FOLLOW US
Μιχάλης Παπαδημητρίου

Μιχάλης Παπαδημητρίου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τρίτη, 06 Μαρτίου 2018 16:16

Ο καμβάς της δημοκρατίας

Είναι γνωστό το ερώτημα των απανταχού ιστορικών για το αν οι μεγάλοι άνδρες διαμορφώνουν το ιστορικό γίγνεσθαι ή αν τους γεννά το ίδιο το ιστορικό πλαίσιο.

Ίσως συμβαίνουν και τα δύο, σε έναν ποικίλοντα βαθμό, πάντως το βέβαιο είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι σπουδαίοι που ξεπερνούν την ιστορία και αφήνουν μνήμη και έργα ανεξίτηλα.

Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται έξω από το χώρο της πολιτικής και κοσμούνται από αρετές του απλού και ανεπιτήδευτου πολίτη, τουτέστιν δεν μασούν τα λόγια τους, δεν προσπαθούν στρεψοδίκως και λογίως να στρογγυλέψουν τις αιχμηρές άκρες των πραγμάτων και, ευκαιρίας δοθείσης, δεν θα διστάσουν να εξαργυρώσουν με τη ζωή τους τα υψηλά ιδανικά.

Ζούμε πολλά και απεχθή αυτές τις μέρες.

Είναι προφανές ότι οι άνθρωποι που βδελύσσονται το δημόσιο αίσθημα και προσπαθούν να το αντιπαρέλθουν, βρίσκονται έξω από τον καμβά της δημοκρατίας.

«Έδοξε τη βουλή και τω δήμω». Καμιά μεγάλη απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί ερήμην του δήμου, δηλαδή του λαού. Κι ο λαός αυτή τη στιγμή, χωρίς φιοριτούρες αμετάφραστες (άκουσον, άκουσον!), χωρίς έργκα και χωρίς όμνες και προπαντός χωρίς καπηλεία ιδεών και συναισθημάτων, αντιλαμβάνεται ότι το Σκοπιανό είναι θέμα ελέγχου των ενεργειακών οδών της Ευρώπης και άρα θέμα διατεταγμένης στρατηγικής κόντρα στα πάτρια συμφέροντα.

Είναι στη σημερινή συγκυρία αναπόφευκτη πάλι και η αναπόληση των πεπραγμένων της φυλής και η διαχρονική σύγκριση των επών. Οι συγκλονιστικότερες σελίδες της ελληνικής ιστορίας γράφτηκαν στη Σαλαμίνα, στο Μεσολόγγι και στη Μακεδονία το ΄12.

Σήμερα συρόμαστε σε επαίσχυντες πολιτικές διαπραγματεύσεις γι’ αυτά που κάποιοι ήρωες έχυσαν κρουνηδόν το αίμα τους.

Ο Καπετάν Ζέζας (και δια το γνωστότερο Παύλος Μελάς) γόνος πλούσιας και επιφανούς ηπειρώτικης οικογενείας, προετοίμασε τον απελευθερωτικό Μακεδονικό αγώνα ενάντια στους Βούλγαρους και τους Τούρκους με σώμα μόλις τριανταπέντε ανδρών (!). Ο θάνατός του στα 34 του χρόνια γράφτηκε με χρυσά γράμματα στο πάνθεον των ηρώων και πυροδότησε τις μετέπειτα εθνοσωτήριες εξελίξεις.

Μια άλλη σπουδαία μορφή της εποχής εκείνης ήταν ο οικουμενικός πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄, και υπάρχει λόγος που τον θυμήθηκα.

Ακούμε πολύ συχνά σήμερα -και ιδίως υπό το βάρος των εθνικών θεμάτων- αρκετούς εθναμύντορες και πρυτάνεις της ευνουχισμένης δημοκρατίας να δηλώνουν ότι οι εκπρόσωποι της εκκλησίας δεν έχουν λόγο, ούτε άποψη για τα εθνικά θέματα, πολύ περισσότερο δε, δεν είναι πρέπον να εξεγείρουν τους πιστούς με επίσημες συμμετοχές στους αγώνες ούτε και με δηλώσεις από του άμβωνος.

Η Εκκλησία, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι ζων «πολιτικός» οργανισμός, συνεχώς παρούσα και πρέπει να έχει λόγο (τουλάχιστο συμβουλευτικό), έχει συνδιαμορφώσει δια μέσου των αιώνων την ιστορική και εθνική μας συνείδηση και στο κάτω-κάτω της γραφής, ας γίνει μια καταγραφή να φανεί πόσοι ιερωμένοι έχυσαν το αίμα τους για την εθνική υπόθεση και πόσοι πολιτικοί.

Ο Ιωακείμ ο Γ΄ υπήρξε ο σπουδαιότερος πατριάρχης στην ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την Άλωση. Μεταρρυθμιστής με πνεύμα βαθιάς αντίληψης και στοργής για τις παραδόσεις της εκκλησίας και του έθνους και άγρυπνος φύλακάς τους.

Μεταφέρω τα λόγια του δημοσιογράφου Κων. Σπανούδη που περιλαμβάνονται στη σχετική μονογραφία: Πατριώτης μεγάλης φρόνησης, διπλωμάτης εξαιρετικής διορατικότητας, γενναίος στο φρόνημα και την ψυχή θεωρούσε τα υψηλά του αξιώματα κληροδότημα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ύψωσε επιβλητικά το λεγόμενο Εθνικό Κέντρο και απέκτησε διεθνές γόητρο.

Ήταν ο μόνος που αντιλήφθηκε την πραγματική αξία  του συντάγματος των Νεοτούρκων του 1908 και προφήτευσε τις καταστροφικές του συνέπειες για τον ελληνισμό.

Είχε βέβαια την τύχη να μην γίνει εθνομάρτυρας όπως μύριοι άλλοι ιερωμένοι, αλλά επέδειξε αξιοθαύμαστη δράση στο διοικητικό και στο εθνικό πεδίο, και πρόφτασε ευτυχώς λίγες μέρες πριν τον θάνατό του να μάθει ότι κατελήφθη η Θεσσαλονίκη.

Οι πολιτικοί νάνοι που διερωτώνται σήμερα γιατί χώνει τη μύτη της η Εκκλησία, καλό θα ήταν να εύχονταν να υπάρχουν τέτοιοι άνδρες και στον πολιτικό στίβο.

Μπορεί να ήμασταν σε καλύτερη μοίρα…

 

Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018 15:25

Το ταξίδι των λέξεων

Από την πρώτη λέξη που έπλασε ο άνθρωπος, που κατά τον Πατέρα της Ιστορίας ήταν η λέξη «βέκος» και σημαίνει ψωμί, μέχρι την πιο πρόσφατη, που θα μπορούσε να είναι το «κοινωνικό μέρισμα» και θα μπορούσε να σημαίνει παντεσπάνι (....), παρήλασαν από τα λεξικά, εκατομμύρια λέξεις.

Όλες αυτές οι λέξεις πλάστηκαν με έντεχνο τρόπο (είτε ήταν δημιουργός τους κάποιος λογοτέχνης, είτε ο ίδιος ο λαός) και ξεκίνησαν ένα ταξίδι πολλών αιώνων, όπως μαρτυρούν και οι διαδρομές των δανείων και των αντιδανείων.

Αυτό το ταξίδι στην αρχή ήταν «πλους», αλλά μετά τις εκστρατείες των «τακτικών» στρατών του Μεσαίωνα έγινε «ταξίδιον».

Στο παρόν άρθρο θα μας απασχολήσουν δύο κατηγορίες λέξεων: οι αμφίσημες, δηλαδή αυτές με τη διπλή σημασία, και συνήθως αντίθετη, και οι λέξεις που στο μεγάλο ταξίδι τους άλλαξαν έννοια.

Ας αρχίσουμε αναφέροντας ενδεικτικά κάποιες από τις δεύτερες:

Ο «ξένος» αρχικά ήταν ο φιλοξενούμενος, ο φίλος. Αυτό δείχνει την υπεροχή της ελληνικής συνήθειας της φιλοξενίας και της προστασίας του ικέτη. Σήμερα είναι ο αλλότριος, ο αλλοεθνής και συνήθως ο πολέμιος.

«Αστείος» εκ του άστεως ήταν ο ευφυολόγος της πόλης. Σήμερα σημαίνει τον κωμικό έως γελοίο και τον ταυτόσημο «χωρατατζή».

Η «απόφραξη» αρχικά ήταν το βούλωμα, σήμερα σημαίνει το ξεβούλωμα.

Η «ατασθαλία» πιθανότατα από την «άτη» (συμφορά) και τη «θαλία» (αφθονία) σημαίνει την ακαταστασία και προήλθε από τη βία στη διεκδίκηση της τροφής των πρωτόγονων ανθρώπων(!).

Ο «βάναυσος» αρχικά ήταν ο χειρώνακτας, αργότερα ο σκληρός, ο αποτρόπαιος.

«Δεξίωση» ήταν ο δια της δεξιάς χαιρετισμός, σήμερα έγινε η υποδοχή των καλεσμένων.

Εντύπωση προκαλεί η μετάπτωση της λέξης «δωροδοκώ» που σήμαινε δέχομαι δώρα (εκ του δώρον και δόκος), ενώ σήμερα -μετά από τόσα φακελάκια- έφτασε να σημαίνει δεκάζω, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο.

Ο «έξυπνος» από ξυπνητός έγινε ευφυής και ο «εύκολος» σήμαινε αρχικά τον ευκολοχώνευτο.

«Διασκεδάζω» σημαίνει διασκορπίζω και σήμερα γλεντάω, πιθανώς διασκορπίζοντας κέφι, ώρες και το πιθανότερο χρήματα.

«Έμπορος» ήταν ο επιβάτης πλοίου και ο χονδρέμπορας εισαγωγέας. Σήμερα δεν χρειάζεται πλοίο και ενίοτε ούτε κατάστημα, με τόσες πωλήσεις μέσω διαδικτύου.

«Νόστιμος» ήταν ο νοσταλγικός (ομηρ. «νόστιμον ήμαρ»). Αργότερα, δεν γνωρίζομε πότε, πήρε ευφυώς την έννοια του γευστικά ευχάριστου.

Το ρήμα «λέγω» είναι μια μεγάλη ιστορία: βάζω να πλαγιάσει, συναθροίζω, αριθμώ, επαναλαμβάνω, διηγούμαι, ομιλώ (κι αυτό το τελευταίο εκ του συναναστρέφομαι). Έννοιες άρρηκτα συνδεδεμένες.

«Νυκταλωπία» ήταν αρχικά η αδυναμία της όρασης κατά τη νύκτα αλλά αργότερα, άγνωστο γιατί, έγινε η δυνατότητα της νυκτερινής όρασης.

«Πελάτης» εκ του «πέλας» ήταν αυτός που πλησιάζει, και μάλιστα μια γυναίκα (μια έννοια που με κάποιο τρόπο διασώθηκε…).

«Πρόσφατος» στην κυριολεξία σημαίνει ο φρεσκοσφαγμένος.

«Λατρεία» ήταν η κατάσταση μισθωτού εργάτη (λάτρον = μισθός) και αργότερα η τιμή προς το θεό.

«Σκευωρός» (σκεύος+ώρα) ήταν ο σκευοφύλακας και αργότερα ο ραδιούργος.

Κι ας έρθουμε στην άλλη κατηγορία, των «αμφίσημων» λέξεων, δηλαδή που έχουν διπλή έννοια και πολλές φορές αντίθετη, γνωστών με τον αγγλογαλλικό όρο «double-entendre». Η γλώσσα -η κάθε γλώσσα- είναι ο κώδικας μέσω του οποίου μετατρέπουμε τις εμπειρίες μας σε ισοδύναμα σύμβολα, και αυτή η λειτουργία της νοηματοδότησης (εξαιτίας του θυμικού και των ανθρωπίνων συναισθημάτων) μπορεί πράγματι να έχει θετικό πρόσημο (τάξη) ή αρνητικό (αταξία):

«Άγιος» σημαίνει και τον ιερό και τον επικατάρατο.

«Αποτρόπαιος» είναι ο αποτρέπων το κακό αλλά και ο απεχθής και βδελυρός.

«Αργός» σημαίνει και τον ταχύ και τον βραδυκίνητο.

«Επίχαρτος» είναι και ο ευφρόσυνος και ο φθονερός.

«Ευτραπελία» είναι και το ευφυολόγημα και η βωμολοχία. Θα μπορούσε να αποδώσει ελληνικά και το σόκιν.

«Θείος» είναι ο θεϊκός, αλλά και ο αδελφός του γονέως, από το «ηθείος» (=σεβαστός), μια ωραία και πανάρχαια προσφώνηση, (αντί του «κύριε»), που ήδη έχει εκλείψει.

«Κύδος είναι και η δόξα (με περισπωμένη) και το όνειδος (με οξεία).

«Κέρδη» είναι η ωφέλεια αλλά και η απάτη. «Κερδώ» λέγεται η αλεπού.

«Λάω» σημαίνει και βλέπω και επιθυμώ (αφού το βλέπω).

«Λογάδι» είναι και το διαλεχτό αλλά και το αδιάλεχτο.

«Μήδεα» είναι οι σκέψεις αλλά και τα ανδρικά γεννητικά μόρια, μια όντως περίεργη συνάφεια.

«Μήλο» είναι το φρούτο της μηλιάς αλλά και το γιδοπρόβατο (εξ ου και «μηλωτή»).

«Όρμος» είναι και το αγκυροβόλιο αλλά και το περιδέραιο στο «αγκυροβόλιο» του γυναικείου μπούστου.

«Ούλος» είναι το ιωνικό «όλος» που το ακούμε σπάνια πια στα τοπικά μας ιδιώματα, αλλά και ο μάλλινος.

«Παρέρχομαι» σημαίνει και φεύγω και εισέρχομαι.

«Πονηρός» είναι και ο εργώδης και κοπιών αλλά και ο κακός και άθλιος, και τέλος,

«Πένομαι» σήμαινε εργάζομαι και μοχθώ αλλά και είμαι φτωχός (πένης) και μ’ αυτή τη σημασία μάς διασώθηκε. Όπως λέει και η παροιμία «δούλεψε να φας και κλέψε να ‘χεις», φαίνεται ότι ο κόπος και ο μόχθος σπανίως εξαργυρώνονται με πλούτο.

Αυτά τα ολίγα και θα επιφωνούσαμε αγγλιστί «ουάου» (wow), αν δεν υπήρχε η αρχαία ελληνική λέξη «ουά» με την ίδια ακριβώς σημασία...

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018 12:17

Ζώον πολιτικόν

Ο άνθρωπος είναι, κατά τον Αριστοτέλη, ζώον φύσει πολιτικόν, ωστόσο κανέναν άνθρωπο δεν θα τον κολάκευε αυτή η ρήση, εάν έμπαινε στον κόπο να εξιχνιάσει και να αναλύσει τα κουσούρια και την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων της πολιτικής.

Την περισσότερο πιστή, ρεαλιστική και απροκάλυπτη περιγραφή του «πολιτικού» ανθρώπου, του ανθρώπου που είναι βαφτισμένος και βαμμένος στα νάματα της εξουσίας, μας τη δίνει ο Νίκολο Μακιαβέλι (1469-1527) σε ένα ολιγοσέλιδο και πασίγνωστο βιβλίο του με τον τίτλο «Ο Ηγεμόνας», που από το 1513 μέχρι σήμερα έχει γίνει το απαραίτητο εγκόλπιο της εκάστοτε πολιτικής και ταυτόχρονα ο πίνακας του αφορισμού της.

Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι «Ο Πρίγκιπας», που ήταν ο ανώτατος άρχων κατά τον Μεσαίωνα στην Ιταλία, όπως ήταν στον αρχαίο κόσμο ο τύραννος (εκ του κοίρανος και του κύριος), και προτού εκπέσει αργότερα ο τίτλος στον σκληρό και άδικο καταπιεστή του λαού.

Ο νεαρός Φλωρεντίνος τόλμησε να αφήσει αιώνια παρακαταθήκη τους αφορισμούς του για την πολιτική, αφού πρώτα μυήθηκε και ο ίδιος στις τάξεις της ως δημοκρατικός αντίπαλος των Μεδίκων, έχοντας προηγουμένως βαθιά επηρεασθεί από τον διαβόητο και αιμοχαρή Καίσαρα Βοργία και από τον ανατρεπτικό και φλογερό μοναχό Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα, που κάηκε στην πυρά το 1498, δύο μόλις χρόνια μετά την περίφημη «καύση της ματαιοδοξίας», την πυρά που είχε ανάψει ο ίδιος και πάνω της κάηκαν (δια της βίας) τόνοι τιμαλφών και τεράστιος αριθμός έργων της ιταλικής τέχνης (...).

Τι μας λέει λοιπόν το βιβλίο;

Ο «Ηγεμόνας» περιγράφει σοκαριστικά τις ιδιότητες που πρέπει να έχει ένας επαγγελματίας της πολιτικής, της πολιτικής που το αληθές στίγμα της δεν είναι η θρησκεία, ούτε η ηθική, αλλά η ωφελιμιστική επιλογή των μέσων εξουσίας.

Σταχυολογώ τις πιο ενδιαφέρουσες συνταγές του:

Ο άνθρωπος είναι καλός, με την έννοια του διαχειρίσιμου, μόνον όταν είναι αδύναμος, άρα ο ηγεμόνας δεν έχει καμία σχέση με την καλοσύνη. Πάνω εκεί γεννήθηκε η ιδέα του «υπερανθρώπου» (Νίτσε, Χίτλερ) που μυκτήρισε την χριστιανική ηθική και κατάφερε να γεμίσει οδύνη και πτώματα τη σύγχρονη ιστορία.

Ποτέ μην προσπαθείς να κερδίσεις με τη βία αυτό που μπορεί να αποκτηθεί με πονηριά.

Η πρώτη εντύπωση που δημιουργεί ένας ηγεμόνας είναι αυτή που εκπέμπουν οι άνθρωποι που τον περιστοιχίζουν.

Το κακό πρέπει να το επιχειρεί ο πολιτικός μια κι έξω, το καλό σιγά-σιγά.

Οι πολιτικοί είναι τα πιο επικίνδυνα στοιχεία σε μια κοινωνία, και θυμούμαστε όλοι τον Αλκιβιάδη της αρχαίας Αθήνας.

Η υπόσχεση είναι αναγκαιότητα του παρελθόντος, ενώ η μη τήρησή της είναι αναγκαιότητα του παρόντος, ρήση που γίνεται μέχρι σήμερα ευρεία χρήση της και από τους επίδοξους κοινοβουλευτικούς ηγεμόνες και είναι αυτή που στοιχειοθετεί την ανάγκη του πολιτικού ψεύδους.

Όλοι βλέπουν αυτό που φαίνεται. Ελάχιστοι καταλαβαίνουν αυτό που πραγματικά είναι, άρα ο ηγεμών πρέπει να έχει την πρόνοια να μην εμφανίζεται ...γυμνός.

Η αρετή και ο πλούτος είναι ασυμβίβαστα πράγματα, μια χρήσιμη γενική διαπίστωση που έχει την καταγωγή της κυρίως στους κυνικούς της αρχαίας Ελλάδας και στο Ευαγγέλιο («ευκοπώτερον εστί κάμιλον διελθείν…»).

Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό για τον ηγεμόνα από το να φαίνεται θρήσκος (!), και εδώ ισχύει η παράφραση της παροιμίας «Εάν δεν πάει το άγιο (!) όρος στον ηγεμόνα, τότε πάει ο ηγεμόνας στο Άγιον Όρος…».

Τα ίδια περί πολιτικής είπαν πολλοί διάσημοι κατά καιρούς, εξαιρέσει των αρχαίων τυράννων (Πιττακός, Πεισίστρατος, Περίανδρος...) που ήταν ανθρωπινότεροι και μας κληροδότησαν ρητά πραγματικής σοφίας.

Ο Χίτλερ έλεγε: «Είναι τυχεροί οι ηγέτες που οι λαοί τους δεν σκέπτονται».

Ο Ιερός Αυγουστίνος έλεγε: «Εξουσία χωρίς δικαιοσύνη είναι οργανωμένη ληστεία».

Ο Μάο Τσε Τουνγκ έλεγε: «Πολιτική ισχύς είναι αυτό που φυτρώνει από την κάννη του όπλου».

Είναι φανερό ότι ο πολιτικός δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος με κοινές ουμανιστικές και χριστιανικές ιδέες. Είναι ένας βοσκός που τον έχει εκατομμύρια χρόνια τώρα βιολογική (!) ανάγκη το ποίμνιον του λαού, ένας βοσκός εγωιστής και ιδιοτελής, που αποκλείεται να θυσιαστεί ποτέ για να σώσει ένα απολωλός πρόβατο, αλλά θα μετρήσει πόσα είναι τα πρόβατα που θα τον ξαναψηφίσουν…

Να γιατί είναι τόσο σπουδαία και πάντα επίκαιρη η ρήση του Βρετανού συγγραφέα Norman Douglas ότι «η δυσπιστία απέναντι στην εξουσία θα έπρεπε να είναι το πρώτο πολιτικό δικαίωμα»…

Τρίτη, 06 Φεβρουαρίου 2018 13:49

Oι Μηκεδανοί και οι ολίγιστοι

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

Αναγκάζομαι για δεύτερη φορά μέσα στην τελευταία διετία να αρθρογραφήσω για το Σκοπιανό θέμα, όχι τόσο λόγω των δρομολογημένων εξελίξεων, όσο της πολιτικής ανικανότητας και απερισκεψίας.

Έχουν περάσει από τα διαδραματισθέντα του 1992 οκτώ (!) ελληνικές Κυβερνήσεις και δεν είχε καμιά από αυτές το πολιτικό θάρρος να χειριστεί το θέμα με μια εθνικά λογική πρόταση. Όλες ανέβαλλαν το θέμα, όμως δεν είναι σίγουρο ότι αυτή η φθορά του χρόνου λειτούργησε υπέρ της χώρας.

Είμαστε ειδικοί πλέον στο να φκιάχνουμε γόρδιους δεσμούς αντί να τους λύνουμε, και έτσι μ’ αυτά και μ’ αυτά πέσαμε, εμείς ένα πανάρχαιο και ευκλεές έθνος, στην παγίδα ενός απροσδιόριστου κρατιδίου.

Η ιστορία του πώς φτάσαμε ως εδώ (Τίτο, διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας, Ηνωμένα Έθνη, Αμερική κλπ) είναι γνωστή. Το άγνωστο είναι το πώς θα βγούμε από εδώ αισίως.

Το σύνολο σχεδόν των κομμάτων αυτή τη στιγμή αναμασά τη μπουρδολογία «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι παντός τρίτου», είναι όλα έτοιμα να δεχτούν να εμπεριέχεται η λέξη Μακεδονία, και αυτό το θεωρούν εθνικά αποδεκτή και ανεκτή λύση.

Δεν γνωρίζουν οι πατέρες (και μητέρες) του έθνους ότι τέτοιες ονομασίες σύνθετες (εννοείται δίλεκτες) με γεωγραφικό προσδιορισμό (άνω, πέρα κλπ) ακόμα και με χρονικό προσδιορισμό (νέα, πρώην κλπ) διεκδικούν όλες μακεδονικό μερίδιο και υποκρύπτουν, αφού ανοίξει η όρεξη, αλυτρωτικές ιδέες.

Ας αφήσουμε δε το γεγονός ότι το πρώτο συνθετικό θα διαγραφεί εν τοις πράγμασι μέσα σε μια βδομάδα και θα μείνει το Μακεδονία, προς ηθική ικανοποίηση και όσων κρατών, μεγάλων και μικρών, βιάστηκαν να αναγνωρίσουν αυτό το κρατίδιο με αυτό το όνομα.

Άρα δεν είναι εθνικά αποδεκτή μια τέτοια σύνθετη ονομασία παρά τις καυχήσεις και τους λεονταρισμούς της Κυβέρνησης. Θα’ λεγα μάλιστα ότι οι Σκοπιανοί -άγνωστο γιατί- μας φέρθηκαν μέχρι στιγμής με ακατανόητη ηπιότητα που δεν συναίνεσαν ασμένως σε αυτή την πρόταση, όπως τη διατυμπανίζουμε τόσα χρόνια urbi et orbi.

Οι λύσεις λοιπόν που έχουμε και οι προτάσεις που πρέπει να πρυτανεύσουν σ’ αυτή τη δύσκολη διαπραγμάτευση θα πρέπει να έχουν «εθνικό» και όχι γεωγραφικό προσδιορισμό, και να μην είναι δίλεκτες.

Αν ανατρέξουμε στην ιστορία ίσως μας φωτίσει, αν και δεν είναι πάντα σίγουρο. Για παράδειγμα, στα διοικητικά «Θέματα» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η περιοχή των Σκοπίων ανήκε όλη στο λεγόμενο «Θέμα Θεσσαλονίκης», ενώ «Μακεδονία» ονομαζόνταν όλη σχεδόν η σημερινή Βουλγαρία.

Η εθνολογία και δη η γλώσσα μας παρέχουν μια σαφέστερη εικόνα.

Η περιοχή των Σκοπίων λεγόταν κατά καιρούς «Παιονία» και «Δαρδανία». Οι Δαρδάνιοι ήταν ένας μαχητικός λαός του Ιλλυρικού κλάδου.

Αν τώρα προστεθεί και η πρωτεύουσα Σκόπια (οι αρχαίοι Σκουποί) τότε έχουμε τρεις προτεινόμενες ονομασίες: Παιονία, Δαρδανία και Σκόπια.

Εάν βέβαια, λόγω αφορήτων πιέσεων που πιθανότατα θα ασκηθούν και τετελεσμένων γεγονότων λόγω των διπλωματικών αναγνωρίσεων, υποχωρήσουμε στο να αναφέρεται η λέξη «Μακεδονία», τότε μία πρόταση μένει αυτή της «Σλαβομακεδονίας», που συνθέτει λέξεις αναπόσπαστες, με διεθνή χαρακτηριστικά το SLA, και που σημαίνει τους Σλάβους που κατοίκησαν στην ελληνική Μακεδονία.

Εννοείται ότι εάν κατεβαίνουμε εμείς με κάποιες εναλλακτικές, το ίδιο θα πρέπει να κάνει και η άλλη πλευρά και να μην στυλώνει τα πόδια στο Μακεδονία.

Να θυμίσουμε τέλος με την ευκαιρία ότι (οι Έλληνες) όλοι αυτοί που περιμένουν τη δικαίωση και την εθνική λύση είναι οι ψηλόσωμοι «Μηκεδανοί» (Μακεδόνες εκ του Μακεδνοί, εκ του Μακεδανοί, εκ του Μηκεδανοί, εκ του ελληνικού μήκους και δωριστί μάκους, δηλαδή του ύψους), ενώ αυτοί που χειρίζονται τις τύχες τους, πετώντας ο ένας το μπαλάκι στον άλλο, είναι οι «ολίγιστοι»...

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018 13:29

Το πολέμιον ανθρώποις

Ο άνθρωπος, ενώ καρκινοβατεί στο πολιτικό και στο ηθικό πεδίο, αντίθετα, στον τεχνολογικό τομέα έχει κάνει τεράστια, και θα’ λεγε κανείς, επικίνδυνα άλματα.

Τι να πρωτοθυμηθούμε;

Πέτυχε να εξιχνιάσει τα περισσότερα μυστικά της ύλης και του διαστήματος.

Πέτυχε εικονογραφήσεις, αναλύσεις και επικοινωνίες ασύλληπτες.

Κατάφερε να ιδιοποιηθεί θεϊκές μέχρι χθες ιδιότητες, όπως το να είναι πανταχού παρών (Skype, MSN) με την τιθάσευση των κυμάτων του φωτός, κι απ’ την άλλη πέτυχε ήδη την οπτική εξαφάνιση αντικειμένων με την κύρτωση και εκτροπή των μικροκυμάτων του φωτός που προσπίπτουν σε μανδύες αορατότητας κατασκευασμένους από ειδικά μονωτικά «μετα-υλικά».

Όλη αυτή την υλική ανάπτυξη μας την έχει από καιρό προμαντεύσει και προφητεύσει η Τέχνη (Ιούλιος Βερν, αόρατος άνθρωπος του Ουέλς, Στάρτρεκ, Χάρι Πότερ κ.λ.π., η οποία Τέχνη έχει ταυτόχρονα απασχολήσει και τα τεράστια θέματα της μετα-ηθικής που, όπως είναι φυσικό, ανακύπτουν.

Πρόσφατα ο καθηγητής της γενετικής δρ. Τσερτς ανακοίνωσε ότι προτίθεται να κλωνοποιήσει τον Νεάντερταλ από απολιθωμένο δείγμα DNA. Το μόνο που θα χρειαστεί είναι μια παρένθετη μητέρα που θα δεχτεί να φιλοξενήσει ένα τέτοιο έμβρυο στη μήτρα της....

Πρόσφατα επίσης απασχόλησε τις Ευρωπαϊκές Επιτροπές η δεδηλωμένη τεχνική δυνατότητα να χρησιμοποιούνται στους πολέμους και στις συρράξεις, αντί ανθρώπων, ρομπότ-δολοφόνοι (slaughterbots).

Η πορεία ερήμην του ανθρώπου, ενός όντος που είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του, που συναισθηματίζεται ποικιλοτρόπως, που μπορεί να συγχωρέσει, και που τέλος πάντων είναι ελεύθερο να κάνει λάθος, είναι ένα τεράστιο ιστορικό και ανθρωπολογικό ολίσθημα που είναι αδύνατον να μείνει ατιμώρητο.

Οτιδήποτε λέει ο καθένας μας σήμερα είναι καταγεγραμμένο στα συστήματα των τηλεπικοινωνιών και μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανασυρθεί.

Ίσως σύντομα δούμε να ανιχνεύονται ήχοι και εικόνες του μακρινού παρελθόντος εντελώς ακατάγραπτες, ακόμα δε και να γίνεται καταγραφή και ανάγνωση της σκέψης!

Υπάρχει ήδη μια τρομακτική υπεροχή των μέσων έναντι των σκοπών και των προθέσεων. Και προπαντός έναντι της ηθικής.

Σύντομα δεν θα αναγνωρίζεται ο άνθρωπος ως παραδοσιακή οντότητα και αξία.

Τον κώδωνα του κινδύνου μας τον κρούει με σαγηνευτικό τρόπο ο Ισραηλινός ιστορικός Γιουβάλ Νόα Χαράρι με το τελευταίο βιβλίο του «HOMO DEUS μια σύντομη ιστορία του αύριο», και με τις διαλέξεις του.

Κατά τον επιστήμονα η πορεία της ανθρωπότητας είναι επισφαλής.

Διανύουμε κρίσεις νέου τύπου για πρώτη φορά στην ιστορία.

Συγχέουμε τη φαντασία με την πραγματικότητα.

Προσπαθούμε να λύσουμε παγκόσμια προβλήματα με εθνικές πολιτικές και εθνικές κορόνες.

Παράλληλα περισσότεροι άνθρωποι σήμερα πεθαίνουν από περισσότερο φαγητό παρά από λίγο ή καθόλου.

Περισσότερες είναι και οι αυτοκτονίες (πάσης μορφής...) από τα θύματα των πολέμων και των εγκλημάτων.

Αποκαθηλώσαμε τον «πολιτικό άνθρωπο» και τον «άνθρωπο-ψυχή» και στη θέση του βάλαμε τον «άνθρωπο-μπιτ».

Η νέα τεχνολογική επανάσταση που επιταχύνει με αλματώδη ρυθμό δημιουργεί ήδη νέες πολυπληθείς τάξεις αχρήστων ανθρώπων!

Σε ένα σημείο αποφαίνεται ότι «στατιστικά είμαστε ο μεγαλύτερος εχθρός μας», και εκείνη τη στιγμή δεν μπορείς να μη θαυμάσεις την αιώνια ελληνική σοφία.

Ρωτήθηκε κάποτε ο σοφός Ανάχαρσης ο Σκύθης για το «ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου» κι αυτός απάντησε «ο ίδιος ο εαυτός του»!

(Ερωτηθείς «τι εστι πολέμιον ανθρώποις;» «Αυτοί, έφη, εαυτοίς»).

Ψάχνουμε δηλαδή να βρούμε τον εχθρό γύρω μας, κι αυτός είναι μέσα μας! Συνταρακτική η διαπίστωση.

Τέτοιες ρήσεις, που βρίσκουν με μαθηματική ακρίβεια ισχύ και επαλήθευση μετά από 2600 χρόνια, αποδεικνύουν, νομίζω, την υπέρτατη και την υπέρχρονη σοφία που γεννήθηκε σ’ αυτό τον τόπο και από τους γηγενείς αλλά και από τους ξένους και μετέχοντες της ελληνικής παιδείας (όπως ήταν ο Ανάχαρσης).

 

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018 12:22

Το αντίδωρο

Οι κοινωνικές τάξεις προϋπάρχουν από κάθε επίκτητο (και επίδοξο) κοινωνικό σύστημα.

Αταξική κοινωνία είναι αδύνατο να υπάρξει ούτε σαν απόρροια ή επαγγελία κάποιας πολιτικής ιδεοληψίας αλλά ούτε και σαν αποτέλεσμα αγαθών προθέσεων μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Πάντα θα υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι κι αυτό δεν εμποδίζει τη λειτουργία της κοινωνίας αρκεί να υπάρχουν δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι να βρίσκονται και οι δύο σε λογικές ποσοτικές αναλογίες και η δεύτερη, και σπουδαιότερη, να μην υπάρχει το στίγμα εναντίων των απόρων και η πολιτική τους εκμετάλλευση.

Φυλλομετρούσα τις προάλλες το χρηστικό και ευφυέστατο, ένθετο του ΒΗΜΑΤΟΣ, βιβλίο του Γιάννη Βλαστάρη με τον τίτλο «Λεξικό χωρίς γραβάτα».

Όπως προϊδεάζει ο τίτλος πρόκειται για μια συνάθροιση σε αλφαβητική σειρά εννοιών και όρων που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια βάναυση και προκλητική πολιτική διαστρέβλωση.

Δεν βρήκα ωστόσο πουθενά το «κοινωνικό μέρισμα» ούτε και την παρομοίωσή του ως «αντίδωρου», λέξεις που απασχόλησαν την πολιτική επικαιρότητα, προφανώς λόγω χρονικής αδυναμίας: δεν πρόλαβαν να ενταχτούν οι έννοιες στο βιβλίο.

Η πανουργία της δημοκρατίας είναι ότι καταφέρνει η κυβέρνηση να βάζει στον (κυρίαρχο) λαό αμείλικτα διλήμματα.

 Αυτό φαίνεται και στα δημοψηφίσματα και στις εκάστοτε εκλογές, αλλά και σε χαλεπούς καιρούς που ο λαός είναι υποχρεωμένος να υπομένει τα πάνδεινα με μια αίσθηση πρωτοχριστιανικής αυτοτιμωρίας.

Το αλήστου μνήμης «μαζί τα φάγαμε» δεν απαλλάσσει βέβαια τις κυβερνήσεις από τις θεόρατες διαχειριστικές ευθύνες τους, ωστόσο έχει μια βαθύτερη ψυχαναλυτική έννοια αδράνειας και συνενοχής του λαού για τις δήθεν καλές μέρες που περάσανε με σπατάλη και ακηδία.

Κάπως έτσι, και αφού παραπλεύσαμε τον κάβο της «κοινωνικής αλληλεγγύης», φτάσαμε πλησίστιοι στο φιλόξενο λιμάνι του «κοινωνικού μερίσματος»....

Το κοινωνικό μέρισμα που παρομοιάστηκε με το εκκλησιαστικό αντίδωρο. Κάποιοι θεολόγοι θα πουν, εσφαλμένα, αλλά ας δούμε τις έννοιες.

Η αρχαία λέξη «αντιδωρέομαι» σημαίνει ανταποδίδω το δώρο.

Η μεταγενέστερη χριστιανική λέξη «αντίδωρο» σημαίνει, κατά την εκκλησία, το διδόμενο στο τέλος της λειτουργίας τεμάχιο άρτου αντί των δώρων της θείας ευχαριστίας.

Ασαφές, αν σκεφτούμε το εννοιολογικό άνυσμα και τη φορά της λέξης (να θυμίσουμε ότι η εκκλησία έπαιξε στα δάχτυλα την ελληνική γλώσσα), καθώς και το ότι το λαμβάνουν όλοι, κοινωνήσαντες και μη.

Οι λέξεις δεν πρέπει να μας μπερδεύουν, αλλά να μας φωτίζουν και να μας οδηγούν στις ατραπούς του νοήματος.

Έχω τη γνώμη ότι αντίδωρο είναι (και πρέπει να είναι) αυτό που λαμβάνει ο πιστός ως δώρο για το δώρο της λατρείας του και της συμμετοχής του στο μυστήριο.

Εξάλλου το αντίδωρο δεν κρύβει μέσα του καμιά μυστηριακή χάρη, και εννοείται ότι δεν αντικαθιστά τη θεία κοινωνία (Π. Τρεμπέλας).

Μόνο λοιπόν αν το δούμε έτσι αποκτά έννοια το αντίδωρο.

Και μόνον έτσι θα το εξαντικρύζαμε επιτυχώς με το κοινωνικό μέρισμα: αντιπαροχή φιλοδωρήσεως για την τεράστια, την οικειοθελή παροχή του λαού προς την κυβέρνηση, που μεταφράζεται σε φτώχεια, διατεταγμένη λιτότητα, υπέρμετρη ανοχή, εγκαρτέρηση, πίστωση προς αυτήν ανελέητου χρόνου και απελπισία.

Θα προσθέταμε -για να είμαστε απόλυτα ακριβείς- και μια ένοχη αυτοάνοση αδυναμία αντίδρασης…

 

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018 13:33

Ιδού ο άθλιος

Η Ελλάδα έγινε τα τελευταία χρόνια, με την εντόπια πολιτική αβελτηρία και με τις (υστερόβουλες) ευλογίες της Ευρώπης ένα επικίνδυνο κυβερνητικό πειραματόζωο.

Η θρυλούμενη και προσδοκώμενη έξοδος από τα επάρατα μνημόνια όχι μόνο δεν επιχειρήθηκε έμπρακτα, αλλά συνεχίζει μέχρι αυτή τη στιγμή αποκλειστικά με επιβλητικές δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών και μια εξεζητημένη φιλολογία περί του πολιτικού πρακτέου, αντί να αποτελέσει ειδικό οικονομικό και χρηματιστηριακό φαινόμενο, όπως αυτά που έχει καταγράψει και μελετήσει οίκοθεν η ιστορία.

Συνεχίζει λοιπόν να εξαγγέλλεται τουλάχιστον επί τριετίαν ως ευχή ή ως προειδοποίηση, αντί να λειτουργήσει μυστικά και αυτόματα ως παραδεδεγμένη οικονομική λύση.

Το γιατί δεν μπορούμε να λύσουμε οικονομικά προβλήματα από αιώνων συμβαίνοντα, οφείλεται στην αναρμοδιότητα της πολιτικής.

Η πολιτική στην Ελλάδα -τουλάχιστο σήμερα- μπορούμε να πούμε ότι αντιποιείται την εξουσία (όσο κι αν φαίνεται παράξενο) ειδικών δυνάμεων της αγοράς, μιας αγοράς που θα πρέπει να λειτουργεί μηχανιστικά και ανενόχλητα για να παράγει έργο και να δίνει τις απαραίτητες οικονομικές λύσεις.

Αγορά, εκ του «αγείρω», σημαίνει τη συνάθροιση ειδικών δυνάμεων και συντελεστών της οικονομίας για την πραγμάτωση ενός σκοπού και την εξυπηρέτηση κοινωνικών συμφερόντων.

Η κυβέρνηση με μια αυτοκρατορική διάθεση, με ιδεολογικές αγκυλώσεις και αρκετή δοκησισοφία τα ξέρει όλα και θέλει να τα κάνει όλα μόνη της, πολλές φορές ερήμην και των παγίων θεσμών και των ανεξάρτητων αρχών.

Ακκίζεται μπροστά σε έναν παραμορφωτικό πολιτικό καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό της Αϊ Γιώργη να καρφώνει το δράκο του καπιταλισμού, και οργίζεται ενάντια σε προαιώνιες συνταγές και εύστοχες υποδείξεις που τολμά να της υποβάλει ο δημοσιογραφικός κόσμος.

Όλοι οι ειδικοί όλου του κόσμου λένε επί παραδείγματι ότι πρέπει πάση θυσία να πέσουν οι φόροι γιατί, αντί να έρθει ανάπτυξη, επέρχεται καταστροφή (να θυμίσουμε ότι το έπραξε ένας ηθοποιός (!) στην Αμερική τη δεκαετία του ΄80) και αυτή τους αυξάνει.

Θέλει να υποκαταστήσει και να ελέγξει λειτουργίες και θεσμούς όπως δικαιοσύνη, ομοσπονδίες, δημόσιες επιχειρήσεις, αρχαιολογικά συμβούλια, ΕΣΡ και τόσα άλλα.

Δεν ξέρω τι θα έκανε εάν, σύμφωνα με τα κρατούντα στην αρχαία Αθήνα έπρεπε να είναι άμισθη και να λογοδοτεί κάθε τριάντα (!) μέρες, σε μια αυθεντική δημοκρατία, η οποία τότε και για πρώτη φορά στην ιστορία έθεσε τους κανόνες της δημόσιας ζωής, και το σπουδαιότερο, μετατόπισε τις αρμοδιότητες και το πραγματικό υποκείμενο της πολιτικής στον πραγματικό δικαιούχο της, που είναι ο λαός.

Την ώρα που γράφεται το άρθρο ολοκληρώνεται η «πλατφόρμα» για τις προϋποθέσεις χορήγησης του «κοινωνικού μερίσματος 2017». Στοιχεία επί στοιχείων. Εισοδηματικά, περιουσιακά και στοιχεία συγκατοικούντων προστατευομένων μελών.

Όλα αυτά βέβαια είναι δηλωμένα εκ των δηλώσεων, άρα η πλατφόρμα είναι άλλη μια ευκαιρία (!) για τον πολίτη να δηλώσει εγγράφως «ιδού ο άθλιος», και για το κράτος να του επανυποσχεθεί ότι είναι εδώ για να τον σώσει.

Κοινωνικό μέρισμα. Θεάρεστη θα πει κανείς είναι η ελεημοσύνη, μόνο που θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι δεν την κάνει το κράτος. Την κάνουν οι «άθλιοι» μικρομεσαίοι που αναγκάστηκαν να κλείσουν τις επιχειρήσεις τους εξαιτίας φόρων, εισφορών και γραφειοκρατίας.

Η εξ ευωνύμων καταγωγή των πολιτικών συστημάτων μέσα στις σημερινές κατ’ επίφασιν δημοκρατίες έχει όντως πάγια προμετωπίδα ότι θέλει να σώσει τους φτωχούς και τους αδικημένους, όμως αυτός ο αυτοπροσδιορισμός του «σωτήρα» είναι τελικά, όπως μας διηγείται η ιστορία, πολύ επικίνδυνος.

Μπαίνω μάλιστα και στην πονηρή σκέψη ότι αυτή η, με τα άστοχα μέτρα, διεύρυνση και ο πολλαπλασιασμός των πτωχών και αδυνάτων ίσως και να αυτοτροφοδοτεί την ιδεοληπτική μανία μας ότι ήρθαμε για να τους σώσουμε.

Είναι μια σκέψη που τρομάζει. Συμφέρει άρα τη δόξα μας να πληθαίνουν!...

 

Τρίτη, 09 Ιανουαρίου 2018 12:38

O Yalom και η πολιτική

Οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν πρώτοι (ένας από αυτούς ήταν ο Πυθαγόρας ο Σάμιος) με τους αριθμούς, με τη φύση τους, με την αξία τους και το συμβολισμό τους. Έφτασαν στο σημείο να θεοποιήσουν τους αριθμούς, κι αυτοί με τη σειρά τους το ανταπέδωσαν: θεοποίησαν τους Έλληνες.

Διαβάζουμε λόγου χάριν στα συγγράμματα περί αριθμοσοφίας για τις χάρες και τις ιδιότητες του αριθμού τρία.

Τον είπαν πρώτο τέλειο αριθμό (Πρόκλος), λόγο, αναλογία, Δίκη, Θέτιδα.

Είναι ο τόκος της συνεύρεσης του πρώτου περιττού με τον πρώτο άρτιο.

Ο Ιάμβλιχος, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την αριθμοσοφία, λέει ότι εκπροσωπεί τα τρία όρια της ύπαρξης, δηλαδή αρχή-ακμή-τέλος.

Επίσης λέει ότι δηλώνει την ευσέβεια, καθότι τον ετυμολογεί εκ του «τρέω» (απαρέμφατο τρειν) που σημαίνει φοβάμαι και σέβομαι.

Το ότι το τρία απεικονίζει τη σύνεση και τη σοφία δηλώνεται ρητά πάλι από τον Ιάμβλιχο: «οι άνθρωποι πράττουν ορθά και συνετά σήμερα, προβλέποντας τις μελλοντικές περιστάσεις και αποκτώντας την πείρα των παρωχημένων».

Αποσαφηνίζεται λοιπόν η μεγάλη και υπαρξιακή σημασία του αριθμού τρία όχι μόνο για την αριθμοσοφία και όλες γενικώς τις θρησκείες, αλλά για την ίδια τη ζωή για κύριο λόγο του ότι αναπαριστά τις τρεις διαιρέσεις του ρέοντος χρόνου: το παρελθόν το παρόν και το μέλλον.

Η πραγματική παιδεία του ανθρώπου συνίσταται στο να επιτυγχάνει τη σημερινή ευτυχία και αυτάρκεια, διδασκόμενος από το παρελθόν και αναπτερούμενος από τα όνειρα και τις προσδοκίες του αύριο. Έτσι με την κατάλληλη σύζευξη και των τριών αποκτάται η σύνεση.

Οι τρεις αυτοί χρονικοί χώροι είναι βέβαια συνεχείς και αλληλένδετοι, μάλιστα δε οι δύο ακριανοί είναι άπειροι, ο δε μεσαίος είναι μια απειροελάχιστη στιγμή, ένα μετείκασμα των αισθήσεων.

Γι αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος κάνει όνειρα, πολέμους, παρεξηγήσεις. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις άλλες δύο διαστάσεις του χρόνου, αυτή η στιγμή είναι η σπουδαιότερη γιατί κουβαλάει το κρίσιμο βάρος της ζωής.

Ο σπουδαίος υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας Irvin Yalom λέει κάπου στο πρώιμο έργο του «Ο δήμιος του έρωτα» (1989) ότι «η πιο συναρπαστική υπόθεση είναι να βιώνεις τη ζωή σου την ώρα που συμβαίνει. Ο,τιδήποτε άλλο, δηλαδή να ζεις μόνο για την προσδοκία (μέλλον) ή την ανάμνηση (παρελθόν) είναι εκτροπή από την πραγματικότητα».

Και αν αυτά συμβαίνουν σε έναν απλό, καθημερινό άνθρωπο, κατά μείζονα λόγο έχουν απόλυτη εφαρμογή στην πολιτική.

Η πολιτική είναι η κατεξοχήν ανθρώπινη δραστηριότητα η οποία πρέπει να εκφράζει και να υπηρετεί ρεαλιστικά το σήμερα και τις ανάγκες του. Ούτε το ωραιοποιημένο και νοσταλγικό χθες, ούτε κάποιο ειδυλλιακό και ουτοπικό αύριο.

Το αύριο περιέχει όνειρα και ελπίδες και έναν πήχη που λογικά πρέπει να ανεβαίνει.

Το χθες περιέχει την ιστορία και τη μνήμη που έχουν συνήθως μια περίεργη σχέση μεταξύ τους.

Ο ιστορικός και σοφός Άγγλος Tony Judt (1948-2010) σημειώνει στις «Σκέψεις για τον εικοστό αιώνα» ότι η ιστορία και η μνήμη είναι ετεροθαλείς αδελφές. Η μνήμη είναι η μικρή και η γοητευτική (η οποία μπορεί να μας παρασύρει ή να μας πληγώσει).

 Η ιστορία είναι η μεγάλη, ξερακιανή και σωφρωνέστερη (η οποία για να μας φανεί χρήσιμη στην παρούσα «στιγμή» πρέπει να στέκεται μακριά από τα ανθρώπινα πάθη και την εύκολη παρανάγνωση).

Ιστορία και όνειρα για το μέλλον είναι λοιπόν πολύτιμα εφόδια για έναν πολιτικό, ωστόσο υπερπολύτιμη και καθοριστική είναι η κρίση του για τη διαχείριση της παρούσας στιγμής επ’ ωφελεία του λαού και με τους όρους και τις προϋποθέσεις του «σήμερα».

Αλλιώς, η κυβερνητική αδυναμία να αντιμετωπίσει την παρούσα πραγματικότητα οδηγεί σε έναν επιζήμιο ποντιοπιλατισμό και σε ένα τεράστιο πλέγμα δικαιολογιών, που το περιέγραψε καλύτερα και επιγραμματικότερα -όπως συνήθως- η Τέχνη, με εκείνο το αξέχαστο του Δήμου Μούτση «Για όλα φταίνε οι (γκόμενοι) πρώην και οι επόμενοι...».

 

Τετάρτη, 03 Ιανουαρίου 2018 12:34

Το εισιτήριο και η λαστιχένια σόλα

Βρέθηκα προ μηνός πάλι στο κλεινόν άστυ. Σ’ αυτή «τη διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι», στην οποία ανεβαίνουμε πια εννιά φορές στις δέκα για τον Ασκληπιό.

Η μέρα βροχερή. Διέσχισα τη μουσκεμένη και πολύβουη ακτή Τσελέπη και μπήκα στον προθάλαμο του Ηλεκτρικού όπου είναι τα εκδοτήρια των εισιτηρίων.

Πανικός. Αριστερά τέσσερα ηλεκτρονικά εκδοτήρια και δεξιά τρία πατροπαράδοτα.

Στάθηκα αριστερά στην ουρά.

Κοσμάκης μέσα στην άγνοια και στην απελπισία.

Ο ένας να βοηθάει τον άλλο να βγάλει εισιτήριο ή κάρτα.

Επιχείρησα σαν συνταξιούχος να βγάλω μισό. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι τα υπερσύγχρονα και στην υπηρεσία του λαού εκδοτήρια δεν έχουν προβλέψει την έκδοση του μειωμένου εισιτηρίου (!)

Στρέφομαι προς τα δεξιά και κάθομαι στην ουρά σαράντα περίπου απελπισμένων, ιδίως αυτών που έβγαζαν κάρτα διαδρομών.

Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχω καταλάβει τι εξυπηρετεί η προσωποποιημένη κάρτα και γιατί να χρειάζονται πιστοποιητικά και φωτογραφίες για ένα εισιτήριο προς χρήση και όφελος του οποιουδήποτε ανώνυμου κομιστή.

Αφού είδα πολλούς συρμούς να φεύγουν και γω να στέκομαι, κι αφού κινδύνεψα να χάσω το ραντεβού με το γιατρό, πήρα τελικά το εισιτήριο. Το θεώρησα στα ακυρωτικά μηχανήματα και μπήκα στο τρένο.

Εκεί σκέφτηκα ότι ισχύει για 90 λεπτά της ώρας, πράγμα που δεν δηλώνεται πάνω του (καθότι άυλη η θεώρηση), όμως πώς θα ξέρω εγώ πότε λήγουν τα 90 λεπτά; Θα κρατάω ημερολόγιο για ένα εισιτήριο των 60 λεπτών του ΕΥΡΩ;

Εκείνη τη στιγμή ήθελα να βλαστημήσω πάλι την τεχνολογία (και για να είμαι ακριβής, την πολιτική διαχείριση της τεχνολογίας), όταν ξαφνικά, εντελώς φυσικά και συνειρμικά, θυμήθηκα ένα διήγημα του εξαιρετικού Ρώσου ευθυμογράφου Μιχαήλ Ζόσενκο (1895-1958) με τον τίτλο «Η λαστιχένια σόλα».

Μέσα στο σιδηρόδρομο (της Μόσχας) έχασε ο ίδιος (κατά το διήγημα) τη μια λαστιχένια του σόλα.

Ένας φίλος του εισπράκτορας τον καθησύχασε ότι θα βρεθεί στην αποθήκη απολεσθέντων αντικειμένων.

Πήγε λοιπόν εκεί και μετά από εξονυχιστικές περιγραφές και εξηγήσεις βρέθηκε η σόλα, την οποία όμως για να παραλάβει ο δυστυχής χρειαζόνταν πιστοποιητικό της Τοπικής Επιτροπής της Συνοικίας του και Πιστοποιητικό ότι διαμένει σ’ αυτή τη συνοικία.

Απευθύνθηκε έτσι στον πρόεδρο της Επιτροπής, ο οποίος με τη σειρά του τού ζήτησε πιστοποιητικό του τραμ που να βεβαιώνει την απώλεια.

Στο τέλος δέχτηκε, ύστερα από παρακλήσεις και ομολογίες, μια γραπτή δήλωση και του έδωσε το πιστοποιητικό, με το οποίο παρέλαβε τελικά από την αποθήκη τη σόλα, εκθειάζοντας (!...) τις δημόσιες υπηρεσίες για τον αποτελεσματικό τρόπο λειτουργίας τους.

Έξοχος σατιριστής της διαφθοράς και της ιδεοληψίας της τότε δημόσιας διοίκησης, με διαμάντια-διηγήματα στο ενεργητικό του για τις φοροεπιδρομές («Ο λογοτέχνης»), για τα φακελάκια των γιατρών («Άσχημη συνήθεια»), για το φιάσκο της ταξικής διαφοράς («Η αριστοκράτισσα») και τόσα άλλα.

Δεν είναι τυχαίο το ότι το 1946 με αφορμή το έργο του «Οι περιπέτειες ενός πιθήκου» διαγράφτηκε, με εισήγηση του διαβόητου Ζντάνοφ, από την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων, έως ότου λίγο αργότερα αποκατασταθεί.

Μέσα στην παράνοια του πολιτικού ολοκληρωτισμού πάντα θα γεννιούνται φωνές αντίδρασης και λοιδορίας που θα μας δείχνουν τον αληθινό δρόμο της ελευθερίας.

Πάνω σ’ αυτές τις βαριές σκέψεις γύρισα εκείνη τη στιγμή και είδα μιαν αφίσα στο σταθμό που έλεγε κάτι για μουσείο του τραμ (δεν θυμάμαι καλά) από το 1869 που ιδρύθηκε ο σιδηρόδρομος μέχρι σήμερα που μιλάμε.

Πέρασαν λοιπόν 148 ολόκληρα χρόνια! Αυτό το ξέρουμε, μήπως όμως πρέπει και να το αποδείξουμε;....

 

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017 12:49

Η δόξα και η κολοκύθα

Πολλές φορές ο μεγάλος όχλος, πλανώμενος και κινούμενος από τα νήματα κολάκων και παντοίων μεσαζόντων, θεοποιεί κάποιους άρχοντες ή κάποιους «επώνυμους» με παράσημα, βραβεία και τελετές. Εννοείται κάποιους που στην πραγματικότητα δεν το αξίζουν.

Συμβαίνει και σήμερα, όπως συνέβαινε και καθ’ όλη την ιστορία.

Ο Αιλιανός μας διασώζει το ιστορικό ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο, ο πανούργος και μακεδονίζων Αθηναίος ρήτορας Δημάδης θεοποίησε τον Μέγα Αλέξανδρο ψηφίζοντάς τον δέκατο τρίτο θεό, και η Εκκλησία του Δήμου τον τιμώρησε γι’ αυτή του την ασέβεια με πρόστιμο εκατό (!) ταλάντων. Οι Αθηναίοι είχαν βλέπεις ακόμα κείνη την εποχή ελεύθερο πνεύμα και κρίση, υψηλά φρονήματα και μια εξονυχιστική δημοκρατία.

Τρεις αιώνες αργότερα στη Ρώμη τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Υπήρχε ένα σκληρό και ανελέητο ιμπέριουμ. Οι αυλές ήταν θεσμικά ανεξέλεγκτες, προκλητικές και είχαν καταντήσει πρότυπα θηριωδίας και διαφθοράς, αρκεί να εξασφάλιζαν στο λαό άρτον και θεάματα.

Το 37μ.Χ. δολοφονήθηκε ο Τιβέριος Κλαύδιος, ένας αμφιλεγόμενος πλην σκληρός και αιμοχαρής αυτοκράτορας, και ο φιλόσοφος Σενέκας άρπαξε την ευκαιρία να τον αποκαθηλώσει μετά θάνατον, γράφοντας το σατιρικό έργο «Αποκολοκύνθωσις» («Apocolocyntosis»).

Το έργο περιγράφει τα μετά θάνατον του αυτοκράτορα. Συρόμενος με άγκιστρα του δεσμωτηρίου φτάνει στην ουράνια Κρίση. Εκεί απαριθμούνται τα εγκλήματά του και ο Ερμής τον εκδιώκει και τον σύρει στον Άδη, όπου καταδικάζεται από τον βασιλιά του κάτω Κόσμου Αιακό να παίζει αιωνίως ζάρια και να τα ρίχνει με ένα τρύπιο κέρατο από όπου χύνονταν.

Ο Σενέκας έδωσε τον περίεργο αυτό τίτλο επειδή, λέει, το κεφάλι του αυτοκράτορα έμοιαζε με κολοκύθα, άγνωστο εάν θέλησε να παρομοιάσει και το ήθος και την πολιτεία του με το περιεχόμενό της.

Μάλιστα είναι πολύ πιθανό, καθότι πολλά λαϊκά αποφθέγματα έχουν λόγια καταγωγή, η ρήση «α ρε κολοκύθα!» να προέρχεται από αυτή τη σενέκεια παρομοίωση.

Ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (4π.Χ.-65μ.Χ.) υπήρξε διαπρεπής στωικός φιλόσοφος, ελληνολάτρης, σπουδαίος ρήτορας και δραματουργός και διδάσκαλος και παιδαγωγός του αυτοκράτορα Νέρωνα, από τον οποίο δολοφονήθηκε (!) στυγερά και άνευ λόγου το 65μ.Χ. Η Ρωμαϊκή ιστορία είναι γραμμένη με ποταμούς αιμάτων.

Οι άνθρωποι που θα μπορούσαν τότε να καταγγείλουν ή έστω να ειρωνευτούν τις κτηνωδίες, την πολιτική βαναυσότητα και κυρίως την «αποθέωση» άχρηστων, ανικάνων και κακούργων ήταν ελάχιστοι και ένας από αυτούς ήταν ο Σενέκας, που βέβαια το πλήρωσε με τη ζωή του.

Η ιστορία ξαναγράφεται κάθε μέρα.

Μπορεί τα μελάνια να διαφέρουν στο χρώμα και στη σύνθεση ή να είναι διαφορετικές οι γραμματοσειρές, ωστόσο τίποτα δεν άλλαξε μέχρι σήμερα ριζικά στα αμπέλια της πολιτικής.

Μεγαλόσταυρους, Φοίνικες, Τάγματα, Ιππότες, Λεγεώνες, Λέοντες, (η Τυνησία έχει και παράσημο «Καυχήσεως», το Νισάν-ελ-ιφτιχάρ), Αετούς υψηλού σθένους, τιμητικές πλακέτες κι ένα σωρό λιβανωτούς έχει επινοήσει η διαδραστικά οργανωμένη κολακεία για ανθρώπους που δεν αξίζουν τέτοιες τιμές ή που βρέθηκαν ανακόλουθοι με γραμμές και ιδέες, και που πρώτοι οι ίδιοι, αν είχαν αιδώ και σύνεση, θα’ πρεπε να αποποιούνται τέτοια βραβεία και να κρύβονται.

Ο Σενέκας πάντως μας έδωσε μια χαριτωμένη ιδέα.

Η δόξα, η πλαστή δόξα που ανακηρύσσεται ερήμην της καθολικής αποδοχής και της υπέρτατης κρίσης του λαού είναι καταδικασμένη να έχει πάντοτε το σχήμα της κολοκύθας.

 

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017 12:44

H πρόκληση

Εάν δεχθούμε ως αξίωμα το ότι η ποίηση και η μουσική ενός λαού καθρεφτίζει την κουλτούρα του τόπου του στο δεδομένο χρόνο, τότε πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο ελληνικός πολιτισμός τις μαύρες εποχές που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν τα δημοτικά του τραγούδια μεσουράνησε, ενώ σήμερα χαροπαλεύει και κατευθύνεται προς τα έγκατα της γης.

Ο σημερινός άνθρωπος της ηλεκτρονικής και της επίπλαστης ευημερίας, ο άνθρωπος που αμφισβητεί αιώνιες αξίες και που γκρεμίζει χωρίς να έχει έτοιμα δίπλα του τα υλικά να ξαναχτίσει, αυτός ο άνθρωπος στέκει μηδαμινός και εκστατικός μπροστά στη μεγαλειώδη δημοτική μας ποίηση.

Πώς ξαναζωντάνεψε η αρχαία (και η βυζαντινή) μουσική με τα μουσικά μοτίβα της πεντατονίας, του φρύγιου και του δώριου, με τους όμορφους, εκφραστικούς και βαθιά φιλοσοφημένους ρυθμούς (και χορούς), με μια γλώσσα τέλεια, εύφωνη, χαρίεσσα, οικονομημένη, (λογο)πλαστική και γεμάτη από τα ρητορικά και τα συντακτικά σχήματα του αρχαίου λόγου;

Ποιος από αυτούς τους ανώνυμους συνθέτες, τους κυνηγημένους πάνω στα κακοτράχαλα βουνά είχε διαβάσει Πίνδαρο και Σοφοκλή;

Είναι να τρελαίνεται κανείς, όσο ψάχνεται να βρει πώς διαμορφώθηκε αυτή η ποίηση κι αυτή η θεϊκή γλώσσα με το θαυμάσιο λυρισμό και με μια πρωτοφανή ποιητική αλληγορία, μια γλώσσα και μια ποίηση που σήκωσαν ευλαβικά και με ασφάλεια ένα έθνος στις πλάτες τους, την ίδια ώρα που «μαλλιαροί» και «γλωσσαμύντορες» σκοτώνονταν για λυμένες γλωσσικές υποθέσεις.

Ποιος δίδαξε αυτούς τους λεβέντες την αρχαία τέχνη της ειδικής ασματοποιίας για κάθε φυσικό και κοινωνικό συμβάν και για κάθε σπουδαία στιγμή του βίου;

Να θυμηθούμε ότι είχαμε και στην αρχαία τέχνη θρήνους (λίνος, θρήνος και ιάλεμος), διθυράμβους (προσόδια, δαφνηφορικά, επιλοίμια κ.α.) και παιάνες (εμβατήρια και επινίκια).

Ιδιαίτερη σχέση έχει η δημοτική μουσική με τα αρχαία «γεωργικά»: ο λιτυέρσης των θεριστών, ο ίουλος των εριουργών, ο πτισμός στο κοπάνημα των σπόρων, τα επιλήνια στα πατητήρια, το επιμύλιον του μύλου, ο ιμαίος στο νεροκουβάλημα, ο υμέναιος του γάμου, τα παροίνια και τα σκόλια της διασκέδασης, τα ερωτικά των παρθένων και τα νανουρίσματα των νηπίων.

Πολλά από αυτά τα ξαναβρίσκουμε στη νέα δημοτική μουσική, η οποία προσθέτει θέματα από τη σύγχρονη μοίρα του λαού όπως είναι η ξενιτιά και η ορφάνια.

Αξιοσημείωτη είναι η επιλογή του γένους κάθε μουσικής κλίμακας σε κάθε τραγούδι που περιγράφει το κάθε θέμα. Έτσι έχουμε κλίμακες αυστηρές, θρηνώδεις, πανηγυρικές, ακόμα και υπνωτικές.

Τα νανουρίσματα λ.χ. συνηθίζονταν σε «ήχο πρώτο (αρχ. Φρύγιο) παθητικό», που το αντίστοιχο μακάμι στην αραβοπερσική μουσική λέγεται «σαμπάχ πιουσελίκ» και σημαίνει «υπνωτικό»!

Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα της ποίησης.

Ευαισθησία, λυρισμός, σεμνή αλληγορία. Όλα αποδίδονται μεταφορικά και με εικόνες και εκφράσεις από τη φύση, και δεν υπάρχει τίποτα το χυδαίο.

Η αγάπη μας που βρέθηκε στη σκληρή ξενιτιά είναι ένα «πουλάκι ξένο, ξενιτεμένο».

Η ίδια η ξενιτιά είναι ένα «ξένο δάσο» και πώς να φωλιάσει το πουλάκι;

Ο άντρας είναι πεύκος, αϊτός, αμάραντος («που δίχως νερό ποτίζεται, δίχως αέρα σειέται»).

Το κορίτσι είναι χελιδόνι, πιστό περιστέρι, είναι βεργούλα λυγερή, είναι « κοντούλα λεμονιά με τα λεμόνια αφράτα». Ο αισθησιασμός σ’ όλο του το ποιητικό μεγαλείο.

Η ζωή είναι ανεκτίμητη και πρέπει να τη χαιρόμαστε. («Χαρείτε νέοι το ντουνιά γιατί ο καιρός διαβαίνει, κι όποιος θα μπει στη μαύρη γη ποτέ δεν ξαναβγαίνει») ή («νά’ σαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία»).

Ο έντιμος συμβιβασμός με το θάνατο είναι συχνό θέμα της δημοτικής ποίησης («Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ’ αηδόνια, με γέλασαν και μου’ πανε ο Χάρος δεν με παίρνει»).

Ο αγαπητικός που δεν μας δίνει σημασία και μεις μαραζώνουμε είναι ο ήλιος («που βγαίνει το πρωί»).

Η στιχομυθία της μάνας και της κόρης που πρόκειται να ξενιτευτεί είναι συγκινητική. Τη ρωτάει «αν στα ξένα αρρωστήσω τίνος μάνα θα μιλήσω;» και κείνη απαντά «Θα μιλήσεις της κουνιάδας και της πρώτης συννυφάδας» που σημαίνει ότι η ξενιτιά είχε αδειάσει τον τόπο!

Ο νόστος στα Ζαγοροχώρια: «Στο Κάϊρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γιάνω, στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω».

Αρκετά τραγούδια βρίσκουν την ευκαιρία να διδάξουν υψηλό φρόνημα με ένα αφοριστικό τρόπο: «τρία καλά είναι στο ντουνιά και στον απάνω κόσμο, η νιότη και η λεβεντιά και το καλό κορίτσι», όχι όμορφο αλλά καλό, που βάζει τις προϋποθέσεις για έναν καλό γάμο και μια στέρεη οικογένεια.

Στη συνέχεια λέει: «Τ’ ακούτε σεις ανύπαντροι και σεις καλοί λεβέντες, λεφτά να μη ζητήσετε παιδιά και σκλαβωθείτε». Η λατρεία των χρημάτων σκλαβώνει τον άνθρωπο, και τι πιο ωραίο απ’ το να τραγουδιέται αυτή η συνταγή;

Λόγια πολύτιμα και αθάνατα βγαλμένα από το Ευαγγέλιο και τη χιλιόχρονη σοφία του λαού.

Το δημοτικό τραγούδι, όσο περνάνε τα χρόνια και ο άνθρωπος καταβυθίζεται, τόσο θα γιγαντώνεται σαν αισθητική και αξιακή πρόκληση.

 

Τρίτη, 05 Δεκεμβρίου 2017 13:20

Η σύγχυση των πολιτικών όρων

Ο άνθρωπος στη σύγχρονη πολιτική του ιστορία αρέσκεται να επινοεί και να χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς και λέξεις που είτε δεν σημαίνουν τίποτα ως προς το σημαινόμενον, είτε είναι καμωμένες για να παραπλανούν.

Αυτή η μανία για τη μετονομασία τίτλων -το έχουμε ξαναεπισημάνει- δεν είναι απλά ένας λεκτικός ρεφορμισμός (αν μπορούσαμε να δανειστούμε τον όρο), ή έστω μια μόδα, αλλά κρύβει βαθύτερα αίτια παραπλάνησης.

Ακούσαμε πρόσφατα για «οντότητες» και «συλλογικότητες», λέξεις που παρά την ευφυΐα της ελληνικής γλώσσας, δεν μας λένε τίποτα. Μετονομάσαμε τα νομικά και φυσικά πρόσωπα σε «οντότητες», και τους οργανισμούς και παντός είδους ομάδες σε «συλλογικότητες».

Φοβόμαστε να κυριολεκτήσουμε, και εξευμενίζουμε κακές έννοιες με τρόπο προκλητικό.

Λέμε «ευέλικτες μορφές απασχόλησης», «εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης», «μηχανισμό σταθερότητας», «μέτρα ήπιας προσαρμογής», «υπουργείο προστασίας του πολίτη» και άλλα τέτοια φαιδρά.

Ακόμα και τα «άτομα με ειδικές ανάγκες» τα βαφτίσαμε «άτομα με ειδικές ικανότητες ή δεξιότητες»!

Λέγαμε τις προάλλες για τον χαρακτηρισμό «προοδευτικός», που σκοτώνονται όλες οι παρατάξεις, και δη οι αριστερίζουσες, ποια θα τον προτάξει στον τίτλο της. Προοδευτικός είναι ένας ευγενής και πολλά υποσχόμενος όρος που δεν ανήκει προκαταβολικά σε κανένα κόμμα, ειμή μόνο σ’ αυτό που θα τον υλοποιήσει και θα τον αποδείξει εν τοις πράγμασι.

«Φιλελευθερισμός» είναι μια άλλη τέτοια έννοια που ξεκίνησε παλιά από την οικονομία. Αρχικά περιέγραφε το δόγμα της Κλασικής Σχολής της οικονομίας που γεννήθηκε στη Σκοτία εν μέσω της βιομηχανικής επανάστασης, από τον Adam Smith (1723-1790), ο οποίος αποσαφήνισε όλα τα οικονομικά μεγέθη (παραγωγή, εργασία, χρήμα, ανταγωνισμός κλπ) και υπερθεμάτισε την ανάγκη της ελευθερίας των συναλλαγών και της μη επέμβασης του κράτους.

Το οικονομικό αυτό δόγμα βέβαια μετατοπίστηκε πολύ αργότερα και στην πολιτική και σημαίνει πλέον τις αρχές και την ανάγκη της οικονομικής, πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας του ατόμου.

Παρατηρούμε ότι τον όρο τον μονοπωλούν σήμερα δεξιά κόμματα, παρά το ότι δεν είναι κι αυτά αμέτοχα των συνταγματικών περιορισμών της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της συνεχώς αυξανόμενης κρατικής παρέμβασης.

Κατά τον περασμένο αιώνα, «φιλελεύθερο» λεγόταν το Βενιζελικό κόμμα, και «λαϊκό» το αντίπαλό του δεξιό, που ιδρύθηκε το 1915 από τον Δ. Γούναρη και εξέπνευσε το 1951 επί Κ. Τσαλδάρη. Άλλη μια ονομασία που δεν ταιριάζει εννοιολογικά με τις αρχές και τα πεπραγμένα αυτού του κόμματος.

Εντύπωση προκαλεί η ονομασία «Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα», από το 1976 μέχρι σήμερα, που περιλαμβάνει στους κόλπους του δεξιά κόμματα από όλη την Ευρώπη εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο, και που προσωπικά δεν κατανοώ πόση σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα κόμματα με το λαό και με τη στενή πολιτική του έννοια.

Εκεί όμως που υπάρχει απόλυτη σύγχυση είναι στην, προσφιλή τα τελευταία χρόνια, χρήση του όρου «ριζοσπαστισμός».

Τι σημαίνει άραγε ριζοσπάστης;

Είναι αυτός που θέλει να σπάσει τις ρίζες που τον κρατούν. Να αποκοπεί.

Ξεκίνησε ως έννοια του πολιτικού και κοινωνικού επαναστάτη στα μέσα του 18ου αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τη διάδοση των δημοκρατικών ιδεών στη μεταρρυθμιστική Αγγλία κάπου στα 1760, ωστόσο χρησιμοποιήθηκε μέχρι σήμερα από όλα τα κόμματα του πολιτικού φάσματος.

Και η ΕΡΕ του μεταπολέμου ήθελε να λέγεται ριζοσπαστική, αλλά και τα αριστερά κόμματα ερωτοτροπούν συνεχώς με τη λέξη, που έχει καταντήσει terra incognita και ταυτόχρονα ξέφραγο αμπέλι.

Εντιμότερη και σαφέστερη διάκριση των κομμάτων παραμένει αυτή των Δεξιών και Αριστερών που προέκυψε από τις θέσεις του Γαλλικού κοινοβουλίου κατά την μεγάλη Επανάσταση, και που με τα χρόνια και την ανάγκη του πολιτικού συμβιβασμού άφησαν ενδιάμεσα ζωτικό χώρο για τα Κεντρώα κόμματα που σύντομα απέκτησαν ιδεολογικές συγγένειες με τον (ευνουχισμένο) Σοσιαλισμό.

Οποιοιδήποτε άλλοι πολιτικοί χαρακτηρισμοί είναι καταδικασμένοι να προκαλούν σύγχυση, να φαλκιδεύουν τους πραγματικούς σκοπούς αυτών των κομμάτων και να δημιουργούν απλώς εντυπώσεις.

 

Σελίδα 4 από 16
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top