FOLLOW US
Μιχάλης Παπαδημητρίου

Μιχάλης Παπαδημητρίου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018 12:17

Ζώον πολιτικόν

Ο άνθρωπος είναι, κατά τον Αριστοτέλη, ζώον φύσει πολιτικόν, ωστόσο κανέναν άνθρωπο δεν θα τον κολάκευε αυτή η ρήση, εάν έμπαινε στον κόπο να εξιχνιάσει και να αναλύσει τα κουσούρια και την ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων της πολιτικής.

Την περισσότερο πιστή, ρεαλιστική και απροκάλυπτη περιγραφή του «πολιτικού» ανθρώπου, του ανθρώπου που είναι βαφτισμένος και βαμμένος στα νάματα της εξουσίας, μας τη δίνει ο Νίκολο Μακιαβέλι (1469-1527) σε ένα ολιγοσέλιδο και πασίγνωστο βιβλίο του με τον τίτλο «Ο Ηγεμόνας», που από το 1513 μέχρι σήμερα έχει γίνει το απαραίτητο εγκόλπιο της εκάστοτε πολιτικής και ταυτόχρονα ο πίνακας του αφορισμού της.

Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι «Ο Πρίγκιπας», που ήταν ο ανώτατος άρχων κατά τον Μεσαίωνα στην Ιταλία, όπως ήταν στον αρχαίο κόσμο ο τύραννος (εκ του κοίρανος και του κύριος), και προτού εκπέσει αργότερα ο τίτλος στον σκληρό και άδικο καταπιεστή του λαού.

Ο νεαρός Φλωρεντίνος τόλμησε να αφήσει αιώνια παρακαταθήκη τους αφορισμούς του για την πολιτική, αφού πρώτα μυήθηκε και ο ίδιος στις τάξεις της ως δημοκρατικός αντίπαλος των Μεδίκων, έχοντας προηγουμένως βαθιά επηρεασθεί από τον διαβόητο και αιμοχαρή Καίσαρα Βοργία και από τον ανατρεπτικό και φλογερό μοναχό Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα, που κάηκε στην πυρά το 1498, δύο μόλις χρόνια μετά την περίφημη «καύση της ματαιοδοξίας», την πυρά που είχε ανάψει ο ίδιος και πάνω της κάηκαν (δια της βίας) τόνοι τιμαλφών και τεράστιος αριθμός έργων της ιταλικής τέχνης (...).

Τι μας λέει λοιπόν το βιβλίο;

Ο «Ηγεμόνας» περιγράφει σοκαριστικά τις ιδιότητες που πρέπει να έχει ένας επαγγελματίας της πολιτικής, της πολιτικής που το αληθές στίγμα της δεν είναι η θρησκεία, ούτε η ηθική, αλλά η ωφελιμιστική επιλογή των μέσων εξουσίας.

Σταχυολογώ τις πιο ενδιαφέρουσες συνταγές του:

Ο άνθρωπος είναι καλός, με την έννοια του διαχειρίσιμου, μόνον όταν είναι αδύναμος, άρα ο ηγεμόνας δεν έχει καμία σχέση με την καλοσύνη. Πάνω εκεί γεννήθηκε η ιδέα του «υπερανθρώπου» (Νίτσε, Χίτλερ) που μυκτήρισε την χριστιανική ηθική και κατάφερε να γεμίσει οδύνη και πτώματα τη σύγχρονη ιστορία.

Ποτέ μην προσπαθείς να κερδίσεις με τη βία αυτό που μπορεί να αποκτηθεί με πονηριά.

Η πρώτη εντύπωση που δημιουργεί ένας ηγεμόνας είναι αυτή που εκπέμπουν οι άνθρωποι που τον περιστοιχίζουν.

Το κακό πρέπει να το επιχειρεί ο πολιτικός μια κι έξω, το καλό σιγά-σιγά.

Οι πολιτικοί είναι τα πιο επικίνδυνα στοιχεία σε μια κοινωνία, και θυμούμαστε όλοι τον Αλκιβιάδη της αρχαίας Αθήνας.

Η υπόσχεση είναι αναγκαιότητα του παρελθόντος, ενώ η μη τήρησή της είναι αναγκαιότητα του παρόντος, ρήση που γίνεται μέχρι σήμερα ευρεία χρήση της και από τους επίδοξους κοινοβουλευτικούς ηγεμόνες και είναι αυτή που στοιχειοθετεί την ανάγκη του πολιτικού ψεύδους.

Όλοι βλέπουν αυτό που φαίνεται. Ελάχιστοι καταλαβαίνουν αυτό που πραγματικά είναι, άρα ο ηγεμών πρέπει να έχει την πρόνοια να μην εμφανίζεται ...γυμνός.

Η αρετή και ο πλούτος είναι ασυμβίβαστα πράγματα, μια χρήσιμη γενική διαπίστωση που έχει την καταγωγή της κυρίως στους κυνικούς της αρχαίας Ελλάδας και στο Ευαγγέλιο («ευκοπώτερον εστί κάμιλον διελθείν…»).

Δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό για τον ηγεμόνα από το να φαίνεται θρήσκος (!), και εδώ ισχύει η παράφραση της παροιμίας «Εάν δεν πάει το άγιο (!) όρος στον ηγεμόνα, τότε πάει ο ηγεμόνας στο Άγιον Όρος…».

Τα ίδια περί πολιτικής είπαν πολλοί διάσημοι κατά καιρούς, εξαιρέσει των αρχαίων τυράννων (Πιττακός, Πεισίστρατος, Περίανδρος...) που ήταν ανθρωπινότεροι και μας κληροδότησαν ρητά πραγματικής σοφίας.

Ο Χίτλερ έλεγε: «Είναι τυχεροί οι ηγέτες που οι λαοί τους δεν σκέπτονται».

Ο Ιερός Αυγουστίνος έλεγε: «Εξουσία χωρίς δικαιοσύνη είναι οργανωμένη ληστεία».

Ο Μάο Τσε Τουνγκ έλεγε: «Πολιτική ισχύς είναι αυτό που φυτρώνει από την κάννη του όπλου».

Είναι φανερό ότι ο πολιτικός δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος με κοινές ουμανιστικές και χριστιανικές ιδέες. Είναι ένας βοσκός που τον έχει εκατομμύρια χρόνια τώρα βιολογική (!) ανάγκη το ποίμνιον του λαού, ένας βοσκός εγωιστής και ιδιοτελής, που αποκλείεται να θυσιαστεί ποτέ για να σώσει ένα απολωλός πρόβατο, αλλά θα μετρήσει πόσα είναι τα πρόβατα που θα τον ξαναψηφίσουν…

Να γιατί είναι τόσο σπουδαία και πάντα επίκαιρη η ρήση του Βρετανού συγγραφέα Norman Douglas ότι «η δυσπιστία απέναντι στην εξουσία θα έπρεπε να είναι το πρώτο πολιτικό δικαίωμα»…

Τρίτη, 06 Φεβρουαρίου 2018 13:49

Oι Μηκεδανοί και οι ολίγιστοι

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

Αναγκάζομαι για δεύτερη φορά μέσα στην τελευταία διετία να αρθρογραφήσω για το Σκοπιανό θέμα, όχι τόσο λόγω των δρομολογημένων εξελίξεων, όσο της πολιτικής ανικανότητας και απερισκεψίας.

Έχουν περάσει από τα διαδραματισθέντα του 1992 οκτώ (!) ελληνικές Κυβερνήσεις και δεν είχε καμιά από αυτές το πολιτικό θάρρος να χειριστεί το θέμα με μια εθνικά λογική πρόταση. Όλες ανέβαλλαν το θέμα, όμως δεν είναι σίγουρο ότι αυτή η φθορά του χρόνου λειτούργησε υπέρ της χώρας.

Είμαστε ειδικοί πλέον στο να φκιάχνουμε γόρδιους δεσμούς αντί να τους λύνουμε, και έτσι μ’ αυτά και μ’ αυτά πέσαμε, εμείς ένα πανάρχαιο και ευκλεές έθνος, στην παγίδα ενός απροσδιόριστου κρατιδίου.

Η ιστορία του πώς φτάσαμε ως εδώ (Τίτο, διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας, Ηνωμένα Έθνη, Αμερική κλπ) είναι γνωστή. Το άγνωστο είναι το πώς θα βγούμε από εδώ αισίως.

Το σύνολο σχεδόν των κομμάτων αυτή τη στιγμή αναμασά τη μπουρδολογία «σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό έναντι παντός τρίτου», είναι όλα έτοιμα να δεχτούν να εμπεριέχεται η λέξη Μακεδονία, και αυτό το θεωρούν εθνικά αποδεκτή και ανεκτή λύση.

Δεν γνωρίζουν οι πατέρες (και μητέρες) του έθνους ότι τέτοιες ονομασίες σύνθετες (εννοείται δίλεκτες) με γεωγραφικό προσδιορισμό (άνω, πέρα κλπ) ακόμα και με χρονικό προσδιορισμό (νέα, πρώην κλπ) διεκδικούν όλες μακεδονικό μερίδιο και υποκρύπτουν, αφού ανοίξει η όρεξη, αλυτρωτικές ιδέες.

Ας αφήσουμε δε το γεγονός ότι το πρώτο συνθετικό θα διαγραφεί εν τοις πράγμασι μέσα σε μια βδομάδα και θα μείνει το Μακεδονία, προς ηθική ικανοποίηση και όσων κρατών, μεγάλων και μικρών, βιάστηκαν να αναγνωρίσουν αυτό το κρατίδιο με αυτό το όνομα.

Άρα δεν είναι εθνικά αποδεκτή μια τέτοια σύνθετη ονομασία παρά τις καυχήσεις και τους λεονταρισμούς της Κυβέρνησης. Θα’ λεγα μάλιστα ότι οι Σκοπιανοί -άγνωστο γιατί- μας φέρθηκαν μέχρι στιγμής με ακατανόητη ηπιότητα που δεν συναίνεσαν ασμένως σε αυτή την πρόταση, όπως τη διατυμπανίζουμε τόσα χρόνια urbi et orbi.

Οι λύσεις λοιπόν που έχουμε και οι προτάσεις που πρέπει να πρυτανεύσουν σ’ αυτή τη δύσκολη διαπραγμάτευση θα πρέπει να έχουν «εθνικό» και όχι γεωγραφικό προσδιορισμό, και να μην είναι δίλεκτες.

Αν ανατρέξουμε στην ιστορία ίσως μας φωτίσει, αν και δεν είναι πάντα σίγουρο. Για παράδειγμα, στα διοικητικά «Θέματα» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η περιοχή των Σκοπίων ανήκε όλη στο λεγόμενο «Θέμα Θεσσαλονίκης», ενώ «Μακεδονία» ονομαζόνταν όλη σχεδόν η σημερινή Βουλγαρία.

Η εθνολογία και δη η γλώσσα μας παρέχουν μια σαφέστερη εικόνα.

Η περιοχή των Σκοπίων λεγόταν κατά καιρούς «Παιονία» και «Δαρδανία». Οι Δαρδάνιοι ήταν ένας μαχητικός λαός του Ιλλυρικού κλάδου.

Αν τώρα προστεθεί και η πρωτεύουσα Σκόπια (οι αρχαίοι Σκουποί) τότε έχουμε τρεις προτεινόμενες ονομασίες: Παιονία, Δαρδανία και Σκόπια.

Εάν βέβαια, λόγω αφορήτων πιέσεων που πιθανότατα θα ασκηθούν και τετελεσμένων γεγονότων λόγω των διπλωματικών αναγνωρίσεων, υποχωρήσουμε στο να αναφέρεται η λέξη «Μακεδονία», τότε μία πρόταση μένει αυτή της «Σλαβομακεδονίας», που συνθέτει λέξεις αναπόσπαστες, με διεθνή χαρακτηριστικά το SLA, και που σημαίνει τους Σλάβους που κατοίκησαν στην ελληνική Μακεδονία.

Εννοείται ότι εάν κατεβαίνουμε εμείς με κάποιες εναλλακτικές, το ίδιο θα πρέπει να κάνει και η άλλη πλευρά και να μην στυλώνει τα πόδια στο Μακεδονία.

Να θυμίσουμε τέλος με την ευκαιρία ότι (οι Έλληνες) όλοι αυτοί που περιμένουν τη δικαίωση και την εθνική λύση είναι οι ψηλόσωμοι «Μηκεδανοί» (Μακεδόνες εκ του Μακεδνοί, εκ του Μακεδανοί, εκ του Μηκεδανοί, εκ του ελληνικού μήκους και δωριστί μάκους, δηλαδή του ύψους), ενώ αυτοί που χειρίζονται τις τύχες τους, πετώντας ο ένας το μπαλάκι στον άλλο, είναι οι «ολίγιστοι»...

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018 13:29

Το πολέμιον ανθρώποις

Ο άνθρωπος, ενώ καρκινοβατεί στο πολιτικό και στο ηθικό πεδίο, αντίθετα, στον τεχνολογικό τομέα έχει κάνει τεράστια, και θα’ λεγε κανείς, επικίνδυνα άλματα.

Τι να πρωτοθυμηθούμε;

Πέτυχε να εξιχνιάσει τα περισσότερα μυστικά της ύλης και του διαστήματος.

Πέτυχε εικονογραφήσεις, αναλύσεις και επικοινωνίες ασύλληπτες.

Κατάφερε να ιδιοποιηθεί θεϊκές μέχρι χθες ιδιότητες, όπως το να είναι πανταχού παρών (Skype, MSN) με την τιθάσευση των κυμάτων του φωτός, κι απ’ την άλλη πέτυχε ήδη την οπτική εξαφάνιση αντικειμένων με την κύρτωση και εκτροπή των μικροκυμάτων του φωτός που προσπίπτουν σε μανδύες αορατότητας κατασκευασμένους από ειδικά μονωτικά «μετα-υλικά».

Όλη αυτή την υλική ανάπτυξη μας την έχει από καιρό προμαντεύσει και προφητεύσει η Τέχνη (Ιούλιος Βερν, αόρατος άνθρωπος του Ουέλς, Στάρτρεκ, Χάρι Πότερ κ.λ.π., η οποία Τέχνη έχει ταυτόχρονα απασχολήσει και τα τεράστια θέματα της μετα-ηθικής που, όπως είναι φυσικό, ανακύπτουν.

Πρόσφατα ο καθηγητής της γενετικής δρ. Τσερτς ανακοίνωσε ότι προτίθεται να κλωνοποιήσει τον Νεάντερταλ από απολιθωμένο δείγμα DNA. Το μόνο που θα χρειαστεί είναι μια παρένθετη μητέρα που θα δεχτεί να φιλοξενήσει ένα τέτοιο έμβρυο στη μήτρα της....

Πρόσφατα επίσης απασχόλησε τις Ευρωπαϊκές Επιτροπές η δεδηλωμένη τεχνική δυνατότητα να χρησιμοποιούνται στους πολέμους και στις συρράξεις, αντί ανθρώπων, ρομπότ-δολοφόνοι (slaughterbots).

Η πορεία ερήμην του ανθρώπου, ενός όντος που είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του, που συναισθηματίζεται ποικιλοτρόπως, που μπορεί να συγχωρέσει, και που τέλος πάντων είναι ελεύθερο να κάνει λάθος, είναι ένα τεράστιο ιστορικό και ανθρωπολογικό ολίσθημα που είναι αδύνατον να μείνει ατιμώρητο.

Οτιδήποτε λέει ο καθένας μας σήμερα είναι καταγεγραμμένο στα συστήματα των τηλεπικοινωνιών και μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανασυρθεί.

Ίσως σύντομα δούμε να ανιχνεύονται ήχοι και εικόνες του μακρινού παρελθόντος εντελώς ακατάγραπτες, ακόμα δε και να γίνεται καταγραφή και ανάγνωση της σκέψης!

Υπάρχει ήδη μια τρομακτική υπεροχή των μέσων έναντι των σκοπών και των προθέσεων. Και προπαντός έναντι της ηθικής.

Σύντομα δεν θα αναγνωρίζεται ο άνθρωπος ως παραδοσιακή οντότητα και αξία.

Τον κώδωνα του κινδύνου μας τον κρούει με σαγηνευτικό τρόπο ο Ισραηλινός ιστορικός Γιουβάλ Νόα Χαράρι με το τελευταίο βιβλίο του «HOMO DEUS μια σύντομη ιστορία του αύριο», και με τις διαλέξεις του.

Κατά τον επιστήμονα η πορεία της ανθρωπότητας είναι επισφαλής.

Διανύουμε κρίσεις νέου τύπου για πρώτη φορά στην ιστορία.

Συγχέουμε τη φαντασία με την πραγματικότητα.

Προσπαθούμε να λύσουμε παγκόσμια προβλήματα με εθνικές πολιτικές και εθνικές κορόνες.

Παράλληλα περισσότεροι άνθρωποι σήμερα πεθαίνουν από περισσότερο φαγητό παρά από λίγο ή καθόλου.

Περισσότερες είναι και οι αυτοκτονίες (πάσης μορφής...) από τα θύματα των πολέμων και των εγκλημάτων.

Αποκαθηλώσαμε τον «πολιτικό άνθρωπο» και τον «άνθρωπο-ψυχή» και στη θέση του βάλαμε τον «άνθρωπο-μπιτ».

Η νέα τεχνολογική επανάσταση που επιταχύνει με αλματώδη ρυθμό δημιουργεί ήδη νέες πολυπληθείς τάξεις αχρήστων ανθρώπων!

Σε ένα σημείο αποφαίνεται ότι «στατιστικά είμαστε ο μεγαλύτερος εχθρός μας», και εκείνη τη στιγμή δεν μπορείς να μη θαυμάσεις την αιώνια ελληνική σοφία.

Ρωτήθηκε κάποτε ο σοφός Ανάχαρσης ο Σκύθης για το «ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου» κι αυτός απάντησε «ο ίδιος ο εαυτός του»!

(Ερωτηθείς «τι εστι πολέμιον ανθρώποις;» «Αυτοί, έφη, εαυτοίς»).

Ψάχνουμε δηλαδή να βρούμε τον εχθρό γύρω μας, κι αυτός είναι μέσα μας! Συνταρακτική η διαπίστωση.

Τέτοιες ρήσεις, που βρίσκουν με μαθηματική ακρίβεια ισχύ και επαλήθευση μετά από 2600 χρόνια, αποδεικνύουν, νομίζω, την υπέρτατη και την υπέρχρονη σοφία που γεννήθηκε σ’ αυτό τον τόπο και από τους γηγενείς αλλά και από τους ξένους και μετέχοντες της ελληνικής παιδείας (όπως ήταν ο Ανάχαρσης).

 

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018 12:22

Το αντίδωρο

Οι κοινωνικές τάξεις προϋπάρχουν από κάθε επίκτητο (και επίδοξο) κοινωνικό σύστημα.

Αταξική κοινωνία είναι αδύνατο να υπάρξει ούτε σαν απόρροια ή επαγγελία κάποιας πολιτικής ιδεοληψίας αλλά ούτε και σαν αποτέλεσμα αγαθών προθέσεων μετασχηματισμού της κοινωνίας.

Πάντα θα υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι κι αυτό δεν εμποδίζει τη λειτουργία της κοινωνίας αρκεί να υπάρχουν δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι να βρίσκονται και οι δύο σε λογικές ποσοτικές αναλογίες και η δεύτερη, και σπουδαιότερη, να μην υπάρχει το στίγμα εναντίων των απόρων και η πολιτική τους εκμετάλλευση.

Φυλλομετρούσα τις προάλλες το χρηστικό και ευφυέστατο, ένθετο του ΒΗΜΑΤΟΣ, βιβλίο του Γιάννη Βλαστάρη με τον τίτλο «Λεξικό χωρίς γραβάτα».

Όπως προϊδεάζει ο τίτλος πρόκειται για μια συνάθροιση σε αλφαβητική σειρά εννοιών και όρων που έχουν υποστεί τα τελευταία χρόνια βάναυση και προκλητική πολιτική διαστρέβλωση.

Δεν βρήκα ωστόσο πουθενά το «κοινωνικό μέρισμα» ούτε και την παρομοίωσή του ως «αντίδωρου», λέξεις που απασχόλησαν την πολιτική επικαιρότητα, προφανώς λόγω χρονικής αδυναμίας: δεν πρόλαβαν να ενταχτούν οι έννοιες στο βιβλίο.

Η πανουργία της δημοκρατίας είναι ότι καταφέρνει η κυβέρνηση να βάζει στον (κυρίαρχο) λαό αμείλικτα διλήμματα.

 Αυτό φαίνεται και στα δημοψηφίσματα και στις εκάστοτε εκλογές, αλλά και σε χαλεπούς καιρούς που ο λαός είναι υποχρεωμένος να υπομένει τα πάνδεινα με μια αίσθηση πρωτοχριστιανικής αυτοτιμωρίας.

Το αλήστου μνήμης «μαζί τα φάγαμε» δεν απαλλάσσει βέβαια τις κυβερνήσεις από τις θεόρατες διαχειριστικές ευθύνες τους, ωστόσο έχει μια βαθύτερη ψυχαναλυτική έννοια αδράνειας και συνενοχής του λαού για τις δήθεν καλές μέρες που περάσανε με σπατάλη και ακηδία.

Κάπως έτσι, και αφού παραπλεύσαμε τον κάβο της «κοινωνικής αλληλεγγύης», φτάσαμε πλησίστιοι στο φιλόξενο λιμάνι του «κοινωνικού μερίσματος»....

Το κοινωνικό μέρισμα που παρομοιάστηκε με το εκκλησιαστικό αντίδωρο. Κάποιοι θεολόγοι θα πουν, εσφαλμένα, αλλά ας δούμε τις έννοιες.

Η αρχαία λέξη «αντιδωρέομαι» σημαίνει ανταποδίδω το δώρο.

Η μεταγενέστερη χριστιανική λέξη «αντίδωρο» σημαίνει, κατά την εκκλησία, το διδόμενο στο τέλος της λειτουργίας τεμάχιο άρτου αντί των δώρων της θείας ευχαριστίας.

Ασαφές, αν σκεφτούμε το εννοιολογικό άνυσμα και τη φορά της λέξης (να θυμίσουμε ότι η εκκλησία έπαιξε στα δάχτυλα την ελληνική γλώσσα), καθώς και το ότι το λαμβάνουν όλοι, κοινωνήσαντες και μη.

Οι λέξεις δεν πρέπει να μας μπερδεύουν, αλλά να μας φωτίζουν και να μας οδηγούν στις ατραπούς του νοήματος.

Έχω τη γνώμη ότι αντίδωρο είναι (και πρέπει να είναι) αυτό που λαμβάνει ο πιστός ως δώρο για το δώρο της λατρείας του και της συμμετοχής του στο μυστήριο.

Εξάλλου το αντίδωρο δεν κρύβει μέσα του καμιά μυστηριακή χάρη, και εννοείται ότι δεν αντικαθιστά τη θεία κοινωνία (Π. Τρεμπέλας).

Μόνο λοιπόν αν το δούμε έτσι αποκτά έννοια το αντίδωρο.

Και μόνον έτσι θα το εξαντικρύζαμε επιτυχώς με το κοινωνικό μέρισμα: αντιπαροχή φιλοδωρήσεως για την τεράστια, την οικειοθελή παροχή του λαού προς την κυβέρνηση, που μεταφράζεται σε φτώχεια, διατεταγμένη λιτότητα, υπέρμετρη ανοχή, εγκαρτέρηση, πίστωση προς αυτήν ανελέητου χρόνου και απελπισία.

Θα προσθέταμε -για να είμαστε απόλυτα ακριβείς- και μια ένοχη αυτοάνοση αδυναμία αντίδρασης…

 

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018 13:33

Ιδού ο άθλιος

Η Ελλάδα έγινε τα τελευταία χρόνια, με την εντόπια πολιτική αβελτηρία και με τις (υστερόβουλες) ευλογίες της Ευρώπης ένα επικίνδυνο κυβερνητικό πειραματόζωο.

Η θρυλούμενη και προσδοκώμενη έξοδος από τα επάρατα μνημόνια όχι μόνο δεν επιχειρήθηκε έμπρακτα, αλλά συνεχίζει μέχρι αυτή τη στιγμή αποκλειστικά με επιβλητικές δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών και μια εξεζητημένη φιλολογία περί του πολιτικού πρακτέου, αντί να αποτελέσει ειδικό οικονομικό και χρηματιστηριακό φαινόμενο, όπως αυτά που έχει καταγράψει και μελετήσει οίκοθεν η ιστορία.

Συνεχίζει λοιπόν να εξαγγέλλεται τουλάχιστον επί τριετίαν ως ευχή ή ως προειδοποίηση, αντί να λειτουργήσει μυστικά και αυτόματα ως παραδεδεγμένη οικονομική λύση.

Το γιατί δεν μπορούμε να λύσουμε οικονομικά προβλήματα από αιώνων συμβαίνοντα, οφείλεται στην αναρμοδιότητα της πολιτικής.

Η πολιτική στην Ελλάδα -τουλάχιστο σήμερα- μπορούμε να πούμε ότι αντιποιείται την εξουσία (όσο κι αν φαίνεται παράξενο) ειδικών δυνάμεων της αγοράς, μιας αγοράς που θα πρέπει να λειτουργεί μηχανιστικά και ανενόχλητα για να παράγει έργο και να δίνει τις απαραίτητες οικονομικές λύσεις.

Αγορά, εκ του «αγείρω», σημαίνει τη συνάθροιση ειδικών δυνάμεων και συντελεστών της οικονομίας για την πραγμάτωση ενός σκοπού και την εξυπηρέτηση κοινωνικών συμφερόντων.

Η κυβέρνηση με μια αυτοκρατορική διάθεση, με ιδεολογικές αγκυλώσεις και αρκετή δοκησισοφία τα ξέρει όλα και θέλει να τα κάνει όλα μόνη της, πολλές φορές ερήμην και των παγίων θεσμών και των ανεξάρτητων αρχών.

Ακκίζεται μπροστά σε έναν παραμορφωτικό πολιτικό καθρέφτη, βλέπει τον εαυτό της Αϊ Γιώργη να καρφώνει το δράκο του καπιταλισμού, και οργίζεται ενάντια σε προαιώνιες συνταγές και εύστοχες υποδείξεις που τολμά να της υποβάλει ο δημοσιογραφικός κόσμος.

Όλοι οι ειδικοί όλου του κόσμου λένε επί παραδείγματι ότι πρέπει πάση θυσία να πέσουν οι φόροι γιατί, αντί να έρθει ανάπτυξη, επέρχεται καταστροφή (να θυμίσουμε ότι το έπραξε ένας ηθοποιός (!) στην Αμερική τη δεκαετία του ΄80) και αυτή τους αυξάνει.

Θέλει να υποκαταστήσει και να ελέγξει λειτουργίες και θεσμούς όπως δικαιοσύνη, ομοσπονδίες, δημόσιες επιχειρήσεις, αρχαιολογικά συμβούλια, ΕΣΡ και τόσα άλλα.

Δεν ξέρω τι θα έκανε εάν, σύμφωνα με τα κρατούντα στην αρχαία Αθήνα έπρεπε να είναι άμισθη και να λογοδοτεί κάθε τριάντα (!) μέρες, σε μια αυθεντική δημοκρατία, η οποία τότε και για πρώτη φορά στην ιστορία έθεσε τους κανόνες της δημόσιας ζωής, και το σπουδαιότερο, μετατόπισε τις αρμοδιότητες και το πραγματικό υποκείμενο της πολιτικής στον πραγματικό δικαιούχο της, που είναι ο λαός.

Την ώρα που γράφεται το άρθρο ολοκληρώνεται η «πλατφόρμα» για τις προϋποθέσεις χορήγησης του «κοινωνικού μερίσματος 2017». Στοιχεία επί στοιχείων. Εισοδηματικά, περιουσιακά και στοιχεία συγκατοικούντων προστατευομένων μελών.

Όλα αυτά βέβαια είναι δηλωμένα εκ των δηλώσεων, άρα η πλατφόρμα είναι άλλη μια ευκαιρία (!) για τον πολίτη να δηλώσει εγγράφως «ιδού ο άθλιος», και για το κράτος να του επανυποσχεθεί ότι είναι εδώ για να τον σώσει.

Κοινωνικό μέρισμα. Θεάρεστη θα πει κανείς είναι η ελεημοσύνη, μόνο που θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι δεν την κάνει το κράτος. Την κάνουν οι «άθλιοι» μικρομεσαίοι που αναγκάστηκαν να κλείσουν τις επιχειρήσεις τους εξαιτίας φόρων, εισφορών και γραφειοκρατίας.

Η εξ ευωνύμων καταγωγή των πολιτικών συστημάτων μέσα στις σημερινές κατ’ επίφασιν δημοκρατίες έχει όντως πάγια προμετωπίδα ότι θέλει να σώσει τους φτωχούς και τους αδικημένους, όμως αυτός ο αυτοπροσδιορισμός του «σωτήρα» είναι τελικά, όπως μας διηγείται η ιστορία, πολύ επικίνδυνος.

Μπαίνω μάλιστα και στην πονηρή σκέψη ότι αυτή η, με τα άστοχα μέτρα, διεύρυνση και ο πολλαπλασιασμός των πτωχών και αδυνάτων ίσως και να αυτοτροφοδοτεί την ιδεοληπτική μανία μας ότι ήρθαμε για να τους σώσουμε.

Είναι μια σκέψη που τρομάζει. Συμφέρει άρα τη δόξα μας να πληθαίνουν!...

 

Τρίτη, 09 Ιανουαρίου 2018 12:38

O Yalom και η πολιτική

Οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν πρώτοι (ένας από αυτούς ήταν ο Πυθαγόρας ο Σάμιος) με τους αριθμούς, με τη φύση τους, με την αξία τους και το συμβολισμό τους. Έφτασαν στο σημείο να θεοποιήσουν τους αριθμούς, κι αυτοί με τη σειρά τους το ανταπέδωσαν: θεοποίησαν τους Έλληνες.

Διαβάζουμε λόγου χάριν στα συγγράμματα περί αριθμοσοφίας για τις χάρες και τις ιδιότητες του αριθμού τρία.

Τον είπαν πρώτο τέλειο αριθμό (Πρόκλος), λόγο, αναλογία, Δίκη, Θέτιδα.

Είναι ο τόκος της συνεύρεσης του πρώτου περιττού με τον πρώτο άρτιο.

Ο Ιάμβλιχος, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την αριθμοσοφία, λέει ότι εκπροσωπεί τα τρία όρια της ύπαρξης, δηλαδή αρχή-ακμή-τέλος.

Επίσης λέει ότι δηλώνει την ευσέβεια, καθότι τον ετυμολογεί εκ του «τρέω» (απαρέμφατο τρειν) που σημαίνει φοβάμαι και σέβομαι.

Το ότι το τρία απεικονίζει τη σύνεση και τη σοφία δηλώνεται ρητά πάλι από τον Ιάμβλιχο: «οι άνθρωποι πράττουν ορθά και συνετά σήμερα, προβλέποντας τις μελλοντικές περιστάσεις και αποκτώντας την πείρα των παρωχημένων».

Αποσαφηνίζεται λοιπόν η μεγάλη και υπαρξιακή σημασία του αριθμού τρία όχι μόνο για την αριθμοσοφία και όλες γενικώς τις θρησκείες, αλλά για την ίδια τη ζωή για κύριο λόγο του ότι αναπαριστά τις τρεις διαιρέσεις του ρέοντος χρόνου: το παρελθόν το παρόν και το μέλλον.

Η πραγματική παιδεία του ανθρώπου συνίσταται στο να επιτυγχάνει τη σημερινή ευτυχία και αυτάρκεια, διδασκόμενος από το παρελθόν και αναπτερούμενος από τα όνειρα και τις προσδοκίες του αύριο. Έτσι με την κατάλληλη σύζευξη και των τριών αποκτάται η σύνεση.

Οι τρεις αυτοί χρονικοί χώροι είναι βέβαια συνεχείς και αλληλένδετοι, μάλιστα δε οι δύο ακριανοί είναι άπειροι, ο δε μεσαίος είναι μια απειροελάχιστη στιγμή, ένα μετείκασμα των αισθήσεων.

Γι αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος κάνει όνειρα, πολέμους, παρεξηγήσεις. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις άλλες δύο διαστάσεις του χρόνου, αυτή η στιγμή είναι η σπουδαιότερη γιατί κουβαλάει το κρίσιμο βάρος της ζωής.

Ο σπουδαίος υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας Irvin Yalom λέει κάπου στο πρώιμο έργο του «Ο δήμιος του έρωτα» (1989) ότι «η πιο συναρπαστική υπόθεση είναι να βιώνεις τη ζωή σου την ώρα που συμβαίνει. Ο,τιδήποτε άλλο, δηλαδή να ζεις μόνο για την προσδοκία (μέλλον) ή την ανάμνηση (παρελθόν) είναι εκτροπή από την πραγματικότητα».

Και αν αυτά συμβαίνουν σε έναν απλό, καθημερινό άνθρωπο, κατά μείζονα λόγο έχουν απόλυτη εφαρμογή στην πολιτική.

Η πολιτική είναι η κατεξοχήν ανθρώπινη δραστηριότητα η οποία πρέπει να εκφράζει και να υπηρετεί ρεαλιστικά το σήμερα και τις ανάγκες του. Ούτε το ωραιοποιημένο και νοσταλγικό χθες, ούτε κάποιο ειδυλλιακό και ουτοπικό αύριο.

Το αύριο περιέχει όνειρα και ελπίδες και έναν πήχη που λογικά πρέπει να ανεβαίνει.

Το χθες περιέχει την ιστορία και τη μνήμη που έχουν συνήθως μια περίεργη σχέση μεταξύ τους.

Ο ιστορικός και σοφός Άγγλος Tony Judt (1948-2010) σημειώνει στις «Σκέψεις για τον εικοστό αιώνα» ότι η ιστορία και η μνήμη είναι ετεροθαλείς αδελφές. Η μνήμη είναι η μικρή και η γοητευτική (η οποία μπορεί να μας παρασύρει ή να μας πληγώσει).

 Η ιστορία είναι η μεγάλη, ξερακιανή και σωφρωνέστερη (η οποία για να μας φανεί χρήσιμη στην παρούσα «στιγμή» πρέπει να στέκεται μακριά από τα ανθρώπινα πάθη και την εύκολη παρανάγνωση).

Ιστορία και όνειρα για το μέλλον είναι λοιπόν πολύτιμα εφόδια για έναν πολιτικό, ωστόσο υπερπολύτιμη και καθοριστική είναι η κρίση του για τη διαχείριση της παρούσας στιγμής επ’ ωφελεία του λαού και με τους όρους και τις προϋποθέσεις του «σήμερα».

Αλλιώς, η κυβερνητική αδυναμία να αντιμετωπίσει την παρούσα πραγματικότητα οδηγεί σε έναν επιζήμιο ποντιοπιλατισμό και σε ένα τεράστιο πλέγμα δικαιολογιών, που το περιέγραψε καλύτερα και επιγραμματικότερα -όπως συνήθως- η Τέχνη, με εκείνο το αξέχαστο του Δήμου Μούτση «Για όλα φταίνε οι (γκόμενοι) πρώην και οι επόμενοι...».

 

Τετάρτη, 03 Ιανουαρίου 2018 12:34

Το εισιτήριο και η λαστιχένια σόλα

Βρέθηκα προ μηνός πάλι στο κλεινόν άστυ. Σ’ αυτή «τη διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι», στην οποία ανεβαίνουμε πια εννιά φορές στις δέκα για τον Ασκληπιό.

Η μέρα βροχερή. Διέσχισα τη μουσκεμένη και πολύβουη ακτή Τσελέπη και μπήκα στον προθάλαμο του Ηλεκτρικού όπου είναι τα εκδοτήρια των εισιτηρίων.

Πανικός. Αριστερά τέσσερα ηλεκτρονικά εκδοτήρια και δεξιά τρία πατροπαράδοτα.

Στάθηκα αριστερά στην ουρά.

Κοσμάκης μέσα στην άγνοια και στην απελπισία.

Ο ένας να βοηθάει τον άλλο να βγάλει εισιτήριο ή κάρτα.

Επιχείρησα σαν συνταξιούχος να βγάλω μισό. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι τα υπερσύγχρονα και στην υπηρεσία του λαού εκδοτήρια δεν έχουν προβλέψει την έκδοση του μειωμένου εισιτηρίου (!)

Στρέφομαι προς τα δεξιά και κάθομαι στην ουρά σαράντα περίπου απελπισμένων, ιδίως αυτών που έβγαζαν κάρτα διαδρομών.

Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχω καταλάβει τι εξυπηρετεί η προσωποποιημένη κάρτα και γιατί να χρειάζονται πιστοποιητικά και φωτογραφίες για ένα εισιτήριο προς χρήση και όφελος του οποιουδήποτε ανώνυμου κομιστή.

Αφού είδα πολλούς συρμούς να φεύγουν και γω να στέκομαι, κι αφού κινδύνεψα να χάσω το ραντεβού με το γιατρό, πήρα τελικά το εισιτήριο. Το θεώρησα στα ακυρωτικά μηχανήματα και μπήκα στο τρένο.

Εκεί σκέφτηκα ότι ισχύει για 90 λεπτά της ώρας, πράγμα που δεν δηλώνεται πάνω του (καθότι άυλη η θεώρηση), όμως πώς θα ξέρω εγώ πότε λήγουν τα 90 λεπτά; Θα κρατάω ημερολόγιο για ένα εισιτήριο των 60 λεπτών του ΕΥΡΩ;

Εκείνη τη στιγμή ήθελα να βλαστημήσω πάλι την τεχνολογία (και για να είμαι ακριβής, την πολιτική διαχείριση της τεχνολογίας), όταν ξαφνικά, εντελώς φυσικά και συνειρμικά, θυμήθηκα ένα διήγημα του εξαιρετικού Ρώσου ευθυμογράφου Μιχαήλ Ζόσενκο (1895-1958) με τον τίτλο «Η λαστιχένια σόλα».

Μέσα στο σιδηρόδρομο (της Μόσχας) έχασε ο ίδιος (κατά το διήγημα) τη μια λαστιχένια του σόλα.

Ένας φίλος του εισπράκτορας τον καθησύχασε ότι θα βρεθεί στην αποθήκη απολεσθέντων αντικειμένων.

Πήγε λοιπόν εκεί και μετά από εξονυχιστικές περιγραφές και εξηγήσεις βρέθηκε η σόλα, την οποία όμως για να παραλάβει ο δυστυχής χρειαζόνταν πιστοποιητικό της Τοπικής Επιτροπής της Συνοικίας του και Πιστοποιητικό ότι διαμένει σ’ αυτή τη συνοικία.

Απευθύνθηκε έτσι στον πρόεδρο της Επιτροπής, ο οποίος με τη σειρά του τού ζήτησε πιστοποιητικό του τραμ που να βεβαιώνει την απώλεια.

Στο τέλος δέχτηκε, ύστερα από παρακλήσεις και ομολογίες, μια γραπτή δήλωση και του έδωσε το πιστοποιητικό, με το οποίο παρέλαβε τελικά από την αποθήκη τη σόλα, εκθειάζοντας (!...) τις δημόσιες υπηρεσίες για τον αποτελεσματικό τρόπο λειτουργίας τους.

Έξοχος σατιριστής της διαφθοράς και της ιδεοληψίας της τότε δημόσιας διοίκησης, με διαμάντια-διηγήματα στο ενεργητικό του για τις φοροεπιδρομές («Ο λογοτέχνης»), για τα φακελάκια των γιατρών («Άσχημη συνήθεια»), για το φιάσκο της ταξικής διαφοράς («Η αριστοκράτισσα») και τόσα άλλα.

Δεν είναι τυχαίο το ότι το 1946 με αφορμή το έργο του «Οι περιπέτειες ενός πιθήκου» διαγράφτηκε, με εισήγηση του διαβόητου Ζντάνοφ, από την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων, έως ότου λίγο αργότερα αποκατασταθεί.

Μέσα στην παράνοια του πολιτικού ολοκληρωτισμού πάντα θα γεννιούνται φωνές αντίδρασης και λοιδορίας που θα μας δείχνουν τον αληθινό δρόμο της ελευθερίας.

Πάνω σ’ αυτές τις βαριές σκέψεις γύρισα εκείνη τη στιγμή και είδα μιαν αφίσα στο σταθμό που έλεγε κάτι για μουσείο του τραμ (δεν θυμάμαι καλά) από το 1869 που ιδρύθηκε ο σιδηρόδρομος μέχρι σήμερα που μιλάμε.

Πέρασαν λοιπόν 148 ολόκληρα χρόνια! Αυτό το ξέρουμε, μήπως όμως πρέπει και να το αποδείξουμε;....

 

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017 12:49

Η δόξα και η κολοκύθα

Πολλές φορές ο μεγάλος όχλος, πλανώμενος και κινούμενος από τα νήματα κολάκων και παντοίων μεσαζόντων, θεοποιεί κάποιους άρχοντες ή κάποιους «επώνυμους» με παράσημα, βραβεία και τελετές. Εννοείται κάποιους που στην πραγματικότητα δεν το αξίζουν.

Συμβαίνει και σήμερα, όπως συνέβαινε και καθ’ όλη την ιστορία.

Ο Αιλιανός μας διασώζει το ιστορικό ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο, ο πανούργος και μακεδονίζων Αθηναίος ρήτορας Δημάδης θεοποίησε τον Μέγα Αλέξανδρο ψηφίζοντάς τον δέκατο τρίτο θεό, και η Εκκλησία του Δήμου τον τιμώρησε γι’ αυτή του την ασέβεια με πρόστιμο εκατό (!) ταλάντων. Οι Αθηναίοι είχαν βλέπεις ακόμα κείνη την εποχή ελεύθερο πνεύμα και κρίση, υψηλά φρονήματα και μια εξονυχιστική δημοκρατία.

Τρεις αιώνες αργότερα στη Ρώμη τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Υπήρχε ένα σκληρό και ανελέητο ιμπέριουμ. Οι αυλές ήταν θεσμικά ανεξέλεγκτες, προκλητικές και είχαν καταντήσει πρότυπα θηριωδίας και διαφθοράς, αρκεί να εξασφάλιζαν στο λαό άρτον και θεάματα.

Το 37μ.Χ. δολοφονήθηκε ο Τιβέριος Κλαύδιος, ένας αμφιλεγόμενος πλην σκληρός και αιμοχαρής αυτοκράτορας, και ο φιλόσοφος Σενέκας άρπαξε την ευκαιρία να τον αποκαθηλώσει μετά θάνατον, γράφοντας το σατιρικό έργο «Αποκολοκύνθωσις» («Apocolocyntosis»).

Το έργο περιγράφει τα μετά θάνατον του αυτοκράτορα. Συρόμενος με άγκιστρα του δεσμωτηρίου φτάνει στην ουράνια Κρίση. Εκεί απαριθμούνται τα εγκλήματά του και ο Ερμής τον εκδιώκει και τον σύρει στον Άδη, όπου καταδικάζεται από τον βασιλιά του κάτω Κόσμου Αιακό να παίζει αιωνίως ζάρια και να τα ρίχνει με ένα τρύπιο κέρατο από όπου χύνονταν.

Ο Σενέκας έδωσε τον περίεργο αυτό τίτλο επειδή, λέει, το κεφάλι του αυτοκράτορα έμοιαζε με κολοκύθα, άγνωστο εάν θέλησε να παρομοιάσει και το ήθος και την πολιτεία του με το περιεχόμενό της.

Μάλιστα είναι πολύ πιθανό, καθότι πολλά λαϊκά αποφθέγματα έχουν λόγια καταγωγή, η ρήση «α ρε κολοκύθα!» να προέρχεται από αυτή τη σενέκεια παρομοίωση.

Ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (4π.Χ.-65μ.Χ.) υπήρξε διαπρεπής στωικός φιλόσοφος, ελληνολάτρης, σπουδαίος ρήτορας και δραματουργός και διδάσκαλος και παιδαγωγός του αυτοκράτορα Νέρωνα, από τον οποίο δολοφονήθηκε (!) στυγερά και άνευ λόγου το 65μ.Χ. Η Ρωμαϊκή ιστορία είναι γραμμένη με ποταμούς αιμάτων.

Οι άνθρωποι που θα μπορούσαν τότε να καταγγείλουν ή έστω να ειρωνευτούν τις κτηνωδίες, την πολιτική βαναυσότητα και κυρίως την «αποθέωση» άχρηστων, ανικάνων και κακούργων ήταν ελάχιστοι και ένας από αυτούς ήταν ο Σενέκας, που βέβαια το πλήρωσε με τη ζωή του.

Η ιστορία ξαναγράφεται κάθε μέρα.

Μπορεί τα μελάνια να διαφέρουν στο χρώμα και στη σύνθεση ή να είναι διαφορετικές οι γραμματοσειρές, ωστόσο τίποτα δεν άλλαξε μέχρι σήμερα ριζικά στα αμπέλια της πολιτικής.

Μεγαλόσταυρους, Φοίνικες, Τάγματα, Ιππότες, Λεγεώνες, Λέοντες, (η Τυνησία έχει και παράσημο «Καυχήσεως», το Νισάν-ελ-ιφτιχάρ), Αετούς υψηλού σθένους, τιμητικές πλακέτες κι ένα σωρό λιβανωτούς έχει επινοήσει η διαδραστικά οργανωμένη κολακεία για ανθρώπους που δεν αξίζουν τέτοιες τιμές ή που βρέθηκαν ανακόλουθοι με γραμμές και ιδέες, και που πρώτοι οι ίδιοι, αν είχαν αιδώ και σύνεση, θα’ πρεπε να αποποιούνται τέτοια βραβεία και να κρύβονται.

Ο Σενέκας πάντως μας έδωσε μια χαριτωμένη ιδέα.

Η δόξα, η πλαστή δόξα που ανακηρύσσεται ερήμην της καθολικής αποδοχής και της υπέρτατης κρίσης του λαού είναι καταδικασμένη να έχει πάντοτε το σχήμα της κολοκύθας.

 

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017 12:44

H πρόκληση

Εάν δεχθούμε ως αξίωμα το ότι η ποίηση και η μουσική ενός λαού καθρεφτίζει την κουλτούρα του τόπου του στο δεδομένο χρόνο, τότε πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο ελληνικός πολιτισμός τις μαύρες εποχές που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν τα δημοτικά του τραγούδια μεσουράνησε, ενώ σήμερα χαροπαλεύει και κατευθύνεται προς τα έγκατα της γης.

Ο σημερινός άνθρωπος της ηλεκτρονικής και της επίπλαστης ευημερίας, ο άνθρωπος που αμφισβητεί αιώνιες αξίες και που γκρεμίζει χωρίς να έχει έτοιμα δίπλα του τα υλικά να ξαναχτίσει, αυτός ο άνθρωπος στέκει μηδαμινός και εκστατικός μπροστά στη μεγαλειώδη δημοτική μας ποίηση.

Πώς ξαναζωντάνεψε η αρχαία (και η βυζαντινή) μουσική με τα μουσικά μοτίβα της πεντατονίας, του φρύγιου και του δώριου, με τους όμορφους, εκφραστικούς και βαθιά φιλοσοφημένους ρυθμούς (και χορούς), με μια γλώσσα τέλεια, εύφωνη, χαρίεσσα, οικονομημένη, (λογο)πλαστική και γεμάτη από τα ρητορικά και τα συντακτικά σχήματα του αρχαίου λόγου;

Ποιος από αυτούς τους ανώνυμους συνθέτες, τους κυνηγημένους πάνω στα κακοτράχαλα βουνά είχε διαβάσει Πίνδαρο και Σοφοκλή;

Είναι να τρελαίνεται κανείς, όσο ψάχνεται να βρει πώς διαμορφώθηκε αυτή η ποίηση κι αυτή η θεϊκή γλώσσα με το θαυμάσιο λυρισμό και με μια πρωτοφανή ποιητική αλληγορία, μια γλώσσα και μια ποίηση που σήκωσαν ευλαβικά και με ασφάλεια ένα έθνος στις πλάτες τους, την ίδια ώρα που «μαλλιαροί» και «γλωσσαμύντορες» σκοτώνονταν για λυμένες γλωσσικές υποθέσεις.

Ποιος δίδαξε αυτούς τους λεβέντες την αρχαία τέχνη της ειδικής ασματοποιίας για κάθε φυσικό και κοινωνικό συμβάν και για κάθε σπουδαία στιγμή του βίου;

Να θυμηθούμε ότι είχαμε και στην αρχαία τέχνη θρήνους (λίνος, θρήνος και ιάλεμος), διθυράμβους (προσόδια, δαφνηφορικά, επιλοίμια κ.α.) και παιάνες (εμβατήρια και επινίκια).

Ιδιαίτερη σχέση έχει η δημοτική μουσική με τα αρχαία «γεωργικά»: ο λιτυέρσης των θεριστών, ο ίουλος των εριουργών, ο πτισμός στο κοπάνημα των σπόρων, τα επιλήνια στα πατητήρια, το επιμύλιον του μύλου, ο ιμαίος στο νεροκουβάλημα, ο υμέναιος του γάμου, τα παροίνια και τα σκόλια της διασκέδασης, τα ερωτικά των παρθένων και τα νανουρίσματα των νηπίων.

Πολλά από αυτά τα ξαναβρίσκουμε στη νέα δημοτική μουσική, η οποία προσθέτει θέματα από τη σύγχρονη μοίρα του λαού όπως είναι η ξενιτιά και η ορφάνια.

Αξιοσημείωτη είναι η επιλογή του γένους κάθε μουσικής κλίμακας σε κάθε τραγούδι που περιγράφει το κάθε θέμα. Έτσι έχουμε κλίμακες αυστηρές, θρηνώδεις, πανηγυρικές, ακόμα και υπνωτικές.

Τα νανουρίσματα λ.χ. συνηθίζονταν σε «ήχο πρώτο (αρχ. Φρύγιο) παθητικό», που το αντίστοιχο μακάμι στην αραβοπερσική μουσική λέγεται «σαμπάχ πιουσελίκ» και σημαίνει «υπνωτικό»!

Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα της ποίησης.

Ευαισθησία, λυρισμός, σεμνή αλληγορία. Όλα αποδίδονται μεταφορικά και με εικόνες και εκφράσεις από τη φύση, και δεν υπάρχει τίποτα το χυδαίο.

Η αγάπη μας που βρέθηκε στη σκληρή ξενιτιά είναι ένα «πουλάκι ξένο, ξενιτεμένο».

Η ίδια η ξενιτιά είναι ένα «ξένο δάσο» και πώς να φωλιάσει το πουλάκι;

Ο άντρας είναι πεύκος, αϊτός, αμάραντος («που δίχως νερό ποτίζεται, δίχως αέρα σειέται»).

Το κορίτσι είναι χελιδόνι, πιστό περιστέρι, είναι βεργούλα λυγερή, είναι « κοντούλα λεμονιά με τα λεμόνια αφράτα». Ο αισθησιασμός σ’ όλο του το ποιητικό μεγαλείο.

Η ζωή είναι ανεκτίμητη και πρέπει να τη χαιρόμαστε. («Χαρείτε νέοι το ντουνιά γιατί ο καιρός διαβαίνει, κι όποιος θα μπει στη μαύρη γη ποτέ δεν ξαναβγαίνει») ή («νά’ σαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία»).

Ο έντιμος συμβιβασμός με το θάνατο είναι συχνό θέμα της δημοτικής ποίησης («Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ’ αηδόνια, με γέλασαν και μου’ πανε ο Χάρος δεν με παίρνει»).

Ο αγαπητικός που δεν μας δίνει σημασία και μεις μαραζώνουμε είναι ο ήλιος («που βγαίνει το πρωί»).

Η στιχομυθία της μάνας και της κόρης που πρόκειται να ξενιτευτεί είναι συγκινητική. Τη ρωτάει «αν στα ξένα αρρωστήσω τίνος μάνα θα μιλήσω;» και κείνη απαντά «Θα μιλήσεις της κουνιάδας και της πρώτης συννυφάδας» που σημαίνει ότι η ξενιτιά είχε αδειάσει τον τόπο!

Ο νόστος στα Ζαγοροχώρια: «Στο Κάϊρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γιάνω, στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω».

Αρκετά τραγούδια βρίσκουν την ευκαιρία να διδάξουν υψηλό φρόνημα με ένα αφοριστικό τρόπο: «τρία καλά είναι στο ντουνιά και στον απάνω κόσμο, η νιότη και η λεβεντιά και το καλό κορίτσι», όχι όμορφο αλλά καλό, που βάζει τις προϋποθέσεις για έναν καλό γάμο και μια στέρεη οικογένεια.

Στη συνέχεια λέει: «Τ’ ακούτε σεις ανύπαντροι και σεις καλοί λεβέντες, λεφτά να μη ζητήσετε παιδιά και σκλαβωθείτε». Η λατρεία των χρημάτων σκλαβώνει τον άνθρωπο, και τι πιο ωραίο απ’ το να τραγουδιέται αυτή η συνταγή;

Λόγια πολύτιμα και αθάνατα βγαλμένα από το Ευαγγέλιο και τη χιλιόχρονη σοφία του λαού.

Το δημοτικό τραγούδι, όσο περνάνε τα χρόνια και ο άνθρωπος καταβυθίζεται, τόσο θα γιγαντώνεται σαν αισθητική και αξιακή πρόκληση.

 

Τρίτη, 05 Δεκεμβρίου 2017 13:20

Η σύγχυση των πολιτικών όρων

Ο άνθρωπος στη σύγχρονη πολιτική του ιστορία αρέσκεται να επινοεί και να χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς και λέξεις που είτε δεν σημαίνουν τίποτα ως προς το σημαινόμενον, είτε είναι καμωμένες για να παραπλανούν.

Αυτή η μανία για τη μετονομασία τίτλων -το έχουμε ξαναεπισημάνει- δεν είναι απλά ένας λεκτικός ρεφορμισμός (αν μπορούσαμε να δανειστούμε τον όρο), ή έστω μια μόδα, αλλά κρύβει βαθύτερα αίτια παραπλάνησης.

Ακούσαμε πρόσφατα για «οντότητες» και «συλλογικότητες», λέξεις που παρά την ευφυΐα της ελληνικής γλώσσας, δεν μας λένε τίποτα. Μετονομάσαμε τα νομικά και φυσικά πρόσωπα σε «οντότητες», και τους οργανισμούς και παντός είδους ομάδες σε «συλλογικότητες».

Φοβόμαστε να κυριολεκτήσουμε, και εξευμενίζουμε κακές έννοιες με τρόπο προκλητικό.

Λέμε «ευέλικτες μορφές απασχόλησης», «εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης», «μηχανισμό σταθερότητας», «μέτρα ήπιας προσαρμογής», «υπουργείο προστασίας του πολίτη» και άλλα τέτοια φαιδρά.

Ακόμα και τα «άτομα με ειδικές ανάγκες» τα βαφτίσαμε «άτομα με ειδικές ικανότητες ή δεξιότητες»!

Λέγαμε τις προάλλες για τον χαρακτηρισμό «προοδευτικός», που σκοτώνονται όλες οι παρατάξεις, και δη οι αριστερίζουσες, ποια θα τον προτάξει στον τίτλο της. Προοδευτικός είναι ένας ευγενής και πολλά υποσχόμενος όρος που δεν ανήκει προκαταβολικά σε κανένα κόμμα, ειμή μόνο σ’ αυτό που θα τον υλοποιήσει και θα τον αποδείξει εν τοις πράγμασι.

«Φιλελευθερισμός» είναι μια άλλη τέτοια έννοια που ξεκίνησε παλιά από την οικονομία. Αρχικά περιέγραφε το δόγμα της Κλασικής Σχολής της οικονομίας που γεννήθηκε στη Σκοτία εν μέσω της βιομηχανικής επανάστασης, από τον Adam Smith (1723-1790), ο οποίος αποσαφήνισε όλα τα οικονομικά μεγέθη (παραγωγή, εργασία, χρήμα, ανταγωνισμός κλπ) και υπερθεμάτισε την ανάγκη της ελευθερίας των συναλλαγών και της μη επέμβασης του κράτους.

Το οικονομικό αυτό δόγμα βέβαια μετατοπίστηκε πολύ αργότερα και στην πολιτική και σημαίνει πλέον τις αρχές και την ανάγκη της οικονομικής, πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας του ατόμου.

Παρατηρούμε ότι τον όρο τον μονοπωλούν σήμερα δεξιά κόμματα, παρά το ότι δεν είναι κι αυτά αμέτοχα των συνταγματικών περιορισμών της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της συνεχώς αυξανόμενης κρατικής παρέμβασης.

Κατά τον περασμένο αιώνα, «φιλελεύθερο» λεγόταν το Βενιζελικό κόμμα, και «λαϊκό» το αντίπαλό του δεξιό, που ιδρύθηκε το 1915 από τον Δ. Γούναρη και εξέπνευσε το 1951 επί Κ. Τσαλδάρη. Άλλη μια ονομασία που δεν ταιριάζει εννοιολογικά με τις αρχές και τα πεπραγμένα αυτού του κόμματος.

Εντύπωση προκαλεί η ονομασία «Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα», από το 1976 μέχρι σήμερα, που περιλαμβάνει στους κόλπους του δεξιά κόμματα από όλη την Ευρώπη εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο, και που προσωπικά δεν κατανοώ πόση σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα κόμματα με το λαό και με τη στενή πολιτική του έννοια.

Εκεί όμως που υπάρχει απόλυτη σύγχυση είναι στην, προσφιλή τα τελευταία χρόνια, χρήση του όρου «ριζοσπαστισμός».

Τι σημαίνει άραγε ριζοσπάστης;

Είναι αυτός που θέλει να σπάσει τις ρίζες που τον κρατούν. Να αποκοπεί.

Ξεκίνησε ως έννοια του πολιτικού και κοινωνικού επαναστάτη στα μέσα του 18ου αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τη διάδοση των δημοκρατικών ιδεών στη μεταρρυθμιστική Αγγλία κάπου στα 1760, ωστόσο χρησιμοποιήθηκε μέχρι σήμερα από όλα τα κόμματα του πολιτικού φάσματος.

Και η ΕΡΕ του μεταπολέμου ήθελε να λέγεται ριζοσπαστική, αλλά και τα αριστερά κόμματα ερωτοτροπούν συνεχώς με τη λέξη, που έχει καταντήσει terra incognita και ταυτόχρονα ξέφραγο αμπέλι.

Εντιμότερη και σαφέστερη διάκριση των κομμάτων παραμένει αυτή των Δεξιών και Αριστερών που προέκυψε από τις θέσεις του Γαλλικού κοινοβουλίου κατά την μεγάλη Επανάσταση, και που με τα χρόνια και την ανάγκη του πολιτικού συμβιβασμού άφησαν ενδιάμεσα ζωτικό χώρο για τα Κεντρώα κόμματα που σύντομα απέκτησαν ιδεολογικές συγγένειες με τον (ευνουχισμένο) Σοσιαλισμό.

Οποιοιδήποτε άλλοι πολιτικοί χαρακτηρισμοί είναι καταδικασμένοι να προκαλούν σύγχυση, να φαλκιδεύουν τους πραγματικούς σκοπούς αυτών των κομμάτων και να δημιουργούν απλώς εντυπώσεις.

 

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017 13:20

Οι προϋποθέσεις και το θαύμα

Αυτή η στήλη έχει χιλιάσει να επισημαίνει νοσηρά συμπτώματα της ελληνικής πολιτικής.

Είχε ξαναπεί σε ανύποπτο χρόνο ότι το θέμα της αντιμετώπισης της επί οκταετία σοβούσης ελληνικής κρίσης είναι θέμα προϋποθέσεων και όχι μέτρων ή τουλάχιστο όχι μόνο μέτρων.

Τα μέτρα είναι το ψάρι που ζήταγε ο πεινασμένος Κινέζος, και οι προϋποθέσεις είναι το αγκίστρι που του έδωσε ο δάσκαλός του.

Ή αλλιώς, τα μέτρα είναι η καταστολή. Οι προϋποθέσεις είναι η πρόληψη.

Κλείνουμε, για παράδειγμα, ένα κατάστημα όταν συλληφθεί να αποκρύπτει φορολογητέα ύλη, δηλαδή να μην εκδίδει νόμιμα παραστατικά, και όμως δεν πετυχαίνουμε τίποτα. Μάλιστα θα’ λεγα το αντίθετο. Εξαγριώνουμε και τα υπόλοιπα καταστήματα και τα φέρνουμε στο σημείο να προπηλακίζουν τους ελεγκτές και να γινόμαστε θέαμα των τηλεοράσεων.

Εκείνο που πρέπει να πετύχει το κράτος είναι να πεισθεί ο φορολογούμενος μέσα σε ένα σταθερό και δίκαιο πλαίσιο υποχρεώσεων. Η φοροδιαφυγή είναι μια μορφή ακραίας αντίδρασης προς ένα ανίκανο, ανοργάνωτο και άδικο κράτος. Και θα μπορούσε να θεωρηθεί και φυσική αντίδραση του πολίτη απέναντι σε ένα κράτος που του αφαιμάσσει το 70% των εισπράξεων.

Είναι θέμα προϋποθέσεων. Πρέπει πάση θυσία οι φόροι να γίνουν προσιτοί, να απλοποιηθεί αυτή η ανεκδιήγητη γραφειοκρατία καθώς και οι τερατώδεις φορολογικοί κώδικες, και να αποδίδεται αυτόματη δικαιοσύνη σ’ όλες τις σχέσεις κράτους-πολίτη.

Αντ’ αυτών το κράτος κάνει συχνά επίδειξη αδικίας. Την πικρή της γεύση τη δοκιμάζουν κάθε μέρα όσοι πολίτες βρεθούν μπροστά σε περικοπές αποδοχών, συντάξεων, φοροαπαλλαγών και επιδομάτων, μπροστά σε κατάργηση συντάξεων (χηρείας), μπροστά σε συμψηφισμούς και απαιτήσεις κατά του δημοσίου, μπροστά σε οφειλές, κατασχέσεις και πλειστηριασμούς αντί πινακίου φακής, μπροστά στα «παιχνίδια» της φορολογικής κλίμακας και της κλίμακας τιμολόγησης της ΔΕΗ. Είναι αβάστακτοι πλέον και οι λογαριασμοί των δημοσίων επιχειρήσεων (ρεύμα, νερό, τηλεφωνία) σε σχέση με τα μειούμενα εισοδήματα. Μου έλεγε προχθές φίλος ότι όταν ήταν μικρός φοβόνταν μην έρθει το σκοτάδι. Τώρα που γέρασε φοβάται μην έρθει το φως!!...

Και μπορεί εμείς οι Έλληνες να είμαστε ιδεολογικοί απόγονοι του Σωκράτη που διακήρυξε στο δικαστήριο ότι «προτιμά να αδικείται παρά να αδικεί», ωστόσο όλα τα πράγματα έχουν ένα ρεαλιστικό όριο.

Χρειάζεται αλλαγή κρατικής νοοτροπίας κι αυτό απαιτεί εξαιρετική γενναιότητα και φιλοπατρία από μια κυβέρνηση που θα ’πρεπε να διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας με τον χρονικό ορίζοντα της κοινωνίας (που είναι τα εγγόνια της) και όχι του κοινοβουλίου (που είναι η τετραετία).

Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει μόνο στον τρόπο και στον χρόνο που απονέμεται από τα όργανά της (που κι αυτό είναι υπό συζήτησιν), αλλά αναδίδεται από κάθε πρωτοβουλία και κάθε νομοθετική πράξη ή ρύθμιση του κράτους.

Ο Πλάτων αφιέρωσε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του (την «Πολιτεία») για να αναλύσει της φύση της δικαιοσύνης, για την οποία πίστευε αμετακίνητα ότι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτείας. Χωρίς αυτήν ό,τι χτίζει ο άνθρωπος γκρεμίζεται.

Πιστεύουν σήμερα οι φωστήρες της κυβέρνησης ότι προσφέρουν υψηλό πολιτικό έργο με τη νομοθέτηση απόκρυφων ατομικών δικαιωμάτων και αφύσικων φαινομένων παντός είδους. Έχουν πέσει στην πλάνη (που έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις) της συνταγματικής εγκαθίδρυσης ενός ατέρμονα και αλυσιτελούς «δικαιωματισμού», που συμπεριλαμβάνεται στα «επτά σύγχρονα θανάσιμα αμαρτήματα», και που έχει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από την προάσπιση των πραγματικών δικαιωμάτων και τη λειτουργία της δικαιοσύνης.

Η κοινωνία είναι βέβαια ένας ζων οργανισμός. Μεταλλάσσεται συνεχώς και φθείρεται και μεταπείπτει. Οι σχέσεις των ανθρώπων μεταβάλλονται. Ακόμα και το έγκλημα μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται στα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής, με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα απεριόριστες επικοινωνιακές δυνατότητες αλλά να μην έχουμε συναλλακτικά ήθη, ούτε καν ήθη.

Ο ρόλος του κράτους είναι να παρακολουθεί προσεκτικά αυτή την εξέλιξη των σχέσεων, αλλά ταυτόχρονα να θυμίζει στους πολίτες ότι οποιαδήποτε εκτροπή από τη φυσική τάξη των πραγμάτων είναι θανάσιμη. Είναι ύβρις που επισύρει τη «νέμεση».

Και μέσα στη φυσική τάξη των πραγμάτων βασιλεύουσα θέση κατέχει η δικαιοσύνη.

Η Ελλάδα σήμερα κυνηγάει ένα θαύμα.

Για να γίνει όμως ένα θαύμα δε χρειάζεται μόνο πίστη. Χρειάζονται και προϋποθέσεις…

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017 12:34

Συμποσίου εγκώμιον

Μέσα στις υψηλές και μεγαλόπνοες δραστηριότητες του αρχαίου ελληνικού βίου (και σε αντίθεση με τα σήμερον κρατούντα), ύψιστη και χαρακτηριστική θέση κατέχει το συμπόσιον, δηλαδή η, νυκτερινή συνήθως, συνάθροιση (μιας και οι αρχαίοι κολάτσιζαν το μεσημέρι και κανονικά έτρωγαν το βράδυ) κατά την οποία οι συνδαιτημόνες εύρισκαν την ευκαιρία, μαζί με τα πολυποίκιλα εδέσματα και τον κεκραμένο οίνο, να παίξουν, να αστειευτούν και να φιλολογήσουν πάνω σε σπουδαία θέματα της τέχνης, της πολιτικής και της φιλοσοφίας.

Είναι χαρακτηριστική η σχετική διατύπωση στο λήμμα «συμπόσιον» του Ελευθερουδάκη : «σκοπός τους ήταν η όχι μετά κραιπάλης απόλαυσις του οίνου, αλλά η δια λόγων συναναστροφή, ήτις φυσικώς τότε τέρπει και ψυχαγωγεί όταν ο οίνος μετρίως πινόμενος τανύη τας ψυχάς των ευωχουμένων εις λυρικήν διάθεσιν»!

Ο μεγαλειωδέστερος διάλογος που περιγράφει και συνοδεύει ένα τέτοιο συμπόσιο και από άποψη αρχιτεκτονικής του λόγου αλλά και από άποψη ανάπτυξης των υψηλών εννοιών (στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο «έρωτας») είναι το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα.

Μέσα σε μια τόσο μίζερη και τόσο αντιπνευματική εποχή που ζούμε, και που οι πλείστοι τόσο εύκολα δαιμονοποιούν τον έρωτα εις πείσμα όσων τον έχουν θεοποιήσει, θα ήταν πρακτικά ωφέλιμο να στρέψουμε το βλέμμα μας στην αρχαία Αθήνα και να μελετήσουμε αυτό το «συμπόσιο».

Κεντρική ιδέα του έργου είναι ότι ο έρωτας είναι πηγή κάθε δημιουργίας και η γενεσιουργός αιτία των πάντων.

Έχει σαφή ησιόδεια καταγωγή. Είναι «ο κάλλιστος εν αθανάτοις θεοίς» κατά τον Κυμαίο ποιητή.

Αναλογικά περίπου τα αυτά πρεσβεύει και η χριστιανική θρησκεία όταν λέει δια γραφίδος Ιωάννη Δαμασκηνού ότι «το πνεύμα το άγιον συμπαρήν δημιουργόν» (Μεσονυκτικόν της Κυριακής του Β΄ήχου), αν και εντοπίζει τη θεία δράση του τρίτου στοιχείου και την παρουσία του κατά την δημιουργία, όχι στον έρωτα αλλά στην πνευματικότητα.

Ο έρωτας λατρεύει το κάλλος και την αρμονία, κάπου μάλιστα λέει ότι «η μουσική ως προς αρμονίαν και ρυθμόν είναι επιστήμη των ερωτικών».

Υπάρχει παντού στη φύση, άρα είναι μια «παγκόσμια φυσική σταθερά». Ακόμα και οι θεομηνίες είναι διαταραχή του έρωτα της φύσης.

Ο διάλογος έχει χονδρικά τρία μέρη: τη συζήτηση μεταξύ Σωκράτη, Αγάθωνα και Αριστοφάνη, των ποιητών, τις πληροφορίες που παίρνει για τον έρωτα ο Σωκράτης από την εταίρα Διοτίμα, και στο τέλος τις συγκινητικές δηλώσεις του Αλκιβιάδη για τον Σωκράτη.

Η Αφροδίτη είχε δύο τύπους, την Ουρανία (προστάτιδα των υψηλών ερωτικών σχέσεων) και την Πάνδημο (προστάτιδα τοι κοινού, του αγοραίου έρωτα). Η πρώτη συνηγορεί για την, τότε, ύπαρξη της παιδεραστίας η οποία ήταν κυρίως ψυχική ερωτική σχέση ενήλικα με έφηβο, και την οποία είναι δύσκολο να την αναγάγουμε στα σημερινά ήθη και να την κατανοήσουμε.

Ο Αριστοφάνης εδώ εκθέτει μια κοσμογονική θεώρηση του έρωτα. Λέει ότι από τον εν αρχή ενιαίο άνθρωπο δημιουργήθηκαν τρία γένη, το άρρεν, το θήλυ και ένα μικτό, το «ανδρόγυνον», το οποίο δεν υφίσταται σήμερα, αλλά παραμένει ως βρισιά («νυν δε ουκ έστιν αλλ’ ή εν ονείδει όνομα κείμενον»).

Το άρρεν αγκαλιάζει το θήλυ ορμώμενο από τη φύση της αρχαίας «ολότητας».

Το ίδιο, λέει, επιζητούν και οι του τρίτου φύλου ως απομεινάρια του μικτού είδους, και εδώ εκπλήσσει ο βαθύς και τολμηρός επιστημονισμός του Πλάτωνα, και η διείσδυσή του μέσα στα έγκατα της ανθρώπινης φύσης.

Στη συνέχεια αφήνεται να μάθει για τον έρωτα ο Σωκράτης όχι από σοφούς άνδρες, αλλά από την εταίρα Διοτίμα.

Αυτή του διηγείται την ιστορία τού πώς γεννήθηκε και τι είναι ο έρωτας.

Σ’ ένα συμπόσιο των θεών η άπορη Πενία πλάγιασε με τον μεθυσμένο Πόρο και γέννησαν τον έρωτα, την ημέρα μάλιστα των γενεθλίων της Αφροδίτης.

Ο έρωτας λοιπόν είναι εραστής του ωραίου, αλλά και σκληρός, ξυπόλητος και άστεγος. Ούτε φτωχός είναι ούτε πλούσιος, και θέλει να αποκτά τα καλά πράγματα, αλλά κυρίως να γεννά το ωραίο, είτε στο σώμα είτε στην ψυχή.

Κάθε θνητό παλιώνει και φεύγει κι αφήνει τη θέση του σε ένα όμοιό του μετέχοντας έτσι της αθανασίας.

Υπεύθυνος για όλη αυτή τη φυσική διαδικασία είναι ο έρωτας, και κινητήρια δύναμή του η ομορφιά, που γι αυτήν αξίζει να ζει ο άνθρωπος και γι αυτήν πραγματώθηκε το αρχαίο ελληνικό θαύμα.

Στο τέλος του συμποσίου μπαίνει ο Αλκιβιάδης, μεθυσμένος, αλλά αποφασισμένος να πλέξει το εγκώμιο του φίλου και μέντορά του Σωκράτη και να εμπιστευτεί την κρίση του, γιατί -όπως συμφωνούν- «η όραση της σκέψης αρχίζει να γίνεται οξεία όταν εκείνη των ματιών πάει να παρακμάσει».

Το «Συμπόσιο» είναι ένας ύμνος για το κάλλος και τον έρωτα. Είναι ένα σπουδαίο έργο, από αυτά τα έργα που δεν μπορεί να τα ξεπεράσει ο χρόνος.

Σελίδα 6 από 18
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top