FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019 16:21

Οι γυρολόγοι

Μπαίνουμε σιγά-σιγά στην τελική ευθεία για τις εκλογικές αναμετρήσεις του Μαΐου, οπότε οι υποψήφιοι σφίγγουν θερμότερα τα χέρια μας και μετρούν τις δυνάμεις του, για να δουν αν θα κάνουν Ανάσταση το βράδυ της Κυριακής ή αν θα κατεβάσουν άσπρο πάτο το ποτήριον του μαρτυρίου. Εντωμεταξύ η Άνοιξη επιτέλους, ύστερα από ένα δεκαπενθήμερο συννεφιάς και μαυρίλας, αρχίζει να μας γυροφέρνει, γιατί -πώς να το κάνουμε: για να σταυρωθείς και για να αναστηθείς, ήλιο χρειάζεσαι, μάγεμα φύση και όνειρο στην ομορφιά και στη χάρη, για να παραφράσω τον ποιητή.

Οι τελευταίες εβδομάδες της προεκλογικής περιόδου θυμίζουν πάντα γιορτή. Κάθε μέρα δεν είναι ίδια με την άλλη. Πάντα κάτι γίνεται, κάτι κινείται. Υπάρχουν ειδήσεις, υπάρχουν κουτσομπολιά, εξυφαίνονται ίντριγκες, συμφωνίες συνάπτονται και φυσικά γίνονται συναντήσεις, πολλές συναντήσεις. Υποψήφιοι γυρίζουν σαν τους γυρολόγους. Με παρέες. Οργανωμένα. Σταματούν στα καφενεία, μπαίνουν στα καταστήματα, ακόμη και στα super market. Σε πλησιάζουν να συζητήσουν μαζί σου, σε μια ακατάλληλη στιγμή, που γίνονται εκείνοι το βασικό σου πρόβλημα.

Μεγάλη Πέμπτη το μεσημέρι σε κεντρικό super market της Νέας Σμύρνης. Η ουρά στο κρεοπωλείο μεγάλη. Κάθε πελάτης ξεφυσά και δυσφορεί με τους προηγούμενους και όταν έρθει η ώρα κάνει ακριβώς το ίδιο που τον έκανε να διαμαρτύρεται. «Πόσο κατσικάκι να πάρω για τρία άτομα;» Πού να ξέρει πόσο τρώτε ο χασάπης; «Μπορούμε να κόψουμε τα αντεράκια;» «Όχι τα πουλάμε ενιαία». Αυτήν την ώρα διάλεξε η υποψήφια (τώρα τι ήταν θα σας γελάσω) να επισκεφτεί τον οίκον του εμπορίου! Ωραία, αρωματισμένη, πολύ αρωματισμένη όμως, συνοδευόμενη από μια παρέα σκονισμένων αλλά γελαστών συνεργατών, άρχισε να σφίγγει τα χέρια όλων. Δε μίλαγε. Έσφιγγε. Μόνον. Γελούσε, έσφιγγε και οι παρατρεχάμενοι εύχονταν «Καλή Ανάσταση»!

Ο χασάπης εξυπηρετούσε μία αναποφάσιστη κυρία. Τόσο αναποφάσιστη που αν εφαρμόσει την ίδια τακτική και στο παραβάν, δεν βγάζουμε την Κυριακή αποτελέσματα. «Αρνάκι να τους φτιάξω ή κατσίκι που αρέσει και στα παιδιά;» Τώρα, μανούλα μου, θα το αποφασίσεις; Ο έμπορος απαντά με τεράστια -τεράστια όμως ανεκτικότητα- οι υπόλοιποι της δίνουμε την κατάρα μας να της καεί και εκείνη ακριβώς τη στιγμή που δίνει την εντολή για αρνάκι, η υποψήφια σταματάει μπροστά της και της δίνει το χέρι.

«Να βάλλω συκωτάκια χοιρινά ή αρνίσια στη γέμιση;» τη ρωτά απτόητη η πελάτισσα. Η υποψήφια αρχίζει να απαντά. Και ξεκινά ο διάλογος με νόμο το δίκιο του εργάτη και δέκα αγανακτισμένους ουραγούς. Η υποψήφια δείχνει τη γυάλινη βιτρίνα με μακρύ κόκκινο νύχι. Αν ήμουν πρόβατο, ακόμη και μετά τη σφαγή θα ανατρίχιαζα. «Μάλλον της λέει όλη τη συνταγή». «Να είσαι τυχερή να μην θυμηθεί καμιά συνταγή για γλυκό που γίνεται με… κρέας». Η συνάδελφος που συνάντησα τυχαία στην ουρά έχει απηυδήσει. Κρατά τρία καλάθια και δύο μωρά. Και οι συμβουλές δε λένε να τελειώσουν.

Η πελάτισσα ρωτά ξανά το χασάπη: «Εσένα η γυναίκα σου βάζει σκόρδο στη γέμιση;» «Δεν είμαι παντρεμένος, μαντάμ». «Βάστα μην περάσει η ιδέα στην υποψήφια να τον παντρολογήσει, φακές θα φάμε το Πάσχα», ψιθυρίζω, αλλά η πελάτισσα χτυπά το κόρνερ: «Η μάνα σου, βρε παιδάκι μου». «Δεν τη ρωτάς τη μάνα, μαντάμ, όταν σε σερβίρει»! «Έχεις στυλό να το γράψω;» με ρωτά η συνάδελφος και αφήνει κάτω δύο καλάθια και ένα μωρό. «Άσε το θυμάμαι» απαντώ. Πώς να το ξεχάσω! Αθάνατος Έλληνας! Μαγκιά για πρασινάδα μια ζωή! Αντί να καταφέρει με τρόπο να προχωρήσει η ουρά, κορδώνεται! Δεν είναι τυχαίο ότι ζήσαμε και ζούμε όσα μας συμβαίνουν!

Η υποψήφια απηυδισμένη από τη μοιραία πελάτισσα απομακρύνεται. Για καλή δική μας τύχη και κακή δική της την ακολουθεί. Η ουρά προχωρά. Ανασαίνουμε. «Πώς τη λένε, να την ψηφίσω» σκέφτομαι, εκείνη τη στιγμή το θέλω, ύστερα θυμάμαι όμως ότι είμαι ετεροδημότισσα. Με είχε κερδίσει. Με το σπαθί της!

Παρασκευή, 03 Μαΐου 2019 16:30

Η Άνοιξη που δεν έρχεται

Είναι με διαφορά ένας από τους πιο μουντούς Απρίληδες αυτός που ζούμε: Κοντεύει να τελειώσει και δε θυμίζει σε τίποτα την Άνοιξη. Θα έχει τους λόγους του. Υπάρχει μια μεταφυσική λένε εναλλακτικά σε όσους γνωματεύουν τις αιτίες για τις ακραίες αλλαγές των καιρικών φαινομένων τα τελευταία χρόνια. Σε πείσμα του ημερολόγιου η Άνοιξη αρνείται να εμφανιστεί. Φοβάται άραγε μήπως της ζητήσουν, μήπως απαιτήσουν να ψηφίσει Αλέξη Γεωργούλη για ευρωβουλευτή; Η φυγή είναι μια κάποια λύσις. Γιατί αλλιώς, αν δεν σκοτεινιάζεις, δε συννεφιάζεις ούτε φυσάς, πώς να τα βγάλεις πέρα με τη φίλη σου που έρχεται χαριέστατη και σου πετά την υποψηφιότητα στη μούρη; «Από πάντα δε σου άρεσε;» Είναι η στιγμή που ξεφυσάς, που αστράφτεις και μπουμπουνίζεις. Αλέξης (τι όνομα κι αυτό!) πάνω σε μεγάλου κυβισμού μηχανή κούκλος και παιδαράς, απάγει το αφράτο ταίρι του, μάλλον μακριά από την κρίση. Αλλά τι λέω! Δεν είχε κρίση στις αρχές του Millennium. Αλέξης (όνομα αυτοκρατορικό) παιδί λαϊκό, ανθοπώλης από το Μπουρνάζι κλέβει από της εκκλησιάς την πόρτα την πλούσια αγαπημένη του (ή σε σύγχρονη εκδοχή από τον πολιτικό του αντίπαλο την εξουσία). Και ζουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα: Χωρίς υπερφορολόγηση, χωρίς ΕΝΦΙΑ, χωρίς δόσεις, χωρίς πάθη, χωρίς σταύρωση!

Τι ωραία που είναι όλα στην τηλεόραση! Φυσικά και ο Αλέξης. Και κάθε Αλέξης. Μυθοπλασία: εκεί που καταφεύγει όποιος δεν καταφέρνει να πλάσει τη ζωή του, όπως την επιθυμεί. Δηλαδή η μεγάλη πλειοψηφία. Τρώμε και βλέπουμε, βλέπουμε και τρώμε και συγκινούμαστε, γιατί έχουμε γίνει τετράπαχοι και κανέναν δεν μπορούμε πια να συγκινήσουμε. Είναι και αυτό μία λύσις: Να παραιτείσαι από τις συγκινήσεις!

Αλλά έλα που η συγκίνησις σε καρτερεί αιφνιδίως στο διαδίκτυο! Η συναισθηματικά αναστάτωση! Το τραύμα! Αλέξης πάντα γοητευτικός ακόμη και το 2014, όταν έκανε προεκλογική εκστρατεία ως δημοτικός σύμβουλος στη Λάρισα σε παράταξη της Αντιπολίτευσης του σημερινού του κόμματος! Τότε ΝΔ σήμερα ΣΥΡΙΖΑ! Γιατί να μην τα μπερδεύουν οι ωραίοι τα αρκτικόλεξα; Οι ωραίοι δεν ανήκουν πουθενά, ποτέ: Ούτε σε γυναίκες, ούτε σε παρατάξεις! Μόνο που όσο κοιτώ το μουντό φως να το σκέφτεται αν θα μπει από τη μπαλκονόπορτα στο διαμέρισμα, σκέφτομαι πως στη ζωή μας δεν έχουμε ανάγκη τόσο από ωραίους ούτε από μοιραίους (Αλέξηδες και μη). Φως χρειαζόμαστε. «Μπορεί ο Αλέξης να μου φέρει το φως;» ρωτώ την ψηφοθήρα φίλη μου; «Ποιο φως; Ποιος Αλέξης;» Με αυτή τη σειρά ακριβώς. «Τον ήλιο» ξαναλέω. Μπορεί ένας Αλέξης να μου φέρει τον ήλιο; Ήλιο χρειάζομαι, γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν, δεν μπορώ να ανθίσω. Πληρώνω μόνον. Δουλεύω, πληρώνω και βλέπω παλιές σειρές στην τηλεόραση. Γιατί έχω ξεχάσει και να ονειρεύομαι. «Εδώ δεν μπορεί να φέρει τον ήλιο η Άνοιξη ο Αλέξης θα τον φέρει;» Μη λέμε και ό, τι προλαβαίνουμε. Σωστά. Ναι αλλά η Άνοιξη δε μου ζητά, όσο και αν καταφάσκω αυθόρμητα σ’ αυτήν να την ψηφίσω. «Και τι θα σου κάνει η Άνοιξη; Θα ιδρώνεις κιόλας!» Σωστά. Ενώ με τον Αλέξη ουδεμία ελπίς ιδρώτα! Ούτε για δείγμα, βρε αδερφέ! Άσε το άλλο πάλι… «Δεν θα τον ψηφίσω» απαντώ. «Γιατί;» αγριεύει. «Για να μη φύγει.» Δεν θέλω να πάει ο Αλέξης στις Βρυξέλλες. Θέλω να γυρίσει στην τηλεόραση. Να αγαπήσει παράφορα, όπως δεν αγαπά πιθανότατα στη ζωή, να εκραγεί στη μικρή οθόνη, να κόψει ξύλα, να παίξει κιθάρα, να χορέψει, να κάνει άλλα τέλος πάντων…. Αλλά βουλευτής δε θέλω να γίνει. Φαντάζεσαι να αρχίσει να παίζει σε τηλεοπτικές σειρές κανένα αλίμονο που εκπαραθυρώθηκε λόγω Αλέξη από την Ευρωβουλή; Πώς θα επιζήσουμε ύστερα τα θλιβερά μονότονα βράδια της Δευτέρας, όταν όλη η εβδομάδα είναι μπροστά μας και το Σαββατοκύριακο μακριά… Υπάρχει και φθινόπωρο…

Δεν απαντά. Βρίσκω την ευκαιρία να ευχηθώ Καλή Ανάσταση, Αλέξη!

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019 15:11

Η φωτιά

«Όλα τα βλέμματα στράφηκαν στο πιο ψηλό μέρος της εκκλησίας. Αυτό που έβλεπαν ήταν κάτι συγκλονιστικό. Μια μεγάλη φλόγα υψωνόταν ανάμεσα στους δυο πύργους με ανεμοστρόβιλους και σπινθήρες, μια τεράστια και ανεξέλεγκτη φλόγα η οποία πότε φαινόταν και πότε χανόταν από τον πυκνό καπνό».

Χρειάστηκαν μόλις εκατόν δεκαέξι χρόνια, για να αντιγράψει η ζωή την τέχνη. Από τη δημοσιότητα σε παγκόσμιο επίπεδο που έλαβε η φωτιά στην Παναγία των Παρισίων από τις αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα φωτογραφιών από παλιότερες επισκέψεις στο μνημείο που όλοι κάναμε φάνηκε τι σημαίνει «παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά»: Να αισθάνεσαι ότι κάτι είναι τόσο ωραίο και τόσο εμβληματικό, ώστε να είσαι βέβαιος ότι πάντα θα βρίσκεται εκεί και ποτέ τίποτα δε θα του συμβεί. Να νιώθεις και δικό σου το μνημείο και ας μη διεκδικείς τους τίτλους κυριότητάς του στα διεθνή δικαστήρια. Να ανακαλύπτεις τον Θεό, όταν κοιτάς την οροφή και το κωδωνοστάσιο, που πια δεν υπάρχει, γιατί μόνον με θεϊκή βούληση μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά ένα τόσο δύσκολο στην εφαρμογή του γοτθικό αρχιτεκτονικό σχέδιο στην καρδιά του δέκατου τρίτου αιώνα. Να συγκινείσαι για ένα άψυχο κατασκεύασμα και ας συμβαίνουν τόσα δραματικά στους ανθρώπους.

Δεν είναι τυχαίο ότι πριν ακόμη σβήσει η φωτιά είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται χρήματα για την αποκατάσταση του μνημείου. Αναρωτιέμαι αν θα ταίριαζε αισθητικά η εποχή να αφήσει το αποτύπωμά της στην εκκλησία και η επισκευή να έχει και κάποια σύγχρονα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Δεν μπορώ επίσης να μην αναρωτηθώ αν θα αναζητηθούν ευθύνες. Ποιος μπορεί να κοιμάται ήσυχος όταν ξέρει ότι από παράλειψή του προκάλεσε παγκόσμιο δέος και προσέβαλε το σύμβολο μιας πόλης αλλά και της τέχνης ευρύτερα.

Η Κυρά του Παρισιού, δηλαδή η Παναγία (Notre Dame: Η Κυρία μας) είναι χτισμένη στην καρδιά της γαλλικής πρωτεύουσας σε ένα νησάκι στον Σηκουάνα, σε μια από τις ωραιότερες γειτονιές μιας από τις πιο αισθησιακές πόλεις της Ευρώπης. Θρησκευτικό μνημείο διαχρονικό τμήμα της καθημερινής ζωής αλλά και της καλλιτεχνικής παράδοσης, της γαλλικής και της ευρωπαϊκής, στέκεται αναπόφευκτα ως ένα μνημείο για τον πάσχοντα άνθρωπο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ουγκώ εμπνέεται τους άθλιους από την ελληνική λέξη «ανάγκη» που ανακαλύπτει σκαλισμένη σε έναν από τους τοίχους της εκκλησίας. Χάρη στη σειρά των κλασικών μυθιστορημάτων του Ζαχαρόπουλου, πολλά από τα παιδικά μας βράδια ακολουθήσαμε τον Κουασιμόδο να ανεβαίνει τις στριφτές σκάλες της παρισινής εκκλησίας και να συζητά με τα γλυπτά του καμπαναριού. Το Παρίσι έγινε μοιραία ένας ονειρικός προορισμός. Ύστερα μεγαλώσαμε και ταξιδέψαμε ως εκεί. Φτάσαμε πεζή στο νησάκι του Σηκουάνα, στο κέντρο της πόλης, αναζητήσαμε να πατήσουμε την υπερυψωμένη πέτρα, ώστε σύμφωνα με την παράδοση να ξαναγυρίσουμε στην πόλη του φωτός. Μπήκαμε με δέος στο εσωτερικό του ναού σταθήκαμε με θαυμασμό μπροστά στα βιτρώ που φωτίζει το φως που σουρουπώνει και μειδιάσαμε όταν αντί για αναμμένο κερί λάβαμε ηλεκτρικό ρεσώ για προσκύνημα. Για την αποτροπή μιας πυρκαγιάς! Η ειρωνεία της τύχης!

Έτσι όπως αισθάνομαι τρωτό το σύμβολο αυτό του παντοδύναμου αόρατου με πλημμυρίζει συμπόνια και κατανόηση για τον άνθρωπο που πάσχει. Ειδικά γιατί τυχαίνει το πάθος της Παναγίας να συμπίπτει με την καθολική Μεγάλη Εβδομάδα. Όταν ένα σημείο αναφοράς εγγεγραμμένο σχεδόν ως αιώνιο στην ανθρώπινη μνήμη πληγώνεται, πόσο πιο εύκολο είναι να πληγωθεί ο άνθρωπος, που είναι θνητός, αδύναμος, γεμάτος πάθη και συναισθήματα; Αυτό το λαβωμένο μνημείο στην καρδιά μιας πανέμορφης πόλης γίνεται ξαφνικά, στα δικά μου τα μάτια, η απόδειξη του τραύματος αλλά και της δύναμης για τη ζωή. Όσο ο άνθρωπος αγωνίζεται, όσο παλεύει να κατευθύνει τη ρότα του έξω από το δίχτυ που η μοίρα παλεύει να τον περιορίσει, τόσο η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο θα δικαιώνεται. Η Γαλλία διαχρονικά πρόσφερε αγωνιστικό πνεύμα στην ανθρωπότητα.

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019 14:02

Τέλος εποχής!

Συμβουλεύω μια φίλη μου. Καιρό τώρα. Πρόσωπα που εμπιστεύεται και περιβάλλει με την αγάπη της δεν ανταποκρίνονται στα συναισθήματα της. Όταν στις σχέσεις των ανθρώπων τρυπώσει η ζήλεια και ο ανταγωνισμός, η φιλία δεν έχει θέση. Δεν με ακούει και με στεναχωρεί, γιατί μιλώ από πείρα. Όταν κοντινά πρόσωπα φέρονται όπως δεν θα τους φερόσουν, η σχέση αυτή δεν αποδίδει. Ακόμη και αν αυτό δεν γίνεται κακοπροαίρετα. Οι άνθρωποι αρνούνται να παραδεχτούν την αλήθεια. Και ας νιώθουν τα σημάδια του αόρατου. Από εγωισμό; Από φόβο; Από την ελπίδα της μεταστροφής;

Το έχω ζήσει και ξέρω. Η διάψευση από φιλικά πρόσωπα, από μέχρι πρότινος φιλικά τουλάχιστον, δεν είναι ευχάριστο ούτε συναίσθημα ούτε γεγονός. Δεν παύει ωστόσο να είναι κάποτε πραγματικότητα. Και όσο πιο σύντομα το πάρει κάποιος απόφαση, τόσο πιο εύκολα συνεχίζει τη ζωή του. Και λιγότερο ανώδυνα.

Με όση πίστη και αν πρέπει ο άνθρωπος να επενδύει στις σχέσεις του, φιλικές, ερωτικές, επαγγελματικές, όσο υποστηρικτικός και αν είναι, με άλλη τόση γενναιότητα πρέπει να αξιολογεί τις εξελίξεις. Στις ανθρώπινες σχέσεις ο χρόνος είναι ένα μεγάλο πρόβλημα. Ενώνει και χωρίζει. Δικαιώνει και διαψεύδει. Χωρίς αναισθητικό.

Δεν είναι λίγες οι φορές που η συμπεριφορά στενών υποτίθεται ανθρώπων μας εκπλήσσει, μας πληγώνει και μας στεναχωρεί. Οι ενδείξεις όμως υπάρχουν. Αν γυρίσουμε πίσω στο παρελθόν ξεπροβάλλουν αμείλικτες από παντού. Με μανία πολλαπλασιάζονται. Είναι εκεί. Αρκεί να έχει κανείς το θάρρος να τις δει.

Η μικρή μου αλλά επώδυνη εμπειρία καταθέτει ότι όσο εξελίσσεται κάποιο πρόσωπο στη ζωή του, όσο κερδίζει κάτι στην επαγγελματική του ζωή, τόσο λιγοστεύουν τα πρόσωπα εμπιστοσύνης του. Φίλοι είναι όσοι συμπαραστέκονται στις δύσκολες στιγμές. Αναντίρρητα. Φίλοι είναι και όσοι χαίρονται με την επιτυχία του δικού τους ανθρώπου. Όσοι δεν αισθάνονται να απειλείται η αυτοπεποίθησή τους από την πρόοδό του. Εκείνοι που μπορούν να χαρούν με τη χαρά του. Αυτό δεν είναι όσο απλό ούτε όσο εύκολο δείχνει. Ασφαλώς ούτε αυθόρμητο και αυτονόητο. Οι άνθρωποι έχουν ανικανοποίητα και απωθημένα. Που δεν τους αφήνουν να αναγνωρίσουν ότι συχνά πίσω από την πρόοδο των κοντινών τους προσώπων υπάρχει προσωπικός αγώνας και θυσίες. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι έτοιμοι να δεχτούν ότι κάποιος προοδεύει. Συσχετίζουν πάντα κάθε βήμα του με το δικό τους. Αν τον δουν να προπορεύεται συνήθως κουνούν μαντήλι. Αρνούνται να επιταχύνουν ή να συγχαρούν. Πληγώνουν. Γίνονται δυσάρεστοι. Ανασταλτικοί. Ακόμη και αν δεν όφειλαν. Ακόμη και αν η δική τους πορεία είναι αξιόλογη, αν η ζωή τους φαινομενικά μοιάζει πλήρης. Εννοείται ότι τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι ευτυχισμένοι. Ευτυχισμένος είναι ο αυτάρκης άνθρωπος. Αυτός που χαίρεται με όσα κατακτά και απολαμβάνει.

Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου με συμβούλευε πάντα να διαλέγω για φίλους μου ανθρώπους πιο εξελιγμένους από εμένα. Πίστευε ότι έχουν πάντα κάτι να με διδάξουν. Αν μη τι άλλο, πού να βρω το κουράγιο να τους μιμηθώ. Θεωρούσε ότι κανείς δεν πρέπει να επαναπαύεται. Ότι οφείλει να διεκδικεί για τον εαυτό του το καλύτερο. Διάλεγα πάντα πρόσωπα που αγαπούσα δίπλα μου. Δε μετανιώνω για το κριτήριο. Οι επιλογές όμως αρκετές φορές δεν άντεξαν στον χρόνο. Ευτυχώς, όσο μεγαλώνω, προνοώ να απομακρύνομαι εγκαίρως. Δεν υπάρχει λόγος να επιτρέψεις σε πρόσωπα που διασκέδασες μαζί τους, που τους εκμυστηρεύτηκες τα μυστικά σου, να τα αφήσεις να σε πληγώσουν ή να μειωθούν στα μάτια σου. Πρέπει να ξέρεις και να προνοείς να φεύγεις νωρίς. Πρέπει να μην κοιτάς πίσω σου και να μην δίνεις ποτέ δεύτερες ευκαιρίες. Ξέρει τι λέει ο θυμόσοφος λαός για το γυαλί που ραγίζει. Γιατί να κινδυνέψεις να πληγωθείς ξανά και ξανά;

Τα λέω στην καλή μου φίλη, όλα αυτά τα λέω, καιρό τώρα. Δεν με ακούει όμως. Μόνον παραπονιέται. Με κοινό παρονομαστή. Το συναίσθημα τυφλώνει τον άνθρωπο. Μάταια!

Τη γνωρίζω από τα τραγούδια του πατέρα της, από την πρωτοβουλία να απαγορεύσει στο ΠΑΣΟΚ να χρησιμοποιεί ως ύμνο το «Καλημέρα ήλιε» του και από τις αποκαλύψεις που ανέστειλαν την υποψηφιότητά της στο Ευρωκοινοβούλιο. Το τελευταίο θέμα έχει αναλυθεί επαρκώς, θα περιοριστώ, κατά συνέπεια, σε όσα με εξέπληξαν σε αυτήν την υπόθεση.

Η κυρία Λοΐζου, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, έχει καταδικαστεί για δύο κακουργήματα. Το ένα αφορά χρέη της επιχείρησής της προς το ΙΚΑ. Μπορεί πράγματι το ύψος της οφειλής να προσδιορίζει την ποινή σε κακουργηματική, δεν πιστεύω ωστόσο ότι το να χρωστά ένας πολίτης στα δημόσια ταμεία (και μάλιστα στη διάρκεια της κρίσης) συνιστά παράπτωμα, το οποίο αμαυρώνει την ηθική του ακεραιότητα σε βαθμό που του απαγορεύει να εκπροσωπήσει πολιτικά τη χώρα του. Στην εποχή του αρχαίου Σόλωνα οι ελεύθεροι πολίτες έπαψαν να γίνονται δούλοι, επειδή χρωστούσαν. Ελπίζω στην εποχή μας ότι όσοι οφείλουν χρήματα δε θα στερηθούν το δικαίωμά τους να πολιτεύονται.

Όσον αφορά την υπόθεση της σύνταξης όμως, εκεί δεν είμαι βέβαιη ότι η κυρία Μυρσίνη λέει όλη την αλήθεια. Στην επίμαχη πρώτη δεκαετία του millennium δύο φορές επιφορτίστηκα με το θλιβερό καθήκον να δηλώσω απώλεια γονέα σε ταμείο. Οι καταστάσεις των συνταξιούχων υπογράφονταν έναν μήνα νωρίτερα, εκείνη την περίοδο. Έτσι και τις δύο φορές κατατέθηκε η σύνταξη ενός και μόνον μήνα. Όχι πεντέμισι χρόνων. Δύο μήνες αργότερα μου ταχυδρομήθηκε πρόσκληση να επιστρέψω τα χρήματα, μέσω του δημόσιου ταμείου. Από εμπειρία συμπεραίνω ότι στην υπόθεση Λοΐζου κάτι δεν έγινε σωστά. Από άγνοια; (!!!) Πράγματι όποιος εξαπατά το δημόσιο, δε δικαιούται να το εκπροσωπεί πολιτικά. Με ενόχλησε μάλιστα η αφελής κατακλείδα της επιστολής παραίτησης της κυρίας Λοΐζου, η οποία διαμήνυσε ότι ο «φασισμός δε θα περάσει». Αντί σιωπής ή της οφειλόμενης συγγνώμης. Αυτό λέγεται θράσος.

Ταυτόχρονα τεράστια εντύπωση, δυσάρεστη εννοείται, μου προκαλεί η διαρροή των προσωπικών δεδομένων της Μυρσίνης Λοΐζου στα μέσα ενημέρωσης. Πώς είναι δυνατόν δημοσιογράφος να λάβει γνώση για το ….ποινικό μητρώο ενός ελεύθερου Έλληνα πολίτη; Πολύ περισσότερο πώς έφτασε στα μέσα η καταδικαστική απόφαση, και όλες οι λεπτομέρειες: το αρχικό ποσόν που παρακρατήθηκε, το τελικό ποσόν, μετά την προσθήκη των φόρων, το περιεχόμενο της κατάθεσης της Χαρούλας Αλεξίου ως μάρτυρος υπεράσπισης, ακόμη και το γεγονός ότι η κατηγορούμενη δεν έκανε καμία προσπάθεια να ρυθμίσει το επίδικο ποσό; Τα παραπάνω στοιχεία φωτογραφίζουν, κατά τη γνώμη μου, την υπηρεσία, από την οποία διέρρευσαν, προφανώς για πολιτική εκμετάλλευση, τα στοιχεία. Αναρωτιέμαι γιατί μέσα στον πόλεμο των δηλώσεων δεν κινήθηκαν οι ανάλογες διαδικασίες, ώστε να φανεί πώς και από ποιους τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα ενός ανθρώπου, έστω και υπόλογου δικαστικά, καταλήγουν πρωτοσέλιδα της δημοσιογραφικής επικαιρότητας. Ελπίζω να διαταχθεί έρευνα και να βρεθούν κάποιοι καλοπληρωμένοι επίορκοι δημόσιοι υπάλληλοι σε διαθεσιμότητα!

Το τελευταίο ζήτημα που η υπόθεση αυτή διδάσκει είναι η διάσταση του λαϊκού από το λαϊκίστικο. Ο Μάνος ήταν λαϊκός, όταν έγραφε «το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε/ μα η ζωή λεχώνα ελπίδες γέννησε». Αντίθετα εξαιρετικά λαϊκίστικη είναι η ανάρτηση της κόρης του, σύμφωνα με την οποία «τα θύματα του Ξηρού οφείλουν τα ίδια να ζητήσουν συγγνώμη». Η επιλογή της Μυρσίνης στο ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ ερμηνεύεται, από εμένα τουλάχιστον, στο πλαίσιο της προσπάθειας του Προέδρου Αλέξη να επιδείξει βίο παράλληλο με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Επιλογή άστοχη και λανθασμένη αυτή καθαυτή, καθώς τόσο η ελληνική κοινωνία και η ιστορική συγκυρία που δρουν οι δύο πολιτικοί άνδρες είναι διαφορετική, πολύ δε περισσότερο ο βίος και η πολιτεία τους. Δεν είναι κακό ένας νέος πολιτικός να φιλοδοξεί να εξελιχθεί στον ηγέτη μιας εποχής. Αυτό σημαίνει όμως ότι έχει κάτι μοναδικό. Δε μιμείται. Η διαπίστωση αυτή θα απαλλάξει τον Πρόεδρο από μελλοντικούς πονοκεφάλους και στραβοπατήματα.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019 17:37

Ένας υπέροχος άνθρωπος

Έφυγε οριστικά από κοντά μας. Ακόμα είναι δύσκολο και να το δεχτώ και να το διαχειριστώ. Μας έμαθε να αγαπούμε τα γράμματα. Επειδή τον αγαπούσαμε όλοι. Πολύ. Προσπαθώ να εξηγήσω γιατί.

Ήταν καλός δάσκαλος. Δεν τον αγαπούσαμε όμως γι’ αυτό. Η αγάπη μας ήταν ανταποδοτική στη δική του. Που τη μοίραζε αφειδώλευτα με πατρική στοργή σε όλους μας. Κρατώντας ταυτόχρονα αποστάσεις. Φορούσε άλλωστε πάντα γραβάτα και γιλέκο. Είχε μουστάκι. Άσε που ήταν ο Διευθυντής. Πώς να τον αντιμετωπίσεις σαν συνομήλικο; Τον σέβεσαι ή τον φοβάσαι. Αλλά αυτόν δεν τον φοβόμασταν. Ήταν ο πρώτος δάσκαλος που δεν είχε βέργα πάνω στο γραφείο του. Δεν σήκωνε τιμωρία στη γωνία, δεν έβαζε τιμωρία για το σπίτι, μόνο που και που καμιά φωνή.

Τώρα που το καλοθυμάμαι όλα ξεκινούσαν ακόμη και από τον τρόπο που μας προσφωνούσε: «Γιε μου» και «κόρη μου» πάντα. Ποτέ επίθετα, ποτέ κατάλογος. Κάθε μέρα που μπαίναμε στην τάξη τον βρίσκαμε εκεί. Το δωμάτιο ήταν αερισμένο, η σόμπα αναμμένη - καμιά φορά, όταν έκανε κρύο, «φέρε, γιε μου, ένα ξύλο να μη σβήσει η φωτιά» έλεγε στον πιο ζωηρό. Κοντά του νιώθαμε το σχολείο σπίτι μας, σαν το σπίτι μας. Μπορούσαμε να μπούμε παντού. Για συγκεκριμένο λόγο: το γραφείο του διευθυντή δεν ήταν άβατο. Μας μάζευε εκεί, για να κάνουμε πειράματα. Μπορούσε πιο εύκολα να σκιάσει τον χώρο. Μας είχε δώσει και τα κλειδιά από τις βιβλιοθήκες. Μας άφηνε να ανακατεύουμε τα ράφια, να ψάχνουμε τα βιβλία. Στα δύο τελευταία χρόνια του δημοτικού διάβασα όσα βιβλία δεν είχα διαβάσει όλα τα προηγούμενα.

Ήταν δίκαιος. Όταν χρειαζόταν, μάλωνε. Ούτε απειλές, ούτε ξύλο. Και την άλλη μέρα το ξεχνούσε. Δεν αισθάνθηκα να χρειάζομαι οικογενειακή συνδρομή ως σύμμαχο απέναντι του. Τον ένιωθα οικογένεια. Ήξερα ότι ήθελε το καλό μου. Με το μυαλό το προεφηβικό τον εμπιστευόμουν. Όπως όλοι μας. Χαιρόταν στη χαρά, λυπόταν στη λύπη μας. Κοντά του αγάπησα για πρώτη φορά το σχολείο. Και ας μη χώνευα τη φυσική, και ας μην καταλάβαινα τα πειράματα, και ας με δυσκόλευαν τα μαθηματικά. Τα παιδιά χρειάζονται να αισθάνονται ασφάλεια, αποδοχή, εμπιστοσύνη για να μάθουν. Ειδικά σε προεφηβική ηλικία. Να αισθανθούν ότι κάποιος ενδιαφέρεται γι’ αυτά πραγματικά.

Αρκετές δεκαετίες αργότερα, όταν πλάθω εικόνες για τη θαλπωρή, το μυαλό μου γυρίζει στο καταχείμωνο, σ’ ένα μικρό χωριό, με το σχολείο στην άκρη του, τη βροχή να χτυπά τα τζάμια, τον άνεμο να ανακατεύει τα πεύκα έξω από το παράθυρο και μια φούχτα πιτσιρίκια να απολαμβάνουν τη ζεστασιά και τη νοικοκυροσύνη μιας σχολικής αίθουσας και να ταξιδεύουν με τα φτερά ενός μικροκαμωμένου κυρίου με γιλέκο και γραβάτα στις πέντε ηπείρους, στην ελληνική ιστορία, στη μυθολογία, στην παράδοση. Ήταν τόσο γοητευτικό όλο αυτό, ώστε το διέκοπτε πολύ απότομα το κουδούνι για το σχόλασμα. Φεύγοντας από τον δάσκαλο περίμενε η κακοκαιρία να μας συντροφέψει, για να φτάσουμε στο σπίτι μας, τσαλαπατώντας σε λακκούβες και λασπωμένους δρόμους. Μας άφησε ολόκληρη περιουσία αυτή τη θαλπωρή να μας ζεσταίνει στα χρόνια που θα ακολουθούσαν.

Θυμάμαι το αστείρευτο χιούμορ του. Παραμονή μιας 25ης Μαρτίου είχε αναλάβει να εκφωνήσει τον πανηγυρικό στην εκκλησία. «Καταραμένοι να ’στε» τον θυμάμαι να αναφωνεί τον πρώτο στίχο του Βαλαωρίτη και εκείνη την ώρα κλείνει το μικρόφωνο. Η βλάβη αποκαθίσταται μερικά λεπτά αργότερα, το μικρόφωνο ανοίγει «Ε, παιδιά» ακούγεται σε μια εκκλησία γεμάτη από «επισήμους», «δε σας αφορίζω, καθίστε να σας καταραστώ από την αρχή, να καταλάβετε τι θέλω να πω». Ξαναδιαβάζει τον πρώτο στίχο και συνεχίζει «όσοι τις δάφνες στην καρδιά να φέρετε φοβάστε». Τη φωνή του σκεπάζουν γέλια και χειροκρότημα. Μετέτρεψε ένα απρόοπτο σε αφορμή να ζωντανέψει το ακροατήριο.

Την Κυριακή συμπληρώνονται κιόλας σαράντα μέρες. Ας είναι αυτές οι γραμμές το «ευχαριστώ» της γενιάς μας.

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019 14:02

Τοπόσημα

Το λεξικό περιγράφει ως «τοπόσημο» κάθε «αντικείμενο που χαρακτηρίζει έναν τόπο». Τα τοπόσημα είναι με άλλα λόγια μνημεία που συνδέονται άμεσα με την κοινωνική και την εθνική ιστορία μιας περιοχής, εκφράζοντας βαθύτερες πνευματικές ή καλλιτεχνικές ανησυχίες των κατοίκων της, καθώς και των συλλογικών συναισθημάτων ενός κοινωνικού συνόλου. Οι δεσμοί τους με τους ανθρώπους που αντιπροσωπεύουν είναι πολύ ισχυροί και για τον λόγο αυτόν αναδεικνύονται σε διαχρονικά σήματα κατατεθέντα, υπηρετώντας παράλληλα καθημερινές χρηστικές ανάγκες ή εκφράζοντας ευρύτερες αισθητικές αξίες ενός πληθυσμού. Η σημειολογική τους δύναμη είναι τόσο μεγάλη, ώστε συχνά, ακόμη και αν έχουν πάψει να υπάρχουν, εξακολουθούν να λειτουργούν ως σύμβολα δηλωτικά μιας εποχής μιας κοινωνίας ή ενός συνόλου αφηρημένων αρχών και αξιών.

 

Άρχισα να σκαλίζω το λεξικό, ύστερα από δύο ειδήσεις που κυριάρχησαν στην επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες. Η πρώτη είναι ασφαλώς πιθανότητα μεταφοράς του Δρομέα του Βαρώτσου στη Βόρεια Μακεδονία, είδηση που διαψεύστηκε επισήμως από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η ανταλλαγή έργων τέχνης ως διπλωματικών δώρων δεν ξενίζει, συνιστά αντίθετα συνήθη πρακτική που απαντάται από αρχαιοτάτων χρόνων. Η απάντηση στο ερώτημα «Γιατί η ενδεχόμενη μεταφορά του αγάλματος προκάλεσε τόση ένταση;» ανευρίσκεται, όπως πιστεύω τουλάχιστον, εν πολλοίς στη λειτουργία του ως τοπόσημου, ως χαρακτηριστικού δηλαδή δημόσιου μνημείου του αστικού τοπίου της Αθήνας των σαράντα τουλάχιστον τελευταίων χρόνων, άρρηκτα συνδεδεμένου με την ιστορία, την τοπιογραφία του άστεως και μοιραία με πολλές σημαντικές και ασήμαντες μικροϊστορίες.

 

Με απλά λόγια ο μέσος Αθηναίος, παρά τα αρνητικά σχόλια που συνόδευσαν αρχικά την ανέγερση του αγάλματος στην πλατεία της Ομόνοιας, δέθηκε τόσο στενά με το συγκεκριμένο δημόσιο μνημείο και το καταχώρησε στη μνήμη του ως αναπόσπαστο στοιχείο της αθηναϊκής ζωής. Έτσι θεώρησε σχεδόν ιεροσυλία μια πιθανή μετακίνησή του από την ελληνική πρωτεύουσα, πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν πληροφορήθηκε πως αυτό το χαρακτηριστικό δημόσιο κτήμα θα περνούσε στην κατοχή ενός διπλωματικού «αντιπάλου» και μάλιστα στον απόηχο μιας συγκυρίας που άφησε την εντύπωση (εσφαλμένη ή όχι λίγη σημασία έχει) της εθνικής υποχώρησης. Για τους λίγους επαΐοντες της τέχνης μέτρησε αρνητικά επιπλέον η αισθητική υπεροχή του ελληνικού μνημείου συγκριτικά με τα υποψήφια προς ανταλλαγή σκοπιανά γλυπτά, τα οποία διαβάζω ότι χαίρουν ελάχιστης εκτίμησης ακόμη και από τους ντόπιους τεχνοκριτικούς. Πολύ περισσότερο συνεπώς για μια χώρα, όπως η Ελλάδα, τόσο πλούσια σε γλυπτική παράδοση, η απόκτηση, ως προϊόν ανταλλαγής μιας καλλιτεχνικής κακοτεχνίας με συνυποδηλώσεις εθνικά απαράδεκτες θα ισοδυναμούσε με μία αστοχία στην καλύτερη περίπτωση, στη χειρότερη με μία ήττα σχεδόν ισοδύναμη με αυτογκόλ.

 

Η δεύτερη είδηση αφορά τη λεσβιακή ιστορία. Πρόκειται για τον Σταυρό, σύμβολο ακραίων ρατσιστικών φρονημάτων, όπως χαρακτηρίστηκε, που αναγέρθηκε στου Απελή και τις κυρώσεις που επέσυρε. Η τοποθέτηση μνημείων αυθαίρετα σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, κατά βάση θρησκευτικών, δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο. Φανταστείτε τι θα συνέβαινε αν διωκόταν κάθε πικραμένος, που αναγείρει αναμνηστικά πένθους σε δημόσιους δρόμους και στα όρια ιδιωτικών οικοπέδων… Για κάποιον που αγνοεί προθέσεις, το σύμβολο του Σταυρού αυτό καθαυτό δεν ενοχλεί. Σε καμιά περίπτωση μάλιστα για όποιον γνωρίζει το περιεχόμενο της ορθόδοξης θρησκείας, δεν είναι στοιχείο ρατσιστικό, αντιανθρωπιστικό, εθνικιστικό, ένδειξη απουσίας αλληλεγγύης προς τον πάσχοντα άνθρωπο. Αυτό που ενόχλησε και ενοχλεί είναι οι προθέσεις που ανιχνεύτηκαν πίσω από την κίνηση αυτή, πιθανόν οι αντιλήψεις για το προσφυγικό αυτών που τοποθέτησαν το μνημείο, οι προθέσεις τους απέναντι στους ξένους και η παρουσία του μνημείου ως απόδειξης συμπεριφοράς με στοιχεία έντονης κτητικότητας του τόπου και του συγκεκριμένου χώρου ειδικότερα. Κάπως έτσι εξηγούνται και οι δυναμικές αντιδράσεις της δικαιοσύνης: ο Σταυρός απέκτησε στην περίπτωση αυτή μια ιδιαίτερη σημειολογία, εντελώς αντίθετη με το συμβατικό του μάλιστα νόημα, η οποία προκάλεσε την πόλωση που το νησί βίωσε τελευταία.

 

Αναρωτιέμαι γιατί κάποιοι πιστεύουν ότι η έννοια του έθνους, με τη θετική και την ακραία της διάσταση ατονεί!

Παρασκευή, 08 Μαρτίου 2019 17:41

Ανήκομεν εις την Δύσιν

 

Στην τελευταία εικοσαετία, οι εξελίξεις στον ταπεινό μας αυτοδιοικητικό βίο μας ενθάρρυναν να καλλιεργήσουμε επαρκώς τις δεξιότητες της …πολυπολιτισμικότητας. Λίγο πριν ο καινούργιος αιώνας ανατείλει συνηθίσαμε στην ιδέα ότι μπορούμε να συνεργαστούμε με τα γειτονικά χωριά, στο όνομα του Καποδίστρια. Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα ο διευρυμένος καλλικρατικός δήμος μετέβαλε εμάς τους εσαεί χωρικούς σε αστούς μυτιληνιούς. Με δυο λόγια μάς επέτρεψε ένα δυνατό άλμα αυτοδιοικητικής κινητικότητας που είχε ασφαλώς πέρα από την «κοινωνική αναβάθμιση» σοβαρές πρακτικές παρενέργειες. Δύο καλοκαίρια παρέμενε χωρίς αντικατάσταση η λάμπα στον κεντρικό περιφερειακό δρόμο του χωριού, εξαιρετικά πολύπλοκο γραφειοκρατικά στάθηκε να την αλλάξουμε. Η «αναβάθμιση» κοστίζει!

 

Ανέλπιστα αλλά με μεγάλη ανακούφιση πληροφορήθηκα τις τελευταίες μέρες τη διάσπαση του διοικητικού εξαμβλώματος, που δυσχέρανε σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση τη βόρεια καθημερινή μας πραγματικότητα. Επειδή όμως τίποτα δεν είναι τέλειο, ήταν στην ανακοίνωση του ονόματος που με περίμενε μεγάλη ήττα. Βλέπετε κάθε φορά που με ρωτούσαν «από πού κατάγεσαι;» απαντούσα «από τη βόρεια Λέσβο». Ξαφνικά προκύπτω πολίτης του νεοσύστατου (τουλάχιστον αυτό ελπίζω) δήμου «Δυτικής Λέσβου» και χάνω πλέον ολοσχερώς τον γεωγραφικό μου προσανατολισμό, τον οποίο δεν είμαι και βέβαιη ότι τον είχα ποτέ. Καλά εγώ και οι συντοπίτες μου. Ο Μανταμάδος δυτική Λέσβος πόθεν, πώς; Μάλλον οι τουριστικοί πράκτορες επιβάλλεται να τροποποιήσουν το υλικό τους και τα βιβλία γεωγραφίας να επανακαθορίσουν την αναζήτηση της Δύσεως. Για τα υπόλοιπα έχει ο Θεός. Αφού όμως έχουμε τον Ταξιάρχη με το μέρος μας, «δε σκω», όπως λέμε οι Πετρανοί. Καλύτερες μέρες θα ξημερώσουν.

 

Είναι γεγονός ότι τις τελευταίες μέρες υφίσταμαι ανελέητο φροντιστήριο για τα όρια του Δήμου Δυτικής Λέσβου. Όλος ο κόλπος της Γέρας ή μέρος αυτού; Άσχετο αλλά είναι με τα καλά μας τώρα ο Πολιχνίτος και η Βρίσα δυτική Λέσβος; «Μπορείς να μη σχολιάζεις; Το σωστό είναι όλος ο κόλπος Καλλονής να περιέλθει στην επικράτεια του ίδιου Δήμου». Για μια ακόμη φορά η αλήθεια θυσιάζεται στη σκοπιμότητα! Δυτικά λοιπόν! Ελπίζω όχι «δυτικά της λύπης»!

 

Χρειάστηκα σχεδόν μισό αιώνα ζωής ως ταπεινή κάτοικος Πέτρας Λέσβου, για να το πιστέψω ότι ανήκω και εγώ εις την Δύσιν. Είναι, όπως και να το δεις, μια σύνθετη ταυτότητα. Ένας προσδιορισμός διακριτικός που κάτι πρέπει να δηλώνει πέραν από τον εσφαλμένο γεωγραφικό του προσδιορισμό! Ο δυτικός άνθρωπος είναι κατά δήλωσή του «πολιτισμένος». Είναι πιο «σύγχρονος», περισσότερο «εξελιγμένος», πιο «προοδευτικός». Αστειεύομαι. Νομίζω ότι επιχειρώ να διερευνήσω καθαρά προσωπικές υποθέσεις. Αυτό που εύχομαι ειλικρινά είναι οι άνθρωποι που θα δραστηριοποιηθούν πολιτικά στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου να έχουν έμπνευση και διάθεση να ασχοληθούν με κάτι περισσότερο από τον εαυτό τους και τους στενούς κομματικούς τους ορίζοντες. Έχουμε περάσει πολλά, ειδικά τα τελευταία χρόνια και η ανάκαμψη είναι μία ανάγκη αμετάθετη. Ήδη σε τοπικό επίπεδο γίνανε αρκετά από ντόπιους κατοίκους, ουσιαστικά αλλά εν πολλοίς άτυπα. Η οικονομική ανάκαμψη, η τουριστική ανάπτυξη, η κακή οδοποιία είναι ζητήματα που καίνε και ταλανίζουν τον τόπο. Σχέδια υπάρχουν και προτάσεις. Το ζητούμενο είναι το ποσοστό αυτονομίας για την εφαρμογή τους.

 

Το βέβαιο είναι ότι δε θα πλήξουμε. Ειδικά τους μήνες που ακολουθούν. Θα καταγράφουμε με προσοχή συνεστιάσεις, χειραψίες, συναντήσεις, τυχαίες συνομιλίες, ραντεβού και φωτογραφήσεις, για να αποτυπώσουμε συνθέσεις συνδυασμών και συγκλίσεις δυνάμεων. Ας ελπίσουμε από όλα αυτά να προκύψει κάτι χρήσιμο και κάτι καλό για όλους μας. Ας το ελπίσουμε και ας το ευχηθούμε τουλάχιστον.

 

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019 12:15

Κόμ(μ)ατος

 

Έχει περάσει τα πενήντα. Από την εποχή που αναπολεί έχουν περάσει είκοσι χρόνια. Από έναν παλιό γνώριμο, άνθρωπο ιδιόρρυθμο και εσωστρεφή, άκουσα την πιο ενδιαφέρουσα πολιτική ανάλυση, προϊόν αυθαίρετης γενίκευσης μιας προσωπικής του ερωτικής απογοήτευσης. Μεταφέρω τον διάλογο.

- Το κόμμα ξέρει να εμπνέει ισχυρά συναισθήματα. Και αυτή μπορούσε. Είχε βλέπεις όλα τα πλεονεκτήματα με το μέρος της: αγαπούσε το θέατρο, έπαιζε θέατρο, μουσική, ήξερε ποίηση και είχε χιούμορ. Μη μου πεις ότι δεν είναι έτσι σήμερα πολιτικά πρόσωπα;

- Ήταν ωραία; τον ρώτησα.

- Κάτι χειρότερο. Σε έκανε να τη βλέπεις έτσι.

- Αυτό είναι κακό;

- Ναι, όταν δεν είναι έτσι στ’ αλήθεια. Δεν το βλέπεις γύρω σου;

Γέλασα.

- Το άλλο; Κάπνιζε σα φουγάρο, ειδικά όταν χόρευε ζεϊμπέκικο.

- Χόρευε καλό ζεϊμπέκικο;

- Χορογραφία. Με κοίταξε. Από τότε δήλωνε ότι υποστήριζε την παράταξη αυτή.

- Καλά υπήρχε;

- Παραλλαγμένη.

- Και πώς και δεν την κατάλαβες;

- Ε, τότε ακόμη το κόμμα αυτό ήταν ένα μικρό κόμμα και αυτή πηγαινοερχόταν ως δική μας ετεροδημότισσα. Ήμουν νέος. Πίστευα πως ήθελε να μοιάζει εναλλακτική. Και αυτοί αυτό δε θέλανε;

- Και πότε άρχισε η απομυθοποίηση;

- (Πήρε βαθιά ανάσα) Όταν με πρόδωσε.

- Δηλαδή είχες μάτια και δεν έβλεπες; Μήπως λοιπόν σου αναλογεί ένα μερίδιο ευθύνης;

- Πότε είχε μάτια ο Έλληνας να δει καθαρά; Πλησιάζουν και εκλογές.

- Δεν υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια; Επέμεινα.

- Όταν φλερτάραμε μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε πάει με τον μεγάλο έρωτα της πιο καλής της φίλης. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί διαλύθηκαν τόσα κόμματα τούτον τον χρόνο. Μου τα είπε με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Βλέπω τον άνθρωπο και λέω μέσα μου: «Α, ρε κακομοίρη, και να ήξερες τι ξέρω»!

- Ποιος ξέρει τι του είπε αυτού για σένα!

- (Είπε) Όχι σ’ αυτόν. Σε όλους τους υπόλοιπους. Φίλους,, γνωστούς, συγγενείς, φλερτ, συνεργάτες, δικούς μου και δικούς της. Αλήθειες; Ψέματα; Κανείς δεν τόλμησε να μου πει. Ούτε ρώτησα.

- Γιατί δεν επικοινώνησες να της ζητήσεις να μη σε εκθέτει;

- Φαντάσου μια γυναίκα νέα, μορφωμένη, πλούσια, που παριστάνει τη διανοούμενη να έχει τέτοια συμπεριφορά. Γεμάτη κόμπλεξ είναι. Μήπως και καλύψει κανένα της κενό με ξεπούλησε. Δεν είδες να ξεπουλιέται τίποτα άλλο γύρω σου τα τελευταία χρόνια;

Μπήκα στον πειρασμό να τον ρωτήσω για τον αντίζηλο.

- Σου θυμίζω πόσα χρόνια διαμαρτύρεσαι για αναξιοκρατία που εμποδίζει να εξελιχτείς στη δουλειά σου.

- Μα εγώ φωνάζω γιατί από τη μία αγνοούνται τα προσόντα, από την άλλη κανείς δε δίνει σημασία σ’ αυτό που πραγματικά προσφέρει ο καθένας.

- Και εγώ αυτό ακριβώς είπα, για όσους αντικαταστάτες είχα την τιμή να γνωρίσω. Πλην με διαδέχτηκαν μεγαλοπρεπώς.

- Και; Υπήρξε ευτυχής κατάληξη;

- Ρωτάς αν μπορούσε ή αν ήξερε πώς να κάνει κάποιον ευτυχισμένο; Τους διέλυσε όπως…

- Ξέρω όπως θα καταστραφούμε και εμείς. Διέλυσε και σένα; Ρώτησα προβοκατόρικα.

- Με έκανε να σιχαθώ τις γυναίκες. Κάθε φορά που μπλέκω με κάποια, μόλις πάει να σοβαρέψει το πράγμα, «ίδια σκατά είσαι και συ!» σκέφτομαι και απομακρύνομαι.

- Ναι αλλά μια παράταξη που σε σημαδεύει ακόμη και όταν σε πληγώνει…

- Αν δεν πληγώσεις, δεν αφήνεις σημάδι. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

- Δε χάνει τις εκλογές… ολοκλήρωσα τη φράση μου.

- Δεν τις χάνει. Εμείς χάνουμε. Και αυτό που χάνουμε δεν το ξαναβρίσκουμε.

- Της έχεις πει ποτέ;

- Τι ένιωθα; Τότε.

- Ότι σε πόνεσε.

- Για να με θεραπεύσει; Δεν μπορεί. Ούτε να με καταλάβει μπορεί. Αξιακό είναι το χάσμα που μας χωρίζει. Και επειδή είναι τέτοιο, δε γεφυρώνεται.

- Εκείνη σε αγαπούσε; Στο είχε πει;

Και άλλοι υποσχέθηκαν πως θα σπάσει ο Δήμος Λέσβου και ότι δε θα πληρώνουμε ΕΝΦΙΑ και προκόψαμε. Για πρώτη φορά τον είδα να χαμογελά. Το χειρότερο από όλα είναι ότι η γυναίκα αυτή δεν ήταν κακή ούτε τυχοδιώκτρια. Δεν ήθελε να προκαλέσει κακό. Ούτε σε μένα ούτε σε κανέναν άλλον. Αλλά έφυγε νύχτα, αφού μετέτρεψε τα πάντα σε πεδίο βολής.

 

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019 16:46

Η χάρη του Αγίου Βαλεντίνου

Αναρωτιέμαι γιατί δεν την αντιλαμβάνεστε. Εννοώ όλους εσάς τους παράγοντες της τουριστικής ανάπτυξης και της τοπικής οικονομίας του νησιού. Έχουμε το λείψανο του Αγίου Βαλεντίνου στην Καθολική Μητρόπολη της Μυτιλήνης αλλά αρνείστε να το προσκυνήσετε. Είναι αργά να συζητήσουμε γιατί ο ασκητής και μάρτυρας κατέληξε να προστατεύει ως άγιος τον Έρωτα. Ακόμη και ο Έρωτας έχει την ανάγκη ιερής προστασίας, πόσο μάλλον η χειμαζόμενη οικονομία μας! Και τι κάνετε γι’ αυτό; Διοργανώνετε (προεκλογική περίοδος γαρ ξεκινά) συναυλίες! Μα κοιτά ο Έρως συναυλίες; Και αν ναι, πόσο μάλλον τα ανθοπωλεία (όλο και κάποιο τοπικό φρούτο θα ευδοκιμεί προς τιμήν του)! Τα εστιατόρια, καθότι ανέκαθεν από το στομάχι περνούσε! Τα ξενοδοχεία (ας μην επεκταθώ)! Τα συμβολαιογραφεία; Διότι τα προικοσύμφωνα αποτελούν εγγύηση της ανιδιοτελούς και αιωνίου αγάπης! Μα εγώ θα σας τα γράφω; «Έρως και Τσικνοπέμπτη» δεν θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει τίτλο συμποσίου φιλοσοφικού, μιας πανεπιστημιακής ημερίδας, ή οργιαστικού (να μην υπεισέλθω σε λεπτομέρειες), έστω καταναλωτικού; Για να μην αναφερθώ σε ένα ωραιότατο ερωτικό καρναβάλι σπονδή στη μεταμορφωτική δύναμη του Έρωτα.

Ο Έρωτας φορτώνεται με πολύ ιδεαλισμό, με αποτέλεσμα να οδηγείται μοιραία στη διάψευση και στην αποκαθήλωση. Ας μείνει τουλάχιστον και κάποιο κέρδος από τόση σπατάλη ενέργειας. Ο Έρωτας δεν είναι αιώνιος. Δυστυχώς. Το αποδέχεσαι αφού τελειώσει η δεύτερη «μεγάλη αγάπη» της ζωής σου. Τότε μαθαίνεις ότι κάθε άνθρωπος είναι προορισμένος να συναντήσει πολλές αγάπες. Όλων των μεγεθών. Και να τις ζήσει όσο του επιτρέπουν οι δεσμεύσεις οι προτεραιότητες του. Κάποιες είναι μεταμορφωτικές. Άλλες μακροχρόνιες. Αφήνουν το αποτύπωμά τους. Αλλά η ζωή δεν είναι πρόβα. Προχωρά χωρίς να τις περιμένει. Οι μεγάλες αγάπες τελειώνουν. Συνήθως άδοξα. Όσο σημαντικότερο είναι το πρόσωπο στην προσωπική μυθολογία σου, τόσο λιγότερο επανέρχεσαι σ’ αυτό, τόσο ελάχιστα το κουβεντιάζεις. Εκτός και αν είσαι άνθρωπος χωρίς αρχές, με πολλές ανασφάλειες και ανικανοποίητα. Η ιδιωτική μας οδός ευτυχώς μας ανήκει. Απόδειξη ότι αγάπησες κάποτε έναν άνθρωπο, ότι τον σέβεσαι, είναι πως δεν τον αναζητάς, δε γυρίζεις. Κρατάς το μάθημα της ζωής. Προχωράς.

Υπάρχουν και οι άλλες, οι ανώδυνες ιστορίες. Που σε διασκεδάζει να παίζεις μαζί τους. Έρωτες και αυτές; Γιατί όχι; Ξέρεις ότι δεν κινδυνεύεις από αυτές, δεν πληγώνεις κανένα, το κυριότερο δεν πληγώνεσαι. Τέτοια πρόσωπα είναι ευπρόσδεκτα ευκαιριακά, πάντα όμως με ημερομηνία λήξεως. Πέραν της οποίας η μνήμη τα διαγράφει. Ώστε να επιδίδεσαι στο κυνήγι νέων συγκινήσεων.

Ο άνθρωπος όσο ζει επιζητά να επιβεβαιώνεται. Και να απολαμβάνει. Είναι σκληρός ο Έρωτας και εγωιστικός, παρά αλτρουιστής. Κανένας δεν ανέχεται να μην πρωταγωνιστεί στις προτεραιότητες κάποιου άλλου, αδιάφορο κάποτε πόσο σημαντικός είναι αυτός για τον ίδιο. Συμβαίνει όμως και δεν είναι κάποτε καθόλου κακό. Πολλές φορές οι ανώδυνες περιπέτειες χαρίζουν πολύ μεγαλύτερη απόλαυση από τις περιπαθείς ιστορίες πόνου και πάθους. Άσε που αφήνουν χωρίς παθητικό το συναισθηματικό μας ισοζύγιο. Και επιτρέπουν να αφοσιωθούμε απερίσπαστοι σε υποθέσεις με πιο ουσιαστική και πιο διαρκή επίδραση στη ζωή μας. Την οποία πάντως δεν ορίζουμε απόλυτα. Αυτή είναι άλλωστε η γοητεία της: Η άγνοια κινδύνου που κρύβει το άγνωστο. Οι νέες περιπέτειες. Οι ασκήσεις της αυτοπειθαρχίας. Οι μεγάλες αρνήσεις του ποιητή και οι ευένδοτες υποχωρήσεις στο παιχνίδι των αισθήσεων. Η γοητεία που έχει το συναίσθημα όταν γεννιέται, όταν δοκιμάζεται, όταν πληγώνεται, όταν τελειώνει. Και το επιπόλαιο φλερτ. Με κάποια παρενέργεια, μηδαμινή μπροστά στον φόβο της συναισθηματικής δέσμευσης. Σε μια κοινωνία που εμπορεύεται σταθερά και χειραγωγεί την ακαλλιέργητη συναισθηματική μας νοημοσύνη.

Ενώ τέλειωνα το κείμενο, έμαθα ότι η διάσπαση του Δήμου αναβάλλεται. Αντί για άλλο σχόλιο σας αφιερώνω τους στίχους του Τίτου Πατρίκιου («Έρωτας και Πολιτική 1»): «Η πιο δημοκρατική στιγμή/ είναι του αμοιβαίου οργασμού», με την παραίνεση εκτός της καρδίας, να φυλάττετε και την ψήφο σας!

 

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019 15:05

Η ζωή εν Τάφω

Στρώθηκα ασφαλώς την προηγούμενη Πέμπτη μπροστά στην τηλεόραση. Αλλά επειδή οι υποχρεώσεις κρύβουν ανατροπές τελικά παρακολούθησα το πρώτο επεισόδιο της «Ζωής εν Τάφω» από το Διαδίκτυο, πρωινές ώρες του Σαββάτου. Κάλλιο αργά παρά ποτέ δηλαδή. Ομολογώ ότι την προσοχή μου κέντρισε η απόπειρα μεταφοράς ενός λογοτεχνικού βιβλίου στη μικρή οθόνη. Έχω καιρό να δω κάτι επιτυχημένο. Κουβαλώ όμως έντονες τις αναμνήσεις από το «Νησί» και το «Δέκα». Είναι εξάλλου σπάνιες πλέον οι τηλεοπτικές μεταφορές μυθιστορημάτων. Το αναγνωστικό κοινό λιγοστεύει και γι’ αυτό ευθυνόμαστε κυρίως εμείς οι φιλόλογοι. Να μην αμελήσω να παραδεχτώ ότι η Μυτιλήνη και ειδικότερα το βόρειο τμήμα της, που αποτελεί το υπόβαθρο για μέρος του βιβλίου, ήταν μία ακόμη αιτία να επιδιώξω να παρακολουθήσω το πρώτο επεισόδιο της σειράς. Πάνε περισσότερα από είκοσι χρόνια που παρακολουθούσα τα γυρίσματα του «Μεγάλου Θυμού» στα αρχοντικά του νησιού και στη συνέχεια τα ολοκληρωμένα επεισόδια στη μικρή οθόνη. Πέρασε πράγματι πολύς καιρός από τότε.

Καθώς λοιπόν το παρελθόν δεν μπορείς να το φέρεις πίσω ούτε όμως και να το αλλάξεις, σου μένει να προσηλωθείς στο σήμερα. Γιατί η ζωή δεν είναι πρόβα. Είχα λοιπόν μεγάλη περιέργεια να δω το αποτέλεσμα ενός απαιτητικού εγχειρήματος. Από τα πρώτα λεπτά που συντονίστηκα στη διαδικτυακή συχνότητα της αγαπημένης ΕΤ1, άρχισαν αναπόφευκτα και οι συγκρίσεις. Ο σκηνοθέτης Τάσος Ψαρράς είναι ο ίδιος που μας χάρισε πριν λίγα χρόνια τον εξαιρετικό «Καρυωτάκη», μια τηλεοπτική σειρά, που αν και κυκλοφορεί διαδικτυακά με κακή ποιότητα ήχου, απομονώνω σκηνές και επεισόδια και τα διδάσκω στους μαθητές μου. Η σειρά είναι τόσο επιτυχημένη, ώστε έκανε σκόνη ακόμη και τον κινηματογραφικό «Καζαντζάκη» του Γιάννη Σμαραγδή και ας πρόκειται για δύο διαφορετικά καλλιτεχνικά είδη. Έθεσε όμως τον πήχη απελπιστικά υψηλά, ώστε κάθε επόμενη προσπάθεια να βρίσκεται στην αμήχανη θέση να συναγωνιστεί μία μάλλον ανεπανάληπτη επιτυχία.

Έτσι το πρώτο επεισόδιο της «Ζωής εν Τάφω» δε με ενθουσίασε. Σε μία από τις εναρκτήριες σκηνές μάλιστα, άστοχα κατά την ταπεινή μου άποψη, η Μαρία Κίτσου, η ηθοποιός που ενσάρκωσε τηλεοπτικά την Μαρία Πολυδούρη, εμφανίζεται σε έναν μάλλον δευτεραγωνιστικό ρόλο. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχουν συνταγές επιτυχίας. Πολύ περισσότερο η επιτυχία δεν έρχεται μέσα από μανιέρες. Μάλλον η τυποποίηση κουράζει. Παρόλ’ αυτά ειδικά τα γυρίσματα στο νησί και η προσπάθεια να αποδοθεί μια περασμένη εποχή, μακριά από τις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις, ήταν επιτυχημένη. Να μέτρησε το συναίσθημα για τον τόπο που με έκανε να μην είμαι αξιόπιστη κριτής ή πράγματι η σειρά εξελίσσεται σε επιτυχία και εγώ μουρμουρίζω χωρίς λόγο; Η συνέχεια θα δείξει. Δεν έχω ακόμη ενθουσιαστεί. Αλλά θα παραμείνω πιστή στο τηλεοπτικό προσκλητήριο, όσο αντέχω δηλαδή, διατηρώντας αυτό το χαμόγελο της συγκατάβασης που γεννά η αγάπη του οικείου.

Πρόκειται άλλωστε για μία από τις λίγες τηλεοπτικές παραγωγές αξιώσεων που έχουμε την ευχαρίστηση να παρακολουθούμε στη δύσκολη δεκαετία που διανύουμε. Με δεδομένο ότι η ΕΡΤ είχε κλείσει για δύο χρόνια είναι πραγματικός άθλος ότι μας δίνει τέτοιες παραγωγές. Μαζί και υπενθύμιση ότι, όταν θέλει, υποστηρίζει τον παιδευτικό της σκοπό μαζί με τον ψυχαγωγικό της ρόλο. Ο οποίος δικαιώνεται και από τη μεγάλη τηλεθέαση που γνωρίζουν ανάλογες προσπάθειες. Διαβάζω ότι πάνω από ένα εκατομμύριο τηλεθεατές παρακολούθησαν το πρώτο επεισόδιο της «Ζωής εν Τάφω». Αυτό σημαίνει ότι το τηλεοπτικό τοπίο μπορεί να έχει και εναλλακτικές λύσεις σε ριάλιτι όπου οι παίκτες μαγειρεύουν, μασκαρεύονται, τραγουδούν, φλερτάρουν και ποζάρουν, επενδύοντας σε ένα αμφίβολο καλλιτεχνικό μέλλον. Ή μπορεί να σημαίνει ακόμη ότι η έμπνευση δεν χάθηκε ακόμη από τη μικρή μας οθόνη.

Παρόλ’ αυτά η σειρά δε με έπεισε ακόμη. Τη συστήνω ωστόσο. Γιατί όλοι χρειαζόμαστε ένα καταφύγιο αφοσίωσης και ανιδιοτέλειας σε ένα αφηρημένο αγαθό, όπως η καλλιτεχνική δημιουργία, που δεν εξαργυρώνεται, χαρίζει όμως πληρότητα και απόλαυση.

Πέμπτη, 07 Φεβρουαρίου 2019 11:10

Θα γίν’;

Πίναμε τσίπουρα μεσημεράκι Αλκυονίδων με μια καλή φίλη από την Πέτρα, κάπου σε έναν παράδρομο στην Αμφιθέας. Εγώ γιόρταζα τον ήλιο, έναν ήλιο σπάνιο και δυσεύρετο τους δυο τελευταίους μήνες στον Αττικό ουρανό, δροσερό και αεράτο, ύστερα από μια ολονυχτία δυνατής μπόρας που παρέσυρε όσα οι μνήμες και τα συνεργεία του Δήμου αφήνουν πίσω τους. Εκείνη θριάμβευε για τη Συμφωνία των Πρεσπών αλλά επειδή είχαμε πολύν καιρό να τα πούμε είπαμε να αποφύγουμε τα πολιτικά και να χαρούμε την παρέα και τα ασήμαντα: Μια μαθητική αργία, άφθονο κουτσομπολιό, λόγια του αέρα και αναδρομή στα ιστορικά ανάλεκτα της ιδιαίτερης πατρίδας με ιστορίες του βουνού και του παραγωνιού και φυσικά με πλούσιο ρεπορτάζ για ψίθυρους καρδιάς.

Η αναφορά στα ερωτικά ξεκίνησε από το συστατικό «πρώην» της «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Ήταν όταν έκανα τη δήλωση ότι «κάθε φορά που μιλά κάποιος για πρώην, διαπράττει ολίσθημα, οπότε η συζήτηση είναι άστοχη και πρέπει να αλλάξει προσανατολισμό». Προσωπικώς ήθελα να αποφύγω αναφορές σε νοτιομακεδονικό χαλβά και λοιπές πολιτικές αφηγήσεις, η ημερήσια διάταξη ξαφνικά πάντως απέκτησε περίεργο περιεχόμενο: «Οι πρώην πρέπει πάντα να επιστρέφουν» αποφάνθηκε η φίλη. Σκέφτηκα ότι στην Κουμουνδοούρου μετανιώσανε ήδη που τα σπάσανε με τον Καμμένο, δεν είχε όμως η φίλη μου αυτό στο μυαλό της. Εννοούσε ότι όποια εξέλιξη και να είχε μία σχέση, μία επιστροφή θα είχε οπωσδήποτε τις εξής συνέπειες: ένας τουλάχιστον από τους ερωτευμένους έχει ξεπεράσει τη σχέση, άρα παίρνει εκδίκηση κατά το πάριον ρητόν «τώρα που κατάφερα επιτέλους να σ’ αρνούμαι, τώρα σ’ εκδικούμαι». Εναλλακτικά κανένα από τα δύο πρώην έτερα ημίσεα δεν έχει ξεπεράσει τη σχέση, οπότε επέρχεται το μοιραίο και γίνεται ό,τι και στα παραμύθια: ύστερα από πολλές περιπέτειες, οι ερωτευμένοι ενώνονται ξανά. Και ζουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Υπάρχει βέβαια και μια ακόμη εκδοχή: οι άνθρωποι αυτοί να έχουν ξεπεράσει ο ένας τον άλλον, οπότε… οπότε «τότε γεννιέται η τέχνη», που λέει και ένας παλιός μου καθηγητής στο πανεπιστήμιο. «Αν δεν επιθυμείτε να συνευρεθείτε ή να τον δολοφονήσετε, αν πάψατε να καρδιοχτυπάτε πριν τον συναντήσετε, ζωγραφίστε τον ή κάντε τον τραγούδι». Όταν η σκόνη του χρόνου κατακαθίσει, όταν η μορφή ξεθωριάσει, τότε δεν υπάρχει κίνδυνος να γίνονται οι αφηγήσεις προσωποπαγείς. Τότε όποιος έχει ταλέντο, γίνεται δημιουργός. Πρόκειται για μία άποψη που δε συμμερίζομαι. Ή έστω όχι κατά λέξη. Μεγαλώνοντας, όσο πιο σοβαρά ασχολείσαι με την τέχνη, τόσο πιο δύσκολα μπορείς να χτίσεις ρόλους που να μην εκθέτουν αλλά να εμπνέουν, καταγράφοντας αυτό που έζησες. Αφαιρετικά και διακριτικά. Ώστε να έχεις κάτι να πεις, που να αφορά και τους τρίτους. Για κάποιον λόγο, μεγαλώνοντας, πιστεύω ότι όσο περισσότερο σημαντικό ήταν κάτι κάποτε για σένα, τόσο πιο δύσκολο είναι να εκφράζεσαι γι’ αυτό. Και εν κατακλείδι γιατί πρέπει να πεις ή να έχεις να πεις κάτι, για όσα έζησες. Αυτοί που μιλούν ή φαφλατάδες και παραμυθάδες είναι ή στερημένοι από εμπειρίες. Όσοι έχουν ζήσει, σωπαίνουν. Ή μιλούν συμβολικά. Αυτό κάνει τη διαφορά ανάμεσα στη ζωή και στη γνήσια δημιουργία.

Η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια, κάπου μισή ώρα μετά τη συζήτηση χτύπησε το τηλέφωνο της μίας και στην άλλη γραμμή ήταν ένας παλιός μεγάλος έρωτας. Το συμβάν οδήγησε μοιραία σε έναν ακόμη γύρο από τσίπουρα. Διότι υπήρχαν αποφάσεις να ληφθούν και στοιχήματα να τεθούν. Υπήρχαν εικασίες να γίνουν. Ίσως τέτοιες προσδοκίες να είναι σημαντικότερες και από το reunion αυτό καθαυτό. Στην παρέα παίζουμε ένα παιχνίδι με σφηνάκια: ανάλογα με το πόσους γύρους θα διαγράψει το ποτήρι αφού αδειάσει στην κυκλική του περιστροφή πάνω στο τραπέζι προδικάζεται το αποτέλεσμα. Κάποτε οι μανάδες μας όταν πληροφορούνταν κάποιο φλερτ αναρωτιούνταν: «Θα γιν’;» Εμείς τζογάραμε με ένα σφηνάκι μονά ζυγά.

 

Σελίδα 1 από 8
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top