FOLLOW US
Παναγιώτης Σκορδάς

Παναγιώτης Σκορδάς

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2018 13:26

Λεσβιακό Βιβλίο 24-2-18

Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης

 

Ο Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης (Πλωμάρι, 1940), δικηγόρος και δημοσιογράφος για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, πάντα ανήσυχος και δραστήριος, μετά τη συνταξιοδότησή του επιστρέφει ορμητικά στη γενέτειρά του και αναλαμβάνει ένα ιστορικό, αλλά αδρανές για πολλά χρόνια, πολιτιστικό σωματείο, τη Λέσχη Πλωμαρίου «Βενιαμίν ο Λέσβιος», το οποίο μετατρέπει μαζί με τους συνεργάτες του σ’ ένα από τα πιο ζωντανά και παραγωγικά σωματεία της Λέσβου.

Η πολυδιάστατη δράση του στα πολιτιστικά πράγματα του νησιού συνοδεύτηκε και με μια αξιοσημείωτη συγγραφική παραγωγή: τέσσερις συλλογές με διηγήματα από το 2009 έως το 2014 και ένα αφήγημα το 2016.

Στη λογοτεχνία του Μαυραγάνη εύκολα ανιχνεύει κανείς μερικά βασικά γνωρίσματα: εφηβικά και νεανικά βιώματα που μετατρέπονται σε μικρές ιστορίες, μνήμες από τη γενέθλια γη που μεταπλάθονται με μοναδικό τρόπο, έμφαση στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ήθη, έθιμα και τις πολιτισμικές αλλαγές, γλώσσα ρέουσα, μετρημένη χρήση ντοπιολαλιάς, αφηγηματική άνεση, λόγος λιτός, αφαιρετικός, μεστός, πειστική ψυχογράφηση ηρώων, υποδόρια ειρωνεία και ανακουφιστικό χιούμορ.

Στο πρόσφατο βιβλίο του καταφεύγει πάλι στο βίωμα και στη μνήμη αλλά το κέντρο δράσης αυτή τη φορά δεν είναι η Λέσβος και το Πλωμάρι αλλά η Θεσσαλονίκη. Ο χρονικός άξονας εκτείνεται από το 1966, χρονιά που ο ήρωας του αφηγήματος, ο Λέσβανδρος, παρουσιάζεται στον στρατό έως το 1973 και τα γεγονότα στην Πολυτεχνική Σχολή της Θεσσαλονίκης.

Ο αφηγητής παρακολουθεί τη ζωή του Λέσβανδρου και τη συμμετοχή του στα μεγάλα γεγονότα των χρόνων αυτών που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της χώρας μας. Ο Λέσβανδρος αρχικά στρατιώτης και μετέπειτα δημοσιογράφος, ζει από κοντά και από μέσα πρόσωπα, πράγματα, προσκήνια, παρασκήνια, φακελώματα, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, εκδηλώσεις, δημοψηφίσματα, δίκες, κινηματογράφους, ταβέρνες, γήπεδα, κ.ά., τα καταγράφει και τα σχολιάζει δημοσιογραφικά.

Ο Μαυραγάνης με τη γνωστή του αφηγηματική ευχέρεια αλλά και με μια αξιοπρόσεκτη περιγραφική δεινότητα, δίνει με τρόπο «μυθιστορηματικά ρεπορταζιακό» την κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή της Θεσσαλονίκης, τα χρόνια της Δικτατορίας και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν. Φυσικά δεν είναι ένας ουδέτερος και αποστασιοποιημένος παρατηρητής αλλά έχει και θέση και άποψη, που την καταθέτει με τις πρώτες γραμμές του αφηγήματος: «Εξουθενωμένος και κάθιδρος, με πλήρη στολή κι ένα παραφουσκωμένο γυλιό στην πλάτη, μετά από ένα εικοσιτετράωρο ταξίδι Πάτρα-Λαμία με υποχρεωτική στάση στο Κέντρο Διερχομένων της Αθήνας απέναντι από τον σταθμό Λαρίσης, σούρουπο Ιουλίου του 1966, σταμάτησε στην πύλη του στρατοπέδου, χαιρέτησε τον Αλφαμίτη και παρέδωσε το φύλλο πορείας του. Τον έκοψε από πάνω μέχρι κάτω ο φύλακας της τιμής και της τάξης των υπηρετούντων την πατρίδα και μουρμουρίζοντας απαξιωτικά “οπλίτης άνευ ειδικότητας” έβαλε μια φωνή προς το εσωτερικό του στρατοπέδου…».

Γίνεται δε πολύ πιο αιχμηρός όταν σχολιάζει δικαστικές αποφάσεις, που είχαν να κάνουν με την τιμωρία αυτών που «έβαλαν τη χώρα στο γύψο» και κυρίως για τη δικαίωση των αντιχουντικών αγωνιστών.

Τερπνό ανάγνωσμα και πολλαπλώς χρήσιμο το αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη, ο οποίος το αφιερώνει «στη μνήμη του Θωμά Βασιλειάδη και του Μιχάλη Σπυριδάκη και σ’ όσους πάλεψαν με πίστη, χωρίς να εξαργυρώσουν», δείχνοντας μας ήδη απ’ την αφιέρωση, την ανάγκη που τον ώθησε να γράψει και να δημοσιεύσει μισό σχεδόν αιώνα μετά, όσα κράτησε στη μνήμη και την ψυχή του απ’ τις «Εφτά και κάτι νύχτες».

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018 14:57

Τα βιβλία παίζει

Άλις Μίλερ

Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας

Μετάφραση: Ευηνέλλα Αλεξοπούλου - Νίκος Λαζαρίδης

Εκδόσεις Ροές, σελ. 214

 

Η Άλις Μίλερ (1923-2010) σπούδασε στη Βασιλεία (Ελβετία) Φιλοσοφία, Ψυχολογία και Κοινωνιολογία. Μετά τη διδακτορική διατριβή της, εκπαιδεύτηκε στη Ζυρίχη ως ψυχαναλύτρια και, για 20 χρόνια, άσκησε αυτό το επάγγελμα ενώ παράλληλα δίδασκε. Το 1980 αποφάσισε να σταματήσει την ψυχαναλυτική και διδακτική πρακτική και να ασχοληθεί με τη συγγραφή βιβλίων. Δημοσίευσε συνολικά 13 βιβλία (μεταφρασμένα μέχρι σήμερα σε 30 γλώσσες), με τα οποία γνωστοποίησε στο ευρύ κοινό τα αποτελέσματα των ερευνών της όσον αφορά τις αιτίες και τις συνέπειες των τραυμάτων της παιδικής ηλικίας. Η Άλις Μίλερ ασχολήθηκε συστηματικά με τους κρυφούς χειρισμούς των γονέων κατά τη διάρκεια της ανατροφής των παιδιών τους, με τις διάφορες στρατηγικές προφύλαξης ενάντια στα τραύματα της παιδικής ηλικίας, με τις συνέπειες της απώθησης αυτών των τραυμάτων σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο και, τέλος, με τις σύγχρονες δυνατότητες ανάλυσης των συνεπειών των παιδικών τραυμάτων. Γι’ αυτές τις έρευνές της, η συγγραφέας κέρδισε τη διεθνή αναγνώριση.

Στον πρόλογο του παρόντος βιβλίου που έχει υπότιτλο «Το δράμα του προικισμένου παιδιού» διαβάζουμε: «Πολλοί άνθρωποι αναγκάστηκαν, όταν ήταν παιδιά, να μάθουν να κρύβουν πολύ επιδέξια τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τις ανάγκες τους προκειμένου να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες των γονέων τους και να κερδίσουν την «αγάπη» τους.

Ως ενήλικες μπορεί να κυνηγούν την επιτυχία, έχουν όμως ταυτόχρονα μια υποβόσκουσα αίσθηση ότι δεν αξίζουν τίποτα. Χωρίς ποτέ να τους έχει επιτραπεί να εκφράσουν τα πραγματικά τους συναισθήματα, και έχοντας χάσει την επαφή με τον αληθινό τους εαυτό, εκδραματίζουν τα καταπιεσμένα συναισθήματα τους με επεισόδια κατάθλιψης ή καταναγκαστικής συμπεριφοράς, ή ακόμα και με ιδέες μεγαλείου. Στη συνέχεια, με τη σειρά τους, μεταφέρουν αυτή την κληρονομιά της καταπίεσης στα δικά τους παιδιά. Αυτό το σπαρακτικό και οξυδερκές βιβλίο είναι ένα πρώτο βήμα για την ανακάλυψη των αναγκών μας και της δικής μας αλήθειας στην προσπάθειά μας να ξεφύγουμε από αυτό το φαύλο κύκλο».

 

 

Ντάνιελ Κλάιν

Κάθε φορά που βρίσκω το νόημα της ζωής το αλλάζουν. Η σοφία των μεγάλων φιλοσόφων για τη ζωή

(Μετάφραση: Πέτρος Γεωργίου)

Εκδόσεις Πατάκη

Αθήνα 2017, σελ. 286

 

Το βιβλίο αποτελεί µια συλλογή φιλοσοφικών διαμαντιών, που ο Ντάνιελ Κλάιν ξεκίνησε να συλλέγει ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, γεμίζοντας ένα σημειωματάριο υπό τον γενικό τίτλο «Λακωνικά». Κάθε λακωνικό απόσπασμα, από τον Επίκουρο έως τον Έμερσον, από τη Βίβλο έως τον Σάμουελ Μπέκετ, συνοδεύεται από τα απαράμιλλα γοητευτικά κι εύστοχα σχόλια του Ντάνιελ Κλάιν. Στις σελίδες που ακολουθούν, ο αγαπημένος πνευματώδης φιλόσοφος καταπιάνεται µε τα μέγιστα ερωτήματα της ζωής, µας κάνει να κρυφογελάμε και µας διαφωτίζει.

Ο Ντάνιελ Κλάιν είναι συγγραφέας σειράς μυθιστορημάτων με πρωταγωνιστή τον Έλβις καθώς και άλλων εξαιρετικά επιτυχημένων βιβλίων, όπως τα «Ταξίδια με τον Επίκουρο». Έχει σπουδάσει Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και ζει στη Μασαχουσέτη.

Παρασκευή, 09 Φεβρουαρίου 2018 14:44

Τα βιβλία παίζει!

Aναστασία Χουρμουζιάδη

1+5 μουσειακές εικόνες και εικονικότητες

Εκδόσεις University Studio Press

Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 267

Η Αναστασία Χουρμουζιάδη είναι επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Μυτιλήνη με αντικείμενο έρευνας και διδασκαλίας το μουσείο, την επικοινωνία και την εκπαίδευση. Στο οπισθόφυλλο του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου της διαβάζουμε: Πολύ συχνά τον τελευταίο καιρό, ακούγεται στις συζητήσεις για τα μουσεία η έκφραση «ψηφιακή επανάσταση», για να σχολιάσει την ολοένα και μεγαλύτερη αξιοποίηση νέων τεχνολογικών εργαλείων στη μουσειακή καθημερινότητα. Και είναι, πράγματι, γεγονός ότι τα μουσεία εδώ και μερικές δεκαετίες έχουν απόλυτη ανάγκη επαναστατικών αλλαγών, προκειμένου να επανεπιβεβαιώσουν τη σκοπιμότητα της ύπαρξής τους. Το ερώτημα, όμως, είναι αν μπορούμε να στηρίξουμε τις αλλαγές που έχουμε ανάγκη, αλλάζοντας απλώς τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούμε για να αρθρώσουμε τον εκθεσιακό μας λόγο. Αν, δηλαδή, αντικαθιστώντας το οπλισμένο σκυρόδεμα με bits & bytes μπορούμε να χτίσουμε μουσεία που έχουν οριστικά απαλλαγεί από τη σκόνη της νεωτερικότητας. Μουσεία που αντί να λειτουργούν ως καλλωπισμένα αποθετήρια εθνικών αναμνήσεων, είναι δυνατόν να μας συμπαρασύρουν στην αναζήτηση του νοήματος των στιγμών που διανύουμε, μετεωριζόμενοι σε μια πραγματικότητα που μοιάζει για πολλούς και διάφορους λόγους όλο και περισσότερο εικονική.

Το βιβλίο χωρίζεται στα παρακάτω κεφάλαια: Το διαδικτυακό μουσείο και η ψηφιακή επανάσταση, Η παρουσία των μουσείων στο διαδίκτυο, Ο ταλαιπωρημένος όρος «εικονικό» μουσείο, Τα όρια των ορισμών, Η τυραννία της συλλογής, Η προφανής αφήγηση και άλλα παραμύθια, Οι ειδικοί. Ένα είδος υπό εξαφάνιση, Στη σφαίρα της υπερ-επικοινωνίας, Εικονική κοινωνικότητα, Η χωρική διάσταση του διαδικτυακού μουσείου, Η πραγματικότητα του εικονικού, Η ψηφιακή επανάσταση, Η συλλογή, Η επικοινωνία, Η εμπειρία, Ο χώρος, Η δυνητικοποίηση.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος
Το δικαίωμα του αναγνώστη. Κείμενα για τον έντυπο λόγο
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Αθήνα 2017, σελ. 247
Ποιητής, βιβλιογράφος, δοκιμιογράφος, μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος συγκέντρωσε στο παρόν βιβλίο μια σειρά από επιφυλλίδες που δημοσιεύτηκαν, με εξαίρεση τα δύο καταληκτικά, στην αθηναϊκή εφημερίδα Τα Νέα κατά την τετραετία 1996-1999. Οι επιφυλλίδες αυτές σχολιάζουν ζητήματα που σχετίζονται με συγγραφείς, με παλαιά και νεότερα βιβλία, με τη γλώσσα, με το βιβλίο γενικώς και τα πάσης φύσεως προβλήματά του, με τη γραφή και τον έντυπο λόγο. Όπως σημειώνει στον πρόλογό του « απέφυγα τον πειρασμό να ενημερώσω ή να τροποποιήσω τα κείμενα σε σημεία στα οποία έχουν εντωμεταξύ επέλθει αλλαγές ή νεότερες εξελίξεις· επικαλούμαι την εγρήγορση του αναγνώστη να διαπιστώσει τις όποιες μεταβολές μπορεί να έχουν προκύψει κατά την περίπου εικοσαετία που μεσολάβησε από την εποχή της γραφής τους. Ακριβώς με την οπτική του αναγνώστη έχουν γραφτεί οι επιφυλλίδες που αναδημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά, διεκδικώντας το δικαίωμά του να κρίνει ως άτυπος (εννοώ, όχι κατ' επάγγελμα) κριτής τα όσα υποπίπτουν στην αντίληψή του από κάθε μέσο και πηγή ενημέρωσης, να επαινεί, να επικρίνει και να υποδεικνύει, χωρίς καμία διάθεση αυθεντίας ή υστεροβουλίας. Από μιαν άλλην άποψη, τούτα τα κείμενα συγκροτούν ένα περιορισμένο χρονικό λογοτεχνικών και πνευματικών γεγονότων των τελευταίων χρόνων του περασμένου αιώνα».

 

Δημήτρης Δασκαλόπουλος

Το δικαίωμα του αναγνώστη. Κείμενα για τον έντυπο λόγο

Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Αθήνα 2017, σελ. 247

Ποιητής, βιβλιογράφος, δοκιμιογράφος, μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος συγκέντρωσε στο παρόν βιβλίο μια σειρά από επιφυλλίδες που δημοσιεύτηκαν, με εξαίρεση τα δύο καταληκτικά, στην αθηναϊκή εφημερίδα Τα Νέα κατά την τετραετία 1996-1999. Οι επιφυλλίδες αυτές σχολιάζουν ζητήματα που σχετίζονται με συγγραφείς, με παλαιά και νεότερα βιβλία, με τη γλώσσα, με το βιβλίο γενικώς και τα πάσης φύσεως προβλήματά του, με τη γραφή και τον έντυπο λόγο. Όπως σημειώνει στον πρόλογό του « απέφυγα τον πειρασμό να ενημερώσω ή να τροποποιήσω τα κείμενα σε σημεία στα οποία έχουν εντωμεταξύ επέλθει αλλαγές ή νεότερες εξελίξεις· επικαλούμαι την εγρήγορση του αναγνώστη να διαπιστώσει τις όποιες μεταβολές μπορεί να έχουν προκύψει κατά την περίπου εικοσαετία που μεσολάβησε από την εποχή της γραφής τους. Ακριβώς με την οπτική του αναγνώστη έχουν γραφτεί οι επιφυλλίδες που αναδημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά, διεκδικώντας το δικαίωμά του να κρίνει ως άτυπος (εννοώ, όχι κατ' επάγγελμα) κριτής τα όσα υποπίπτουν στην αντίληψή του από κάθε μέσο και πηγή ενημέρωσης, να επαινεί, να επικρίνει και να υποδεικνύει, χωρίς καμία διάθεση αυθεντίας ή υστεροβουλίας. Από μιαν άλλην άποψη, τούτα τα κείμενα συγκροτούν ένα περιορισμένο χρονικό λογοτεχνικών και πνευματικών γεγονότων των τελευταίων χρόνων του περασμένου αιώνα».

 

 

Σάββατο, 03 Φεβρουαρίου 2018 13:15

«Άραγε πού και πώς πορευόμαστε;»

O Στρατής Φραντζέσκος εδώ και λίγο καιρό είναι πια συνταξιούχος αρχιτέκτονας, αφού συμπλήρωσε 35 χρόνια, υπηρετώντας από πολλά μετερίζια την αγαπημένη του επιστήμη. Πάντα ανήσυχος και δημιουργικός, παρακολουθεί από κοντά τα δρώμενα τόσο στη Μυτιλήνη όσο και στη γενέθλια γη της Πέτρας, στην οποία αναφέρεται και το νέο του βιβλίο. Μετά, λοιπόν, από τους «Υδρόμυλους της Λιγώνας» ήρθε και ένα ακόμα βιβλίο -κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μύθος»- που ζυμωνόταν αρκετά χρόνια. Η συζήτηση που ακολουθεί έχει ως θεματικό άξονα την Πέτρα του Στρατή Φραντζέσκου.

 

Tι ήταν αυτό που σας παρακίνησε να γράψετε για τη «δική σας Πέτρα»;

«Την πληρέστερη απάντηση θα την βρει ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο.

Θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν αντικειμενικός, επειδή αυτόματα μπαίνει το ερώτημα, πόσο αντικειμενικοί μπορεί να είμαστε όταν αφηγούμαστε κάτι προσωπικό. Αναγκαστικά βέβαια το περιεχόμενο της συνέντευξης είναι τέτοιο, πόσο μάλλον ο τίτλος της έκδοσης, που προϊδεάζει εξ αρχής ότι πρόκειται για κάτι πολύ προσωπικό.

Αναφέρομαι στο γενέθλιο τόπο μου, την Πέτρα όπως τη βίωσα σε μια συγκεκριμένη εποχή, αλλά ταυτόχρονα και σε κάθε “πέτρα” που κουβαλάμε μέσα μας.

Αφορούσε μια εσωτερική επιθυμία που με απασχολούσε πολύ καιρό, για πολλούς λόγους. Αυτή η επιθυμία αργότερα έγινε ανάγκη.

Με παρακίνησαν βέβαια και ορισμένα συγγενικά, αλλά και φιλικά πρόσωπα με τα οποία κουβέντιαζα τις αναμνήσεις αυτής της εποχής, των νεανικών μας χρόνων, μια εποχή μεταβατική και ενδιαφέρουσα από πολλές πλευρές.

Ήμουν πολύ διστακτικός στην αρχή επειδή πιστεύω ότι με οτιδήποτε καταπιάνεσαι θα πρέπει να είσαι σχολαστικός και να το γνωρίζεις καλά. Έτσι ήμουν και στη δουλειά μου. Πορευόμουν με το αξίωμα: “Ποτέ να μη λες ότι έμαθες”.

Όταν μπήκα στη διαδικασία της συγγραφής παιδεύτηκα αρκετά, αφού δεν ήμουν εξοικειωμένος με το γράψιμο. Η επιθυμία όμως να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μου ήταν έντονη. Τα κείμενα γράφτηκαν μια φορά πριν από χρόνια στην αρχή της κρίσης. Τα έγραψα όπως ήταν αποτυπωμένα στο νου και δεν θέλησα να τα επεξεργαστώ.

Επιθυμούσα να τα μεταφέρω από τη μνήμη στο χαρτί αυτούσια, με τη μορφή και τις ιδιαιτερότητες του προφορικού λόγου. Πιστεύω ότι θα έχαναν την αυθεντικότητα και την ομορφιά που έχει κάθε τι το ημιτελές και ανεπεξέργαστο».

 

Εξηγήστε μας τον υπότιτλο «Μύθοι και πραγματικότητες μιας άλλης εποχής»;

«Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η μνήμη με το πέρασμα του χρόνου έχει τη τάση να εξωραΐζει τα δυσάρεστα και να ομορφαίνει ακόμα πιο πολύ τα ευχάριστα, να τους δίνει μερικές φορές μια παραμυθένια διάσταση. Πιθανόν να έπεσα και λίγο ηθελημένα σ’ αυτή την παγίδα. Είμαστε μια γενιά που μεγαλώσαμε με τα παραμύθια, με τον προφορικό κυρίως λόγο στο οικογενειακό και στο κοινωνικό περιβάλλον. Ζήσαμε σε μια εποχή που ούτε τηλεόραση υπήρχε, ούτε διαδίκτυο και κινητά, ακόμα και το ραδιόφωνο ήταν είδος πολυτέλειας, το πικ-απ για τα πάρτι σίγουρα δανεικό. Πέραν από το πόσο αντικειμενικός μπορεί να είναι ο λόγος, πιστεύω ότι η αφήγηση εμπεριέχει αναγκαστικά και τον μύθο. Στις προθέσεις μου ήταν να μεταφέρω το κλίμα της εποχής μου στους νεώτερους με αυτό τον τρόπο. Διαφορετικά θα επρόκειτο για μια ιστορική ή λαογραφική έρευνα που ήδη έχει πραγματοποιηθεί με εξαιρετικά σχολαστικό τρόπο από τον φίλο, συγχωριανό καθηγητή και ιστορικό Νίκο Σταυρίδη. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη μελέτη που φώτισε αρκετά την ιστορία του οικισμού. Πάντως, είναι πολύ σημαντικό οι νεώτεροι που κατοικούν έναν τόπο να μην είναι αποκομμένοι από το πρόσφατο παρελθόν. Διαπίστωσα ότι το έχουν ανάγκη».

 

Εάν σας ζητούσαν να επαναφέρετε κάτι από τη «δική σας Πέτρα» που σήμερα εκλείπει, ποιο θα ήταν αυτό;

«Το ερώτημα είναι υποθετικό. Τα πάντα αλλάζουν, άλλα προς το καλύτερο κι άλλα προς το χειρότερο, το ζητούμενο είναι προς τα πού γέρνει η ζυγαριά ή προς τα πού θέλουμε να γέρνει και κατά πόσο αυτό είναι εφικτό και μπορεί να προδιαγραφεί.

Σίγουρα δεν μπορεί να είμαστε αδρανείς νοσταλγοί, ούτε είναι δυνατόν να ζούμε με το παρελθόν, γιατί αυτό μας εμποδίζει να δούμε μπροστά. Βέβαια δεν πρέπει να διαγράψουμε μνήμες και γεγονότα των οποίων η γνώση μάς βοηθά να πορευτούμε στο μέλλον.

Θεωρώ ότι το να επαναφέρω κάτι από τη “δική μου Πέτρα” είναι ανέφικτο.

Νοσταλγώ όμως τις φωνές των παιδιών στα καλντερίμια, τις μυρωδιές των φούρνων, τη βουή και τη ζωή της αγοράς, τα θαμπά τζάμια των καφενείων, τη ζωή στις γειτονιές, τα καΐκια που ξεφόρτωναν, το λεωφορείο που έφτανε το σούρουπο από την πόλη και χίλια δυο άλλα…».

 

Ο επίλογος σας έχει τίτλο: «Ρεζουμέ. Ρε ζούμε;». Θα ήθελα να το αναλύσετε λίγο.

«Πράγματι ήθελα να τελειώσω με αυτό το λογοπαίγνιο. Είναι ερώτημα που απευθύνεται στον καθένα και ειδικότερα σε όσους έζησαν αυτή την εποχή. Αφορά βέβαια και το σήμερα, το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις και πόσο ευτυχισμένοι μπορεί να είμαστε στην τωρινή εποχή. Προς τα πού τελικά πορευόμαστε;».

 

Έχετε φύγει χρόνια από το χωριό σας, και ζείτε και δραστηριοποιείστε στη Μυτιλήνη. Ποια συναισθήματα σάς προκαλεί όταν το επισκέπτεστε;

«Μερικές φορές μοιάζει σα να μην έφυγα ποτέ. Για μένα είναι κάτι παραπάνω από οικείο και νομίζω ότι είναι φυσικό. Νοιώθω ένα ξαλάφρωμα στην κουβέντα με τους ανθρώπους.

Αισθάνομαι σίγουρα περισσότερη μελαγχολία και νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα που λείπουν, συγγενικά και μη. Στενοχωριέμαι όμως και για τα άψυχα, που ίσως από νομοτέλεια ή άλλους λόγους δεν υπάρχουν πια ή έχουν αλλοιωθεί».

 

Αρχιτεκτονικά η Πέτρα έχει αλλάξει ή κρατά την ταυτότητά της;

«Δύσκολο ερώτημα, που με αφορά άμεσα λόγω επαγγέλματος, όμως δεν θα ήθελα να το αποφύγω. Σίγουρα δεν είναι η Πέτρα της δεκαετίας του ΄60 ή του ΄70. Πιστεύω ότι ευτυχώς ένα σημαντικό κομμάτι της αρχιτεκτονικής της ταυτότητας, εξακολουθεί να διατηρείται.

Δεν θα ισχυριζόμουν το ίδιο για την περιαστική αγροτική γη, η οποία δέχτηκε τις επιπτώσεις της λεγόμενης “ανάπτυξης” με αποτέλεσμα να έχει υποστεί αλλαγές όπως πολλοί οικισμοί του τόπου μας και περισσότερο αυτοί που δέχτηκαν οικιστικές πιέσεις.

Ανοίγουμε όμως μεγάλη κουβέντα που δεν είναι δυνατόν να χωρέσει στα στενά περιθώρια αυτής της συνέντευξης. Πιθανόν να μας δοθεί μια άλλη ευκαιρία για να κουβεντιάσουμε πάνω σε αυτά τα θέματα. Πιστεύω ότι η κουβέντα θα είναι και περισσότερο πολιτική.

Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω, αγαπητέ Παναγιώτη για τη συζήτηση και το πάντα ενημερωμένο «Ε» για τη φιλοξενία.

Δεν ξεχνώ βέβαια ότι πριν χρόνια με προέτρεψες: “Άντε Στρατή, γράψε κάτι για τη δική σου Πέτρα…”».

 

Τρίτη, 06 Φεβρουαρίου 2018 15:59

«Άραγε πού και πώς πορευόμαστε;»

 

O Στρατής Φραντζέσκος εδώ και λίγο καιρό είναι πια συνταξιούχος αρχιτέκτονας, αφού συμπλήρωσε 35 χρόνια, υπηρετώντας από πολλά μετερίζια την αγαπημένη του επιστήμη. Πάντα ανήσυχος και δημιουργικός, παρακολουθεί από κοντά τα δρώμενα τόσο στη Μυτιλήνη όσο και στη γενέθλια γη της Πέτρας, στην οποία αναφέρεται και το νέο του βιβλίο. Μετά, λοιπόν, από τους «Υδρόμυλους της Λιγώνας» ήρθε και ένα ακόμα βιβλίο -κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μύθος»- που ζυμωνόταν αρκετά χρόνια. Η συζήτηση που ακολουθεί έχει ως θεματικό άξονα την Πέτρα του Στρατή Φραντζέσκου.

Tι ήταν αυτό που σας παρακίνησε να γράψετε για τη «δική σας Πέτρα»;
«Την πληρέστερη απάντηση θα την βρει ο αναγνώστης διαβάζοντας το βιβλίο.
Θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν αντικειμενικός, επειδή αυτόματα μπαίνει το ερώτημα, πόσο αντικειμενικοί μπορεί να είμαστε όταν αφηγούμαστε κάτι προσωπικό. Αναγκαστικά βέβαια το περιεχόμενο της συνέντευξης είναι τέτοιο, πόσο μάλλον ο τίτλος της έκδοσης, που προϊδεάζει εξ αρχής ότι πρόκειται για κάτι πολύ προσωπικό.
Αναφέρομαι στο γενέθλιο τόπο μου, την Πέτρα όπως τη βίωσα σε μια συγκεκριμένη εποχή, αλλά ταυτόχρονα και σε κάθε “πέτρα” που κουβαλάμε μέσα μας.
Αφορούσε μια εσωτερική επιθυμία που με απασχολούσε πολύ καιρό, για πολλούς λόγους. Αυτή η επιθυμία αργότερα έγινε ανάγκη.
Με παρακίνησαν βέβαια και ορισμένα συγγενικά, αλλά και φιλικά πρόσωπα με τα οποία κουβέντιαζα τις αναμνήσεις αυτής της εποχής, των νεανικών μας χρόνων, μια εποχή μεταβατική και ενδιαφέρουσα από πολλές πλευρές.
Ήμουν πολύ διστακτικός στην αρχή επειδή πιστεύω ότι με οτιδήποτε καταπιάνεσαι θα πρέπει να είσαι σχολαστικός και να το γνωρίζεις καλά. Έτσι ήμουν και στη δουλειά μου. Πορευόμουν με το αξίωμα: “Ποτέ να μη λες ότι έμαθες”.
Όταν μπήκα στη διαδικασία της συγγραφής παιδεύτηκα αρκετά, αφού δεν ήμουν εξοικειωμένος με το γράψιμο. Η επιθυμία όμως να μοιραστώ κάποιες σκέψεις μου ήταν έντονη. Τα κείμενα γράφτηκαν μια φορά πριν από χρόνια στην αρχή της κρίσης. Τα έγραψα όπως ήταν αποτυπωμένα στο νου και δεν θέλησα να τα επεξεργαστώ.
Επιθυμούσα να τα μεταφέρω από τη μνήμη στο χαρτί αυτούσια, με τη μορφή και τις ιδιαιτερότητες του προφορικού λόγου. Πιστεύω ότι θα έχαναν την αυθεντικότητα και την ομορφιά που έχει κάθε τι το ημιτελές και ανεπεξέργαστο».

Εξηγήστε μας τον υπότιτλο «Μύθοι και πραγματικότητες μιας άλλης εποχής»;
«Αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι η μνήμη με το πέρασμα του χρόνου έχει τη τάση να εξωραΐζει τα δυσάρεστα και να ομορφαίνει ακόμα πιο πολύ τα ευχάριστα, να τους δίνει μερικές φορές μια παραμυθένια διάσταση. Πιθανόν να έπεσα και λίγο ηθελημένα σ’ αυτή την παγίδα. Είμαστε μια γενιά που μεγαλώσαμε με τα παραμύθια, με τον προφορικό κυρίως λόγο στο οικογενειακό και στο κοινωνικό περιβάλλον. Ζήσαμε σε μια εποχή που ούτε τηλεόραση υπήρχε, ούτε διαδίκτυο και κινητά, ακόμα και το ραδιόφωνο ήταν είδος πολυτέλειας, το πικ-απ για τα πάρτι σίγουρα δανεικό. Πέραν από το πόσο αντικειμενικός μπορεί να είναι ο λόγος, πιστεύω ότι η αφήγηση εμπεριέχει αναγκαστικά και τον μύθο. Στις προθέσεις μου ήταν να μεταφέρω το κλίμα της εποχής μου στους νεώτερους με αυτό τον τρόπο. Διαφορετικά θα επρόκειτο για μια ιστορική ή λαογραφική έρευνα που ήδη έχει πραγματοποιηθεί με εξαιρετικά σχολαστικό τρόπο από τον φίλο, συγχωριανό καθηγητή και ιστορικό Νίκο Σταυρίδη. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη μελέτη που φώτισε αρκετά την ιστορία του οικισμού. Πάντως, είναι πολύ σημαντικό οι νεώτεροι που κατοικούν έναν τόπο να μην είναι αποκομμένοι από το πρόσφατο παρελθόν. Διαπίστωσα ότι το έχουν ανάγκη».

Εάν σας ζητούσαν να επαναφέρετε κάτι από τη «δική σας Πέτρα» που σήμερα εκλείπει, ποιο θα ήταν αυτό;
«Το ερώτημα είναι υποθετικό. Τα πάντα αλλάζουν, άλλα προς το καλύτερο κι άλλα προς το χειρότερο, το ζητούμενο είναι προς τα πού γέρνει η ζυγαριά ή προς τα πού θέλουμε να γέρνει και κατά πόσο αυτό είναι εφικτό και μπορεί να προδιαγραφεί.
Σίγουρα δεν μπορεί να είμαστε αδρανείς νοσταλγοί, ούτε είναι δυνατόν να ζούμε με το παρελθόν, γιατί αυτό μας εμποδίζει να δούμε μπροστά. Βέβαια δεν πρέπει να διαγράψουμε μνήμες και γεγονότα των οποίων η γνώση μάς βοηθά να πορευτούμε στο μέλλον.
Θεωρώ ότι το να επαναφέρω κάτι από τη “δική μου Πέτρα” είναι ανέφικτο.
Νοσταλγώ όμως τις φωνές των παιδιών στα καλντερίμια, τις μυρωδιές των φούρνων, τη βουή και τη ζωή της αγοράς, τα θαμπά τζάμια των καφενείων, τη ζωή στις γειτονιές, τα καΐκια που ξεφόρτωναν, το λεωφορείο που έφτανε το σούρουπο από την πόλη και χίλια δυο άλλα…».

Ο επίλογος σας έχει τίτλο: «Ρεζουμέ. Ρε ζούμε;». Θα ήθελα να το αναλύσετε λίγο.
«Πράγματι ήθελα να τελειώσω με αυτό το λογοπαίγνιο. Είναι ερώτημα που απευθύνεται στον καθένα και ειδικότερα σε όσους έζησαν αυτή την εποχή. Αφορά βέβαια και το σήμερα, το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις και πόσο ευτυχισμένοι μπορεί να είμαστε στην τωρινή εποχή. Προς τα πού τελικά πορευόμαστε;».

Έχετε φύγει χρόνια από το χωριό σας, και ζείτε και δραστηριοποιείστε στη Μυτιλήνη. Ποια συναισθήματα σάς προκαλεί όταν το επισκέπτεστε;
«Μερικές φορές μοιάζει σα να μην έφυγα ποτέ. Για μένα είναι κάτι παραπάνω από οικείο και νομίζω ότι είναι φυσικό. Νοιώθω ένα ξαλάφρωμα στην κουβέντα με τους ανθρώπους.
Αισθάνομαι σίγουρα περισσότερη μελαγχολία και νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα που λείπουν, συγγενικά και μη. Στενοχωριέμαι όμως και για τα άψυχα, που ίσως από νομοτέλεια ή άλλους λόγους δεν υπάρχουν πια ή έχουν αλλοιωθεί».

Αρχιτεκτονικά η Πέτρα έχει αλλάξει ή κρατά την ταυτότητά της;
«Δύσκολο ερώτημα, που με αφορά άμεσα λόγω επαγγέλματος, όμως δεν θα ήθελα να το αποφύγω. Σίγουρα δεν είναι η Πέτρα της δεκαετίας του ΄60 ή του ΄70. Πιστεύω ότι ευτυχώς ένα σημαντικό κομμάτι της αρχιτεκτονικής της ταυτότητας, εξακολουθεί να διατηρείται.
Δεν θα ισχυριζόμουν το ίδιο για την περιαστική αγροτική γη, η οποία δέχτηκε τις επιπτώσεις της λεγόμενης “ανάπτυξης” με αποτέλεσμα να έχει υποστεί αλλαγές όπως πολλοί οικισμοί του τόπου μας και περισσότερο αυτοί που δέχτηκαν οικιστικές πιέσεις.
Ανοίγουμε όμως μεγάλη κουβέντα που δεν είναι δυνατόν να χωρέσει στα στενά περιθώρια αυτής της συνέντευξης. Πιθανόν να μας δοθεί μια άλλη ευκαιρία για να κουβεντιάσουμε πάνω σε αυτά τα θέματα. Πιστεύω ότι η κουβέντα θα είναι και περισσότερο πολιτική.
Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω, αγαπητέ Παναγιώτη για τη συζήτηση και το πάντα ενημερωμένο «Ε» για τη φιλοξενία.
Δεν ξεχνώ βέβαια ότι πριν χρόνια με προέτρεψες: “Άντε Στρατή, γράψε κάτι για τη δική σου Πέτρα…”».

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018 16:56

Λεσβιακό Βιβλίο

Κώστας Βάρναλης

«Αστυνομικά. 265 χρονογραφήματα (1939-1957) εμπνευσμένα από το αστυνομικό δελτίο»

(Φιλολογική επιμέλεια-κείμενα: Νίκος Σαραντάκος)

Εκδόσεις «Αρχείο»

Αθήνα 2017, σελ 373

 Το καθημερινό αστυνομικό δελτίο καταχωρεί εφήμερα περιστατικά, αλλά ο αναγνώστης σπάνια τους ρίχνει δεύτερη ματιά. Ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, τα χρόνια που έγραφε καθημερινό χρονογράφημα για τις εφημερίδες Πρωία, Προοδευτικός Φιλελεύθερος, Προοδευτική Αλλαγή και Αυγή (1939-1957), αφιέρωσε αρκετά κείμενά του σε μικροειδήσεις του αστυνομικού δελτίου.

Ο Νίκος Σαραντάκος, επιμελητής και σχολιαστής των Χρονογραφημάτων και των λοιπών άρθρων του Κ. Βάρναλη που αποθησαυρίζονται από το 2013 στις Εκδόσεις «Αρχείο», θυμίζουμε τον τόμο «Αττικά», επέλεξε για την παρούσα έκδοση 265 από τα χρονογραφήματα αυτά.

Μικροεγκλήματα, απάτες, φόνοι, εγκλήματα πάθους, παρανομίες, κλέφτες και αστυνόμοι, όλα περιγράφονται με το γνωστό χιούμορ του Βάρναλη και σχολιάζονται με γνώμονα την κοινωνική του ευαισθησία και την κατανόηση που έδειχνε απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία. Η εικόνα της εποχής, για άλλη μια φορά, δεν διαφέρει και τόσο από την σημερινή.

Στην εισαγωγή του Νίκου Σαραντάκου διαβάζουμε: « Τα χρονογραφήματα του τόμου έχουν ως πρώτη ύλη τους τα περιφρονημένα και αξιοπεριφρόνητα μονόστηλα ειδησάκια, που δεν τους ρίχνει κανείς δεύτερη ματιά: στυγερά εγκλήματα αλλά και ευτελείς κλοπές, ευφυείς απάτες και θλιβερές αυτοκτονίες, πολύ αίμα και μπόλικη δυστυχία. Σπάνια κάποιο έγκλημα θεωρείται αρκετά τρανταχτό ώστε να πάρει προαγωγή για την πρώτη σελίδα, όπως ας πούμε ο δράκος της Καλογρέζας προπολεμικά ή της Βουλιαγμένης μεταπολεμικά. Γεννιέται το ερώτημα: αν η πρώτη ύλη των χρονογραφημάτων είναι τόσο αδιάφορη, έχει νόημα να ξαναδιαβάσουμε τα χρονογραφήματα εβδομήντα χρόνια μετά, τη στιγμή που τα συμβάντα που έδωσαν στον χρονογράφο αφορμή και έμπνευση έχουν ξεχαστεί προ πολλού; Πιστεύω πως ναι, πως αξίζει να δούμε πώς σχολιάζει ένας κορυφαίος πνευματικός άνθρωπος κι ένας μεγάλος μάστορας της πένας αυτά «τα συνηθισμένα, τα χιλιοειπωμένα, τα βαρετά» εγκλήματα. Θα δούμε ότι ο Βάρναλης συνήθως δεν στέκεται στο μικροπεριστατικό, αλλά προσπαθεί να αναδείξει τις αιτίες και, κάποτε να προτείνει θεραπεία, όπως π.χ. για την αναγνώριση των εξώγαμων παιδιών. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι δεν χλευάζει τον αδύνατο παραβάτη, παίρνει το μέρος του φτωχού που έκλεψε, αλλά δεν τσιγκουνεύεται την ειρωνεία για τους τραμπούκους, τους παλικαράδες και τους δυνατούς που αδικούν. Επίσης, διαβάζοντας το βιβλίο καταρρίπτεται η εντύπωση πως μόνο στην εποχή μας συμβαίνουν βίαια και ειδεχθή εγκλήματα. Συνειδητοποιούμε όμως πόσο χειρότερα ήταν η θέση της γυναίκας στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Τα χρονογραφήματα του τόμου αυτού είναι γραμμένα με κέφι και με άφθονη ειρωνεία, με τη χαρακτηριστική του μαστοριά, με την αστραφτερή, χυμώδη δημοτική γλώσσα του».

 

Π.Σ

 

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018 17:19

Τα βιβλία παίζει

 Αndrea Marcolongo

Η υπέροχη γλώσσα. 9 λόγοι για ν’ αγαπήσεις τα αρχαία ελληνικά

(Mετάφραση: Άννα Παπασταύρου)

Εκδόσεις Πατάκη

Αθήνα 2017, σελ. 243

 

«Το ξέρουµε όλοι: η πρώτη αντίδραση µπροστά σ’ ένα αρχαίο κείµενο κυµαίνεται ανάµεσα στην παράλυση και στον γνήσιο τρόµο. Επέλεξα εννέα λόγους για ν’ αγαπήσω και να µιλήσω γι’ αυτό που η ελληνική γλώσσα είναι σε θέση να λέει µε τρόπο µοναδικό, ξεχωριστό, διαφορετικό από κάθε άλλη γλώσσα - και ναι, για να διαλύσω τους φόβους σας, µετατρέποντάς τους ενδεχοµένως σε πάθος.
Πάνω απ’ όλα αυτό το βιβλίο µιλάει γι’ αγάπη: η αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν η πιο µακροχρόνια και πιο ωραία ιστορία της ζωής µου. Δεν έχει σηµασία αν ξέρετε αρχαία ελληνικά ή όχι. Αν ναι, θα σας αποκαλύψω ιδιαιτερότητες για τις οποίες κανείς δε σας µίλησε στο λύκειο, ενώ σας βασάνιζαν µε καταλήξεις ονοµάτων και παραδείγµατα. Αν όχι, τόσο το καλύτερο. Η περιέργειά σας θα είναι η λευκή σελίδα που θα γεµίσετε.
Με δυο λόγια, η αρχαία ελληνική γλώσσα είναι ένας τρόπος να βλέπεις τον κόσµο, ένας τρόπος, ειδικά σήµερα, χρήσιµος και µεγαλοφυής. Δεν προβλέπονται εξετάσεις ούτε διαγωνίσµατα στην τάξη: αν, στο τέλος της ανάγνωσης, έχω καταφέρει να σας παρασύρω και ν’ απαντήσω σε ερωτήσεις που δεν είχατε θέσει ποτέ στον εαυτό σας, αν τελικά καταλάβετε τον λόγο τόσων ωρών µελέτης, τότε θα έχω πετύχει τον στόχο µου».

Τα παραπάνω είναι από τον πρόλογο της ιταλίδας ελληνίστριας Αndrea Marcolongo, στο εξαιρετικό βιβλίο ύμνος στην αρχαία ελληνική γλώσσα, το οποίο πρωτοεκδόθηκε στην Ιταλία το 2016 με τεράστια επιτυχία και πωλήσεις που ξεπερνούν τις 100.000 αντίτυπα, ενώ μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες.

 

 

Γ. Μπαμπινιώτης

Οι πικρές αλήθειες της γλώσσας μου. Ο Γιάννης Μπασκόζος συνομιλεί με τον καθηγητή για τις λέξεις, την παιδεία, τον πολιτισμό

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Αθήνα 2017, σελ. 172

 

Ο καθηγητής Γεώργιος Μπbαμπινιώτης απαντά στις ερωτήσεις που θέτει ο δημοσιογράφος Γιάννης Ν. Μπασκόζος για την ουσία, την ποιότητα, την εξέλιξη, τη συγγένεια και την προέλευση της γλώσσας. Για τη σχολική εκπαίδευση και την παιδεία, την ποιότητα και τη στόχευση του ελληνικού σχολείου, την κατάρτιση των εκπαιδευτικών, την εισαγωγή στα πανεπιστήμια, ακόμα και για «καυτά» θέματα όπως η διδασκαλία του μαθήματος της Ιστορίας ή των Θρησκευτικών. Τέλος, συζητάνε για τα θέματα που άπτονται της ευρείας έννοιας του πολιτισμού. Πρόκειται για μια «συν-ζήτηση», κατά την οποία ερωτήσεις και απαντήσεις ενδιαφέρουν κάθε σκεπτόμενο αναγνώστη και απασχολούν ευρύτερα την ελληνική κοινωνία.

Να ένα απόσπασμα από απαντήσεις : «Η κρίση αυτή οφείλεται, μεταξύ άλλων, και στο ότι δεν μορφώσαμε στην παιδεία μας ανθρώπους σκεπτόμενους, ευαίσθητους, καλλιεργημένους, με αίσθηση ευθύνης πάνω απ’ όλα, που δεν θα γαντζωθούν στην καρέκλα του πολιτικού ή οποιουδήποτε άλλου ασκεί εξουσία, μέσα από πελατειακές σχέσεις. Ανθρώπους που θα έβαζαν πάνω από όλα το κοινό καλό».

 

Παρουσιάζοντας η Ξένη Μπαλωτή το «Confiteor» κατέληγε με τα εξής: «Το βιβλίο ευτύχισε να έχει εξαιρετική μετάφραση από τον Ε. Σοφό. Κάθε λάθος της θα μπορούσε να είχε υποβιβάσει το “Confiteor” σε ένα ακόμη βιβλίο!»

Η Μικέλα Χαρτουλάρη σε ρεπορτάζ της στην «Εφημερίδα των Συντακτών» σημείωνε: «Αντιστοιχεί με τον ορισμό του αντιεμπορικού αναγνώσματος, κι όμως έγινε το μπεστ σέλερ του καλοκαιριού. Το μυθιστόρημα Confiteor του Καταλανού Ζάουμε Καμπρέ, σε μετάφραση του Ευρυβιάδη Σοφού, έχει πουλήσει 12.000 αντίτυπα σε τέσσερις μόλις μήνες! Είναι ένα βιβλίο ογκώδες (736 σελ.), γραμμένο από έναν συγγραφέα πρώτης γραμμής αλλά ελάχιστα γνωστό στην Ελλάδα, με έναν τίτλο στα λατινικά ακατάληπτο για τους περισσότερους, και με τον παντοδύναμο αγγλοσαξονικό Τύπο, ξινό απέναντί του. Επιπλέον, η γραφή του απαιτεί τη συνεχή προσήλωση του αναγνώστη καθώς συμβαίνει να συναιρεί σε μια πρόταση πρωταγωνιστές και γεγονότα από διαφορετικές εποχές, εναλλάσσοντας αφηγηματικά πρόσωπα».

Ο Ευρυβιάδης Σοφός, Μυτιληνιός γέννημα-θρέμμα, βρέθηκε στη γενέτειρά του τις ημέρες των γιορτών και μίλησε σε εκδήλωση του βιβλιοπωλείου «Book & Art» για το «Confiteor», τη μετάφραση και πολλά άλλα. Με την ευκαιρία αυτή είχαμε την παρακάτω συζήτηση.

  

Δώστε μας λίγα στοιχεία για τη σχέση σας με τη Μυτιλήνη, τις σπουδές σας και τις επαγγελματικές σας ενασχολήσεις;

«Είμαι γεννημένος και έχω μεγαλώσει στη Μυτιλήνη. Το σχολείο μου ήταν το 5ο δημοτικό, και το 2ο Γυμνάσιο και Λύκειο. Όταν τελείωσα το Λύκειο, μην έχοντας πετύχει την είσοδο σε κάποια σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ξεκίνησα σπουδές μετάφρασης και ξένων γλωσσών στο ιδιωτικό κολλέγιο “Ευρωπαϊκός Εκπαιδευτικός Όμιλος” που σήμερα έχει μετονομαστεί σε Metropolitan College. Τελειώνοντας έκανα τις εξετάσεις για να μπω στο τμήμα της Ισπανική Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Γρανάδα στην Ισπανία. Τα κατάφερα και μετά από αυτό το πτυχίο έκανα ένα μεταπτυχιακό πάνω στη Θεωρία της Λογοτεχνίας και τη Συγκριτική Λογοτεχνία στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου το 2003 και επέστρεψα στην Ελλάδα για να τελειώσω με τις στρατιωτικές υποχρεώσεις μου. Από το 2004 διαμένω στην Αθήνα όπου απασχολούμαι ως καθηγητής Ισπανικής Γλώσσας στο Διδασκαλείο του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και ως μεταφραστής. Με τη ιδιότητα του καθηγητή Ισπανικής Γλώσσας και Πολιτισμού έχω απασχοληθεί στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο όπως και στη Λέσχη του Οικονομικού Πανεπιστημίου».

 

Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σας με τη λογοτεχνική μετάφραση;

«Προέκυψε μετά από σπουδές που έκανα στην Αθήνα αλλά και στην Ισπανία σε σχέση με τη μετάφραση. Ασχολήθηκα περισσότερο με τη λογοτεχνική μετάφραση όταν επέστρεψα από την Ισπανία το 2003. Τότε μπόρεσα να χρησιμοποιήσω όλες τις γνώσεις που απέκτησα μέχρι και το 2003. Το Confiteor είναι το τρίτο μυθιστόρημα που μεταφράζω».

 

Τι είναι αυτό που προσέχετε ιδιαίτερα όταν μεταφράζετε και τι σας δυσκόλεψε στο «Confiteor»;

«Αυτό που περισσότερο μ’ ενδιαφέρει είναι να βρίσκω μια ισορροπία ανάμεσα στο πρωτότυπο κείμενο και την ελληνική γλώσσα. Μ’ ενδιαφέρει πολύ το κείμενο που θα έχει στα χέρια του ο έλληνας αναγνώστης να είναι ένα κείμενο γραμμένο σε σωστά ελληνικά, κατανοητά, ελληνικά που όντως μιλιούνται και γράφονται. Μέλημά μου ο σεβασμός στις επιλογές του συγγραφέα που θεωρώ ότι πρέπει να αποδίδονται στο μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό στο γλώσσα στην οποία μεταφράζονται. Το Confiteor είχε δυσκολίες που είχαν να κάνουν με το σύνολο από όρους θρησκευτικούς, ιατρικούς, πολεμικούς που πολλές φορές δεν έχουν αντιστοιχία στη γλώσσα μας. Επίσης σε πολλά σημεία η γλώσσα στο πρωτότυπο, στα Καταλανικά, είχε μεταβολές γιατί τα πρόσωπα περνούσαν από μια εποχή στην άλλη. Άλλα Καταλανικά μιλούσαν στον μεσαίωνα, άλλα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, άλλα μιλιούνται στις μέρες μας».

 

Γιατί αφήσατε τη λέξη-τίτλο του βιβλίου «Confiteor» αμετάφραστη;

«Ο τίτλος του βιβλίου όπως κυκλοφόρησε στο πρωτότυπο είναι Jo confesso δηλαδή Ομολογώ. Μιλώντας με τον συγγραφέα του βιβλίου, μου σχολίασε ότι η αρχική του επιθυμία ήταν το βιβλίο να κυκλοφορήσει με το όνομα Confiteor. Αυτό είχε ήδη συμβεί στη Γαλλία οπότε όταν παρέδωσα τη μετάφραση στις εκδόσεις Πόλις, σχολίασα στον εκδότη, κύριο Γκιώνη, όλα όσα είχαν να κάνουν με τον τίτλο και τελικά επιλέχθηκε το Confiteor».

 

Πώς εξηγείτε τη μεγάλη επιτυχία του «Confiteor» σε πολλές χώρες αλλά και στην Ελλάδα;

«Νομίζω ότι είναι ένα βιβλίο που πραγματεύεται πολύ βασικά σημεία της ανθρώπινης ζωής, τον έρωτα, την επιβίωση, τον θάνατο, τον Θεό. Το ελληνικό κοινό συνδέθηκε με αυτά τα κομμάτια ενός βιβλίου που κατά τ’ άλλα μάλλον απαιτεί περισσότερα από τον αναγνώστη: δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, και όσον αφορά τη δομή, τον όγκο, τη σύνταξη και το περιεχόμενό του. Ήταν ένα στοίχημα του συγγραφέα, που νομίζω κέρδισε».

 

Έχει γραφεί ότι το «Confiteor» έχει στενή σχέση με τη μουσική. Ποια είναι η άποψή σας;

«Είναι ένα βιβλίο στενά συνδεδεμένο με τη μουσική ειδικά το βιολί που νομίζω ότι είναι το αγαπημένο μουσικό όργανο του Ζάουμε Καμπρέ και επαναλαμβάνετε σε πολλά βιβλία του. Το κείμενο αναπτύσσεται πολύ συχνά με όρους μουσικούς, έχει εισαγωγή, κορμό και επίλογο».

 

Η ελληνική λογοτεχνία, ποίηση-πεζογραφία, είναι γνωστή στην Ισπανία;

«Η λογοτεχνία είναι γνωστή σε πολύ συγκεκριμένα περιβάλλοντα, μεταξύ ανθρώπων που ασχολούνται με τη χώρα, με την κουλτούρα και τη γλώσσα μας. Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις όπου ένα κείμενο γραμμένο στα Ελληνικά μπορεί να γίνει γνωστό μέσα από κάποια καλή μετάφραση, αυτό έχει συμβεί με την ποίηση του Καβάφη για παράδειγμα αλλά θεωρώ ότι πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις. Εξακολουθούμε να είμαστε μια, μάλλον μακρινή για τους Ισπανούς, χώρα από την Ανατολική Μεσόγειο παρόλο που έχουν γίνει φιλότιμες προσπάθειες να μεταφραστούν κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας».

 

Στη χώρα μας, κύριε Σοφέ, οι γονείς επενδύουν πολλά χρήματα για να μάθουν τα παιδιά τους ξένες γλώσσες; Καλά κάνουν; Μήπως φτάνουμε σε υπερβολές του τύπου να ξεκινάνε οι ξένες γλώσσες από την ηλικία των 6-7 ετών;

«Κάνουν καλά που ξεκινούν την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας για τα παιδιά τους. Θεωρώ, κι αυτό είναι προσωπική άποψη, ότι ένα παιδί δεν πρέπει να αναλάβει ένα φορτίο γνώσεων που ίσως να μην μπορεί να το κουβαλήσει. Μία ξένη γλώσσα, ενδεχομένως τα Αγγλικά, να είναι απαραίτητη ώστε το παιδί να συνηθίσει από νωρίς σε μια ξένη κουλτούρα και να έχει ανοιχτούς ορίζοντες στα δύσκολα χρόνια που ζούμε».

 

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018 17:55

Τα βιβλία παίζει

Θανάσης Βαλτινός

«Το ημερολόγιο της Αλοννήσου»

Ψηφιακό μυθιστόρημα με CD

(Επιμέλεια-Επίμετρο: Κωστής Δανόπουλος)

Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2017 Σελ. 132.

 

Παρουσιάζοντας στην «Εφημερίδα των Συντακτών» το τελευταίο έργο του Θανάση Βαλτινού ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης ανάμεσα στα άλλα σημειώνει: «Ένα βιβλίο που είναι βιβλίο αλλά είναι κυρίως CD. Κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2009 εκτός εμπορίου και τώρα βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων από την «Εστία» σε επιμέλεια και επίμετρο Κωστή Δανόπουλου. Αν και το έντυπο μέρος του θυμίζει ένα οποιοδήποτε βιβλίο, η ουσιώδης διαφορά βρίσκεται στο CD που το συνοδεύει. Εδώ ακούμε τα αποσπάσματα που βρίσκονται μεταγραμμένα στις σελίδες του βιβλίου. Αλλά τα ηχητικά αποσπάσματα δεν αποτελούν ερμηνείες των γραπτών μπροστά σε ένα μικρόφωνο. Ο ήχος προϋπήρχε.

Τον κατέγραψε ο Θανάσης Βαλτινός σε διάφορες περιστάσεις. Οι σελίδες του βιβλίου έρχονται, λοιπόν, ως συνοδευτικό υλικό, ως βοήθημα προς τον αναγνώστη, για τα σημεία όπου ίσως να μην μπορεί να διακρίνει με ακρίβεια όσα λέγονται. Από την άλλη, το έντυπο δεν κατορθώνει σε καμία περίπτωση να αποτυπώσει τους χρωματισμούς και τους τόνους των φωνών. Το γραπτό κείμενο καταφέρνει τελικά μόνο να περιγράψει και να καταγράψει μέρος του συνόλου που μεταφέρει η φωνή.

Εκεί που συγκλίνουν όλες αυτές οι ηχογραφήσεις είναι στην προσπάθεια να εκμηδενιστούν διάφορες μορφές αποστάσεων. Οι φωνές είναι άλλοτε ψυχρές, άλλοτε αποστασιοποιημένες, κάποιες σχεδόν κλινικές και έχουν τη μορφή δελτίων θυέλλης και ασκήσεων γυμναστικής. Δίπλα τους, άλλες φωνές γεμάτες πάθος, αισθησιακές, ψίθυροι αλλά και ερωτικές κορυφώσεις. Το «Ημερολόγιο της Αλοννήσου» δεν αποτελεί μια απάντηση στη διεθνή συζήτηση για τα όρια της λογοτεχνίας που διεξάγεται σήμερα. Χρονικά προηγήθηκε κατά πολύ, αφού είχε αρχίσει να δουλεύεται ήδη από τη δεκαετία του ’70. Ακόμα και σήμερα, όμως, σαράντα χρόνια από τη στιγμή της αρχικής της σύλληψης, καταφέρνει να μας κάνει να αναρωτηθούμε τι είναι λογοτεχνία με τρόπους που δεν φανταζόμασταν δυνατούς».

 

 

Κωστής Παπαγιώργης

«Ο εαυτός»

(Εισαγωγή: Θανάσης Χατζόπουλος)

Εκδόσεις «Καστανιώτης»

Αθήνα 2017, σελ. 162

 

Τρία χρόνια μετά το θάνατό του κυκλοφόρησε το παρόν κείμενο του Κωστή Παπαγιώργη που ξεκίνησε να το γράφει το 2010 αλλά δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει. Στην παρούσα έκδοση βρίσκουμε ακόμη δύο πρωτόλεια κείμενα της δεκαετίας του ’70 με θέμα άλλοτε άμεσα, άλλοτε έμμεσα τον εαυτό, δύο πρώιμα σχεδιάσματα του παρόντος μελετήματος, μια γραμματολογικής έμπνευσης πραγμάτευση του δίπολου «εγώ-εσύ» και ένα εισαγωγικό κείμενο του Θανάση Χατζόπουλου με τον τίτλο «Ο φιλέταιρος, για τον Κωστή Παπαγιώργη».

Να ένα μικρό απόσπασμα από τον «Εαυτό»: «Ουσιαστικά δεν έχουμε καμιά δυνατότητα να αλλάξουμε στο παραμικρό το σώμα μας. Το αποδεχόμαστε όπως είναι, όσο κι αν οι εγχειρήσεις, οι παρεμβάσεις των αισθητικών, οι ατυχίες της ζωής ενδέχεται να αφήσουν ανεξάλειπτα ίχνη. Ισχύει, με άλλα λόγια, ένα αόρατο συμβόλαιο ανάμεσα στη συνείδησή μας και τη σαρκική ύπαρξη που αποδεικνύεται μοίρα, ιδιωτικό πεπρωμένο και γρίφος αμετάθετος. Άλλωστε πρόκειται για ένα περικαλλές συγκρότημα που ταχέως μπολιάζει τον ψυχισμό, συνταυτίζεται μαζί του καταλήγοντας άθροισμα άνευ προσθέσεως. Πάσα ψυχική κατάσταση ενδοπροβάλλεται στη σωματικότητα με τα γνωστά επαμφοτερίζοντα συμπτώματα. Ο νέος που εμφανίζεται στην ομήγυρη έχει ερυθροφοβία, γίνεται παντζάρι από την αμηχανία του, τρέμει σχεδόν αποφεύγοντας να κοιτάξει τους παρισταμένους.

 

 

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018 17:21

Τα βιβλία παίζει

Θάνος Παπαδόπουλος

«Ποιοι και πώς μας οδήγησαν στη χρεοκοπία. Ιστορία της μεταπολίτευσης»

Εκδόσεις «Gutenberg»

Αθήνα 2017, σελ. 238

 

Ο Θάνος Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1939 στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Μαθητής προσχώρησε στην ΕΔΑ, το 1965 μπήκε στο παράνομο ΚΚΕ, μόλις 28 ετών εξορίστηκε σε Γυάρο, Λέρο και Ωρωπό. Έχει περάσει από δύο δίκες προδικτατορικά και μία στη δικτατορία. Απόφοιτος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής και φοιτητής της Νομικής, διετέλεσε αρχισυντάκτης στην εφημερίδα Αυγή, διευθυντής στον ΕΡΑ4, αρθρογράφος στην εφημερίδα «Τα Νέα», μεταφραστής βιβλίων του Γκράμσι. Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε ένα βιβλίο, στο οποίο ακτινογραφεί τη μεταπολίτευση, την κρίση, τη χρεοκοπία. Διαβάζουμε στον πρόλογο: «Η κρίση έφερε τα μνημόνια και όχι τα μνημόνια την κρίση. Η Ελλάδα σπατάλησε γύρω στα 800 δισεκατομμύρια ευρώ ξένα χρήματα μέσα σε 40 χρόνια - περίπου 350 δισεκατομμύρια ευρώ δωρεάν παροχές από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλα 430 δισεκατομμύρια ευρώ από δανεικά.
Πού πήγαν αυτά τα χρήματα; Στη δημιουργία κομματικών στρατών, στο κράτος και στην κοινωνία. Το σύνολο των υπαλλήλων που πλήρωνε το Δημόσιο το 1980 δεν ξεπερνούσε τις 400.000 μισθωτών. Το 2009 αυτός ο αριθμός ξεπέρασε τους 1.135.000 μισθωτούς. Επιπλέον, το κράτος χρηματοδότησε με νόμιμες και παράνομες χορηγήσεις αγρότες, εμπόρους, εργολάβους, γιατρούς, δικηγόρους, μηχανικούς, βιομηχάνους, εφοπλιστές και νέα τζάκια, φαρμακοποιούς, εκτελωνιστές, άγαμες θυγατέρες, πρόωρες συντάξεις στα 15, 20 και 25 χρόνια, τυφλούς τερματοφύλακες, εγκύους (!) παπάδες και γυναίκες που γεννούσαν κάθε δύο ή τρεις μήνες: Με δανεικά».

 

 

 

Phillip Barlag

«Ιούλιος Καίσαρας. Η τέχνη της ηγεσίας. Σύγχρονα διδάγματα από τον άνθρωπο που έχτισε μια αυτοκρατορία»

(Μετάφραση: Χρήστος Μπαρουξής)

Εκδόσεις «Διόπτρα»

Αθήνα 2017, σελ. 173

 

Ο Ιούλιος Καίσαρας είναι ένας από τους πιο συναρπαστικούς ηγέτες του παρελθόντος που μπορούμε να μελετήσουμε. Η προσέγγισή του παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη και αποτελεσματική ακόμη και στις μέρες μας.
Η Ιστορία είναι γεμάτη με ηγέτες που ήταν εντελώς αποκομμένοι από τον λαό και επιδίωκαν με κάθε κόστος τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Όμως, ο Καίσαρας, ξεκινώντας από χαμηλά, απέδειξε με τα λόγια και τις πράξεις του ότι δεν θεώρησε ποτέ τον εαυτό του ανώτερο από τον μέσο Ρωμαίο πολίτη. Και είχε μια εκπληκτική ικανότητα να κερδίζει την αφοσίωση των άλλων, να μετατρέπει τους εχθρούς σε συμμάχους και τους συμμάχους σε πιστούς ακολούθους.
Ο συγγραφέας Phillip Barlag, γενικός διευθυντής της εταιρείας Word 50, χρησιμοποιεί δραματικά και γλαφυρά περιστατικά από τη ζωή του Καίσαρα -όρμησε μόνος του ενάντια σε ολόκληρο στρατό, και έδωσε χάρη σε άτομα που γνώριζε ότι ήθελαν να τον σκοτώσουν- για να μας δείξει πόσα μπορεί να διδάξει ο Καίσαρας στους σύγχρονους ηγέτες.
Κεντρικό ρόλο στο επιχείρημα του Barlag κατέχει η διάκριση μεταξύ ισχύος και εξαναγκασμού. Ο Καίσαρας απέφευγε να χρησιμοποιεί ωμή βία γιατί κατανοούσε ότι ο φόβος δεν γεννούσε ποτέ πραγματική αφοσίωση. Αντίθετα χρησιμοποιούσε την προσωπική του ισχύ που πήγαζε από την αξιοπιστία του και όσοι τον ακολουθούσαν το έκαναν με τη θέλησή τους και όχι επειδή εξαναγκάστηκαν. Δύο χιλιάδες και πλέον χρόνια μετά τον θάνατο του Καίσαρα, αυτό παραμένει το είδος της αφοσίωσης που οφείλει να εμπνέει κάθε ηγέτης.

 

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017 10:32

Τα βιβλία παίζει

Δημήτρης Φύσσας

«Μουσείο Λαογραφίας (Επιστολική Νουβέλα)»

Εκδόσεις «Εστία»

Αθήνα 2017, σελ. 97

 

«Τον Αύγουστο του 2015 ο τριανταπεντάχρονος (πρώην διάσημος) ζωγράφος Λέων, έχοντας στην τσέπη του μια γερή προκαταβολή για τον υπερμεγέθη πίνακα "Ο μυστικός δείπνος του κοινοτισμού", εγκαταλείπει μια μεγάλη ελληνική πόλη και μια γυναίκα ονόματι Μάρθα και αποσύρεται σ’ ένα άκρως πρωτόγονο χωριό της Πίνδου, όπου ετοιμάζει τις σπουδές για τα πρόσωπα του πίνακα της παραγγελίας: είκοσι τρεις ήρωες της διαχρονικής, παγκόσμιας Αριστεράς. Ο πίνακας, όταν ολοκληρωθεί, θα εκτεθεί για την επέτειο των 100 χρόνων της "Οκτωβριανής Επανάστασης".
Από το χωριό αυτό στέλνει στη Μάρθα γράμματα που αναφέρονται στην κρίση της σχέσης τους, στις σπουδές που ζωγραφίζει, στο τζόγκινγκ και στην ειδυλλιακή ζωή του βουνίσιου χώρου - μέχρι που, αργά αργά, συνειδητοποιεί ότι κάτι δεν πάει καλά με τις γυναίκες στο χωριό.
Η νουβέλα σχολιάζει υπαινικτικά πολλά θέματα ταυτόχρονα, μεταξύ των οποίων ο φεμινισμός, η αριστερή ουτοπία, η αγνή ελληνική επαρχία, η θρησκευτική νεύρωση και η αντρική ψυχολογία. Για την επαρκέστερη παρακολούθησή της συνιστάται η παράλληλη θέαση του πίνακα "Μυστικός Δείπνος" του Λεονάρντο ντα Βίντσι».

Τα παραπάνω από το οπισθόφυλλο του βιβλίου μάς δίνουν το περιεχόμενο της νουβέλας του Δημήτρη Φύσσα, ο οποίος έχει στο ενεργητικό του μερικά πολύ αξιόλογα βιβλία, όπως: «Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου», «Ο κηπουρός και ο καιροσκόπος», «Αγύριστο κεφάλι», κ.ά.

 

 

Σωτήρης Δημητρίου

«Θάμπωσε ο νου» (διηγήματα)

Εκδόσεις «Πατάκη»

Αθήνα 2017, σελ. 125

 

«Τα κομμάτια και τα κείμενα του Δημητρίου δεν αποτελούν διηγήματα με την έννοια που γνωρίζουμε (και ας μην ταραχθεί κάποιος, θετικά θα καταλήξουμε για τη δουλειά του), το αντίθετο, είναι γεννήματα που μόνο ο ίδιος και κανείς μα κανείς άλλος συγγραφέας δεν μπορεί να παραγάγει. Το μοναδικό αυτό φαινόμενο που λέγεται Δημητρίου γράφει κάτι ανάμεσα σε ποίηση, σε πρόζα και σε εφημεριδιακού τύπου αναφορά, μπερδεύει αυτά τα είδη του λόγου δημιουργικά, είναι μινιμαλιστής, είναι περιεκτικός, είναι συνοπτικός, εν κατακλείδι μπορεί να συμπυκνώσει ένα τεράστιο θέμα σε τέσσερις σελίδες χωρίς να αναλυθεί τίποτα, μόνο μια αράδα, μια πρόταση λένε όσα ολόκληρες παράγραφοι. Αυτή η εκδοχή που συζητάμε αποδεικνύει πως υπήρξε μέγιστο ταλέντο, γνήσιο, αυτόματο, καθολικό, που όμως δεν έμεινε εκεί αλλά προχώρησε τόσο, ώστε όλοι να αναγνωρίζουν την τεράστια αξία του (ακόμη και για τα θέματά του τα σκωπτικά που τροφοδοτούν το έργο του, τα οποία όντας αρκετά δίνουν άλλο χρωματισμό στο σύνολό του), μια αξία όντως αδιαμφισβήτητη και για την επιλογή των ιστοριών αλλά -κυρίως- για την εκφορά τους. Άρα, χωρίς να έχουμε στα χέρια μας διηγήματα με την κλασική έννοια του όρου, γινόμαστε συμμέτοχοι μιας λογοτεχνίας, η οποία έχει κατακτήσει τις εσωτερικές αλλά και τις εξωτερικές συνιστώσες μιας βίωσης όντως οριακής, μιας ζωής που θέλει λίγα από τα πολλά και πάρα πολλά από τα λίγα».

Τα παραπάνω είναι από την παρουσίαση του Χρίστου Παπαγεωργίου στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Διάστιχο» για το νέο βιβλίου του εξαιρετικού Σωτήρη Δημητρίου.

 

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017 18:20

Τα βιβλία παίζει

Suphi Varim

«Έγκλημα στη Σμύρνη»

(Μετάφραση: Βασίλης Δανέλλης)

Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια»

Αθήνα 2017, σελ. 184

 

Ο Suphi Varim γεννήθηκε στη Σμύρνη, όπου και ζει. Το παρόν βιβλίο έχει βραβευτεί στην Τουρκία με το Βραβείο Καλύτερου Αστυνομικού Μυθιστορήματος 2014 του περιοδικού «Dunya Kitap». Δυο λόγια για την υπόθεση:

Σμύρνη, αρχές 20ού αιώνα. Ο Σωκράτης Ελισαίος είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ. Η δουλειά του είναι να ξετρυπώνει κακοπληρωτές και πλαστογράφους για λογαριασμό λεβαντίνων και ελλήνων έμπορων. Η φιλία του με τον επιθεωρητή Τζεβντέτ Σαμί τού εξασφαλίζει πληροφορίες, κι εκείνος για αντάλλαγμα βοηθάει την αστυνομία στις υποθέσεις της. Τίποτα πολύ δύσκολο, ποτέ ανθρωποκτονία. Αυτή τη φορά όμως, ο Ελισαίος θα βρεθεί μπροστά σε δύο πτώματα. Η έρευνά του θα τον οδηγήσει στα δρομάκια του Τουρκομαχαλά, της Αρμενοσυνοικίας και της εβραϊκής συνοικίας, στις αριστοκρατικές συνοικίες των Ελλήνων, στα αρχοντικά των Λεβαντίνων στα περίχωρα του Μπουρνόβα και του Μπουτζά, και φυσικά στην Προκυμαία και τα καπηλειά του λιμανιού.
Ο Σουπχί Βαρίμ ζωντανεύει τη Σμύρνη στα χρόνια της ακμής της, λίγο πριν την Καταστροφή, όπου οι κάτοικοί της απολαμβάνουν την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα και την πολυπολιτισμικότητά της. Στις σελίδες του βιβλίου, ο αναγνώστης θα συναντήσει ιστορικά κτίρια και τοπωνύμια της πόλης που σήμερα έχουν χαθεί, όπως το Γραικικό Νοσοκομείο, τα πολυτελή ξενοδοχεία Κράμερ και Ελπινίκη, το θέατρο Pathe, τις γειτονιές, τα σχολεία και τις εκκλησίες των Ελλήνων, των Φράγκων και των Αρμενίων.

 

 

  1. M. J. Arlidge

«Φτου και βγαίνω»

(Μετάφραση: Σοφία Τάπα)

Εκδόσεις «Διόπτρα»

Αθήνα 2017, σελ. 455

 

Ο M. J. Arlidge εργάζεται τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στην τηλεόραση και ειδικεύεται στην παραγωγή ποιοτικών αστυνομικών σειρών και βιβλίων. H best seller σειρά βιβλίων με πρωταγωνίστρια την Έλεν Γκρέις συνεχίζεται με το έκτο βιβλίο.

Όλη τη ζωή της, η μυστικοπαθής επιθεωρήτρια κρύβεται πίσω από το αστυνομικό σήμα, πίσω από τη φήμη της. Μέχρι τη στιγμή που βρίσκεται κρατούμενη μαζί με γυναίκες δολοφόνους που είχε συλλάβει…
Στη φυλακή του Χολογουέι τα βράδια είναι ατελείωτα και ο κίνδυνος ελλοχεύει στους σκοτεινούς διαδρόμους. Οι άλλες κρατούμενες τη μισούν και οι δεσμοφύλακες την ταπεινώνουν. Η Έλεν πρέπει να αντιμετωπίσει ολομόναχη τον εφιάλτη που ζει, να διώξει τα τρωκτικά της νύχτας. Άγριοι ψίθυροι καταδιώκουν τον νου της. Δεν έχει πού να τρέξει… Πού να κρυφτεί… Ώσπου το ακρωτηριασμένο πτώμα της Λία Σμιθ, κατάχλωμο και κέρινο, κείτεται μέσα στο κλειδωμένο κελί. Το σώμα της άκαμπτο, χωρίς σταγόνα αίμα. Φαίνεται ήρεμη και γαλήνια, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ραμμένο με γαλάζιο νήμα· το ίδιο νήμα που έχουν ράψει και τα σφιγμένα βλέφαρα πάνω στο κακοποιημένο πρόσωπό της.
Η Έλεν φοβάται ότι το τέλος της πλησιάζει. Ένας παρανοϊκός δολοφόνος παγώνει το αίμα των φυλακισμένων. Πρέπει να τον βρει προτού γίνει η ίδια το επόμενο θύμα…

 

Σελίδα 10 από 15
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top