FOLLOW US
Μιχάλης Παπαδημητρίου

Μιχάλης Παπαδημητρίου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τρίτη, 09 Ιανουαρίου 2018 12:38

O Yalom και η πολιτική

Οι αρχαίοι Έλληνες ασχολήθηκαν πρώτοι (ένας από αυτούς ήταν ο Πυθαγόρας ο Σάμιος) με τους αριθμούς, με τη φύση τους, με την αξία τους και το συμβολισμό τους. Έφτασαν στο σημείο να θεοποιήσουν τους αριθμούς, κι αυτοί με τη σειρά τους το ανταπέδωσαν: θεοποίησαν τους Έλληνες.

Διαβάζουμε λόγου χάριν στα συγγράμματα περί αριθμοσοφίας για τις χάρες και τις ιδιότητες του αριθμού τρία.

Τον είπαν πρώτο τέλειο αριθμό (Πρόκλος), λόγο, αναλογία, Δίκη, Θέτιδα.

Είναι ο τόκος της συνεύρεσης του πρώτου περιττού με τον πρώτο άρτιο.

Ο Ιάμβλιχος, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την αριθμοσοφία, λέει ότι εκπροσωπεί τα τρία όρια της ύπαρξης, δηλαδή αρχή-ακμή-τέλος.

Επίσης λέει ότι δηλώνει την ευσέβεια, καθότι τον ετυμολογεί εκ του «τρέω» (απαρέμφατο τρειν) που σημαίνει φοβάμαι και σέβομαι.

Το ότι το τρία απεικονίζει τη σύνεση και τη σοφία δηλώνεται ρητά πάλι από τον Ιάμβλιχο: «οι άνθρωποι πράττουν ορθά και συνετά σήμερα, προβλέποντας τις μελλοντικές περιστάσεις και αποκτώντας την πείρα των παρωχημένων».

Αποσαφηνίζεται λοιπόν η μεγάλη και υπαρξιακή σημασία του αριθμού τρία όχι μόνο για την αριθμοσοφία και όλες γενικώς τις θρησκείες, αλλά για την ίδια τη ζωή για κύριο λόγο του ότι αναπαριστά τις τρεις διαιρέσεις του ρέοντος χρόνου: το παρελθόν το παρόν και το μέλλον.

Η πραγματική παιδεία του ανθρώπου συνίσταται στο να επιτυγχάνει τη σημερινή ευτυχία και αυτάρκεια, διδασκόμενος από το παρελθόν και αναπτερούμενος από τα όνειρα και τις προσδοκίες του αύριο. Έτσι με την κατάλληλη σύζευξη και των τριών αποκτάται η σύνεση.

Οι τρεις αυτοί χρονικοί χώροι είναι βέβαια συνεχείς και αλληλένδετοι, μάλιστα δε οι δύο ακριανοί είναι άπειροι, ο δε μεσαίος είναι μια απειροελάχιστη στιγμή, ένα μετείκασμα των αισθήσεων.

Γι αυτή τη στιγμή ο άνθρωπος κάνει όνειρα, πολέμους, παρεξηγήσεις. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις άλλες δύο διαστάσεις του χρόνου, αυτή η στιγμή είναι η σπουδαιότερη γιατί κουβαλάει το κρίσιμο βάρος της ζωής.

Ο σπουδαίος υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας Irvin Yalom λέει κάπου στο πρώιμο έργο του «Ο δήμιος του έρωτα» (1989) ότι «η πιο συναρπαστική υπόθεση είναι να βιώνεις τη ζωή σου την ώρα που συμβαίνει. Ο,τιδήποτε άλλο, δηλαδή να ζεις μόνο για την προσδοκία (μέλλον) ή την ανάμνηση (παρελθόν) είναι εκτροπή από την πραγματικότητα».

Και αν αυτά συμβαίνουν σε έναν απλό, καθημερινό άνθρωπο, κατά μείζονα λόγο έχουν απόλυτη εφαρμογή στην πολιτική.

Η πολιτική είναι η κατεξοχήν ανθρώπινη δραστηριότητα η οποία πρέπει να εκφράζει και να υπηρετεί ρεαλιστικά το σήμερα και τις ανάγκες του. Ούτε το ωραιοποιημένο και νοσταλγικό χθες, ούτε κάποιο ειδυλλιακό και ουτοπικό αύριο.

Το αύριο περιέχει όνειρα και ελπίδες και έναν πήχη που λογικά πρέπει να ανεβαίνει.

Το χθες περιέχει την ιστορία και τη μνήμη που έχουν συνήθως μια περίεργη σχέση μεταξύ τους.

Ο ιστορικός και σοφός Άγγλος Tony Judt (1948-2010) σημειώνει στις «Σκέψεις για τον εικοστό αιώνα» ότι η ιστορία και η μνήμη είναι ετεροθαλείς αδελφές. Η μνήμη είναι η μικρή και η γοητευτική (η οποία μπορεί να μας παρασύρει ή να μας πληγώσει).

 Η ιστορία είναι η μεγάλη, ξερακιανή και σωφρωνέστερη (η οποία για να μας φανεί χρήσιμη στην παρούσα «στιγμή» πρέπει να στέκεται μακριά από τα ανθρώπινα πάθη και την εύκολη παρανάγνωση).

Ιστορία και όνειρα για το μέλλον είναι λοιπόν πολύτιμα εφόδια για έναν πολιτικό, ωστόσο υπερπολύτιμη και καθοριστική είναι η κρίση του για τη διαχείριση της παρούσας στιγμής επ’ ωφελεία του λαού και με τους όρους και τις προϋποθέσεις του «σήμερα».

Αλλιώς, η κυβερνητική αδυναμία να αντιμετωπίσει την παρούσα πραγματικότητα οδηγεί σε έναν επιζήμιο ποντιοπιλατισμό και σε ένα τεράστιο πλέγμα δικαιολογιών, που το περιέγραψε καλύτερα και επιγραμματικότερα -όπως συνήθως- η Τέχνη, με εκείνο το αξέχαστο του Δήμου Μούτση «Για όλα φταίνε οι (γκόμενοι) πρώην και οι επόμενοι...».

 

Τετάρτη, 03 Ιανουαρίου 2018 12:34

Το εισιτήριο και η λαστιχένια σόλα

Βρέθηκα προ μηνός πάλι στο κλεινόν άστυ. Σ’ αυτή «τη διαμαντόπετρα στης γης το δαχτυλίδι», στην οποία ανεβαίνουμε πια εννιά φορές στις δέκα για τον Ασκληπιό.

Η μέρα βροχερή. Διέσχισα τη μουσκεμένη και πολύβουη ακτή Τσελέπη και μπήκα στον προθάλαμο του Ηλεκτρικού όπου είναι τα εκδοτήρια των εισιτηρίων.

Πανικός. Αριστερά τέσσερα ηλεκτρονικά εκδοτήρια και δεξιά τρία πατροπαράδοτα.

Στάθηκα αριστερά στην ουρά.

Κοσμάκης μέσα στην άγνοια και στην απελπισία.

Ο ένας να βοηθάει τον άλλο να βγάλει εισιτήριο ή κάρτα.

Επιχείρησα σαν συνταξιούχος να βγάλω μισό. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι τα υπερσύγχρονα και στην υπηρεσία του λαού εκδοτήρια δεν έχουν προβλέψει την έκδοση του μειωμένου εισιτηρίου (!)

Στρέφομαι προς τα δεξιά και κάθομαι στην ουρά σαράντα περίπου απελπισμένων, ιδίως αυτών που έβγαζαν κάρτα διαδρομών.

Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχω καταλάβει τι εξυπηρετεί η προσωποποιημένη κάρτα και γιατί να χρειάζονται πιστοποιητικά και φωτογραφίες για ένα εισιτήριο προς χρήση και όφελος του οποιουδήποτε ανώνυμου κομιστή.

Αφού είδα πολλούς συρμούς να φεύγουν και γω να στέκομαι, κι αφού κινδύνεψα να χάσω το ραντεβού με το γιατρό, πήρα τελικά το εισιτήριο. Το θεώρησα στα ακυρωτικά μηχανήματα και μπήκα στο τρένο.

Εκεί σκέφτηκα ότι ισχύει για 90 λεπτά της ώρας, πράγμα που δεν δηλώνεται πάνω του (καθότι άυλη η θεώρηση), όμως πώς θα ξέρω εγώ πότε λήγουν τα 90 λεπτά; Θα κρατάω ημερολόγιο για ένα εισιτήριο των 60 λεπτών του ΕΥΡΩ;

Εκείνη τη στιγμή ήθελα να βλαστημήσω πάλι την τεχνολογία (και για να είμαι ακριβής, την πολιτική διαχείριση της τεχνολογίας), όταν ξαφνικά, εντελώς φυσικά και συνειρμικά, θυμήθηκα ένα διήγημα του εξαιρετικού Ρώσου ευθυμογράφου Μιχαήλ Ζόσενκο (1895-1958) με τον τίτλο «Η λαστιχένια σόλα».

Μέσα στο σιδηρόδρομο (της Μόσχας) έχασε ο ίδιος (κατά το διήγημα) τη μια λαστιχένια του σόλα.

Ένας φίλος του εισπράκτορας τον καθησύχασε ότι θα βρεθεί στην αποθήκη απολεσθέντων αντικειμένων.

Πήγε λοιπόν εκεί και μετά από εξονυχιστικές περιγραφές και εξηγήσεις βρέθηκε η σόλα, την οποία όμως για να παραλάβει ο δυστυχής χρειαζόνταν πιστοποιητικό της Τοπικής Επιτροπής της Συνοικίας του και Πιστοποιητικό ότι διαμένει σ’ αυτή τη συνοικία.

Απευθύνθηκε έτσι στον πρόεδρο της Επιτροπής, ο οποίος με τη σειρά του τού ζήτησε πιστοποιητικό του τραμ που να βεβαιώνει την απώλεια.

Στο τέλος δέχτηκε, ύστερα από παρακλήσεις και ομολογίες, μια γραπτή δήλωση και του έδωσε το πιστοποιητικό, με το οποίο παρέλαβε τελικά από την αποθήκη τη σόλα, εκθειάζοντας (!...) τις δημόσιες υπηρεσίες για τον αποτελεσματικό τρόπο λειτουργίας τους.

Έξοχος σατιριστής της διαφθοράς και της ιδεοληψίας της τότε δημόσιας διοίκησης, με διαμάντια-διηγήματα στο ενεργητικό του για τις φοροεπιδρομές («Ο λογοτέχνης»), για τα φακελάκια των γιατρών («Άσχημη συνήθεια»), για το φιάσκο της ταξικής διαφοράς («Η αριστοκράτισσα») και τόσα άλλα.

Δεν είναι τυχαίο το ότι το 1946 με αφορμή το έργο του «Οι περιπέτειες ενός πιθήκου» διαγράφτηκε, με εισήγηση του διαβόητου Ζντάνοφ, από την Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων, έως ότου λίγο αργότερα αποκατασταθεί.

Μέσα στην παράνοια του πολιτικού ολοκληρωτισμού πάντα θα γεννιούνται φωνές αντίδρασης και λοιδορίας που θα μας δείχνουν τον αληθινό δρόμο της ελευθερίας.

Πάνω σ’ αυτές τις βαριές σκέψεις γύρισα εκείνη τη στιγμή και είδα μιαν αφίσα στο σταθμό που έλεγε κάτι για μουσείο του τραμ (δεν θυμάμαι καλά) από το 1869 που ιδρύθηκε ο σιδηρόδρομος μέχρι σήμερα που μιλάμε.

Πέρασαν λοιπόν 148 ολόκληρα χρόνια! Αυτό το ξέρουμε, μήπως όμως πρέπει και να το αποδείξουμε;....

 

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017 12:49

Η δόξα και η κολοκύθα

Πολλές φορές ο μεγάλος όχλος, πλανώμενος και κινούμενος από τα νήματα κολάκων και παντοίων μεσαζόντων, θεοποιεί κάποιους άρχοντες ή κάποιους «επώνυμους» με παράσημα, βραβεία και τελετές. Εννοείται κάποιους που στην πραγματικότητα δεν το αξίζουν.

Συμβαίνει και σήμερα, όπως συνέβαινε και καθ’ όλη την ιστορία.

Ο Αιλιανός μας διασώζει το ιστορικό ανέκδοτο σύμφωνα με το οποίο, ο πανούργος και μακεδονίζων Αθηναίος ρήτορας Δημάδης θεοποίησε τον Μέγα Αλέξανδρο ψηφίζοντάς τον δέκατο τρίτο θεό, και η Εκκλησία του Δήμου τον τιμώρησε γι’ αυτή του την ασέβεια με πρόστιμο εκατό (!) ταλάντων. Οι Αθηναίοι είχαν βλέπεις ακόμα κείνη την εποχή ελεύθερο πνεύμα και κρίση, υψηλά φρονήματα και μια εξονυχιστική δημοκρατία.

Τρεις αιώνες αργότερα στη Ρώμη τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Υπήρχε ένα σκληρό και ανελέητο ιμπέριουμ. Οι αυλές ήταν θεσμικά ανεξέλεγκτες, προκλητικές και είχαν καταντήσει πρότυπα θηριωδίας και διαφθοράς, αρκεί να εξασφάλιζαν στο λαό άρτον και θεάματα.

Το 37μ.Χ. δολοφονήθηκε ο Τιβέριος Κλαύδιος, ένας αμφιλεγόμενος πλην σκληρός και αιμοχαρής αυτοκράτορας, και ο φιλόσοφος Σενέκας άρπαξε την ευκαιρία να τον αποκαθηλώσει μετά θάνατον, γράφοντας το σατιρικό έργο «Αποκολοκύνθωσις» («Apocolocyntosis»).

Το έργο περιγράφει τα μετά θάνατον του αυτοκράτορα. Συρόμενος με άγκιστρα του δεσμωτηρίου φτάνει στην ουράνια Κρίση. Εκεί απαριθμούνται τα εγκλήματά του και ο Ερμής τον εκδιώκει και τον σύρει στον Άδη, όπου καταδικάζεται από τον βασιλιά του κάτω Κόσμου Αιακό να παίζει αιωνίως ζάρια και να τα ρίχνει με ένα τρύπιο κέρατο από όπου χύνονταν.

Ο Σενέκας έδωσε τον περίεργο αυτό τίτλο επειδή, λέει, το κεφάλι του αυτοκράτορα έμοιαζε με κολοκύθα, άγνωστο εάν θέλησε να παρομοιάσει και το ήθος και την πολιτεία του με το περιεχόμενό της.

Μάλιστα είναι πολύ πιθανό, καθότι πολλά λαϊκά αποφθέγματα έχουν λόγια καταγωγή, η ρήση «α ρε κολοκύθα!» να προέρχεται από αυτή τη σενέκεια παρομοίωση.

Ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (4π.Χ.-65μ.Χ.) υπήρξε διαπρεπής στωικός φιλόσοφος, ελληνολάτρης, σπουδαίος ρήτορας και δραματουργός και διδάσκαλος και παιδαγωγός του αυτοκράτορα Νέρωνα, από τον οποίο δολοφονήθηκε (!) στυγερά και άνευ λόγου το 65μ.Χ. Η Ρωμαϊκή ιστορία είναι γραμμένη με ποταμούς αιμάτων.

Οι άνθρωποι που θα μπορούσαν τότε να καταγγείλουν ή έστω να ειρωνευτούν τις κτηνωδίες, την πολιτική βαναυσότητα και κυρίως την «αποθέωση» άχρηστων, ανικάνων και κακούργων ήταν ελάχιστοι και ένας από αυτούς ήταν ο Σενέκας, που βέβαια το πλήρωσε με τη ζωή του.

Η ιστορία ξαναγράφεται κάθε μέρα.

Μπορεί τα μελάνια να διαφέρουν στο χρώμα και στη σύνθεση ή να είναι διαφορετικές οι γραμματοσειρές, ωστόσο τίποτα δεν άλλαξε μέχρι σήμερα ριζικά στα αμπέλια της πολιτικής.

Μεγαλόσταυρους, Φοίνικες, Τάγματα, Ιππότες, Λεγεώνες, Λέοντες, (η Τυνησία έχει και παράσημο «Καυχήσεως», το Νισάν-ελ-ιφτιχάρ), Αετούς υψηλού σθένους, τιμητικές πλακέτες κι ένα σωρό λιβανωτούς έχει επινοήσει η διαδραστικά οργανωμένη κολακεία για ανθρώπους που δεν αξίζουν τέτοιες τιμές ή που βρέθηκαν ανακόλουθοι με γραμμές και ιδέες, και που πρώτοι οι ίδιοι, αν είχαν αιδώ και σύνεση, θα’ πρεπε να αποποιούνται τέτοια βραβεία και να κρύβονται.

Ο Σενέκας πάντως μας έδωσε μια χαριτωμένη ιδέα.

Η δόξα, η πλαστή δόξα που ανακηρύσσεται ερήμην της καθολικής αποδοχής και της υπέρτατης κρίσης του λαού είναι καταδικασμένη να έχει πάντοτε το σχήμα της κολοκύθας.

 

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017 12:44

H πρόκληση

Εάν δεχθούμε ως αξίωμα το ότι η ποίηση και η μουσική ενός λαού καθρεφτίζει την κουλτούρα του τόπου του στο δεδομένο χρόνο, τότε πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο ελληνικός πολιτισμός τις μαύρες εποχές που γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν τα δημοτικά του τραγούδια μεσουράνησε, ενώ σήμερα χαροπαλεύει και κατευθύνεται προς τα έγκατα της γης.

Ο σημερινός άνθρωπος της ηλεκτρονικής και της επίπλαστης ευημερίας, ο άνθρωπος που αμφισβητεί αιώνιες αξίες και που γκρεμίζει χωρίς να έχει έτοιμα δίπλα του τα υλικά να ξαναχτίσει, αυτός ο άνθρωπος στέκει μηδαμινός και εκστατικός μπροστά στη μεγαλειώδη δημοτική μας ποίηση.

Πώς ξαναζωντάνεψε η αρχαία (και η βυζαντινή) μουσική με τα μουσικά μοτίβα της πεντατονίας, του φρύγιου και του δώριου, με τους όμορφους, εκφραστικούς και βαθιά φιλοσοφημένους ρυθμούς (και χορούς), με μια γλώσσα τέλεια, εύφωνη, χαρίεσσα, οικονομημένη, (λογο)πλαστική και γεμάτη από τα ρητορικά και τα συντακτικά σχήματα του αρχαίου λόγου;

Ποιος από αυτούς τους ανώνυμους συνθέτες, τους κυνηγημένους πάνω στα κακοτράχαλα βουνά είχε διαβάσει Πίνδαρο και Σοφοκλή;

Είναι να τρελαίνεται κανείς, όσο ψάχνεται να βρει πώς διαμορφώθηκε αυτή η ποίηση κι αυτή η θεϊκή γλώσσα με το θαυμάσιο λυρισμό και με μια πρωτοφανή ποιητική αλληγορία, μια γλώσσα και μια ποίηση που σήκωσαν ευλαβικά και με ασφάλεια ένα έθνος στις πλάτες τους, την ίδια ώρα που «μαλλιαροί» και «γλωσσαμύντορες» σκοτώνονταν για λυμένες γλωσσικές υποθέσεις.

Ποιος δίδαξε αυτούς τους λεβέντες την αρχαία τέχνη της ειδικής ασματοποιίας για κάθε φυσικό και κοινωνικό συμβάν και για κάθε σπουδαία στιγμή του βίου;

Να θυμηθούμε ότι είχαμε και στην αρχαία τέχνη θρήνους (λίνος, θρήνος και ιάλεμος), διθυράμβους (προσόδια, δαφνηφορικά, επιλοίμια κ.α.) και παιάνες (εμβατήρια και επινίκια).

Ιδιαίτερη σχέση έχει η δημοτική μουσική με τα αρχαία «γεωργικά»: ο λιτυέρσης των θεριστών, ο ίουλος των εριουργών, ο πτισμός στο κοπάνημα των σπόρων, τα επιλήνια στα πατητήρια, το επιμύλιον του μύλου, ο ιμαίος στο νεροκουβάλημα, ο υμέναιος του γάμου, τα παροίνια και τα σκόλια της διασκέδασης, τα ερωτικά των παρθένων και τα νανουρίσματα των νηπίων.

Πολλά από αυτά τα ξαναβρίσκουμε στη νέα δημοτική μουσική, η οποία προσθέτει θέματα από τη σύγχρονη μοίρα του λαού όπως είναι η ξενιτιά και η ορφάνια.

Αξιοσημείωτη είναι η επιλογή του γένους κάθε μουσικής κλίμακας σε κάθε τραγούδι που περιγράφει το κάθε θέμα. Έτσι έχουμε κλίμακες αυστηρές, θρηνώδεις, πανηγυρικές, ακόμα και υπνωτικές.

Τα νανουρίσματα λ.χ. συνηθίζονταν σε «ήχο πρώτο (αρχ. Φρύγιο) παθητικό», που το αντίστοιχο μακάμι στην αραβοπερσική μουσική λέγεται «σαμπάχ πιουσελίκ» και σημαίνει «υπνωτικό»!

Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα της ποίησης.

Ευαισθησία, λυρισμός, σεμνή αλληγορία. Όλα αποδίδονται μεταφορικά και με εικόνες και εκφράσεις από τη φύση, και δεν υπάρχει τίποτα το χυδαίο.

Η αγάπη μας που βρέθηκε στη σκληρή ξενιτιά είναι ένα «πουλάκι ξένο, ξενιτεμένο».

Η ίδια η ξενιτιά είναι ένα «ξένο δάσο» και πώς να φωλιάσει το πουλάκι;

Ο άντρας είναι πεύκος, αϊτός, αμάραντος («που δίχως νερό ποτίζεται, δίχως αέρα σειέται»).

Το κορίτσι είναι χελιδόνι, πιστό περιστέρι, είναι βεργούλα λυγερή, είναι « κοντούλα λεμονιά με τα λεμόνια αφράτα». Ο αισθησιασμός σ’ όλο του το ποιητικό μεγαλείο.

Η ζωή είναι ανεκτίμητη και πρέπει να τη χαιρόμαστε. («Χαρείτε νέοι το ντουνιά γιατί ο καιρός διαβαίνει, κι όποιος θα μπει στη μαύρη γη ποτέ δεν ξαναβγαίνει») ή («νά’ σαν τα νιάτα δυο φορές τα γηρατειά καμία»).

Ο έντιμος συμβιβασμός με το θάνατο είναι συχνό θέμα της δημοτικής ποίησης («Με γέλασαν μια χαραυγή της άνοιξης τ’ αηδόνια, με γέλασαν και μου’ πανε ο Χάρος δεν με παίρνει»).

Ο αγαπητικός που δεν μας δίνει σημασία και μεις μαραζώνουμε είναι ο ήλιος («που βγαίνει το πρωί»).

Η στιχομυθία της μάνας και της κόρης που πρόκειται να ξενιτευτεί είναι συγκινητική. Τη ρωτάει «αν στα ξένα αρρωστήσω τίνος μάνα θα μιλήσω;» και κείνη απαντά «Θα μιλήσεις της κουνιάδας και της πρώτης συννυφάδας» που σημαίνει ότι η ξενιτιά είχε αδειάσει τον τόπο!

Ο νόστος στα Ζαγοροχώρια: «Στο Κάϊρο αρρώστησα, στα Γιάννενα θα γιάνω, στην άκρη στο Καπέσοβο θα πέσω να πεθάνω».

Αρκετά τραγούδια βρίσκουν την ευκαιρία να διδάξουν υψηλό φρόνημα με ένα αφοριστικό τρόπο: «τρία καλά είναι στο ντουνιά και στον απάνω κόσμο, η νιότη και η λεβεντιά και το καλό κορίτσι», όχι όμορφο αλλά καλό, που βάζει τις προϋποθέσεις για έναν καλό γάμο και μια στέρεη οικογένεια.

Στη συνέχεια λέει: «Τ’ ακούτε σεις ανύπαντροι και σεις καλοί λεβέντες, λεφτά να μη ζητήσετε παιδιά και σκλαβωθείτε». Η λατρεία των χρημάτων σκλαβώνει τον άνθρωπο, και τι πιο ωραίο απ’ το να τραγουδιέται αυτή η συνταγή;

Λόγια πολύτιμα και αθάνατα βγαλμένα από το Ευαγγέλιο και τη χιλιόχρονη σοφία του λαού.

Το δημοτικό τραγούδι, όσο περνάνε τα χρόνια και ο άνθρωπος καταβυθίζεται, τόσο θα γιγαντώνεται σαν αισθητική και αξιακή πρόκληση.

 

Τρίτη, 05 Δεκεμβρίου 2017 13:20

Η σύγχυση των πολιτικών όρων

Ο άνθρωπος στη σύγχρονη πολιτική του ιστορία αρέσκεται να επινοεί και να χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς και λέξεις που είτε δεν σημαίνουν τίποτα ως προς το σημαινόμενον, είτε είναι καμωμένες για να παραπλανούν.

Αυτή η μανία για τη μετονομασία τίτλων -το έχουμε ξαναεπισημάνει- δεν είναι απλά ένας λεκτικός ρεφορμισμός (αν μπορούσαμε να δανειστούμε τον όρο), ή έστω μια μόδα, αλλά κρύβει βαθύτερα αίτια παραπλάνησης.

Ακούσαμε πρόσφατα για «οντότητες» και «συλλογικότητες», λέξεις που παρά την ευφυΐα της ελληνικής γλώσσας, δεν μας λένε τίποτα. Μετονομάσαμε τα νομικά και φυσικά πρόσωπα σε «οντότητες», και τους οργανισμούς και παντός είδους ομάδες σε «συλλογικότητες».

Φοβόμαστε να κυριολεκτήσουμε, και εξευμενίζουμε κακές έννοιες με τρόπο προκλητικό.

Λέμε «ευέλικτες μορφές απασχόλησης», «εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης», «μηχανισμό σταθερότητας», «μέτρα ήπιας προσαρμογής», «υπουργείο προστασίας του πολίτη» και άλλα τέτοια φαιδρά.

Ακόμα και τα «άτομα με ειδικές ανάγκες» τα βαφτίσαμε «άτομα με ειδικές ικανότητες ή δεξιότητες»!

Λέγαμε τις προάλλες για τον χαρακτηρισμό «προοδευτικός», που σκοτώνονται όλες οι παρατάξεις, και δη οι αριστερίζουσες, ποια θα τον προτάξει στον τίτλο της. Προοδευτικός είναι ένας ευγενής και πολλά υποσχόμενος όρος που δεν ανήκει προκαταβολικά σε κανένα κόμμα, ειμή μόνο σ’ αυτό που θα τον υλοποιήσει και θα τον αποδείξει εν τοις πράγμασι.

«Φιλελευθερισμός» είναι μια άλλη τέτοια έννοια που ξεκίνησε παλιά από την οικονομία. Αρχικά περιέγραφε το δόγμα της Κλασικής Σχολής της οικονομίας που γεννήθηκε στη Σκοτία εν μέσω της βιομηχανικής επανάστασης, από τον Adam Smith (1723-1790), ο οποίος αποσαφήνισε όλα τα οικονομικά μεγέθη (παραγωγή, εργασία, χρήμα, ανταγωνισμός κλπ) και υπερθεμάτισε την ανάγκη της ελευθερίας των συναλλαγών και της μη επέμβασης του κράτους.

Το οικονομικό αυτό δόγμα βέβαια μετατοπίστηκε πολύ αργότερα και στην πολιτική και σημαίνει πλέον τις αρχές και την ανάγκη της οικονομικής, πολιτικής και θρησκευτικής ελευθερίας του ατόμου.

Παρατηρούμε ότι τον όρο τον μονοπωλούν σήμερα δεξιά κόμματα, παρά το ότι δεν είναι κι αυτά αμέτοχα των συνταγματικών περιορισμών της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της συνεχώς αυξανόμενης κρατικής παρέμβασης.

Κατά τον περασμένο αιώνα, «φιλελεύθερο» λεγόταν το Βενιζελικό κόμμα, και «λαϊκό» το αντίπαλό του δεξιό, που ιδρύθηκε το 1915 από τον Δ. Γούναρη και εξέπνευσε το 1951 επί Κ. Τσαλδάρη. Άλλη μια ονομασία που δεν ταιριάζει εννοιολογικά με τις αρχές και τα πεπραγμένα αυτού του κόμματος.

Εντύπωση προκαλεί η ονομασία «Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα», από το 1976 μέχρι σήμερα, που περιλαμβάνει στους κόλπους του δεξιά κόμματα από όλη την Ευρώπη εκτός από το Ηνωμένο Βασίλειο, και που προσωπικά δεν κατανοώ πόση σχέση μπορεί να έχουν αυτά τα κόμματα με το λαό και με τη στενή πολιτική του έννοια.

Εκεί όμως που υπάρχει απόλυτη σύγχυση είναι στην, προσφιλή τα τελευταία χρόνια, χρήση του όρου «ριζοσπαστισμός».

Τι σημαίνει άραγε ριζοσπάστης;

Είναι αυτός που θέλει να σπάσει τις ρίζες που τον κρατούν. Να αποκοπεί.

Ξεκίνησε ως έννοια του πολιτικού και κοινωνικού επαναστάτη στα μέσα του 18ου αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τη διάδοση των δημοκρατικών ιδεών στη μεταρρυθμιστική Αγγλία κάπου στα 1760, ωστόσο χρησιμοποιήθηκε μέχρι σήμερα από όλα τα κόμματα του πολιτικού φάσματος.

Και η ΕΡΕ του μεταπολέμου ήθελε να λέγεται ριζοσπαστική, αλλά και τα αριστερά κόμματα ερωτοτροπούν συνεχώς με τη λέξη, που έχει καταντήσει terra incognita και ταυτόχρονα ξέφραγο αμπέλι.

Εντιμότερη και σαφέστερη διάκριση των κομμάτων παραμένει αυτή των Δεξιών και Αριστερών που προέκυψε από τις θέσεις του Γαλλικού κοινοβουλίου κατά την μεγάλη Επανάσταση, και που με τα χρόνια και την ανάγκη του πολιτικού συμβιβασμού άφησαν ενδιάμεσα ζωτικό χώρο για τα Κεντρώα κόμματα που σύντομα απέκτησαν ιδεολογικές συγγένειες με τον (ευνουχισμένο) Σοσιαλισμό.

Οποιοιδήποτε άλλοι πολιτικοί χαρακτηρισμοί είναι καταδικασμένοι να προκαλούν σύγχυση, να φαλκιδεύουν τους πραγματικούς σκοπούς αυτών των κομμάτων και να δημιουργούν απλώς εντυπώσεις.

 

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017 13:20

Οι προϋποθέσεις και το θαύμα

Αυτή η στήλη έχει χιλιάσει να επισημαίνει νοσηρά συμπτώματα της ελληνικής πολιτικής.

Είχε ξαναπεί σε ανύποπτο χρόνο ότι το θέμα της αντιμετώπισης της επί οκταετία σοβούσης ελληνικής κρίσης είναι θέμα προϋποθέσεων και όχι μέτρων ή τουλάχιστο όχι μόνο μέτρων.

Τα μέτρα είναι το ψάρι που ζήταγε ο πεινασμένος Κινέζος, και οι προϋποθέσεις είναι το αγκίστρι που του έδωσε ο δάσκαλός του.

Ή αλλιώς, τα μέτρα είναι η καταστολή. Οι προϋποθέσεις είναι η πρόληψη.

Κλείνουμε, για παράδειγμα, ένα κατάστημα όταν συλληφθεί να αποκρύπτει φορολογητέα ύλη, δηλαδή να μην εκδίδει νόμιμα παραστατικά, και όμως δεν πετυχαίνουμε τίποτα. Μάλιστα θα’ λεγα το αντίθετο. Εξαγριώνουμε και τα υπόλοιπα καταστήματα και τα φέρνουμε στο σημείο να προπηλακίζουν τους ελεγκτές και να γινόμαστε θέαμα των τηλεοράσεων.

Εκείνο που πρέπει να πετύχει το κράτος είναι να πεισθεί ο φορολογούμενος μέσα σε ένα σταθερό και δίκαιο πλαίσιο υποχρεώσεων. Η φοροδιαφυγή είναι μια μορφή ακραίας αντίδρασης προς ένα ανίκανο, ανοργάνωτο και άδικο κράτος. Και θα μπορούσε να θεωρηθεί και φυσική αντίδραση του πολίτη απέναντι σε ένα κράτος που του αφαιμάσσει το 70% των εισπράξεων.

Είναι θέμα προϋποθέσεων. Πρέπει πάση θυσία οι φόροι να γίνουν προσιτοί, να απλοποιηθεί αυτή η ανεκδιήγητη γραφειοκρατία καθώς και οι τερατώδεις φορολογικοί κώδικες, και να αποδίδεται αυτόματη δικαιοσύνη σ’ όλες τις σχέσεις κράτους-πολίτη.

Αντ’ αυτών το κράτος κάνει συχνά επίδειξη αδικίας. Την πικρή της γεύση τη δοκιμάζουν κάθε μέρα όσοι πολίτες βρεθούν μπροστά σε περικοπές αποδοχών, συντάξεων, φοροαπαλλαγών και επιδομάτων, μπροστά σε κατάργηση συντάξεων (χηρείας), μπροστά σε συμψηφισμούς και απαιτήσεις κατά του δημοσίου, μπροστά σε οφειλές, κατασχέσεις και πλειστηριασμούς αντί πινακίου φακής, μπροστά στα «παιχνίδια» της φορολογικής κλίμακας και της κλίμακας τιμολόγησης της ΔΕΗ. Είναι αβάστακτοι πλέον και οι λογαριασμοί των δημοσίων επιχειρήσεων (ρεύμα, νερό, τηλεφωνία) σε σχέση με τα μειούμενα εισοδήματα. Μου έλεγε προχθές φίλος ότι όταν ήταν μικρός φοβόνταν μην έρθει το σκοτάδι. Τώρα που γέρασε φοβάται μην έρθει το φως!!...

Και μπορεί εμείς οι Έλληνες να είμαστε ιδεολογικοί απόγονοι του Σωκράτη που διακήρυξε στο δικαστήριο ότι «προτιμά να αδικείται παρά να αδικεί», ωστόσο όλα τα πράγματα έχουν ένα ρεαλιστικό όριο.

Χρειάζεται αλλαγή κρατικής νοοτροπίας κι αυτό απαιτεί εξαιρετική γενναιότητα και φιλοπατρία από μια κυβέρνηση που θα ’πρεπε να διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας με τον χρονικό ορίζοντα της κοινωνίας (που είναι τα εγγόνια της) και όχι του κοινοβουλίου (που είναι η τετραετία).

Η δικαιοσύνη δεν υπάρχει μόνο στον τρόπο και στον χρόνο που απονέμεται από τα όργανά της (που κι αυτό είναι υπό συζήτησιν), αλλά αναδίδεται από κάθε πρωτοβουλία και κάθε νομοθετική πράξη ή ρύθμιση του κράτους.

Ο Πλάτων αφιέρωσε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του (την «Πολιτεία») για να αναλύσει της φύση της δικαιοσύνης, για την οποία πίστευε αμετακίνητα ότι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτείας. Χωρίς αυτήν ό,τι χτίζει ο άνθρωπος γκρεμίζεται.

Πιστεύουν σήμερα οι φωστήρες της κυβέρνησης ότι προσφέρουν υψηλό πολιτικό έργο με τη νομοθέτηση απόκρυφων ατομικών δικαιωμάτων και αφύσικων φαινομένων παντός είδους. Έχουν πέσει στην πλάνη (που έχει λάβει παγκόσμιες διαστάσεις) της συνταγματικής εγκαθίδρυσης ενός ατέρμονα και αλυσιτελούς «δικαιωματισμού», που συμπεριλαμβάνεται στα «επτά σύγχρονα θανάσιμα αμαρτήματα», και που έχει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από την προάσπιση των πραγματικών δικαιωμάτων και τη λειτουργία της δικαιοσύνης.

Η κοινωνία είναι βέβαια ένας ζων οργανισμός. Μεταλλάσσεται συνεχώς και φθείρεται και μεταπείπτει. Οι σχέσεις των ανθρώπων μεταβάλλονται. Ακόμα και το έγκλημα μεταλλάσσεται και προσαρμόζεται στα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής, με αποτέλεσμα να έχουμε σήμερα απεριόριστες επικοινωνιακές δυνατότητες αλλά να μην έχουμε συναλλακτικά ήθη, ούτε καν ήθη.

Ο ρόλος του κράτους είναι να παρακολουθεί προσεκτικά αυτή την εξέλιξη των σχέσεων, αλλά ταυτόχρονα να θυμίζει στους πολίτες ότι οποιαδήποτε εκτροπή από τη φυσική τάξη των πραγμάτων είναι θανάσιμη. Είναι ύβρις που επισύρει τη «νέμεση».

Και μέσα στη φυσική τάξη των πραγμάτων βασιλεύουσα θέση κατέχει η δικαιοσύνη.

Η Ελλάδα σήμερα κυνηγάει ένα θαύμα.

Για να γίνει όμως ένα θαύμα δε χρειάζεται μόνο πίστη. Χρειάζονται και προϋποθέσεις…

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017 12:34

Συμποσίου εγκώμιον

Μέσα στις υψηλές και μεγαλόπνοες δραστηριότητες του αρχαίου ελληνικού βίου (και σε αντίθεση με τα σήμερον κρατούντα), ύψιστη και χαρακτηριστική θέση κατέχει το συμπόσιον, δηλαδή η, νυκτερινή συνήθως, συνάθροιση (μιας και οι αρχαίοι κολάτσιζαν το μεσημέρι και κανονικά έτρωγαν το βράδυ) κατά την οποία οι συνδαιτημόνες εύρισκαν την ευκαιρία, μαζί με τα πολυποίκιλα εδέσματα και τον κεκραμένο οίνο, να παίξουν, να αστειευτούν και να φιλολογήσουν πάνω σε σπουδαία θέματα της τέχνης, της πολιτικής και της φιλοσοφίας.

Είναι χαρακτηριστική η σχετική διατύπωση στο λήμμα «συμπόσιον» του Ελευθερουδάκη : «σκοπός τους ήταν η όχι μετά κραιπάλης απόλαυσις του οίνου, αλλά η δια λόγων συναναστροφή, ήτις φυσικώς τότε τέρπει και ψυχαγωγεί όταν ο οίνος μετρίως πινόμενος τανύη τας ψυχάς των ευωχουμένων εις λυρικήν διάθεσιν»!

Ο μεγαλειωδέστερος διάλογος που περιγράφει και συνοδεύει ένα τέτοιο συμπόσιο και από άποψη αρχιτεκτονικής του λόγου αλλά και από άποψη ανάπτυξης των υψηλών εννοιών (στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο «έρωτας») είναι το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα.

Μέσα σε μια τόσο μίζερη και τόσο αντιπνευματική εποχή που ζούμε, και που οι πλείστοι τόσο εύκολα δαιμονοποιούν τον έρωτα εις πείσμα όσων τον έχουν θεοποιήσει, θα ήταν πρακτικά ωφέλιμο να στρέψουμε το βλέμμα μας στην αρχαία Αθήνα και να μελετήσουμε αυτό το «συμπόσιο».

Κεντρική ιδέα του έργου είναι ότι ο έρωτας είναι πηγή κάθε δημιουργίας και η γενεσιουργός αιτία των πάντων.

Έχει σαφή ησιόδεια καταγωγή. Είναι «ο κάλλιστος εν αθανάτοις θεοίς» κατά τον Κυμαίο ποιητή.

Αναλογικά περίπου τα αυτά πρεσβεύει και η χριστιανική θρησκεία όταν λέει δια γραφίδος Ιωάννη Δαμασκηνού ότι «το πνεύμα το άγιον συμπαρήν δημιουργόν» (Μεσονυκτικόν της Κυριακής του Β΄ήχου), αν και εντοπίζει τη θεία δράση του τρίτου στοιχείου και την παρουσία του κατά την δημιουργία, όχι στον έρωτα αλλά στην πνευματικότητα.

Ο έρωτας λατρεύει το κάλλος και την αρμονία, κάπου μάλιστα λέει ότι «η μουσική ως προς αρμονίαν και ρυθμόν είναι επιστήμη των ερωτικών».

Υπάρχει παντού στη φύση, άρα είναι μια «παγκόσμια φυσική σταθερά». Ακόμα και οι θεομηνίες είναι διαταραχή του έρωτα της φύσης.

Ο διάλογος έχει χονδρικά τρία μέρη: τη συζήτηση μεταξύ Σωκράτη, Αγάθωνα και Αριστοφάνη, των ποιητών, τις πληροφορίες που παίρνει για τον έρωτα ο Σωκράτης από την εταίρα Διοτίμα, και στο τέλος τις συγκινητικές δηλώσεις του Αλκιβιάδη για τον Σωκράτη.

Η Αφροδίτη είχε δύο τύπους, την Ουρανία (προστάτιδα των υψηλών ερωτικών σχέσεων) και την Πάνδημο (προστάτιδα τοι κοινού, του αγοραίου έρωτα). Η πρώτη συνηγορεί για την, τότε, ύπαρξη της παιδεραστίας η οποία ήταν κυρίως ψυχική ερωτική σχέση ενήλικα με έφηβο, και την οποία είναι δύσκολο να την αναγάγουμε στα σημερινά ήθη και να την κατανοήσουμε.

Ο Αριστοφάνης εδώ εκθέτει μια κοσμογονική θεώρηση του έρωτα. Λέει ότι από τον εν αρχή ενιαίο άνθρωπο δημιουργήθηκαν τρία γένη, το άρρεν, το θήλυ και ένα μικτό, το «ανδρόγυνον», το οποίο δεν υφίσταται σήμερα, αλλά παραμένει ως βρισιά («νυν δε ουκ έστιν αλλ’ ή εν ονείδει όνομα κείμενον»).

Το άρρεν αγκαλιάζει το θήλυ ορμώμενο από τη φύση της αρχαίας «ολότητας».

Το ίδιο, λέει, επιζητούν και οι του τρίτου φύλου ως απομεινάρια του μικτού είδους, και εδώ εκπλήσσει ο βαθύς και τολμηρός επιστημονισμός του Πλάτωνα, και η διείσδυσή του μέσα στα έγκατα της ανθρώπινης φύσης.

Στη συνέχεια αφήνεται να μάθει για τον έρωτα ο Σωκράτης όχι από σοφούς άνδρες, αλλά από την εταίρα Διοτίμα.

Αυτή του διηγείται την ιστορία τού πώς γεννήθηκε και τι είναι ο έρωτας.

Σ’ ένα συμπόσιο των θεών η άπορη Πενία πλάγιασε με τον μεθυσμένο Πόρο και γέννησαν τον έρωτα, την ημέρα μάλιστα των γενεθλίων της Αφροδίτης.

Ο έρωτας λοιπόν είναι εραστής του ωραίου, αλλά και σκληρός, ξυπόλητος και άστεγος. Ούτε φτωχός είναι ούτε πλούσιος, και θέλει να αποκτά τα καλά πράγματα, αλλά κυρίως να γεννά το ωραίο, είτε στο σώμα είτε στην ψυχή.

Κάθε θνητό παλιώνει και φεύγει κι αφήνει τη θέση του σε ένα όμοιό του μετέχοντας έτσι της αθανασίας.

Υπεύθυνος για όλη αυτή τη φυσική διαδικασία είναι ο έρωτας, και κινητήρια δύναμή του η ομορφιά, που γι αυτήν αξίζει να ζει ο άνθρωπος και γι αυτήν πραγματώθηκε το αρχαίο ελληνικό θαύμα.

Στο τέλος του συμποσίου μπαίνει ο Αλκιβιάδης, μεθυσμένος, αλλά αποφασισμένος να πλέξει το εγκώμιο του φίλου και μέντορά του Σωκράτη και να εμπιστευτεί την κρίση του, γιατί -όπως συμφωνούν- «η όραση της σκέψης αρχίζει να γίνεται οξεία όταν εκείνη των ματιών πάει να παρακμάσει».

Το «Συμπόσιο» είναι ένας ύμνος για το κάλλος και τον έρωτα. Είναι ένα σπουδαίο έργο, από αυτά τα έργα που δεν μπορεί να τα ξεπεράσει ο χρόνος.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017 12:40

Οι παπατζήδες

Ξανακυκλοφόρησαν μέσα από το «ΒΗΜΑ» τα «Παλιόπαιδα τ’ ατίθασα» του Νίκου Τσιφόρου, και είχαμε την τύχη εφέτος να τα ξαναφέρουμε στη μνήμη μας μετά από τα πρώτα χρόνια της επταετίας που πρωτοδημοσιεύτηκαν στον «Ταχυδρόμο».

Ανάγνωσμα δυστυχώς, όπως αποδεικνύεται, διαχρονικό, αλλά και χρήσιμο και ψυχωφελές, πιστή απεικόνιση μιας κοινωνίας παράνομης και περιθωριακής που είναι αναγκασμένη να επινοήσει χίλια μύρια τεχνάσματα για να επιβιώσει μέσα σε μια σκληρή και ανάλγητη εποχή της φτώχειας, της ανέχειας και των προκλητικών ανισοτήτων.

Οι ιστορίες τοποθετούνται τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι ήρωες, που συχνά γίνονται τα θύματα της κάθε ιστορίας, σκαρφίζονται -αδιανόητες για σήμερα- «μηχανές» να ξεφύγουν από την πείνα, τη φτώχεια και την απομόνωση.

Ριφιφήδες, πλανόδιοι μικροπωλητές, αυτοσχέδιοι ταχυδακτυλουργοί, «λαχανάδες», σαλταδόροι, λοταρίες και υπαίθριες παραστάσεις της απάτης, μπαρμπούτι, λαθρεμπόριο, σημαδεμένες τράπουλες, ο καθιερωμένος «παπάς» παιζόμενος με τρία φύλλα της τράπουλας «εδώ παπάς, εκεί παπάς, πού είναι ο παπάς;» και τόσα άλλα όπως «πώς κλέπτονται οι κότες άνευ αλεπούς, πώς πωλούνται σφουγγάρια εις τους περιηγητάς και πώς άμα βρέχει δύνασαι να περάσεις τον άλλον κάτω στα Σφαγεία από το ένα πεζοδρόμιο στο άλλο, στη ράχη σου, δραχμαί δύο»!

Βαθύς γνώστης όλου αυτού του περιθωρίου ο Τσιφόρος μάς μεταφέρει εκτός από την ενδιαφέρουσα γλώσσα της πιάτσας και τα μυστικά του κάθε εγχειρήματος. Μισοτσακισμένο λοιπόν το φύλλο του «παπά» και όχι σε σημείο που να αναγνωρίζεται από έναν αφελή πελάτη, όπως και απαραίτητη η παρουσία και η βοήθεια του συνεργού, του τσιλιαδόρου ή του αβανταδόρου που στη γλώσσα της μαγκιάς τον λένε «λαμόγια».

Αυτός ο τελευταίος προσποιείται ότι κερδίζει στον παπά και πείθεται ο αφελής να παίξει και να τα χάσει.

Πολύ φοβάμαι ότι η εποχή μας πάει να νοσταλγήσει εκείνη την άθλια εποχή με τη φτώχεια, την ανεργία, την πρόκληση, την απάτη, την απογοήτευση, την έλλειψη ενός εξασφαλισμένου «αύριο».

Όλα περιστρέφονται και τότε, αλλά όπως φαίνεται, και τώρα γύρω από έναν κεντρικό άξονα που λέγεται «ανεργία» και μαζί και «ανασφάλεια».

Γράφει στο «Όλοι οι αριθμοί κερδίζουν» : δεν άκουσε ο Αρταφώρ τις συμβουλές του πατέρα του «επιμελού κοπίαζε ενόσω είσαι νέος, για να πάρεις καμιά ψωροσύνταξη άμα γεράσεις»! Το έργο το ξαναβλέπουμε σήμερα. Ένα κακό ριμέικ, μετά από τόση ανάπτυξη και τόση ευρωπαϊκή ...σύγκλιση!

Το έργο του Τσιφόρου βαθιά φιλοσοφικό και ανθρώπινο δεν ξεχνάει να ξορκίζει τη μοναξιά, αυτό το δηλητήριο της κοινωνίας. Γράφει στο «Βάρκα στο γιαλό»: «Τα πιο ευτυχισμένα είναι τα ρόδια που πάνε όλα τα σπυριά τους μαζί σφιχτά-σφιχτά και δεν νιώθουν μοναξιά»!

Στις «Αγριόχηνες» λέει για την Ελλάδα: «ένας θαυμάσιος τόπος για τουρίστες που δεν έχουνε πεντάρα ...». Προφητικά λόγια. Περάσανε πενήντα χρόνια με προγράμματα, με σχέδια και με υποδομές και ξαναζούμε το ίδιο τουριστικό πρόβλημα σήμερα.

Φτώχεια λοιπόν και «παπάς».

Μόνο που αντιστράφηκαν οι ρόλοι: τον «παπά» δεν τον παίζουν πια τα μαγκάκια ούτε και οι ευνουχισμένοι πολίτες, αλλά το ίδιο το κράτος με τον απέραντο τζόγο και τους απέραντους, σαν την απέραντη θάλασσα, φόρους.

Εδώ παπάς- εκεί παπάς. Καλοστημένες δουλειές, με σχέδιο, με νόμους, με παρατρεχάμενους και με λαμόγια, με στόχο να μείνει ο αφελής και νομοταγής πολίτης στον άσο!...

 

Τρίτη, 07 Νοεμβρίου 2017 13:56

Κέρδη και ζημίαι

Την ιδέα του άρθρου μου την έδωσαν δύο τινά και πρόσφατα. Το ένα είναι η μετά μανίας αποσχιστική διάθεση των Καταλανών (αρχήθεν Γοταλανών, εκ των Γότθων και Αλανών που κατοίκησαν στην περιοχή) της Ισπανίας, και το άλλο η συχνή αναφορά στα πολιτισμένα κράτη της Ευρώπης που έχουν εισαγάγει «προοδευτικές διατάξεις» στις νομοθεσίες τους σχετικά με τον διαβόητο «αυτοπροσδιορισμό» και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και ούτε νύξη για ανθρώπινες υποχρεώσεις.
Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το 1837 ο Γεωγραφικός Άτλας εκδοθείς υπό ΓΚΑΡΠΟΛΑ και ΡΕΦΕΡΕΝΔΑΡΗ εν Βιέννη της Αυστρίας έδειχνε την Ευρώπη με 18 μόλις κράτη (στην ουσία 17, αν ορθώς δεν συνυπολογίσουμε και την ασιατική Τουρκία που κατείχε μέχρι τότε τα δύο τρίτα του ελλαδικού χώρου και ολόκληρα τα υπόλοιπα Βαλκάνια).
Σήμερα, μετά από τόσα σύμφωνα διακρατικής συμβίωσης, μετά από την καλλιέργεια τόσης σύγκλισης και ενωσιακής ιδεολογίας, η Ευρώπη, που φυσικά φτάνει μέχρι την Κασπία, αριθμεί αισίως 48 (!) εθνικά υπερήφανα, και με αντιμαχόμενα μεταξύ τους συμφέροντα και ιδέες, κράτη, τα οποία ενδέχεται να γίνουν 52, δεδομένου ότι ερωτοτροπούν με την εθνική απόσχιση Φλαμανδοί, Καταλανοί, Σκότοι και Βάσκοι.
Η Ευρώπη αυτή τη στιγμή είναι μια μεγάλη σαλάτα, μια πολύχρωμη και ετερόκλητη σαλάτα, κάτι σαν τη ρωσική ή τη λεγόμενη Macedoine de legumes.
Η οργή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οδήγησε στην ανάγκη να σχηματισθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή ένα ευρωπαϊκό ψηφιδωτό, που με τα χρόνια μεγάλωνε. «Η τέχνη όμως του ψηφιδωτού (μεταφέρω αυτολεξεί σχετικό εγκυκλοπαιδικό λήμμα) είναι εκ των δυσκολωτέρων, ιδία προκειμένου περί απεικονίσεως μορφών φωτοσκιαζομένων».
Κάτι τέτοιο παρόμοιο εγχείρημα ανέλαβε να κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση που είχε να συγκεράσει λαούς και φυσιογνωμίες «φωτοσκιαζόμενες», ιδέες, προκαταλήψεις και εθνικούς θυμούς.
Ο άξονας Αγγλογάλλοι-Γερμανοί έσπασε νομοτελειακά μετά τις επικυριαρχικές τάσεις της Γερμανίας, που συνεχίζουν και μετά το «δις εξαμαρτείν».
Η ρέουσα κινητικότητα μέσα στην Ευρώπη και οι ενστάσεις των αδυνάτων δείχνουν ότι τα έθνη, εις πείσμα του Μάαστριχτ, παραμένουν ισχυρά και κατά πολύ ισχυρότερα από κάθε επίκτητη κοινωνική ή διοικητική «κατασκευή».
Είναι βλέπεις η γενέθλιος γη, η γλώσσα, η ιστορία και η θρησκεία. Είναι οι συγγενείς και πάνω απ’ όλα είναι το έθιμο (το ζακόνι όπως λένε οι Σλάβοι), το έθος, από το οποίο πολύ σοφά παράγεται η λέξη έθνος.
Κι ας έρθουμε στην ουσία του θέματος, μιας και μια ενωμένη Ευρώπη δεν είναι μόνο νούμερα και προγράμματα, αλλά και ήθη.
Ακούσαμε λοιπόν στις πρόσφατες συζητήσεις του διαφυλικού νομοσχεδίου ότι το έχουν εισαγάγει νομοθετικά ήδη 19 ευρωπαϊκές χώρες και ότι αυτές θεωρούνται και τεκμαίρονται ως προηγμένες. Κάποιες από αυτές μάλιστα έχουν νομιμοποιήσει την παιδοφιλία (και φυσικά όχι με τους Πλατωνικούς όρους), την κτηνοβασία, τα ναρκωτικά και ανυπόστατους γάμους.
Εάν έτσι είναι η σύγχρονη και προοδευτική ζωή, φαίνεται ότι η Γη εισέρχεται πάλι στον Αζωικό αιώνα.
Σ’ αυτή την πολιτισμική και πολιτική ομογενοποίηση που μας ωθεί η ΕΕ θα πρέπει, εμείς οι Έλληνες, που βρισκόμαστε στο σοφό μεταίχμιο Ανατολής και Δύσης, να ξανασκεφτούμε τι κερδίζουμε και τι χάνουμε απ’ αυτό το αλισβερίσι.
Χάνουμε τη θρησκευτική ορθοδοξία με όλα τα συμπαρομαρτούντα, χάνουμε την παραδοσιακή οικογένεια, χάνουμε τη μεγαλειωδέστερη γλώσσα του κόσμου, χάνουμε την υψιπετή αγιογραφία, χάνουμε την εξαίσια Μυθολογία μας, χάνουμε το καφενείο, το λαϊκό γλέντι και όλα τα πανάρχαια εργαλεία του «κοινωνείν και συνέρχεσθαι», χάνουμε την παραδοσιακή μας μουσική που μπροστά της η ελαφρά δυτική μουσική και ακόμη και αυτή η κλασική είναι -για τους επαΐοντες- μουσικοί «νάνοι».
Προσπαθώ να θυμηθώ τι κερδίζουμε.
Κι από μια άποψη, ευτυχώς που δεν μπήκαμε μέχρι τώρα στη χορεία των οικονομικά ανεπτυγμένων Ευρωπαίων, γιατί θα χάναμε και το φως της φτώχειας μας!...

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017 14:25

Ο αρθρογράφος και η λακκούβα

Το ότι αυτή η στήλη ασχολείται συνήθως με γενικότερα θέματα, όπως η πολιτική, η γλώσσα, η παιδεία, η αισθητική κ.α., δεν σημαίνει ότι μένει αδιάφορη και ασυγκίνητη με τα προβλήματα της τοπικής κοινωνίας, πολλά από τα οποία να σημειωθεί ότι είναι εκρηκτικά και δυσεπίλητα.

Η επικείμενη, για παράδειγμα, αύξηση του ΦΠΑ στα νησιά μας κατά παρέκκλιση κάθε ευρωπαϊκής ντιρεκτίβας για απονομή φορολογικής δικαιοσύνης, η δημογραφική αλλοίωση του πληθυσμού με την αδικαιολόγητη παραμονή τόσων μεταναστών στις πόλεις μας, και η ολοκληρωτική διάλυση του επενδυτικού και του παραγωγικού ιστού της περιοχής ( που έχει σαν επακόλουθο την ανεργία και το αυξημένο κόστος διαβίωσης) είναι τρία από αυτά τα μείζονα και άλυτα προβλήματα.

Ωστόσο, δεν μπορεί ένας φιλόσοφος ή έστω φιλο-σοφιζόμενος αρθρογράφος να κλαίει πάνω από μια λακκούβα των δρόμων, και την ίδια στιγμή να κλείνει τα μάτια μπροστά στην, μετά από δεκατρείς αιώνες, αποκαθήλωση των εικόνων στα κτίρια της δημόσιας αγωγής ή μπροστά στην αυθαίρετη και προκλητική αλλαγή του φύλου μας με μια προσωπική δήλωση (!)

Θέλει πράγματι πολύ θράσος να σπάσει κανείς τις «ερμές», κι αυτό οδηγεί συχνά σε εθνικά ατυχήματα, όπως μας διδάσκει (ή όπως δεν μας διδάσκει ...) η ιστορία.

Το χρονογράφημα, έλεγε ο σπουδαίος λογογράφος και αρχιτέκτονάς του Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), είναι «η καθημερινή ιστορία της ζωής και η φιλοσοφία της ...». Αυτό σημαίνει τρία τινά: πρώτον ότι τα γεγονότα και οι καθημερινές εξελίξεις δίνουν τροφή για τις επιφυλλίδες, δεύτερον ότι η αρθρογραφία αντικατοπτρίζει την πραγματική και τη μίζερη ζωή μας, και τρίτο και σπουδαιότερο, ότι ο χρονογράφος έχει υποχρέωση να εντοπίζει κατά κύριο λόγο τα στραβά και τα ανάποδα και να προσπαθεί να τα πατάξει με την «κάλαμον».

Ο συνεπής χρονογράφος λοιπόν δεν κρατάει θυμιατό, αλλά ρομφαία και φάσγανο.

Ένα στοιχείο ακόμα που προσδιορίζει και καθορίζει τη σχέση του χρονογράφου με την ύλη του είναι η σημερινή ταχύτητα της παγκόσμιας πληροφορίας.

Τα μέσα είναι επίσης γνωστό ότι αρέσκονται σε μια συναισθηματική παρουσίαση (emotional) των γεγονότων και των ειδήσεων. Γκρεμίζει για παράδειγμα σιγά-σιγά το σπίτι σου ασυντήρητο (κατ’ ανάγκην) επί χρόνια και είσαι πρόθυμος να το ξεχάσεις όταν βλέπεις ένα σεισμό να ισοπεδώνει το Μεξικό, και μάλιστα την ίδια στιγμή που συμβαίνει.

Το δόγμα «και μη χειρότερα» αμβλύνει τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες του λαού και φαλκιδεύει στην κυριολεξία τα όνειρά του.

Έγραφε κάπου ο Λουντέμης ότι στεναχωριόταν που δεν είχε παπούτσια να φορέσει, μέχρι που είδε έναν που δεν είχε πόδια !...

Και μπορεί να παρατηρήσει κανείς το εξής φαινόμενο: οι προηγμένες δυτικές κοινωνίες έχουν σήμερα -πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- να αντιμετωπίσουν μικρά, τρέχοντα και πρακτικά προβλήματα σε αντίθεση με μας που είμαστε μπροστά σε θεσμικές δοκιμασίες και θέματα της δομής της κοινωνίας, της φύσης μας, της διάκρισης των εξουσιών, των φορολογικών κωδίκων, του συντάγματος, της ίδιας της δημοκρατίας (που εμείς γεννήσαμε ...), των ...δέκα εντολών, που έχουμε αρχίσει να τις αμφισβητούμε κι αυτές και τόσα άλλα σπουδαία, που καμιά φορά μπορεί να πνιγούν σε μια λακκούβα του δρόμου ...

Εμείς που είχαμε πιστέψει ότι τα έχουμε όλα, σήμερα (όπως έλεγαν παλιά κάποιοι φτωχοί βρακάδες) «μας λείπει η μάνα και το λαγκιόλι (το υφασμάτινο μπάλωμα) και το μισό καλαμοβράκι!»

 

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017 13:24

Oικιστικά

Η άνετη, η δημιουργική και εντέλει η ευτυχισμένη ζωή του ανθρώπου συνδέεται άρρηκτα με το οικιστικό πρόβλημα, πρόβλημα που παρά την εισαγωγή νέων δεδομένων, νέων υλικών και νέας τεχνολογίας, παραμένει οξύ και άλυτο.

Αν ανατρέξουμε στην αρχαία εποχή θα δούμε ότι υπήρχε πάντοτε πρόβλημα οικιστικό, το οποίο προσπάθησαν να θεραπεύσουν στα πλαίσια των εδαφομορφολογικών ή αμυντικών ή λατρευτικών απαιτήσεων κάθε εποχής, όπως διαπιστώνουμε από τα αρχαιολογικά ερείπια της ιερής και πολυπολιτισμικής Δήλου, των Αιγών, της Μεσσήνης, της Περγάμου και ακόμα πρωιμότερα της Κνωσού και του Ακρωτηρίου της Θήρας, πόλεις που ήταν χτισμένες σε τέλεια πολεοδομικά σχήματα και διέθεταν πρωτοφανή για την εποχή τους δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης.

Μάλιστα η ανοικοδόμηση του, κατεστραμμένου από την περσική εισβολή, Πειραιά από τον πατέρα της πολεοδομίας Ιππόδαμο τον Μιλήσιο ήταν ένα πολεοδομικό και ρυμοτομικό αριστούργημα.

Η ανάπτυξη σε μέγεθος μιας πόλης ήταν και τότε αναπόφευκτη και σχεδιαστικά ανεξέλεγκτη, ωστόσο κάποιοι, όπως ο Πλάτων, πίστευαν ότι μια ιδανική πόλη έπρεπε να έχει πληθυσμό που να μην υπερβαίνει το 7 παραγοντικό, δηλαδή 1.2.3.4.5.6.7=5040 κατοίκους.

Μια πόλη χωρίς σχέδιο όπως η Αθήνα, και με πληθυσμό (μαζί με τους δούλους και τους μέτοικους) γύρω στις 240.000 ψυχές, δύσκολα μπορούσε να οργανωθεί και να διοικηθεί, παρά τις χωροταξικές καινοτομίες του Κλεισθένη που είχαν προηγηθεί.

Τα ίδια πίστευε και ο λίγο αργότερα Αριστοτέλης, που έλεγε ότι ιδανική σε μέγεθος πόλη είναι αυτή που μπορεί να την κινητοποιήσει ένας ρήτορας, εννοείται με τα μέσα της εποχής.

Για να έρθουμε στο σήμερα, οι πόλεις μας και τα χωριά μας δυστυχώς δεν έχουν σχεδιαστεί για να αντιμετωπίσουν όλες τις καταστάσεις και τις σύγχρονες οικιστικές απαιτήσεις.

Λείπει εντελώς η έννοια της υποδομής που σημαίνει: ρυμοτομείται ένας τόπος, περνούν όλες οι δημόσιες παροχές (φως, νερό, τηλέφωνο και διαχείριση αποβλήτων) και τότε χτίζουμε.

Δεν υπάρχει στην Ελλάδα νεοασφαλτοστρωμένος δρόμος που να μην ανοιχτεί για τέτοιες παροχές.

Εκνευριστικό είναι και το γεγονός ότι δεν έχουν προσμετρηθεί ούτε και έχουν ληφθεί υπόψιν τα νέα δεδομένα, αντιπροσωπευτικότερο των οποίων είναι το αυτοκίνητο, ο όγκος του και οι ρυθμοί της αύξησής του.

Ένα πανηγύρι είναι αρκετό, τώρα το καλοκαίρι, για να αποπνίξει την κυκλοφορία πεζών και οχημάτων.

Δρόμοι στενοί και ασυντήρητοι, οι ίδιοι δρόμοι που ανοίχτηκαν από τους Σάμιους Ηγεμόνες το 1860 (!), ανύπαρκτα πεζοδρόμια και ποδηλατοδρόμια, ελάχιστα πάρκιν και ελαχιστότερες παιδικές χαρές και αστικά και περιαστικά άλση. Αυτοκίνητα μπορείς να δεις τώρα το καλοκαίρι σε πεζοδρόμια, σε βεράντες, απάνω σε δέντρα ....

Επί  χρόνια προσπαθώ να ερμηνεύσω τον πολιτιστικό μαζοχισμό των Ευρωπαίων τουριστών που ξοδεύουν τον πολύτιμο χρόνο τους προσπαθώντας με κίνδυνο της ζωής τους και με ιώβεια υπομονή να περάσουν τον κεντρικό δρόμο των Μυτιληνιών ή την παραθαλάσσια οδό του Ποτοκακίου ή να διασχίσουν το Παλιόκαστρο, ακόμα κι αυτό το διάσημο Πυθαγόρειο .....

Η έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού και (ταυτόχρονα) περιφερειακής ανάπτυξης σύμφωνα με τα δεδομένα κάθε περιοχής έχει δημιουργήσει πόλεις-τέρατα και πόλεις-φαντάσματα.

Είδαμε στις εκτεταμένες φετινές πυρκαγιές όλης της Επικράτειας να καίγονται δάση και σπίτια μέσα στα δάση χωρίς αποτελεσματική πυροσβεστική προστασία.

Δανείζεται ο άλλος εφ όρου ζωής να κάνει ένα σπίτι, και πάει και το χτίζει (άγνωστο και με ποιες διαδικασίες) μέσα στο δάσος.

Με πολεοδομικά λαδώματα, με ανύπαρκτες πολεοδομικές επιστασίες (όπως γίνεται σε όλα τα προηγμένα κράτη), με έλλειψη σχεδίων πόλεως, με δραματικό έλλειμα αισθητικής, χωρίς αντιπυρικές ζώνες και με μια δασική υπηρεσία (και ίσως πρέπει να προσθέσουμε και την αρχαιολογική) γεμάτη νομοθετικές και επιχειρησιακές αγκυλώσεις, έχουμε φκιάξει μια χώρα που είναι κάθε χρόνο στο έλεος του νερού και της φωτιάς.

 

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017 14:42

Το σύνδρομο της Στοκχόλμης

Τον Αύγουστο του 1973 σε μια Τράπεζα της Στοκχόλμης γεννήθηκε και πολιτογραφήθηκε ένα περίεργο και εν πολλοίς ανερμήνευτο σύνδρομο, το λεγόμενο «σύνδρομο της Στοκχόλμης».

Δυο ληστές κράτησαν ομήρους για έξι ημέρες τέσσερις υπαλλήλους της Τράπεζας, όμηροι οι οποίοι ταυτίστηκαν με τους απαγωγείς τους, έδειξαν αισθήματα ανεξήγητης συμπάθειας προς αυτούς και μάλιστα αρνήθηκαν να καταθέσουν εναντίον τους στη δίκη που επακολούθησε. Αυτή είναι περιληπτικά η ιστορία. Έκτοτε ερευνήθηκε διεξοδικά το φαινόμενο και επιχειρήθηκε να αναλυθεί με φροϋδικούς όρους (ως «τραυματική συγκόλληση» κλπ).

Το σπουδαίο στην υπόθεση είναι ότι αυτό που μπορεί να συμβεί σε μεμονωμένα άτομα, συμβαίνει -και μάλιστα χωρίς να το πάρουμε είδηση- και σε μεγάλη κλίμακα, δηλαδή σε κοινωνική διάσταση. Ακούμε κατά καιρούς, και ιδιαίτερα τώρα τελευταία που επιχειρήθηκε για προπαγανδιστικούς λόγους να επαναξιολογηθεί, να απενοχοποιηθεί και να αγιοποιηθεί η πολιτεία των αριστερίστικων (...) κυβερνήσεων στην Ελλάδα, ανθρώπους του μεγάλου, του ανώνυμου και του κατατρεγμένου λαού, να δοξολογούν πολιτικούς που τους λεηλάτησαν σε βάθος χρόνου, τους εξαπάτησαν και τους υποθήκευσαν τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό μέλλον.

Όσον αφορά το «λεηλάτησαν», να σημειωθεί ότι η υπέρμετρη φορολογία χωρίς ανταπόδοση υπηρεσιών κοινής ωφέλειας συνιστά το αδίκημα της κλοπής ή ορθότερα της υπεξαίρεσης, μιας και το κράτος μαζεύει και διαφυλάττει (για κάποιους συγκεκριμένους σκοπούς) ξένα χρήματα, τα χρήματα του λαού.

Η άκρατη κομματική προκατάληψη (ακόμα και σήμερα υπάρχουν αναμεταξύ μας ορκισμένοι και αδιάλλακτοι... Βενιζελικοί, για παράδειγμα) σε συνδυασμό με το αποκαλυπτικό σύνδρομο της Στοκχόλμης μας δίνει πράγματι εκπληκτικά και ανεξήγητα φαινόμενα.

Όχι μόνο θα τους ξαναψηφίζαμε, αλλά θα τους βάζαμε και στα εικονίσματα, ανθρώπους που παίρνουν σπίτια ανέργων για φορολογικά χρέη και τους οδηγούν στα χαρτόκουτα της πλατείας παντοτινού Κλαυθμώνος.

Κάθε τόσο μας δείχνουν τα μίντια δημοσκοπήσεις για τη γνώμη και τη συμπάθεια που έχουν οι απλοί άνθρωποι για τους πολιτικούς άρχοντες, και εκεί φαίνεται ανάγλυφα η δοξασία του σπουδαίου (από κάθε άποψη) Γάλλου Νικολά Κοντορσέ (1743-1794) ότι «το μυστικό της εξουσίας δεν βρίσκεται στο μυαλό του εξουσιαστή, αλλά του εξουσιαζομένου»!

Έχουν διασωθεί εικόνες αλήστου μνήμης. Άνθρωποι (υποτίθεται) του λαού να μουσκεύουν με τα δάκρυά τους το καπό της νεκροφόρας πρώην «εθνάρχη» Μα υπάρχει πολιτικός που να προστάτεψε το λαό και προπαντός να του είπε την αλήθεια;

Και εκεί που σκεφτόμουνα το παραπάνω σύνδρομο θυμήθηκα ένα πολύ σχετικό ελληνικό τραγούδι.

Δεκαεφτά χρόνια πριν από το συμβάν της Στοκχόλμης έγραψε ο Μίμης Τραϊφόρος ένα τραγούδι με τίτλο «Ο άνθρωπός μου» και το τραγούδησε η Σοφία Βέμπω (1956)

 

...και μου τα παίρνει

 και με χτυπάει...

 Μα τον λατρεύω

 κι είναι το φως μου

 γιατί είναι βλέπεις

 ο άνθρωπός μου!...

 

Τελικά, άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...

 

Σελίδα 5 από 16
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top