναγνωρίσιμη. Χωρίς απαραίτητα να έχεις κάνει κάτι το ιδιαίτερο. Το σημαντικό. Χωρίς απαραίτητα ουσία και περιεχόμενο. Γίνεσαι βασιλική σύζυγος, χωρίς απαραίτητα να σου αναλογεί.

Λοιπόν η σκέψη μου γύρισε σε κάτι…  Σε κάποιους και κάποιες ! Σε κόσμο και λαό! «Ε, ρε πόσες και πόσοι βασιλικοί σύζυγοι βλέπω να κυκλοφορούν ανάμεσά μας», είπα και τσίμπησα ένα ξεγυρισμένο κομμάτι με λαχανικά. «Τι θες να πεις;» με κοίταξε μια φίλη μου με αινιγματικό χαμόγελο. Τι να της έλεγα… Στον νου μου ήρθαν όλα εκείνα τα ψώνια, όλα εκείνα τα καλόπαιδα που βρέθηκαν κοντά σε αξιόλογους ανθρώπους και ξαφνικά πίστεψαν ότι κάτι γίνανε. Και το χειρότερο είναι ότι θέλουν να μας κάνουν να το πιστέψουμε και εμείς. Τη βλέπεις. Ποζάτη, θρασύτατη, γλωσσού, κουτσομπόλα, τραγική: ανυπόφορη! Ατυχώς ήταν η αδυναμία ενός εξαιρετικά αξιόλογου ανθρώπου: nobody is perfect! Τον καβάλησε, τον ηγάπησε υποτίθεται και έγινε κυρία του κυρίου. Βασιλική! Βασιλικότερη του βασιλέως! Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Κουμανταδόρισα επί παντός του επιστητού. Ξερόλα. Πανταχού παρούσα. Γλώσσα ανεξέλεγκτη. Τη γνώμη σε όλα, για όλα. Δικαστής! Ούτε απέξω δεν πέρασε… τι να πεις όμως… Να πεις ότι οι βασιλικές σύζυγοι συνήθως έχουν τη γλώσσα του χρυσόψαρου… Πλην όσων κάθονται στην κορώνα του βασιλιά. Και αποφασίζουν να μας κυβερνήσουν. Γιατί μπορούν. Εδώ που τα λέμε, είναι να μην το φαντάζονται; Εδώ καβάλησαν τον ίδιο τον βασιλιά! Σε μας τους κοινούς θνητούς θα κωλώσουν;

Όταν τα διηγούμαι οι φίλες μου γελούν. Είναι τεράστιο το ζήτημα αν με την επιλογή συντρόφου και μόνον δικαιώνουμε την ύπαρξή μας. Δεν απαντάται. Δεν είναι δεδομένο τι δικαιώνει τους ανθρώπους και τον ρόλο τους στη ζωή! Αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό από το να προσπαθείς να μετατρέψεις την αυτοεπιβεβαίωσή σου σε διάθεση επιβολής στους άλλους, τους οποίους επιδιώκεις με κάθε τρόπο να τους χειραγωγείς. Να τους λες τι να κάνουν. Πότε. Γιατί να το κάνουν. Να ζητάς να σου δίνουν αναφορά. Να το απαιτείς. Στο όνομα του βασιλέως. Και οι άλλοι να είναι σοβαρότεροι από εσένα. Μακράν. Αλλά να μην το εννοείς. Γιατί ποτέ στη ζωή αυτή κανένας σοβαρός δεν έμπλεξε με τη βασιλεία. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος στη ζωή αυτή έκανε το λάθος και έγινε δημοκράτης. Και την πάτησε. Γιατί και η δημοκρατία και η βασιλεία, η ζωή γενικότερα, δεν είναι για τους σοβαρούς, ούτε για τους έντιμους. Για τους καπάτσους είναι. Θα το κλείσω το κομμωτήριο!

«Τι να πω και εγώ που έκανα τον καλό μου βασιλικό σύζυγο;» με βγάζει από τη νιρβάνα των διαλογισμών μου μια φίλη που χτυπά το σούσι με τον σολομό. Οι βασιλείς τρέφονται και βασιλικά. «Γιατί;» ρωτάμε. «Γιατί η ζωή είναι δύσκολη και εγώ κάποτε υπήρξα πολύ ερωτευμένη» «Και τώρα που σου πέρασε ο νταλκάς ο πολύς, γιατί δεν τον εκθρονίζεις;» ερωτά η ομήγυρη. «Γιατί δε θέλω να μείνω μόνη μου, γιατί δεν αντέχω να ξεκινήσω πάλι από την αρχή» απαντά με την απίστευτη ειλικρίνεια που τη διακρίνει. Η ζωή δεν ήταν ποτέ ούτε για τους ειλικρινείς.

Νεότερη τους αντιμετώπιζα με αποστροφή, με βδελυγμία, που πήγαζε από την αθωότητα, τον ιδεαλισμό της ηλικίας. Όταν αποφασίζεις να σταδιοδρομήσεις στην Ελλάδα, εξοικειώνεσαι με αυτούς, μαθαίνεις άρα να περιγελάς την «ηθική», (Ποια ηθική; Λέμε τώρα!) και τα καμώματά τους.

Για τα απανταχού ζιζάνια ο λόγος που κάθε κόμμα ατυχές καλλιεργεί και κατά συνέπεια πιστώνεται την αλητεία, τη βλακεία, το θράσος και ασφαλώς την κατάχρηση εξουσίας που προσπαθούν θρασύδειλα να ασκούν σε όποιον νομίζουν ότι θα τους φοβηθεί και θα ενδώσει στις επιθυμίες τους. Αυτό που έχω μάθει όλα αυτά τα χρόνια που δημοσιογραφώ και που σταδιοδρομώ στον δημόσιο τομέα είναι ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία όσο πιο υπολογίσιμοι πραγματικά κομματικοί παράγοντες είναι κάποιοι, με τόσο μεγαλύτερη αξιοπρέπεια, ευγένεια και διακριτικότητα πορεύονται μέσα στην κοινωνία. Για να μην εκτεθούν και να μην εκθέσουν τον πολιτικό φορέα που ανήκουν. Και αν βοηθούν ή βοηθούνται, το κάνουν διακριτικά. Έχω γνωρίσει δημόσια πρόσωπα και γρανάζια σε κομματικούς μηχανισμούς που σέβομαι. Είναι αυτή τους η κοσμιότητα και ζήτημα προσωπικής αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού ασφαλώς. Την οποία ωστόσο κάποια υποκείμενα έχουν από γεννήσεως σε διατίμηση!

Εδώ που τα λέμε δεν υπάρχει σκληρότερο πράγμα από τον παρασιτικό βίο. Να είσαι κισσός. Να έχεις γίνει αυτό που έγινες, γιατί τηλεφώνησαν ημέτεροι σε διευθυντές, σε προέδρους, επειδή εκδόθηκαν τροπολογίες εικονικές προκηρύξεις, που μόνον τη φωτογραφία σου δεν είχαν, γιατί τσίμπησαν κάποιοι δυστυχείς στο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;» Το πρόβλημα, καρδιά μου, δεν είναι ότι και εσύ ξέρεις ποιος είσαι. Ότι κουβαλάς το κόμπλεξ της επίδειξης και της προσπάθειας να ασκήσεις ψυχολογική βία σε όσους ξέρεις ότι έχουν προσωπική αξία, που την απέκτησαν με τον μοναδικό τρόπο, που αυτή αποκτάται: με την προσωπική θυσία και τον κόπο. Άντε τώρα εσύ, ο «οικείος και παρατρεχάμενος» να συμβιβαστείς με κάποιον, που δε σε θαυμάζει για την Οδύσσεια που σου εξασφάλισαν οι κομματικοί ασκοί, σε οικτίρει και σε αποφεύγει, που σε περιγελά, ούτε σου ζητά βοήθεια και ας τον αδίκησε το σύστημα και οι κομματικοί σου εταίροι. Αυτός σε κοιτά κατάματα, σε προσπερνά και συνεχίζει να ζει. Αξιοπρεπώς! Χωρίς να χάσκει στις αφηγήσεις σου, δίχως να υποκύπτει στις απαιτήσεις σου, τις πάσης φύσεως. Άνθρωπος είσαι και συ! Πώς να το αντέξεις; Είναι να μη θες να τον τσακίσεις;

Το λυπάμαι κάθε φορά που συναντώ ένα τέτοιο απόβρασμα: δεν το σέβομαι. Ούτε όμως το φοβάμαι. Σας συμβουλεύω να κάνετε το ίδιο. Κάθε φορά που σηκώνει ανάστημα και σας φοβερίζει ότι «θα τηλεφωνήσει στα κεντρικά» ρωτήστε το αν θα λάβει δημόσια στήριξη, σε περίπτωση που καταθέσετε μία καταγγελία για απειλή στον εισαγγελέα ή στην επιθεώρηση δημόσιας διοίκησης. Αν θα τον στηρίξουν σε περίπτωση που δημοσιεύσετε ένα άρθρο με το πρόβλημα που αντιμετωπίζετε στον Τύπο. Και να μη δημοσιογραφείτε, ευήκοα ώτα σε πράξεις τέτοιες εκφοβισμού στήνουν όλα τα μέσα ενημέρωσης, ειδικά τα αντιπολιτευόμενα στην παράταξη που ανήκει το νούμερο που απείλησε. Η προσωπική μου εμπειρία λέει ότι οι επίσημοι εκπρόσωποι των πολιτικών παρατάξεων απολογούνται και διαχωρίζουν τη θέση τους, όταν τους ενημερώνεις για τέτοια φαινόμενα. Τέτοια πλάσματα δε βρίσκουν στήριξη, στην προσπάθειά τους να εκμεταλλευτούν την κομματική τους ταυτότητα. Συχνά δε οι επίσημοι κομματικοί φορείς στους οποίους καταγγέλλεις τα συμβάντα, σου προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για τον πρότερο «έντιμο» βίο τέτοιων ανθρώπων. Ξέρουν. Αλλά δεν κάνουν τίποτα.

Περισσότερο λυπάμαι τη χώρα μου. Είναι ένας πολύ όμορφος τόπος, με ωραίο κλίμα, με οργιώδη φύση, την οποία καταπνίγουν ανέκαθεν γραφικοί και ελεεινοί παραγοντίσκοι που θεωρούν ότι θα παραμένουν ατιμώρητοι, κάθε φορά που τραυματίζουν την εμπιστοσύνη του πολίτη στην υγιή πολιτική ζωή, που όμως απέτυχε να τσακίσει φαινόμενα κατάχρησης εξουσίας και να προστατέψει τον μέσο πολίτη από τα εξαμβλώματα του παραγοντισμού.

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018 16:31

Στέλλα Βιολάντη

Μάθημα Θεατρολογίας στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης σε μια χαρισματική πρώτη Λυκείου. Επί σκηνής και αργότερα επί τάπητος η «Στέλλα Βιολάντη» και το πρόβλημα της σχέσης των δύο φύλων, όπως καταγράφεται στα σχολικά εγχειρίδια. Ήταν ή όχι μια επαναστάτρια του καιρού της; Σήκωσε ή όχι ανάστημα στον σκληρόκαρδο πατέρα Παναγή; Πώς εκδήλωσε την αντίδρασή της; Τι διεκδικούσε; Είχε δίκιο; Τι προσδοκούμε σήμερα, όταν συζητούμε τις σχέσεις των δύο φύλων;

Η πρώτη εντύπωση είναι πάντα η πιο επιδερμική: Ήταν μια πλούσια αστή που ερωτεύτηκε έναν ξεπεσμένο αριστοκράτη που ο νεόπλουτος πατέρας της δε δεχόταν για γαμπρό. Φυλάκισε την κόρη του, γιατί αντέδρασε στην οργή του με αποτέλεσμα αυτή να ξεψυχήσει από τις κακουχίες. Ήταν λοιπόν η ηρωίδα μας μια επαναστάτρια της εποχής, η οποία πλήρωσε με τη ζωή της την αγωνία της να ορίζει τη μοίρα της.

Η δεύτερη εντύπωση εμβαθύνει: Ήταν πραγματικά η Στέλλα ερωτευμένη με τον Χρηστάκη ή μήπως την επιμονή της να τον παντρευτεί υπαγόρευε το πείσμα της απέναντι στην άρνηση του πατέρα της; Μήπως η ηρωίδα υιοθετεί στην προσπάθειά της να αυτονομηθεί φυλετικά τον παρωπιδισμό και την επιμονή που στερεοτυπικά αποδίδεται στο «ισχυρό φύλο» στο πλαίσιο της ανδροκρατούμενης κοινωνίας; Έχει το αίτημά της να παντρευτεί τον Χρηστάκη κάποιο έρεισμα στην πραγματικότητα; Μήπως παραβλέπει το γεγονός ότι ο αγαπημένος της δεν είναι παρά ένας κοινός προικοθήρας, που εκμεταλλεύεται την εξωτερική του εμφάνιση για να επιτύχει, όπως και το πράττει εντέλει, έναν πλούσιο γάμο; Μήπως η άρνηση του Παναγή να δεχτεί τον νεαρό για γαμπρό του τελικά δεν είναι και τόσο παράλογη; Μήπως σώζει την κόρη του από έναν κακό γάμο; Μήπως σε τελική ανάλυση αυτό που χρειάζεται μια γυναίκα, για να αυτοσυγκροτηθεί και να αυτονομηθεί, για να διεκδικήσει τα δικαιώματά της είναι πρώτα και πάνω από όλα η μόρφωση και η εμπειρία της ζωής;

Οι έφηβοι μαθητές και οι μαθήτριές μου δυσκολεύονταν να δεχτούν έναν Χρηστάκη προικοθήρα. Τον αντιμετώπισαν ως ευένδοτο απλά στα γυναικεία κάλλη. Μέσα μου γελούσα. Παιδιά καλομεγαλωμένα και με αρχές, με ιδεαλισμό να ξεχειλίζει από μέσα τους δυσκολεύονται πάντα να δεχτούν σκληρές αλλά αληθείς εκφάνσεις της ζωής, που δεν συμβιβάζονται με τη δική τους αξιοπρέπεια. Υπήρξα μια τέτοια έφηβη. Ήρθε η ώρα και πλήρωσα το τίμημα. Καταλαβαίνω. Μέσα μου μειδιώ. Ξέρω ότι το μόνο που μπορώ είναι να επισημάνω ότι ο κόσμος δεν ήταν ποτέ αγγελικά πλασμένος. Και ας κατακλύζεται από αγγελικές μορφές. Πάντα οι παγίδες έχουν γοητευτικότατο δέλεαρ. Πώς αλλιώς να γεννηθεί το τραύμα;

Η Στέλλα Βιολάντη με παραπέμπει περισσότερο στη χαμένη αθωότητα της εφηβείας, παρά στην πάλη των δύο φύλων. Μια επιπόλαιη έφηβη που συγκρούεται με τον πατέρα της δεν είναι φεμινίστρια. Είναι θύμα της ίδιας της της ανατροφής. Ο σκληρός πατέρας είναι θύμα της υπερπροστασίας, με την οποία περιέβαλε την κόρη του. Ο κοινωνικός γραμματισμός των εφήβων, η προσαρμογή τους σε έναν κόσμο σκληρό αλλά οικείο, γοητευτικό και ταυτόχρονα αναντίστοιχο με τις αξίες τους είναι ή πρέπει να είναι ένας από τους στόχους της οικογενειακής αγωγής και της μέσης εκπαίδευσης.      

Είμαστε όλοι μας γνήσια τέκνα της κοινωνίας που μας γέννησε και μας ανάθρεψε. Ο βαθμός που υπερέχουμε, υπολειπόμαστε, που διαφοροποιούμαστε από τον μέσο όρο της κοινωνικής συμπεριφοράς είναι κριτήριο αυτοπροσδιορισμού και όχι προσωπικής αποτυχίας. Δεν είμαι σίγουρη αν και πόσο οι γονείς το λαμβάνουν υπόψη τους στην ανατροφή του παιδιού τους. Η κριτική σκέψη του ίδιου του εφήβου, η ικανότητά του να αναγνωρίζει το προσωπικό του λάθος και να μπορεί να το αφήνει πίσω του, είναι μια βασική αρχή της προσωπικής ωρίμανσης ειδικά στην όψιμη εφηβεία. Άλλωστε το πιο εύκολο για έναν έφηβο ιδεαλιστή είναι να απορρίψει μέσα του ένα πρόσωπο που δεν διαπνέεται από τις ίδιες αξίες με τον ίδιο.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018 15:25

Το μάθημα της ξαφνικής μπόρας

Μέσα στην προσδοκία του καλοκαιριού, ξέσπασε ένα έντονο επίμονο καθημερινό μπουρίνι, που αναστάτωσε το καθημερινό μας πρόγραμμα και μας εξοικείωσε για άλλη μια φορά με την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα που το μέλλον πάντα υποκρύπτει. Είναι κάτι που συνήθως λησμονούμε, στην αφέλεια των προγραμματισμών που καταστρώνουμε με την αφέλεια ότι τίποτα δε θα ανατρέψει τους υπολογισμούς μας. Όπως όμως πιστεύει και ο θυμόσοφος λαός «λογαριάζουμε χωρίς τον ξενοδόχο».

Εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, εγκλωβισμένη στη μεσαία λωρίδα της Αμαλίας, με τη βροχή να πέφτει ασταμάτητα, άρχισα να πιστεύω ότι ο περίφημος αυτός ξενοδόχος είναι αόρατος και άυλος: κινείται διαχρονικά από γενιά σε γενιά, ουρανοκατέβατος μεταμορφωμένος σε καρεκλοπόδαρα που σφυροκοπούσαν ανελέητα το παρμπρίζ του αυτοκινήτου, παράγοντας μια έντονα σουρεαλιστική εικόνα, σχεδόν κινηματογραφική, με ατέλειωτα σε διάρκεια μονοπλάνα που θυμίζουν ταινία του Αγγελόπουλου.

Μία ώρα αργότερα, κάτω από το καυτό νερό της μπανιέρας, σκεφτόμουν πόσες πιθανότητες θα είχα να βγω αληθινή, αν ισχυριζόμουν μια εβδομάδα νωρίτερα, κάτω από τον δυνατό ήλιο, ότι θα έχανα τη θεατρική παράσταση που προγραμμάτιζα να παρακολουθήσω, γιατί θα στεκόμουν επί μισή ώρα μέσα στη νεροποντή να αναζητώ πρόσβαση προς το πεζοδρόμιο του θεάτρου, ενώ ο ορμητικός χείμαρρος της βροχής έφτανε ως τους πρόποδες του ταμείου και εγώ τον παρακολουθούσα αμήχανη και βρεμένη ως το κόκαλο.

Η δύναμη της ανατροπής σε κάνει να υπολογίζεις τα διαφορετικά ενδεχόμενα και να παίρνεις τα μέτρα σου. Τελικά όμως ούτε και αυτό πάντα λειτουργεί: δυο μέρες αργότερα, ξεχασμένη πάνω από τον υπολογιστή του γραφείου στο σχολείο, άκουσα πίσω από το παράθυρο τη φωνή ενός φίλου που αποχωρούσε: «Μην κάνεις το λάθος να φύγεις, αν δεν έχεις μαζί σου ομπρέλα». Είχα. Στο αυτοκίνητο. Ο διακριτικός ήλιος του πρωινού με είχε ξεγελάσει.

Οδηγώντας στο σπίτι, για άλλη μια φορά νικημένη από τη δύναμη του απρόοπτου και τις δικές μου παραλείψεις, προσπαθούσα να διατυπώσω τις βασικές αρχές της αυτοπροστασίας από το ξαφνικό, το ανατρεπτικό και το αναπόδραστο. Σκέφτηκα να καταγράψω κάθε μορφή πρόληψης. Μετά αποφάσισα να συμπεριλάβω την προσωπική δύναμη και τη θέληση να χαράξει κάποιος το δικό του μέλλον, όπως το φαντάζεται. Λες και η ζωή είναι ένας αδιάκοπος αγώνας τένις και καθένας πρέπει να μπορεί να στείλει πίσω το μπαλάκι με ένα χτύπημα, εξίσου δυνατό, με εκείνο που το έφερε μπροστά του. Τόσο γενναίο και αποφασιστικό, ώστε να μη χρειαστεί να το ξαναδεχτεί. Σύμφωνα με τον νόμο των πιθανοτήτων, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό. Τουλάχιστον σε αρκετές περιπτώσεις.

Το ίδιο βράδυ συνέβη να πέσει το μάτι μου, πάνω σε ένα παλιό αλλά αγαπημένο επεισόδιο μιας τηλεοπτικής σειράς που προβλήθηκε για πρώτη φορά πριν από μερικές δεκαετίες. Ήταν η εποχή που είχαμε αποφοιτήσει μόλις. Προσπάθησα να θυμηθώ την εικόνα μου να το παρακολουθεί τότε. Να διεισδύσω στο μυαλό και στα συναισθήματά μου. Να ανατρέξω στις αρχές και στα όνειρα εκείνης της εποχής. Έκανα νοερά τη διαδρομή που σταματούσε στον καναπέ μου. Μέτρησα τους αστάθμητους παράγοντες, τις ανατροπές, τις αναμετρήσεις που δεν κερδήθηκαν, κατέγραψα και τα κέρδη της διαδρομής - τα τελευταία πάντα είναι ζόρικα στην κατάκτηση και πολύ εύκολα στην απαρίθμησή τους. Συνειδητοποίησα ότι μέχρι σήμερα η τύχη δεν στάθηκε δυνατός αντίπαλος.

Το τέλος της βραδιάς με βρήκε να χαμογελώ, καθώς σκεφτόμουν ότι ο μεγαλύτερος αντίπαλος είναι συνήθως ο εαυτός μας, με άλλα λόγια οι προσωπικές μας αδυναμίες. Κατακτάμε το προσωπικό μας όνειρο, στον βαθμό που αυτές μας το επιτρέπουν, αυτές ή καλύτερα η δύναμή μας να τις περιορίσουμε και να τους επιβληθούμε. Ορίζουμε τη ζωή μας, στον βαθμό που είμαστε αποφασισμένοι να το κάνουμε. Ανεξάρτητα από τα απρόοπτα ή για να ακριβολογήσω παρά τις ανατροπές που καραδοκούν.

 

Καλυψώ Ν. Λάζου -

Μπαλτά Φιλόλογος

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018 12:29

Τα σχόλια

Τις τελευταίες μέρες στα κοινωνικά δίκτυα παρατηρώ έναν απίστευτο διασυρμό του νησιού. Ο πανηγυρικός εορτασμός του Ταξιάρχη στον Μανταμάδο, έγινε αφορμή να εμφανιστούν μερικά κατάπτυστα από εμένα τουλάχιστον άρθρα σε δημοσιογραφικές, κατά δήλωσή τους, ιστοσελίδες, οι οποίες έκαναν λόγο για δημόσια σφαγή του ταύρου, εντός μάλιστα του ιερού χώρου της περιβόλου του προσκυνήματος. Το άρθρο συνοδευόταν από βίντεο, το οποίο βέβαια δεν περιείχε καμία θυσία, παρά μόνον την περιφορά του ζώου στα σοκάκια του χωριού, όπου κάποια στιγμή αυτό δυστροπεί και αφηνιάζει. Ακούγονται υβριστικοί προπηλακισμοί και προκαλείται μια περιστασιακή ανησυχία. Τα σχόλια που συνοδεύουν το άρθρο αποδίδουν τον βασανισμό του ζώου στους ίδιους «φασίστες» που πετούσαν πριν μερικές μέρες πέτρες στην πλατεία Σαπφούς στη Μυτιλήνη.

Κάπου εδώ αισθάνομαι ότι έχουμε πλέον ξεφύγει. Ιδιαίτερα θρήσκα δε θα έλεγα ότι είμαι, ωστόσο πήγα στο σχολείο, όπου έμαθα ότι η ορθοδοξία δεν απαιτεί αιματηρές θυσίες. Το πατρικό μου βρίσκεται απέναντι από τον αύλειο χώρο ναού, όπου μαγειρεύεται το φαγητό στο πανηγύρι της Παναγίας. Ποτέ δεν σφαγιάστηκε κανένα ζώο δημόσια ή παράνομα. Συνήθως μάλιστα παρατήρησα ότι το κρέας που χρησιμοποιείται για το κισκέκ προέρχεται από αιγοπρόβατα, ενώ το ζώο περιφέρεται απλώς το μεσημέρι. Φαντάζομαι ανάλογο είναι το τυπικό σε όλα τα προσκυνήματα. Υπογραμμίζω πάντως, ότι το μαγείρεμα του φαγητού είναι ένα όχι θρησκευτικό, αλλά λαϊκό έθιμο συλλογικότητας, που συνοδεύει τον εορτασμό μιας μεγάλης θρησκευτικής γιορτής, τα παλιά χρόνια, όταν το κρέας εύρισκε τη θέση του στο τραπέζι, ήταν μόνον σε εξαιρετικές περιστάσεις, για καθαρά οικονομικούς λόγους.

Και ενώ πολύ θα ήθελα να είχα τις φιλοζωικές οργανώσεις στις ταβέρνες μεταμεσονύχτια, όταν κάποιοι θερμόαιμοι πανηγυριστές ποτίζουν ούζο τα άλογα, στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι οφείλω και μάλιστα σε ιδιαίτερα αυστηρό τόνο να υπογραμμίσω ότι καθένας δικαιούται να μην πιστεύει, υποχρεούται όμως να καταγράφει πραγματικά περιστατικά, ειδικά αν δηλώνει δημοσιογράφος.

Και ως εδώ καλά, είναι σχεδόν αυταπόδεικτο τι συμβαίνει, αν και ίσως θα πρέπει να υπογραμμιστεί από όσους αναλαμβάνουν να οργανώσουν την πανήγυρη, ότι όσοι δημόσια αναλαμβάνουν τη διαχείριση του ζώου πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικοί, λόγω της ιερότητας της περίστασης. Δε βγάζουμε βόλτα τον σκύλο μας, τον Ταξιάρχη επιτέλους τιμούμε. Τον προστάτη άγιο του νησιού. Χρειάζεται σοβαρότητα, ευθύνη και κοσμιότητα. Γιατί βλέπετε εμφανίστηκαν πολλοί αυτόκλητοι τιμητές μας που μας παρουσιάζουν ούτε λίγο ούτε πολύ ως ελεεινά φασιστοειδή που καταφερόμαστε εναντίον απροστάτευτων ζώων και ανθρώπων.

Και ως προς το τελευταίο αυτό θα μου επιτρέψετε για μία τελευταία από εμένα τουλάχιστον φορά να πω σύντομα τα εξής: Ουδείς δικαιούται να κρίνει τη Λέσβο, γιατί σήκωσε και σηκώνει και με προσωπικό κόστος των πολιτών της το βάρος του ανθρωπισμού της Ευρώπης. Καλά είναι να μιλάμε από μακριά. Ζήσε μέσα στην καρδιά των γεγονότων με όλες τις δυσκολίες που αυτά περικλείουν και ύστερα μιλάμε ξανά. Ποτέ στη ζωή μου δεν επικρότησα τη βία. Ούτε και τώρα θα το κάνω. Θα ρωτήσω όμως ποιός έχει την ευθύνη για όλα αυτά; Ποιός πρέπει να τιμωρηθεί για όλα αυτά; Έχω την ανάγκη να ρωτήσω τους υπεύθυνους αν είναι ικανοποιημένοι από τη διαχείριση του ζητήματος στο νησί, από τον τρόπο που διαβιούν οι πρόσφυγες. Θέλω να ρωτήσω τι πιστεύουν ότι πιστεύει για τα θέματα αυτά ο λεσβιακός λαός. Τους ενδιαφέρει; Τι σκοπεύουν να κάνουν;

Η δική μου Λέσβος φασίστες δεν είχε. Αν κατά ορισμένους απέκτησε πού το αποδίδουν; Πώς θα κατευνάσουν την ένταση; Ποιό σχέδιο έχουν για τον προσφυγικό πληθυσμό; Θα ενταχτούν οι άνθρωποι αυτοί στον κοινωνικό ιστό, θα αρχίσουν να εργάζονται και τα παιδιά τους να πηγαίνουν σχολείο ή θα παραμένουν μόνιμα περιορισμένοι σε καταυλισμό και μάλιστα σε συνθήκες διαβίωσης αλγεινές και όπως ακούω προβληματικές και σκληρές; Γιατί είμαι σχεδόν βέβαιη ότι απαντήσεις δε θα πάρω;

 

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά,

Φιλόλογος

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018 19:51

Από αλλού φερμένοι

 

Μέσα στο αεροπλάνο τρέλαναν τον κόσμο απ’ τη φασαρία που γράφει και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Έλληνες, φοιτητές, μεταξύ είκοσι πέντε και είκοσι οχτώ, με σκουφιά, μουσάκι, πλεκτά κασκόλ, τρακτερωτά μποτάκια και συμπεριφορά νηπιαγωγείου. Τα γέλια, τις συζητήσεις και τις αντιδράσεις τους τις μοιράστηκαν με ένα ολόκληρο αεροπλάνο, χωρίς μάλιστα να τους το ζητήσει κανένας από τους απηυδισμένους επιβάτες. Φώναζαν, ξεκαρδίζονταν, μάλωναν δήθεν, ανταλλάσσοντας τη γνωστή προσφώνηση, δεν άφησαν κανέναν να κοιμηθεί στη διάρκεια του ταξιδιού, έκαναν δύο παιδάκια να ξεσπάσουν σε γοερά κλάματα, γιατί τους πήραν για πλάκα τα παιχνίδια τους, ανακοίνωναν ηρωικά τις προσωπικές τους ιστορίες, εξέθεταν όλες τις αδιάκριτες και γαργαλιστικές λεπτομέρειες, αν φυσικά έλεγαν την αλήθεια και στην καλύτερη περίπτωση σχεδίαζαν φωναχτά πάντα φάρσες που ταιριάζουν σε επτάχρονα.

Τους φόρτωνα με χαρακτηρισμούς, από μέσα μου βέβαια, κάθε δέκα λεπτά. Μάταια προσπαθούσα να συγκεντρωθώ στην ανάγνωση του μαρτυρίου του Ζήνωνα του Ελεάτη, σε μια λογοτεχνική μάλλον αφήγηση. Δε με άφηναν να απολαύσω, ούτε να στοχαστώ. Δοκίμαζαν γυναικεία κραγιόν από τα αφορολόγητα και παρακαλούσαν να πιουν σαμπάνια από το γοβάκι της αεροσυνοδού. Κάθε φορά που ο ένας αποκαλούσε τον άλλον με τη γνωστή προσφώνηση, είσαι, απαντούσα μέσα μου, είσαι δεν είσαι; Γιατί λοιπόν να μην το παινευόμαστε. Μέσα μου αισθανόμουν ένα είδος απογοήτευσης με τα φυντάνια που μας αντιπροσώπευαν στο εξωτερικό. Φαντάζομαι πάντα τον Έλληνα φοιτητή σοβαρότερο. Πρόκειται για χτυπητή περίπτωση κάφρων σκεπτόμουν. Ασύλληπτα ανάγωγων κάφρων.

Το ταξίδι κάποτε ολοκληρώθηκε, το αεροπλάνο τροχοδρόμησε και βρεθήκαμε να περιμένουμε τις αποσκευές μας στον κυλιόμενο ιμάντα του αεροδρομίου. Τα ρεμάλια εκεί κοντά. Ξαφνικά τους βλέπω να επιτίθενται στα καρότσια. Αφού πραγματοποίησαν καθένας τους υπέροχες βόλτες ουρλιάζοντας και ξεσηκώνοντας τον κόσμο, ξαφνικά ξεπέζεψαν και άρχισαν να μοιράζουν τα καρότσια στους τέως συνεπιβάτες τους. Άρχισα να σκέπτομαι τι ετοιμάζουν, όταν ο ένας με πλησίασε: Πάρτε, κυρία, μού είπε με μια φωνή που τώρα ανέδυνε ειλικρινή ευγένεια. Τον κοίταξα καχύποπτα. Πώς θα έπρεπε να αντιδράσω για να μη μου βγει σε κακό; Μου χαμογέλασε. Έτσι για να εξιλεωθούμε για τη φασαρία. Και για να προβάρουμε την εργασία του μέλλοντος. Θα παρέχουμε υπηρεσίες. Ας συνηθίσουμε από τώρα.

Ένα τέταρτο αργότερα με το καρότσι γεμάτο, κατευθύνομαι προς το ασανσέρ του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού στο Ελσίνκι. Οι νεαροί είναι σκαρφαλωμένοι στα κάγκελα, πίσω από τα οποία δεν προχωρά το καρότσι. Πριν προλάβω να φορτωθώ την πραμάτεια μου, ορμούν στο καρότσι, φορτώνονται τα πράγματα και μπαίνουν μαζί μου στο ασανσέρ. Αρχίζω να ανησυχώ ότι θα έχω προβλήματα. Το ίδιο κάνουν και σε μία κυρία, επίσης Ελληνίδα, που ταξιδεύει με το παιδί της. Φτάνουμε στην αποβάθρα και τοποθετούν τα πράγματα στο βαγόνι. Μας χαμογελούν ναζιάρικα. Γιατί το κάνετε; ρωτάω. Γιατί μας αρέσει να υπηρετούμε τις κυρίες μου απαντά ο πιο ηχηρός, κάνει μια βαθιά υπόκλιση και εξαφανίζεται από μπροστά μας.

Η μέρα προχωρά. Η καινούρια πόλη, οι εκκρεμότητες που διευθετούνται, η εκπαιδευτική επιμόρφωση, οι καινούργιοι συνάδελφοι, με κάνουν να ξεχάσω εντελώς την πρωινή συνάντηση. Λίγες μέρες αργότερα η ομάδα μας αποφασίζει να εξερευνήσει ένα από τα αξιοθέατα της πόλης, το κάστρο στο νησάκι Σουομελίνα, στα ανοιχτά της φινλανδικής πρωτεύουσας. Αγναντεύουμε την παγωμένη θάλασσα με το καραβάκι που μας μεταφέρει στην απέναντι στεριά, όταν ακούω από μακριά τη ελληνική προσφώνηση μαζί με γέλια και ουρλιαχτά. Είναι τα ξεφτέρια μας, με τα οποία φαίνεται οι δρόμοι μας είναι γραφτό να διασταυρώνονται συχνά. Στα είκοσι λεπτά της διαδρομής είναι περιττό να επαναλάβω τι ακούμε όλοι. Έξω από την καμπίνα των επιβατών, στο κατάστρωμα, εκτελούν με ακριβείς συγχρονισμούς κυβιστήσεις ταχυδακτυλουργικές, αφήνοντας αλλαλαγμούς. Τα βλέμματά μας συναντιούνται κάποια στιγμή. Είμαστε σαλτιμπάγκοι, γεννημένοι υπηρέτες ξένων αφεντάδων ουρλιάζει ο γνωστός μου άγνωστος, κάνοντας όλη την ομάδα των εκπαιδευόμενων εκπαιδευτικών από δεκατρείς ευρωπαϊκές χώρες να με κοιτάζει εξεταστικά.

Το νησί είναι μάλλον απομονωμένο. Εκτός από τους ελάχιστους κατοίκους, μοναδικοί επισκέπτες που πατούν το πόδι τους το μεσημέρι οι επιβάτες του τουριστικού πλοιαρίου. Οι νεαροί πηδούν πρώτοι στη στεριά και εξαφανίζονται με χορευτικές πιρουέττες. Σε δευτερόλεπτα χάνονται από τα μάτια μας. Από την ομάδα ακούω μερικά αρνητικά και άλλα τόσα ειρωνικά σχόλια για την καταγωγή τους να συνοδεύουν την αποδημία τους. Ανηφορίζουμε προς το κεντρικό μνημείο του νησιού, περνώντας ανάμεσα σε ολισθηρά μονοπάτια, γεμάτα λάσπη και χιόνι. Ξαφνικά ακούγονται κραυγές. Κάποιος ζητά βοήθεια. Δε φαίνεται κανείς. Από ένα ύψωμα διακρίνω την ομάδα των νεαρών να σέρνουν από τους αγκώνες έναν γιαπωνέζο, προς την έξοδο, ακολουθούμενοι από τη γυναίκα του που ουρλιάζει γοερά. Η αποστολή μας παγώνει. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Καθώς η περίεργη ακολουθία πλησιάζει το τοπίο ξεκαθαρίζει: ο άντρας είναι πληγωμένος: από το αριστερό του πόδι τρέχει αίμα, το παντελόνι του έχει σκιστεί. Οι νεαροί τον κουβαλούν όπως-όπως. Σας χρειάζεται να καλέσουμε την αστυνομία τους λέει θυμωμένα ένας Ολλανδός. Όχι την αστυνομία, ένα ασθενοφόρο γρήγορα, απαντά ο γνωστός αρχηγός της παρέας. Η γυναίκα τους ακολουθεί ημίτρελη. Κάποιος αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει τις συνεννοήσεις. Όλη η αποστολή συγκεντρώνεται στο λιμάνι, κοντά στον χτυπημένο. Σιγά-σιγά αρχίζει να ξεκαθαρίζει τι έχει συμβεί. Ο εξηντάρης κύριος γλίστρησε, στην προσπάθειά του να πάρει μία φωτογραφία πανοραμική και κρεμάστηκε στο κενό. Η γυναίκα του έβαλε τις φωνές. Η παρέα των νεαρών ήταν κοντά. Κατάφεραν να τον κρατήσουν και να τον ανεβάσουν πάνω, τον φορτώθηκαν στον ώμο τους και τον μετέφεραν στο κοντινότερο σημείο, από το οποίο θα μπορούσε να τον παραλάβει ασθενοφόρο. Μου μένει το βλέμμα της γυναίκας του, όταν τους κοιτά. Είναι ματιά ευγνωμοσύνης.

Όταν η κατάσταση αποκαθίσταται, συνεχίζουμε την πεζοπορία. Φτάνουμε στο σημείο του ατυχήματος. Γλιστρά πάρα πολύ. Μια παρέα νεαροί φωνακλάδες και φαινομενικά χωρίς ευγένεια και κοινωνικό σεβασμό, κρεμάστηκαν από χιονισμένα βράχια, για να σώσουν έναν άνθρωπο. Είναι οι ίδιοι που πριν λίγη ώρα έστηναν αυτοσχέδιο πρωτόγονο χορό, αλλαλάζοντας μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας. Αυτοί που δεν άφησαν άνθρωπο να ησυχάσει στο ταξίδι. Οι υπηρέτες ξένων αφεντάδων. Οι άρπαγες των παιδικών παιχνιδιών. Οι αυτόκλητοι μεταφορείς αποσκευών. Οι ανεύθυνοι, ανώριμοι και κακομαθημένοι Έλληνες της επόμενης γενιάς. Αποφασίζω να περιορίσω δραστικά όλα τα στερεότυπα που κουβαλώ μέσα μου.

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018 18:04

Στον απόηχο της Μεγάλης Εβδομάδας

Χριστός Ανέστη λοιπόν! Σε πείσμα όσων αρνούνται τα θαύματα. Η περίοδος των διακοπών σχεδόν για όλους έφτασε ή φτάνει στο τέλος της, ίσως έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε το νόημα όλων αυτών των προετοιμασιών που προηγούνται της κορύφωσης της Μεγάλης Εβδομάδας. Κάθε χρόνο παρατηρώ γνωστούς και φίλους να τρέχουν σαν κυνηγημένοι από κατάστημα σε κατάστημα, για να προλάβουν: από τον τσαγκάρη και το καθαριστήριο, μέχρι τα είδη δώρων και τα μεγάλα super market, εκσφενδονίζονται με ταχύτητα αστραπής, κουβαλούν πακέτα και σακούλες, κρατούν λίστες και σημειώνουν εκκρεμότητες, ακόμη και ύστερα από οχτώ χρόνια οικονομικής κρίσης. Οι κύριοι, συνήθως συνωστίζονται στα βενζινάδικα, ενώ οι κυρίες ποδοπατούνται στα κομμωτήρια. Την τιμητική τους έχουν τα ζαχαροπλαστεία: τσουρέκια, κουλουράκια, νηστίσιμα γλυκά και μη,  τυλιγμένα σε κορδέλες ισορροπούν στα καθίσματα του συνοδηγού, παρέα με σακούλες της λαϊκής και μισοάδεια πορτοφόλια. Κάπου-κάπου, αν κοιτάξεις προσεχτικά, διακρίνεις και τα απαγορευμένα: κροτίδες και βεγγαλικά, όλα τα «πυρομαχικά» της Ανάστασης, που οι τολμηροί και οι «μερακλήδες» μελετούν ήδη από την περασμένη χρονιά.

Μου επιτρέπετε να ρωτήσω «προς τι όλα αυτά»; Ξέρω τις απαντήσεις: «Το Πάσχα είναι οικογενειακή γιορτή» «Η οικογενειακή ατμόσφαιρα επιβάλλει ετοιμασίες», «Πρέπει να τηρούμε τα έθιμα», «Επιβάλλεται να ευθυγραμμιστούμε με το πνεύμα της γιορτής». Κάθε φορά που αντιλέγω ότι η Μεγάλη Εβδομάδα είναι περίοδος πένθους και νηστείας, άρα εσωστρέφειας και περισυλλογής, συνεπώς δεν ενδείκνυται, για να ξενυχτάς, να πίνεις, να ξεφαντώνεις, να ψωνίζεις αρειμανίως και να ασχολείσαι με την εξωτερική σου εμφάνιση οι περισσότεροι με στραβοκοιτάζουν. Το καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω και τι εννοούν με αυτό που μου λένε, είναι τόσο μεγάλο το μεταξύ μας χάσμα όμως, που μόνον γενναίες αμοιβαίες υποχωρήσεις έχουν την ελπίδα να το γεφυρώσουν.

Φέτος στα κοινωνικά δίκτυα συνάντησα συχνά αναρτημένη την εικόνα του νεκρού Τσε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, από ανθρώπους μάλιστα που δε διανύουν την πρώτη τους εφηβεία. Παλιμπαιδισμός, σημαίνει πολλές φορές να εξισώνεις τα άνισα. Σημαίνει άραγε ότι ο πολιτικός ρομαντισμός της παράταξης που μας κυβερνά αρχίζει να ριζώνει στις ψυχές των Ελλήνων; Να περιμένουμε ότι οι δημοσκοπήσεις για μια ακόμη φορά θα διαψευστούν; Όλα καλά, αλλά τι φταίει ο αθώος Ναζωραίος να συγκρίνεται με τον αντάρτη της Λατινικής Αμερικής; Σας εκλιπαρώ μην αρχίσουμε για άλλη μια φορά αυτή τη συζήτηση για τον ταξικό χαρακτήρα του Χριστού, γιατί μεγαλώνω και πια δεν αντέχω. Δεν ήταν πολιτικός ηγέτης Εκείνος, ούτε κοινωνικό κίνημα, άλλο πράγμα καθιερώθηκε να είναι και ειλικρινά έχω κουραστεί να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Πια δεν κουνώ καν το κεφάλι μου. Αποχωρώ από τη συζήτηση.

Ακόμη και αν μεγάλο ποσοστό των συνανθρώπων μας δε γνωρίζει τι γιορτάζει και γιατί, άρα αγνοεί και το πώς, η περίοδος του Πάσχα έχει πάντα ιδιότητες καταπραϋντικές στην ψυχή όλων. Ίσως γιατί μπαίνει για τα καλά η Άνοιξη, αυτήν όλη την καταλαβαίνουμε, τι να πω; Τον τελευταίο καιρό η Μεγάλη Εβδομάδα ξυπνά μέσα μου την απόδραση από κάθε υλική ανάγκη, κάτι που το μεταφράζω ως ψυχική ευφορία, ως κάθαρση. Όσο πλησιάζουν οι μέρες της Ανάστασης, τόσο σκέφτομαι ότι εκτός από μία βαθειά ενδοσκόπηση, τα εγκόσμια μικραίνουν μέσα μου. Όλα τα υλικά και τα φθαρτά. Είναι μια συμπεριφορά δυστυχώς περιστασιακή, σχεδόν ευκαιριακή, που διαρκεί όσο και οι μέρες του Αγίου Πάθους. Φοβάμαι ότι ούτε οι πρόσφατες ιστορικές μας περιπέτειες κατάφεραν να μας διδάξουν ότι η κοινωνικότητα, στην πιο αυθεντική και ειλικρινή της εκδήλωση, συντελείται σε επίπεδο ψυχικό και πνευματικό, δεν εξαργυρώνεται με υλικές ανέσεις και αισθητικές βελτιώσεις.     

Οι άνθρωποι που νομίζω ότι ζουν γνήσια την κάθε τους στιγμή είναι όσοι αναπτύσσουν μια σχέση απαγκίστρωσης από τις υλικές ανάγκες, όσοι γιορτάζουν επιμελώς ατημέλητα, όχι όμως για λόγους επίδειξης ενός εναλλακτικού life style. Και αν διαφωνείτε, δεν πειράζει. Είπαμε: Χριστός Ανέστη για όλους! 

               

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά,

Φιλόλογος

Πέμπτη, 05 Απριλίου 2018 19:06

Από φως και βελούδο

Τον πόνο και το πένθος που αισθάνθηκα, όταν απροσδόκητα πληροφορήθηκα το πολύ πρόωρο τέλος της Φωτεινής Φραγκούλη, διαδέχτηκε η «απόλυτη περιφρόνησις» που ο Εγγονόπουλος βρίσκει ότι «αρμόζει σε όλους αυτούς τους θόρυβους /τις έρευνες /τα σχόλια επί σχολίων που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν / αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες/ γύρω από τις συνθήκες» της αποδημίας της, ξημερώματα της τελευταίας Τετάρτης του Μαρτίου. Η Φωτεινή χάρασσε την ιδιωτική της οδό, με την ίδια αξιοπρέπεια, που βάδισε και στον σύντομο δημόσιο βίο της. Δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιοι πήραν την πρωτοβουλία να ρίξουν ανακριτικό φως άπλετο σε μια γυναίκα γεμάτη με όση ακτινοβολία φανέρωνε το όνομά της. Οι πραγματικά οικείοι της το απέφυγαν.

Δεν ήταν στενή μου φίλη. Όταν ανέλαβα την πρώτη μου εκπομπή για το βιβλίο στην ΕΡΤ, ούτε είκοσι τεσσάρων ετών, ο παλιός μου δάσκαλος, Γιάννης Κωνσταντέλλης, άρχισε να τηλεφωνεί σε όσους γνώριζε και να εγγυάται για μένα, ώστε να μου παραχωρήσουν τις συνεντεύξεις που χρειαζόμουν. Γνώρισα τη Φωτεινή, από τηλεφώνου στην αρχή, σε ένα αφιέρωμα στην παιδική λογοτεχνία. Η φωνή της ήταν πλασμένη να διηγείται παραμύθια. Είχε τη ζεστασιά, τη μελωδία και τις παύσεις της καλής παραμυθούς και την αμεσότητα ενός πολύ επικοινωνιακού ανθρώπου. Φιλική, ευγενής, υποστηρικτική, στο τέλος με ευχαρίστησε, λες και εκείνη είχε υποχρέωση σε μένα. Καθώς τα χρόνια κύλησαν, συνειδητοποίησα ότι η γυναίκα αυτή συνεργαζόταν με μια ομάδα από εικαστικούς, φωτογράφους, εκδότες και δημοσιογράφους, τους οποίους γνώρισα σταδιακά μέσα από τη δουλειά και τις σπουδές μου, ονόματα με κύρος αληθινό στον τομέα τους, ανάλογο εξάλλου με το δικό της συγγραφικό τάλαντο. Κάθε φορά που ξαναγυρνώ στην πρώτη μας επικοινωνία κρατώ πολύτιμη ανάμνηση τη βελούδινη αύρα της φωνής, την ευγένεια, την ευαισθησία ενός πλάσματος ιδιαίτερου, σαν κι αυτά που συναντούσα στις σελίδες των βιβλίων της. Φιλικό αλλά και εσωστρεφές, με όση αξιοπρέπεια το στρείδι προστατεύει το μαργαριτάρι του.

Με κάλεσε στον Μόλυβο να γνωριστούμε από κοντά. Στον Πλάτανο συνάντησα μια γυναίκα αέρινη, με άσπρα μακριά φορέματα, ψάθινο καπέλο, περιτριγυρισμένη από γάτες, στις οποίες μιλούσε σα να ήταν παιδιά. Με τη γοητεία της ωριμότητας και με το άρωμα της επιτυχίας της, η γυναίκα αυτή τον ζούσε τον τόπο της, τον όριζε, κυκλοφορούσε αφτιασίδωτη και άμεση, ανάμεσα στους ντόπιους και στα οχήματα που αγκομαχούσαν στην ανηφόρα. Της είχα φέρει για δώρο μια εξάδα πρωτινά πιατάκια για γλυκό, που είχα αγοράσει από τα παλιατζίδικα της Ερμού. «Εγώ το ήξερα ότι θα επικοινωνούσαμε», χαμογέλασε με ένα μελαγχολικό βλέμμα. «Άλλωστε έχουμε τόσα κοινά: είμαστε μοναχοπαίδια και τα πατρικά και των δυονών είναι απέναντι από έναν πλάτανο. Λίγο είναι»; Καθώς ο ήλιος έπεφτε, πίσω από τα κλαδιά του δέντρου, η Φωτεινή μοιράστηκε μαζί μου την αγάπη της για τα παιδιά, το ακροατήριο της στο σχολείο και το αναγνωστικό της κοινό. Τα μάτια της έλαμπαν κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτά. Η ανυστερόβουλη αφοσίωσή της στη δουλειά της δασκάλας, της χάρισε την ειλικρινή αγάπη των μαθητών της, με πολλούς από τους οποίους διατήρησε επικοινωνία, ακόμη και όταν έγιναν γονείς.

Την πρώτη χρονιά που εγκαταστάθηκα για δεύτερη φορά στην Αθήνα, στα δύσκολα, στα ασήκωτα και στα επώδυνα, βρέθηκαν φύλακες-άγγελοι δυο γυναίκες: η μία, η Φωτεινή. Με ευστοχία που ανάδινε άρωμα γαλλικού καφέ, στο υπέροχο σπίτι στο Γουδή, με κατανόηση, με διακριτικότητα και με απόλυτη εχεμύθεια, απόδειξη της φυσικής ευγένειας και του ήθους της. Είχα τότε το προνόμιο να μοιραστεί μαζί μου προσωπικά της παραμύθια, για να μου διδάξει μέσα από την ενσυναίσθηση την αλληγορία της πραγματικής ενηλικίωσης.

Αργά το βράδυ της αποδημίας της αποφάσισα πως η γυναίκα από φως, ξαφνικά τρύπωσε μέσα στις σελίδες των παραμυθιών της, όπου συνεχίζει να μεταμορφώνει σε ονειρικές εικόνες όλο το άγχος και την αβάσταχτη αλήθεια αυτού του κόσμου.

                 

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018 17:24

Στα γρανάζια του δημοσίου

Την περασμένη Παρασκευή βρέθηκα εντελώς απρόοπτα στη δίνη μιας απίστευτης, όσο και εξαιρετικά δυσάρεστης περιπέτειας, η οποία ευτυχώς είχε αίσιο τέλος: επιστρέφοντας στο σπίτι το μεσημέρι, μετά τη σχολική γιορτή και έναν ωραίο καφέ με συναδέλφους, αισθάνομαι αδιαθεσία, το θερμόμετρο με δικαιώνει και λόγω της ημέρας αποφασίζω να παραγγείλω φαγητό. Τότε ανακαλύπτω ότι ο λογαριασμός, στον οποίο έχω καταθέσει εκτός από τις οικονομίες μου, τα χρήματα για τη θεατρική παράσταση της ερχόμενης Κυριακής των μαθητών μου έχει δεσμευτεί, για να καλυφθεί ένα άγνωστο χρέος. Μετά από πολλές περιπέτειες πληροφορούμαι ότι οφείλω χρήματα στο ΙΚΑ.

Από τη δεινή κατάσταση που μπορούσε να μου στοιχίσει μια περιποιημένη υπηρεσιακή αναφορά, εκτός των άλλων, με σώζει το σύνδρομο του ρακοσυλλέκτη που έχω από παιδί: συνηθίζω να κρατώ αρχείο με οτιδήποτε με αφορά, από τα πρώτα φοιτητικά κοινόχρηστα, μέχρι τις φορολογικές δηλώσεις της γιαγιάς μου. Σ’ αυτό ανέτρεξα, αυτό με έσωσε. Ανακάλυψα το παράβολο της πληρωμής του ποσού, που υποτίθεται ότι όφειλα, το απέστειλα και μέσα σε μία ημέρα, το ζήτημα είχε διευθετηθεί. Στο σημείο αυτό κρίνω ότι πρέπει να ευχαριστήσω ολόθερμα και ειλικρινά τους δύο υπαλλήλους του ΙΚΑ και τους τρεις διευθυντές τραπέζης που αποκατέστησαν τους λογαριασμούς μου άμεσα. Είναι αλήθεια ότι, όταν το δημόσιο σε αδικεί, αισθάνεσαι ότι όλα περιστρέφονται γύρω σου. Αλλά δε συμβαίνει αυτό. Και είναι σημαντικό να συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν και κάποιοι ευσυνείδητοι άνθρωποι, που φροντίζουν να αποκαταστήσουν την αδικία σε βάρος σου, παράλληλα με τόσα άλλα καθήκοντα και υποχρεώσεις που τους κατακλύζουν καθημερινά.

Μοιράζομαι αυτήν την περιπέτεια μαζί σας, για να καταγράψω κάποιες σοβαρές εκκρεμότητες της ελληνικής γραφειοκρατίας, τις οποίες ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας του δημοσίου μπορούσε, ακριβώς χάρη στη συγκεντρωτικότητά του, να θεραπεύσει. Το πρώτο πρόβλημα αφορά την επικαιροποίηση της διεύθυνσης κατοικίας του πολίτη. Το ΙΚΑ μού είχε στείλει επιστολή, αλλά… στην Ιθάκη, όπου τότε εργαζόμουν. Το περίεργο είναι ότι το ελληνικό δημόσιο γνωρίζει πού μένω από πολλές πηγές: πρόχειρα θυμάμαι το Τάχις, τον Λευκό Τειρεσία, το Υπουργείο Μεταφορών, το My school του Υπουργείου Παιδείας. Το πρόβλημα βρίσκεται στην έλλειψη συντονισμού των δημοσίων υπηρεσιών, στην απουσία ενδοεπικοινωνίας.

Δε μεταφέρω τη γνώμη μου για τον αντιεπαγγελματισμό του υπαλλήλου που δέκα χρόνια πριν για κάποιον λόγο παρέλειψε να προσθέσει το παραστατικό της πληρωμής στον φάκελο. Ρώτησα, μού είπαν ότι έχει πάρει σύνταξη. Αναρωτήθηκα πόσοι κακόμοιροι κάηκαν από την ανευθυνότητά του. Ποιος κρατά το παράβολο που πλήρωσε, πριν από δέκα χρόνια; Πόσο δυσφημίζεται το δημόσιο από κάτι τέτοια «ευσυνείδητα» παιδιά;

Το δεύτερο σοβαρό ζήτημα αφορά τα δικαιώματα του καταναλωτή. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι ενώσεις δεν έχουν προσφύγει νομικά εναντίον της πρακτικής να δεσμεύονται οι λογαριασμοί του καταθέτη, χωρίς καν αυτός να ειδοποιείται. Κάθε απόφαση στέλνεται πάντα σε 17 πιστωτικά ιδρύματα. Αλλά ο πελάτης δεν προστατεύεται. Αν τον διώκει το δημόσιο, θεωρείται οιονεί ένοχος! Η περίπτωση του ανθρώπινου λάθους; Ο πελάτης εμπιστεύεται στο πιστωτικό ίδρυμα κυριολεκτικά ό,τι πολυτιμότερο. Πολύ λυπάμαι που δεν έχω off shore.

Στην Αθήνα, μια ξινή υποδιευθύντρια εποίει την νήσσαν, όταν της επισήμαινα ότι έχουν δεσμευτεί, εκτός από τα δικά μου, και ξένα χρήματα. «Μπορείτε να το αποδείξετε;» «Μπορούμε. Γράφω ως αιτιολόγηση το όνομα του σχολείου και της παράστασης. Έχω και τη λίστα με τα ονόματα». Πουλούσε τρέλα. Έψαξα τον δικηγόρο της Ομοσπονδίας. Της τηλεφώνησε. Το ποσό αποδεσμεύτηκε αμέσως. «Της εξήγησα ότι διαφορετικά η Τράπεζα θα γίνει χορηγός του σχολείου ως τα βαθιά σας γεράματα».

Οι δεσμεύσεις λογαριασμών αυξάνονται. Ανήμερα της εθνικής επετείου, με πυρετό και τον Ερτογάν να απειλεί, κονταροχτυπιέται μέσα μου η αγάπη για την πατρίδα και ο θυμός μου για το κράτος. «Ω θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα» λέει ο ποιητής. Το αίμα της καρδιάς μας.         

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018 13:46

Η πτώση

Πιάνω τον εαυτό μου, εδώ και έναν μήνα περίπου, να συντονίζει τη μικρή οθόνη του στη δική του συχνότητα. Κάθε μέρα επεισόδια από τηλεοπτικές σειρές των τριών σχεδόν τελευταίων δεκαετιών της λειτουργίας του, διαδέχονται το ένα το άλλο καθημερινά. Πώς αλλάζουν τα πράγματα! Πόσες σειρές του κάθε χειμώνα μάς καθήλωναν στους τηλεοπτικούς δέκτες! Ακριβές παραγωγές, σαφώς με τηλεοπτική αισθητική, οι περισσότερες συνδεδεμένες με σημαντικές στιγμές της ζωής μας.

Για το Mega ο λόγος ασφαλώς, για το οποίο η τελευταία απόφαση του ΕΣΡ δείχνει ότι σηματοδοτεί το άδοξο τέλος μιας φιλόδοξης προσπάθειας που τάραξε στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, τα λιμνάζοντα τηλεοπτικά ύδατα της δημόσιας τηλεόρασης, χαράζοντας μία πορεία εντυπωσιακή, που είχε από όλα: λάμψη, χρήμα, εξουσία, διαπλοκή κατά ορισμένους, συμμαχίες με οικονομικά συμφέροντα, προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης, καλλιτεχνική ποιότητα και πρωτοπορία, αφού την πόρτα του μεγάλου καναλιού περνούσαν επί δεκαετίες μόνον οι καλύτεροι του είδους τους: ηθοποιοί, σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, στελέχη διοικητικά, μάνατζερ, παραγωγοί.

Η γενιά μου πέρασε την πόρτα του πανεπιστημίου, κάνοντας ζάπινγκ στα ιδιωτικά κανάλια. Τις περισσότερες φορές όταν το τηλεκοντρόλ έφτανε στο Mega, υπήρχε πάντα ένας καλός λόγος για να ξεκουραστεί πάνω στο ΚΛΙΚ: Τι να θυμηθώ; Τους εξαιρετικούς Δέκα Μικρούς Μήτσους, με τους οποίους καθιερώθηκε στο τηλεοπτικό κοινό, εκτός από τον Λαζόπουλο, ένας μεγάλος αριθμός ηθοποιών; Τις λατρεμένες Τρεις Χάριτες και τους Απαράδεκτους; Τις τηλεοπτικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων; Το τελευταίο αντίο του Βασίλη Βασιλικού και τους Φρουρούς της Αχαΐας του Τάσου Αθανασιάδη, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Διαμαντόπουλου; Αποφοιτήσαμε με την Αναστασία που καθιέρωσε τη Μιρέλλα Παπαοικονόμου, ξεκαρδιστήκαμε με τους Δυο Ξένους, ερωτευτήκαμε με τους Ψίθυρους Καρδιάς του Μανούσου Μανουσάκη και με τον Μεγάλο Θυμό, σε σκηνοθεσία του Κώστα Κουτσομύτη, κλείσαμε το μάτι στις ανθρώπινες αδυναμίες του Πενήντα-πενήντα και της Ντόλτσε Βίτα, διοριστήκαμε με το Ταίρι μου και τη Λένη, αποκτήσαμε μόνιμη στέγη, βλέποντας Έτσι ξαφνικά και χτίσαμε καριέρα, παρακολουθώντας πίσω από την οθόνη του υπολογιστή τα Μαύρα Μεσάνυχτα. Μια τελευταία φορά, εκεί λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, το μεγάλο κανάλι άρχισε να γέρνει προς τη δύση του, με τις φήμες να οργιάζουν και το Νησί να σημειώνει τηλεθέαση 70%. Οι μαθητές μου παρακολουθούν κάθε απόγευμα το Παρά Πέντε.  

Το πρόγραμμα του Mega σάρωνε πάντα: στην ενημέρωση, στα τηλεοπτικά περιοδικά, στις τηλεοπτικές συζητήσεις, στις συνεντεύξεις. Από την οθόνη του παρέλασαν τα μεγαλύτερα ονόματα της εγχώριας πολιτικής και καλλιτεχνικής ζωής. Καθόλου τυχαία. Κάποια στιγμή, μάλλον νωρίς, ο βεντετισμός και το κυνήγι της πρώτης θέσης έδωσαν τη θέση τους στο πάθος για εξουσία. Ώσπου να κατεβάσει ρολά ο ενημερωτικός τομέας, τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτόν αγαπήθηκαν και λοιδορήθηκαν εξίσου σφοδρά. Έφταιγαν; Προκαλούσαν τον φθόνο; Υπέπεσαν στην ύβρη; Η αλήθεια είναι πάντα κάπου στη μέση.

Η σταθερά πτωτική πορεία του μεγάλου καναλιού που γνωστοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια στο ευρύ κοινό, φέρνει στο νου ότι και οι πιο υψιπετείς έρχεται η στιγμή που ταπεινώνονται. Αυτές τις ημέρες το μυαλό μου γυρίζει πάντα στους αδύναμους και στους ατυχείς αυτής της ιστορίας: στους περίπου πεντακόσιους εργαζόμενους στο κανάλι, στις οικογένειές τους και στο πρόβλημα που προκαλεί μια τέτοια αιμορραγία στην ήδη γονατισμένη ελληνική οικονομία. Έχω την άποψη ότι οι «αλαζόνες» και οι «κομπορρήμονες» αυτής της μεγάλης τηλεοπτικής περιπέτειας, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, είτε είχαν από καιρό εξασφαλίσει το παντεσπάνι τους, είτε προς το τέλος αναζήτησαν αλλού τηλεοπτική στέγη. Αυτή ανευρίσκεται πάντα για τα μεγάλα ονόματα του χώρου. Αυτούς σε κάθε περίπτωση ούτε τους σκέπτομαι, ούτε τους λυπάμαι.

Λυπάμαι αντίθετα για τις μερικές εκατοντάδες μισθωτών του μεροκάματου, για τους τηλεοπτικούς συντρόφους είκοσι πέντε χρόνων, για το άδοξο τέλος μιας ωραίας περιπέτειας. Παρακολουθώ ως τηλεοπτικό μνημόσυνο το καθημερινό του πρόγραμμα των επαναλήψεων. Με πικρία που μοιραία γεννά το μη αναστρέψιμο._ 

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 08 Μαρτίου 2018 17:36

Η Μόρια και η μωρία

                Το μυαλό μου από την περασμένη εβδομάδα γυρίζει και πάλι στο χωριό που γίνεται το άλλοθι του ελληνικού και του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού. Και τι ανθρωπισμού! Μερικές χιλιάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι διαβιούν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες κοντά σε ένα μικρό χωριό που προσπαθεί να σηκώσει το βάρος που επωμίζεται και να βιώσει την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του, με αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας ταυτόχρονα αφοριστικές κατηγορίες για «φασιστική» και «ρατσιστική» συμπεριφορά.

                Με το φτωχό μου το μυαλό καταλήγω ότι στην ήρεμη και φιλήσυχη πριν δυο χρόνια τουλάχιστον περιοχή του νησιού μας εκτυλίσσονται καθημερινά δύο όψεις του ίδιου δράματος: το δράμα των προσφύγων και αυτό του τοπικού πληθυσμού. Με το τελευταίο ελάχιστοι δημόσια είμαστε αλληλέγγυοι, επικαλούμενοι έναν μονόπλευρο ανθρωπισμό, αυτονόητα ασφαλώς, και εξίσου εύκολα όμως, καθώς όσοι βιαζόμαστε να ρίξουμε το ανάθεμα στις σπασμωδικές και άστοχες κάποτε αντιδράσεις του τοπικού πληθυσμού, δε συμμετέχουμε ούτε κατά διάνοια στις συνέπειες που αυτός υφίσταται.  Είναι αυτονόητο ότι η οργανωμένη κοινωνία προϋποθέτει πως ο πολίτης δεν παίρνει τον νόμο στα χέρια του. Έχει ωστόσο ενδιαφέρον να σκεφτούμε ποιος πραγματικά όπλισε πριν δέκα μέρες το χέρι που τόσο συζητήθηκε; Ο φασισμός ή ο φόβος; Ο ρατσισμός ή η απουσία της πολιτικής προστασίας;

                Συζητώντας το ζήτημα με δύο φίλους δημοσιογράφους της τοπικής κοινωνίας, ένιωσα να γεννιούνται στο μυαλό μου ερωτήματα, στα οποία απαντήσεις δε βρήκα. «Κοίταξε, οι αντιδράσεις είναι θέμα ρατσισμού» υποστήριξε ο πρώτος. Σκέφτηκα τι θα άλλαζε αν οι πρόσφυγες ήταν Έλληνες. Πιστεύω τίποτα, είναι όμως μια υπόθεση. «Τριάντα - σαράντα άτομα δημιουργούν όλο το πρόβλημα στις τέσσερις χιλιάδες των προσφύγων. Τόσα παραβατικά άτομα εντοπίζονται σε κάθε λεσβιακό χωριό» συμπλήρωσε ο φίλος. Με την τελευταία άποψη διαφώνησα εμπειρικά.  Έθεσα το θέμα  και σε ανώτερο αξιωματικό της αστυνομίας. Την απέρριψε κατηγορηματικά: «Σε ποιο χωριό τα είδες εσύ να με πας και μένα να τα δω τα σαράντα άτομα που ενεργούν επανειλημμένα παραβατικά και ανεμπόδιστα, χωρίς μάλιστα να ταυτοποιούνται;» απάντησε.

                 Έχω πολλά χρόνια να πάω στη Μόρια.  Σκέφτηκα  το δικό μου το χωριό. Μένουν δε μένουν εξακόσια άτομα μόνιμα. Έβαλα σε λειτουργία την ενσυναίσθηση: μερικές εκατοντάδες άνθρωποι, όλων των ηλικιών, πολλοί από αυτούς ζουν μόνοι τους, συμβιώνουν με μερικές χιλιάδες άγνωστων ανθρώπων, λίγες δεκάδες από τους οποίους έχουν παραβατική συμπεριφορά, πλημμελή ως επί το πλείστον, παραβατική πάντως, χωρίς να είναι διευκρινισμένο ποιοι είναι αυτοί και με επίγνωση ότι κάθε ζημιά που προκαλείται και κάθε απώλεια που σημειώνεται παραμένει χωρίς αποζημίωση…… «Εδώ τόσος κόσμος πνίγηκε, τόσοι χάσανε την πατρίδα τους και σένα σε νοιάζει ένα χωράφι που κάηκε;» σχολίασε ο δεύτερος φίλος. «Φαντάζομαι ότι ενδιαφέρει τον ιδιοκτήτη του» έδωσα λάθος απάντηση, γιατί τον έκανα να φωνάζει. Σκέφτηκα ότι πάντα θα υπάρχουν Ιφιγένειες που θα θεωρούνται παράπλευρες απώλειες και πάντα το μεγάλο πρόβλημα θα είναι να μην παίξουμε εμείς αυτόν τον ρόλο. Μόλις συνειδητοποίησα άλλον έναν λόγο που η συλλογικότητα έχει χαθεί από καιρό σε αυτήν την ιστορία.

                Η ιστορία του προσφυγικού κινδυνεύει να προκαλέσει μια κρίση στην τοπική μας κοινωνία, η οποία φοβάμαι ότι θα γεννήσει ακρότητες κάθε είδους. Στους ανθρώπους που δυσκολεύονται και δοκιμάζονται, χωρίς να λαμβάνουν κάποια ηθική υποστήριξη,  δεν αισθάνομαι καμία ανάγκη να ρίξω ανάθεμα. Ούτε αναγνωρίζω τιμητές  σε αυτήν την ιστορία. Δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα όλο αυτό. Ή μάλλον θα έχει. Ό, τι απευχόμαστε. Και για το αποτέλεσμα αυτό δεν ευθύνεται το προσφυγικό, ούτε οι πρόσφυγες. Εμείς θα φταίμε. Αντιδημοκρατικές στάσεις παράγονται, όταν η δημοκρατία διανύει κρίση. Ζούμε μια ιδιότυπη κρίση αλληλεγγύης. Αγνοήσαμε επικίνδυνα τον τοπικό πληθυσμό. Αντί να τον ακούσουμε και να προσπαθήσουμε να τον μεταπείσουμε, σαφώς όχι όλοι, πολλοί όμως από αυτούς που διαθέτουμε δημόσιο λόγο τον αποδοκιμάζουμε. Δεν ξέρω αν είναι αργά, ακόμη και έτσι όμως είναι ανάγκη να καταλάβουμε κάθε άνθρωπο που υποφέρει. Ανεξαιρέτως.

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

φιλόλογος

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018 16:15

Ο λαϊκισμός στο απόσπασμα

Τον κοιτάζω και εμπνέομαι: με τρελαίνει ο μαίανδρος στο τελείωμα της φολιδωτής τυνίκ και το πράσινο φυλλαράκι της ασπίδας. Τι είναι; Πατριώτης; Φασίστας; Θύμα προπαγάνδας; Αγανακτισμένος; Δεν ξέρει ούτε ο ίδιος. Μαζί μ’ αυτόν και όσοι συνέρευσαν στη Θεσσαλονίκη την περασμένη Κυριακή. Διαβάζω: «Ο Χριστός αγόρασε την Ελλάδα». Ατυχώς ο Ναζωραίος ήταν πάμπτωχος. Δε διέθετε εκκλησιαστική περιουσία. Διαβάζω: «Η Μακεδονία είναι ελληνική». Καταλαβαίνω «Η ελληνική Μακεδονία είναι αδιαπραγμάτευτη». Λάθος σύνθημα, ο αποσυμβολισμός όμως; Επί δεκαετίες τα εθνικά αφηγήματα, ακόμη και τα επίσημα, και ο νοών νοείτω, κατασκευάζονται, κάποτε και σε βάρος της επιστημονικής ιστορίας. Δεν ξέρω κανέναν λαό που να αποτέλεσε εξαίρεση. Θα αποκαταστήσουμε την ιστορική αλήθεια σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων; Μα πόσο διεθνιστές πια! Αναφέρομαι στους «διανοούμενους» που είδαν την προηγούμενη Κυριακή να διαδηλώνουν μόνον «απόστρατους, παπάδες και φασίστες», οπότε ρούφηξαν διακριτικά τον corretto τους, απαξίωσαν την αδαή πλέμπα και συνέχισαν να αναλύουν τη σχέση του Πουλαντζά με τον Foucault. Να τους θυμίσω ότι η κατ’ αυτούς banality είναι ένα αντιπροσωπευτικότατο δείγμα του εθνικού πληθυσμού που προσφεύγει στις κάλπες και ευθύνεται παράλληλα με τη διδακτορική ηθική κάποιων ανωτέρων για όσους κυβέρνησαν και θα κυβερνήσουν. Η δημοκρατία για την οποία όλοι κοπτόμεθα!

Αν θέλουμε να διαβάσουμε ελληνική ιστορία, προτείνω να ανατρέξουμε στην πρόσφατη: πριν είκοσι πέντε χρόνια η αδιάλλακτη εξωτερική πολιτική του άπειρου τότε Α. Σαμαρά οδήγησε σε αδιέξοδο τη διπλωματία για το Σκοπιανό. Και τότε «Η Μακεδονία ήταν ελληνική». Αδιαπραγμάτευτα. Η διαλλακτική πολιτική του Μητσοτάκη ατυχώς λοιδορήθηκε στο όνομα της ψηφοθηρίας και ενός κακού εθνικισμού. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η Ελλάδα, εμφανώς σε δεινή θέση, κινδυνεύει να γίνει ξανά θύμα ακροτήτων και υπερβολών. Με έναν λαό που διαδηλώνει, επειδή φοβάται. Όχι τα Σκόπια και την ονομασία τους αλλά όσα συνεπάγεται η εθνική μας οικονομική αδυναμία. Ανεξάρτητα του ποιος μάς κυβερνά. Αν υπάρχουν άνθρωποι που παρασύρονται, γι’ αυτό ευθύνεται ο δημόσιος πολιτικός λόγος που δεν είναι πειστικός. Είχα καιρό να δω σύνολα να αντιδρούν πολιτισμένα και μαζικά. Ακόμη και αν μετά το συλλαλητήριο, όπως διάβασα σε εξυπνακίστικες αναρτήσεις, ένα μέρος από αυτούς βρεθεί στο καζίνο των Σκοπίων, για ψυχαγωγία, ίσως και ειδικά γι’ αυτό, να το αντιγυρίσω, η περασμένη Κυριακή μού φανέρωσε για άλλη μια φορά ότι ο Έλληνας δεν είναι πάντα ή δεν είναι μόνον υλιστής. Έχει ανάγκη από ένα ιδεαλιστικό αφήγημα και αυτό σθεναρά υπερασπίζεται. Δεν ευθύνεται εκείνος, αν δεν του το σμιλέψανε με τέχνη. Η ιστορία γράφεται και με λαϊκισμό και με πολιτική διπλωματία.

Μια και γράφω για λαϊκισμό, βαρέθηκα να διαβάζω για το μικροαστικό γλέντι των υπαλλήλων του νοσοκομείου μας. Ωραία! Η εικόνα κάθε δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να είναι διαφορετική. Αυτή που προβλήθηκε ενοχλούσε, γιατί η κοινωνία αντιλαμβάνεται τους χώρους της υγείας ως τοπία πόνου, ενώ όσοι εργάζονται στον τομέα της υγείας έχουν εξοικειωθεί με αυτόν. Η γυναίκα του Καίσαρος προσελήφθη στο ελληνικό δημόσιο λοιπόν! Και δεν της επιτρέπεται να χορεύει ζεϊμπέκικο στην αλλαγή του χρόνου. Όσοι ανοήτως ισχυρίζεστε αυτά, γνωρίζετε πού βρίσκεται ο προσωπικός σας καρδιολόγος ή χειρουργός, όταν, ο μη γένοιτο, κληθεί να σας προσφέρει τις υπηρεσίες του; Πίνει, φλερτάρει, χωρίζει, χορεύει; Ζήτησε κανείς από διάσημο Έλληνα καρδιοχειρουργό να χαμηλώσει την ένταση στο ακριβό στερεοφωνικό του χειρουργείου του, όπου χειρουργεί, υπό τους ήχους (φευ!) του Πάριου και όχι του Χατζηδάκι; Αν ένας εφημερεύων γιατρός φλερτάρει ή γιορτάζει και μάλιστα την Πρωτοχρονιά είναι κακός γιατρός; Κινδύνευσε ποτέ κανείς από ζαλισμένη νοσοκόμα μεταφέρουσα απρόσεχτα την πάπια; Πριν δέκα χρόνια, ξημερώθηκα, ανήμερα Δεκαπενταύγουστο, στο Βοστάνειο! Όλο το βράδυ άκουγα το γρατζούνισμα μπουζουκιού στην αυλή! Δεν έμαθα ποτέ αν ήταν ασθενής, συγγενής ή … επίορκος εργαζόμενος! Το θυμάμαι βάλσαμο. Είναι μεταιχμιακοί χώροι τα νοσοκομεία! Επιβάλλεται να σεβαστούμε τους κώδικές του!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Σελίδα 2 από 6
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top