FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017 16:52

Το μεγάλο μυστικό

Την περασμένη εβδομάδα, βαρέθηκα να διαβάζω σχόλια για τη διαφορά ηλικίας του Γάλλου Προέδρου και της γυναίκας του, για την εμφάνιση της τελευταίας, για την ιδανική διαφορά ηλικίας των παντρεμένων ζευγαριών. Ποια είναι αυτή, κανείς δεν μας εξήγησε. Ο Αριστοτέλης προσπάθησε κάτι να κάνει μερικές χιλιάδες χρόνια πριν, δυστυχώς όμως, πολλές αντιλήψεις του σήμερα θεωρούνται παρωχημένες. Οι κουτσομπόληδες που ήθελαν να υποδυθούν τους σκεπτόμενους άρχισαν να υπαινίσσονται φυλετικό ρατσισμό, συγκρίνοντας το γαλλικό με το αμερικάνικο προεδρικό ζεύγος και διαπιστώνοντας ότι κανένας δεν διαμαρτύρεται, όταν ο σύζυγος είναι μερικές δεκαετίες μεγαλύτερος από τη σύζυγο, όσο εμφανές κι αν είναι αυτό. Τώρα ξύπνησαν! Να μη σας τα πολυλογώ, την περασμένη εβδομάδα διάβασα άπειρες ανοησίες!

Ποιος είναι αυτός που έχει τη συνταγή για έναν επιτυχημένο γάμο, μια ευτυχισμένη σχέση ή συμβίωση; Αν υπάρχει τέτοια, γιατί ο κάτοχός της δεν έγινε ακόμη κροίσος; Γιατί αυξάνονται τα διαζύγια και οι συμβατικές σχέσεις; Γιατί πληθαίνουν οι εξωσυζυγικές περιπέτειες; Γιατί τα ζευγάρια υποφέρουν από ρουτίνα;

Η επιλογή συντρόφου σχετίζεται άμεσα με τις αρχές, την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα του καθενός μας. Και τα παραπάνω αφορούν μόνον τα κριτήρια, με τα οποία κάποιος επιλέγει σύντροφο, όχι το πρόσωπο και την αισθητική του συντρόφου του. Βλέποντας ένα ζευγάρι, συνήθως μπορείς με μια πρώτη ματιά να εικάσεις τι περίπου έψαχνε καθένα από τα δύο έτερα ημίσεα από το άλλο φύλο την εποχή που διάλεγε μόνιμο σύντροφο: σεξουαλικότητα, εξωτερική εμφάνιση, χρήματα, πνευματικότητα, εμπειρίες, προσωπικότητα, έναν πυγμαλίωνα ή μήπως ένα θύμα; Ήταν κονφορμιστής ή επαναστάτης; Τίποτα από αυτά δεν έχει επίσης τόσο μεγάλη σημασία.

Το κρίσιμο ερώτημα, όταν συναντάς ανθρώπους που συμβιώνουν για πολλά χρόνια μαζί, είναι αν είναι ευτυχισμένοι μέσα στη σχέση τους. Αν δεν έχουν βαρεθεί ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό. Κι αν κάποιος καταφάσκει στο πρώτο ερώτημα, το κρίσιμο ζητούμενο είναι αν οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να απαντήσουν πώς το κατάφεραν. Όχι επειδή υπάρχουν συνταγές στις σχέσεις. Αλλά γιατί κανένας δεν έγινε ευτυχισμένος από τύχη! Μόνον με σκληρή προσπάθεια ανοίγουν οι πύλες του παραδείσου, αν υπάρχουν τέτοιες, χωρίς να είναι βέβαιο ότι πάντα η επιμονή στις περιπτώσεις αυτές αποδίδει. Κι οι άνθρωποι που καταφέρνουν να παραμένουν ευτυχείς με τα έτερα ημίσεά τους για πολλά χρόνια είναι εκείνοι, των οποίων τα όνειρα δεν απειλούν την προσωπικότητα του συντρόφου τους. Είναι αυτοί που έχουν αυτογνωσία, έχουν κοπιάσει, έχουν ξεπεράσει τον εγωισμό τους κι έχουν χαρτογραφήσει τις ανάγκες του συντρόφου τους. Τις οποίες και προσπαθούν να καλύπτουν, χωρίς να καταπιέζονται. Για να συνεχίζουν οι άνθρωποι να συμβιώνουν, πρέπει κάτι να τους ενώνει.

Όσο τα γράφω αυτά, αισθάνομαι την ανάγκη να ζητήσω έναν κασκαντέρ γιατί η συντροφικότητα μου μοιάζει από επικίνδυνη έως ακατόρθωτη. Δεν γνωρίζω το μυστικό των μακροχρόνιων σχέσεων. Ακόμη κι αν υπήρχε ένα και το μάθαινα, δεν ξέρω αν θα ήθελα να πληρώσω το τίμημα! Πριν λίγο καιρό, μια κοινή γνωστή μού εκμυστηρεύτηκε ότι ένα παλιό μου αίσθημα χώρισε, γιατί λέει η σύζυγος, η οποία ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, ήταν πολύ αφοσιωμένη στην καριέρα της. Γέλασα μέσα μου. «Πάντα εν σοφία εποίησεν» σκέφτηκα και ευχαρίστησα το σύμπαν που χώρισε τους δρόμους μας. Πώς θα άντεχε ο δόλιος την εργασιολαγνεία μου (έτσι λέγεται, ακριβώς έτσι) και μάλιστα με το πενιχρό περιτύλιγμα ενός κουτσουρεμένου μισθού δημοσίου; Να με φανταστώ αργόσχολη κυρία επιστήμονος κυρίου ούτε ως αποκριάτικη μεταμόρφωση δεν το διανοήθηκα… «Και στον τάφο σου θα πάρεις μαζί τρία laptop» συνηθίζει να λέει μια φίλη μου.

Καθώς πλοηγούμαι από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα και ξαναδιαβάζω κείμενα και υπότιτλους στις φωτογραφίες της επίσκεψης του γαλλικού προεδρικού ζεύγους στην Αθήνα, καταλαβαίνω πόσα απωθημένα κουβαλούμε οι άνθρωποι, πόσα ανικανοποίητα προσπαθούμε να κατευνάσουμε, κάθε φορά που βάζουμε στο μικροσκόπιο την ευτυχία των άλλων…

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

 

 

Πέμπτη, 07 Σεπτεμβρίου 2017 17:11

Αθάνατο ελληνικό δημόσιο!

Ένα μεγάλο πρόβλημα στο νησί για όσους δε ζούμε στη νησιωτική πρωτεύουσα, είναι ότι για τις περισσότερες, αλλά και τις απλούστερες συναλλαγές μας με το ελληνικό δημόσιο, είμαστε αναγκασμένοι να ξυπνήσουμε το πρωί και να ταξιδέψουμε μία ώρα, μέσα στη ζέστη. Όλοι ενοχοποιούμε τη γραφειοκρατία. Αν και κάποιοι ισχυρίζονται ότι ως σύστημα διοίκησης έχει ως πλεονέκτημα την εξασφάλιση της ομοιογένειας στη λειτουργία κάθε υπηρεσίας, άρα τη δίκαιη και αξιοκρατική αντιμετώπιση του πολίτη, η μεγάλη πλειοψηφία της πιστώνει την ταλαιπωρία και την αγανάκτηση των καθημερινών συναλλαγών με το επίσημο κράτος.

Αν βρεθείς στην καρδιά του καλοκαιριού σε μια τυπική δημόσια υπηρεσία του νησιού πάντως, σε περιμένει το εξής συνηθισμένο θέαμα: Από τη μέσα πλευρά του γκισέ, ο δημόσιος υπάλληλος: νωθρός, κακοπληρωμένος, σε ώρα υπηρεσίας, αντιμετωπίζει την κάψα του κατακαλόκαιρου μόνο με ένα air condition. Από την έξω πλευρά ο περίφημος πολίτης: ξεκούραστος, αεράτος, με αμφίεση διακοπών, αρωματισμένος, με την αντηλιακή του κρέμα. Είναι να μην μπει ο καημένος ο εργαζόμενος στον πειρασμό να τον δυσκολέψει;

Στο γκισέ περιμένουμε ουρά δεκαπέντε άνθρωποι. Ο υπάλληλος βαρέων βαρών καταβροχθίζει λίγο πριν τις εννέα το πρωί, μια μπαγκέτα με σαλάμι και μια σάλτσα κόκκινη. Με το ένα χέρι κρατά το ψωμί και με το άλλο πληκτρολογεί στον υπολογιστή. Χτυπά το όνομα της μανούλας μου. Γυρίζει και με κοιτά υποψιασμένος: «Ιδώ λέγ ότ’ η μάνα σ’ είνι ζουντανή». «Ε, για να το διορθώσουμε, ήρθα» απαντώ με συγκατάβαση. «Ληξιαρχική πράξη θανάτου» προστάζει. Του την παρουσιάζω. Τη διαβάζει δύσπιστα. «Κόρη μ,’ ιδώ γράφ’ ότι η Ηρώ Λάζου πέθανι. Στου κουμπιούτερ βλέπου Ηρώ Χατζηγεωργίου». «Εκεί λέει ότι η Ηρώ Λάζου το γένος Χατζηγεωργίου πέθανε. Το πατρικό της ήταν έτσι». Αγριεύει. «Κουρ’τσ’ελ’ μ’» (εδώ με λιώνει με το κομπλιμέντο) «πού ξέρουμι ιμείς ότι είναι του ίδιου κι του αυτό πρόσουπου;»

Έχω μαζί μου πάντα μια βεβαίωση ταυτοπροσωπίας. Την πασάρω. Α, ρε μάνα! Δέκα χρόνια μετά η Δημόσια Διοίκηση δε αφήνει την ψυχούλα σου να αναπαυτεί! Παίρνει το έγγραφο με τα λερωμένα χέρια κι αφήνει ένα αποτύπωμα πάνω στο «Ηρώ». Η μάνα μου έξαλλη θα γινόταν που της κηλίδωσε το όνομα. Από σεβασμό στη μνήμη της, θέλω να τον δείρω. Κατεβάζει το γυαλί στη μύτη. «Άκ’σι» αποφαίνεται «η βιβαίουσ’ είνι ιντάξ’. Αλλά δεν μπουρώ να πάρου τ’ν ληξιαρχική». «Γιατί, χαρά μου;» ρωτώ έχοντας πια χάσει την ψυχραιμία μου. «Γιατί είναι βγαλμέν’ ένα ιξάμηνο πριν. Ου νόμους του λέει ρητώς: Δύο μήνες πριν το κάθι δικαιουλουγητικό. Αμ πώς;» «Υπάρχει κίνδυνος ανάστασης;» ρωτώ και σας βεβαιώνω ότι ο διάλογος είναι πραγματικός. «Εμ, τώρα πού να τα ξέρου αυτά τα πράματα; Δεν είμι κι Θιός! Έλα αύριο, μουρέλι μ’, μι του σουστό χαρτέλ’ να του τιλιούσουμι».

Με κοιτά χαιρέκακα να απομακρύνομαι. Θυμάμαι ότι στο αυτοκίνητο έχω μια πιο πρόσφατη ληξιαρχική πράξη, γιατί, όταν πηγαίνεις σε δημόσια υπηρεσία, εκτός των δικαιολογητικών πρέπει, για να τελειώσεις αυθημερόν, να έχεις μαζί σου και μια αλλαξιά εσώρουχα, πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, μια φωτογραφία σε προεκλογική συγκέντρωση του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, ραβασάκια από την εφηβεία σου, μαγειρικές συνταγές, μια βιντεοκασέτα με δύο έργα σεξ και τη διαθήκη σου μεταφρασμένη σε δύο γλώσσες, γιατί ελλοχεύει το εγκεφαλικό. Με χαμόγελο εξίσου χαιρέκακο με το βλέμμα του, επιστρέφω στο γκισέ, αφού έχω ανανεώσει χτένισμα και κραγιόν.

Καταλαβαίνει από το ύφος μου. Του έχει ξανασυμβεί. «Πήγις Πέτρα κι γύρ’σις; Κιόλα;» ρωτά. Του πασάρω το χαρτί. Χωρίς λόγια. Η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο. Συνειδητοποιεί ότι δεν έχει άλλη επιλογή από το να με εξυπηρετήσει. Με κοιτά, το ύφος του γίνεται θλιμμένο. «Πέθανι η μανούδα σ’;» σχολιάζει μισοκακόμοιρα «Ε, τι να κάν’ς, έτσ’ είνι η ζουή! Συλλυπητήρια, μουρό μ’!» μουρμουρίζει. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που ξεσπώ σε γέλια, επειδή με συλλυπούνται!!!!!

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017 17:44

Η απόσυρση

 

Όσο μεγαλώνεις, αντιλαμβάνεσαι ως ύβρη κάθε σπατάλη του χρόνου που περνά. Του χρόνου που σου χαρίζεται, για να κάνεις όσα σου αρέσουν, για να απολαύσεις. Ειδικά στη διάρκεια αυτού του ευλογημένου χρόνου των διακοπών, κάθε λεπτό που περνά είναι ένας ύμνος στη χαρά της ζωής, στο μυστήριο της Δημιουργίας.

Ανακαλώ μιαν ατάκα από παλιότερο κείμενό μου, ότι είναι χίλιες φορές προτιμότερο να γράφεις ποίηση παρά να παίζεις τάβλι. Αυτό βέβαια γράφτηκε στο πλαίσιο της ανάπτυξης επιχειρηματολογίας υπέρ της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτή προτάσσει την ενεργητικότητα, την αφοσίωση σε έναν στόχο και την αυστηρή θεραπεία του στον αντίποδα της απραξίας και της νωθρότητας. Υπάρχει όμως και η άλλη εκδοχή: Πριν μια εβδομάδα περίπου, το μάτι μου έπεσε σε μια παρέα ταβλαδόρων και προς στιγμήν θυμήθηκα ότι έχω τουλάχιστον δύο χρόνια να παίξω τάβλι. Τότε αισθάνθηκα ένα μεγάλο κενό να με πλημμυρίζει για όλα εκείνα τα δήθεν «ασήμαντα», που όμως έχουν τη μαγική ιδιότητα να μας κάνουν ευτυχισμένους. Και σκέφτηκα ότι στη διάρκεια της ζωής του ο άνθρωπος κάνει συχνά πολλές θυσίες, για να υπηρετήσει τα ιδανικά του.

Καθένας δικαιούται, αν το αισθάνεται, να εκφράζεται καλλιτεχνικά, χρειάζεται ωστόσο να συνδυάζει επιτυχώς την αυτοέκφραση με τη σιωπή. Όποιος φιλοδοξεί να εξελιχτεί σε δημιουργό, πρέπει να δημοσιεύει με τεράστια φειδώ, για να μην εκτίθεται. Όλη εκείνη η στομφώδης αλλά προσχηματική επίκληση της ποιότητας και της ευαισθησίας, που μάταια επιχειρεί να καλύψει τη μετριότητα του παραγόμενου προϊόντος, με έχει κουράσει αφάνταστα. Έρχομαι λίγο να ξεκουραστώ. Ναι μου αρέσει η τέχνη, αλλά τι κακό έχω κάνει, για να ακούω παρά μέρα αδούλευτους στίχους να αγωνίζονται να μετουσιώσουν σε τέχνη μια ερωτική απόρριψη. «Δε σε θέλει» λέω από μέσα μου. «Ούτε ο έρωτας, ούτε η καλλιτεχνική δημιουργία». Και περιμένω υπομονετικά την ώρα του μπουφέ.

Τον τελευταίο καιρό, αρνούμαι σταθερά να παραβρεθώ σε πολιτιστικές εκδηλώσεις, που διαισθάνομαι ότι θα είναι κάτω του μετρίου, ή τις οποίες, λόγω απουσίας ειδικών γνώσεων, αδυνατώ να κατανοήσω. Έχοντας υπηρετήσει το πολιτιστικό ρεπορτάζ για περίπου έξι ωραία χρόνια, καταλαβαίνω από την πρόσκληση ακόμη, τον κίνδυνο της σπατάλης του χρόνου και τον αποφεύγω. Αλλά η κακή μου η τύχη δε με αφήνει να απολαύσω τον τρόπο ζωής που επιτάσσει η αυτογνωσία μου. Δυστυχώς, πολλοί από τους φίλους μου είναι λάτρεις του «πνεύματος» και άλλοτε με σέρνουν στις πιο απίθανες παράτες, άλλοτε με κράζουν, επειδή αρνούμαι να τους ακολουθήσω.

«Θα έρθεις;» «Όχι». «Πού θα πας δηλαδή;» Φίλοι αντιστοιχίζουν την απάντηση άλλοτε με την πιθανότητα να αλλάξω γνώμη. «Όταν απαντάς στην Εφταλού, στη θάλασσα γενικά, σημαίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να έρθεις». « Αν πεις ότι θα πας στην Τένια για γλυκό ή στο Πετρί, γενικά για φαγητό με θέα, αυτό μεταφράζεται ότι ίσως και να το ξανασκεφτείς. Αν προφασιστείς συνάντηση άλλη, απλώς ζητάς ένα ισχυρό κίνητρο».

Αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι δε γίνονται και πολύ ωραίες εκδηλώσεις, τις οποίες αξίζει πάντα να τις παρακολουθείς. Για κάποιες μάλιστα προγραμματίζω από τη στήλη αυτή, και αφιερώματα. Δεν θέλω να παρεξηγηθώ. Απλώς η περίοδος που διανύω, η ανάγκη μου να ξεκουραστώ και να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου, με κάνει να θέλω να απέχω από την «καλλιτεχνική υπερκατανάλωση».

Έτσι φέτος πηγαίνω μόνον εκεί που ξέρω ότι θα περάσω καλά. Εκεί που θα καμαρώσω φίλους και μερακλήδες γνωστούς. Παρακολουθώ επιλεγμένα θεάματα και γι’ αυτό περνάω πάντα καλά. Συναντώ ανθρώπους, των οποίων η παρέα με ευχαριστεί. Με τους οποίους έχω κάτι να κουβεντιάσω. Αλλιώς πηγαίνω στον θερινό κινηματογράφο, διαβάζω λογοτεχνία, ακούω μουσική, απολαμβάνω ένα ηλιοβασίλεμα στην άδεια παραλία στην Άναξο ή μια νυχτερινή βαρκάδα στο νησί της Πέτρας, σαν κι αυτήν που μας πήγε ο Βαγγέλης, τη νύχτα της Πανσελήνου._

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

 

 

 

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017 19:28

Το λεξικό της μουσικής

Στον απόηχο του εξαιρετικού τρίτου Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής στον Μόλυβο, το οποίο κάθε χρόνο γίνεται ολοένα και καλύτερο, μια παρέα νυν και τέως δημοσιογράφων, Ελλήνων και ξένων, βρέθηκε αργά το βράδυ του Σαββάτου να καταναλώνει αχνιστά πιλάφια με γαρίδες, αισθησιακή αχινοσαλάτα και άφθονο τσίπουρο στο λιμάνι της Αρχαίας Μήθυμνας. Από τις μεγάλες απολαύσεις αυτής της ζωής.

Μοιραία, η συζήτηση περιστράφηκε σε γενικά θέματα. Δε θέλω να σας κουράσω, εκθέτοντάς σας πώς ορίσαμε την τέχνη, τη ζωή και την καλλιτεχνική δημιουργία. Νομίζω από όλα τα δαιμόνια το πιο ενδιαφέρον ήταν πάντοτε ο έρωτας.

«Έρωτας είναι να κοιτάς τον άλλον και να αισθάνεσαι ένα σμήνος από πουλιά να φτεροκοπά και να τιτιβίζει» δήλωσε ένας Γερμανός δημοσιογράφος. «Δηλαδή το ζητούμενο είναι το ηχητικό εφέ;» αστειεύτηκα. «Μην υποτιμάτε τον ήχο, στον απόηχο ενός μουσικού φεστιβάλ» με αποστόμωσε. «Έχει δίκιο! Πόσους ανθρώπους συναντάς που κάνουν τα πουλιά του δέντρου της ζωής να φτερουγίσουν και να σου τραγουδούν ένα τραγούδι που μόνον εσύ γνωρίζεις;» μου ψιθύρισε μια αγαπημένη φίλη μου. Θυμίζω το τσίπουρο και το κρασί έρεαν άφθονα κι όπως ανακατεύτηκαν με τα σφηνάκια της τεκίλας στο παραθαλάσσιο μπαρ λίγο αργότερα, έκαναν τους περισσότερους από εμάς να αναρωτηθούμε αν υπήρξε ποτέ άνθρωπος που να μας μεταμόρφωσε έστω και στη μεθυσμένη φαντασία μας, σε Αγίους Φραγκίσκους της Ασίζης.

Φαντάζομαι ο καθένας έδωσε τις δικές του απαντήσεις πάντα με το άλλοθι της παραζάλης, στη διάρκεια της οποίας αποκαλύπτονται και οι μεγαλύτερες αλήθειες. Μόνον που αυτές δεν προορίζονται για κατανάλωση. Κάποιοι αναρωτιούνται αν υπάρχουν αλήθειες που δεν θα ευδοκιμήσουν σ’ αυτόν τον κόσμο.  

Χαράματα, οδηγώντας αργά προς την Πέτρα, μόλις πέρασα την στροφή από το Καβάκι, ένιωσα μέσα μου ένα απόσπασμα από το βιβλίο του φίλου μου Στρατή Φραντζέσκου «Η δική μου Πέτρα», το οποίο θα μπορούσα να το είχα γράψει κι εγώ. Μόλις γύρισα στο σπίτι το αναζήτησα. Γράφει: «Όσοι πρόλαβαν την αυγή το πρώτο πέταγμα των γλάρων [...] είναι αυτοί  που ένιωσαν την πρωινή ψύχρα που κατεβαίνει από το βουνό του Λεπέτυμνου, μέχρι το κατάγιαλο. Κουβαλά μαζί του ένα άρωμα ανάμικτο, μέντας, λυγαριάς και τριφυλλιού που σε ανατριχιάζει από τη δροσιά, σου κουκουδίζει το δέρμα». Την έχω αισθανθεί την ψύχρα αυτή, πολλά περασμένα καλοκαίρια, όταν γυρίζαμε με το μηχανάκι πάλι χαράματα από τον Μόλυβο. «Από κει βγαίνει ο προδότης ο ήλιος, για να διαλύσει την πάχνη και τον μύθο, για να ξαναφωτίσει μια φορά ακόμη την αλήθεια» καταλήγει το κείμενο του Στρατή.

Οι αλήθειες των ανθρώπων υπάρχουν μέσα τους, σκεφτόμουν το επόμενο μεσημέρι, απολαμβάνοντας άλλη μια συναυλία από τα τζιτζίκια του Άη Νικόλα. Ούτε κρύβονται, ούτε αποσιωπούνται. Οι αλήθειες πάντα διαλύουν τους μύθους. Τα παραμύθια, με ευθύνη τους, τα πλάθουν οι άνθρωποι. Οι αλήθειες έρχονται μαζί μας, σαν κύτταρα. Απλώς φτιασιδώνονται ή ακόμη χειρότερα δοκιμάζονται. Οι αλήθειες των ανθρώπων -κι ο έρωτας είναι μια από αυτές- είναι ζωντανές. Μόνο που κάποτε, όπως όλα τα ζωντανά πλάσματα, παραδίνονται στον ύπνο -ξεκουράζονται!

Μέσα από το δωμάτιο μου και τις κουφωμένες γρίλιες, το βλέμμα του Ευαγγελιστή Λουκά από την τοιχογραφία του Άη Νικόλα με κοιτά αυστηρό. «Τι με κοιτάς; Κανένας από όσους έζησαν τις δικές τους αλήθειες, δεν άγιασε ποτέ», του απαντώ στη δική μας σιωπηλή συζήτηση, που συνεχίζεται αδιάλειπτα κάθε καλοκαίρι από το 1989. Δεν μου απαντά. Για μια στιγμή νομίζω ότι το βλέμμα του χαμηλώνει. Είναι ιδέα μου. Η σκιά από το φως των κεριών που λιώνουν.

Τα πουλιά στον πλάτανο κελαηδούν. Νομίζω πάντα αυτό κάνουν. Όλες τις ώρες της ημέρας. Με βάρδιες. Με διαφορετικές μελωδίες. Τραγουδούν πάντα στον ίδιο ρυθμό. Χρειάστηκε η ατάκα ενός εμπνευσμένου και λιγάκι πιωμένου Γερμανού δημοσιογράφου, για να συνειδητοποιήσω το βαθύτερο νόημα της δικής μου μελωδίας. 

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

 

 

 

Πέμπτη, 03 Αυγούστου 2017 18:29

Εύθραυστες ισορροπίες

Κάθε σημαντικό γεγονός της οικογενειακής ιστορίας συνδέεται με κάποιο κεραμικό, που η μητέρα μου σκόπιμα συνήθιζε να αγοράζει. Δεν είχε ειδικές γνώσεις η ίδια, γούστο πολύ μονάχα και μια προσωπική αισθητική, καλλιεργημένη από την κοινωνική της αγωγή, που καθόρισε εν πολλοίς τόσο τη συλλογή που κληρονόμησα, όσο και τις δικές μου προτιμήσεις. Μεγάλωσα ανάμεσα σε κύπελλα, πιάτα, αποθηκευτικά δοχεία, κιούπια, κούπες, κανάτες, σκεύη διακοσμητικά και κατ’ αρχήν χρηστικά, τα οποία ωστόσο στόλιζαν απλώς κάποια γωνιά του πατρικού μου. Έμαθα από μικρή ότι πρέπει να έχω μεγάλο σεβασμό για το πολύχρωμο πλήθος αυτού του κεραμικού θησαυρού, που ήταν τόσο εύθραυστος, όσο και η ζωή, σε σημαντικούς σταθμούς της οποίας όλα αυτά αγοράστηκαν.

Παρακολουθούσα, κάθε φορά που η μάνα μου ξεσκόνιζε τη συλλογή της. Ήταν και η μόνη που επιτρεπόταν να τα αγγίζει και να τα μετακινεί. Ουδείς τα ακουμπούσε από τον φόβο μην τα τραυματίσει. «Τα κεραμικά δεν πρέπει να έχουν ούτε ρωγμές, ούτε μικρά σπασίματα στις άκρες», έτσι ήξερα. Ανάμεσα σε φορτωμένα ράφια και γωνιές με ένα πανί στο χέρι, η βασίλισσα των κεραμικών κυκλοφορούσε με απίστευτη άνεση, έπιανε καθένα τους με λεπτότητα και σεβασμό, το καθάριζε επιμελώς και πριν το ξαναβάλει στη θέση του, το σύστηνε για πολλοστή φορά στη μοναχοκόρη της: «Αυτό εδώ είναι Κουρτζής, δεκαετίας του εβδομήντα! Κοίτα τα χρώματα. Τα ζωόμορφά του είναι μεταγενέστερα». «Τι θα πει ζωόμορφα;» ρωτούσα. Εξηγούσε υπομονετικά. Ο τόνος της φωνής της έφτασε και ως το πανεπιστημιακό αμφιθέατρο, όταν η Κατερίνα Κορρέ μάς έκανε μαθήματα λαογραφίας. Ίσως χάρη στον απόηχο της παιδικής μου ηλικίας, κέρδισα το πιο εύκολο άριστα του βασικού μου πτυχίου.

Κατά τη διαδικασία εκείνη του ξεσκονίσματος, η ξενάγηση περιλάμβανε αναφορά σε εργαστήριο, σε χρήση, σε χρονολογία και κατέληγε με το γεγονός της οικογενειακής ιστορίας, προς τιμή του οποίου το κεραμικό αντικείμενο είχε αγοραστεί. «Αυτό το αγοράσαμε στον Μανταμάδο την πρώτη φορά που σε πήγαμε στον Ταξιάρχη. Θυμάσαι;» Στο μυαλό μου ερχόταν η σκούρα εικόνα του ανάγλυφου Αρχαγγέλου, η γεύση από τους λουκουμάδες της διπλανής καφετέριας κι οι προσευχές των γυναικών μπροστά στις αναμμένες λαμπάδες. Θυμόμουν αμυδρά την επίσκεψη στα εργαστήρια του χωριού. «Κεραμικά φτιάχνουν, όπου υπάρχουν προσκυνήματα», σχολίαζε η μάνα μου, αυτοδίδακτη στην επιστημονική έρευνα. Το εργαστήριο μύριζε χώμα. Η οικογένεια σκορπίστηκε ανάμεσα στους πάγκους να διαλέξει. «Τι θέλεις να σου πάρω;» με ρώτησε ο πάντα γαλαντόμος πατέρας μου. Κάτι μου ψιθύρισε η μάνα μου, μάλλον μια ακόμη δική της προτίμηση. Αψήφησα το θυμωμένο βλέμμα της και διάλεξα ένα καφέ γυαλιστερό λαβομάνο. Κάθε φορά που το ξεσκόνιζε, μου το χτυπούσε: «Αυτό είναι το γούστο σου. Θυμάσαι;» Μερικές δεκαετίες μετά το παρατηρώ. Εξακολουθεί να μου αρέσει. Πολύ!

Η μοίρα μου ήθελε να στήσω πολλά νοικοκυριά μέχρι τώρα. Από κανένα δεν έλειπαν κεραμικά -όσα η μητέρα μου αποφάσιζε να μου παραχωρήσει και όσα σιγά-σιγά αγόραζα πια και η ίδια. Πάντα με αφορμή σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Θυμάμαι, όταν αγόρασα το σπίτι μου στην Αθήνα, μού αρνήθηκε δυο πιάτα του Χατζηγιάννη: «Αυτά είναι από την εποχή που έδινες Πανελλήνιες. Τότε που συγχωρέθηκε η γιαγιά σου. Όσο ζω θα τα έχω εγώ».

Ήρθε η εποχή που η συλλογή ολόκληρη πέρασε στα χέρια μου. Βρέθηκα να την ξεσκονίζω, ύστερα από μία ακόμη επάνοδό μου, στο πατρικό σπίτι και να προσπαθώ αμήχανα να την τακτοποιήσω, σύμφωνα με το δικό μου γούστο. Το μάτι μου ταξιδεύει σε δώρα του πατέρα μου για τα γενέθλιά της, για τη γιορτή της μητέρας, για την επέτειο των γάμων τους και σταματά σε ένα ζωόμορφο μικρό αγγείο, που αγοράστηκε τυχαία, από μένα ένα μήνα πριν την αποδημία της, στην Αίγινα. Κάθε φορά που τακτοποιώ αυτή τη μικρή συλλογή, όλο και κάποια έκθεση κεραμικής ακούω να εγκαινιάζεται, όλο και κάτι νέο προστίθεται στους κόλπους της. Σαν τις εμπειρίες που η ζωή μας προσφέρει._

 

 

 

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017 20:06

Ο βασιλιάς των ράχτων

Έτσι λέγαμε από παιδιά τον βράχο της Παναγιάς: Ράχτα! Έναν βράχο με πολλές κορυφές, απόκρημνες, με καμπύλες και κολπίσκους, με κουφάλες και κρυψώνες, απότομο, απροσπέλαστο, άγριο και γλιστερό. Από παιδί τον έκανε το βασίλειό του. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα σπίτι στην σκιά του βράχου. Κι έμαθε από μικρός να τον ανεβαίνει, αψηφώντας την απότομη όψη του. Δεν πιστεύω ότι δρασκέλισε ποτέ του τα σκαλιά. Αυτά ήταν για μας. Τους συμβιβασμένους, τους άτολμους. Εκείνος από πάντα ήξερε ότι ο δικός του ο δρόμος ήταν κακοτράχαλος. Δύσκολος, μοναχικός, δρόμος για λίγους! Αυτόν διάλεξε κι αυτόν περπάτησε σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Όλοι οι άλλοι τον κοιτούσαμε από μακριά: Ποιος να τον ακολουθήσει; Τον θαυμάζαμε; Τον θεωρούσαμε τρελό;

Από μικρός είχε τη φήμη του ζωηρού, του ανεξέλεγκτου. Έπεφτε με τα ρούχα στη θάλασσα, κολυμπούσε νύχτα ως την ξέρα, σκαρφάλωνε στην κληματαριά του σπιτιού που παίζαμε, οδηγούσε το ποδήλατο αντίθετα στο ρεύμα της κίνησης με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Στη δύναμη δεν τον παράβγαινε κανείς. Τους έκανε καλά όλους. Ήταν φωνακλάς, επιπόλαιος, ανήμερος, καλός μπαλαδόρος, ένας αίλουρος που κατά λάθος φυλακίστηκε σε ανθρώπινο σώμα. Παίζαμε αμπάριζα στις αυλές. Η ομάδα που τον είχε, κέρδιζε πάντα. Μας έπιανε όλους. Όλοι τον θέλαμε στην ομάδα μας. Τον αναγνωρίζαμε ως αρχηγό. Θυμάμαι τού άρεσε που έκανε πάντα κουμάντο. Μας έδινε οδηγίες, μας τις υπαγόρευε ως εντολές, επίμονα, προστακτικά, αλλά με έναν τόνο φιλικού ενδιαφέροντος, στον οποίο κρυβόταν η προσδοκία για την κατάκτηση του κοινού στόχου. Ένας ηγέτης στη δημοκρατία της παιδικής αμεριμνησίας! Λαοφιλής. Αποδεκτός ακόμη και από τα καλομαθημένα παιδιά των ακριβών προαστίων της πρωτεύουσας, που με στόμφο ξεκαλοκαίριαζαν στην Πέτρα. Τον αποζητούσαν στις παρέες τους, τα αγόρια ειδικά, τον καλούσαν στις γιορτές τους, μοιράζονταν μαζί του τα παιχνίδια τους ευχαρίστως. Κι ας μη μιλούσε ξένες γλώσσες, κι ας χρησιμοποιούσε κατά κόρον το τοπικό ιδίωμα, κι ας ήταν ένα φτωχόπαιδο με ματωμένα γόνατα. Είχε κάτι περιζήτητο και καθολικά αποδεκτό: Ξεχώριζε! Ήταν ο Παναγής Κουταλιανός των παιδικών μας χρόνων. Όσοι τον γνώριζαν, ήξεραν πως ήταν κατά βάθος ένα πολύ ντόμπρο και ηθικό στοιχείο. Που δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη φυσική του υπεροχή, για να ζορίσει κανέναν ή για να διεκδικήσει το παραμικρό. Ήταν ένα συναισθηματικό αγόρι, λαϊκό, περήφανο, ειλικρινές και τίμιο. Ένας μπόμπιρας με μπέσα και αντοχές Σούπερ Μαν.

Τον θυμάμαι να πρωταγωνιστεί σε ένα αυτοσχέδιο θεατρικό, που διοργανώθηκε σε παιδικό πάρτι, σε ένα από τα νεοκλασικά αρχοντικά της Πέτρας. Η παράσταση σατίριζε την ευνοιοκρατία στη δικαιοσύνη, ένεκα που οι συγγραφείς τύγχαναν τέκνα αστών μεν, πλην αριστερών. Εκείνος πρωταγωνιστούσε, ήταν ο Δικαστής. Φορούσε ένα αυτοσχέδιο καπέλο, σύμβολο εξουσίας, το οποίο περιέβαλε με ιδιαίτερη φροντίδα. Ήταν ιδιαίτερα αυστηρός στις ποινές που επέβαλε στους παραβάτες. Ώσπου ξαφνικά στο ακροατήριο φτάνει ο Ξάδερφος εγκαλούμενος! «Αξάδερφε!» φώναξε δυνατά κι όρμησε να τον αγκαλιάσει «Αθώος ο κατηγορούμενος»! Οι αντίδικοι πλησίασαν να διαμαρτυρηθούν, χτύπησαν τα χέρια τους στην έδρα. Στην τελευταία σκηνή, τον φέρνω στο μυαλό μου να κλαψουρίζει κρατώντας το καταστρεμμένο χάρτινο καπέλο του! Οι μικρότεροι, καθισμένοι σε αναπαυτικά μαξιλάρια και στις πέτρες του κήπου, χειροκροτούσαμε. Το διασκεδάζαμε.

Με τα χρόνια χαθήκαμε. Καθένας πήρε τον δρόμο του. Ο ίδιος διάλεξε την ίδια πορεία στη ζωή του. Ασυμβίβαστη, εναλλακτική. Υδάτινη. Έφτασε ως την άκρη του κόσμου. Έζησε εμπειρίες που μόνο στον κινηματογράφο είδαμε οι υπόλοιποι. Πάντα του είχε αδυναμία να θέτει κόκκινες γραμμές. Κι αν ποτέ τις έβαζε, την επόμενη στιγμή τις παραβίαζε. Αυτό τού κόστισε. Πολύ νέον ακόμη, η αλόγιστη τόλμη του σε μια επικίνδυνη στροφή του αγώνα ταχύτητας με τον χρόνο, τον πέταξε έξω από την τροχιά της ζωής. Τον αποχαιρετίσαμε, πριν μερικές μέρες, στην εκκλησιά της γειτονιάς, που έχει το όνομά του. Για μια ακόμη φορά, την τελευταία, πάλι μάς ξέφυγε!

 

Καλυψώ Λάζου 

 

 

 

 

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017 21:03

Στην καρδιά του καλοκαιριού

Ένα καλοκαίρι που θυμίζει έντονα φθινόπωρο: με τα μελτέμια, την ψύχρα και τα μπουρίνια του. Με έντονες εναλλαγές διαθέσεων και καιρικών φαινομένων. Νωρίς το πρωί της Κυριακής οδηγώ για την Πέτρα, απολαμβάνοντας την ομορφιά του τοπίου, όπως μου αποκαλύπτεται σε κάθε στροφή του δρόμου, μέσα στην ηρεμία του πρωινού. Ένας χρόνος έχει περάσει από την τελευταία φορά που απόλαυσα τη Μυτιλήνη! Η μαγεία του τοπίου με συνεπαίρνει. Κατεβάζω ταχύτητα! Όλα πια για λίγο καιρό μπορούν να γίνονται χωρίς πρόγραμμα, χωρίς τουλάχιστον ασφυκτικό πρόγραμμα, χωρίς προθεσμίες. Η οικειότητα του τόπου ενισχύει τη ρέμβη του πρωινού. Ένας μάλλον κουρασμένος ήλιος βοηθά την οδήγηση. Να ανακαλύπτεις ξανά και ξανά σε πόσο όμορφο τόπο γεννήθηκες. Να εξηγείς την αγάπη σου γι’ αυτόν από τον θαυμασμό σου για τον τόπο: τα ξωκλήσια, τα σέτια, τους κολπίσκους, το άγριο φυσικό τοπίο, μικρούς και μεγάλους οικισμούς, το φιδίσιο δρόμο…

Τώρα που είπα για δρόμο… Ανηφορίζοντας εδώ και αρκετές δεκαετίες τις στροφές από την Καλλονή για την Πέτρα, αναρωτιέμαι αν και πότε (επιτέλους) θα βελτιωθεί ο δρόμος που οδηγεί σε ένα από τα πιο τουριστικά σημεία του νησιού. Αναρωτιέμαι πώς εννοούμε την ανάπτυξη! Κάθε καλοκαίρι το ίδιο σκέφτομαι κι απάντηση δεν παίρνω. Δεν υπάρχει καταλληλότερη εποχή για αναπτυξιακά έργα. Για ανασυγκρότηση και ανασύνταξη δυνάμεων. Φτάνοντας στην Πέτρα συνειδητοποιώ ότι έχει ληφθεί το μήνυμα: η παραλία, χάρη στην φροντίδα και στις φιλότιμες προσπάθειες του Αντώνη, έχει μεταμορφωθεί, έχει ομορφύνει, καινούρια αποδυτήρια έχουν αντικαταστήσει τα παλιά φθαρμένα, μπαράκια έχουν στηθεί σε όλη την έκτασή της, ευτυχώς δεν έχει σκεπαστεί ολόκληρη από καρέκλες, είναι πεντακάθαρη, φροντισμένη, και έχει κόσμο. Σε μια εποχή δύσκολη, σε μια εποχή ανάκαμψης, παρατηρώ ότι στην παραλία και στις ταβέρνες του χωριού, στην πλατεία, στα σοκάκια, υπάρχει κόσμος. Ίσως όχι όσος θα θέλαμε, όμως από όσο πληροφορούμαι από συζητήσεις με τοπικούς παράγοντες του τουρισμού, καταλύματα που διαφήμισαν σωστά το προϊόν τους, πέτυχαν να διατηρήσουν αξιοπρεπείς τιμές και στις σημερινές δύσκολες ούτως ή άλλως εποχές.

Θυμάμαι ξαφνικά ότι τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια των μεταφορικών μέσων έχουν έκπτωση πενήντα τοις εκατό. Δηλαδή έχουμε για πρώτη φορά προσφορές που έχει και η Κρήτη. Πριν τέσσερα χρόνια κόστιζε ακριβώς μισό δεκαπενθήμερο δημοσίου υπαλλήλου, η μεταφορά με πλοίο μιας τετραμελούς οικογένειας με αυτοκίνητο στο νησί. Είχαμε γίνει απρόσιτοι με τα δυο μας τα χέρια! Συνδυάζω, σκέφτομαι και ελπίζω.

Την Κυριακή στον Μόλυβο με περίμενε η κουμπάρα Αναστασία για να διασκεδάσουμε τη δεύτερη μέρα του «Food Fest». Ο Φορέας Τουρισμού διοργάνωσε ένα πολύ προσεγμένο Σαββατοκύριακο, στη διάρκεια του οποίου φρόντισε να δώσει σε όσους παραβρέθηκαν, μια πολύ καλή γεύση από τις τουριστικές υπηρεσίες του τόπου και την ποιότητά τους: ωραία ξενοδοχεία, καλά εστιατόρια, φιλόξενοι κάτοικοι, αισθητική, τοπική παράδοση, κέφι και γλέντι. Νέοι άνθρωποι, χαρούμενοι, κεφάτοι, ειλικρινείς στις προθέσεις τους, που σε κοιτάζουν με βλέμμα που χαμογελά, δουλεύουν για να κερδίσουν τον χαμένο χρόνο. Οργανώνουν για τρίτη συνεχόμενη φορά το Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής, ανοίγουν το Κάστρο για εκδηλώσεις, αγαπούν τον τόπο τους, τον γνωρίζουν, τον απολαμβάνουν και μυούν τον επισκέπτη στα μικρά μυστικά της μαγείας του. Τα ξαναζωντανεύουν και στο μυαλό όσων από μας έχουμε χρόνια να τα γευτούμε: τα γκρέμνα, τη ψειριάρα, τους μικρούς κολπίσκους της Εφταλούς. Νιώθω την ανάγκη να πω ένα ευχαριστώ για εκείνη την ωραία Κυριακή στη Μαρία, στον Θεόφιλο, στον Δημήτρη, στην Έφη, στον Ιγνάτη, στη Γαβριέλλα και σε όλους τους παλιούς φίλους και συμμαθητές που δούλεψαν για ό,τι ζήσαμε -ίσως κάποιων, όχι σκόπιμα, να ξεχνώ να αναφέρω το όνομά τους.

Καθώς γράφω τις τελευταίες γραμμές, στο μυαλό μου, γυρίζει η σκέψη να προλάβω ανοιχτόν τον Κώστα να αγοράσω το εισιτήριο για το καραβάκι που σε πηγαίνει στο Αϊβαλί. Μια καινούρια ευκαιρία να αναβαθμιστεί το βόρειο τμήμα του νησιού! Ελπίζω σε καλύτερα.

 

 

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017 18:35

Το μακρινό ταξίδι του Κώστα Δούκα

Καταμεσήμερο, κατακαλόκαιρο, με τον υδράργυρο να σκαρφαλώνει στους 40 βαθμούς, βρέθηκα να κοιτάζω μια παλιά χειμωνιάτικη φωτογραφία, τραβηγμένη στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα στον Μόλυβο, από έναν χριστουγεννιάτικο χορό στα Δελφίνια. Στο τραπέζι από τη μια πλευρά, η μάνα και ο πατέρας μου, πρόεδρος τότε της Πέτρας, κι από την άλλη ο τότε δήμαρχος Μολύβου, Κώστας Δούκας, με τη γυναίκα του, τη Θέκλα. Κάπου ανάμεσά τους ένα παιδικό κεφαλάκι, το δικό μου. Ήταν η εποχή της ενεργού δράσης και των δύο. Λίγα χρόνια νωρίτερα, πριν ακόμη πέσει η Δικτατορία, τους θυμάμαι στον καφενέ του Κιντριδέλλη, να τραγουδούν μαζί με όλη στην Πέτρα, «πότε θα κάνει ξαστεριά», με την Αστυνομία αύτανδρη να έχει ζώσει την πλατεία. Ήταν η εποχή της αντίστασης και των ανατροπών.

Χτες βράδυ, ενώ χάζευα στο facebook, πληροφορήθηκα την αποδημία του εμβληματικού δημάρχου του Μολύβου, από τη σελίδα του γιου του, από όπου και κατέβασα το σκίτσο, που συνοδεύει το κείμενο. Μέσα σε μισή ώρα άρχισαν να πυκνώνουν οι αναρτήσεις, το αναπόφευκτο βιογραφικό σημείωμα του εκλιπόντος, η προσφορά του στην ανάπτυξη του Δήμου που διοίκησε για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια, και οι αξιολογικές νεκρολογίες. Το μάτι μου έπεσε και σε υλικό από μία τιμητική ημερίδα που διοργανώθηκε από τη σημερινή Δημοτική Αρχή προς τιμήν του, πριν από ένα χρόνο. Από όλα αυτά και από την εμπειρία μου, μπορώ να επιβεβαιώσω τη γενική εκτίμηση που ο Κώστας Δούκας απολάμβανε, για δεκαετίες. Μπορώ να θυμηθώ την αυθεντικότητα στο βλέμμα του, την ευγένεια, τα καλοσυνάτα μάτια ενός ανθρώπου καθαρού, από τους λίγους που διέσχισαν νικητές την πολιτική αρένα, και επέτυχαν να διατηρήσουν αλώβητη την προσωπική τους αξιοπρέπεια. Μπορώ τέλος, να θυμηθώ έναν ωραίο άντρα, με τα μακριά μαλλιά και το παντελόνι καμπάνα, που υπονόμευε από τότε τον συντηρητικό ενδυματολογικό κώδικα.

Μπορώ επίσης να υπογραμμίσω ότι ο Δούκας ήταν ένας από τους αριστερούς δημάρχους στα δύσκολα χρόνια της Μεταπολίτευσης, ο οποίος τίμησε την Αριστερά ως ιδεολογία με το έργο, το όραμα και την ακηλίδωτη υπόληψή του. Δεν ήταν εύκολο τότε να είσαι αριστερός και να διεκδικείς κονδύλια και υποσχέσεις για έργα υποδομής. Αλλά φάνηκε ότι ο ίδιος είχε τον τρόπο του να επιτυγχάνει τον σκοπό του: Απροκατάληπτος στις κομματικές φράξιες, άπλωνε πάντα το χέρι για συνεργασία σε όσους θεωρούσε ικανούς να παλέψουν για την αυτοδιοίκηση. Γνήσιος αριστερός, είχε έντονο το συναίσθημα της αλληλεγγύης και της κοινωνικής προσφοράς.

Πάτησε στα χνάρια του Κυριακού, του άξιου προκατόχου του στη δημαρχία, προσπάθησε και εν πολλοίς το κατάφερε, να αναδείξει τον Μόλυβο, τον δεύτερο μετά την Ύδρα, ανακηρυγμένο ως παραδοσιακό οικισμό, σε τουριστικό πόλο έλξης ενός υβριδικού τουριστικού πλήθους, που γευόταν χωριάτικη και χταπόδι στο λιμάνι και χόρευε στην ντισκοτέκ αλλά και μιας μεγάλης ετερόκλητης παρέας διανοούμενων, που προτιμούσε το γυμνισμό στην ψειριάρα και στους κολπίσκους της Εφταλούς. Το όραμα του Δούκα, των μεντόρων και των συνεργατών του, βοήθησε την τοπική οικονομία, χωρίς να προδώσει την ομορφιά του φυσικού τοπίου και της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής δόμησης. Έπλεξε γύρω από το γραφικό ψαράδικο χωριό, ένα δίχτυ, μέσα στο οποίο σπαρταρούσε το εκλεπτυσμένο γούστο, η αυθεντική λαϊκότητα, η ελληνική ομορφιά, η παραδοσιακή γευσιγνωσία, η καλλιτεχνική έμπνευση και η μαγεία του φεγγαρόφωτου. Αυτό ήταν ο Μόλυβος όχι μόνον επί Δούκα αλλά και για δεκαετίες μετά από αυτόν.

Αυτό σημαίνει πως ο άνθρωπος αυτός δεν είχε μόνον ένα όραμα, αλλά άφησε έργο. Πολύ περισσότερο ότι κληροδότησε την παρακαταθήκη του, εμπνέοντας όσους τον διαδέχτηκαν. Έπλεξε τόσο σφιχτό τον ιστό της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου του, ώστε αυτός να παραμείνει αρραγής και αλώβητος με τις πρώτες στραβοτιμονιές. Φίλε Μάνο, αγαπητέ συνάδελφε, κατάγεσαι από καλή γενιά. Αυτό είναι τεράστια περιουσία. Να ζεις να τον θυμάσαι.

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

Πέμπτη, 06 Ιουλίου 2017 19:06

Με τον αέρα της εικοσαετίας

Σήμερα κλείνουν είκοσι χρόνια από εκείνον τον Ιούλιο του 1997, όταν ξεκίνησα να αρθρογραφώ στον τοπικό Τύπο του νησιού. Στα χρόνια που πέρασαν, άλλαξε ο οικοδεσπότης μου μία φορά, διατηρήθηκε όμως το ύφος και ο χαρακτήρας του κειμένου στο ακέραιο. Κοιτάζοντας πίσω, μόνον ευχαριστίες μπορώ να εκφράσω προς όσους με παρότρυναν να γράψω και σε όσους με εμπιστεύτηκαν και με εμπιστεύονται. Μια ακόμη μεγαλύτερη υποχρέωση έχω απέναντι στο αναγνωστικό κοινό.

Θυμάμαι το μεσημέρι εκείνου του Ιουλίου και τα ορνιθοσκαλίσματα πάνω στην κόλλα αναφοράς με το μπλε στυλό. Θυμάμαι τη θέα του λιμανιού της Μυτιλήνης, το ξύλινο καινούριο τραπέζι, τη λευκή ομπρέλα για τον ήλιο, το λονδρέζικο λουλουδάτο φόρεμα, την ανασφάλεια, τη νευρικότητα, τις μουτζούρες στη σκιά ενός καυτού ήλιου.

Δεν ξέρω αν τα χρόνια που κύλησαν, δικαιώνουν ή προδίδουν εκείνη την αμηχανία. Ούτε ψάχνω απαντήσεις. Είμαι ευγνώμων για τον χρόνο που κύλησε χωρίς τραύματα, χωρίς σοβαρά προβλήματα, που έφερε εμπειρία, γνώση, πραγματοποίησε όνειρα και γέννησε περισσότερες ελπίδες. Η στήλη αυτή είναι ό,τι απέμεινε από τον ανεμοστρόβιλο στον νου μιας νεαρής ακόμη απόφοιτης, που ονειρευόταν να σταδιοδρομήσει στη δημοσιογραφία και άκουγε από μικρή ότι τα κατάφερνε να γράφει. Αυτό ήταν και το μόνο εφόδιο στη φαρέτρα ενός τρελόπαιδου, που τότε βουτούσε σε άπατα νερά, χωρίς καμία συνείδηση κινδύνου.

Δε θυμάμαι πώς έγινε και μια μέρα η δημοσιογραφία, το πάθος για ελεύθερο ρεπορτάζ και η επιθυμία για σταδιοδρομία στην ελεύθερη αγορά, αντικαταστάθηκαν με αυτό που υπάρχει σήμερα, ή μάλλον θυμάμαι, αλλά πια αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Ο άνθρωπος ωριμάζει, συχνά χωρίς να συμβιβάζεται, ευτυχώς, αποκτά αυτογνωσία και αυτή είναι μια περιουσία που δεν τον προδίδει ποτέ. Μπορεί λοιπόν η επαγγελματική πορεία να προσανατολίστηκε σε άλλες ατραπούς, η στήλη όμως παρέμεινε και αγαπήθηκε από την υπογράφουσα ακόμη περισσότερο, ίσως γιατί ήταν ό,τι απέμεινε από την αθωότητα και την αφέλεια ενός αγαπημένου παρελθόντος.

Κείμενα γραμμένα στο χαρτί, που πολύ σύντομα γράφονταν ηλεκτρονικά και στέλνονταν στον αποδέκτη με ηλεκτρονική αλληλογραφία, κάτι μάλλον καινοτόμο λίγο πριν το millennium, κείμενα γραμμένα στο αεροπλάνο, στο πλοίο, στο πούλμαν, στο εξωτερικό, σε δυνατές, σκληρές και ευτυχισμένες στιγμές! Μια διαρκής προσπάθεια να προσεγγίσω ένα κομμάτι από την καθημερινή πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε, το οποίο με άγγιζε συναισθηματικά, ιδεολογικά ή ηθικά περισσότερο ή μου κέντριζε το ενδιαφέρον.

Στην αρχή δεν κρατούσα αρχείο. Για πολλά χρόνια. Όταν έφυγε η μητέρα μου, ανακάλυψα στο πατρικό μου όλα τα κείμενα που είχα γράψει, φυλαγμένα σε ένα κουτί. Σ’ αυτήν οφείλω ότι σήμερα έχω στα χέρια μου ό,τι έγραψα. Υπάρχουν κείμενα που δυσκολεύομαι να ξαναδιαβάσω. Κάποια που απορρίπτω και ορισμένα που αγαπώ πολύ. Κάποτε σκέφτηκα να κάνω μια επιτομή. Το εγχείρημα δεν ολοκληρώθηκε, ακόμη τουλάχιστον. Σε κάποια αναγνωρίζω στιγμές της τοπικής ιστορίας ιδωμένες από τη δική μου οπτική, άλλα τα αποκωδικοποιώ και ξαναγυρίζω σε σταθμούς της δικής μου προσωπικής και οικογενειακής ιστορίας, σε κάποια, πιο λίγα, αφήνω απλώς τον λόγο να κυλά. Είναι εκείνα τα λίγα που μου αρέσουν, ακόμα, παρά τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει.

Η επιφυλλίδα μου αυτή είναι η αγαπημένη μου εβδομαδιαία συνήθεια. Γράφεται συνήθως στην πιο ακατάλληλη στιγμή της εβδομάδας, γιατί ποτέ μου δεν κατάφερα να οργανώσω σωστά τον χρόνο που είχα στη διάθεσή μου. Παρόλ’ αυτά πρόκειται για μια δραστηριότητα που απολαμβάνω και που ολοκληρώνω πάντα με ιδιαίτερη αφοσίωση. Συχνά ό,τι γράφω, ωριμάζει μέσα μου μια ολόκληρη εβδομάδα. Άλλοτε ολοκληρώνεται σε μισή ώρα.

Πρόσφατα χρειάστηκε να υπερασπιστώ τον δημόσιο λόγο μου, όταν αήθη πρόσωπα επιχείρησαν, στο πλαίσιο ενός αθέμιτου επαγγελματικού ανταγωνισμού, να μεταφράσουν το ύφος του σε …δική μου εκπαιδευτική ανεπάρκεια! Το ηθικό δίδαγμα για μένα ήταν ότι αυτό που σε ακολουθεί για δεκαετίες, σε χαρακτηρίζει. Ούτε λεπτό δεν σκέφτηκα να σταματήσω να αρθρογραφώ. Και σταματώ να γράφω προσπαθώντας να φανταστώ τι θα γράφω είκοσι χρόνια μετά. Δεν ξέρω._

 

Καλυψώ Λάζου

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017 19:42

Στιγμιότυπα

Στιγμιότυπο πρώτο: Ένας άντρας υβριδικός: ένα παραμύθι μέσα στην καθημερινή ζωή. Στο όριο του παραλόγου και της καθημερινής ζωής. Καλλιτέχνης, με πάθη: πότης και καπνιστής αρειμάνιος. Ζωγράφος, αρχαιολόγος και αρχιτέκτονας. Τρώει πάντα μπάμιες από κεραμικό πιάτο γλάστρας. Αχρησιμοποίητο εννοείται. Το θεωρεί ως το ιδανικό σκεύος με την κατάλληλη χωρητικότητα και αισθητική. Το διαλέγει σε φυτώρια με βάση το πάχος του εξωτερικού χείλους. Ψιθυρίζει βρισιές. Μιλά στα ερείπια. Προσπαθεί να τα αναπαραστήσει ψηφιακά σε προγράμματα. Αγαπά τις γάτες και όσα είναι απαλά στην αφή. Ακροβατεί ανάμεσα στον παραλογισμό, στην παραίσθηση και στην τετράγωνη ακαδημαϊκή λογική. Ως άνθρωπος είναι σκληρός, με γωνίες στο πρόσωπο και στον χαρακτήρα. Ακραίος και απόλυτος. Ειδήμων στα τραύματα. Χαμαιλεοντικός. Παράφορος. Κυνηγός πουλιών. Έζησε δέκα χρόνια στην έρημο στην καρδιά του Ιορδάνη, μελετώντας την ελληνιστική τέχνη. Φορούσε μαντήλα και είχε γένια. Στον ύπνο του, παραμιλά στα αραβικά. Μετά από αυτόν δύσκολα καταφέρνεις να συμβιβαστείς με καθημερινά πρόσωπα, συγκροτημένα αλλά προβλέψιμα. Με στόχους εφικτούς και εμπειρίες καθημερινές, καθωσπρέπει, που σχηματοποιούν τα συμβατικά όνειρα μιας μέσης ελληνικής οικογένειας για τον γιο της. Παρόλ’ αυτά ο ίδιος τυγχάνει παιδί μικροαστών. Γέννημα - θρέμμα Κυψελιώτης. Περνούσε τα καλοκαίρια του στο οικογενειακό αγρόκτημα, τρώγοντας ορφανά γεμιστά, από τον λαχανόκηπο που φύτευε ο πατέρας του. Από τότε μίσησε τα γεμιστά. Κι αγάπησε τα έντομα που ξυπνούν και κυκλοφορούν τη νύχτα. Οι μονόλογοί του θα μπορούσαν να γίνουν θεατρικό μονόπρακτο στο θέατρο του παραλόγου. Η αγάπη του για τις αντίκες, παροιμιώδης. Ο φόβος του για τον χρόνο που περνά, ακραίος. Οι τσακωμοί του με τους πωλητές των αντικών, μυθικοί, όταν κάποιος από αυτούς περιγράφει ως «παλιό» ή ως «αντίκα» ένα αντικείμενο συνομήλικό του. Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του, μια γυναίκα στον αντίποδά του, κόρη μικροεφοπλιστή, απόφοιτος ακριβού ιδιωτικού κολλεγίου, με σπουδές στη Μεγάλη Βρετανία και εξοχικό στη Μικρά Αγγλία. Με χαμηλά παπούτσια, άψογη αλογοουρά και πάντα χτενισμένη κόμη έκτοτε. Με χαμηλόφωνο τόνο και συγκαταβατική διάθεση. Με αγάπη στη ζωγραφική και λατρεία στον ίδιον. Ώσπου, ύστερα από δύο δεκαετίες, τρία βιβλία, ένα έφηβο παιδί και τρία αυτοκίνητα, δεν άντεξε άλλο. Άφησε απαλά πάντα το χέρι του αιώνιου έφηβου και τον εγκλώβισε οριστικά στο δικό της ημι-αυτόνομο σύμπαν.

Στιγμιότυπο δεύτερο: Ένας άντρας αθώος. Συμβατικός. Καθημερινός. Που αγαπούσε τη Φυσική, το ποδήλατο, το ουζάκι και το χωριό του. Ιδεολόγος αριστερός. Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τον θυμούνται σκαρφαλωμένο σε ένα δέντρο να φωνάζει συνθήματα, κατά της Χούντας. Διορίστηκε καθηγητής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και έκτοτε έτσι πορεύτηκε. Με αστεία με τους μαθητές του, με ουζάκι, καφενέ, τάβλι, ύμνους στην Αριστερά, καλαμπούρι, αθωότητα, γνησιότητα, αγάπη και καλή καρδιά. Με δυσκολίες άνισες σε σύγκριση με τους συνομηλίκους του, τις οποίες πάντα αντιμετώπιζε με ανοχή, συγκατάβαση, καλοπροαίρετη διάθεση και πάντοτε με χιούμορ. Η ζωή στάθηκε μάλλον άδικη μαζί του από την αρχή. Αδικαιολόγητα και ασυνήθιστα δύσκολη και σκληρή. Ως το τέλος. Όταν ξαφνικά τον χτύπησε ύπουλα και τον έβγαλε εκτός πορείας, μέσα σε δύο μόλις μήνες. Υποθέτω ότι κάπου στον Παράδεισο υπάρχει ένα καφενείο, όπου όλοι οι συγχωριανοί του, συναντιούνται, παίζουν πρέφα, πίνουν ούζο, συζητούν για την Αριστερά.

Στιγμιότυπο τρίτο: Ένα περιφερειακό νεκροταφείο κάπου στην καρδιά της Αθήνας, όπου ο πρώτος άντρας αποχαιρετά τον δεύτερο. Είναι γι’ αυτόν μια πρωτόγνωρη εμπειρία να κηδεύεις τον πρώτο καθηγητή σου που φεύγει από τη ζωή και να τον συνοδεύεις στην τελευταία του κατοικία, μαζί με μια χούφτα συγγενείς, παλιούς γνωστούς και λίγους συντοπίτες του, που ξέκλεψαν λίγο χρόνο από τη δουλειά τους, για να παραστούν στην κηδεία. Ο πρώτος άντρας σκέφτεται τον θάνατο. Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί ούτε να τον ζωγραφίσει, ούτε να τον φανταστεί. Ούτε ξέρει πότε μπορεί να τον περιμένει. Περνά με βήματα αργά την πόρτα του κοιμητηρίου. Μπαίνει στην πρώτη κάβα που συναντά και αγοράζει ένα καλό γαλλικό κρασί. Τα χαράματα τον βρίσκουν αγκαλιά με το άδειο μπουκάλι.

 

 

 

Θα μπορούσαν να γίνουν ένα πολύ αστείο θεατρικό έργο, ακόμη και το αντικείμενο μιας εναλλακτικής ανακοίνωσης… που συγκαταλέγεται στα παρεπόμενα της επιστημονικής έρευνας. Αναφέρομαι στο περιεχόμενο και στις προσφωνήσεις των αφιερώσεων των διπλωματικών εργασιών που εκπονούνται από άτομα άνω των τριάντα ετών. Είναι ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής μιας πλαστής γλωσσικής διαλέκτου, παντελώς αδύνατης να αξιοποιηθεί σε επίπεδο κοινωνικό, προκειμένου να εκφραστούν συναισθήματα -ειλικρινή μάλιστα- απέναντι σε πρόσωπα οικεία, αγαπημένα και μοναδικά για το προσωπικό σύμπαν καθενός από εμάς.

Τις ανευρίσκετε στη δεύτερη σελίδα κάθε διπλωματικής εργασίας, κάθε επιστημονικής γενικότερα απόπειρας. Πριν καλά-καλά ο αναγνώστης έρθει σε επαφή με το περιεχόμενο της έρευνας και της επιστημονικής σκέψης κάθε μελέτης, υποχρεούται, στο πλαίσιο μιας άτυπης, κονφορμιστικής κουλτούρας δεοντολογίας, να υπεισέλθει έμμεσα και μάλλον ανορθόδοξα στον εσωτερικό κόσμο και στην προσωπική ζωή του συγγραφέα, διαβάζοντας τις αφιερώσεις του.

Τον τελευταίο μήνα έχω εγκατασταθεί στο σπουδαστήριο και αποδελτιώνω τέτοιες αφιερώσεις. Ύστερα προσπαθώ να κατηγοριοποιήσω τα πρόσωπα, στα οποία οι συγγραφείς αναφέρονται και να συνοψίσω το περιεχόμενο των αναφορών προς αυτά. Μου θυμίζουν λίγο άστοχα επιγράμματα προς σχέσεις είτε τυποποιημένες ή με παραπέμπουν σε συμβατικές εκδηλώσεις που εμπεριέχουν κοινωνικά αυτονόητες θεσμικές παραδοχές προς είδη σχέσεων νομιμοποιημένα. «Στον αγαπημένο μου σύζυγο, Ιωάννη», διαβάζω σε ένα δελτίο και πια δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν πρόκειται για αναγραφόμενο σε κηδειόσημο μιας σχέσης, μιας ηλικίας ή μιας συναισθηματικής εφηβείας που από την ήβη προσγειώνεται απότομα στην κλιμακτήριο, διαβαίνοντας τον Ρουβίκωνα της επιστημονικότητας…

Αδυνατώ να σχολιάσω όσες εργασίες είναι αφιερωμένες σε αγίους, ιερείς  και σε κάθε μορφής οικονομικούς ευεργέτες: ιδρύματα, παρόχους υποτροφιών και λοιπά. Οι τελευταίοι είναι και οι μόνοι μάλλον αρμοδιότεροι να αναφέρονται σε τέτοιες εργασίες, καθώς πάντοτε η τέχνη και η επιστήμη είχε την ανάγκη της συνδρομής κάποιου μαικήνα.

Κάποιες μελέτες είναι αφιερωμένες σε επιβλέποντες καθηγητές, άλλες -ίσως οι περισσότερες- στη μνήμη ή στην εν ζωή παρουσία των γονέων των συγγραφέων, οι οποίοι είναι αλήθεια, τους στήριξαν οικονομικά, για να ολοκληρώσουν την έρευνα και άλλοι πάλι αφιερώνουν τη δουλειά τους στα παιδιά τους, των οποίων αναφέρουν ηλικία, βάρος, ύψος και χρώμα μαλλιών. Το τελευταίο σχετικώς το καταλαβαίνω. Πιστεύω εν γένει ιδιαίτερα στους δεσμούς αίματος. Τους θεωρώ ισχυρούς και ακατάλυτους. Παρόλ’ αυτά, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο ως και απάνθρωπο να προτάξω δύο σελίδες σε ένα παντελώς ακατάλληλο θεματικά βιβλίο, για να εξηγώ σε αδιάκριτα μάτια πόσο πολύ αγαπώ τους γονείς μου, και πόσα τους οφείλω. Η επιστημονική κοινότητα δεν στηρίζεται σε συναισθηματικούς δεσμούς, οπότε αυτές οι μικρές ατασθαλίες συναισθηματισμού μάλλον αποστερούνται το συναίσθημα, παρά εμπλουτίζουν το αυστηρό και λογικοκρατούμενο ακαδημαϊκό ύφος. 

Ξαναγυρίζω στις προσωπικές σχέσεις και προσπαθώ να καταλάβω τα κίνητρα των αφιερώσεων: τύψεις για τον χρόνο που οι συγγραφείς πέρασαν σε απόσταση από τους συντρόφους τους; εξορκισμός του εγωισμού που οι σχέσεις ποτέ δε θεραπεύουν, γιατί οι δύο δεν γίνονται ποτέ μία σάρκα; Επίδειξη προσωπικής ζωής στους εργένηδες θεράποντες της έρευνας; Άλλοθι προσωπικά στο εσωτερικό κενό; Ή αληθινή αγάπη; Αποδελτιώνοντας τις αφιερώσεις των εργασιών της δεκαετίας του 1990, αναρωτιέμαι πόσες σχέσεις διατηρούνται ακόμη, πόσες δεν έχουν καταλήξει σε διαζύγια! Πόσες δεν έχουν αντικατασταθεί! Πόσες δεν έχουν τελειώσει!

Όχι, δεν πιστεύω ότι όσοι αφιερώνουν τη δουλειά τους στους συντρόφους τους, κάνουν κάτι ειλικρινές για δύο λόγους: αφενός, επειδή οι εραστές αφιερώνουν ο ένας στον άλλον ποιήματα και ερωτικά λόγια, αφετέρου, γιατί η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι απόμακρη και συμβατική. Σκεφτείτε μόνον πότε απευθύνεστε σε κάποιον με τη φράση: «Σύζυγε, Μαρία, σε ευχαριστώ για την πολύτιμη συμπαράστασή σου, όσο μελετούσα»!!! Και προσωπικά προσθέτω και ένα τρίτο επιχείρημα: ότι τα ειλικρινή και ανεξάντλητα ερωτικά και αγαπητικά συναισθήματα έχουν μόνον έναν αποδέκτη: το ποιητικό αίτιο των πόθων μας, όσο αυτοί υπάρχουν και παραμένουν ζωντανοί!

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

Τη Δευτέρα που μας πέρασε, θα τη θυμάμαι για το άγχος και την αγωνία που με κέρασε, ώσπου να πληροφορηθώ ότι φίλοι και γνωστοί χαίρουν άκρας υγείας και τα άψυχα στέκονται όπως τα άφησα. Πολύ πιο έντονα θα τη θυμούνται όσοι δοκιμάστηκαν και κυρίως εκείνοι που είχαν απώλειες -υλικές, ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε στην καρδιά της κρίσης- και ασφαλώς όσοι κινδύνεψαν. Φαντάζομαι πως η οικογένεια της εκλιπούσης δε θα λησμονήσει το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας και σ’ αυτήν θα ήθελα, μέσα από τη στήλη αυτή, να στείλω τα πιο θερμά μου συλλυπητήρια.

Αλλά ως εδώ! Δοκιμαζόμαστε ποικιλοτρόπως τα τελευταία χρόνια. Αυτό είναι γεγονός. Δοκιμαζόμαστε, παραμένουμε αβοήθητοι και αντέχουμε. Κάνουμε ωστόσο και εξαιρετικά επικοινωνιακά λάθη, τα οποία μάς στοιχίζουν. Όταν έχεις ανάγκη την ανάπτυξη, δεν θρηνείς, σηκώνεις τα μανίκια και παραμένεις αισιόδοξος. Προβάλλεις τα θετικά σημεία του προϊόντος σου. Δε θα ξεχάσω πέρσι το καλοκαίρι, τα ρεπορτάζ για άδειες ταβέρνες, άδεια τουριστικά καταλύματα και άδειες παραλίες που προβάλλονταν για τη Λέσβο. Δεν υπήρχε πιο ηττοπαθής διαφήμιση! Και τελικά ήταν και εσφαλμένη, γιατί όλοι καλά γνωρίζουμε ότι Ιούλιο και Αύγουστο ήρθε τουρισμός στο νησί, μπορεί όχι ο αναμενόμενος, πάντως άδειοι δεν ήμασταν.

Το βλέπω ότι αρχίζουμε και πάλι να ολισθαίνουμε σε επικοινωνιακό σφάλμα και αυτό κινδυνεύουμε ξανά να μας στοιχίσει. Είναι σίγουρο ότι περάσαμε δύσκολα, ότι δοκιμαστήκαμε, ότι είχαμε υλικές ζημιές και θρηνήσαμε και μια απώλεια. Όμως την επομένη ξημέρωσε μια καινούρια μέρα. Ημέρα που πρέπει όλοι να ανασυνταχτούμε και να διεκδικήσουμε. Από τη ζωή, από την πολιτεία, από τον ίδιο μας τον εαυτό. Η μεγάλη μας πλειοψηφία κατάγεται, κατά το ήμισυ τουλάχιστον, από ανθρώπους που βίωσαν την προσφυγιά, που ξεσπιτώθηκαν βίαια και χρειάστηκε να αρχίσουν από την αρχή, χωρίς να μπορούν να περιμένουν το παραμικρό. Το να αναπαράγουμε φωτογραφίες από συντρίμμια -που επιτέλους (ευτυχώς) δεν είναι και καθολικό φαινόμενο- αυτό βλάπτει. Βλάπτει τις πληγείσες περιοχές, γιατί θυμίζω ότι πολύ κοντά βρίσκεται η παραλία των Βατερών, πλήττει την τοπική οικονομία, άρα μας ενοχλεί όλους μας και πολύ περισσότερο διασπείρει μια εικόνα ηττοπάθειας και κακομοιριάς, που δεν την αξίζουμε ούτε εμείς, ούτε οι άνθρωποι που υποφέρουν και συνεπώς χρειάζονται ανθούσα οικονομία, για να ανακάμψουν.

Εδώ περιμένω να δω τη Δημοτική και την Περιφερειακή Αρχή να δραστηριοποιούνται. Τους τουριστικούς φορείς, τους πράκτορες και όποιες άλλες αναπτυξιακές δυνάμεις επιτέλους αισθάνονται ότι αναπνέουν στον τόπο συλλογικά ή ως ιδιώτες. Για όλους μας, χρειάζεται ανατροπή του κλίματος που έχει δημιουργηθεί. Δημοσιογράφους με φόντο πεσμένες πέτρες δε θα ήθελα να ξαναδώ. Όχι από αναλγησία ή από υστεροβουλία από κοινή λογική. Από αγάπη και ενδιαφέρον για τον τόπο. Μπορεί η συγκυρία να εξελιχθεί σε πλεονέκτημα; Εδώ μάς θέλω όλους. Υπάρχει συναφές με το περιβάλλον, πανεπιστημιακό τμήμα στο νησί. Είναι κατάλληλη στιγμή να γίνει η εξωστρέφεια η ακαδημαϊκή, όχι μια ενότητα της εξωτερικής αξιολόγησης αλλά κινητήρια δύναμη για τον τόπο. Που ναι, δοκιμάζεται. Χρόνια τώρα και πρέπει να αντέξει και να προχωρήσει. Να ζήσει, να χτίσει, να γελάσει, να ερωτευτεί, να διασκεδάσει, να συλλογιστεί και δημιουργήσει, να παράγει, να κάνει όνειρα, να μεγαλώσει παιδιά, να συνεχίσει, να απολαύσει τη ζωή.

Ίσως μου κακιώσετε ότι είναι πολύ νωρίς που τα γράφω όλα αυτά. Νομίζω είναι η πιο κατάλληλη στιγμή. Οι απώλειες είναι βίωμα, που το κουβαλάμε εσαεί, όχι όμως και χαμένος χρόνος από την καθημερινή μας πραγματικότητα. Το πρώτο είναι συγκινησιακή ανάγκη, το δεύτερο ηττοπάθεια. Η Λέσβος δοκιμάστηκε και κανείς δε μας εγγυάται πόσο και πότε θα δοκιμαστούμε ακόμη. Σε όλα τα πεδία και σε βάθος χρόνου. Έτσι είναι η ζωή. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να καθίσουμε με σταυρωμένα χέρια να θρηνούμε μοιρολατρικά. Χρειάζεται άμεσα να ανακαλύψουμε τα αντανακλαστικά μας και να αντιδράσουμε. _

 

Καλυψώ Λάζου

 

 

Σελίδα 6 από 7
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top