FOLLOW US
Μιχάλης Παπαδημητρίου

Μιχάλης Παπαδημητρίου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2018 15:51

Ο Χόκιν και το στοίχημα του Πασκάλ

«Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον και υπήρεισε στύλους επτά» (Παροιμιών Θ)

Μέγα το οικοδόμημα της σοφίας. Μέγα και ανεξερεύνητο, γι’ αυτό πρέπει να είναι και ευστήρικτο, όπως μας λέει ο Σολομών.

Την αφορμή των σκέψεων μού την έδωσε το βιβλίο του Στίβεν Χόκιν (Stephen Hawking 1942-2018) με τον τίτλο «Σύντομες απαντήσεις σε μεγάλα ερωτήματα» που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του.

Το βιβλίο αυτό προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε θέματα που μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχουν απαντήσεις. Είναι «ξεκάθαρος» και κατηγορηματικός σε ιδέες και έννοιες που θα ’πρεπε να είναι «διαλεκτικός» και επιφυλακτικός, και να κρατάει, όπως λένε στην καθομιλούμενη, και μια «πισινή».

Ας μας επιτρέψει η μνήμη του να προσπαθήσουμε να υποβάλουμε σε κάποια (λαϊκή) κριτική βάσανο κάποια θεωρήματά του:

«Υπάρχουν, λέει, μορφές ευφυούς ζωής στο διάστημα, αλλά εμείς δεν έχουμε αναπτυχθεί τόσο που να μπορέσουμε να τους απαντήσουμε». Εικασίες, που θεωρούν δεδομένη τη διαπλανητική συμβατότητα των όντων και ταυτόχρονα υποτιμούν την ανθρώπινη φυσική οντότητα που έχει φτάσει σε τόσα μεγαλεία και αποτελεί, κατά γενική ομολογία, ένα αδιανόητο θαύμα.

«Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, με βάση τα ισχύοντα, ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο». Προσωπικά πιστεύω ότι οι φυσικοί νόμοι, αλλά και το μοντέλο της παγκόσμιας έκρηξης που υπηρετούν όλοι οι φυσικοί επιστήμονες, δεν επιτρέπουν τέτοιο εγχείρημα. Τέτοιο θεϊκό προνόμιο μέχρι τώρα έχει μόνο η σκέψη.

«Μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια θα ταξιδεύουμε οπουδήποτε στο ηλιακό μας σύστημα». Για το πόσο η ρήση αυτή είναι αληθής, θα θυμίσουμε ότι για να φτάσουμε στον Πλούτωνα πρέπει να πετάμε με υπερηχητικό αεροπλάνο 675 (!) ολόκληρα χρόνια. Μέσα στο αχανές διάστημα ο ανθρώπινος χρόνος εκμηδενίζεται και μαζί του και ο χρόνος ενός υπερφίαλου ανθρώπινου βίου.

«Κοιτώντας τη Γη από ψηλά παίρνουμε ένα δυνατό μήνυμα: ένας μοναδικός πλανήτης, μια και μόνο ανθρώπινη φυλή». Εάν δεν πρόκειται μόνο για ευχή, ουδέν ψευδέστερον.

Η κοινωνία, όπως μας λέει και ο Πασκάλ, βασίστηκε στη βία και εν συνεχεία στη συνήθεια, αυτή τη μεγάλη βασίλισσα του κόσμου, όπως την αποκάλεσε ο Πίνδαρος.

Η βία όμως προϋποθέτει διαφορετικά έθνη και φυλές, διαφορετικά συμφέροντα και συγκρούσεις. Και μπορεί ο Μέγας Αλέξανδρος να ονειρεύτηκε έναν τύπο παγκοσμιοποίησης, όμως η ιστορία κυλάει αλλιώς, και βλέπουμε κάθε μέρα να δικαιώνει μάλλον τον Ηράκλειτο.

Το κύριο όμως δόγμα του Χόκιν δεν είναι άλλο από το ότι «δεν υπάρχει θεός. Κανένας δεν κυβερνά τον κόσμο».

Θα μπορούσε κανείς αυτό το αιώνιο και βασανιστικό ερώτημα να το ανταποδείξει με ολόκληρη την ιστορία του ανθρωπίνου γένους (από τον Πυθαγόρα και τον Αναξαγόρα μέχρι τον Όιλερ και τον Νεύτωνα) και κυρίως με τη σοφία ότι «θα πρέπει» να υπάρχει, ωστόσο μπορούμε να περιοριστούμε στο περίφημο στοίχημα του Πασκάλ στο ερώτημα αν υπάρχει θεός. Λέει λοιπόν ο Πασκάλ: «Αν κερδίσω, κερδίζω τα πάντα, αν χάσω, δεν χάνω τίποτα, άρα έχω συμφέρον να στοιχηματίσω υπέρ του ότι υπάρχει»(!). Να σημειωθεί ότι ο Πασκάλ υπήρξε μια εξαιρετική μαθηματική και φυσική διάνοια, και έζησε μόνο τριάντα εννέα χρόνια.

Η γνώση πολλές φορές είναι δύσχρηστη και άλλες φορές μετέωρη. Το δίλημμα της γνώσης μάς το περιέγραψε γλαφυρά ο Πλάτωνας στον Μένωνα. Πρόκειται για το δίλημμα του Μένωνα, ο οποίος Μένων λέει στον Σωκράτη: «Αν ρωτάς κάτι γνωρίζοντας την απάντηση, δεν μπορείς να μάθεις τίποτα. Αν δεν ξέρεις την απάντηση, τότε δεν μπορείς να αναγνωρίσεις μια σωστή απάντηση, ακόμα κι αν στη δώσουν. Άρα δεν μαθαίνεις τίποτα ρωτώντας»! Η ζωή εξάλλου (όπως και ο θάνατος) είναι γεμάτη μυστικά και, είτε το θέλουμε είτε όχι, παίζει το παιχνίδι της όχι τόσο πάνω στη γνώση, όσο στην αγνωσία.

Και το βιβλίο καταλήγει: «Να κοιτάμε πάντα ψηλά προς τα αστέρια και όχι χαμηλά στα πόδια μας». Αν ο Χόκιν είχε διαβάσει αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, θα ήξερε τι έπαθε ο Θαλής μια νύχτα που βάδιζε κοιτάζοντας τα αστέρια…

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018 15:52

Ο Δούρειος Ίππος

Υπάρχουν και οι δύο σαν λέξεις και σαν έννοιες και ο πρόσφυγας και ο μετανάστης. Τις βλέπουμε δυστυχώς σήμερα και τις δύο ζωντανές, απειλητικές και πολύχρωμες γύρω μας. Τι συμβαίνει όμως ακριβώς; Γιατί υπάρχει τόση σύγχυση; Οι λέξεις πάντως είναι αδιάψευστες, εμείς τις θολώνουμε και τις κάνουμε να χάνουν κάποιες φορές το νόημά τους. Κι ας επιχειρήσουμε το προσφιλές ετυμολογικό μας ταξίδι.

Ο πρόσφυγας είναι άνθρωπος που ζητάει παραμονή σε άλλο μέρος επειδή στην πατρίδα του διώκεται ή εξολοθρεύεται. «Προσφεύγει» σε ένα άλλο κράτος για βοήθεια. Η λέξη είναι μεταγενέστερη, μιας και οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν , όπως ξέρουμε και από τις τραγωδίες, τη λέξη «ικέτης» δηλαδή εκλιπαρών. Ο μετανάστης, εκ του μετά+ναίω (που σημαίνει εγκαθίσταμαι, κατοικώ) είναι ο άνθρωπος που για οικονομικούς κυρίως λόγους μετεγκαθίσταται σε μια ξένη χώρα με την άδειά της και την αποδοχή της για να εργαστεί και να καλυτερεύσει τον βίο του και το μέλλον των παιδιών του. Οι μετανάστες στις μεγάλες και ανεπτυγμένες χώρες πράγματι ωφελήθηκαν από αυτές και άλλο τόσο τις ωφέλησαν μπολιάζοντάς τις με ενδιαφέροντα εθνικά στοιχεία στους τομείς της γνώσης, της επιστήμης, της μουσικής, της μαγειρικής και της εν γένει παράδοσης.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη χώρα μας και ιδίως στα προκεχωρημένα νησιά μας, που τους πέφτει και το μεγαλύτερο βάρος, είναι πρωτάκουστο και ανεξήγητο. Και για να εξηγούμαστε: Ο πρόσφυγας είναι πρόσωπο ιερό, και ως τέτοιο έχει απασχολήσει και την ιστορία και ένα σωρό διεθνείς συμβάσεις (Βρυξέλλες, Δουβλίνα κλπ). Ο λαθρομετανάστης που βρήκε ευκαιρία να κάνει πληρωμένες (!) διακοπές είναι πρόσωπο ανίερο. Με το αρχικό λοιπόν πρόσχημα της προσφυγιάς έχουμε ήδη κατακλυσθεί σε σημείο έκρηξης από λαθρομετανάστες παντός τύπου και χρώματος. Ξεκινούν από την υποσαχάρια Αφρική, πάνε αεροπορικώς στην Κωνσταντινούπολη, από εκεί στη Σμύρνη και επιβιβάζονται στα φουσκωτά με προορισμό τα νησιά μας. Γυρίζουν αμέριμνοι και χωρίς προορισμό, διαπληκτίζονται, γεννοβολούν (και δικαίωμά τους), εμπορεύονται ουσίες, μιλούν με τις ώρες σε πανάκριβα κινητά και ρυπαίνουν και αδιαφορούν για τον δύσμοιρο τόπο που τους φιλοξενεί κατ’ ανάγκην. Κανείς δεν γνωρίζει τι σκοπό και προπαντός τι χρονικά όρια έχει αυτή η παραμονή τους.

Κάποιοι λένε ότι έχουν γίνει τα νησιά μας ο ισλαμικός δούρειος ίππος που θα αλώσει την Ευρώπη, μια Ευρώπη η οποία έχει χάσει ήδη το παιχνίδι. Νομοθετεί, χρηματοδοτεί, υποπίπτει σε παζάρια με τον μεγάλο προαγωγό που λέγεται Τουρκία, και αναπόφευκτα ανοίγει πληγές. Το χειρότερο είναι ότι κατάφερε να δοκιμάζονται οι έμφυτες και πανάρχαιες αρετές μας της φιλοξενίας και της ευεργεσίας. Πόσο φιλάνθρωπος όμως μπορεί να είναι κανείς απέναντι, όχι στον ικέτη, αλλά στον αδιάφορο καταπατητή; Και με ποια λογική είμαστε υποχρεωμένοι να τους προσφέρουμε έστω και τις στοιχειωδέστερες των ανέσεων; Η Ευρώπη θα πληρώσει πολύ σκληρά την πολιτιστική της ανεκτικότητα και την «προοδευτική» της ανεξιθρησκία. Αλίμονο όμως σε μας που είμαστε η εμπροσθοφυλακή της…

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018 13:21

Θεατρικά τινά

Καταρχήν στο σημερινό άρθρο θα ήθελα να αρχίσουμε με μια διαπίστωση ή καλύτερα με μια ένσταση.

Κακώς λέγεται και έχει θεωρηθεί ως η έβδομη τέχνη ο κινηματογράφος. Είναι εντελώς άτοπο και εντελώς άδικο.

Ως γνωστόν οι Καλές Τέχνες είναι παλαιόθεν έξι: η ποίηση, η μουσική, ο χορός, η ζωγραφική, η γλυπτική και η αρχιτεκτονική.

Η γέννηση του θεάτρου στην αρχαία Ελλάδα ενσωμάτωσε και διέπλεξε τις τέσσερις πρώτες καλές τέχνες (ποίηση, μουσική, χορό και σκηνογραφία) με αξιοθαύμαστο τρόπο και δικαίως δικαιούται να αποκαλείται η «έβδομη τέχνη».

Ο κινηματογράφος, παρόλο που υποκατέστησε τεχνικά το θέατρο και εξακολουθεί να έχει θερμούς θιασώτες, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να σφετεριστεί την τιμή του θεάτρου και ούτε και αποτελεί νέα και ξεχωριστή τέχνη με την έννοια που αποδίδεται στις λεγόμενες Καλές Τέχνες. Το θέατρο λοιπόν δικαιωματικά είναι η έβδομη τέχνη.

Το θέατρο υπήρξε η ανώτατη παιδαγωγική τέχνη που γεννήθηκε και μεγαλούργησε μέσα από τα σπλάχνα αυτού του υπέροχου πολιτισμού.

Η τραγωδία -γιατί περί αυτής κυρίως πρόκειται- είναι μια υψηλή τέχνη μέσω της οποίας ο θεατής αναλογίζεται τα προβλήματα του βίου και τα βάσανα της ζωής και «ανακουφίζεται» (που σημαίνει κυριολεκτικά η ψυχή του αλαφραίνει και πετάει ψηλότερα) με τη δικαίωση και την κάθαρση.

Έναν πρώτο ορισμό, μια πρώτη περιγραφή του θεάτρου μάς κάνει ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του, κι από εκεί μέχρι σήμερα έχουν χυθεί τόνοι μελάνης να εξιχνιάζουν και να εκθειάζουν αυτή τη σπουδαία ανθρώπινη σύλληψη.

Διάβαζα τις προάλλες τα εκπληκτικά φιλοσοφικά και κριτικά δοκίμια του Κωστή Παπαγιώργη, και συγκεκριμένα το «Λάδια ξίδια» για την πορεία τής γλώσσας και τους τρόπους έκφρασής της.

Σ’ ένα κεφάλαιο ασχολείται με τον Νίτσε, αυτόν τον ωμό και φανατισμένο φιλόσοφο, πλην οξυδερκή και τέλειο γνώστη και λάτρη (αν και κάποιες φορές επιλεκτικά) της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

«Σε κάποιο απόμερο μυχό του απέραντου σύμπαντος, γράφει, υπήρξε ένα άστρο όπου ευφυή όντα επινόησαν τη γνώση. Ήταν η πιο αυθάδης και ψεύτικη στιγμή τής παγκόσμιας ιστορίας!». Ακραία μηδενιστική διαπίστωση.

Ίσως τον πρόλαβε με κάποιο τρόπο ο Σωκράτης με το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα».

Ο Νίτσε έδειξε με το σύνολο των έργων του ότι ήθελε χωρίς οίκτο και χωρίς συμβιβασμούς να γκρεμίσει όλα τα κάστρα της παραδοσιακής φιλοσοφίας.

Πάντως αναγκάστηκε να αποδώσει τα εύσημα στην αρχαία ελληνική τέχνη και ιδίως στην τραγωδία που προσπάθησε να την κατανοήσει και να την αποκρυπτογραφήσει όσο λίγοι φιλόσοφοι στην ιστορία της ανθρωπότητας.

«Η τραγωδία, λέει, είναι μια νίκη της ομορφιάς πάνω στη γνώση». Όλη η ανθρώπινη φύση και ιδιοσυγκρασία διακυμάνθηκε ανάμεσα στις επιθυμίες δύο αρχαίων θεών: του Διονύσου και του Απόλλωνα.

Ο Διόνυσος είναι η απροκάλυπτη, η αληθινή ζωή και ο Απόλλωνας είναι η επιτηδειότητα, η τέχνη. Αυτή λοιπόν, και συγκεκριμένα η τραγωδία, είναι ακριβώς η σωτηρία μέσω του απολλώνειου ψεύδους. Η εξισορρόπηση του διονυσιακού με τον αντίποδά του.

Είχαν βέβαια προηγηθεί οι περιγραφές του Πρόκλου που έγραφε στο έργο του «Εις Τίμαιον ότι «το μεν γαρ διαιρείν Διονυσιακόν, το δε εναρμονίως πάντα τελειούν Απολλωνιακόν».

Φτάνει δε ο Νίτσε στο σημείο να δηλώσει (στη «Θέληση της δύναμης») ότι «αν υπάρχει κάτι το θείο, αυτό είναι το ψεύδος, όχι η αλήθεια».

Και ίσως είναι αυτή η μαγική και παραμυθητική δύναμη που μας τραβάει στο θέατρο (και στον κινηματογράφο) να ξεχάσουμε και να γλυκάνουμε αυτή τη ζωή .....

Τρίτη, 04 Δεκεμβρίου 2018 15:03

Tα δίκαια επί χάρτου

Όταν ακούς βρυχηθμούς (ακόμα και εθνικού τύπου) να περιμένεις να δεις θηρία. Οι αρχαίοι έλεγαν «εκ στόματος κόρακος κρα εξελεύσεται».

Τελευταία αυτοί οι εξ ανατολών βρυχηθμοί έχουν πολλαπλασιαστεί και ενορχηστρωθεί προετοιμάζοντας μικρά έως μεγάλα τετελεσμένα κατά την προσφιλή τακτική των απαράδεκτων διεκδικήσεων της Τουρκίας.

Το σημερινό άρθρο παρουσιάζει έναν χάρτη που είχα φιλοτεχνήσει παλαιότερα και πολύ πριν οξυνθούν τα πράγματα με την γείτονα και νοσταλγό μιας ελεεινής αυτοκρατορίας, που φαντάζεται ακόμα απεριόριστα τα «σύνορα της καρδιάς της».

Κι ας ξεκινήσουμε από το νησί της Αφροδίτης.

Πολλά έθνη έπαιξαν το παιχνίδι τους πάνω στη στρατηγικής σημασίας Μεγαλόνησο, ωστόσο δεν έπαψε ποτέ να δεσπόζει σε αυτή το ελληνικό στοιχείο.

Ήδη από το 1400 π.Χ. Αρκάδες και λοιποί (όπως Κύθνιοι) κατέλαβαν τις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας, την Παμφυλία και την Κύπρο και την έκαναν ελληνική, όπως μαρτυρούν τοπωνύμια, γλώσσα, έθιμα και ιστορία.

Τα ίδια περίπου συνέβησαν και στο χώρο της Μικράς Ασίας, η οποία ξεκίνησε με τους Χετταίους, αλλά σιγά-σιγά έγινε ένα μωσαϊκό εθνών (Φρύγες, Μυσοί, Κιμμέριοι, Λύκιοι, Λυδοί, Πισίδες, Γαλάτες κλπ).

Πάντως όλα τα παράλια της χερσονήσου ήταν ήδη από το 2000 π.Χ. ελληνική υπόθεση. Το μαρτυρούν η ιστορία, η γλώσσα, τα θέατρα και όλα τα σωζόμενα μνημεία, αλλά πάνω απ’ όλα τα γραπτά κειμήλια του σπουδαιότερου πολιτισμού που γέννησε η ανθρωπότητα.

Η ιωνική «δωδεκάπολις» και νοτιότερα η δωρική «εξάπολις» δόξασαν την Ελλάδα στους δρόμους του πνεύματος και της Τέχνης, παρ’ όλο που ελλείψει φυσικών χερσαίων συνόρων ήταν εκτεθειμένες συχνά πυκνά στις ορέξεις βαρβάρων εθνών της ενδοχώρας αλλά και αυτοκρατοριών εξ ανατολής (όπως οι Πέρσες), μέχρι την αποφράδα χρονιά του 1071 μ.Χ. που νίκησαν οι Τούρκοι στο Ματζικέρτ τα βυζαντινά στρατεύματα και κατέκλυσαν την περιοχή.

 

Οι πόλεις αυτές κάτω από τις διαχρονικές πιέσεις αλλά και φλογιζόμενες από τον προαιώνιο ελληνικό πόθο της περιπέτειας ξεχύθηκαν ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ. και γέμισαν αποικίες τον κόσμο, τον Εύξεινο, τη Ρωσία, τα βάθη της Ανατολής, την Ιταλία, τη Νότια Γαλλία, την Ισπανία και την Κυρηναϊκή, την Αίγυπτο και όλα τα παράλια και τα νησιά της Μεσογείου αιμοδοτώντας τα με τέχνες και επιστήμες.

Οι Έλληνες είναι αυτοί που με τον πολιτισμό -και όχι με σφαγές και φορολογία- δημιούργησαν μιαν απέραντη «γαλάζια πατρίδα» και κανείς άλλος βάρβαρος ή ημιβάρβαρος…

Αυτό θέλει να δείξει παραστατικά και ο χάρτης «Έλληνες οι πατέρες όλων των Τεχνών και των επιστημών» και να υπενθυμίσει ότι η έννοια της Ελλάδας δεν σταματάει στα έξι μίλια ή στα σύνορα της μέσης γραμμής.

Και μπορεί οι Τούρκοι να φαντασιώνονται ότι μιλούν τουρκικά και τους απαντούν τα κοκόρια από τα ελληνικά νησιά, ωστόσο είμαστε και εμείς που άμα φωνάξουμε ελληνικά δεν θα μας απαντήσουν κοκόρια αλλά σοφοί επιστήμονες, ποιητές, φιλόσοφοι, γιατροί, πολεοδόμοι, όλοι οι πρωτομάστορες του πολιτισμού και όλοι φυσικά στη γλώσσα μας.

Μετά από τα τόσα δεινά των πολέμων και των ξεριζωμών οι λαοί όλης της Γης έχουν υποχρέωση να προάγουν την ειρήνη, κάποιοι όμως πρέπει να ξέρουν ότι το «εθνομπούλιν» έρχεται μια μέρα που πληρώνεται…

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018 11:40

Homo Meremeticus

Μου κάνει εντύπωση που οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι είχαν αφιερώσει θεότητες σε όλα τα πράγματα και τις ανθρώπινες δραστηριότητες, δεν είχαν «θεό των επισκευών». Ίσως και να τους διέφυγε. Πάντως είχαν πάγια λογική και οικολογική συνείδηση σε αντίθεση με το σημερινό κόσμο. Εξάλλου δεν ήταν και φορτωμένοι με τα τεχνολογικά τσαμασίρια της εποχής μας, αν και δεν έλειπαν και τότε κάποιες ανθρώπινες υπερβολές και κάποιες ματαιοδοξίες (όπως επί παραδείγματι ο πανάκριβος σκύλος του Αλκιβιάδη).

Το φαινόμενο της κατασπατάλησης φυσικών πόρων και πολύτιμων αγαθών εμφανίστηκε πριν περίπου τρεις δεκαετίες και συνόδευσε την εκπληκτική δυνατότητα της μαζικής παραγωγής αγαθών. Τότε περίπου εξαλείφεται και η ενδογενής ανθρωπολογική φάση του «ανθρώπου επισκευαστού» (και επί το λατινοτουρκικόν «homo meremeticus») που ενυπάρχει μέχρι εκείνη τη στιγμή σε όλες τις προηγούμενες εποχές της ένδειας και της σοφίας.

Σήμερα η παγκόσμια καπιταλιστική μηχανή έχει αντιστρέψει το φυσικό δόγμα. Μας προτρέπει με δυο λόγια: «Αγοράζετε και πετάτε», για να ξαναγοράσετε. Η θριαμβευτική μάλιστα είσοδος της Κίνας στο στερέωμα της παγκόσμιας μαζικής παραγωγής με φτηνά είδη επιτάχυνε την οικολογική ασυνειδησία: Το εμπόρευμα είναι πια προσιτό και φτηνό. Όσο αντέξει. Άμα χαλάσει το πετάς. Κανείς δεν σκέφτεται το σίδερο που χρειάστηκε μια φτηνή πένσα ή τους τόνους του νερού που χρειάστηκε το βαμβάκι για να γίνει ένα μπλουζάκι.

Από νωρίς αυτή η καταστροφική ιδέα άρχισε να εξαφανίζει και την επισκευαστική συνείδηση των νοικοκυριών (με τους αργαλειούς, τα μπαλωμένα ρούχα και τα «παντρεμένα» φαγητά για να μη πεταχτούν) αλλά και μαστόρους, επισκευαστές και επιδιορθωτές, τεράστιες πράγματι επαγγελματικές και κοινωνικές «ανθρωποδεξαμενές» που παράλληλα με την τέχνη και το μεράκι τους εξασφάλιζαν και την οικονομία και τη διαιώνιση του αέναου βιολογικού κύκλου. Δεν υπήρχε σπίτι μέχρι πριν λίγα χρόνια που να μην έχει ραπτομηχανή κι ανέμη, ακόμα και αργαλειό, και να φαντάζει αυτοδύναμο βιοτεχνικό εργαστήριο. Έχουμε παρεξηγήσει σήμερα και την έννοια του ελεύθερου χρόνου και την έννοια της πραγματικής οικονομίας με το οδυνηρό αποτέλεσμα να έχουμε ξεχάσει πώς ράβεται ένα κουμπί.

Στην άφρονα εποχή μας έχουν εντελώς εκλείψει οι τεχνίτες και οι επιδιορθωτές, εκτός ίσως κάποιων αναγκαίων μεταποιήσεων σε ρούχα. Εξαφανίστηκαν πρώτοι-πρώτοι ο ράφτης και ο παπουτσής αφού από νωρίς φρόντισε το ανθρωποφάγο σύστημα το να αλλάξεις μια σόλα να είναι ακριβότερο και πολύ πιο δυσεύρετο από ένα ζευγάρι καινούρια παπούτσια. Τόνοι ρούχων αφόρετων και δερματίνων ειδών όπως και συσκευές με τα καλώδιά τους και τις συσκευασίες τους άγονται κάθε μέρα στις χωματερές θυμίζοντας το σλόγκαν της προκλητικής και επίπλαστης αμερικανικής ευημερίας που έλεγε ότι ο Αμερικανός άμα γεμίσει το τασάκι τού αυτοκινήτου αλλάζει αυτοκίνητο. Δυστυχώς δεν είμαστε μακριά από τέτοιες υπερβολές, αλλά και από τη νέμεση που συνεπάγονται.

Χαλάει ένα κουμπί σε μια συσκευή και ψάχνεις απεγνωσμένα να βρεις ένα μάστορα. Δεν υπάρχει! Το σύστημα μάλιστα έχει επιστρατεύσει τα πάντα για να σε κάνει πιστό και αφοσιωμένο καταναλωτή: Έχει επινοήσει την αποκλειστικότητα των ανταλλακτικών και κυρίως τις αναβαθμίσεις των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών ξέροντας ότι κανείς άφρων και ανενημέρωτος πολίτης σήμερα δεν επιθυμεί να μείνει «αναβάθμητος». Ο Διόδωρος έγραφε μια μέρα ένα εύστοχο στην επιφυλλίδα του Βήματος, ότι η Γη ήταν κάποτε πράγματι επίπεδη(!), και όταν άρχισε να φουσκώνει και να υπεραίρεται τότε έγινε σφαίρα(!!). Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτή τη σφαίρα τη φορτώνουμε κάθε στιγμή και κάθε μέρα που περνάει, τόσο απερίσκεπτα, με άχρηστα και «αθάνατα» υλικά αγαθά, που κάποια στιγμή θα ξεσαμαρίσει, και μάλιστα προτού βρούμε τρόπο διαφυγής…

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018 14:39

Όλα μαύρα

Η βαριά και ανελέητη φορολογία έχει σαν άμεσο αποτέλεσμα την προσπάθεια διαφυγής από το φόρο, τη λεγόμενη «φοροδιαφυγή». Είναι το πρώτο δόγμα της επιστήμης της Δημόσιας Οικονομικής.

Πρόκειται για μια λογική αντίδραση του ανθρώπου που βάλλεται και προσβάλλεται από το κράτος. Προκαλεί το αίσθημα της αυτοσυντήρησης που είναι αρχέγονο και ισχυρότατο.

Μάλιστα η σπουδαιότερη αιτίαση αυτού του πολίτη κατά αυτού του κράτους είναι ότι δεν απολαμβάνει τη συνταγματικά θεσπισμένη και οφειλόμενη ανταπόδοση των φόρων. Δεν ανέχεται, δηλαδή, το να εξαφανίζονται ή να υποβαθμίζονται οι δημόσιες και κοινωφελείς υπηρεσίες, και την ίδια στιγμή να αυξάνει η φορολογία για να καλύψει το υπέρογκο κόστος της υδροκέφαλης κρατικής μηχανής, μιας μηχανής που μπροστά στα μεγάλα προβλήματα της χώρας «ποιεί την νήσσαν».

Το οικτρό αποτέλεσμα είναι να χτίζει ο πολίτης γύρω του μια «μαύρη», όπως αποκαλείται, οικονομία. Αυτή τη στιγμή οι μισές περίπου συναλλαγές της ελληνικής οικονομίας γίνονται στο πηχτό σκοτάδι, χωρίς νομιμότητα και χωρίς παραστατικά.

Με το πρόσχημα της ανάγκης και της απόγνωσης ο καθένας μπορεί να στήσει ένα υπαίθριο κινητό μαγαζάκι σε ένα δρόμο, σε μια πλατεία ή σε μια παραλία ή ακόμα ποδαράτο από σπίτι σε σπίτι και να πουλάει τα πάντα: παραϊατρικά μαντζούνια, λουκουμάδες, ποπ-κορν, χοτ ντογκ, μαλλί της γριάς. Όλα μαύρα, ακόμα και το μαλλί της γριάς!

Όποιος θέλει μπορεί να γυρίζει με το αυτοκίνητό του τις γειτονιές και να πουλάει τα πάντα: λαχανικά, φρούτα, ψάρια, μέλι, τυρί, γλάστρες, λαθραία τσιγάρα, κότες, μοκέτες οτιδήποτε.

Γυρίσαμε στην εποχή του πραματευτή.

Το υπέροχο ελληνικό λάδι συνεχίζει να διακινείται «μαύρο» στους πατροπαράδοτους ντενεκέδες.

Οι καζανοστασές βγάζουν «μαύρη» σούμα, και τεράστιες ποσότητες κρασιών αμφίβολης ποιότητας διακινούνται χύμα και μαύρες.

Στις υπηρεσίες τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Η υπηρεσία είναι βλέπεις άυλη (εκτός από κάποια υλικά) και αναπογράψιμη.

Κηπουροί, οικιακοί βοηθοί, μασέρ Έλληνες και ξένοι αλωνίζουν την επικράτεια αδήλωτοι και μαύροι.

Όλα τα λειτουργικά έξοδα των εκκλησιών έχουν το χρώμα του ράσου.

Όποιος έχει ένα ξενόγλωσσο διπλωματάκι και κάμποσο θράσος μαζεύει σπίτι του παιδιά και τους παραδίδει τα λεγόμενα «ιδιαίτερα», που τόσο θέλγουν τους αμαθείς και τους νεόπλουτους.

Δεν υπάρχει υδραυλικός, ψυκτικός, ηλεκτρολόγος, μαραγκός, κλειδαράς κλπ που να παράσχει υπηρεσίες σε σπίτι ή επιχείρηση και να κόψει φορολογικό δελτίο.

Τα ίδια και με αρκετούς από τους λειτουργούς του Ασκληπιού. Με μιαν απόλυτη συνενοχή του κοσμάκη, που τρέμει για το τομάρι του κείνες τις δύσκολες στιγμές, συνεχίζουν παρά τις κυβερνητικές απειλές και τα τεχνικά μέσα εξακρίβωσης να βγάζουν μαύρα λεφτά.

Δεν υπάρχει εδώ και χρόνια μάστορας ή πωλητής ή πάροχος υπηρεσίας που να μην διαπραγματεύεται τη συναλλαγή με το εξής μοτίβο: τόσο με απόδειξη και τόσο χωρίς.

Η Ελλάδα, παρά τους λεονταρισμούς των πρόσφατων κυβερνήσεων ότι θα πατάξουν τη διαφθορά και τη φοροδιαφυγή, παρά τη διαθέσιμη τεχνολογία, παρά τα POS και τα «γιατί», συνεχίζει να αναπτύσσει το καταστροφικό σενάριο της μαύρης οικονομίας με δική της υπαιτιότητα. Ενδεικτική είναι η πολυετής προσπάθειά τους να συλλάβουν τη φορολογητέα ύλη των βραχυχρόνιων μισθώσεων κατοικιών.

Στη χώρα του άπλετου φωτός και του ακούραστου ήλιου όλα είναι μαύρα.

Μ’ αυτή τη μαυρίλα δεν μπορεί να σταθεί κανένας δημοσιονομικός προϋπολογισμός και μάλιστα να μπορέσει να πραγματώσει τον κοινωνικό του ρόλο.

Η μαυρίλα αυτή είναι μέρος της κρατικής αντίληψης. Να θυμίσουμε τα κυβερνητικά «μυστικά κονδύλια» που πρόσφατα ανατάραξαν την επικαιρότητα, καθώς και την περιβόητη «ειδική δαπάνη προώθησης των εξαγωγών» (Ν 2238/1994 και σχετ. προηγούμενοι) που νομιμοποιούν μαύρα έξοδα έως και 5% επί του τζίρου των εξαγωγικών επιχειρήσεων, εκτός φορολογικού ελέγχου.

Το χειρότερο πάντως σ’ όλη αυτή την ιστορία και το πλέον άδικο από όλα είναι ότι επιζούν και δικαιώνονται οι αετονύχηδες, και τα βάρη πέφτουν στις πλάτες των «μπούφων» ...

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018 13:21

Δημοψηφίσματα

Ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. «Ψήφος» κυριολεκτικά είναι μια πετρούλα λειανθείσα, το βότσαλο (εξ ου και ψηφιδωτό) και συνεκδοχικά το μέσον αλλά και το αποτέλεσμα της εκλογής. (Να σημειωθεί εδώ ότι οι αρχαίοι Αθηναίοι κάποια στιγμή λανσάρισαν τα κουκιά ως κλήρους, εξ ου και μέχρι σήμερα οι σχετικές αναφορές «δεν βγαίνουν τα κουκιά» και τα τοιαύτα). 

Το παράγωγο «ψήφισμα» είναι η απόφαση, το θέσπισμα, και στη συνέχεια, το «δημοψήφισμα» -που είναι μεταγενέστερο και δεν υπήρχε στην αρχαία γλώσσα- είναι «η λαϊκή ψήφος για σπουδαίο ζήτημα που θέτει η Κυβέρνηση».

Από αυτά εδώ τα άρθρα έχει υποστηριχθεί εδώ και πολλά χρόνια η άποψη ότι πρέπει σε κάποια προσεχή αναθεώρηση του Συντάγματος να περιορισθούν, να αποσαφηνισθούν ακόμα δε και να απαλειφθεί η δυνατότητα διενέργειας δημοψηφισμάτων, και η ιστορία και η εξέλιξη του θέματος έχει δικαιώσει πλήρως αυτή την άποψη.

Ας δούμε όμως τι λέει το Σύνταγμα:

Στο άρθρο 44 παράγραφος 2 αναφέρει ότι μπορούν να προκηρυχθούν δημοψηφίσματα για κρίσιμα εθνικά θέματα. Είναι μια διάταξη που δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί.

Ποιος μπορεί να εξηγήσει τι είναι κρίσιμο εθνικό θέμα; Και να προσδιορίσει μάλιστα και τον βαθμό της κρισιμότητας;

Θα λέγαμε ότι ένα δημοψήφισμα θα μπορούσε να βρει ισχύ και να έχει εφαρμογή επί μειζόνων «ηθικών» θεμάτων, όπως είναι οι αμβλώσεις, η ευθανασία και τα τοιαύτα, όχι όμως και επί εθνικών θεμάτων, τα οποία έχει αναλάβει στο μέτρο του χρόνου να διεκπεραιώσει η υφισταμένη και εκλεγείσα κυβέρνηση όπως αυτά ανακύπτουν, και αυτού του πολέμου συμπεριλαμβανομένου.

Αλλιώς το δημοψήφισμα λειτουργεί σαν δόλια υπεκφυγή ή σαν ένα κακό άλλοθι για μια κυβέρνηση που θέλει να αποσείσει από πάνω της τις ευθύνες.

Στη συνέχεια η παράγραφος αναφέρει ότι μπορεί να προκηρυχθεί δημοψήφισμα και για ψηφισμένα (!) νομοσχέδια επί σοβαρών κοινωνικών (;) ζητημάτων, μια διάταξη φλου που θα πρέπει κι αυτή να απαλειφθεί.

Το ωραίο (που το είδαμε να προξενεί ζητήματα) είναι ότι δεν αναφέρει πουθενά το Σύνταγμα, αυτός ο ασαφής, προχειρογραμμένος και διάτρητος υπερ-νομοθετικός χάρτης της χώρας, εάν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεσμεύει την κυβέρνηση και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας ή είναι πράγματι απλώς μια λαιμητόμος ή ακόμα χειρότερα ένα εφαλτήριο... κυβιστήσεων.

Όντως η πρόσφατη ιστορία με τα τρία δημοψηφίσματα στην Αγγλία, στη Βαρκελώνη και στη Γαλλία το 2005 για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, αλλά κυρίως τα δύο σε Ελλάδα (2015) και Σκόπια (2018) απέδειξαν ότι τα δημοψηφίσματα είναι διακοσμητικά στοιχεία και εργαλεία πολιτικών εντυπώσεων, αφού οι άρχοντες δεν έχουν σκοπό να σεβαστούν και να τηρήσουν τη λαϊκή ετυμηγορία.

Υπάρχουν δυστυχώς σε κάθε σοβαρή περίπτωση προαποφασισμένα κυβερνητικά σχέδια δράσης που δεν μπορεί να τα διασαλεύσει ούτε η λαϊκή οργή.

Οι σημερινές δημοκρατίες είναι μεταλλαγμένες, είναι κουφές, είναι τηλεκατευθυνόμενες, είναι τρόπον τινά πολιτικές συμμορίες, που αφού δεν έχουν σκοπό να αφουγκράζονται τη λαϊκή θέληση (δηλαδή τον μεγάλο εντολέα τους) θα ήταν κατ’ ελάχιστον έντιμο να καταργήσουν και το θεσμό του δημοψηφίσματος από τα Συντάγματα.

Τρίτη, 06 Νοεμβρίου 2018 17:10

Οι αιτίες των πραγμάτων

Το αστυνομικό δελτίο κάθε μέρα ξεχειλίζει από εγκλήματα παντός τύπου, γεγονός που προκαλεί ατέρμονες και ατελέσφορες συζητήσεις περί του τι δέον γενέσθαι.

Όλοι ανεξαιρέτως ζητούν μεγαλύτερη και εντατικότερη αστυνόμευση για όλα αυτά τα παραβατικά συμπτώματα μιας ελληνικής κοινωνίας που βράζει και βρίσκεται σε αποσύνθεση.

Ωστόσο έκπληξη πρώτου μεγέθους αποτελεί το γεγονός ότι κανείς δεν ψάχνει να βρει (και να θεραπεύσει) τις πραγματικές αιτίες του φαινομένου που ασφαλώς και δεν είναι η πλημμελής αστυνόμευση, αλλά η φτώχεια, η ανεργία των νέων, η έλλειψη προοπτικής και η χαλάρωση των θεμελιακών θεσμών, όπως είναι το σχολείο, η θρησκεία και η οικογένεια.

Κατά τη λογική αυτών των «ειδημόνων» κάθε Έλληνας των 300 ευρώ μισθού ή σύνταξης θα πρέπει εκτός των άλλων (υγεία, εκπαίδευση, κανόνια κλπ) να πληρώνει και δυο αστυνομικούς να τον φυλάνε!

Ένα άλλο φαινόμενο που ταλανίζει τη ζωή μας και τη γεμίζει αιθαλομίχλη και ρύπους και προξενεί ακραία φαινόμενα είναι η ενεργειακή πολιτική στο σύνολό της. Κανείς δεν αντιδρά λ.χ. έμπρακτα στη πετρελαϊκή πολιτική της κυβέρνησης που συνεχίζει να είναι άτολμη, κοντόθωρη και φορομπηχτική. 80 λεπτά στα 120 του λίτρου του πετρελαίου θέρμανσης είναι «ειδικός φόρος κατανάλωσης»! Πρόκειται μάλλον για πολιτική μαστροπεία -για ένα αγαθό τόσο ευρείας κατανάλωσης και τόσο ανελαστικής ζήτησης- παρά για μια καλώς εννοούμενη φορολογία.

Εγκληματικό, όπως εγκληματική και η πολιτική περί μη αξιοποίησης των ήπιων μορφών ενέργειας που έχει επιδαψιλεύσει η φύση στη χώρα μας. Μέχρι πότε όμως θα μας περιμένει ο αέρας και θα μας ανέχεται ο ήλιος;

Ένα άλλο εφιαλτικό σενάριο που υφαίνεται τον τελευταίο καιρό είναι η πρόβλεψη ότι καταρρέουν οι ελληνικές τράπεζες. Θα χρειαστούν πάλι (για τρίτη φορά) ένα ακριβό και πολύπλοκο συνδυασμό «φαρμακευτικής» αγωγής, που όμως όλοι οι ειδικοί προεξοφλούν ότι δεν πρόκειται να θεραπεύσει την τραπεζική νόσο. Ζούμε εξωφρενικά πράγματα κι έναν απαίσιο φαύλο κύκλο: μια πεθαμένη οικονομία θα χρειαστεί να στηρίξει αυτούς που πρέπει να τη στηρίξουνε!

Τα ίδια και με το καχεκτικό κυανόλευκο χρηματιστήριο.

Όλα αυτά είναι συμπτώματα μιας εθνικής νόσου. Οι πραγματικές της αιτίες είναι οι αβάσταχτοι φόροι, η γραφειοκρατία, η παντελής έλλειψη ελέγχου της κεφαλαιαγοράς και των ελεγκτικών θεσμών (όπως αποκάλυψε η περίπτωση της Folli-Follie) και πρωτίστως η ιδεοληπτική κρατική αντίληψη για το ρόλο του κράτους και τη φυσιογνωμία της ανάπτυξης.

Αυτές είναι οι πραγματικές αιτίες. Όλα τα άλλα που βλέπουμε (αποεπένδυση, φορολογικά χρέη, υψηλά επιτόκια δανεισμού, τραπεζική ασφυξία κ.α.) είναι απλώς επακόλουθα συμπτώματα.

Και φυσικά φωτογραφίζεται ο πυρήνας όλης της αιτίας που είναι η επάρκεια και το ανάστημα των πολιτικών μας, πολιτικών που καυχώνται στα κανάλια ότι επιχειρούν να σώσουν μια θαλασσοδαρμένη χώρα, ενώ ο λαός της γνωρίζει ότι με δική τους ευθύνη καταποντίζεται.

«Ευτυχισμένος όποιος μπορεί να βρίσκει τις αιτίες των πραγμάτων» είχε πει πολύ σοφά ο άριστος των Ρωμαίων επικών Πόπλιος Βιργίλιος (70-19 π.Χ.), που προσπάθησε να σφυρηλατήσει το εθνικό φρόνημα των Ρωμαίων γράφοντας την «Αινειάδα», ένα έπος πάνω στα χνάρια των δύο ομηρικών επών.

Ήταν μάλιστα αυτός που υποστήριξε ότι οι ηττηθέντες Τρώες με πίστη και σκληρή δουλειά έχτισαν μια ισχυρή Ρώμη, ενώ οι νικητές Έλληνες, με την επιπολαιότητα και την άκρατη φιλονικία, έμειναν με ένα άδειο πουκάμισο και μια Ελένη…

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018 13:40

Αλαμπουρνέζικα

Το άρθρο θέλει να επισημάνει για άλλη μια φορά λάθη της γλώσσας. Όχι διπλές γραφές, όπως για παράδειγμα το αυγό, το πιρούνι, την εταιρία και τα τοιαύτα, κι ακόμα εκείνο το ταλαιπωρημένο «κτίριο» (εκ του κτίζω) που βαλθήκαμε τελευταία να το στολίζουμε και με «η» (εκ του «ευκτήριον», λέει, ή του «κατοικητήριον»), αλλά λάθη-βαρβαρισμούς και κυρίως στον προφορικό λόγο.

Λυσάξαμε επί χρόνια να εξοβελίσουμε την αρχαία γλώσσα και την καθαρεύουσα -με δυο λόγια τη λόγια γλώσσα- και τώρα που ευτυχώς έχουμε καλλιεργήσει σε ικανοποιητικό βαθμό μια κοινή δημοτική, ξεθάβουμε παλιά σχήματα και ουρανοκατέβατες λέξεις για να τη στολίσουμε και να δείξουμε και την ευρυμάθειά μας (γράφε ημιμάθεια).

Πρωταγωνιστές σ’ αυτή τη δραστηριότητα είναι κυρίως τα μέσα της ενημέρωσης, εκφωνητές, σχολιαστές, διαφημιστές κ.α. Και λέμε «και άλλοι» γιατί ακούστηκε αιρετός της αυτοδιοίκησης προχθές να λέει «η δομή της Μόρια».

Αυτή η αφελληνιστική κατήχηση στη γλωσσική ακλισία αρχίζει εξ απαλών ονύχων. Όλα τα παιδάκια σήμερα που λατρεύουν την Πέπα το γουρουνάκι κι ακούνε τον εκφωνητή να αναγγέλει «το σπίτι της Πέππα» θα εμπεδώσουν από μικρά ότι η Πέπα θέλει δύο «π», και ότι η γενική είναι πλέον μια αχρείαστη πτώση.

Έλεγε τις προάλλες διαφημιστής στην τηλεόραση κάποιου σκευάσματος, από αυτά που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα και λοιδορούν την περίθαλψη, ότι «προλαμβάνει κρίσεις... άσματος». Δεν εννοεί βέβαια την κρίση της τραγουδοποιίας (που κι αυτή υφίσταται) αλλά τις κρίσεις του άσθματος, το οποίο η αγγλική γλώσσα το προφέρει «άσμα».

Δεν υπάρχει Έλληνας σήμερα που να βάζει και στον προφορικό και στο γραπτό λόγο το «πλέον» στη σωστή του θέση, που όπως και το αρχαίο «γαρ» για λόγους καλλιέπειας δεν έμπαινε ποτέ στην αρχή της πρότασης. Κάτι είχε πει ο Καβάφης για τους βαρβάρους, μη μαντεύοντας ότι θα ‘ρθει εποχή που θα γίνουμε όλοι βάρβαροι τουλάχιστο γλωσσικά.

Συνεχίζουμε να λέμε «εν μία νυκτί» μπασταρδεύοντας την αρχαία γλώσσα και ακκιζόμενοι ότι ξέρουμε πολλά παραπάνω από το «σε μια νύχτα».

Άκουσα χθες ότι «γίνονται επισταμένοι έλεγχοι». Εδώ η γενική, η οποία τίθεται γενικά εκποδών, τρώει την ονομαστική.

Γιατροί και γυμναστές συνεχίζουν να λένε «οι μυς». Η ορθή ονομαστική «μύες» τους φαίνεται απλοποιημένη και ανυπόληπτη, και ούτε που φαντάζονται ότι μπορούν άνετα, και προπαντός ορθά γραμματικώς, να χρησιμοποιούν το «μύες» και για την ονομαστική και για την αιτιατική.

Η ορθή εκφορά της γλώσσας, εκτός από κανόνες, χρειάζεται και γνώσεις (ιστορίας, γεωγραφίας κλπ.). Η κοπέλα που πρόφερε τη διεύθυνση «Καραολή Δημητρίου» θεώρησε προφανώς ότι το Δημήτριος είναι το μικρό όνομα του Καραολή, χωρίς να ξέρει ότι ήταν δύο οι Κύπριοι εθνομάρτυρες: ο Καραολής και ο Δημητρίου.

Μου έχει πάρει τ’ αυτιά μια μακροσκελέστατη διαφήμιση με το βαρβαρικό «Αρχιερέου (!) Κυρίλλου». Πρόκειται για μια διεύθυνση στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, όπως και μια άλλη «οδός Ροϊκου» (!) Η εκφωνήτρια προφανώς πρόφερε διαλυτικά χωρίς να τα δει γραμμένα, σίγουρα όμως δεν θα άκουσε ποτέ για τον μέγιστο και πρωτοπόρο αρχιτέκτονα και ανδριαντοποιό Σάμιο Ροίκο, που πρώτος έκανε χυτά χάλκινα αγάλματα και που μαζί με το γιο του Θεόδωρο έχτισαν το Αρτεμίσιο της Εφέσου και τον τρίτο ναό του Ηραίου της Σάμου.

Εκεί όμως που η γραμματική επιστήμη σηκώνει ψηλά τα χέρια είναι η προειδοποίηση που εμφανίζεται σ’ όλα τα τηλεοπτικά κανάλια πριν από διαφημίσεις και λέει σε... άπταιστα ελληνικά: «Η εκπομπή περιέχει (!) τοποθέτηση (!!!) προϊόντος».

Για κάποιους δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα μιας και η γλώσσα διαμορφώνεται (προς τα κάτω) κάθε μέρα, ωστόσο μπορεί κάποια μέρα από την πάλαι ποτέ γλώσσα των θεών να μιλάμε σχεδόν αλαμπουρνέζικα, μια παρωδία ακαταλαβίστικης γλώσσας που έχουν «σκοτωθεί» οι γλωσσολόγοι να ανακαλύψουν το πώς παρήχθη (από ιταλική λέξη, απ’ το Λιβόρνο, από μια φυλή της υποσαχάριας Αφρικής ...).

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018 12:13

Σχολή και Σχολείο

Από το θέμα του ρήματος έχω (προφανώς με την έννοια του κατέχω) «σεχ» και μάλιστα από τον συγκεκομμένο τύπο «σχ» οι Έλληνες έπλασαν δύο λέξεις που αποκρυπτογράφησαν και υπηρέτησαν όσο καμιά άλλη τον πολιτισμό: τη σχολή και το σχολείο.

Με τη «σχολή» περιέγραψαν την ευκαιρία, την ανάπαυση και ό, τι καλό και ωφέλιμο μπορεί να παραγάγει και μ’ αυτό να ασχοληθεί ο άνθρωπος αυτές τις ώρες της αργίας.

Αυτομάτως λοιπόν διαχωρίζονται οι ανθρώπινες ασχολίες σε «βάναυσες» και υποχρεωτικές για την κερδοφορία του ζην από τη μια, και τις άυλες και πνευματοκαλλιτεχνικές από την άλλη, που προσδιορίζουν τον «πολιτισμό», αυτή την έννοια που δεν την είχαν ορίσει και οριοθετήσει οι αρχαίοι και που μόλις τον 18ο αιώνα από τους Γάλλους και τον γαλλοτραφή Κοραή διατυπώθηκε.

Άρα για τους Έλληνες η εργασία είναι αναγκαστική ρουτίνα (και δεν είναι παράξενο που στη σύγχρονη γλώσσα αποδίδεται κυρίως με το ρήμα «δουλεύω» που σημαίνει υπηρετώ ως υπόδουλος και υποταγμένος), ενώ η σχολή φιλοξενεί ό, τι ωραίο, ό, τι ψυχαγωγικό και ό, τι εποικοδομητικό της ανθρώπινης γνώσης και δραστηριότητας.

Το σχολείο (εκ της σχολής) είναι το εκκολαπτήριο των ιδεών και των δεξιοτήτων. Είναι ο ευχάριστος και ψυχεγερτικός χώρος που μας εφοδιάζει με ικανότητες και ήθη για να μπορέσουμε να επιδοθούμε στο ακριβώς αντίθετο της σχολής, που είναι η α-σχολία.

Τα ανώτερα εκπαιδευτήρια τα ονομάσαμε από τα πανάρχαια χρόνια σχολές.

Σχολάζω επίσης σημαίνει και σταματώ την εργασία μου συνήθως προσωρινά και σε ημερήσια βάση.

Επίσης το χρησιμοποιούμε ακόμα για να δηλώσουμε τη λήξη μιας κοινωνικής ή θρησκευτικής λειτουργίας ή του σχολείου. Λέμε δηλαδή το οξύμωρο: «σχόλασε το σχολείο».

Μεταγενέστερα, και ανεβάζοντας τον τόνο στην παραλήγουσα προφανώς για να μην υπάρχει εννοιολογική σύγχυση, πλάστηκε η λέξη «σχόλη» και στη δημοτική «σκόλη» που σημαίνει την ημέρα της εορταστικής ανάπαυσης.

Η σχολή λοιπόν ασχολείται με όλες τις σπουδαίες και υψιπετείς ανθρώπινες δραστηριότητες. Μέμε «σπουδαίες» και πέφτουμε ξανά πάνω σε έναν καίριο παιδαγωγικό όρο, τον όρο «σπουδή» που είναι η βιασύνη, ο ζήλος, η προσπάθεια, η επιμέλεια και όλα αυτά μαζί.

Ευνόητο είναι ότι η σχολή για να καρπίσει σοβαρό και ωφέλιμο έργο χρειάζεται σπουδή και όχι αεργία και οκνηρία, και εκεί ακριβώς βρίσκεται ένα μεγάλο κουμπί της παιδαγωγικής, να μας μάθει παιδιόθεν τα καλά έργα και τη σωστή διαχείριση του χρόνου. Και λέμε χρόνου, γιατί ο χρόνος είναι απαραίτητος για την εκπαίδευση. Ο Φιλόξενος ο Μουσικός (μέγας διθυραμβοποιός από τα Κύθηρα, πρώην δούλος) όταν ρωτήθηκε «τι μάλιστα συνεργεί παιδεία;» απάντησε «χρόνος».

Ο μεγάλος Λατίνος στωικός Σενέκας στην πραγματεία του «περί συντομίας της ζωής» («De brevitate vitae») μας επισημαίνει, θα έλεγα με άγχος, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ρυθμίσει επ’ ωφελεία το χρόνο της ζωής του, γι’ αυτό και βρίσκεται ανικανοποίητος και απροετοίμαστος την ώρα του θανάτου. Γινόμαστε, λέει, απερίσκεπτοι και σπάταλοι με το μόνο πράγμα που θα ‘πρεπε να είμαστε απολύτως τσιγκούνηδες: τον χρόνο.

Η σχολή λοιπόν και το σχολείο είναι δυο έννοιες που «συμβολίζουν» τον πολιτισμό, και μιας και παίξαμε σήμερα αρκετά με τις λέξεις, ας τελειώσουμε με το «σύμβολο»: αυτό υπήρξε κατά καιρούς σύνθημα, διακριτικό φιλοξενίας, αποδεικτικό δικαστικής παράστασης ή εμπορικής συνθήκης μεταξύ πόλεων, εισιτήριο αρχαίου θεάτρου, «μάρκα» συμποσιαζομένου και πολλά άλλα, αλλά η αρχική του προέλευση ήταν «αποκοπέν μισό αστραγάλου ή νομίσματος το οποίο έφερε κάποιος μαζί του προς αναγνώριση από κάποιον άλλον που κατείχε το άλλο μισό»!

Τρίτη, 09 Οκτωβρίου 2018 13:36

Μπουλντόζες

Θεωρώ όλα τα χρόνια που αρθρογραφώ υποχρέωσή μου να ερευνώ και να εκθειάζω το αρχαίο ελληνικό θαύμα.

Οι ειδικοί θεωρούν ότι αυτό το θαύμα συντελέσθηκε και ήταν καρπός κάποιων ευγενών προϋποθέσεων, όπως είναι το ελεύθερο πνεύμα, η άμιλλα, η καλαισθησία και η λειτουργία του γνήσιου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Και όμως δεν είναι μόνο αυτά. Παραλείπουμε, ίσως ένοχα, ένα σπουδαίο παράγοντα, κι αυτός δεν είναι άλλος από την παιδεία.

Την παιδεία σαν σύστημα, αλλά κυρίως την παιδαγωγική επάρκεια και το υψηλό ήθος των διδασκάλων.

Δυστυχώς ο φυσικός κληρονόμος αυτού του θαύματος αποδείχθηκε ασυνεπέστατος και ανάξιος διαχειριστής του.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι όλα τα σύγχρονα δεινά που μαστίζουν το ελληνικό κράτος ξεκίνησαν από την «Κλεώνεια» δημοκοπία των «προοδευτικών» δυνάμεων, και από το ξεχαρβάλωμα της παιδείας.

Δεν υπάρχει πουθενά μέτρο, δεν υπάρχει αριστεία, δεν διδάσκεται η φιλοκαλία και η φιλοπονία και προπαντός δεν επικρέμαται κανένας απολύτως έλεγχος και καμία λογοδοσία ούτε των διδασκόντων ούτε των διδασκομένων.

Το καμπανάκι της ποιοτικής υποβάθμισης και του επελθόντος ολέθρου ήχησε ήδη από τη «μακάρια» μεταπολεμική εποχή που το αφιλοσόφητο και ανιστόρητο κράτος έβαλε λανθασμένες προτεραιότητες: επί δεκαετίες έβαζε τους αριστούχους στην ιατρική και το πολυτεχνείο (να φκιάχνουν μηχανές), και τους μαθητές τού ένδεκα στα παιδαγωγικά τμήματα (να φκιάχνους ανθρώπους).

Δεν λέω ότι δεν υπήρξαν -όπως υπάρχουν και σε κάθε επαγγελματικό τομέα- αξιόλογες περιπτώσεις δασκάλων, όμως το γενικό κλίμα ήταν ήδη προδιαγεγραμμένο και μάλιστα από τη ολέθρια στιγμή που καταργήθηκε ο θεσμός του επιθεωρητή. Πρόκειται ίσως για τη μοναδική έμμισθη εργασία χωρίς προϊστάμενο - ελεγκτή.

Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι πριν από κάποιες δεκαετίες δίδασκαν μέσω των τότε «Χρηστομαθειών» τους νέους ότι «αρχή σοφίας φόβος κυρίου» (με την πλατιά έννοια).

Αυτή τη στιγμή κονταροχτυπιούνται πάλι οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας για τα μαθήματα και τα συστήματα της παιδείας, και ουδείς ασχολείται με την ενδοσχολική αγωγή και τα έκτροπα και στις τρεις εκπαιδευτικές βαθμίδες.

Μας κάνει ύστερα εντύπωση πώς παράγονται τόσοι ανίκανοι, τόσοι κλέφτες, τόσοι εγωιστές, τόσοι άμουσοι και ακαλαίσθητοι, τόσοι ρουφιάνοι, τόσοι βάνδαλοι και βάρβαροι μέσα σε μια κοινωνία Ελλήνων. Είναι δε ιδιαίτερα κρίσιμο ότι από τα σχολικά φυτώρια φυτρώνουν και οι πολιτικοί μας άνδρες, οι οποίοι, όπως επιβεβαιώνεται κάθε μέρα, δεν χαίρουν και άκρας εκτιμήσεως.

Φτάνουν από παντού εξοργιστικές ειδήσεις για τα σχολικά ήθη και την πρέπουσα συμπεριφορά μαθητών και δασκάλων σε αρκετά, αν όχι όλα, τα εκπαιδευτήρια της χώρας.

Νέοι και νέες που προσέρχονται στα λυκειογυμνάσια με αδαμιαία περιβολή, με μάτια, νύχια και μαλλιά βαμμένα σε στιλ αρτίστας της νύχτας, και με το πνεύμα να έχει μετοικήσει στην υπογάστρια χώρα. Οι προηγμένες χώρες που επιβάλλουν ομοιόμορφες στολές είναι, κατά την προοδευτική αντίληψη, απαρχαιωμένων παιδαγωγικών αρχών.

Νέοι και κυρίως νέες να βυθίζονται αυτιστικά στις οθόνες των κινητών και να φουμέρνουν σαν πατηνιώτικες φιγούδες σε αγαστή συνεργασία και ομοθυμία με τους καθηγητές τους.

Ακούστηκε και καθηγητής που μπήκε στη Β΄ Λυκείου και άρχισε ως εξής: «Τώρα είστε μεγάλα παιδιά και ασφαλώς θα ξέρετε ότι δεν υπάρχει θεός ....».

Έχουν διαλυθεί τα πάντα και προσωπικά δεν βλέπω τον τρόπο πώς μπορούν να ξαναχτιστούν (εκτός ίσως από τον οδυνηρό και απευκταίο «πατέρα των πάντων» κατά τον Ηράκλειτο).

Εξάλλου είναι πολύ επώδυνο να βάλεις μπουλντόζες να γκρεμίζεις ανθρώπους...

 

Τρίτη, 02 Οκτωβρίου 2018 12:14

Μελιτζάνα run

«Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό, να κιρντίζω (1) το καπνό ...».

Κάποτε το σεληνιακό φέγγος ήταν δώρο της φύσης και βιολογική ανάγκη. Σήμερα έγινε διαφημισμένος και γλυκανάλατος αισθησιασμός, ιδιαίτερα αυτές οι πανσέληνοι του καλοκαιριού.

Κάποτε η σελήνη ήταν σύντροφος της νυκτερινής εργασίας και των παιδικών παραμυθιών. Σήμερα είναι η πολυτελής πρόφαση του χαβαλέ.

Τα ίδια και με το βάδισμα. Κάποτε ερχόνταν τα παιδιά από τους Μαυρατζαίους στο σχολαρχείο των Μυτιληνιών κάθε μέρα με τα πόδια. Έξι και έξι ίσον δώδεκα χιλιόμετρα ανώμαλος μετ’ εμποδίων.

Σήμερα πάμε στο περίπτερο για τσιγάρα με το αυτοκίνητο, αλλά συγκινούμαστε όταν ακούμε για διοργάνωση αγώνα δρόμου.

Και θα ήταν ευχής έργον μια τόσο δημοφιλής και διαδεδομένη συνήθεια ικανή να μας σηκώσει από τον καναπέ κι από το σκαμπό (ελληνιστί σκίμποδα) της καφετέριας, αν δεν ήταν τόσο συχνή και βαρετή, τόσο «κιτσαρισμένη» και αναπόσπαστα δεμένη με κάθε είδους πνευματική, ψυχαγωγική, πολιτιστική και κοινωνική εκδήλωση στη σύγχρονη Ελλάδα.

Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή δρώμενο που να μη συνοδεύεται ή να επισφραγίζεται από έναν αγώνα δρόμου αντοχής, υποτίθεται κατά το πρότυπο του μαραθωνίου.

Οι δρόμοι αυτοί είναι συνήθως «δόλιχοι», σε μια μέση δηλαδή απόσταση περίπου πέντε (έως και δέκα) χιλιομέτρων και πλαισιώνονται και από αντίστοιχους παιδικούς αγώνες μικρότερης απόστασης.

Είναι μόδα που μας ήρθε εκ δυσμών; Είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια για κάποια ανέξοδη ευεξία; Είναι ακόμα μια ιδέα και μια προσπάθεια για κοινωνική συμμετοχή και προβολή; Άγνωστο, και θα ήταν όλοι αυτοί επαρκείς λόγοι αν δεν ήταν το φαινόμενο τόσο συχνό και τόσο εξεζητημένο.

Είμαστε γενικά -και εκτός ορισμένων φωτεινών εξαιρέσεων- λαός υπερβολικός και κοινοτοπικός. Αγώνας δρόμου για το περιβάλλον, για φυλική υποστήριξη (...), για τα εθνικά δίκαια, για τους ήρωες του μπάσκετ (ακούστηκε κι αυτό), για τον σπάιντερμαν, για τη ..... μελιτζάνα (εξ ου και ο τίτλος του άρθρου «μελιτζάνα run»).

Δεν υπάρχει σύμβουλος δημοτικής αρχής ή συλλόγου και σωματείου που να μην ονειρεύεται και να μην εισηγείται τη διοργάνωση αγώνα δρόμου.

Μεγάλη λύσσα. Και πολλά τα κυκλοφοριακά προβλήματα, δεδομένου ότι όλες αυτές οι αγωνοδρομίες δεν γίνονται σε ειδικούς αθλητικούς χώρους αλλά μέσα στην κίνηση και σε πολύπαθες κυκλοφοριακές αρτηρίες όλης της χώρας και κυρίως της πρωτεύουσας.

Έχουμε αναγάγει όλα τα βιοτικά μας δρώμενα σε άσφαιρες πολιτικές προσομοιώσεις.

Αγοράζουμε αθλητικά σορτσάκια και υποδήματα, τρέχουμε ίσα-ίσα για να τρέξουμε, μας βιντεοσκοπούν με καμάρι χιλιάδες «έξυπνα» (και εξυπνότερα από μας) κινητά και περιμένουμε να τερματίσουμε και να στεφανωθούμε, τη στιγμή που γύρω μας τρέχουν τόσοι πολλοί πίσω από τους φόρους και τα βάσανα της ζωής και ποτέ τους δεν στεφανωθήκανε.

Αντιγράφουμε επιδερμικά τους αρχαίους χωρίς να διδασκόμαστε και χωρίς να βάζουμε τη δική μας σφραγίδα στα σύγχρονα προβλήματα.

Ένα τουλάχιστο είναι θετικό σ’ αυτούς τους ψευτομαραθώνιους: Όπως ανήγγειλε ο αρχαίος Ευκλής στους Αθηναίους το «Νενικήκαμεν τους Πέρσες», μακάρι έτσι και να αναγγείλει ο σύγχρονος «Μερακλής» το «Νενικήκαμε την καφετέρια»! (Γιατί ο εχθρός σήμερα δεν έρχεται με βέλη και δρεπανηφόρα άρματα, αλλά είναι καλά κρυμμένος και αόρατος ...).

 

(1) κίρντισμα= η συγκομιδή των φύλλων του καπνού, τουρ. kirmak.

Σελίδα 3 από 18
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top