FOLLOW US
Μιχάλης Παπαδημητρίου

Μιχάλης Παπαδημητρίου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018 13:21

Δημοψηφίσματα

Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. «Ψήφος» κυριολεκτικά είναι μια πετρούλα λειανθείσα, το βότσαλο (εξ ου και ψηφιδωτό) και συνεκδοχικά το μέσον αλλά και το αποτέλεσμα της εκλογής. (Να σημειωθεί εδώ ότι οι αρχαίοι Αθηναίοι κάποια στιγμή λανσάρισαν τα κουκιά ως κλήρους, εξ ου και μέχρι σήμερα οι σχετικές αναφορές «δεν βγαίνουν τα κουκιά» και τα τοιαύτα). 

Το παράγωγο «ψήφισμα» είναι η απόφαση, το θέσπισμα, και στη συνέχεια, το «δημοψήφισμα» -που είναι μεταγενέστερο και δεν υπήρχε στην αρχαία γλώσσα- είναι «η λαϊκή ψήφος για σπουδαίο ζήτημα που θέτει η Κυβέρνηση».

Από αυτά εδώ τα άρθρα έχει υποστηριχθεί εδώ και πολλά χρόνια η άποψη ότι πρέπει σε κάποια προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος να περιορισθούν, να αποσαφηνισθούν ακόμα δε και να απαλειφθεί η δυνατότητα διενέργειας δημοψηφισμάτων, και η ιστορία και η εξέλιξη του θέματος έχει δικαιώσει πλήρως αυτή την άποψη.

Ας δούμε όμως τι λέει το Σύνταγμα:

Στο άρθρο 44 παράγραφος 2 αναφέρει ότι μπορούν να προκηρυχθούν δημοψηφίσματα για κρίσιμα εθνικά θέματα. Είναι μια διάταξη που δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί.

Ποιος μπορεί να εξηγήσει τι είναι κρίσιμο εθνικό θέμα; Και να προσδιορίσει μάλιστα και τον βαθμό της κρισιμότητας;

Θα λέγαμε ότι ένα δημοψήφισμα θα μπορούσε να βρει ισχύ και να έχει εφαρμογή επί μειζόνων «ηθικών» θεμάτων, όπως είναι οι αμβλώσεις, η ευθανασία και τα τοιαύτα, όχι όμως και επί εθνικών θεμάτων, τα οποία έχει αναλάβει στο μέτρο του χρόνου να διεκπεραιώσει η υφισταμένη και εκλεγείσα κυβέρνηση όπως αυτά ανακύπτουν, και αυτού του πολέμου συμπεριλαμβανομένου.

Αλλιώς το δημοψήφισμα λειτουργεί σαν δόλια υπεκφυγή ή σαν ένα κακό άλλοθι για μια κυβέρνηση που θέλει να αποσείσει από πάνω της τις ευθύνες.

Στη συνέχεια η παράγραφος αναφέρει ότι μπορεί να προκηρυχθεί δημοψήφισμα και για ψηφισμένα (!) νομοσχέδια επί σοβαρών κοινωνικών (;) ζητημάτων, μια διάταξη φλου που θα πρέπει κι αυτή να απαλειφθεί.

Το ωραίο (που το είδαμε να προξενεί ζητήματα) είναι ότι δεν αναφέρει πουθενά το Σύνταγμα, αυτός ο ασαφής, προχειρογραμμένος και διάτρητος υπερ-νομοθετικός χάρτης της χώρας, εάν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεσμεύει την κυβέρνηση και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας ή είναι πράγματι απλώς μια λαιμητόμος ή ακόμα χειρότερα ένα εφαλτήριο... κυβιστήσεων.

Όντως η πρόσφατη ιστορία με τα τρία δημοψηφίσματα στην Αγγλία, στη Βαρκελώνη και στη Γαλλία το 2005 για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, αλλά κυρίως τα δύο σε Ελλάδα (2015) και Σκόπια (2018) απέδειξαν ότι τα δημοψηφίσματα είναι διακοσμητικά στοιχεία και εργαλεία πολιτικών εντυπώσεων, αφού οι άρχοντες δεν έχουν σκοπό να σεβαστούν και να τηρήσουν τη λαϊκή ετυμηγορία.

Υπάρχουν δυστυχώς σε κάθε σοβαρή περίπτωση προαποφασισμένα κυβερνητικά σχέδια δράσης που δεν μπορεί να τα διασαλεύσει ούτε η λαϊκή οργή.

Οι σημερινές δημοκρατίες είναι μεταλλαγμένες, είναι κουφές, είναι τηλεκατευθυνόμενες, είναι τρόπον τινά πολιτικές συμμορίες, που αφού δεν έχουν σκοπό να αφουγκράζονται τη λαϊκή θέληση (δηλαδή τον μεγάλο εντολέα τους) θα ήταν κατ’ ελάχιστον έντιμο να καταργήσουν και το θεσμό του δημοψηφίσματος από τα Συντάγματα.

Τρίτη, 06 Νοεμβρίου 2018 17:10

Οι αιτίες των πραγμάτων

Το αστυνομικό δελτίο κάθε μέρα ξεχειλίζει από εγκλήματα παντός τύπου, γεγονός που προκαλεί ατέρμονες και ατελέσφορες συζητήσεις περί του τι δέον γενέσθαι.

Όλοι ανεξαιρέτως ζητούν μεγαλύτερη και εντατικότερη αστυνόμευση για όλα αυτά τα παραβατικά συμπτώματα μιας ελληνικής κοινωνίας που βράζει και βρίσκεται σε αποσύνθεση.

Ωστόσο έκπληξη πρώτου μεγέθους αποτελεί το γεγονός ότι κανείς δεν ψάχνει να βρει (και να θεραπεύσει) τις πραγματικές αιτίες του φαινομένου που ασφαλώς και δεν είναι η πλημμελής αστυνόμευση, αλλά η φτώχεια, η ανεργία των νέων, η έλλειψη προοπτικής και η χαλάρωση των θεμελιακών θεσμών, όπως είναι το σχολείο, η θρησκεία και η οικογένεια.

Κατά τη λογική αυτών των «ειδημόνων» κάθε Έλληνας των 300 ευρώ μισθού ή σύνταξης θα πρέπει εκτός των άλλων (υγεία, εκπαίδευση, κανόνια κλπ) να πληρώνει και δυο αστυνομικούς να τον φυλάνε!

Ένα άλλο φαινόμενο που ταλανίζει τη ζωή μας και τη γεμίζει αιθαλομίχλη και ρύπους και προξενεί ακραία φαινόμενα είναι η ενεργειακή πολιτική στο σύνολό της. Κανείς δεν αντιδρά λ.χ. έμπρακτα στη πετρελαϊκή πολιτική της κυβέρνησης που συνεχίζει να είναι άτολμη, κοντόθωρη και φορομπηχτική. 80 λεπτά στα 120 του λίτρου του πετρελαίου θέρμανσης είναι «ειδικός φόρος κατανάλωσης»! Πρόκειται μάλλον για πολιτική μαστροπεία -για ένα αγαθό τόσο ευρείας κατανάλωσης και τόσο ανελαστικής ζήτησης- παρά για μια καλώς εννοούμενη φορολογία.

Εγκληματικό, όπως εγκληματική και η πολιτική περί μη αξιοποίησης των ήπιων μορφών ενέργειας που έχει επιδαψιλεύσει η φύση στη χώρα μας. Μέχρι πότε όμως θα μας περιμένει ο αέρας και θα μας ανέχεται ο ήλιος;

Ένα άλλο εφιαλτικό σενάριο που υφαίνεται τον τελευταίο καιρό είναι η πρόβλεψη ότι καταρρέουν οι ελληνικές τράπεζες. Θα χρειαστούν πάλι (για τρίτη φορά) ένα ακριβό και πολύπλοκο συνδυασμό «φαρμακευτικής» αγωγής, που όμως όλοι οι ειδικοί προεξοφλούν ότι δεν πρόκειται να θεραπεύσει την τραπεζική νόσο. Ζούμε εξωφρενικά πράγματα κι έναν απαίσιο φαύλο κύκλο: μια πεθαμένη οικονομία θα χρειαστεί να στηρίξει αυτούς που πρέπει να τη στηρίξουνε!

Τα ίδια και με το καχεκτικό κυανόλευκο χρηματιστήριο.

Όλα αυτά είναι συμπτώματα μιας εθνικής νόσου. Οι πραγματικές της αιτίες είναι οι αβάσταχτοι φόροι, η γραφειοκρατία, η παντελής έλλειψη ελέγχου της κεφαλαιαγοράς και των ελεγκτικών θεσμών (όπως αποκάλυψε η περίπτωση της Folli-Follie) και πρωτίστως η ιδεοληπτική κρατική αντίληψη για το ρόλο του κράτους και τη φυσιογνωμία της ανάπτυξης.

Αυτές είναι οι πραγματικές αιτίες. Όλα τα άλλα που βλέπουμε (αποεπένδυση, φορολογικά χρέη, υψηλά επιτόκια δανεισμού, τραπεζική ασφυξία κ.α.) είναι απλώς επακόλουθα συμπτώματα.

Και φυσικά φωτογραφίζεται ο πυρήνας όλης της αιτίας που είναι η επάρκεια και το ανάστημα των πολιτικών μας, πολιτικών που καυχώνται στα κανάλια ότι επιχειρούν να σώσουν μια θαλασσοδαρμένη χώρα, ενώ ο λαός της γνωρίζει ότι με δική τους ευθύνη καταποντίζεται.

«Ευτυχισμένος όποιος μπορεί να βρίσκει τις αιτίες των πραγμάτων» είχε πει πολύ σοφά ο άριστος των Ρωμαίων επικών Πόπλιος Βιργίλιος (70-19 π.Χ.), που προσπάθησε να σφυρηλατήσει το εθνικό φρόνημα των Ρωμαίων γράφοντας την «Αινειάδα», ένα έπος πάνω στα χνάρια των δύο ομηρικών επών.

Ήταν μάλιστα αυτός που υποστήριξε ότι οι ηττηθέντες Τρώες με πίστη και σκληρή δουλειά έχτισαν μια ισχυρή Ρώμη, ενώ οι νικητές Έλληνες, με την επιπολαιότητα και την άκρατη φιλονικία, έμειναν με ένα άδειο πουκάμισο και μια Ελένη…

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018 13:40

Αλαμπουρνέζικα

Το άρθρο θέλει να επισημάνει για άλλη μια φορά λάθη της γλώσσας. Όχι διπλές γραφές, όπως για παράδειγμα το αυγό, το πιρούνι, την εταιρία και τα τοιαύτα, κι ακόμα εκείνο το ταλαιπωρημένο «κτίριο» (εκ του κτίζω) που βαλθήκαμε τελευταία να το στολίζουμε και με «η» (εκ του «ευκτήριον», λέει, ή του «κατοικητήριον»), αλλά λάθη-βαρβαρισμούς και κυρίως στον προφορικό λόγο.

Λυσάξαμε επί χρόνια να εξοβελίσουμε την αρχαία γλώσσα και την καθαρεύουσα -με δυο λόγια τη λόγια γλώσσα- και τώρα που ευτυχώς έχουμε καλλιεργήσει σε ικανοποιητικό βαθμό μια κοινή δημοτική, ξεθάβουμε παλιά σχήματα και ουρανοκατέβατες λέξεις για να τη στολίσουμε και να δείξουμε και την ευρυμάθειά μας (γράφε ημιμάθεια).

Πρωταγωνιστές σ’ αυτή τη δραστηριότητα είναι κυρίως τα μέσα της ενημέρωσης, εκφωνητές, σχολιαστές, διαφημιστές κ.α. Και λέμε «και άλλοι» γιατί ακούστηκε αιρετός της αυτοδιοίκησης προχθές να λέει «η δομή της Μόρια».

Αυτή η αφελληνιστική κατήχηση στη γλωσσική ακλισία αρχίζει εξ απαλών ονύχων. Όλα τα παιδάκια σήμερα που λατρεύουν την Πέπα το γουρουνάκι κι ακούνε τον εκφωνητή να αναγγέλει «το σπίτι της Πέππα» θα εμπεδώσουν από μικρά ότι η Πέπα θέλει δύο «π», και ότι η γενική είναι πλέον μια αχρείαστη πτώση.

Έλεγε τις προάλλες διαφημιστής στην τηλεόραση κάποιου σκευάσματος, από αυτά που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα και λοιδορούν την περίθαλψη, ότι «προλαμβάνει κρίσεις... άσματος». Δεν εννοεί βέβαια την κρίση της τραγουδοποιίας (που κι αυτή υφίσταται) αλλά τις κρίσεις του άσθματος, το οποίο η αγγλική γλώσσα το προφέρει «άσμα».

Δεν υπάρχει Έλληνας σήμερα που να βάζει και στον προφορικό και στο γραπτό λόγο το «πλέον» στη σωστή του θέση, που όπως και το αρχαίο «γαρ» για λόγους καλλιέπειας δεν έμπαινε ποτέ στην αρχή της πρότασης. Κάτι είχε πει ο Καβάφης για τους βαρβάρους, μη μαντεύοντας ότι θα ‘ρθει εποχή που θα γίνουμε όλοι βάρβαροι τουλάχιστο γλωσσικά.

Συνεχίζουμε να λέμε «εν μία νυκτί» μπασταρδεύοντας την αρχαία γλώσσα και ακκιζόμενοι ότι ξέρουμε πολλά παραπάνω από το «σε μια νύχτα».

Άκουσα χθες ότι «γίνονται επισταμένοι έλεγχοι». Εδώ η γενική, η οποία τίθεται γενικά εκποδών, τρώει την ονομαστική.

Γιατροί και γυμναστές συνεχίζουν να λένε «οι μυς». Η ορθή ονομαστική «μύες» τους φαίνεται απλοποιημένη και ανυπόληπτη, και ούτε που φαντάζονται ότι μπορούν άνετα, και προπαντός ορθά γραμματικώς, να χρησιμοποιούν το «μύες» και για την ονομαστική και για την αιτιατική.

Η ορθή εκφορά της γλώσσας, εκτός από κανόνες, χρειάζεται και γνώσεις (ιστορίας, γεωγραφίας κλπ.). Η κοπέλα που πρόφερε τη διεύθυνση «Καραολή Δημητρίου» θεώρησε προφανώς ότι το Δημήτριος είναι το μικρό όνομα του Καραολή, χωρίς να ξέρει ότι ήταν δύο οι Κύπριοι εθνομάρτυρες: ο Καραολής και ο Δημητρίου.

Μου έχει πάρει τ’ αυτιά μια μακροσκελέστατη διαφήμιση με το βαρβαρικό «Αρχιερέου (!) Κυρίλλου». Πρόκειται για μια διεύθυνση στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, όπως και μια άλλη «οδός Ροϊκου» (!) Η εκφωνήτρια προφανώς πρόφερε διαλυτικά χωρίς να τα δει γραμμένα, σίγουρα όμως δεν θα άκουσε ποτέ για τον μέγιστο και πρωτοπόρο αρχιτέκτονα και ανδριαντοποιό Σάμιο Ροίκο, που πρώτος έκανε χυτά χάλκινα αγάλματα και που μαζί με το γιο του Θεόδωρο έχτισαν το Αρτεμίσιο της Εφέσου και τον τρίτο ναό του Ηραίου της Σάμου.

Εκεί όμως που η γραμματική επιστήμη σηκώνει ψηλά τα χέρια είναι η προειδοποίηση που εμφανίζεται σ’ όλα τα τηλεοπτικά κανάλια πριν από διαφημίσεις και λέει σε... άπταιστα ελληνικά: «Η εκπομπή περιέχει (!) τοποθέτηση (!!!) προϊόντος».

Για κάποιους δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα μιας και η γλώσσα διαμορφώνεται (προς τα κάτω) κάθε μέρα, ωστόσο μπορεί κάποια μέρα από την πάλαι ποτέ γλώσσα των θεών να μιλάμε σχεδόν αλαμπουρνέζικα, μια παρωδία ακαταλαβίστικης γλώσσας που έχουν «σκοτωθεί» οι γλωσσολόγοι να ανακαλύψουν το πώς παρήχθη (από ιταλική λέξη, απ’ το Λιβόρνο, από μια φυλή της υποσαχάριας Αφρικής ...).

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018 12:13

Σχολή και Σχολείο

Από το θέμα του ρήματος έχω (προφανώς με την έννοια του κατέχω) «σεχ» και μάλιστα από τον συγκεκομμένο τύπο «σχ» οι Έλληνες έπλασαν δύο λέξεις που αποκρυπτογράφησαν και υπηρέτησαν όσο καμιά άλλη τον πολιτισμό: τη σχολή και το σχολείο.

Με τη «σχολή» περιέγραψαν την ευκαιρία, την ανάπαυση και ό, τι καλό και ωφέλιμο μπορεί να παραγάγει και μ’ αυτό να ασχοληθεί ο άνθρωπος αυτές τις ώρες της αργίας.

Αυτομάτως λοιπόν διαχωρίζονται οι ανθρώπινες ασχολίες σε «βάναυσες» και υποχρεωτικές για την κερδοφορία του ζην από τη μια, και τις άυλες και πνευματοκαλλιτεχνικές από την άλλη, που προσδιορίζουν τον «πολιτισμό», αυτή την έννοια που δεν την είχαν ορίσει και οριοθετήσει οι αρχαίοι και που μόλις τον 18ο αιώνα από τους Γάλλους και τον γαλλοτραφή Κοραή διατυπώθηκε.

Άρα για τους Έλληνες η εργασία είναι αναγκαστική ρουτίνα (και δεν είναι παράξενο που στη σύγχρονη γλώσσα αποδίδεται κυρίως με το ρήμα «δουλεύω» που σημαίνει υπηρετώ ως υπόδουλος και υποταγμένος), ενώ η σχολή φιλοξενεί ό, τι ωραίο, ό, τι ψυχαγωγικό και ό, τι εποικοδομητικό της ανθρώπινης γνώσης και δραστηριότητας.

Το σχολείο (εκ της σχολής) είναι το εκκολαπτήριο των ιδεών και των δεξιοτήτων. Είναι ο ευχάριστος και ψυχεγερτικός χώρος που μας εφοδιάζει με ικανότητες και ήθη για να μπορέσουμε να επιδοθούμε στο ακριβώς αντίθετο της σχολής, που είναι η α-σχολία.

Τα ανώτερα εκπαιδευτήρια τα ονομάσαμε από τα πανάρχαια χρόνια σχολές.

Σχολάζω επίσης σημαίνει και σταματώ την εργασία μου συνήθως προσωρινά και σε ημερήσια βάση.

Επίσης το χρησιμοποιούμε ακόμα για να δηλώσουμε τη λήξη μιας κοινωνικής ή θρησκευτικής λειτουργίας ή του σχολείου. Λέμε δηλαδή το οξύμωρο: «σχόλασε το σχολείο».

Μεταγενέστερα, και ανεβάζοντας τον τόνο στην παραλήγουσα προφανώς για να μην υπάρχει εννοιολογική σύγχυση, πλάστηκε η λέξη «σχόλη» και στη δημοτική «σκόλη» που σημαίνει την ημέρα της εορταστικής ανάπαυσης.

Η σχολή λοιπόν ασχολείται με όλες τις σπουδαίες και υψιπετείς ανθρώπινες δραστηριότητες. Μέμε «σπουδαίες» και πέφτουμε ξανά πάνω σε έναν καίριο παιδαγωγικό όρο, τον όρο «σπουδή» που είναι η βιασύνη, ο ζήλος, η προσπάθεια, η επιμέλεια και όλα αυτά μαζί.

Ευνόητο είναι ότι η σχολή για να καρπίσει σοβαρό και ωφέλιμο έργο χρειάζεται σπουδή και όχι αεργία και οκνηρία, και εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα μεγάλο κουμπί της παιδαγωγικής, να μας μάθει παιδιόθεν τα καλά έργα και τη σωστή διαχείριση του χρόνου. Και λέμε χρόνου, γιατί ο χρόνος είναι απαραίτητος για την εκπαίδευση. Ο Φιλόξενος ο Μουσικός (μέγας διθυραμβοποιός από τα Κύθηρα, πρώην δούλος) όταν ρωτήθηκε «τι μάλιστα συνεργεί παιδεία;» απάντησε «χρόνος».

Ο μεγάλος Λατίνος στωικός Σενέκας στην πραγματεία του «περί συντομίας της ζωής» («De brevitate vitae») μας επισημαίνει, θα έλεγα με άγχος, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ρυθμίσει επ’ ωφελεία το χρόνο της ζωής του, γι’ αυτό και βρίσκεται ανικανοποίητος και απροετοίμαστος την ώρα του θανάτου. Γινόμαστε, λέει, απερίσκεπτοι και σπάταλοι με το μόνο πράγμα που θα ‘πρεπε να είμαστε απολύτως τσιγκούνηδες: τον χρόνο.

Η σχολή λοιπόν και το σχολείο είναι δυο έννοιες που «συμβολίζουν» τον πολιτισμό, και μιας και παίξαμε σήμερα αρκετά με τις λέξεις, ας τελειώσουμε με το «σύμβολο»: αυτό υπήρξε κατά καιρούς σύνθημα, διακριτικό φιλοξενίας, αποδεικτικό δικαστικής παράστασης ή εμπορικής συνθήκης μεταξύ πόλεων, εισιτήριο αρχαίου θεάτρου, «μάρκα» συμποσιαζομένου και πολλά άλλα, αλλά η αρχική του προέλευση ήταν «αποκοπέν μισό αστραγάλου ή νομίσματος το οποίο έφερε κάποιος μαζί του προς αναγνώριση από κάποιον άλλον που κατείχε το άλλο μισό»!

Τρίτη, 09 Οκτωβρίου 2018 13:36

Μπουλντόζες

Θεωρώ όλα τα χρόνια που αρθρογραφώ υποχρέωσή μου να ερευνώ και να εκθειάζω το αρχαίο ελληνικό θαύμα.

Οι ειδικοί θεωρούν ότι αυτό το θαύμα συντελέσθηκε και ήταν καρπός κάποιων ευγενών προϋποθέσεων, όπως είναι το ελεύθερο πνεύμα, η άμιλλα, η καλαισθησία και η λειτουργία του γνήσιου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Και όμως δεν είναι μόνο αυτά. Παραλείπουμε, ίσως ένοχα, ένα σπουδαίο παράγοντα, κι αυτός δεν είναι άλλος από την παιδεία.

Την παιδεία σαν σύστημα, αλλά κυρίως την παιδαγωγική επάρκεια και το υψηλό ήθος των διδασκάλων.

Δυστυχώς ο φυσικός κληρονόμος αυτού του θαύματος αποδείχθηκε ασυνεπέστατος και ανάξιος διαχειριστής του.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι όλα τα σύγχρονα δεινά που μαστίζουν το ελληνικό κράτος ξεκίνησαν από την «Κλεώνεια» δημοκοπία των «προοδευτικών» δυνάμεων, και από το ξεχαρβάλωμα της παιδείας.

Δεν υπάρχει πουθενά μέτρο, δεν υπάρχει αριστεία, δεν διδάσκεται η φιλοκαλία και η φιλοπονία και προπαντός δεν επικρέμαται κανένας απολύτως έλεγχος και καμία λογοδοσία ούτε των διδασκόντων ούτε των διδασκομένων.

Το καμπανάκι της ποιοτικής υποβάθμισης και του επελθόντος ολέθρου ήχησε ήδη από τη «μακάρια» μεταπολεμική εποχή που το αφιλοσόφητο και ανιστόρητο κράτος έβαλε λανθασμένες προτεραιότητες: επί δεκαετίες έβαζε τους αριστούχους στην ιατρική και το πολυτεχνείο (να φκιάχνουν μηχανές), και τους μαθητές τού ένδεκα στα παιδαγωγικά τμήματα (να φκιάχνους ανθρώπους).

Δεν λέω ότι δεν υπήρξαν -όπως υπάρχουν και σε κάθε επαγγελματικό τομέα- αξιόλογες περιπτώσεις δασκάλων, όμως το γενικό κλίμα ήταν ήδη προδιαγεγραμμένο και μάλιστα από τη ολέθρια στιγμή που καταργήθηκε ο θεσμός του επιθεωρητή. Πρόκειται ίσως για τη μοναδική έμμισθη εργασία χωρίς προϊστάμενο - ελεγκτή.

Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι πριν από κάποιες δεκαετίες δίδασκαν μέσω των τότε «Χρηστομαθειών» τους νέους ότι «αρχή σοφίας φόβος κυρίου» (με την πλατιά έννοια).

Αυτή τη στιγμή κονταροχτυπιούνται πάλι οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας για τα μαθήματα και τα συστήματα της παιδείας, και ουδείς ασχολείται με την ενδοσχολική αγωγή και τα έκτροπα και στις τρεις εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Μας κάνει ύστερα εντύπωση πώς παράγονται τόσοι ανίκανοι, τόσοι κλέφτες, τόσοι εγωιστές, τόσοι άμουσοι και ακαλαίσθητοι, τόσοι ρουφιάνοι, τόσοι βάνδαλοι και βάρβαροι μέσα σε μια κοινωνία Ελλήνων. Είναι δε ιδιαίτερα κρίσιμο ότι από τα σχολικά φυτώρια φυτρώνουν και οι πολιτικοί μας άνδρες, οι οποίοι, όπως επιβεβαιώνεται κάθε μέρα, δεν χαίρουν και άκρας εκτιμήσεως.

Φτάνουν από παντού εξοργιστικές ειδήσεις για τα σχολικά ήθη και την πρέπουσα συμπεριφορά μαθητών και δασκάλων σε αρκετά, αν όχι όλα, τα εκπαιδευτήρια της χώρας.

Νέοι και νέες που προσέρχονται στα λυκειογυμνάσια με αδαμιαία περιβολή, με μάτια, νύχια και μαλλιά βαμμένα σε στιλ αρτίστας της νύχτας, και με το πνεύμα να έχει μετοικήσει στην υπογάστρια χώρα. Οι προηγμένες χώρες που επιβάλλουν ομοιόμορφες στολές είναι, κατά την προοδευτική αντίληψη, απαρχαιωμένων παιδαγωγικών αρχών.

Νέοι και κυρίως νέες να βυθίζονται αυτιστικά στις οθόνες των κινητών και να φουμέρνουν σαν πατηνιώτικες φιγούδες σε αγαστή συνεργασία και ομοθυμία με τους καθηγητές τους.

Ακούστηκε και καθηγητής που μπήκε στη Β΄ Λυκείου και άρχισε ως εξής: «Τώρα είστε μεγάλα παιδιά και ασφαλώς θα ξέρετε ότι δεν υπάρχει θεός ....».

Έχουν διαλυθεί τα πάντα και προσωπικά δεν βλέπω τον τρόπο πώς μπορούν να ξαναχτιστούν (εκτός ίσως από τον οδυνηρό και απευκταίο «πατέρα των πάντων» κατά τον Ηράκλειτο).

Εξάλλου είναι πολύ επώδυνο να βάλεις μπουλντόζες να γκρεμίζεις ανθρώπους...

 

Τρίτη, 02 Οκτωβρίου 2018 12:14

Μελιτζάνα run

«Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό, να κιρντίζω (1) το καπνό ...».

Κάποτε το σεληνιακό φέγγος ήταν δώρο της φύσης και βιολογική ανάγκη. Σήμερα έγινε διαφημισμένος και γλυκανάλατος αισθησιασμός, ιδιαίτερα αυτές οι πανσέληνοι του καλοκαιριού.

Κάποτε η σελήνη ήταν σύντροφος της νυκτερινής εργασίας και των παιδικών παραμυθιών. Σήμερα είναι η πολυτελής πρόφαση του χαβαλέ.

Τα ίδια και με το βάδισμα. Κάποτε ερχόνταν τα παιδιά από τους Μαυρατζαίους στο σχολαρχείο των Μυτιληνιών κάθε μέρα με τα πόδια. Έξι και έξι ίσον δώδεκα χιλιόμετρα ανώμαλος μετ’ εμποδίων.

Σήμερα πάμε στο περίπτερο για τσιγάρα με το αυτοκίνητο, αλλά συγκινούμαστε όταν ακούμε για διοργάνωση αγώνα δρόμου.

Και θα ήταν ευχής έργον μια τόσο δημοφιλής και διαδεδομένη συνήθεια ικανή να μας σηκώσει από τον καναπέ κι από το σκαμπό (ελληνιστί σκίμποδα) της καφετέριας, αν δεν ήταν τόσο συχνή και βαρετή, τόσο «κιτσαρισμένη» και αναπόσπαστα δεμένη με κάθε είδους πνευματική, ψυχαγωγική, πολιτιστική και κοινωνική εκδήλωση στη σύγχρονη Ελλάδα.

Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή δρώμενο που να μη συνοδεύεται ή να επισφραγίζεται από έναν αγώνα δρόμου αντοχής, υποτίθεται κατά το πρότυπο του μαραθωνίου.

Οι δρόμοι αυτοί είναι συνήθως «δόλιχοι», σε μια μέση δηλαδή απόσταση περίπου πέντε (έως και δέκα) χιλιομέτρων και πλαισιώνονται και από αντίστοιχους παιδικούς αγώνες μικρότερης απόστασης.

Είναι μόδα που μας ήρθε εκ δυσμών; Είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια για κάποια ανέξοδη ευεξία; Είναι ακόμα μια ιδέα και μια προσπάθεια για κοινωνική συμμετοχή και προβολή; Άγνωστο, και θα ήταν όλοι αυτοί επαρκείς λόγοι αν δεν ήταν το φαινόμενο τόσο συχνό και τόσο εξεζητημένο.

Είμαστε γενικά -και εκτός ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων- λαός υπερβολικός και κοινοτοπικός. Αγώνας δρόμου για το περιβάλλον, για φυλική υποστήριξη (...), για τα εθνικά δίκαια, για τους ήρωες του μπάσκετ (ακούστηκε κι αυτό), για τον σπάιντερμαν, για τη ..... μελιτζάνα (εξ ου και ο τίτλος του άρθρου «μελιτζάνα run»).

Δεν υπάρχει σύμβουλος δημοτικής αρχής ή συλλόγου και σωματείου που να μην ονειρεύεται και να μην εισηγείται τη διοργάνωση αγώνα δρόμου.

Μεγάλη λύσσα. Και πολλά τα κυκλοφοριακά προβλήματα, δεδομένου ότι όλες αυτές οι αγωνοδρομίες δεν γίνονται σε ειδικούς αθλητικούς χώρους αλλά μέσα στην κίνηση και σε πολύπαθες κυκλοφοριακές αρτηρίες όλης της χώρας και κυρίως της πρωτεύουσας.

Έχουμε αναγάγει όλα τα βιοτικά μας δρώμενα σε άσφαιρες πολιτικές προσομοιώσεις.

Αγοράζουμε αθλητικά σορτσάκια και υποδήματα, τρέχουμε ίσα-ίσα για να τρέξουμε, μας βιντεοσκοπούν με καμάρι χιλιάδες «έξυπνα» (και εξυπνότερα από μας) κινητά και περιμένουμε να τερματίσουμε και να στεφανωθούμε, τη στιγμή που γύρω μας τρέχουν τόσοι πολλοί πίσω από τους φόρους και τα βάσανα της ζωής και ποτέ τους δεν στεφανωθήκανε.

Αντιγράφουμε επιδερμικά τους αρχαίους χωρίς να διδασκόμαστε και χωρίς να βάζουμε τη δική μας σφραγίδα στα σύγχρονα προβλήματα.

Ένα τουλάχιστο είναι θετικό σ’ αυτούς τους ψευτομαραθώνιους: Όπως ανήγγειλε ο αρχαίος Ευκλής στους Αθηναίους το «Νενικήκαμεν τους Πέρσες», μακάρι έτσι και να αναγγείλει ο σύγχρονος «Μερακλής» το «Νενικήκαμε την καφετέρια»! (Γιατί ο εχθρός σήμερα δεν έρχεται με βέλη και δρεπανηφόρα άρματα, αλλά είναι καλά κρυμμένος και αόρατος ...).

 

(1) κίρντισμα= η συγκομιδή των φύλλων του καπνού, τουρ. kirmak.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018 16:41

Το λεωφορείο πέρασε τσίμα τσίμα

Συχνό το φαινόμενο ιδίως στα νησιά μας τώρα το καλοκαίρι που επιμένουν να διαφημίζονται και να «τουριστοσιτίζονται» χωρίς δρόμους και χωρίς υποδομές (όρα και το πρόσφατο φιάσκο της πανέμορφης Ύδρας).

Να λοιπόν μια πρόταση με δύο λέξεις (λεωφορείο και τσίμα) μιας χιλιόχρονης γλωσσικής διαδρομής, που μετά βίας (τσίμα τσίμα) κατανοεί ο σημερινός μέσος άνθρωπος, μιας και έχει βάλει άλλες προτεραιότητες στην καθημερινή του ζωή, όπως μετά βίας διέρχεται και το λεωφορείο.

Εν αρχή ήταν ο «λάας» ή «λας» και πληθυντικός οι «λάες», οι λίθοι που έριχναν πίσω τους ο Δευκαλίωνας και η σύζυγός του Πύρρα μετά τον κατακλυσμό και έγιναν οι πρώτοι μετά από αυτόν άνθρωποι, όπως ανάλογα μαρτυρούν και όλες οι μυθολογίες του κόσμου.

Εκ του «λάος» έχουμε μέχρι σήμερα τα σύνθετα «λατομείο» (που στην καθομιλούμενη το λέμε νταμάρι, από την τουρκική λέξη για τη φλέβα), τη «λατύπη» κ.α. καθώς και τον λιθογενή «λαό» και στην αττική διάλεκτο «λεώ».

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, τότε που η έκρηξη της μηχανικής τεχνολογίας μας έβαλε να κατασκευάζουμε σύνθετες λέξεις με αρχαιοελληνικό υπόβαθρο, φκιάξαμε τη λέξη «λεωφορείο», ενώ οι Άγγλοι χρησιμοποιούν τη λέξη «bus» που είναι συγκοπή της λατινικής λέξης omnibus και σημαίνει «των όλων».

Στη Σάμο έχουμε ένα κάστρο το λεγόμενο «της Λουλούδας», ότι τάχα ανήκε σε κάποια Λουλούδα που γκρεμίστηκε σε ατύχημα και σκοτώθηκε, πράγμα βέβαια αβέβαιο καθότι είναι παραφθορά της λέξης «λαλούδα» που σημαίνει βράχο.

Έχουμε εξάλλου τον Λάλουδα που είναι η βραχώδης Μάνη, το «Λαλούδι της Μονοβασιάς», αυτό τον υπέροχο βράχο, και τις «λάλλες» παραθαλάσσιους λίθους κατά τον Θεόκριτο.

Πρόσφατα ακούσαμε ότι αστυνομεύονται τα «λαλάρια» (βότσαλα) της Σκιάθου, που και στην πατρίδα μου τα λέμε ακόμα λαλάδια και λέμε (λέγαμε) «λαλατσάζω» όταν ξεραίνομαι σαν την πέτρα από τη δίψα.

Το τσίμα τσίμα σημαίνει μόλις και μετά βίας και είναι το ιταλικό cima, από το λατινικό cyma, κι αυτό από το ελληνικό «κύμα», ως «κύημα», που σήμαινε κορυφή και άκρη βλαστού. Στη Σάμο λέμε «τσιμίτια» τα κορυφοβλάσταρα κάθε εδώδιμης πόας.

Οι Ιταλοί χρησιμοποιούν για την κορυφή (γενικά) και τη λέξη sommita, όπως και οι Γάλλοι sommet και οι Άγγλοι summit. Όλες κατάγονται από το β΄ υπερθετικό του λατινικού superus, το summus, που είναι ο ακρότατος, ο ανώτατος.

Να θυμίσουμε ότι η φοινικική λέξη «σαμά» σήμαινε κορυφή και υψηλό σημείο, εξ ου και η ονομασία της Σάμου (Κερκετεύς 1444 μ.) και της αποικίας της τής Σαμοθράκης (Σάος 1800 μ.).

Αλλά και οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «σάμους» και «σαμαίους» τα υψηλά όρη, όπως μαρτυρεί ο γεωγράφος Στράβωνας και υποσημειώνει ο Εμμ. Κρητικίδης στο ιστορικό για τη Σάμο έργο του «Συλλεκτά» (1871).

Κάποτε βέβαια αντί του λεωφορείου το κόβαμε με τα πόδια. Να μια άλλη λέξη (το πόδι) που ξεποδαριάστηκε δια μέσου των αιώνων: Ο πους, και εξ αυτού η πέδη (τροχοπέδη), το πέδον (πεδιάς, έμπεδον), ο πεζός (πεζικό, πεζοπορία), η ποδάγρα (δόκανο), η ποδοκάκη (βασανιστήριο των ποδιών) κ.α.

Οι Λατίνοι το έκαναν pes και αργότερα pedo, οι αρχαίοι Γάλλοι pehon, οι αρχ. Άγγλοι poun και σήμερα pawn και οι Γάλλοι pion, που μας ξαναγύρισε ως το γνωστό και «αβάσταχτο» πιόνι.

Το 1725 μ.Χ. ένας χαρισματικός Ιταλός, ο Ιωάννης Vico με ένα σπουδαίο σύγγραμμά του προσπάθησε μέσα από την καταγωγή των λέξεων και τη διαδρομή των εθίμων να θεμελιώσει τη φιλοσοφία της ιστορίας, γενόμενος έτσι χωρίς να το ξέρει ο πρόδρομος εισηγητής της επιστήμης της κοινωνιολογίας.

Άκουσα πρόσφατα για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής κίνησης με τον τίτλο RESPECT WORD, που θέλει να καλλιεργήσει τον σεβασμό μας προς τις λέξεις και ταυτόχρονα προς τη δημοσιογραφική δεοντολογία.

Αξίζει, γιατί οι λέξεις είναι τα «λεωφορεία» της σκέψης μας και της πραγματικής μας ιστορίας, και είναι ντροπή να τις γνωρίζουμε τσίμα τσίμα.

Άσε που μας συμφέρει και ως Έλληνες, μιας και η γλώσσα μας είναι μέχρι σήμερα η αειθαλής και ανεξάντλητη παγκόσμια νοηματική και νοηματοδοτική αποθήκη.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018 11:32

Ανθρώπων άστεα και νόος

Οι αρχαίοι Έλληνες είπαν «πόλη» το χώρο που συναθροίζονταν για να ζήσουν. Η πανάρχαια ρίζα της λέξης έχει σχέση με το «φρούριο», και ήταν φυσικό, μιας και η πρώτιστη ανάγκη μιας τέτοιας συνάθροισης ήταν η άμυνα κατά των γύρωθεν εχθρών και η ασφάλεια του πληθυσμού.

Σήμερα έχουν αλλάξει τα δεδομένα, αν και κάθε τόσο η φύση θέλει να μας θυμίζει την ισχύ της και την αδιαπραγμάτευτη παρουσία της.

Τα σημερινά δεδομένα είναι συνθετότερα και έχουν σχέση με τη λεγόμενη ποιότητα ζωής με όρους οικονομίας (αγοράς), επικοινωνίας, άνεσης και πολιτισμού (χώροι στάθμευσης, βιολογικοί, πράσινο κλπ).

Έκανα και φέτος ολιγοήμερες διακοπές εκτός νήσου και θέλω να κοινωνήσω με τους αναγνώστες της στήλης τις εντυπώσεις μου και κάποιες μου σκέψεις.

Φέτος είχαν σειρά κάποιες μεγάλες πόλεις της βόρειας Ελλάδας. Δεν θα τις κατονομάσουμε για ευνόητους λόγους, ωστόσο πρόκειται για πόλεις δημογραφικά ζωντανές, περιποιημένες, ενδιαφέρουσες και «λογικές», έστω και κάπως άναρχα δομημένες λόγω ιστορικών συνθηκών.

Όπως τις περιδιάβαινα ασυναίσθητα ίσως και υποσυνείδητα μου έρχονταν συγκρίσεις με το γενέθλιο χώρο μου. Αυτό που είδα ήταν: οι δημοτικοί χώροι άνετοι, εύκολοι οι δρόμοι να βρεις τα αξιοθέατά τους, αρκετά πάρκα και πράσινο, και οι πλατείες τους με τα νερά και κάτω από θεόρατα πλατάνια. Και φτηνή αγορά όπως και το φαγητό. Ακόμα και οι «παλιές πόλεις» αυτών των πόλεων, παρά το ότι δεν ικανοποιούν πλέον σύγχρονες ανάγκες, είναι αξιοθέατες με τα καλντερίμια τους, με τα σαχνισίρια (όμορφα προτεταμένα κλειστά μπαλκόνια, που η περσική λέξη τους σημαίνει το μέρος που θα καθίσει ο βασιλιάς!), με την πολυχρωμία τους και με τα κιγκλιδώματα στις πόρτες και τα παραθύρια τους.

Αφαιρώντας τώρα και ελαχιστοποιώντας τις απαιτήσεις σου πολύ σύντομα αντιλαμβάνεσαι πόσα λίγα αλλά ουσιώδη πράγματα πρέπει να έχει εξασφαλίσει μια πόλη, μικρή ή μεγάλη, για να μπορεί να λέγεται πόλη του εικοστού πρώτου αιώνα, κι αυτά τα πράγματα είναι μόλις τρία: άνετοι και ελεύθεροι χώροι στάθμευσης, παγκάκια και ουρητήρια.

Απλά πράγματα που ξεκουράζουν τον κάτοικο και τον επισκέπτη και τον βοηθούν να αναζητήσει άλλα αξιοθέατα και δρώμενα της πόλης. Βασικές και ανέξοδες υποδομές που μαρτυρούν πολιτισμό και πραγματικό ενδιαφέρον των τοπικών αρχόντων.

Με πιάνει μια ζήλια και μια πίκρα. Στη δική μου τη μικρή πρωτεύουσα πετιούνται χρήματα (πανάκριβα και δυσεύρετα) που δεν έχουν σχέση με την ικανοποίηση βασικών αναγκών. Ακούω λ.χ. κάποια διαρρέοντα σχέδια για το κουφάρι του «Ξενία» και θλίβομαι. Επί σαράντα χρόνια δεν βρέθηκε ένας δημόσιος «άντρας» να το γκρεμίσει.

Υπάρχει πια τόση, και τόσο αντιαισθητική, ασφυξία του ζωτικού χώρου, που πραγματικές δημοτικές υπηρεσίες προσφέρει όχι αυτός που χτίζει ή που ανακαινίζει, αλλά αυτός που γκρεμίζει! (και που καθαρίζει και τα «αδέσποτα» οικόπεδα από τα εις κοινήν θέαν σκουπίδια τους ...).

Ένα άλλο που θα πρέπει να προσθέσω στις ταξιδιωτικές μου εντυπώσεις είναι ο τρόπος της αστυνόμευσης. Περιηγήθηκα επί μια εβδομάδα τέσσερις πόλεις των εξήντα έως ογδόντα χιλιάδων εκάστη και δε συνάντησα ένα όργανο της τάξης να αστυνομεύει τη στάθμευση.

Υπάρχει διάχυτη μια ευεργετική διοικητική επιείκεια και κατανόηση των τροχαίων συνθηκών του θέρους, και όλα λειτουργούν ρολόι. Μάλιστα σ’ όλες τις διαγραμμισμένες διαβάσεις υπάρχει απόλυτη προτεραιότητα των πεζών.

Την ίδια στιγμή συνειρμικά η σκέψη μου γύριζε την πόλη μου, που στρώσαμε αχανή πεζοδρόμια με «λίθους-τακουνοβγάλτες» στενεύοντας μια τεράστια παραλιακή λεωφόρο και βάλαμε και όριο ταχύτητας 60 χιλιομέτρων στην τεραστίου φάρδους προέκτασή της μόνο και μόνο για να βγαίνουν τα όργανα της τροχαίας για χαρτζιλίκι.

Ο Όμηρος δεν πέρασε από τις πόλεις που περιηγήθηκα εφέτος, ήρθε όμως και έκατσε κιόλας αρκετά στην πατρίδα μου το 952 π.Χ. κατά πώς τα λέει ο Εμμανουήλ Κρητικίδης στην Ιστορία του ή έστω αργότερα.

Τι θα ‘γραφε άραγε αν ερχόταν πάλι σήμερα;

Θα έλεγε ότι «είδε ανθρώπων άστεα», αλλά θα τολμούσε να πει ότι είδε και «νόον»;

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2018 13:38

Ο μεγάλος ανθρωποφάς

Όταν ο Λυκούργος θέσπισε τους νόμους της Σπάρτης περί το 780 π.Χ. (και τους οποίους κατάργησε ο Φιλοποίμην το 206 π.Χ. όταν την κυρίευσε), για να είναι σίγουρος ότι θα τηρηθούν χωρίς εκπτώσεις και παρεμβάσεις, αυτοεξορίστηκε από την πόλη για δέκα χρόνια. Δηλαδή δεν έφκιαξε κάποιους φλου και εναλλακτικούς νόμους και να καθίσει να περιμένει τις αντιδράσεις και τα ρουσφέτια.

Οι νεοελληνικές κυβερνήσεις, παρά το τεράστιο κληρονομικό βάρος, λειτουργούν, όπως και ολόκληρη η κρατική διοίκηση, με μια νομοθεσία αλακάρτ.

Πότε απλή αναλογική, πότε ενισχυμένη και πότε ελαφρά ενισχυμένη στα μεγάλα θεσμικά σώματα της πολιτείας κατά περίπτωση και χωρίς μόνιμη συνταγματική αναφορά σημαίνει «άσε και θα δούμε πώς μας συμφέρει αυτή τη στιγμή».

Τα ίδια συμβαίνουν και με το κρατικό οργανόγραμμα, το ανεβοκατέβασμα των φόρων, των κλιμάκων και των προστίμων, την αλληλοσύγχυση της αρμοδιότητας των κρατικών φορέων και τόσα άλλα πράγματα που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν σωστές και μακροχρόνιες επιχειρηματικές προβλέψεις, αλλά κυρίως την εμπιστοσύνη κράτους-πολίτη, που είναι εκ των ων ουκ άνευ για την ανάπτυξη και την πολιτική και κοινωνική ισορροπία.

Θα λέγαμε ότι η κυβέρνηση έχει το ντοστογιέφσκειο πάθος της χαρτοπαιξίας, με τη μεγάλη όμως διαφορά ότι παίζει με σημαδεμένες τράπουλες.

Σ’ όλα αυτά, και για να έχουμε μια πλήρη εικόνα, θα πρέπει να προσθέσουμε τις πρόθυμες εξαγγελίες και τις διαπιστώσεις για έργα ανύπαρκτα ή καρκινοβατούντα.

Λέγαμε κάποτε «αμ’ έπος, αμ’ έργον» για την ταχύτητα που μπορούσε να υλοποιηθεί μια πρόταση.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε διαρκές και βαυκαλιστικό (που σημαίνει αποκοιμιστικό) έπος και καθόλου έως ελάχιστο έργο.

Στην υστεροφημική αγωνία μας μάλιστα να ωραιοποιήσουμε μια στενάχωρη πολιτική κατάσταση τολμήσαμε να ανακαλύψουμε εκ νέου την ιστορία και τα πατρώα ήθη και δη την Οδύσσεια με τους πανανθρώπινους συμβολισμούς της.

Βέβαια η λογοτεχνία είναι καλή. Είναι θείο δώρο, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κοινώς πρακτέον ούτε να γίνει στολίδι και ρητορική «λήκυθος» για μια καταστροφική ακηδία.

Οι συγκρίσεις ήταν υπεραισιόδοξες έως ατυχείς.

Η Ιθάκη είναι ένα όνειρο για κάθε σοβαρό ταξιδευτή, και όχι γι’ αυτόν που ψεύδεται, που αερολογεί και που δεν διστάζει να θυσιάσει τους συντρόφους του.

Πραγματικός και άξιος (θα μπορούσε να γραφτεί και άθλιος) ταξιδευτής είναι ο μέγας λαός που είναι καταδικασμένος να ακούει τις σειρήνες και μετά θάνατον.

Αν ήθελε να σηματοδοτήσει την πραγματική κατάσταση της χώρας ο πρωθυπουργός, αντί της Ιθάκης, καλύτερα θα ήταν να επιλέξει τον «Μεγάλο Ανθρωποφά» των Φούρνων.

Τρίτη, 04 Σεπτεμβρίου 2018 18:22

Επιστήμη και αρετή

Στους «Αναβιούντες» ο Λουκιανός ο Σαμοσατεύς ασκεί με έναν υπέροχο τρόπο λογοτεχνική σάτιρα εναντίον των φιλοσόφων. Το επιχειρεί αυτό κατά κόρον σε πολλά έργα του.

Στο προγενέστερο σχετικό του βιβλίο με τον τίτλο «Βίων πράσις» διακωμωδεί το ηρακλείτειο και το σωκρατικό δόγμα, τη φιλοχρηματία του Χρύσιππου καθώς και την εξεζητημένη σχολαστικότητα και το πανεπιστητόν του Αριστοτέλη, όπου μαθαίνουμε λ.χ. πόσο ζει το κουνούπι, πόσο βαθιά φωτίζει ο ήλιος τη θάλασσα και πώς είναι η ψυχή των στρειδιών!

Ωστόσο αυτός ο τετραπέρατος κριτικός και λογοτέχνης πολύ επιδέξια αποφεύγει να αναφερθεί στην ηθική διδασκαλία αυτών των φιλοσόφων, αναγνωρίζοντας προφανώς το φρόνιμο και το λυσιτελές της.

Η γνώση (επιστήμη) είναι το ύψιστο αγαθό αρκεί να ωφελεί τον άνθρωπο και να τον κάνει κοινωνικότερο και ευτυχέστερο. Ο άνθρωπος είναι το πρωταγορικό στοιχείο αναφοράς και μέτρου όλων των πραγμάτων.

Παράλληλα με τη γνώση (εκ του γιγνώσκω) συναντάμε το δόγμα (εκ του δοκέω =θεωρώ, νομίζω). Το δόγμα είναι υποχρεωτική θεμελιώδης αρχή που δεν επιτρέπεται η αμφισβήτησή της, εξού και η μόνιμη αντιπαλότητα δόγματος και γνώσης.

Το δόγμα πολιορκεί συνεχώς τη γνώση, αλλά με όχι και τόσο μεγάλη επιτυχία. Αυτή η συνεχής διένεξη βασίζεται στο ότι πολλά ακόμα πράγματα στη ζωή μας είναι άδηλα και κρύφια και πέρα από κάθε γνώση, όπως η ψυχή μας, η ζωή μας, ο θάνατος κι αυτός ο ίδιος ο απόκρυφος θεός μας (deus absconditus).

Σημασία έχει η πρακτική ωφελιμότητα και του δόγματος και της γνώσης, και αυτό μας το θυμίζει με εξαιρετικό τρόπο το σοφό γεγραμμένο στην προμετωπίδα μιας ορθόδοξης εκκλησίας της Ιερουσαλήμ: «Δεν παρέχονται εξηγήσεις εντός του ναού»!!

Αν και οι αιώνες των πνευματικών συγκρούσεων έχουν μάλλον παρέλθει, ωστόσο τα αρχέγονα ζητήματα του ανθρώπου και της ανθρώπινης κοινωνίας είναι πανταχού παρόντα και εν πολλοίς άλυτα.

Κι ας επανέλθουμε στους φιλοσόφους.

Μεγάλοι επιστήμονες σε πολλαπλά πεδία ήταν μεταξύ άλλων ο Πυθαγόρας, ο Δημόκριτος και ο Πλάτων.

Ο Πυθαγόρας ανέλυσε τη φύση των αριθμών, εξήγησε με επιστημονικό τρόπο τη μουσική και προσδιόρισε την κίνηση και τη φύση των ουρανίων σωμάτων.

Ο Πλάτων εκτός από συνταγματολόγος της εποχής και διαλεκτικός φιλόσοφος υπήρξε λογοτέχνης, μέγας φυσικός (κοσμολόγος), μαθηματικός και γεωμέτρης.

Τι να πούμε δε για τον Δημόκριτο, που πέτυχε χωρίς κανένα πειραματικό μέσο της ανατομία της ύλης;

Και οι τρεις εντούτοις παραμέρισαν διακριτικά τις επιστήμες και έδωσαν βήμα στην ηθική και τις αρετές του ανθρωπίνου βίου.

Πάσα επιστήμη χωριζομένη αρετής πανουργία φαίνεται, δηλώνει ο Πλάτων στον «Μενέξενο» (247 α).

Ο Δημόκριτος μας προτρέπει να απέχουμε από τα αμαρτήματα όχι από φόβο αλλά γιατί δεν πρέπει («μη δια φόβον αλλά δια το δέον).

Η ηθική ήταν μέλημα και του Πυθαγόρα αφού η πρότυπη πολιτεία του περιελάμβανε ηθικές παραινέσεις σε αλληγορικά ρητά, λιτά και οργανωμένα κοινόβια, εξιδανίκευση της φιλίας, ημερήσιο απολογισμό ηθικών πεπραγμένων κ.τ.τ.

Αυτοί οι φιλόσοφοι με τη σειρά τους επηρέασαν όλους τους μετέπειτα όλων των αιώνων.

Ο Επίκουρος έλεγε ότι η φυσική υπάρχει για να υπηρετεί την ηθική.

Ο Σπινόζα στη «Γεωμετρική ηθική» του αρχίζει με το θεό, εξηγώντας ότι το παν είναι ήδη μέσα στην αρχή, μια κατεξοχήν πυθαγόρεια αντίληψη.

Ο Πασκάλ, εκ των μεγίστων μαθηματικών της ιστορίας είχε θρησκευτικές εκστάσεις και πίστευε ότι η επιστήμη δεν αρκεί για να σώσει τον άνθρωπο.

Κι αυτή την άρρηκτη σχέση την είχε προδιαγράψει σαφέστατα ο Πλάτων. Ενώ στον «Πρωταγόρα» λέει ότι είναι μέγιστη αποτυχία να στερηθεί κανείς τη γνώση («αύτη μόνη εστί κακή πράξις επιστήμης στερηθήναι»), στον «Χαρμίδη» συνοψίζει ότι μόνο η γνώση του καλού και του κακού είναι η υπέρτατη ωφέλεια για τον άνθρωπο.

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2018 13:27

Ευθύνης εγκώμιον

Η Μούσα της μουσικής έχει προοιωνισθεί όλα τα σοβαρά θέματα και όλα τα δεινά της χώρας. «Πέσ’ τε να’ ρθουν σεισμολόγοι, είναι σοβαροί οι λόγοι» έλεγε ο Ρασούλης σε ανύποπτο χρόνο.

Ήτανε πράγματι και τώρα σοβαροί οι λόγοι, και τους είδαμε πάλι όλους στο γυαλί: σεισμολόγους, πυρκαγιολόγους, δασολόγους, πολεοδόμους, οικολόγους και βέβαια τους γενικούς γραμματείς και τους πυροσβέστες και αστυνόμους των επτά αστέρων και όλους τους ανεπίτρεπτα επιτετραμμένους.

Η Ελλάδα εξακολουθεί μετά από κάθε τραγικό γεγονός να κλειδωνίζεται εκ των υστέρων, αντί, ως έδει, εκ των προτέρων.

Οι σωροί των συζητήσεων και των ex post επισημάνσεων και των δικαιολογιών ξεπέρασαν για μια ακόμα φορά τους σωρούς των σορών και τα αποκαϊδια της τρομερής πυρκαγιάς στο Μάτι, εκείνης της αποφράδας Δευτέρας 23ης Ιουλίου.

Με κάτι τέτοιες συμφορές έχει γεμίσει το ελληνικό ημερολόγιο αποφράδες ημέρες.

Άκουσα από γνωστό δημοσιογράφο μετά την απίστευτη τραγωδία (κι αυτή εμείς τη γεννήσαμε...) ότι η Ελλάδα έχει αποκτήσει μια μοναδική πολιτική τεχνογνωσία που δύσκολα μπορείς να τη συναντήσεις σε άλλα έθνη: την ικανότητα να διαχέει με κατάλληλο τρόπο τις ευθύνες ανάμεσα στις διάφορες εμπλεκόμενες υπηρεσίες, όρα και τα ταλανίζοντα θέματα της οδοποιίας, των υποδομών, των πολεοδομικών σχεδιασμών, της διαχείρισης σοβαρών κρίσεων, της «δασικής» αντιμετώπισης του δάσους κ.λ.π.

Τι είναι όμως ευθύνη και πώς στοιχειοθετείται;

Ας ανατρέξουμε πάλι στο έτυμον. Ευθύνη, εκ του «ιθύς» που σημαίνει ευθύς, ίσιος και δίκαιος.

Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν οι «εύθυνοι», ένα ειδικό σώμα δέκα ελεγκτών ενώπιον των οποίων λογοδοτούσαν οι πρεσβεύσαντες ή οι διοικήσαντες.

Εμείς σήμερα αναλαμβάνουμε οι ίδιοι την πολιτική ευθύνη και αζημίως.

Αφιερώσαμε μάλιστα και άρθρο στο σύνταγμά μας, το διαβόητο 86, με το οποίο εξαφανίζεται η ευθύνη των υπουργών και υφυπουργών και τους μετεγκαθιστά στο ποινικό απυρόβλητο.

Το τι είδαμε, αλλά προπαντός το τι ακούσαμε, αυτές τις μέρες είναι απερίγραπτο. Βγήκανε εκ των υστέρων, που σημαίνει βέβαια εκ του ασφαλούς, ειδικοί επί των ειδικών, πολεοδόμοι, δημογράφοι, μετεωρολόγοι, ένστολοι και μη, εν ενεργεία και εν αποστρατεία, όλοι δημόσιοι λειτουργοί (αλήθεια ποιος τους πληρώνει κάθε μήνα όλους αυτούς, και γιατί;...) και προτείνουν λύσεις, πλατφόρμες, στρατηγικούς άξονες, αναπτυξιακά σχέδια και σχέδια δράσης πέντε σημείων !...

Κάποτε σε πολύ πιο δύσκολα και πιο φτωχά χρόνια υπήρχε αίσθηση του χρέους, ευθύνη και χριστιανική αλληλεγγύη.

Σήμερα πόσο πρέπει ακόμα να φτωχύνουμε για να διορθωθούν οι εξουσίες;

Πόσο πρέπει να «εξαθλιωθούμε» για να ανακαλύψουμε τέτοιους κοινωνικούς «άθλους» που στολίζουν τον πραγματικό άνθρωπο, τον άνθρωπο που κληρονόμησε και τον Προμηθέα αλλά και τον καλό Σαμαρείτη;...

Τρίτη, 07 Αυγούστου 2018 17:40

Ο Ζολώτας και το φάμπερ

Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1957, στη συνεδρίαση των εργασιών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο Έλληνας αντιπρόσωπος Ξενοφών Ζολώτας προκάλεσε ισχυρή έκπληξη σ’ όλο τον κόσμο με το λόγο του.

Και όχι για το τι είπε (ήταν άλλωστε διακεκριμένος οικονομολόγος και διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος), αλλά για το πώς το είπε.

Ο λόγος του ήταν στα αγγλικά με αποκλειστικά ελληνικές λέξεις που τις έχει πολιτογραφήσει και ενσωματώσει η αγγλική γλώσσα.

Κατ’ απαίτησιν εκφώνησε δεύτερο τέτοιο λόγο στις 2 Οκτωβρίου 1959.

Οι 147 λέξεις του πρώτου λόγου και οι 283 του δευτέρου ήταν όλες ελληνικές εκτός από τα άρθρα και κάτι συνδέσμους.

Ο λόγος, πέραν του ότι διαφήμισε την ελληνική οντότητα και τις παμφαείς ελληνικές αρχές, έκανε παγκόσμια εντύπωση και βέβαια περισσότερο σε αυτούς που δεν γνώριζαν λεπτομέρειες της γλωσσικής ιστορίας.

Σήμερα τα πράγματα έχουν αντιστραφεί.

Ο γκατζετακισμός και η διείσδυση της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, με την αρωγή και της εγχώριας γλωσσικής αδιαφορίας, έχουν αλώσει κυριολεκτικά την ελληνική γλώσσα.

Είναι πλέον για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο ακατανόητες οι μεταξύ νεαρών συζητήσεις επί όλων των θεμάτων, όπως και οι περισσότερες διαφημίσεις.

Η τεχνολογία αλλάζει όπως είναι φυσικό όλα τα δεδομένα, όπως έκαναν όλες μέχρι σήμερα οι επαναστάσεις όλων των τύπων. Όχι μόνο λέξεις και τεχνικοί όροι, αλλά ολόκληρα επαγγέλματα αφανίζονται.

Ποιος γνωρίζει σήμερα, για παράδειγμα, τον πεταλωτή (πέντε είχε το χωριό μου στην ακμή του) αφού έχουν μείνει όλα κι όλα τρία άλογα, κι αυτά χάριν γούστου;

Ποιος ξέρει τί είναι ο γανωματής ή καλαντζής, που γύριζε τις γειτονιές και άλειβε τα χάλκινα τετζερέδια με κασσίτερο για να γίνουν ασφαλή στη χρήση αλλά και στιλπνότερα, μια τεχνική που ξεκίνησε από τη μυκηναϊκή εποχή και τα μελανόμορφα αγγεία μέχρι τη χθεσινή, γιατί σήμερα οι χύτρες μας είναι πια από ατσάλι κι από σιλικόνη;

Σκέφτομαι πόσα πράγματα κατάργησε η ανάπτυξη και εντοπίζω κυρίως μια ομάδα ασχολιών και επαγγελμάτων που είχαν άμεση σχέση με την καλλιτεχνία και είχαν όλα σαν δεύτερο συνθετικό το «γράφος».

Ο τηλέγραφος και ο πολύγραφος πρόσφεραν κάποτε ύψιστες υπηρεσίες και εν καιρώ ειρήνης και ιδίως εν καιρώ κινδύνων.

Ο φωνογράφος, που μας γαλούχησε μουσικά, αντιστάθηκε όσο ήταν δυνατόν στα εντυπωσιακά μέσα αναπαραγωγής του ήχου.

Ο τυπογράφος έχει περιορισθεί και μετεξελιχθεί.

Ο φωτογράφος έχει κυριολεκτικά χάσει το ψωμί του, και όσοι ασχολούνται με τη φωτογραφία το κάνουν σαν πάρεργη τέχνη.

Ο αιτησιογράφος και ο επιστολογράφος δεν έχουν πλέον αντικείμενο, ο δε καλλιγράφος είναι πράγμα δυσεύρετο και, κατά την επίσημη κοινή γνώμη, αχρείαστο.

Κανείς πια δεν ασκείται στην αρχιτεκτονική τής «χειρόγραφης» γραφής, αλλά και το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα δεν την προωθεί όπως κάποτε, και τη θεωρεί περιττή και ανούσια επιτήδευση.

Τραγική ειρωνεία, ο homo faber, αυτός ο επιδέξιος άνθρωπος «κατασκευαστής» να μην ξέρει να χρησιμοποιήσει το μολύβι φάμπερ!

Και επειδή θυμηθήκαμε το εκπαιδευτικό σύστημα, μαζί με το «καλλιγράφος» πήρε η μπόρα και το «ορθογράφος», με κίνδυνο να βρίσκεται επί ξυρού ακμής η επιβίωση της λεγόμενης «ιστορικής ορθογραφίας», που τόσες έννοιες και τόσες πολύτιμες πληροφορίες μας έδωσε τουλάχιστο στο γραπτό λόγο, και που βοήθησε τις ξένες γλώσσες να πλουταίνουν μέχρι σήμερα και να εκφράζονται, όπως το απέδειξε ο περίφημος λόγος του Ζολώτα.

Σελίδα 1 από 16
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top