FOLLOW US
Καλυψώ Λάζου

Καλυψώ Λάζου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018 18:04

Στον απόηχο της Μεγάλης Εβδομάδας

Χριστός Ανέστη λοιπόν! Σε πείσμα όσων αρνούνται τα θαύματα. Η περίοδος των διακοπών σχεδόν για όλους έφτασε ή φτάνει στο τέλος της, ίσως έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε το νόημα όλων αυτών των προετοιμασιών που προηγούνται της κορύφωσης της Μεγάλης Εβδομάδας. Κάθε χρόνο παρατηρώ γνωστούς και φίλους να τρέχουν σαν κυνηγημένοι από κατάστημα σε κατάστημα, για να προλάβουν: από τον τσαγκάρη και το καθαριστήριο, μέχρι τα είδη δώρων και τα μεγάλα super market, εκσφενδονίζονται με ταχύτητα αστραπής, κουβαλούν πακέτα και σακούλες, κρατούν λίστες και σημειώνουν εκκρεμότητες, ακόμη και ύστερα από οχτώ χρόνια οικονομικής κρίσης. Οι κύριοι, συνήθως συνωστίζονται στα βενζινάδικα, ενώ οι κυρίες ποδοπατούνται στα κομμωτήρια. Την τιμητική τους έχουν τα ζαχαροπλαστεία: τσουρέκια, κουλουράκια, νηστίσιμα γλυκά και μη,  τυλιγμένα σε κορδέλες ισορροπούν στα καθίσματα του συνοδηγού, παρέα με σακούλες της λαϊκής και μισοάδεια πορτοφόλια. Κάπου-κάπου, αν κοιτάξεις προσεχτικά, διακρίνεις και τα απαγορευμένα: κροτίδες και βεγγαλικά, όλα τα «πυρομαχικά» της Ανάστασης, που οι τολμηροί και οι «μερακλήδες» μελετούν ήδη από την περασμένη χρονιά.

Μου επιτρέπετε να ρωτήσω «προς τι όλα αυτά»; Ξέρω τις απαντήσεις: «Το Πάσχα είναι οικογενειακή γιορτή» «Η οικογενειακή ατμόσφαιρα επιβάλλει ετοιμασίες», «Πρέπει να τηρούμε τα έθιμα», «Επιβάλλεται να ευθυγραμμιστούμε με το πνεύμα της γιορτής». Κάθε φορά που αντιλέγω ότι η Μεγάλη Εβδομάδα είναι περίοδος πένθους και νηστείας, άρα εσωστρέφειας και περισυλλογής, συνεπώς δεν ενδείκνυται, για να ξενυχτάς, να πίνεις, να ξεφαντώνεις, να ψωνίζεις αρειμανίως και να ασχολείσαι με την εξωτερική σου εμφάνιση οι περισσότεροι με στραβοκοιτάζουν. Το καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω και τι εννοούν με αυτό που μου λένε, είναι τόσο μεγάλο το μεταξύ μας χάσμα όμως, που μόνον γενναίες αμοιβαίες υποχωρήσεις έχουν την ελπίδα να το γεφυρώσουν.

Φέτος στα κοινωνικά δίκτυα συνάντησα συχνά αναρτημένη την εικόνα του νεκρού Τσε το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, από ανθρώπους μάλιστα που δε διανύουν την πρώτη τους εφηβεία. Παλιμπαιδισμός, σημαίνει πολλές φορές να εξισώνεις τα άνισα. Σημαίνει άραγε ότι ο πολιτικός ρομαντισμός της παράταξης που μας κυβερνά αρχίζει να ριζώνει στις ψυχές των Ελλήνων; Να περιμένουμε ότι οι δημοσκοπήσεις για μια ακόμη φορά θα διαψευστούν; Όλα καλά, αλλά τι φταίει ο αθώος Ναζωραίος να συγκρίνεται με τον αντάρτη της Λατινικής Αμερικής; Σας εκλιπαρώ μην αρχίσουμε για άλλη μια φορά αυτή τη συζήτηση για τον ταξικό χαρακτήρα του Χριστού, γιατί μεγαλώνω και πια δεν αντέχω. Δεν ήταν πολιτικός ηγέτης Εκείνος, ούτε κοινωνικό κίνημα, άλλο πράγμα καθιερώθηκε να είναι και ειλικρινά έχω κουραστεί να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Πια δεν κουνώ καν το κεφάλι μου. Αποχωρώ από τη συζήτηση.

Ακόμη και αν μεγάλο ποσοστό των συνανθρώπων μας δε γνωρίζει τι γιορτάζει και γιατί, άρα αγνοεί και το πώς, η περίοδος του Πάσχα έχει πάντα ιδιότητες καταπραϋντικές στην ψυχή όλων. Ίσως γιατί μπαίνει για τα καλά η Άνοιξη, αυτήν όλη την καταλαβαίνουμε, τι να πω; Τον τελευταίο καιρό η Μεγάλη Εβδομάδα ξυπνά μέσα μου την απόδραση από κάθε υλική ανάγκη, κάτι που το μεταφράζω ως ψυχική ευφορία, ως κάθαρση. Όσο πλησιάζουν οι μέρες της Ανάστασης, τόσο σκέφτομαι ότι εκτός από μία βαθειά ενδοσκόπηση, τα εγκόσμια μικραίνουν μέσα μου. Όλα τα υλικά και τα φθαρτά. Είναι μια συμπεριφορά δυστυχώς περιστασιακή, σχεδόν ευκαιριακή, που διαρκεί όσο και οι μέρες του Αγίου Πάθους. Φοβάμαι ότι ούτε οι πρόσφατες ιστορικές μας περιπέτειες κατάφεραν να μας διδάξουν ότι η κοινωνικότητα, στην πιο αυθεντική και ειλικρινή της εκδήλωση, συντελείται σε επίπεδο ψυχικό και πνευματικό, δεν εξαργυρώνεται με υλικές ανέσεις και αισθητικές βελτιώσεις.     

Οι άνθρωποι που νομίζω ότι ζουν γνήσια την κάθε τους στιγμή είναι όσοι αναπτύσσουν μια σχέση απαγκίστρωσης από τις υλικές ανάγκες, όσοι γιορτάζουν επιμελώς ατημέλητα, όχι όμως για λόγους επίδειξης ενός εναλλακτικού life style. Και αν διαφωνείτε, δεν πειράζει. Είπαμε: Χριστός Ανέστη για όλους! 

               

Καλυψώ Ν. Λάζου - Μπαλτά,

Φιλόλογος

Πέμπτη, 05 Απριλίου 2018 19:06

Από φως και βελούδο

Τον πόνο και το πένθος που αισθάνθηκα, όταν απροσδόκητα πληροφορήθηκα το πολύ πρόωρο τέλος της Φωτεινής Φραγκούλη, διαδέχτηκε η «απόλυτη περιφρόνησις» που ο Εγγονόπουλος βρίσκει ότι «αρμόζει σε όλους αυτούς τους θόρυβους /τις έρευνες /τα σχόλια επί σχολίων που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν / αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες/ γύρω από τις συνθήκες» της αποδημίας της, ξημερώματα της τελευταίας Τετάρτης του Μαρτίου. Η Φωτεινή χάρασσε την ιδιωτική της οδό, με την ίδια αξιοπρέπεια, που βάδισε και στον σύντομο δημόσιο βίο της. Δεν καταλαβαίνω γιατί κάποιοι πήραν την πρωτοβουλία να ρίξουν ανακριτικό φως άπλετο σε μια γυναίκα γεμάτη με όση ακτινοβολία φανέρωνε το όνομά της. Οι πραγματικά οικείοι της το απέφυγαν.

Δεν ήταν στενή μου φίλη. Όταν ανέλαβα την πρώτη μου εκπομπή για το βιβλίο στην ΕΡΤ, ούτε είκοσι τεσσάρων ετών, ο παλιός μου δάσκαλος, Γιάννης Κωνσταντέλλης, άρχισε να τηλεφωνεί σε όσους γνώριζε και να εγγυάται για μένα, ώστε να μου παραχωρήσουν τις συνεντεύξεις που χρειαζόμουν. Γνώρισα τη Φωτεινή, από τηλεφώνου στην αρχή, σε ένα αφιέρωμα στην παιδική λογοτεχνία. Η φωνή της ήταν πλασμένη να διηγείται παραμύθια. Είχε τη ζεστασιά, τη μελωδία και τις παύσεις της καλής παραμυθούς και την αμεσότητα ενός πολύ επικοινωνιακού ανθρώπου. Φιλική, ευγενής, υποστηρικτική, στο τέλος με ευχαρίστησε, λες και εκείνη είχε υποχρέωση σε μένα. Καθώς τα χρόνια κύλησαν, συνειδητοποίησα ότι η γυναίκα αυτή συνεργαζόταν με μια ομάδα από εικαστικούς, φωτογράφους, εκδότες και δημοσιογράφους, τους οποίους γνώρισα σταδιακά μέσα από τη δουλειά και τις σπουδές μου, ονόματα με κύρος αληθινό στον τομέα τους, ανάλογο εξάλλου με το δικό της συγγραφικό τάλαντο. Κάθε φορά που ξαναγυρνώ στην πρώτη μας επικοινωνία κρατώ πολύτιμη ανάμνηση τη βελούδινη αύρα της φωνής, την ευγένεια, την ευαισθησία ενός πλάσματος ιδιαίτερου, σαν κι αυτά που συναντούσα στις σελίδες των βιβλίων της. Φιλικό αλλά και εσωστρεφές, με όση αξιοπρέπεια το στρείδι προστατεύει το μαργαριτάρι του.

Με κάλεσε στον Μόλυβο να γνωριστούμε από κοντά. Στον Πλάτανο συνάντησα μια γυναίκα αέρινη, με άσπρα μακριά φορέματα, ψάθινο καπέλο, περιτριγυρισμένη από γάτες, στις οποίες μιλούσε σα να ήταν παιδιά. Με τη γοητεία της ωριμότητας και με το άρωμα της επιτυχίας της, η γυναίκα αυτή τον ζούσε τον τόπο της, τον όριζε, κυκλοφορούσε αφτιασίδωτη και άμεση, ανάμεσα στους ντόπιους και στα οχήματα που αγκομαχούσαν στην ανηφόρα. Της είχα φέρει για δώρο μια εξάδα πρωτινά πιατάκια για γλυκό, που είχα αγοράσει από τα παλιατζίδικα της Ερμού. «Εγώ το ήξερα ότι θα επικοινωνούσαμε», χαμογέλασε με ένα μελαγχολικό βλέμμα. «Άλλωστε έχουμε τόσα κοινά: είμαστε μοναχοπαίδια και τα πατρικά και των δυονών είναι απέναντι από έναν πλάτανο. Λίγο είναι»; Καθώς ο ήλιος έπεφτε, πίσω από τα κλαδιά του δέντρου, η Φωτεινή μοιράστηκε μαζί μου την αγάπη της για τα παιδιά, το ακροατήριο της στο σχολείο και το αναγνωστικό της κοινό. Τα μάτια της έλαμπαν κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτά. Η ανυστερόβουλη αφοσίωσή της στη δουλειά της δασκάλας, της χάρισε την ειλικρινή αγάπη των μαθητών της, με πολλούς από τους οποίους διατήρησε επικοινωνία, ακόμη και όταν έγιναν γονείς.

Την πρώτη χρονιά που εγκαταστάθηκα για δεύτερη φορά στην Αθήνα, στα δύσκολα, στα ασήκωτα και στα επώδυνα, βρέθηκαν φύλακες-άγγελοι δυο γυναίκες: η μία, η Φωτεινή. Με ευστοχία που ανάδινε άρωμα γαλλικού καφέ, στο υπέροχο σπίτι στο Γουδή, με κατανόηση, με διακριτικότητα και με απόλυτη εχεμύθεια, απόδειξη της φυσικής ευγένειας και του ήθους της. Είχα τότε το προνόμιο να μοιραστεί μαζί μου προσωπικά της παραμύθια, για να μου διδάξει μέσα από την ενσυναίσθηση την αλληγορία της πραγματικής ενηλικίωσης.

Αργά το βράδυ της αποδημίας της αποφάσισα πως η γυναίκα από φως, ξαφνικά τρύπωσε μέσα στις σελίδες των παραμυθιών της, όπου συνεχίζει να μεταμορφώνει σε ονειρικές εικόνες όλο το άγχος και την αβάσταχτη αλήθεια αυτού του κόσμου.

                 

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018 17:24

Στα γρανάζια του δημοσίου

Την περασμένη Παρασκευή βρέθηκα εντελώς απρόοπτα στη δίνη μιας απίστευτης, όσο και εξαιρετικά δυσάρεστης περιπέτειας, η οποία ευτυχώς είχε αίσιο τέλος: επιστρέφοντας στο σπίτι το μεσημέρι, μετά τη σχολική γιορτή και έναν ωραίο καφέ με συναδέλφους, αισθάνομαι αδιαθεσία, το θερμόμετρο με δικαιώνει και λόγω της ημέρας αποφασίζω να παραγγείλω φαγητό. Τότε ανακαλύπτω ότι ο λογαριασμός, στον οποίο έχω καταθέσει εκτός από τις οικονομίες μου, τα χρήματα για τη θεατρική παράσταση της ερχόμενης Κυριακής των μαθητών μου έχει δεσμευτεί, για να καλυφθεί ένα άγνωστο χρέος. Μετά από πολλές περιπέτειες πληροφορούμαι ότι οφείλω χρήματα στο ΙΚΑ.

Από τη δεινή κατάσταση που μπορούσε να μου στοιχίσει μια περιποιημένη υπηρεσιακή αναφορά, εκτός των άλλων, με σώζει το σύνδρομο του ρακοσυλλέκτη που έχω από παιδί: συνηθίζω να κρατώ αρχείο με οτιδήποτε με αφορά, από τα πρώτα φοιτητικά κοινόχρηστα, μέχρι τις φορολογικές δηλώσεις της γιαγιάς μου. Σ’ αυτό ανέτρεξα, αυτό με έσωσε. Ανακάλυψα το παράβολο της πληρωμής του ποσού, που υποτίθεται ότι όφειλα, το απέστειλα και μέσα σε μία ημέρα, το ζήτημα είχε διευθετηθεί. Στο σημείο αυτό κρίνω ότι πρέπει να ευχαριστήσω ολόθερμα και ειλικρινά τους δύο υπαλλήλους του ΙΚΑ και τους τρεις διευθυντές τραπέζης που αποκατέστησαν τους λογαριασμούς μου άμεσα. Είναι αλήθεια ότι, όταν το δημόσιο σε αδικεί, αισθάνεσαι ότι όλα περιστρέφονται γύρω σου. Αλλά δε συμβαίνει αυτό. Και είναι σημαντικό να συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν και κάποιοι ευσυνείδητοι άνθρωποι, που φροντίζουν να αποκαταστήσουν την αδικία σε βάρος σου, παράλληλα με τόσα άλλα καθήκοντα και υποχρεώσεις που τους κατακλύζουν καθημερινά.

Μοιράζομαι αυτήν την περιπέτεια μαζί σας, για να καταγράψω κάποιες σοβαρές εκκρεμότητες της ελληνικής γραφειοκρατίας, τις οποίες ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας του δημοσίου μπορούσε, ακριβώς χάρη στη συγκεντρωτικότητά του, να θεραπεύσει. Το πρώτο πρόβλημα αφορά την επικαιροποίηση της διεύθυνσης κατοικίας του πολίτη. Το ΙΚΑ μού είχε στείλει επιστολή, αλλά… στην Ιθάκη, όπου τότε εργαζόμουν. Το περίεργο είναι ότι το ελληνικό δημόσιο γνωρίζει πού μένω από πολλές πηγές: πρόχειρα θυμάμαι το Τάχις, τον Λευκό Τειρεσία, το Υπουργείο Μεταφορών, το My school του Υπουργείου Παιδείας. Το πρόβλημα βρίσκεται στην έλλειψη συντονισμού των δημοσίων υπηρεσιών, στην απουσία ενδοεπικοινωνίας.

Δε μεταφέρω τη γνώμη μου για τον αντιεπαγγελματισμό του υπαλλήλου που δέκα χρόνια πριν για κάποιον λόγο παρέλειψε να προσθέσει το παραστατικό της πληρωμής στον φάκελο. Ρώτησα, μού είπαν ότι έχει πάρει σύνταξη. Αναρωτήθηκα πόσοι κακόμοιροι κάηκαν από την ανευθυνότητά του. Ποιος κρατά το παράβολο που πλήρωσε, πριν από δέκα χρόνια; Πόσο δυσφημίζεται το δημόσιο από κάτι τέτοια «ευσυνείδητα» παιδιά;

Το δεύτερο σοβαρό ζήτημα αφορά τα δικαιώματα του καταναλωτή. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι ενώσεις δεν έχουν προσφύγει νομικά εναντίον της πρακτικής να δεσμεύονται οι λογαριασμοί του καταθέτη, χωρίς καν αυτός να ειδοποιείται. Κάθε απόφαση στέλνεται πάντα σε 17 πιστωτικά ιδρύματα. Αλλά ο πελάτης δεν προστατεύεται. Αν τον διώκει το δημόσιο, θεωρείται οιονεί ένοχος! Η περίπτωση του ανθρώπινου λάθους; Ο πελάτης εμπιστεύεται στο πιστωτικό ίδρυμα κυριολεκτικά ό,τι πολυτιμότερο. Πολύ λυπάμαι που δεν έχω off shore.

Στην Αθήνα, μια ξινή υποδιευθύντρια εποίει την νήσσαν, όταν της επισήμαινα ότι έχουν δεσμευτεί, εκτός από τα δικά μου, και ξένα χρήματα. «Μπορείτε να το αποδείξετε;» «Μπορούμε. Γράφω ως αιτιολόγηση το όνομα του σχολείου και της παράστασης. Έχω και τη λίστα με τα ονόματα». Πουλούσε τρέλα. Έψαξα τον δικηγόρο της Ομοσπονδίας. Της τηλεφώνησε. Το ποσό αποδεσμεύτηκε αμέσως. «Της εξήγησα ότι διαφορετικά η Τράπεζα θα γίνει χορηγός του σχολείου ως τα βαθιά σας γεράματα».

Οι δεσμεύσεις λογαριασμών αυξάνονται. Ανήμερα της εθνικής επετείου, με πυρετό και τον Ερτογάν να απειλεί, κονταροχτυπιέται μέσα μου η αγάπη για την πατρίδα και ο θυμός μου για το κράτος. «Ω θεϊκιά κι όλη αίματα πατρίδα» λέει ο ποιητής. Το αίμα της καρδιάς μας.         

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018 13:46

Η πτώση

Πιάνω τον εαυτό μου, εδώ και έναν μήνα περίπου, να συντονίζει τη μικρή οθόνη του στη δική του συχνότητα. Κάθε μέρα επεισόδια από τηλεοπτικές σειρές των τριών σχεδόν τελευταίων δεκαετιών της λειτουργίας του, διαδέχονται το ένα το άλλο καθημερινά. Πώς αλλάζουν τα πράγματα! Πόσες σειρές του κάθε χειμώνα μάς καθήλωναν στους τηλεοπτικούς δέκτες! Ακριβές παραγωγές, σαφώς με τηλεοπτική αισθητική, οι περισσότερες συνδεδεμένες με σημαντικές στιγμές της ζωής μας.

Για το Mega ο λόγος ασφαλώς, για το οποίο η τελευταία απόφαση του ΕΣΡ δείχνει ότι σηματοδοτεί το άδοξο τέλος μιας φιλόδοξης προσπάθειας που τάραξε στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, τα λιμνάζοντα τηλεοπτικά ύδατα της δημόσιας τηλεόρασης, χαράζοντας μία πορεία εντυπωσιακή, που είχε από όλα: λάμψη, χρήμα, εξουσία, διαπλοκή κατά ορισμένους, συμμαχίες με οικονομικά συμφέροντα, προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης, καλλιτεχνική ποιότητα και πρωτοπορία, αφού την πόρτα του μεγάλου καναλιού περνούσαν επί δεκαετίες μόνον οι καλύτεροι του είδους τους: ηθοποιοί, σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, στελέχη διοικητικά, μάνατζερ, παραγωγοί.

Η γενιά μου πέρασε την πόρτα του πανεπιστημίου, κάνοντας ζάπινγκ στα ιδιωτικά κανάλια. Τις περισσότερες φορές όταν το τηλεκοντρόλ έφτανε στο Mega, υπήρχε πάντα ένας καλός λόγος για να ξεκουραστεί πάνω στο ΚΛΙΚ: Τι να θυμηθώ; Τους εξαιρετικούς Δέκα Μικρούς Μήτσους, με τους οποίους καθιερώθηκε στο τηλεοπτικό κοινό, εκτός από τον Λαζόπουλο, ένας μεγάλος αριθμός ηθοποιών; Τις λατρεμένες Τρεις Χάριτες και τους Απαράδεκτους; Τις τηλεοπτικές μεταφορές λογοτεχνικών έργων; Το τελευταίο αντίο του Βασίλη Βασιλικού και τους Φρουρούς της Αχαΐας του Τάσου Αθανασιάδη, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Διαμαντόπουλου; Αποφοιτήσαμε με την Αναστασία που καθιέρωσε τη Μιρέλλα Παπαοικονόμου, ξεκαρδιστήκαμε με τους Δυο Ξένους, ερωτευτήκαμε με τους Ψίθυρους Καρδιάς του Μανούσου Μανουσάκη και με τον Μεγάλο Θυμό, σε σκηνοθεσία του Κώστα Κουτσομύτη, κλείσαμε το μάτι στις ανθρώπινες αδυναμίες του Πενήντα-πενήντα και της Ντόλτσε Βίτα, διοριστήκαμε με το Ταίρι μου και τη Λένη, αποκτήσαμε μόνιμη στέγη, βλέποντας Έτσι ξαφνικά και χτίσαμε καριέρα, παρακολουθώντας πίσω από την οθόνη του υπολογιστή τα Μαύρα Μεσάνυχτα. Μια τελευταία φορά, εκεί λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, το μεγάλο κανάλι άρχισε να γέρνει προς τη δύση του, με τις φήμες να οργιάζουν και το Νησί να σημειώνει τηλεθέαση 70%. Οι μαθητές μου παρακολουθούν κάθε απόγευμα το Παρά Πέντε.  

Το πρόγραμμα του Mega σάρωνε πάντα: στην ενημέρωση, στα τηλεοπτικά περιοδικά, στις τηλεοπτικές συζητήσεις, στις συνεντεύξεις. Από την οθόνη του παρέλασαν τα μεγαλύτερα ονόματα της εγχώριας πολιτικής και καλλιτεχνικής ζωής. Καθόλου τυχαία. Κάποια στιγμή, μάλλον νωρίς, ο βεντετισμός και το κυνήγι της πρώτης θέσης έδωσαν τη θέση τους στο πάθος για εξουσία. Ώσπου να κατεβάσει ρολά ο ενημερωτικός τομέας, τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτόν αγαπήθηκαν και λοιδορήθηκαν εξίσου σφοδρά. Έφταιγαν; Προκαλούσαν τον φθόνο; Υπέπεσαν στην ύβρη; Η αλήθεια είναι πάντα κάπου στη μέση.

Η σταθερά πτωτική πορεία του μεγάλου καναλιού που γνωστοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια στο ευρύ κοινό, φέρνει στο νου ότι και οι πιο υψιπετείς έρχεται η στιγμή που ταπεινώνονται. Αυτές τις ημέρες το μυαλό μου γυρίζει πάντα στους αδύναμους και στους ατυχείς αυτής της ιστορίας: στους περίπου πεντακόσιους εργαζόμενους στο κανάλι, στις οικογένειές τους και στο πρόβλημα που προκαλεί μια τέτοια αιμορραγία στην ήδη γονατισμένη ελληνική οικονομία. Έχω την άποψη ότι οι «αλαζόνες» και οι «κομπορρήμονες» αυτής της μεγάλης τηλεοπτικής περιπέτειας, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, είτε είχαν από καιρό εξασφαλίσει το παντεσπάνι τους, είτε προς το τέλος αναζήτησαν αλλού τηλεοπτική στέγη. Αυτή ανευρίσκεται πάντα για τα μεγάλα ονόματα του χώρου. Αυτούς σε κάθε περίπτωση ούτε τους σκέπτομαι, ούτε τους λυπάμαι.

Λυπάμαι αντίθετα για τις μερικές εκατοντάδες μισθωτών του μεροκάματου, για τους τηλεοπτικούς συντρόφους είκοσι πέντε χρόνων, για το άδοξο τέλος μιας ωραίας περιπέτειας. Παρακολουθώ ως τηλεοπτικό μνημόσυνο το καθημερινό του πρόγραμμα των επαναλήψεων. Με πικρία που μοιραία γεννά το μη αναστρέψιμο._ 

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

Πέμπτη, 08 Μαρτίου 2018 17:36

Η Μόρια και η μωρία

                Το μυαλό μου από την περασμένη εβδομάδα γυρίζει και πάλι στο χωριό που γίνεται το άλλοθι του ελληνικού και του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού. Και τι ανθρωπισμού! Μερικές χιλιάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι διαβιούν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες κοντά σε ένα μικρό χωριό που προσπαθεί να σηκώσει το βάρος που επωμίζεται και να βιώσει την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του, με αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας ταυτόχρονα αφοριστικές κατηγορίες για «φασιστική» και «ρατσιστική» συμπεριφορά.

                Με το φτωχό μου το μυαλό καταλήγω ότι στην ήρεμη και φιλήσυχη πριν δυο χρόνια τουλάχιστον περιοχή του νησιού μας εκτυλίσσονται καθημερινά δύο όψεις του ίδιου δράματος: το δράμα των προσφύγων και αυτό του τοπικού πληθυσμού. Με το τελευταίο ελάχιστοι δημόσια είμαστε αλληλέγγυοι, επικαλούμενοι έναν μονόπλευρο ανθρωπισμό, αυτονόητα ασφαλώς, και εξίσου εύκολα όμως, καθώς όσοι βιαζόμαστε να ρίξουμε το ανάθεμα στις σπασμωδικές και άστοχες κάποτε αντιδράσεις του τοπικού πληθυσμού, δε συμμετέχουμε ούτε κατά διάνοια στις συνέπειες που αυτός υφίσταται.  Είναι αυτονόητο ότι η οργανωμένη κοινωνία προϋποθέτει πως ο πολίτης δεν παίρνει τον νόμο στα χέρια του. Έχει ωστόσο ενδιαφέρον να σκεφτούμε ποιος πραγματικά όπλισε πριν δέκα μέρες το χέρι που τόσο συζητήθηκε; Ο φασισμός ή ο φόβος; Ο ρατσισμός ή η απουσία της πολιτικής προστασίας;

                Συζητώντας το ζήτημα με δύο φίλους δημοσιογράφους της τοπικής κοινωνίας, ένιωσα να γεννιούνται στο μυαλό μου ερωτήματα, στα οποία απαντήσεις δε βρήκα. «Κοίταξε, οι αντιδράσεις είναι θέμα ρατσισμού» υποστήριξε ο πρώτος. Σκέφτηκα τι θα άλλαζε αν οι πρόσφυγες ήταν Έλληνες. Πιστεύω τίποτα, είναι όμως μια υπόθεση. «Τριάντα - σαράντα άτομα δημιουργούν όλο το πρόβλημα στις τέσσερις χιλιάδες των προσφύγων. Τόσα παραβατικά άτομα εντοπίζονται σε κάθε λεσβιακό χωριό» συμπλήρωσε ο φίλος. Με την τελευταία άποψη διαφώνησα εμπειρικά.  Έθεσα το θέμα  και σε ανώτερο αξιωματικό της αστυνομίας. Την απέρριψε κατηγορηματικά: «Σε ποιο χωριό τα είδες εσύ να με πας και μένα να τα δω τα σαράντα άτομα που ενεργούν επανειλημμένα παραβατικά και ανεμπόδιστα, χωρίς μάλιστα να ταυτοποιούνται;» απάντησε.

                 Έχω πολλά χρόνια να πάω στη Μόρια.  Σκέφτηκα  το δικό μου το χωριό. Μένουν δε μένουν εξακόσια άτομα μόνιμα. Έβαλα σε λειτουργία την ενσυναίσθηση: μερικές εκατοντάδες άνθρωποι, όλων των ηλικιών, πολλοί από αυτούς ζουν μόνοι τους, συμβιώνουν με μερικές χιλιάδες άγνωστων ανθρώπων, λίγες δεκάδες από τους οποίους έχουν παραβατική συμπεριφορά, πλημμελή ως επί το πλείστον, παραβατική πάντως, χωρίς να είναι διευκρινισμένο ποιοι είναι αυτοί και με επίγνωση ότι κάθε ζημιά που προκαλείται και κάθε απώλεια που σημειώνεται παραμένει χωρίς αποζημίωση…… «Εδώ τόσος κόσμος πνίγηκε, τόσοι χάσανε την πατρίδα τους και σένα σε νοιάζει ένα χωράφι που κάηκε;» σχολίασε ο δεύτερος φίλος. «Φαντάζομαι ότι ενδιαφέρει τον ιδιοκτήτη του» έδωσα λάθος απάντηση, γιατί τον έκανα να φωνάζει. Σκέφτηκα ότι πάντα θα υπάρχουν Ιφιγένειες που θα θεωρούνται παράπλευρες απώλειες και πάντα το μεγάλο πρόβλημα θα είναι να μην παίξουμε εμείς αυτόν τον ρόλο. Μόλις συνειδητοποίησα άλλον έναν λόγο που η συλλογικότητα έχει χαθεί από καιρό σε αυτήν την ιστορία.

                Η ιστορία του προσφυγικού κινδυνεύει να προκαλέσει μια κρίση στην τοπική μας κοινωνία, η οποία φοβάμαι ότι θα γεννήσει ακρότητες κάθε είδους. Στους ανθρώπους που δυσκολεύονται και δοκιμάζονται, χωρίς να λαμβάνουν κάποια ηθική υποστήριξη,  δεν αισθάνομαι καμία ανάγκη να ρίξω ανάθεμα. Ούτε αναγνωρίζω τιμητές  σε αυτήν την ιστορία. Δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα όλο αυτό. Ή μάλλον θα έχει. Ό, τι απευχόμαστε. Και για το αποτέλεσμα αυτό δεν ευθύνεται το προσφυγικό, ούτε οι πρόσφυγες. Εμείς θα φταίμε. Αντιδημοκρατικές στάσεις παράγονται, όταν η δημοκρατία διανύει κρίση. Ζούμε μια ιδιότυπη κρίση αλληλεγγύης. Αγνοήσαμε επικίνδυνα τον τοπικό πληθυσμό. Αντί να τον ακούσουμε και να προσπαθήσουμε να τον μεταπείσουμε, σαφώς όχι όλοι, πολλοί όμως από αυτούς που διαθέτουμε δημόσιο λόγο τον αποδοκιμάζουμε. Δεν ξέρω αν είναι αργά, ακόμη και έτσι όμως είναι ανάγκη να καταλάβουμε κάθε άνθρωπο που υποφέρει. Ανεξαιρέτως.

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

φιλόλογος

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018 16:15

Ο λαϊκισμός στο απόσπασμα

Τον κοιτάζω και εμπνέομαι: με τρελαίνει ο μαίανδρος στο τελείωμα της φολιδωτής τυνίκ και το πράσινο φυλλαράκι της ασπίδας. Τι είναι; Πατριώτης; Φασίστας; Θύμα προπαγάνδας; Αγανακτισμένος; Δεν ξέρει ούτε ο ίδιος. Μαζί μ’ αυτόν και όσοι συνέρευσαν στη Θεσσαλονίκη την περασμένη Κυριακή. Διαβάζω: «Ο Χριστός αγόρασε την Ελλάδα». Ατυχώς ο Ναζωραίος ήταν πάμπτωχος. Δε διέθετε εκκλησιαστική περιουσία. Διαβάζω: «Η Μακεδονία είναι ελληνική». Καταλαβαίνω «Η ελληνική Μακεδονία είναι αδιαπραγμάτευτη». Λάθος σύνθημα, ο αποσυμβολισμός όμως; Επί δεκαετίες τα εθνικά αφηγήματα, ακόμη και τα επίσημα, και ο νοών νοείτω, κατασκευάζονται, κάποτε και σε βάρος της επιστημονικής ιστορίας. Δεν ξέρω κανέναν λαό που να αποτέλεσε εξαίρεση. Θα αποκαταστήσουμε την ιστορική αλήθεια σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων; Μα πόσο διεθνιστές πια! Αναφέρομαι στους «διανοούμενους» που είδαν την προηγούμενη Κυριακή να διαδηλώνουν μόνον «απόστρατους, παπάδες και φασίστες», οπότε ρούφηξαν διακριτικά τον corretto τους, απαξίωσαν την αδαή πλέμπα και συνέχισαν να αναλύουν τη σχέση του Πουλαντζά με τον Foucault. Να τους θυμίσω ότι η κατ’ αυτούς banality είναι ένα αντιπροσωπευτικότατο δείγμα του εθνικού πληθυσμού που προσφεύγει στις κάλπες και ευθύνεται παράλληλα με τη διδακτορική ηθική κάποιων ανωτέρων για όσους κυβέρνησαν και θα κυβερνήσουν. Η δημοκρατία για την οποία όλοι κοπτόμεθα!

Αν θέλουμε να διαβάσουμε ελληνική ιστορία, προτείνω να ανατρέξουμε στην πρόσφατη: πριν είκοσι πέντε χρόνια η αδιάλλακτη εξωτερική πολιτική του άπειρου τότε Α. Σαμαρά οδήγησε σε αδιέξοδο τη διπλωματία για το Σκοπιανό. Και τότε «Η Μακεδονία ήταν ελληνική». Αδιαπραγμάτευτα. Η διαλλακτική πολιτική του Μητσοτάκη ατυχώς λοιδορήθηκε στο όνομα της ψηφοθηρίας και ενός κακού εθνικισμού. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, η Ελλάδα, εμφανώς σε δεινή θέση, κινδυνεύει να γίνει ξανά θύμα ακροτήτων και υπερβολών. Με έναν λαό που διαδηλώνει, επειδή φοβάται. Όχι τα Σκόπια και την ονομασία τους αλλά όσα συνεπάγεται η εθνική μας οικονομική αδυναμία. Ανεξάρτητα του ποιος μάς κυβερνά. Αν υπάρχουν άνθρωποι που παρασύρονται, γι’ αυτό ευθύνεται ο δημόσιος πολιτικός λόγος που δεν είναι πειστικός. Είχα καιρό να δω σύνολα να αντιδρούν πολιτισμένα και μαζικά. Ακόμη και αν μετά το συλλαλητήριο, όπως διάβασα σε εξυπνακίστικες αναρτήσεις, ένα μέρος από αυτούς βρεθεί στο καζίνο των Σκοπίων, για ψυχαγωγία, ίσως και ειδικά γι’ αυτό, να το αντιγυρίσω, η περασμένη Κυριακή μού φανέρωσε για άλλη μια φορά ότι ο Έλληνας δεν είναι πάντα ή δεν είναι μόνον υλιστής. Έχει ανάγκη από ένα ιδεαλιστικό αφήγημα και αυτό σθεναρά υπερασπίζεται. Δεν ευθύνεται εκείνος, αν δεν του το σμιλέψανε με τέχνη. Η ιστορία γράφεται και με λαϊκισμό και με πολιτική διπλωματία.

Μια και γράφω για λαϊκισμό, βαρέθηκα να διαβάζω για το μικροαστικό γλέντι των υπαλλήλων του νοσοκομείου μας. Ωραία! Η εικόνα κάθε δημόσιας υπηρεσίας πρέπει να είναι διαφορετική. Αυτή που προβλήθηκε ενοχλούσε, γιατί η κοινωνία αντιλαμβάνεται τους χώρους της υγείας ως τοπία πόνου, ενώ όσοι εργάζονται στον τομέα της υγείας έχουν εξοικειωθεί με αυτόν. Η γυναίκα του Καίσαρος προσελήφθη στο ελληνικό δημόσιο λοιπόν! Και δεν της επιτρέπεται να χορεύει ζεϊμπέκικο στην αλλαγή του χρόνου. Όσοι ανοήτως ισχυρίζεστε αυτά, γνωρίζετε πού βρίσκεται ο προσωπικός σας καρδιολόγος ή χειρουργός, όταν, ο μη γένοιτο, κληθεί να σας προσφέρει τις υπηρεσίες του; Πίνει, φλερτάρει, χωρίζει, χορεύει; Ζήτησε κανείς από διάσημο Έλληνα καρδιοχειρουργό να χαμηλώσει την ένταση στο ακριβό στερεοφωνικό του χειρουργείου του, όπου χειρουργεί, υπό τους ήχους (φευ!) του Πάριου και όχι του Χατζηδάκι; Αν ένας εφημερεύων γιατρός φλερτάρει ή γιορτάζει και μάλιστα την Πρωτοχρονιά είναι κακός γιατρός; Κινδύνευσε ποτέ κανείς από ζαλισμένη νοσοκόμα μεταφέρουσα απρόσεχτα την πάπια; Πριν δέκα χρόνια, ξημερώθηκα, ανήμερα Δεκαπενταύγουστο, στο Βοστάνειο! Όλο το βράδυ άκουγα το γρατζούνισμα μπουζουκιού στην αυλή! Δεν έμαθα ποτέ αν ήταν ασθενής, συγγενής ή … επίορκος εργαζόμενος! Το θυμάμαι βάλσαμο. Είναι μεταιχμιακοί χώροι τα νοσοκομεία! Επιβάλλεται να σεβαστούμε τους κώδικές του!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018 17:18

63 χρόνια θητεία. Στραβάδια απολύθηκα!

Η αποδημία του μου θύμισε ότι πριν μερικά χρόνια ζούσαμε σε μια ωραία και φιλελεύθερη Ελλάδα, που ξεχείλιζε από πλαστικές κάρτες, ακριβή ζωή και εμπορικότητα. Παρελκόμενα τέτοιων συνθηκών είναι πάντα ο καθωσπρεπισμός, η σύμβαση και τα κοινωνικά στερεότυπα της επιτυχίας, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε η δημοφιλία στα μέσα και η ενασχόληση με την τέχνη. Υπεύθυνη για την κατάντια μας αυτή ήταν, εκτός από εμάς εννοείται, η πολιτική μας ζωή και οι παράγοντές της, κουστουμαρισμένοι και ατσαλάκωτοι, αγκαζέ με καλοχτενισμένες τηλεοπτικές ντίβες και καλογυμνασμένες ηγερίες της πίστας. Όλος αυτός ο θίασος παρέλαυνε καθημερινά μπροστά στην ασφάλεια στο βόλεμα του καναπέ μας, επευφημούμενος από συμπλεγματικά θρήσκους μικροαστούς, που ονειρεύονταν ότι ο παράδεισος είναι κάτι σαν την παρείσφρηση στο κουτί της ιδιωτικής τηλεόρασης, όπου ο Άγιος Πέτρος παίζει σαξόφωνο σε κυριακάτικο show και το Άγιο Πνεύμα διεκδικεί μεζονέτα σε τηλεπαιχνίδι για διαβασμένους.

Η εξυπνάδα του ήταν ότι γούσταρε και ταυτόχρονα τρόλαρε αυτήν τη ζωή. Δεν ήταν μορφωμένος, ήταν όμως σκεπτόμενος και ακομπλεξάριστος. Δεν ήταν κυριλέ, έμενε όμως σε ακριβά προάστια, «όπου οι ιδιοκτήτες είναι άφαντοι, γιατί φοβούνται τη σκιά τους και κυκλοφορούν στον δρόμο φυσιολογικοί άνθρωποι από το Πακιστάν και τις Φιλιππίνες». Προκάλεσε. Συνειδητά. Είχε ταλέντο και ευαισθησία και ειλικρίνεια. Στα όρια του θράσους. Σε μια εποχή πνευματικής ναυτίας, πρότεινε «θάνατο στους καναπέδες», παρακαλώντας : «μην παίρνετε ναρκωτικά. Δε φτάνουν για όλους».

Αγαπήθηκε πολύ. Μηνύθηκε αλύπητα. Ήταν ο άνθρωπος που όλοι θα θέλαμε στην παρέα μας. Να μιλήσουμε για τον οργασμό, για τον Σαββόπουλο και για τον Σημίτη. Για την τέχνη και για τον «ακατονόμαστο». Για τον Φράνσις Φορντ Κόπολα και τον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Ανάθεμα αν γνώριζε τον τελευταίο ο Ελληνάρας με την καδένα! Τον δημιουργό όμως τον γούσταρε. Γιατί έλεγε στη σκηνή, όσα θα ήθελε να πει ο ίδιος, αφού ρουφούσε τον φραπέ του, στο γκιζέ της εφορίας και της τράπεζας, στη γκόμενα του, στη βιτρίνα με τα ακριβά αυτοκίνητα, στο πολιτικό σύστημα. Να τα πει χωρίς να ντρέπεται. Να δείξει την οργή του, την αδυναμία του, να βρει το κουράγιο και να του πει ότι το φτύνει κατάμουτρα και το άλλο πρωί να πλυθεί να στολιστεί να πιάσει καρέκλα στο γραφείο του κομματάρχη για μια θέση κλητήρα στο δημόσιο. Σε ΔΕΚΟ όμως!

Ήταν πιο έξυπνος από το κοινό του. Το ομολογούσε εξάλλου: «Αν ήσασταν πιο έξυπνος, τώρα θα έπινα εγώ ουίσκι και θα σας χειροκροτούσα». Ήταν σνομπ αλλά με έξυπνο τρόπο, όχι τόσο απέναντι στον καθωσπρεπισμό και στα αθάνατα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, τα οποία ήξερε μέχρι πόσο να τα αγγίξει, όσο απέναντι σε μια νοοτροπία παρατηρητή, που έθαψε για πάντα μέσα της τον τυχοδιώκτη και τον σκεπτόμενο: «Με σέξι πόζες κοριτσιών στην Ελασσόνα/με Παλαιστίνιο εραστή εκτελεστή/ θα καβαλήσουμε και ετούτο το χειμώνα/ μπροστά στην τηλεοπτική μας θαλπωρή/ σαν τους ανάπηρους που βλέπουνε αγώνα [..]».

Αν άρεσε; Σε όλους. Στους βολεμένους και στους συμβιβασμένους, κατά βάθος, λόγω καθωσπρεπισμού, σε όσους υποφέρουν από σύνδρομο κερκίδας μετά μανίας. Ο ίδιος οξυδερκής, έβλεπε «Κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα παντού και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού». Προσπάθησε ειλικρινά να αφυπνίσει: «Καίω τα δέντρα, χτίζω μεζονέτες/ θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες/ σ’ ένα γραφείο σαν αγρίμι/ παίζω ατέλειωτο βουβό ταξίμι». Ο Νεοέλληνας συνέχιζε να ονειρεύεται τον γιο του δικηγόρο, καλοσιδερωμένο, με αμάξι λούστρο και γκόμενα χλιδάτη στα μπουζούκια. «Σ’ ένα τηλεπαιχνίδι πουλημένο». Ενόψει της νέας τάξης. Όπου «τα πράγματα θα είμαστε εμείς».

Δεν ήταν αγαπημένος μου, γιατί δεν ήμουν οργισμένο παιδί της παλαιάς τάξεως. Αλλά ως γυναίκα συμπαθούσα έναν χείμαρρο που φλερτάρει επειδή γουστάρει: «Για σένα άγγελε μου, θα βγω στον Γολγοθά. Θα κάνω συναυλία με γυφτολαϊκά».

Έφυγε ξαφνικά και απρόσμενα. Αν τον ρωτούσα πώς τα περνά τώρα θα γελούσε πονηρά «Πάνω απ’ του τάφου μου το κυπαρίσσι / μαύρη χελώνα με έχει κατουρήσει» θα σιγοτραγουδούσε. Α, ρε Τζιμάκο!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018 16:20

Μια νότα πίσω και δυο μπροστά

                Για κάτι άλλο είχα σκοπό να μιλήσω σήμερα. Αλλά είδα εκείνη την ανάρτηση στο facebook! Πέθανε διάβασα η France Gall, σε ηλικία εβδομήντα ετών, στο Παρίσι.  Στον τοίχο μου μέτρησα μονοψήφιο αριθμό αναρτήσεων με το  «Ella, Elle L’a», το πιο ας πούμε αντιπροσωπευτικό της τραγούδι, αυτό ξέρω εγώ τουλάχιστον, το οποίο ύστερα από μερικές δεκαετίες έμαθα ότι είναι αφιερωμένο στην Ella Fitzerald. Ήταν η στιγμή να θυμηθώ ότι συνέβη να πηγαίνω στη μέση εκπαίδευση, προ Χριστού βέβαια, κάποτε, και ως μαθήτρια. Είναι εντελώς περιττό να γράψω το δικό μου αφήγημα γύρω από το τραγούδι, το ταξίδι της επιστροφής πίσω στον χρόνο όμως είχε αναπόφευκτα σταθμούς, κάποιους από τους οποίους μπορώ νομίζω να μοιραστώ μαζί σας.

                Στάση πρώτη: αρχές Ιουνίου, πριν τρεις δεκαετίες. Η ζωή ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο μέσα σε ένα παλιό σπίτι με ξύλινα πατώματα που έτριζαν. Παιδί στο  χωριό πέφταμε στη θάλασσα από το Πάσχα και μας βγάζανε με το ζόρι αρχές Νοεμβρίου. Εκείνο το καλοκαίρι το σκέπαζε ένα ανοιχτό βιβλίο, που ξημέρωνε με τα πουλιά στον πλάτανο, μεσημέριαζε με τα τζιτζίκια του Άη Νικόλα και νύχτωνε με τη φασαρία της πλατείας και τη μουσική από τα μπαρ. Το καλοκαίρι εκείνο πήρα ένα μεγάλο μάθημα: Όταν θέλεις κάτι πολύ, πρέπει να νικάς τον ίδιο σου τον εαυτό. Και όταν ξεπερνάς τα όριά σου και αφιερώνεσαι σε έναν στόχο, τότε τον πετυχαίνεις. Δεν υπάρχουν θαύματα. Τίποτα δε χαρίζεται. Κερδίζεται όμως. Άκουσα πολλές φορές από τότε το τραγούδι αυτό ύστερα από εκείνο το καλοκαίρι. Είδα πολλές ανατολές, μεσημέρια και απόβραδα. Άκουσα τζιτζίκια και δεκοχτούρες.  Τίποτα δεν ήταν όπως τότε. Ούτε και το τραγούδι. Δεν είχα κανέναν περιορισμό. Δε χρειαζόταν να παρακολουθώ τη ζωή να ξυπνά, να μεθά, να ερωτεύεται και να ξημερώνει χωρίς εμένα. Μικροί άθλοι που βρίσκουν τη σειρά τους μέσα στην προσωπική μας μυθολογία που γράφεται με πολλούς συμβολισμούς, μεγάλοι άθλοι που επαναλαμβάνονται, όταν σου αρέσει να κοιμάσαι και να ονειρεύεσαι, να ξυπνάς και τίποτα να μην αλλάζει!

                Στάση δεύτερη: αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, στην υπέροχη μεζονέτα φίλης,  με ειρωνεύεται γιατί ανακοινώνω ότι θέλω να πάρω μέρος στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία. «Θες να πάμε σε ένα ωραίο μαγαζί, στον πεζόδρομο κοντά στην Πανεπιστημίου, να φάμε μια σαλάτα κοτόπουλο, που έχει και ωραία σως»; Μου απαντά. Παραπονιέμαι ότι είναι εθνική υπόθεση η ονομασία και πρέπει όλοι «να γίνουμε νονοί» μου απαντά. Εκνευρίζομαι που κουλτουριάρα γυναίκα επιμένει να μιλά πετρανά στο κέντρο της Αθήνας. «Άκα, πιτρανή ίμι» με αποστομώνει. «Και τέλος πάντων, άμα θες να μιλήσουμε σοβαρά και κυριλέ να τα πούμε τα Σκόπια Πίτσα» «Τι Πίτσα»; «Σκοπίτσα- Πίτσα. Με τέτοιες  μαλακίες που κάνουμε στην εξωτερική πολιτική, Νίτσα τελικά θα βγουν και θα είναι από το Μακεδονίτσα. Γι’ αυτό μην πλαλείς στα συλλαλητήρια και κάτσε να πούμε καμιά ιστορία για άντρες». Σηκώνομαι να φύγω. «Κάποτε θα ντρέπεσαι να λες πως έτρεχες σ’ αυτές τις αηδίες». Ανοίγει ράδιο. Οι πρώτες νότες με πρόλαβαν στο ασανσέρ.

                Αν είχε δίκιο; Ασφαλώς. Θυμάμαι πολύ εκείνον τον εαυτό μου, τον ασφαλή και σταθερό μέχρι αηδίας στις απόψεις του, τον ημιμαθή, τον άπειρο, γελώ, αλλά με συγκατάβαση μαζί του. Το «πάντα» και το «ποτέ» υπάρχουν μόνον σ’ αυτές τις συνθήκες. Μετά μεγαλώνεις, πράγμα αναπόφευκτο, καθόλου ηρωικό και μέχρι αηδίας ελιτίστικο. Έχεις ερμηνείες για τα γεγονότα και γίνεσαι ανεκτικός με τους ανθρώπους. Πιάνεις τον εαυτό σου να σου λείπει η αφέλεια της εφηβείας. Το τραγουδάκι αυτό φαίνεται ενέπνεε όσους το ακούγαμε να προσποιούνται τους μποέμ, τους μύστες και τους μάγκες στη ζωή! Τους άκουγα θαμπωμένη. Κάποτε κατάλαβα. Πως οι σχέσεις που μένουν για χρόνια στη ζωή μας είναι ανεξάρτητα από συναισθηματικές, σχέσεις μαθητείας. Κάτι σου δίνουν και κάτι σου παίρνουν.  

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος   

               

               

               

 

 

Πέμπτη, 04 Ιανουαρίου 2018 16:23

Το ποδαρικό!

Η ζωή μας συνεχίζεται, μαζί με τις εργασίες του τοπικού δήμου που έχουν μετατρέψει την οδήγηση στη Νέα Σμύρνη σε αγώνες ανωμάλου δρόμου. Η χειμωνιάτικη λιακάδα καλά κρατεί. Είναι απόλαυση ο ιδιωτικός χρόνος στη μέση ακριβώς της σχολικής χρονιάς. Σου επιτρέπει να κινείσαι στους δικούς σου προσωπικούς ρυθμούς, όταν οι καθημερινές απαιτήσεις της εργασίας σε αναγκάζουν να τους μεταβάλλεις συνεχώς. Ο άνθρωπος , για να είναι καλά, χρειάζεται χρόνο, πολύ χρόνο με τον εαυτό του! Ούτε για αναστοχασμό, ούτε για την περίφημη αναδρομή του τέλους του χρόνου! Για να ηρεμεί και να αναγνωρίζει τις ποιότητες και τις εκκρεμότητες του βίου του. Να βγαίνει για λίγο έξω από όλο αυτό το πλέγμα των ρόλων που τον τυποποιούν, να παρακολουθεί από το περιθώριο τη ζωή να συνεχίζεται και να μπορεί να χαμογελά με τον εαυτό του: όταν κορνάρει σα μανιακός στο φανάρι, στον ασυνείδητο, που κοκάλωσε το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου. Όταν περιμένει δύο ώρες στην τράπεζα και ο μπροστινός του δίνει το δεύτερο νούμερο που κρατούσε, έτσι για ασφάλεια, σε κάποιον μου μόλις μπήκε. Όταν τελειώνουν τα λεφτά. Όταν δεν περισσεύει η υπομονή. Όταν όλα θα έπρεπε να είναι αλλιώς, δεν είναι όμως, ούτε και θα γίνουν.

Κοιτάζω το καινούριο ημερολόγιο του συλλόγου Πετρανών Αθήνας που μου φέρανε την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Χειμωνιάτικο τοπίο, η θάλασσα και τα δυο νησιά μέσα στο χιόνι. Σαν φόντο για το Βλέμμα του Οδυσσέα, του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Έχει τόση ένταση, που λες πως θα ξεπεταχτούν από το κάδρο ο Χάρβεϋ Καϊτέλ με το Θανάση Βέγγο κι ο τελευταίος θα σκαρφαλώσει στο τοιχαλάκι του δρόμου και θα φωνάξει «Μωρή φύση! Μόνη σου είσαι εσύ, μόνος μου είμαι και γω. Πάρε ένα μπισκότο».

Αδυνατώ να φανταστώ τι θα φέρει ο καινούργιος χρόνος. Ούτε μπαίνω στον κόπο να μαντέψω. Τον δέχομαι όπως είναι και απολαμβάνω την κάθε μέρα, γιατί πιο σημαντικές από τα χρόνια που φύγανε είναι οι μικρές, ασήμαντες και απειροελάχιστες στιγμές που είναι και που πρόκειται να γίνουν δικές μας. Αυτές μπορούμε να διαμορφώσουμε. Είναι ένα τεράστιο δίδαγμα η απόλαυση της καθημερινής «ματαιότητας» μέσα σε όλο αυτό το σύμπαν των υπερφίαλων και μεγαλόστομων ονείρων που μας κατακλύζουν. Αν κάτι μπορώ να σας ευχηθώ για τον χρόνο που μόλις έφτασε είναι να εκτιμάτε και να απολαμβάνετε την καθημερινότητά σας. Δηλαδή όσα επαναλαμβάνονται. Με συχνότητα ευτυχίας, γιατί αν διακόπτονται συνήθως δεν είναι για καλό. Να προσέχετε και να φροντίζετε τον εαυτό σας κάθε πρωί που βγαίνετε από το σπίτι σας. Είναι η μοναδική σπονδή στη ζωή που όλοι ξεχνάμε να προσφέρουμε και αυτό στρέφεται εναντίον μας.

Ένα τελευταίο που κάνω αυτόν τον καιρό είναι ότι αφήνομαι να παρατηρώ το φως. Όποιος ασχολείται ή ασχολήθηκε στο παρελθόν με το θέατρο, ξέρει πόσο σημαντικός είναι ο φωτισμός στο πλάνο. Το μάτι μου αφήνεται και καδράρει τοπίο οικεία και καθημερινά σε διαφορετικές ώρες της ημέρας, με ηλιοφάνεια ή με βροχή, με συννεφιά ή με φεγγάρι. Είναι απίστευτο πόσο φως υπάρχει στη ζωή μας, ακόμη και όταν σκοτεινιάζει! Είναι ασύλληπτο πόσο την ομορφαίνει! Το μεγάλο αμάρτημα του σύγχρονου εργαζόμενου είναι ότι επιτρέπει στον εαυτό του να αγνοεί πόση ομορφιά τον κατακλύζει. Για κάποιο λόγο τη θεωρεί δεδομένη, ή τον αφήνει αδιάφορο. Χάνουμε την ουσία της ζωής μας μέσα από τα χέρια μας χωρίς κανέναν λόγο. Δίνοντας έμφαση στα ασήμαντα και στα φευγαλέα.

Τελειώνουν οι λέξεις, οπότε πρέπει να μην ξεχάσω να σας πω: τη φετινή χρονιά τολμήστε να παραδεχτείτε ποιοι άνθρωποι σας αγαπούν και ποιοι σας νοιάζονται. Και επενδύστε σ’ αυτούς μονάχα. Τολμήστε και να ανακαλύψετε ποιους πραγματικά αγαπάτε εσείς και να αναζητήσετε τον λόγο που αισθάνεστε έτσι. Θα γνωρίσετε καλύτερα αυτόν τον μεγάλο άγνωστο. Τον εαυτό σας!

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017 17:28

Καλά Χριστούγεννα!

Το κατάλαβα χτες το βράδυ, κατεβαίνοντας τη Συγγρού: εκατέρωθεν λαμπερά φώτα, στολίδια, φωτεινές γιρλάντες, μια αδιόρατη κατάσταση, που δεν ξέρεις τι είναι αλλά είσαι σίγουρος ότι είναι εδώ! Το πνεύμα των Χριστουγέννων έχει φτάσει στην πόλη: στο θέατρο της Σχολής οι μαθητές κάνουν συνεχώς πρόβα, τραγούδια για τη γιορτή. Μπαίνω στο αυτοκίνητο και με πιάνω να μουρμουρίζω και να σιγοτραγουδώ ακαθόριστα ένα μείγμα από ρυθμούς! Οι πενθήμερες εκδρομές της Γ’ Λυκείου επιστρέφουν. Ακούω σχέδια για γιορτινά τραπέζια, για νυχτερινές εξόδους, αισθάνομαι ότι αυτή η περίοδος που όλοι προσμένουμε με ανυπομονησία μόλις η δουλειά αυξηθεί ήρθε σχεδόν ύπουλα, σαν τον χρόνο που φεύγει και η ζωή μας μικραίνει χωρίς να το καταλάβουμε.

Σήμερα το πρωί έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν υπάρχει το πνεύμα των Χριστουγέννων και αν υπάρχει πώς είναι αυτό! Δεν έχω απάντηση συγκεκριμένη. Λογικά όχι πολύ νηφάλιο. Ίσως νυσταγμένο! Πιθανόν ξενυχτισμένο. Γελαστό; Σνομπ σίγουρα! Δεν τακιμιάζει με όλους κι αν κάνει την παραχώρηση μια χρονιά δε δίνει καμία εγγύηση ότι θα επαναληφθεί αυτό στη συνέχεια. Πασπαλισμένο από ζάχαρη άχνη! Καπνίζει ακριβό πούρο και η μυρωδιά του σε ζαλίζει. Τριγυρίζει σε ακριβά εμπορικά, γεμάτα κόσμο και δυνατή μουσική. Κρατά πακέτα. Έχει βαρυστομαχιά. Αυτή είναι μία εκδοχή.

Μια άλλη είναι ότι εργάζεται. Ότι δεν προλαβαίνει να ανασάνει ούτε όταν οι περισσότεροι από εμάς ξεκουραζόμαστε. Ότι μετρά κάτι λίγα ευρώ στην τσέπη του γιατί δεν του περισσεύουν περισσότερα από τις πληρωμές τόσων και τόσων υποχρεώσεων. Ότι βρίσκει ευχάριστη έξοδο τη βόλτα στο σούπερ μάρκετ. Ότι κάνει ρεβεγιόν μπροστά στην τηλεόραση. Ότι πήρε τη ζωή του λάθος. Ότι παλεύει να βρει τον εαυτό του στα όνειρα που έκανε παιδί. Ότι παλεύει να ξεφύγει από την ρουτίνα και τις υποχρεώσεις. Αυτή είναι άλλη μία εκδοχή.

Η τρίτη είναι πως υποφέρει. Πως έχει μείνει ολομόναχο. Ότι έχει μεγαλώσει. Ότι ασθενεί. Ότι φοβάται αδιόρατα για το μέλλον. Ότι πάσχει από κατάθλιψη. Ότι δεν μπορεί πια να ονειρευτεί. Πως δεν ελπίζει σε τίποτα αλλά φοβάται τα πάντα. Πως δεν έχει τίποτα να αγαπήσει. Πως νιώθει ότι του στερούν το μέλλον του. Ότι τίποτα δεν το ενώνει πια με το παρελθόν του. Πως ανησυχεί και δεν βρίσκει στήριγμα πουθενά. Ότι ξέρει πως τίποτα δεν πηγαίνει καλά και είναι σίγουρο πως αυτό κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα επηρεάσει και το ίδιο. Πως ξέχασε να αγαπά. Πως πιστεύει ότι δεν μπορεί να αντισταθεί στο αναπόφευκτο, γιατί το ποτάμι πίσω δε γυρνά.

Υπάρχει και μια ακόμη πιο δύσκολη εκδοχή. Είναι το πνεύμα που ζει σε απάνθρωπες συνθήκες. Μέσα στο κρύο και στη βροχή. Χωρίς δικαιώματα, σε μια διαρκή αναμονή, θύμα του πολέμου και του πολιτισμού, παιχνίδι στη διεθνή πολιτική σκακιέρα, άνθρωπος στα χαρτιά μονάχα, ύποπτο και μόνο επειδή υπάρχει, ξένο, φοβισμένο, απότοκο φόβου, επικίνδυνο (;), διαφορετικό, ετερόδοξο, ετερόφυλο. Είναι το πνεύμα των Χριστουγέννων που χρειάζεται τον ανθρωπισμό περισσότερο από κάθε άλλο. Και που τον στερείται, όπως συνήθως συμβαίνει σε όποιον έχει ανάγκη από κάποιον. Που η ζωή δεν του αφήνει περιθώρια για να ανακτήσει τη χαμένη του ποιότητα ζωής. Που οι άνθρωποι το διώχνουν. Που το ίδιο προσπαθεί να ανασυνταχθεί, να σηκώσει κεφάλι, να αγωνιστεί για τη ζωή του, να την κερδίσει.

Μεσημεριάζει και σκέφτομαι τα Χριστούγεννα που πλησιάζουν. Είναι τα έβδομα Χριστούγεννα της κρίσης και λένε ότι το επτά είναι μαγικός αριθμός. Μοιραίος και τυχερός. Ικανός να φέρει τύχη και να αλλάξει τις ζωές όλων. Κοιτάζω τα καταστήματα που πλημμυρίζουν κόσμο, τα πακέτα που δειλά τυλίγονται, τα στολισμένα δέντρα, το κρύο που δεν έρχεται, σκέφτομαι την αγάπη που αναζητείται, πιο πολύ αλλά και πιο επιπόλαια από τα χρήματα για τα παράβολα των αυτοκινήτων, σκέπτομαι το μύθο της Γέννησης! Ταιριάζουν όλα αυτά; Μένει ένα μικρό περιθώριο για ένα παραμύθι στη ζωή μας;

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017 13:07

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται!

Η πλοκή του πιο διάσημου μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη κάνει λόγο για πρόσφυγες από κάποιο μακρινό χωριό της Μικράς Ασίας, που κυνηγημένοι από τους Τούρκους, φτάνουν σε έναν άλλο μικρασιατικό οικισμό, εγκαθίστανται, αντιμετωπίζοντας την καχυποψία, κάποτε το μίσος και τον αποκλεισμό, που καλλιεργείται από σκόπιμα διακινούμενη προπαγάνδα. Πλησιάζουν Χριστούγεννα και οι εικόνες της Μόριας μου θυμίζουν τη Σαρακίνα που έβλεπα στην τηλεόραση παιδί. Από την άλλη πλευρά, διαβάζω τις διαμαρτυρίες των κατοίκων και των τοπικών αρχών (επιτέλους!) που κατάλαβαν λίγο πριν την καταστροφή του νησιού ότι ούτε η Λέσβος μπορεί να σταυρωθεί.

Η κατάσταση που ζούμε δύο χρόνια τώρα στο νησί, εντελώς ανεξέλεγκτη στην αρχή, πιο ελεγχόμενη στο μεγαλύτερο μέρος του στη συνέχεια, έχει γίνει αφορμή για σχόλια και ακραίους διαξιφισμούς! Ίσως όχι άδικα. Ο κόσμος της Λέσβου σήκωσε στους ώμους του το βάρος του ανθρωπισμού της Ευρώπης. Επρόκειτο για δυσανάλογο βάρος, που οι μυτιληνιοί το διαχειρίστηκαν με τεράστια αξιοπρέπεια και συχνά αυτοθυσία, ανεξάρτητα από τα λίγα παρατράγουδα. Δεν έχω ακούσει κανέναν ντόπιο να μη συμπαρίσταται (και όχι μόνον ηθικά) στο προσφυγικό δράμα. Έχω δει και έχω ακούσει την ανιδιοτελή προσπάθεια του ντόπιου πληθυσμού να βοηθήσει θύματα πολέμου. Όχι απλώς χωρίς κανένα προσωπικό κέρδος αλλά και με ζημία οικονομική, κάποτε και δυσαναπλήρωτη. Όση δεν έχουν υποστεί αυτοί που πολύ εύκολα τους βαφτίζουν «φασίστες», όταν τους ακούνε να αγωνιούν για το μέλλον τους.

Έχω δει και ιδιοτελείς συμπεριφορές. Κάποιες στο όριο της καταναλωτικής συμπεριφοράς, κάποιες πέρα και από αυτό της αισχροκέρδειας. Στη βόρεια Λέσβο, από όπου κατάγομαι, δεν έχω βρει ούτε ένα παράδειγμα ανθρώπου που εκμεταλλεύτηκε τους πρόσφυγες, για να κερδοσκοπήσει. Η καρδιά της τουριστικής Λέσβου δε φόρτιζε κινητά έναντι μικρών χαρτονομισμάτων ούτε πληρώθηκε, για να προσφέρει το δικαίωμα για ένα μπάνιο σε ανθρώπους ταλαιπωρημένους. Είναι ψέμα ότι η Λέσβος ευνοήθηκε από την επέλαση των απανταχού ΜΚΟ και την ανεξέλεγκτη δράση κάποιων από αυτές. Πράγματι κάποια στελέχη τους ξόδεψαν χρήματα για διατροφή και διαμονή. Αλλά όλα αυτά τα χρόνια που το νησί συνιστά έναν αξιόλογο τουριστικό προορισμό δε ζήτησε και δεν προσέβλεψε ποτέ σε τέτοια έσοδα. Αν τέτοιες εισροές περιόρισαν την τεράστια οικονομική απώλεια, αυτό δεν είναι κέρδος. Είναι ελάττωση της ζημίας. Και αναφέρομαι στην οικονομία του νησιού συνολικά. Αυτό δε λέγεται οικονομική ανάπτυξη.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μυτιληνιός που ανέχεται τις συνθήκες, στις οποίες ζουν ερήμην του, στον τόπο του, άνθρωποι - θύματα πολέμου στην πλειοψηφία τους, οι οποίοι δεν είχαν ως προορισμό τη Λέσβο και δεν επιθυμούν να παραμείνουν στο νησί. Στη Λέσβο που γνωρίζω ο ανθρωπισμός δεν αναμετρήθηκε με το προσωπικό συμφέρον, ώστε να νικήσει το δεύτερο. Από αυτό το σημείο ως τη διαμαρτυρία όμως για την διαιώνιση μιας κατάστασης που μόνον πόνο και πρόβλημα δημιουργεί υπάρχει τεράστια απόσταση. Ο ντόπιος που αγωνιά για το μέλλον του δεν είναι φασίστας. Ούτε απάνθρωπος. Ούτε τέρας. Είναι ένας επίσης μικρός και αδύναμος άνθρωπος που φοβάται μην καταλήξει ξένος στον τόπο του. Όχι από τους πρόσφυγες. Από τις πολιτικές! Από τις αυθαίρετες και ισοπεδωτικές αποφάσεις που χρόνια τώρα παρατηρεί να λαμβάνονται ερήμην του, εναντίον της ποιότητας ζωής του και της περιουσίας του. Ποτέ στη Λέσβο το πρόβλημα δεν ήταν οι άνθρωποι. Αν οι καλοζωισμένοι αστοί που αλλάζουν πεζοδρόμιο, μόλις συναντήσουν αλλοδαπό έχουν αυτήν την αντίληψη, λυπάμαι αλλά δεν αισθάνομαι την ανάγκη να απολογηθώ για τον τόπο μου.  Είμαι πολύ περήφανη που είμαι μυτιληνιά, όσο σκέπτομαι αυτήν την ηρωική μοναξιά, με την οποία οι συντοπίτες μου σηκώνουν όλο το βάρος του ανθρωπισμού της Ευρώπης. Και πιστεύω ακράδαντα ότι σε όλο αυτό πρέπει να βρεθεί μια λύση! Δεν εκπλήσσομαι που αντιδρούν. Φοβάμαι ότι άργησαν. Ελπίζω ότι θα δικαιωθούν. Και όταν κοιτάζω τα παιδάκια να τσαλαβουτούν μέσα στο καταχείμωνο στα βροχόνερα εξοργίζομαι. Οι μυτιληνιοί ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι ούτε οξύμωρο, ούτε υποκρισία!

  

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος

 

 

Πέμπτη, 07 Δεκεμβρίου 2017 18:24

Καϊσί γλυκό!

Από βραδύς ξεκινούσε η νουθεσία: «Να είσαι φρόνιμη»! «Να μη λες πολλά!» «Θα καθίσεις στην τραπεζαρία, το σαλόνι είναι για τους καλεσμένους». «Αφού ούτε την τηλεόραση δε με αφήνεις να ανοίξω» διαμαρτυρόμουνα και έπαιρνα την περίφημη απάντηση «Θα καθίσεις σαν καλό παιδί ένα απόγευμα!» Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς στην ευχή περνούν τον χρόνο τους τα καλά παιδιά!

Μια εβδομάδα πριν, το σπίτι έβαζε τα γιορτινά του. Στρώνονταν τα χαλιά με το παχύ πέλμα. Η γυναίκα ερχόταν για γενική καθαριότητα: γυάλιζε τα ασημικά, κατέβαζε με προσοχή τις βαριές βελουδένιες κουρτίνες, τις έπλενε, τις σιδέρωνε, τις κρεμούσε, καθάριζε τα τζάμια, τις αυλές, δεν έφευγε χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν είχε μείνει το παραμικρό μόριο σκόνης στα κρυστάλλινα ποτήρια. Τελευταίο στολιζόταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο: παρακολουθούσα, δαγκώνοντας τα παχιά μαξιλάρια του καναπέ, τις μπάλες να φανερώνονται μέσα από το χάρτινο περιτύλιγμα, τα στολίδια να κρεμιούνται, τα λαμπάκια να ανάβουν. Γύριζε, με κοίταζε στο τέλος: «Σου αρέσει;» με ρωτούσε. Τεντωνόμουν σα γάτα και γύριζα πλευρό. Μου άρεσε, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ.

Δύο μέρες νωρίτερα από την κουζίνα μοσχοβολούσαν οι μυρωδιές: κανέλλα και βανίλια, αφράτα κέικ, στρούντελ, μπακλαβάς μόνο με αμύγδαλο, καρυδόπιτα, δίπλες, κουλουράκια. Στο άτυπο πρωτόκολλο της ανταλλαγής των επισκέψεων νικήτρια ήταν όποια είχε πιο μεγάλη ποικιλία σε βουτήματα. Ύστερα ψήνονταν τα τυροπιτάκια, η σπανακόπιτα, τα αλμυρά κέικ με τυρί και αλλαντικά, οι μεζέδες με τον παστουρμά. Για το βράδυ.

Κάθε φορά που άνοιγε το σαλόνι ήταν ψυγείο. Το μαγικό σαλόνι, έτσι μου φαινόταν τότε, ήταν κλειδωμένο όλο τον χρόνο. Άνοιγε μόνον ανήμερα της γιορτής του νοικοκύρη του σπιτιού. Μόλις ξεκλείδωνε να το αερίσει, τρύπωνα πίσω της.  Επιθεωρούσε: τις βελούδινες πάντες στους τοίχους, που σχημάτιζαν Γ, το παλιό σαλόνι της γιαγιάς με την πρωτινή ταπετσαρία, τον χαμηλό φωτισμό, το πράσινο βάζο. «Όποιος μικρός το ακουμπά μεταμορφώνεται σε ελάφι» με είχε φοβερίσει, για να αποφύγει τη  ζημιά. Την πίστευα. Δε με άφηνε να μείνω μέσα πολύ. Ήμουν ζωηρή. Αυτό έλεγε πάντα. Όσο κι αν μεγάλωσα.

Την τελευταία μέρα κατέφθαναν τα ποτά, το λικέρ για τις κυρίες και τα ουίσκι με τους ξηρούς καρπούς για τους κυρίους, που έπαιζαν χαρτιά στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα και συζητούσαν για πολιτική. Ντυνόταν τελετουργικά, επιθεωρούσε το μακιγιάζ, έφευγε η κομμώτρια, έκανε εξονυχιστικό έλεγχο στα πάντα, επιθεωρούσε και μένα. «Είπαμε, φρόνιμα». Ευτυχώς το τραπέζι της σάλας ήταν στολισμένο με ένα βελούδινο πανί, με κρόσσια, που το σκέπαζε σχεδόν μέχρι το πάτωμα. Τρύπωνα με την κούκλα μου από κάτω μόλις άρχιζαν να φτάνουν οι καλεσμένοι. Σήκωνα λίγο το ύφασμα, τόσο όσο για να δω τα τακούνια των κυριών να χάνονται μέσα στο αφράτο χαλί. Ακουμπούσα στη βάση του τραπεζιού και μάντευα τον ήχο από το περπάτημά της να κουβαλά τον δίσκο στο σαλόνι. Σερβίριζε τσάι, ποτέ καφέ. Ήταν πιο σικ. Άκουγα γέλια και βραχιόλια που χτυπούσαν. Προσπαθούσα να πιάσει το αυτί μου κανένα κουτσομπολιό.

Είχε σκοτεινιάσει, όταν Εκείνος έφτανε. Φορούσε πάντα τις μαύρες λαδωμένες του μπότες και τη φόρμα της μηχανής. Στο χέρι του κρατούσε τις καστανιέτες με το φαγητό, σχεδόν πάντα ανέγγιχτο. Έμπαινε σφυρίζοντας, χαιρετούσε, έξαλλη την έκανε που δούλευε στη γιορτή του, που ήταν ημέρα - αργία, που δε φορούσε γραβάτα, σαν όλους τους καθωσπρέπει κυρίους. Άφηνε το πακέτο του πάνω στο τραπέζι, έσκυβε, σήκωνε το πανί, με αγκάλιαζε και του βουτούσα το καπέλο του! «Γιορτάζεις» του έλεγα με νάζι. Κοίταζε γύρω του την πανδαισία των εδεσμάτων, σερβιρισμένα στα κρυσταλλένια πιάτα, ρωτούσε δήθεν αυθόρμητα: «Γυναίκα, καϊσί, έχουμε;» Είχαμε αλλά ήξερε πως Εκείνη δεν το θεωρούσε κατάλληλο να σερβίρεται χρονιάρα μέρα. Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια, χρόνια πολλά από τότε που έφυγε… Αναρωτιέμαι πάντα ανήμερα της γιορτής του, αν του λείπει το καϊσί!    

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος 

 

 

 

 

 

 

 

Σελίδα 4 από 7
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top