FOLLOW US
Γιώργος Καμβυσέλλης

Γιώργος Καμβυσέλλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μπόμπιρας προβληματισμένος, Μεγαλοβδομάδα του 1950.

Σκεφτόμουνα, και φανταζόμουνα το Χριστό μας έναν Αγωνιστή, έναν Ειρηνικό Επαναστάτη, που ‘χε για λάβαρο ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη, την Ανθρωπότητα θαρρώ, ενάντια στο κακό και την αμαρτία, κι εμείς, οι μικροί αθρώποι που φοβόμασταν μη χάσουμε πλούτη και μεγαλεία, τον κυνηγούσαμε να τον σκοτώσουμε.

Το έβρισκα άδικο, φρικτό.

Τον ήθελα τον Ιησού κάτι σαν τον Άϊ-Γιώργη σε άτι καμαρωτό μ’ ολόχρυσο σπαθί, να τον φοβούνται και να γίνουνε όλοι καλοί. Γιατί, σκούπιζα τα ματάκια μου όταν τον σκεφτόμουνα απροστάτευτο να θέλουνε να τον σταυρώσουν.

Κι ήρθε η Μεγάλη Πέμπτη με τις εκκλησιές βουτηγμένες στο πένθος, μαύρες και μαβιές κορδέλες, τα μισά κεριά σβηστά, παπάδες και παπαδάκια στα μαύρα και τα Ευαγγέλια, Δώδεκα. Κι η ορθοστασία δύσκολη τόσες ώρες. Έκανε και κρύο, πολλά τα χνώτα, ζεσταινόμασταν.

Άκουγα τα Ευαγγέλια κι έβαζα απ’ ένα δαχτυλάκι στην άκρη.

Ξανασηκώθηκαν οι Χριστιανοί, μέτρησα, ήταν το πέμπτο δαχτυλάκι.

Δύσκολη η καθαρεύουσα, αλλά σαν άκουσα «Στέφανο εξ ακανθών… άρον-άρον σταύρωσον Αυτόν…» συγκλονίστηκα, σταυροκοπήθηκα. Τέλειωσε το Ευαγγέλιο, ακούστηκαν λίγοι ακόμα ύμνοι, έπεσε νεκρική σιγή.

Την διέκοψε το θρόισμα από τα ράσα, το θυμιατό και βήματα. Πολλά βήματα. Μονότονα, πένθιμα.

Μπροστά οι λαμπάδες εξαπτέρυγα και θυμίαμα, πίσω ο παπά Μιχάλης.

Αψηλός, μαύρη γενειάδα, ξέπλεκα κορακίσια μαλλιά ως τη μέση, μπλαβισμένες κατακούτελα φλέβες πεταμένες όξω, ολόδροτος, τα τεράστια μάτια του βρεμένα, σε έκσταση, και τα τεντωμένα στιβαρά του χέρια με τον Εσταυρωμένο να τρέμουν από δέος. Στεντόρεια, παλλόμενη η φωνή του γιόμιζε θρήνος την κατακόμβη.

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…»

Είδα τα καρφιά, είδα το αίμα να τρέχει κι ένιωσα μαζί μου να κλαίνε αθρώποι, εικόνες και τέμπλο. Τον βάλανε στη μέση και τον φορτώσανε στεφάνια.

Ήρθε η ώρα, φίλησα τα πόδια Του που έφτανα, και δεν έφευγα, γιατί Τον λυπόμουνα, μόνο Του, στο Σταυρό απάνω όλη τη νύχτα. Γιατί;

Έπρεπε φαίνεται να περιμένουμε τις κοπελιές πρωί-πρωί μ’ αγκαλιές λουλούδια, να βάλουνε τέχνη πολλή, να στολίσουνε τον Επιτάφιο, να τον εκάνουνε όμορφο, μυρωδάτο, σαν που ταίριαζε, μνήμα για το Σωτήρα μας. Ένα έργο τέχνης.

Και το βράδυ, περίμενα, στο μέσον της ακολουθίας, να πάρουνε τα παλικάρια τον Επιτάφιο, κι όλοι μαζί, να γυρνάμε δρόμους και σοκάκια, όλο το χωριό, απόσταση μεγάλη, με τα εξαπτέρυγα, παπάδες και ψαλτάδες και τη χορωδία των κοριτσιών με τον ανεπανάληπτο δάσκαλο το Γιάννη επικεφαλής, να ψέλνουνε τα εγκώμια, κι απ’ όπου περνάγαμε, στις πόρτες οι γυναίκες με λαμπάδες και θυμιατά να προσκυνάνε, για να καταλήξουμε στην πλατεία μπροστά στην εκκλησιά, Επιτάφιοι και πιστοί.

Χαρά κι ευλάβεια μεγάλη να περάσω όρθιος από κάτω, να μπω στην εκκλησιά, να ξανανάψω την πένθιμη λαμπάδα μου, που να πω την αλήθεια δεν μου άρεζε. Ήθελα την άσπρη, την πλουμιστή, από το νουνό μου, τον Αριστοτέλη, που, ντυμένος στα πιο καλά μου, και μ’ ευτυχώς, καινούργια παπούτσια, βαστούσα, μαζί μ’ όλο το τσούρμο να πάρω το Άγιο Φως από το χέρι του σεβάσμιου παπά-Μιχάλη.

Θαύμαζα το μπάρμπα-Γιάννη τον καντηλανάφτη με τη βράκα, πώς με το μακρύ κοντάρι και το κερί στην άκρη άναβε πολυελαίους και μανουάλια, που είχε σβήσει πριν λίγο με το μεταλλικό χωνάκι.

Όλα αστράφτανε σήμερα. Άσπρες οι κορδέλες και τα λάβαρα κι οι παπάδες με τα καλά τους, τα χρυσά τα άμφια να παίρνουνε θέση στον αυλόγυρο, στη μικρή εξέδρα.

Κι εμείς, έτοιμοι, με τα κόκκινα αυγά να κατρακόσουμε, να φάμε και κανένα κουλούρι, δώδεκα ακριβώς, σα χτύπαγαν χαρμόσυνα οι καμπάνες κι οι τρακα-τρούκες παραβγαίνανε με το κάψιμο του Ιούδα, κι αγκαλιές, ευχές και φιλιά, στο πρωτάκουσμα του Χριστός Ανέστη.

Κι όλοι μαζί, σμάρι βουερό, ψέλναμε ξανά και ξανά το μήνυμα το μεγάλο.

Καλή Ανάσταση φίλοι μου.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018 16:07

Πάντα, φταίνε οι άλλοι

Πάω να περάσω το στενάκι, ξέρεις, εκεί στον ΟΤΕ (μόλις βγήκα από μέσα) τρία μέτρα φάρδος, ό,τι αφήκαν δηλαδή οι δυο αράδες παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, ένα δρομάκι που σπάνια περνάνε τροχοφόρα, δεν έδωσα και πολύ προσοχή, έβλεπα και το φουσκωμένο λογαριασμό στα τρεμάμενα χέρια μου που γίνηκε αιτία να αδειάσει το ισχνό μου βαλάντιο, και… αμάν.

Ένα θωρηκτό, απ’ αυτά τα κατάμαυρα, τεράστια τέσσερα επί τέσσερα, με κάτι ρόδες πάνω από το κεφάλι μου, διπλοκάμπινο, να φρενάρει απότομα, κι ένα μουστάκι πίσω από το τιμόνι να περισσεύει από τις μπάντες όσο και το φάρδος, περίπου, του δρόμου, να σείετε δαιμονισμένα, κατά τον εκσφενδονισμό κολακευτικών για το πρόσωπό μου φράσεων.

- Άντε ρε κωλόγερε!! Αόμματε!! Μάθε να περπατάς ρε μαλά...!

Συγκινήθηκα για τα κοσμητικά επίθετα, τον ξανακοίταξα, σκέφτηκα να τον δείρω, άλλαξα γνώμη γιατί ούτε το μουστάκι του δε μπορούσα να φέρω βόλτα, αρκέστηκα στη σιγανή, φοβισμένη, απολογία μου.

- Συγνώμη κύριε, αφηρημένος, βλέπετε, (του ‘δειξα και το μαγικό χαρτάκι του λογαριασμού να με λυπηθεί μη με φυσήξει και χαθώ), δεν σας είδα…

- Τίι; Βρόντηξε πάλι. Δεν είδες ρε χοντρομα... κοτζάμ αυτοκίνητο;

Έσκυψα το κεφάλι, δόξασα το Θεό που δεν με έλιωσε, και με διαλυμένα τα νεύρα απομακρύνθηκα.

Ο διάολος το ‘κανε, την παραπάνω μέρα, εκεί που πήγαινα με το Φιατάκι μου στη Χώρα, από μακριά διέκρινα τα μουστάκια να διασχίζουν μπροστά μου τη λεωφόρο. Κάμποσα αυτοκίνητα, φρενάραμε να περάσει αμέριμνος, χωρίς να κοιτάει δεξιά ή αριστερά, με αργό, προκλητικά νωχελικό ρυθμό, σα να περπατούσε στη βεράντα του σπιτιού του. Έκανα το φοβερό λάθος να τον πλησιάσω λίγο περισσότερο από τους άλλους, σαν το λαγωνικό με μυρίστηκε, σχεδόν σταμάτησε, και μου είπε χαϊδευτικά:

- Εσύ ρε ερείπιο; Πάλι μπροστά μου; Κόντεψες να με πατήσεις ρε… κι αφού με στόλισε πάλι με αυτά τα ωραία επίθετα, που φωνάζει ο αρχισυντάκτης να μη τα γράψω, όρμηξε απειλητικός ή να αναποδογυρίσει το αμαξάκι μου, ή να με ισοπεδώσει.

Σώθηκα χάρις τα πολλά αυτοκίνητα και στα κορναρίσματα συμπαράστασης μου.

Θα τον έχεις συναντήσει κι εσύ φίλε αναγνώστη, εκτός αν είσαι πιο τυχερός από μένα. Μην τον παρεξηγήσεις. Είναι καλό παιδί κατά τ’ άλλα. Απλούστατα έχει την αίσθηση, πως όταν είναι στο τιμόνι, (μάλλον χωρίς δίπλωμα) φταίνε οι πεζοί, κι όταν είναι πεζός φταίνε οι οδηγοί, γιατί είναι σίγουρος πως έτσι ή αλλιώς, ο δρόμος του ανήκει.

Είναι αυτός που αφήνει όπου θέλει το αυτοκίνητό του, μας κλείνει το αδιέξοδο ή το πάρκιν του σπιτιού μας και περιμένουμε με τις ώρες να φύγουμε, είναι ο Μίλτος ο νταής που αρέσκεται στο διπλό παρκάρισμα, στη παραβίαση του κόκκινου, στο υβρεολόγιο προς τους άλλους οδηγούς, γιατί, όλοι φταίνε εκτός από τον ίδιο.

Κι άμα είναι πεζός, πάλι βρίζει τους οδηγούς, κι ας κάνουνε πολύ λιγότερες παρανομίες απ’ αυτόν. Γιατί ο Μίλτος, που τον ξέρει η επαρχία ολάκερη, πιστεύει πως δικαιούται κάτι παραπάνω από τους άλλους. Δηλαδή όλα.

Και μη του πας κόντρα; Κάηκες. Βγάζει μια τρίχα από το μουστάκι του και σε δένει. Κατάλαβες, περί τίνος ομιλώ;

Και δεν είναι μόνο ο Μίλτος.

Πολλοί. Πάρα πολλοί είναι αυτοί που πάντα έχουν δίκιο. Που φωνάζουν, βρίζουν, καυτηριάζουν, ή σχολιάζουν τις παρανομίες μόνο των άλλων.

Αυτό που λένε, η καμήλα δε βλέπει τη δική της καμπούρα, αλλά μόνο των άλλων.

Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2018 14:27

Στρατιώτης στην αιώρα

Είπαμε. Όσο βαστεί τούτο το ακροβατικό θρίλερ με Τσίπρα, θεσμούς, κρίση, ενοίκια και «Novartis» και την κατακρεουργημένη εθνική μας υπερηφάνεια να απειλείται και να αντιστεκόμαστε, για να μη μπλαντάξω ολότελα, λέω, για χαλαρωτικό, να θυμηθούμε μια ιστοριούλα με τα πάθια μου που τα θυμούμαι και γελώ, μπας και αλλάζει, λίγο-λίγο, η διάθεσή μας.

Έχω και τον Περικλή να φωνάζει: «Έτούτα να τα εύθυμα είναι χρειαζούμενα στην εποχή μας. Γράφε τα».

Ντροπιάρης από τη φύση μου κι ανιχνευτής του σωστού δρόμου, κι ας βγάζει σ’ αγκαθερά μονοπάτια, πήρα θάρρος, λοιπόν, δε με κρατεί τίποτα.

Άα. Έχω ακόμα ένα κουσούρι. Δε μπορώ να πω ψέματα μηδέ να παρανομήσω. Είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου. Όσες φορές θέλησα να πω κανένα ψεματάκι οι γυναίκες μου βάζανε τα γέλια. «Μπαμπά στραβώνει η μύτη σου».

Οπότε, για να μην στραβώσει ολότελα ή να μη μεγαλώνει σαν του Πινόκιο, δε λέω ποτέ μου. Ούτε αυτά τα ωραία που σάζουν τη ζωή μας. Όχι. Φοβάμαι τη μύτη μου την προδότρα.

Μιλώ με την καρδιά μου, χωρίς να ζυγίζω, συνήθως, τα λόγια μου, και να δεις, όλο την πατάω.

Όπως τότε. Στρατιώτης, εν σωτηρίω έτει 1960 μ.Χ., μόλις είχα τελειώσει γεωπόνος και κλήθηκα να υπηρετήσω την πατρίδα μου. Τότε βέβαια, στρατιώτης, σήμαινε χειρότερα απ’ τους σημερινούς φυλακισμένους. Για να πάρουμε άδεια, ήταν ολόκληρη ιστορία. Μια φορά το χρόνο και να δούμε. Είχαμε βέβαια καμιά διανυκτέρευση και σπανιότατα εικοσιτετράωρη άδεια. Μεγάλη υπόθεση. 

Είδανε, που λες, αυτοί με τα πολλά γαλόνια και τ’ αστέρια στους ώμους τα χαρτιά μου, καλός, λέει, είναι τούτος, αντέστε τον στον ολάκερο Αρχηγό Στρατού τον Καρδαμάκη που ζητούσε γεωπόνο.

Όπως καταλαβαίνετε τα …έβρεξα απ’ το φόβο μου και διέθεσα μια ολόκληρη μέρα να γυαλίζω στέμμα, κουμπιά, ζώνη, άρβυλα μέχρι και τα νύχια μου.

Στο τζιπ, μεσημέρι φτάσαμε.

Με το έμπα, λες κι ήτανε όνειρο, στο γραφείο του στο ΓΕΣ, τράβηξα μια προσοχή και χαιρετούρα, που τρόμαξα για την …παλικαριά μου. Κουνήθηκε ολάκερο το …Πεντάγωνο!

«Κάτω το χέρι, γεωπόνε», μου είπε …φοβισμένος!

Στάθηκα σε σκέτη προσοχή, έβλεπα αστράκια και δίπλα μου τον ταξίαρχο και το συνταγματάρχη από τη μονάδα που υπηρετούσα ως οπλίτης πεζικού, να με κοιτούν σαν εξωγήινο πλάσμα και να τρέμουν μην και πετάξω καμιά κοτσάνα. Κάτι που το συνηθίζω ως τα σήμερα. Γι’ αυτό και μένω πάντα στάσιμος.

«Σας ακούω», είπα μουδιασμένα και τον κοίταξα στα μάτια.

Αυτό ήταν. Με συμπάθησε.

«Θα σε στείλω στο δάσος», χάραξε, απόμεινα στήλη άλατος.

«Μάλιστα», απάντησε …κάποιος από μέσα μου.

«Θα μείνεις εκεί τρεις μήνες και θα ετοιμάσεις πεύκα, βελανιδιές κι ό,τι άλλο νομίζεις για το Αρχηγείο στον Άγιο Αντρέα».

«Ροβινσώνας Κρούσος στο βουνό, δηλαδή», τόλμησα να πω.

Και να δεις, αντί να με στείλει παραμεθόριο, γέλασε. Οι από δίπλα μου, γουρλώσανε τα μάτια τους και θέλανε να με πνίξουν, ενώ εγώ, ηρέμησα. «Δικός μου είναι», σκέφτηκα.

«Ξηρά τροφή, απομόνωση, συγκέντρωση και δουλειά. Κατάλαβες γεωπόνε;», ξανάπε.

«Πού θα κοιμάμαι αρχηγέ μου;», πέταξα τη δεύτερη κοτσάνα.

«Στα δέντρα».

«Ταρζάν δηλαδή;»

«Ακριβώς», είπε περιπαιχτικά, και γύρισε στο συνταγματάρχη.

«Δώστε του αιώρες και τα σχετικά. Εν τάξει;»

«Στις διαταγές σας», είπε ο συνταγματάρχης και χαιρέτησε σαν αυτόματο.

Εγώ, για άλλη μια φορά, μπερδεύτηκα τα έκανα μούσκεμα.

«Συγνώμην, αλλά, επιστημονικά, δεν γίνεται να μεταφυτέψω άγρια δέντρα από το βουνό δίπλα στη θάλασσα», είπα, σκευόμενος την αιώρα και τη σκληρή ζωή κει πάνω.

«Στη Γαλλία ήμουνα, αυτό έκαναν. Γίνεται».

«Μα εκεί έχουν τα μέσα», αντιμίλησα.

«Ό,τι θέλεις στη διάθεσή σου. Αυτοκίνητα, στρατιώτες, γερανό… Σύμφωνοι;»

Πήγα να πω «στις διαταγές σας», δε μου βγήκε, αντέδρασα.

«Θα το κάνω αρχηγέ μου γιατί είστε καλός άνθρωπος».

Κείνη την ώρα ένοιωσα μια τρύπα να με καταπίνει και τους διπλανούς μου αστεροσκέπαστους να με στύβουν σαν ατίθασο πλασματάκι.

Χτύπησα το πόδι μου, χαιρέτησα με πάθος, έκανα μεταβολή κι ως άνοιγα την βαριά ξύλινη πόρτα να φύγω, γυρίζω και του λέω:

«Θα το κάνω αλλά αν δεν πιάσουν, δε φταίω εγώ;»

«Είσαι αριστούχος γεωπόνος. Θα…».

«Και η ιδέα δικιά σας, αρχηγέ μου, θα πετύχουμε!!»

Εδώ, όλοι γελάσαμε.

Τρεις μήνες, λοιπόν, στην αιώρα να κοιμάμαι, έγινε ένα μικρό θαύμα. Θα τα πούμε άλλη μέρα.

 

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018 17:30

Με τους Πνευματικούς Δημιουργούς Χανίων

 

Απόβροχο ζεστό, χινοπωριάτικο δείλι ήντονε, η γης χορτασμένη φως, ζεσταμένη, φχαριστημένη, άχνιζε και ανάβλυζε μια μυρουδιά από χώμα και γιασεμί, με τον ήλιο κουρασμένο να γέρνει προς το πέλαο, να ροδίζει τα λιγοστά συννεφάκια π’ αρμενίζανε χαδιάρικα στου Κόρακα το ακρωτήρι παρέκει και να μπογιαντίζει πότε ροδαλή και κόκκινη, πότε ολοπόρφυρη μια λουρίδα νερό πέρα προς το λιόγερμα.

Πολύχρωμες δυο πεταλούδες προβάλανε να ερωτοτροπούν, ένα αηδόνι κελάηδησε γλυκά κι η ψυχή μου φτερούγιζε πλάι του ευτυχισμένη. Κι όλα γλυκάνανε πιότερο με τον κατακόκκινο δίσκο να πλαταίνει, να βουλιάζει και να χάνεται νωχελικά, ήρεμα, σα να καληνύχτιζε, για να πάει άλλους τόπους να φωτίσει, να ζεστάνει. Βολεμένος σ’ ένα αγκωνάρι έβλεπα, θάμαζα, λιγόστευα την ανάσα μου μη χαλάσω την ισορροπία ετούτη στα έργα του μεγάλου Δημιουργού και συλλογιόμουν, πως έτσι θα πρέπει να είναι και στην Παράδεισο

Απάνω σε μια μεγάλη μυλόπετρα, που χρόνια πολλά έβγαζε λάδι να βαστήξει στη ζωή παιδιά γερόντια και παλικάρια με κοπελιές, να δουλέψουνε, να πληθιάνουνε το αποδεκατισμένο από τον πόλεμο ανθρωπομάνι, ήντονε ένα ποτηράκι, ένα κανατάκι τσικουδιά, δυο αλατσολιές τσουνάτες, λίγα ντοματάκια ολοστρόγγυλα κι αγγουράκια κομμένα σε φέτες με θαλασσινό αλάτι πασπαλισμένα. Εργαλεία άσφαλτα για καθαρό νου και γαληνεμένη ψυχή.

Ανάγκη, βλέπεις, να φύγω από την ερημιά μου και να βρεθώ, στα Χανιά, σε μια μεγάλη αίθουσα με πολλά φώτα, καθίσματα αναπαυτικά και μια σκηνή σαν σε θέατρο με ομιλητές απάνω και μικρόφωνα. Δε θυμούμαι πού και ποιοί.

Μιλήσανε πολλοί σημαντικοί αθρώποι, φωνάξανε κι εμένα τον ερημίτη, μου δώκανε ένα βραβείο σπουδαίο, λέει, για το διήγημα που είχα γραμμένο. Δε κάτεχα πώς να σταθώ, χρόνια που είχα φύγει απ’ την έδρα του καθηγητή και διευθυντή στο μεγάλο σκολειό και δούλευα παθιασμένος με τη γης, με στήσανε σε ένα τόπο, με βγάλανε δα και φωτογραφία, να φαίνεται μου ‘πανε και το βραβείο, μου δώκανε και παράδες τσι έκανα χάρισμα πίσω να πιάσουνε τόπο, και θυμούμαι το ποιηματάκι που είπα τους:

Γιορτάστε απόψε προύχοντες,

σκόλη του νου και τέχνης.

Χανιά!! Με τσι μαδάρες σου,

γροίκα τω κοπελιώ σου.

Αντρειάς ψυχής και πνέματος

μπροστάρηδες,

ομπρός σου!

Βαθιά χαραγμένη, κείνη τη βραδιά, ‘πόμεινε στη μνήμη μου το βραβείο ¨Ελευθέριος Βενιζέλος¨ που δώκανε για την προσφορά του στην ιστορική έρευνα ή κάτι τέτοιο σε ένα πολύ δραστήριο κι ικανό, είπανε, άθρωπο, το Δημήτρη Νικολακάκη.

Τον ξαναντάμωσα χρόνια πολλά υστερότερα. Δε θυμούμαι πάλι πώς και πού.

-Γιατί δε γράφεστε στην Ένωσή Πνευματικών Δημιουργών; μου είπε.

-Μα, πώς, εγώ… είπα φοβισμένος.

-Μα, είστε πολύ …κι είπε κάμποσα λόγια που μ’ έκανε να κοκκινίσω.

Κι έτσι, να, …είμαι, πράγματι, χαρούμενος που βρίσκομαι στην ομάδα αυτή, ανάμεσα σε αθρώπους ευγενικούς, προβληματισμένους, με το καβουράκι να μας κατατρώει και να μην μας αφήνει σε ησυχία. Υπάρχει βέβαια και μια έφεση, ή ταλέντο αν θέλετε, από τα γονίδια που κουβαλάμε στο μεδούλι και μαχόμαστε άλλος πολύ κι άλλος λιγότερο, να φανερώσουμε τους λογισμούς και την ευαισθησία που η ψυχή μας μπλαντά και χοχλακάει και θέλει να τα βγάλει προς τα όξω. Πασκίζουμε όλοι μας, αυτό το περίσσεμα ψυχής και πνεύματος να το φανερώσουμε, να το λευτερώσουμε από τα δεσμά. Και να δεις, ετούτα τα ρινίσματα πολιτισμού τα στριμώχνουμε με γράμματα, μπογιές και πινέλα, μουσικούς φθόγγους ή άλλης μορφής εργαλεία, απλωμένα σε ένα κομμάτι χαρτί και φιλικά, αβίαστα τα σερβίρουμε να τα πάρει όποιος νιώθει ανησυχίες, ερωτηματικά παρόμοια, ή τον καίει η λαχτάρα πιο πλατιά, τις φτερούγες του να ανοίξει.

Κι ο καθένας μας στον τομέα του, χωρίς φανφάρες και υλικά κέρδη προσμένοντας, αγόγγυστα, μαστορικάτα, λαξεύει με τη σμίλη το μικρό λιθαράκι το στολίζει, το μπογιαντίζει, ένα στολίδι γίνεται κι έτοιμο πια το αποθέτει στο ολομάτωτο, σήμερα, οικοδόμημα του λέγεται πολιτισμός.

Σκληρά, αιχμηρά τ’ αρχέγονα μέσα, πνεύμα και ψυχή δουλεύουνε που είναι φυλακισμένα στη σάρκα. Κι η σάρκα θέλει θροφή να σταθεί. Για τούτο, ανοίγουμε ένα παναθύρι κι ανταμώνουμε όλοι μαζί, να μιλήσουμε, να φάμε και να πιούμε, να εκτονωθούμε, να γιορτάσουμε, να τραγουδήσουμε μπορεί και να χορέψουμε. Μια φορά το χρόνο η μάζωξη ετούτη με το καλωσόρισμα του καινούργιου χρόνου.

Τούτο έγινε και φέτος τo περασμένο Σάββατο. Μιλήσαμε, φιληθήκαμε, χαιρετιστήκαμε, φχαριστηθήκαμε, δύναμη πήραμε, χωρίσαμε.

Και του χρόνου με υγεία, εύχομαί σας.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Παρασκευή, 05 Ιανουαρίου 2018 16:23

Οι πλαστικές σακούλες, εκτός νόμου

 

Είναι από τις ειδήσεις που χειροκρότησα.

Μη βιαστείτε να με αποπάρετε μόλις σας πω ότι, ναι, πήδησα από χαρά όταν άκουσα, επί τέλους, ότι οι πλαστικές σακούλες καταδιώκονται από το νόμο.

Μην αγανακτείτε ορισμένοι που δεν θα παίρνετε πια σακούλες πάμπολλες, προκαλώντας μόλυνση στο πολύπαθο περιβάλλον μας.

Αυτό το περιβάλλον που το ποδοπατούμε και με τη σειρά του μας εκδικείται. Μάλιστα. Φωνάζουμε φταίνε οι κυβερνώντες, φταίνε τα εργοστάσια, φταίει ο γείτονας, ποτέ εμείς. Αρνούμαστε να γυρίσουμε πίσω να δούμε την καμπούρα μας. Και παρανομούμε κραυγάζοντας ότι άλλοι είναι υπεύθυνοι.

Μπράβο για το μέτρο τούτο!

Κι υπάρχουν επαγγελματίες οι οποίοι εξήγγειλαν τη «θεάρεστο» και λίαν συγκινητική και καταστρεπτική προσφορά στους πελάτες, ότι δηλαδή θα επιβαρύνονται οι ίδιοι το κόστος και θα συνεχίσουν να δίνουν δωρεάν τις σακούλες! Τι δραματικό κι όντως αξιοθρήνητο! Απ’ αλλού θα τα βγάλουν, για να μολύνουν το περιβάλλον και να παρανομήσουν.

Όχι φίλε μου. Πάρε χάρτινες τσάντες και μοίρασέ τες στους πελάτες σου να σε συγχαρούμε όσοι ξέρουμε τι σημαίνει άνοδος της θερμοκρασίας στον πλανήτη και φθορά (τρύπα) στο όζον και ακραία καιρικά φαινόμενα.

Έλεος!! Βοηθείστε τον εαυτό σας, τα παιδιά και τα εγγόνια σας που θα υποφέρουν σε μια, αν συνεχίσουμε έτσι, ακατοίκητη γη.

Μη διαμαρτύρεστε φίλοι μου αγαπημένοι. Άλλα είναι που μας τσούζουν και μειώνουν την αξιοπρέπειά και τον πολιτισμό μας.

Χρόνια εφαρμόζεται τούτο το μέτρο σε προηγμένες χώρες. Κι η πατρίδα μας θέλουμε να είναι προηγμένη και προ πάντων, παρά την πολύπλευρη κρίση, πολιτισμένη.

Ήμασταν άσχημα δηλαδή, τότε, προ της εισβολής των πλαστικών; Τι ωραία που, πιτσιρικάς, πήγαινα στη Βαρβάκειο και έβαζα τα ψώνια σε χάρτινες τσάντες με τα χερούλια! Τότε δεν είχαμε τόση μόλυνση, μηδέ νέφος και τόσες πλημμύρες.

Μπορούμε θαυμάσια, όπως κάνουν πολλοί, κυρίως ξένοι, και σήμερα στην πατρίδα μας, να έχουμε υφασμάτινες σακούλες και να πηγαίνουμε στο μαγαζί. Κι αν αγοράζουμε τις πλαστικές, για ορισμένες χρήσεις, θα ξοδεύουμε πολύ λιγότερες. Και μάλιστα να είναι, όπως στο εξωτερικό, ανακυκλώσιμες.

Σήμερα, η μια μετά την άλλη οι μεγαλουπόλεις εφαρμόζουν το μέτρο τούτο που μπορεί να φαίνεται μικρό μπροστά στο τεράστιο μέγεθος της πλαστικής ρύπανσης του πλανήτη, αλλά αποτελεί ένα απαραίτητο βήμα. Κάθε χρόνο, περίπου 8,8 εκατομμύρια τόνοι πλαστικού καταλήγουν στους ωκεανούς και συνεχίζει να απειλεί τα θαλάσσια οικοσυστήματα και να συσσωρεύεται σε σωρούς μεγέθους πραγματικών νησιών που μπορεί να ταξιδέψουν μέχρι την Αρκτική και την Ανταρκτική. Υπολογίζεται πως περίπου 700 διαφορετικά θαλάσσια είδη απειλούνται με εξαφάνιση εξαιτίας των πλαστικών στους ωκεανούς.

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα λέμε. Και τον Μάιο του 2010 κουβεντιάζαμε το ίδιο θέμα στην εφημερίδα, αν το θυμόσαστε, και ξανά το 2016, και φώναζα από τότε:

«….Και εσύ, και εγώ· και ο άλλος! Όλοι φταίμε!!! Καταστρέφουμε την ισορροπία της φύσης. Σκοτώνουμε τη μάνα γης μας!

Και ξέρουμε να ζητούμε ευθύνες. Εμείς είμαστε απλά, άμεμπτοι και παντογνώστες!

Τιι; Μη φωνάζω; Γιατί; Τα υδρόβια θηλαστικά, που στη προσπάθειά τους να κορέσουν τη πείνα τους, χλάαπ, καταπίνουν τη πλαστική σακούλα που βρέθηκε μπροστά τους στο μολυσμένο νερό και τη πέρασαν για τροφή, νομίζεις πως δεν φωνάζουν; Λάθος. Κραυγάζουν, βοήθεια! Μα δεν τα ακούμε. Δεν θέλουμε να τα ακούσουμε. Δεν μας συμφέρει να τα ακούσουμε.

Υποφέρουν, πονάνε, κι ο πόνος τους απλώνει πέρα, μακριά, ως τα εγγόνια και τα δισέγγονά μας, αν ποτέ υπάρξουν, προτού η γης υποκύψει στα τραύματά της.

Κι έρχεται ο σπαραγμός τους ως εμάς, κόκκινος, μαβής, στου τάφου το μπογιάντισμα μπας και μας ξυπνήσει, μπας και συνέρθουμε και σώσουμε τη πονεμένη φύση.

Και δε μιλάω θεωρητικά. 100.000 υδρόβια θηλαστικά πεθαίνουν κάθε χρόνο από πλαστικές σακούλες!

Γιατί, κάθε χρόνο, ξοδεύουμε ένα τρισεκατομμύριο από δαύτες. Μία την ημέρα για κάθε ενήλικα.

Κι αν σκεφτούμε πως στα υποανάπτυκτα μέρη δεν τις ξέρουν καν, (τι να βάλουν μέσα;) τότε το φταίξιμό μας μεγαλώνει επικίνδυνα. Ένα μπουκάλι νερό να αγοράσουμε, σακούλα θέλουμε. Για να την πετάξουμε μετά 12 λεπτά (μέσος όρος). Και να φανταστείς, ξοδεύονται κάθε χρόνο 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου για να τις φτιάξουν….

» Επί τέλους αγαπητοί μου κυβερνώντες, φροντίστε και για το οικοσύστημα μας, προτού να είναι πολύ αργά….»

Αυτά, λοιπόν, έγραφα τον 2010.

Τώρα, σειρά μας να βοηθήσουμε, να εφαρμοσθεί ο νόμος.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017 14:30

Χριστούγεννα 1977

Τα βουνά, Ανατολή μεριά, ροδοστεφανώνονται, ξεχύνεται δειλά το φως, απλώνεται, λούζει πονετικά καμινάδες, καμπαναριά και στέγες, κατεβαίνει στα καλντερίμια, καλούνε τον ήλιο οι πετεινοί, τα κελαηδοπούλια ξυπνούνε, κροταλίζουν πορτοπαράθυρα, το χωριό ξύπνησε.

Άτονα η καμπάνα αποχαιρετά τον αυγερινό, καλεί τους πιστούς.

Θεότρελες νιφάδες, χωρίς προσανατολισμό, πλανώνται και λιωμένες, καταλήγουν στις ογρές πλάκες. Κάποιες, σκαλώνουν στα σπάνια πανωφόρια που γοργοδιαβαίνουν προτού διαλυθούν άδοξα, και βιαστικές, λιγοστές σιλουέτες χώνονται στη μισάνοιχτη πόρτα της εκκλησιάς να βρούνε προστασία κάτω από το βλέμμα του Παντοκράτορα που με ανοιχτά χέρια αγκαλιάζει όλο το εκκλησίασμα, όλους τους πιστούς. Έργο και προσφορά του μακαρίτη παπά-Γιώργη προς την εκκλησιά, που χρόνια πολλά υπηρέτησε.

Σπουδαίος αγιογράφος, αγωνίστηκε, τέλεψε τον Παντοκράτορα στο θόλο ο παπά-Γιώργης, λίγο πριν το νήμα της ζωής του.

Ήτανε Χριστούγεννα ανήμερα.

Θυμάμαι, πριν οχτώ χρόνια, κάτασπρος, με αυλακωμένο πρόσωπο, τρεμάμενα χείλη, κουρασμένα πόδια και λαμπερά μάτια, ερχόταν πάντα στην ώρα του, εδώ, στην ίδια θέση, κάτω από τον Παντοκράτορα, να μας κάνει κατηχητικό. Να μας δώσει ζωή, ελπίδα, κουράγιο, εφόδια.

Παραμονή Χριστούγεννα, όμως, άδικα περιμέναμε το γέρο δάσκαλό μας. Η ώρα περνούσε, η αγωνία μας έσπρωξε στην αναζήτησή του. Μικρό το χωριό, δεν δυσκολευτήκαμε, τον βρήκαμε φορτωμένο ψώνια να γυρνάει τα φτωχόσπιτα, να μοιράζει δώρα κι αγάπη. Σκελετωμένος στο τριμμένο του ράσο έτρεμε, δυσκολευόταν να περπατήσει, μόνο δυο μάτια γυάλιζαν. Τρέξαμε να τον βοηθήσουμε, μας έκοψε.

-Παιδιά μου αγαπημένα, είπε, μπορώ ακόμα να μοιράζω την αγάπη του Χριστού μας, να ‘χετε την ευχή μου.

-Μα πρέπει να σε βοηθήσουμε, θα ...

-Θέλετε να βοηθήσετε;

-Ναι, ναι.

-Τότε, ακούτε πώς να βοηθήσετε κι εμένα κι εσάς και το Χριστό μας.

-Πώς, πώς, ρωτήσαμε ανυπόμονοι.

-Αντέστε, παρακαλέστε τους γονείς σας, πάρτε ένα Χριστόψωμο, δυο φρούτα, λίγα γλυκά, ό,τι μπορείτε, μοιράστε τα στα φτωχά παιδάκια. Τότε θα με ξεκουράσετε, είπε, κι έκατσε σαν σκιά δίπλα στο γεροπλάτανο.

Κοιταχτήκαμε όλοι, πέντ’ έξι μωρούδια, σκουπίσαμε τα μάτια μας και σκορπίσαμε να κάνουμε την επιθυμία του πνευματικού μας πατέρα.

Ήτανε το πιο τρανό μάθημα κατηχητικού.

Κοιμήθηκα ευτυχισμένος. Κι ονειρεύουμουν γελαστά ματάκια, γλυκές, υμνόσυρτες φωνούλες.

Όπως και σήμερα, έτσι και τότε ξύπνησα με τις καμπάνες. Τότε, τις χτυπούσε μ’ έναν αλλιώτικο, πιο γλυκό τόνο ο παπά-Γιώργης. Έτρεξα να βοηθήσω. Να ανάψω κάρβουνα, να βάλω λιβάνι… ήξερα, ο καντηλανάφτης ήταν άρρωστος, έπρεπε να σταθώ στο πόδι του.

Μα έμεινα άφωνος ως τον είδα. Με κομμένη ανάσα, κιτρινισμένο πρόσωπο, άχρωμα βαθουλωμένα μάτια, σωριασμένος σε μια καρέκλα ο παπά-Γιώργης, πάσκιζε ν’ αναχτήσει δυνάμεις.

-Χτύπα παιδί μου, χτύπα χωρίς σταματημό την καμπάνα να ρθούνε οι χριστιανοί, να προκάνω να τους κοινωνήσω. Κουράστηκα, φαίνεται σήμερα θα τελειώσουν όλα… Ο Χριστός μας θα γεννηθεί για όλους μας.

Αγουροξυπνημένοι, έκπληκτοι τρέξανε οι πιστοί πριν την ώρα τους πλημμύρισε η κατακόμβη, κι ως αντίκρισαν το γέροντα, έπεσε νεκρική σιγή, να τελειώσει τη λειτουργιά ο παπάς μην τον κουράζουνε.

Μεγάλη προσπάθεια, έφτασε η ώρα, ακούστηκε μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε, κοινώνησαν οι χριστιανοί, πήραν αντίδωρο, έκλεισε η εκκλησιά.

Και ξανάνοιξε, για να βγάλουν, Θεόρατο, να μοσκομυρίζει, τον παπά Γιώργη για την τελευταία του κατοικία, δίπλα στο νεογέννητο βρέφος.

Όλοι κλάψαμε, πενθήσαμε το δάσκαλό μας, τον στυλοβάτη του χωριού μας.

Μάθαμε αργότερα, πως την παραμονή το βράδυ, όταν τον βρήκαμε να μοιράζει τα Χριστουγεννιάτικα δώρα, βρήκε το γιο του Θεοδόση του καστανά χτυπημένο από τα ζωντανά που έβοσκε. Είχε αιμορραγία σοβαρή, κινδύνευε η ζωή του. Αμέσως πήρε τον μικρό Λουκά και τον φτωχό πατέρα του με ταξί, πήγανε στο νοσοκομείο της πόλης. Όλη νύχτα στάθηκε στο προσκεφάλι του μέχρι που έγινε εγχείρηση και, κρυφά απ’ όλους, έδωσε αίμα για να σωθεί.

Αυγές, ήτανε στο πόστο του, στην Αγία Τράπεζα να ευλογήσει τον οίνο να γίνει αίμα Χριστού και να ζωντανέψει τη θυσία του Θεανθρώπου. Την δική του θυσία. Το αποκορύφωμα της αγάπης.

Και σήμερα, κάτω από τον Παντοκράτορα, δίπλα στο φίλο μου Λουκά, που κρατάει το σταυρό να ευλογήσει ο καινούριος παπάς τους πιστούς, στέρνω το μυαλό μου μακριά, εκεί, στη Βηθλεέμ. Εκεί, που κάτω από τα χνώτα των ζώων γεννήθηκε ο Χριστός μας. Κι αναρωτιέμαι:

Γιατί τόση κακία, αδικία και μισεμός!

Ξαναγεννήσου Χριστέ μου, να μας σώσεις, να μας διδάξεις.

Ξεχάστηκε η θυσία σου παπά-Γιώργη. Ξεχάστηκαν όλα, όλα. Μόνο το συφέρο μένει.

Ελάτε αδέρφια μου! Ας γίνουμε καλύτεροι απ’ τους προηγούμενους.

 

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γιώργος Καμβυσέλλης

 

Παρασκευή, 01 Δεκεμβρίου 2017 18:57

Εμίσεψε ο Γέροντας Ραφαήλ κι ορφανέψαμε…

Είχε τελέψει ο αδερφοχτόνος σπαραγμός που μας βασάνιζε στα δύσκολα εκείνα μεταπολεμικά χρόνια, η ανοικοδόμηση πορπατούσε σταθερά, κι αράδα, πέντε παιδιά με τη χήρα μάνα μας, πεζοπόδαρα, ανηφορίζαμε το στενό δρομάκι το χιλιοπατημένο. Κουραζόμουνα, εύρισκα μια χαλικόπετρα, ακούμπαγα κι ανασήκωνα το μικρό μου ξεσκούφωτο κεφάλι να σβαρνίσω τα αναριεμένα σύννεφα που είχανε χάσει το ρόδινο πια χρώμα τους και σεριανούσανε κατά ανατολή μεριά. Ο ήλιος είχε φανεί αστραφτερός, η καλοκαιριάτικη ζέστα δεν είχε ακόμα επιδρομήσει…

Κι εκεί, στην κορφή του Όρδυμνου, στιβαρό κι επιβλητικό ξέκρινα χτήρι να δεσπόζει οχυρωμένο με πολεμίστρες κι οχυρωματικό πύργο. Απόμεινα δέος κι αίνιγμα ποτισμένος και θαλασσοπορούσε ο νους μου σε πελάγη φαντασίας. Πώς και πήγανε τόσο αψηλά οι καλογέροι, μεσ’ τον ουρανό, κοντά στους αγγέλους και το χτίσανε και φωλιάσανε προστατευόμενο κι υμνούμενο εκεί μέσα τον Άγιο Γιάννη το Θεολόγο, τον πολιούχο του χωριού μας, της Άντισσας! Κι αμπαρωθήκανε μαζί Του βιγλάτορες προσκυνητές να τον δοξολογούν, αθρώποι τραβηγμένοι από τον κόσμο, μαυροφορεμένοι κι αγιασμένοι. «Πώς να είναι άραγες» συλλογίζουμουν και τα μάτια μου λάμπανε όλο έκσταση, μέχρι που τρυφερό το χάδι της μαμάς με συνέφερε.

-Πορπάτα Γιωργάκη μη μας φάει η ζέστα.

-Εκεί απάνω…. Θέλησα να μιλήσω, με έκοψε.

-Πάμε, οι άλλοι ψηλώσανε κιόλας.

Δε μεταμίλησα. Συνέχισα ως κει πάνω.

Κι έμεινα να θαμάζω επιβλητική και περιστοιχισμένη με κελιά, σκάλες κι αρχονταρίκι την εκκλησιά μέσα κι όξω. Και μια ζεστασιά με κυρίευε, μια γαλήνη κι αλάφρωμα της ψυχής μου ένιωθα, όσο θωρούσα παλιές εικόνες στο Τέμπλο κι ολόγυρα να με κοιτούν καλοσυνάτα.

Άμεστο το μυαλό μου, δε ρώτησα, δεν έμαθα ηγούμενο κι άλλους καλογέρους. Μόναχα θυμούμαι, βρέθηκα σε ένα κελί κι είχε ο Γέροντας εκεί ένα μικρό τηλεσκόπιο και θαύμαζα το μεγαλείο της φύσης που βρεθήκαμε.

Χρόνια μεσολαβήσανε, σκολειά και τόπους γύρισα, ξαναφάνηκα στο Ιερό ετούτο μοναστήρι του Υψηλού μετά το ογδόντα.

Αλλαγμένο, πιο φρέσκο, μύριζε ακόμα σουβά, τσιμέντο και λιβάνι. Λίγα χρόνια είχανε περάσει α που το είχανε αναστηλώσει μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 67 κι εντύπωση μου προκάλεσε σαν έμαθα πως δουλειά πολλή, χειρωνακτικά ψυχικά και πνευματικά, είχε καταβάλει ο τότε Μεσοτοπίτης μοναχός Ραφαήλ που επάξια σε λίγα χρόνια, το 77, πολύ νέος, όπως κι ο μακαριστός Γέροντας Νικόδημος του Λειμώνος που κοιμήθηκε πριν ένα χρόνο ακριβώς, πως στα είκοσι έξι του και τούτος τοποθετήθηκε Καθηγούμενος στο Υψηλό Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου του σκαρφαλωμένου 634 μέτρα πάνω από τη θάλασσα.

Μα δεν ήτανε μόνο Ηγούμενος ο Ραφαήλ αλλά και Ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και στην Κορίνθου για αρκετά χρόνια.

Ο σεμνός κι αφανής ετούτος λευίτης, δραστήριος, οξύνους κι άοκνος υπηρέτησε τον Τριαδικό Θεό με ζηλευτή αφοσίωση, και αγωνιούσε να βάλει πολύτιμα πετράδια στον κρίκο που φέρνει τον άνθρωπο κοντά στους Αγίους και το Χριστό μας. Τον έβλεπες να ιερουργεί κι ένοιωθες πως δεν ζούσε στον κόσμο τον επίγειο μα ταξίδευε στη χώρα των Αγγέλων, στο Περιβόλι της Παναγίας, εκεί που άξαφνα, απρόσμενα μας συντάραξε η θλιβερή είδηση ότι πήγε, κι εκεί στην αγκαλιά της Παναγίας, γαληνεμένη, αναπαύεται η ψυχή του.

Ο μακαριστός Γέροντας Ραφαήλ, τελειομανής ως ήντονε είχε σπουδάσει στην Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή στην Πάτμο απ’ όπου αποφοίτησαν φωτισμένοι διδάσκαλοι του Γένους, αρχιερείς και πατριάρχες, και μετά τέλειωσε τη Θεολογική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, πριν φορέσει το ράσο που τίμησε, όσο ελάχιστοι στους χαλεπούς καιρούς μας.

Κι όχι μόνο ακαταμάχητος στην εκκλησιά και τα ιερατικά του καθήκοντα, μα, ήντονε άξιος, πολυσχιδής μάστορας, οραματιζότανε, έπιανε τη σκαλίδα και το μυστρί, πελεκούσε πέτρες κι έχτιζε, μιλούσε με τα φυτά, τα ζώα και τα χώματα.

Εξόν την θαυμάσια εκκλησία του Άξιον Εστί που ιδιοχείρως έχτισε στο Πυθάρι, κι άλλες εκκλησιές φέρουν την υπογραφή του. Όπως στα Μετόχια της μονής, τον Άγιο Αντώνιο Ερεσού, και Άγιο Θεοφάνη στο Σίγρι Μα κι ο Προφήτης Ηλείας, στο άλλο Σιγριανό μετόχι, με δική του ευθύνη οικοδομήθηκε.

Κυριολεχτώντας ήτανε η ψυχή του μοναστηριού. Ιστορική βιβλιοθήκη, μουσείο, έξι λειψανοθήκες με οστά Αγίων, επίχρυσα Ευαγγέλια και πολλά ιερά σκεύη διαφόρων εποχών, σταυροί με ρουμπίνια και μαργαριτάρια, επίχρυσα δοχεία με καλλιτεχνικές παραστάσεις, μέλισσες, οικόσιτα, αμπέλια, κήποι, πρόβατα όλα τα φρόντιζε με μεράκι.

Και τώρα…

Ας είναι λαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Στη σκέψη μας όμως, θα μείνει για πάντα, ζωντανός.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.gr

 

Δε χρειάζεται να ρωτήσεις πώς και τα κατάφερε να στυλιώσει και να μας παρουσιάσει απλωμένα στο χαρτί τούτα τα παραμύθια. Και πώς κι έτυχε να τα σκαρώσει τόσο απαλά, ευγενικά κι υπνωτικά θα ‘λεγα. Όχι, μην ψάξεις το βιογραφικό του ή τα τυχόν πρότυπα παραμυθιών που διάβασε. Χαμένος ο κόπος σου. Άνοιξε το μπροστόφυλλο και θα μείνεις με το στόμα ανοιχτό βλέποντας τη φωτογραφία του. Ένας παραμυθάς. Σου μιλάει από μόνη της κι εσύ σκέβγαισε, ά ρε και να τον είχα τις ώρες που διπλοκάθομαι στο ερημικό πεζούλι να χαλαρώσω, α ρε και να τον είχα σα με πιλατεύει ο Μορφέας να με πάρει με τα φτερά του ή στο σβούρισμα του φθοροποιού καιρού μας, να τον είχα λέω, να μου αθλογά παραμύθια να μερέψει μωρέ ο νους μου.

Κι είναι στ’ αλήθεια τόση η ανάγκη μας να γείρουμε το κεφάλι στον ώμο ή στα γόνατα μιας καλοσυνάτης γιαγιάς με τα ήρεμα κι οργωμένα μάγουλα, με τα γλυκά βαθιοχωνεμένα γλυκά ματάκια, τα ζαρωμένα παραμυθόλαλα χειλάκια της, να ακουμπά τα βασανισμένα κι αγιασμένα σαν φτέρουγες χεράκια της απάνω μας κι αργόσυρτα να μας παίρνουν αγγέλοι να γινόμαστε, ω και νάτανε αλήθεια, παιδιά, να γλιστράμε ανάμεσα πουπουλένια σύννεφα και κρεμασμένα στον ουρανό αστέρια, να μας χαϊδομαυλίζουν της θάλασσας ακροκεντημένα κυματάκια και της μάνας γης η πρωινή ανασαμιά με τα πολύχρωμα μυρωδάτα αγριολούλουδα. Μια ευτυχία που θα παρακαλούμε να βαστήξει για πάντα. Μα πούναι την η γιαγιά ετούτη. Είναι τόσο αργά!

Σαν τη γιαγιά τη Δέσποινα του συγγραφέα, …που δεν είχε δική της γιαγιά. Ή μάλλον είχε, κι όχι μια, μα δυο. Καμιά όμως δεν έτυχε να της πει ούτε ένα παραμύθι…. Έτσι η γιαγιά η Δέσποινα ήταν πολύ λυπημένη ….. και άκουγε τα παιδάκια της γειτονιάς να λένε για παραμύθια, …και ταξίδευε μαζί τους σε μακρυνούς ατέλειωτους δρόμους μεγάλα δάση και δρακοσπηλιές παρέα με βασιλοπούλες και βασιλόπουλα, γίγαντες και νάνους, μάγισσες και νεράιδες, δράκους και πολλά άλλα παραμυθοπρόσωπα και γινότανε με τη φαντασία της, ένα μ’ αυτά στο ξετύλιγμα κάθε ιστορίας…..

Μα έλα ντε που μεγάλωσε κι η μικρή η Δέσποινα κι έκανε και παιδιά μα κι εγγόνια, ζωή νάχουν.

Κι έρχεται ο Χαραλάμπης ο Σαχτούρης ο παραμυθάς μας και βάνει τούτη τη φρέσκια γιαγιά μπροστά στο εικόνισμα του Άι Νικόλα που αν κι ήξερε πως είναι προστάτης των ναυτικών του λέει παρακαλεστά,…

-Άγιε μου, Νικολάκη μου, εσύ που με τόσα δύσκολα καταπιάνεσαι, με φουρτούνες με ναυάγια, με τη μανία της θάλασσας, βοήθησε και μένα τη φτωχή. Δε σου ζητώ πολλά… …να μπορώ να λέω ένα γιαγιαδίσιο παραμύθι στο εγγονάκι μου….

Κι η φαντασία του Χαραλάμπη ξάνοιξε ολόγυρα, σταμάτησε στο γραφικό ακρογυάλι κι έδωσε μορφές και σχήματα στα βράχια, τα είδε ζωντανά και μας τα ονομάτισε Πετρογέροντα, Μυτόγκα, Γριά Θαλασσινή κι άλλα, με πρωταγωνίστρια μια γοργονούλα και σε δευτερεύοντες ρόλους, γλάρους, το μονόφθαλμο μπαρμπούνι, το κουτσό μας καβουράκι κι άλλα φαντασίας του πλάσματα.

Κι ήρθε, λέει, ένα πρωί η γοργονούλα του κεφάτη να γλυκοτραγουδά για ένα φουκαριάρικο ηρωικό καβουράκι:

ένα καβουράκι μια σταλιά

με ηρωισμό κι ανεμελιά

χίμηξε στη μάχη με ορμή

για της καλλονής του την τιμή.

Οι εχθροί το πήραν στο ψιλό,

¨δείτε πολεμάει ένα μωρό¨,

Τέτοια κι άλλα έλεγαν πολλά

μέχρι που τη νιώσαν την τσιμπιά…

Κι έτσι ζωντάνεψε την άψυχη φύση της γλίστρας εκεί που κάνει μπάνιο και τα χοχλάδια γλιστρούνε και γινήκανε ¨Τα παραμύθια της γλίστρας¨.

Τα παραμύθια τούτα του Χαραλάμπη του Σαχτούρη, κατά που ο ίδιος γράφει, δεν είναι γιαγιαδίσια, και από την πλευρά μου τα ονοματίζω δασκαλίσια.

Έχουν ένα αλλιώτικο χρώμα, πιο λαμπερό κι άρωμα Ταβαροχιώτικο παρθένο μεθυστικό και πάν’ απ’ όλα, είναι διδαχτικά, άκρως διδαχτικά.

Πολλά θέματα σπουδαία καταπιάνεται και τα κάνει παραμύθια. Προστασία περιβάλλοντος, αλτρουισμός ομαδική δράση κι ένα σωρό τέτοια.

Και να δεις, άμα τον ξέρεις το συγγραφέα, είναι σα να τον ακούς να σου μιλά με τη ζεστή μπάσα φωνή του. Είναι ο ίδιος που ξεπηδά από τις σελίδες. Γι αυτό και λέω στο Χαραλάμπη {μα και σε όλους που θέλουν και μπορούν να γράφουν}.

-Κράτα αυτό που είσαι. Μη λάχει και πασκίσεις να μπογιαντιστείς, να αλλάξεις. Και πιότερο μη πα και θελήσεις να μιμηθείς άλλονε.

Μπράβο σου φίλε μου Χαραλάμπη.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Παρασκευή, 03 Νοεμβρίου 2017 17:08

Δίψα για μάθηση

Κανένας δεν επιτρεπόταν να ακουμπήσει στο μεσαίο ράφι. Είχε βάλει κι ένα τζάμι, να μη σκονίζονται τα ακριβά του εργαλεία· όλα φερμένα από Βερόνα. Ο γυαλιστερός πάγκος, κι αυτός από Ιταλία.

Εκεί, κάτω από τη καινούργια ηλεκτρική πλάνη, εύρισκε καθαρό και κρυφό τόπο να βάνει τα λιγοστά του βιβλία ο Αλέξης. Ρούχα άλλα δεν είχε, ρολόι δεν ήξερε πώς το βάζουν, παπούτσια μόνο μεταχειρισμένα, μα βιβλία, είχε. Και τα αγαπούσε όσο τίποτα στον κόσμο.

―Θέλω να μάθω γράμματα. Να σιάξω τη ζωή μου, έλεγε.

Έντεκα χρονώ, και δούλευε εδώ στου μάστρο Παναγιώτη το ξυλουργείο. Τσιράκι. Για σκούπισμα, να κουβαλάει ξύλα, να φτιάχνει καφέδες, για όλες τις δουλειές.

Καμιά φορά του δίνανε να φάει κάτι. Πολύ σπάνια. Στεναχωριόταν, μα το είχε συνηθίσει να τρώει λίγο και συνήθως αποφάγια. Πιο πολύ πάσκιζε να ξεφύγει από το βλέμμα τους, να κρυφτεί στη μικρή τουαλέτα, και να ανοίξει τα βιβλία του.

Τότε, τον περιπαίζανε, κι αυτός βούρκωνε, γιατί κανένας δεν του ‘δειχνε λίγη αγάπη. Κι ούτε μπορούσε να μιλήσει. Απαγορευόταν. Στ’ αυτιά του συνέχεια βούϊζαν οι φωνές τους.

―Πάψε!

―Μη μιλάς.

―Σκάσε.

―Τα λόγια είναι για τους μεγάλους.

Μια μέρα, ο κακός μάστρο Γιώργης, του πέταξε τα βιβλία στα σκουπίδια, γιατί λέει, δεν ήταν η θέση τους δίπλα στα εργαλεία, που φέρνανε λεφτά. Έκλαψε, μα δεν το είπε σε κανέναν. Οπλίστηκε όμως με θάρρος, και τη παραπάνω, την ώρα που πήγε καφέ στ’ αφεντικό του, σκέφτηκε λίγο, δε μπόρεσε να τον κοιτάξει κατάματα, έσκυψε το κεφάλι, έδεσε τα χέρια όπως στην εκκλησιά και πήρε φόρα.

―Μάστρο Παναγιώτη. Ναα... Μη θυμώσετε πολύ! Αν θέλετε, μπορείτε να με δείρετε, γιατί κάνω μια κακιά πράξη.

―Τι Αλέξη;.

―Δε θα με διώξετε από τη δουλειά ε; Τα λεφτά που μου δίνετε, τα φυλάω στα εικονίσματα. Μόνο η μαμά τα ξέρει. Τα θέλω για το Σκολειό. Αλλά να. Δίπλα στα ακριβά τα εργαλεία σας, ακουμπώ προσεχτικά και τα βιβλία μου. Δε βρίσκω άλλο καθαρό τόπο! Σας παρακαλώ, μην μου τα σκίσετε;

Γέλασε ο κυρ Παναγιώτης, του είπε πως τα έβλεπε κάθε μέρα και δεν πειράζει, γιατί λέει, κι αυτά εργαλεία είναι, και μάλιστα πιο χρήσιμα.

Ήθελε να τον αγκαλιάσει ο Αλέξης, δεν βρήκε τόσο θάρρος, δάκρυσε μόνο, του φίλησε το χέρι, έκανε μια στροφή, και βάλθηκε με πιότερη όρεξη να καθαρίζει.

Από τότε, συχνά, το βράδυ που έφευγε, έβρισκε κανένα νόμισμα ανάμεσα στα βιβλία του Κι αυτός, ζωγράφιζε με μολύβι μια καρδούλα στο χαρτί με τις παραγγελίες, και δεν έβγαζε άχνα. Το χαμόγελο του αφεντικού του το άλλο πρωί, ήταν η αμοιβή του.

Οι άλλοι δυο μαστόροι όμως, ήταν κακοί και δεν τον αφήνανε να σταθεί λεπτό· ούτε να πει μια λέξη. Ήταν το μεγάλο του παράπονο.

 

Τη χειμωνιάτικη τούτη μέρα, κόντευε να σκοτεινιάσει κι ακόμα μάζωνε τα τελευταία ροκανίδια. Τινάχτηκε να φύγουν κάμποσες σκόνες και, βιαστικός, πετάχτηκε στο δρόμο. Κρεμασμένα από τον ουρανό τα σύννεφα, μουντά, σβαρνίζανε τις στέγες και φοβερίζανε, μα ο παγερός αγέρας τα αντιμάχονταν, μη ξεσπάσει καταιγίδα. Έπαιρνε ο Αλέξης φούχτες γιομάτες ζεστό αγέρα από τα χνώτα του, και τα έτριβε για να ζεσταίνεται.

Πάντα φόραγε μια παλιά μπλούζα, που άμα λέρωνε, την έπλυνε, και τη ξανάβαζε.

Το πανωφόρι που του είχανε δώσει από την εκκλησία τα περασμένα Χριστούγεννα, το χάρισε στο Δημητράκη· ένα ορφανό παιδάκι που ερχόταν με τρύπιο πουκάμισο στη τάξη του.

Έτσι που έτρεχε να προλάβει ανοιχτή την πόρτα στην τεχνική σχολή, άνοιγε και το βιβλίο να θυμηθεί το θεώρημα του Πυθαγόρα, ή το Νόμο του Νεύτωνα. Μπορεί και να τους έκανα κανένα πρόχειρο διαγώνισμα.

Και μοχθεί να τελειώσει την τεχνική σχολή, και να συνεχίσει όσο μπορέσει. Όλη τη μέρα δουλειά, και στα πεταχτά διάβασμα. Δε μιλάει σε κανένα· με κανένα. Διαταγές παίρνει, τις εκτελεί, αλλά δεν του επιτρέπεται να απαντά.

Τον έβλεπα τον αγαπούσα του έδειχνα μπορετή στοργή και βοήθεια κι αυτός το ένιωθε με κοίταγε όλο πόνο κι ευγνωμοσύνη, μα σε κανέναν δεν δείξαμε αυτή την ψυχική μας επαφή.

Ερχόντουσαν μόνο μέρες που στην έδρα απάνω ήταν ακουμπισμένα δυο κυκλάμινα.

Τα είχε ζητήσει από τον μαστρο Παναγιώτη.

Για τον Καθηγητή του.

Ξανασμίξανε τα βήματά μας δεκαέξι χρόνια αργότερα.

Ο μικρός Αλέξης, με πτυχίο Νομικής, Καθηγητής στην Ανώτερη Τεχνική Εκπαίδευσης.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017 17:48

Περί ελέγχων ο λόγος

Το διάβασα, σε σοβαρή εφημερίδα, ευτυχώς όχι πρωτοσέλιδο. Δεν με ενδιαφέρει το συγκεκριμένο γεγονός, δεν ξέρω ούτε «δράστες», ούτε «θύμα». Δεν ξέρω λεπτομέρειες, δεν είμαι ανακριτής, ούτε δημόσιος συνήγορος, ούτε νομομαθής, μα είμαι και εγώ ταξιδευτής. Και νομοταγής.

Διαμαρτύρεται ο φίλος μας ότι όλως περιέργως σε ένα αεροδρόμιο της χώρας μας τον υποχρέωσε λέει ο υπεύθυνος ασφάλειας για τον έλεγχο χειραποσκευών να βγάλει τη ζώνη του για να περάσει από το μηχάνημα. Ενοχλήθηκε όμως και διαμαρτυρήθηκε για το φρικτό αυτό γεγονός, γιατί, αν και ταξιδεύει συχνά, δεν του λένε να κάνει το ίδιο σε άλλα αεροδρόμια! Τον στεναχωρήσανε ακόμη, γιατί λέει του είπαν ότι δεν ήταν σίγουρο αν θα πέρναγε από τον έλεγχο ένα ακριβό μηχάνημα που είχε στις χειραποσκευές του, και το οποίο τελικά πέρασε, νομίζω με τη παρέμβαση του προϊσταμένου αστυνομικού. Άαα. Προηγουμένως, όπως γράφει, είχε διαπληκτισμό με τα όργανα (τρία) της τάξεως για το πού θα έβαζε τις χειραποσκευές του μέχρι να περάσουν για έλεγχο. Και υπέθεσε ότι γι’ αυτό του φερθήκανε τόσο... απαίσια, αργότερα. Και το διαβάζω τώρα εγώ ο τρίτος ο λιπόψυχος, και χάνω τον ύπνο μου σκεφτόμενος τα φριχτά αυτά βασανιστήρια που πέρασε ο άτυχος, και μάλιστα συχνός ταξιδιώτης. Ξέρεις τι θα πει να βγάλεις τη ζώνη σου;!

Συγγνώμη κύριε, μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Και καταφεύγετε για καταγγελίες στις εφημερίδες; Μπορείτε να φανταστείτε τι θα γινότανε στα αεροδρόμια, και όλους τους δημόσιους χώρους, αν όλοι είχαμε την ίδια νοοτροπία; Χάος, πεδίο μάχης.

Δε λέω πως όλοι οι αστυνομικοί και οι αρμόδιοι για την τάξη και ασφάλειά μας είναι τέλειοι, αλλά κατά κανόνα είναι ευγενικοί και φροντίζουν να κάνουν τη δουλειά τους, που είναι η δική μας προστασία. Και, φυσικά, προέχει η ασφάλεια των επιβατών. Αμ, για τον άλλο διαξιφισμό; Δηλαδή αν βάλω τη τσάντα μου κάπου που με βολεύει και μου κάνει παρατήρηση ο αστυνομικός, θα του βγάλω καβγά; Ή θα του πετάξω το γάντι; Όχι βέβαια. Απλά θα την ακουμπήσω παραπέρα σαν όλους τους άλλους, γιατί όλοι είμαστε ίσοι, και θα αποφύγω γκρίνιες, και φθορά, πρώτα της δικής μου υγείας. Και άδικο να έχει, αξίζει να χαλάσω χωρίς σοβαρό λόγο τη ζαχαρένια μου;

Συμπίπτει να ταξιδεύω συχνά, ίσως περισσότερο από τον περί ου ο λόγος, αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Αλλού ζητάνε ν’ ανοίξω το κομπιούτερ μου, κι αλλού όχι. Αλλού να βγάλω τη ζώνη μου, κι αλλού όχι. Πολλές φορές μού συνέβηκε, σε μακρινά κυρίως ταξίδια, να μου ζητήσουν να βγάλω τα παπούτσια ή να μου έχουν αδειάσει στο τραπέζι τις τσάντες μου, ένα σωρό τέτοια, που με… ταλαιπωρούν;

- Χαίρομαι, και θέλω, να κάνετε σωστό έλεγχο, είναι η απάντησή μου, και ένα ευχαριστώ, γιατί προστατεύουν τη δική μου τη ζωή. Δε νομίζω πως είναι κι αυτοί ιδιαίτερα χαρούμενοι από την άχαρη δουλειά που κάνουν, και μάλιστα τους πληρώνουμε εμείς με την ανάλογη επιβάρυνση του εισιτηρίου μας.

Ξέρετε γιατί μου βγάλανε τα παπούτσια; Γιατί είχαν στις μύτες μεταλλική επένδυση. Θα μπορούσε να ήταν κάτι άλλο. Την κόρη μου την πήρανε ιδιαιτέρως δυο κοπελιές μια δόση, και τη γδύσανε. Αγανάκτησε, μα, δε μίλησε. Ίσως έμοιαζε με κάποια ύποπτη. Ξέρω γω; Τη δουλειά τους κάνουν οι άνθρωποι και μακάρι να την κάνουνε σωστά. Αλλιώς…

Κι όλ’ αυτά γιατί, ρε παιδιά; Καλά δεν ήμασταν παλιά με την ελευτερία μας, την ανεμελιά μας, τα σέα μας και τα μέα μας, και την πόρτα του πιλότου ανοιχτή να χαζεύουμε τα χιλιάδες κουμπιά και φωτάκια που αναβοσβήνανε στα ταμπλό; Τώρα, ούτε καν κουταλάκι ή μαχαιράκι μεταλλικό δεν μας δίνουν να φχαριστηθούμε το πολλάκις άνοστο φαγητό του επίγειου, ιπτάμενου σεφ. Αλήθεια. Προίκισα όλα τα ανίψια μου με κουταλάκια, πιρουνάκια, μαχαιράκια, από λογιώ-λογιώ αεροπορικές εταιρείες που έπαιρνα, πάντα με την άδεια της αεροσυνοδού! Τώρα, πάνε αυτά τα μεγαλεία! Ας όψεται ο Μπιν Λάντεν κι όλοι οι προ και μετά αυτού.

Με χιούμορ, φίλε μου, τα προβλήματα αμβλύνονται, κι η ζωή είναι πιο όμορφη. Ε, καλά. Έβγαλες τώρα εσύ τη ζώνη. Και τι έγινε; Σκέψου να σου λέγανε να βγάλεις το παντελόνι! Και να ’ναι και κοπελιά, κι όμορφη, και σκερτσόζα, το όργανον της τάξεως! Ρεζίλι θα γινότανε το έτερον όργανον.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.gr

 

Παρασκευή, 06 Οκτωβρίου 2017 20:08

Αφόρητη η μοναξιά κι ο πόνος

Παλικάρι ο Μιχαλιός, κοπελιά π’ άστραφτε η Λενιώ του, κι η μέρα λίγες είχε ώρες για να προκάνουνε δουλειές και τρεχάματα να τα φέρνουνε βόλτα. Και το φαγητό, μετρημένο. Από το στόμα τους βγάνανε τη μπουκιά να τη δώκουνε στα πέντε κοπέλια που είχανε φέρει σε τούτονε τον κόσμο.

Λιγοστά τα γράμματά τους κι οι περιουσίες σχεδόν ανύπαρκτες, μα η αγάπη συναμετάξυ τους άρρηκτη, η πίστη τους στο Θεό ακλόνητη, το κέφι για ζωή αμείωτο κι η λαχτάρα για προσφορά απλόχερη, τους γιόμιζαν δύναμη, κουράγιο κι ύπνο ήσυχο τις λιγοστές ώρες που ξεπερισσεύανε να μείνουνε στο σκληρό κρεβάτι, κειμήλιο ιερό απ’ τους γονιούς της κι αυτό.

Δεν είχε σίγουρη δουλειά ο Μιχαλιός, μα δουλευτής προκομμένος και τίμιος ήτανε, με χαμόγελο και ιδρώτα έβγαζε το ψωμί του, γυρεύανε εργάτη ή τεχνίτη, πάγαινε και ποτέ δεν έμενε χωρίς μεροκάματο. Σκάλες να καθαρίζει αυτή δεν λειβότανε τίποτα των κοπελιώνε, καταφέρανε, καλοαναθρεμμένα κι εφτάγερα να τα μεγαλώσουνε, να τα σπουδάξουνε και να τα δώκουνε στην κοινωνία.

Την αγάπη και το νιάξιμο για το διπλανό, τα είχανε φυτέψει απ’ αρχής στο τρυφερό μυαλουδάκι τους, ώσπου μεγαλώσανε, ανοίξανε τα φτερά τους, φτεροκοπήσανε, χτίσανε τις φωλιές τους, τιμήσανε το όνομά τους, καταφέρανε να σάξουνε το δικό τους κόσμο.

Καλά τα πηγαίνανε, μα πε οι συνθήκες ζωής, μπορεί η αλλιώτικη ματιά που ρίχνανε γύρω, η αδικία που βασιλεύει και τα προβλήματα στο διάβα τους, δυσκολευτήκανε, και δρόμο αλλιώτικο πήρανε. Όχι ναρκωτικά και ξενύχτια, μα περίσσια αγάπη για τον εαυτό τους είχανε κι αδιαφορία για τους άλλους.

Και το παράπονο της μάνας, σαράκι να τη φάει, που δεν άρεσε στα δυο κοπέλια και τις τρεις κοπελιές της να κοιτάνε και το διπλανό τους. Όλα για το στομάχι και το πορτοφόλι τους. Να αρρώσταινε ο γείτονας, να ζητιάνευε, δεκάρα δε δίνανε. Κι ας τους περισσεύανε.

Μα με τον καιρό ούτε στους γονιούς των δε δείχνανε συμπόνια κι αναγνώριση των όσων είχανε πράξει για να τους οδηγήσουν ως το μονοπάτι το δύσβατο που με την ευκή τους και τη μονιασμένη δουλειά ολωνών, τη σκληρή, ασφαλτοστρώθηκε.

Γέρασε η γιαγιά πια, η Λενιώ, μα άτυχη, χτυπήθηκε από αρρώστια κακιά, έφυγε απ’ τη ζωή κι αφήκε σαν την καλαμιά στον κάμπο το Μιχαλιό της που κι αυτός με προβλήματα υγείας απόμεινε με την καρδιά να δουλεύει και την ανάσα του βαριά που τον κρατάγανε ζωντανό στο σπιτάκι που είχε καταφέρει να κρατήσει για τα στερνά του και πάσκιζε να γιατρεύει τον πόνο του.

Παράπονο μεγάλο δεν είχε από τα παιδιά του, αποφάσισε, όταν του το είπανε, να τους το δώσει με πλήρη κυριότητα, κι ας τον απέτρεπε ο γνωστός του συμβολαιογράφος.

-Τα παιδιά μου με αγαπάνε και με το παραπάνω, μην πληρώνουν άμα έρθει η ώρα μου και κληρονομιές, έλεγε.

Κι αστροπελέκι έπεσε, σαν ήρθε ο πρωτογιός του μετά ένα μήνα κι είπε του, ορθά κοφτά και χωρίς πόνεση καμιά.

-Γέρο, ξέρεις, αρωστάρεις είσαι, φροντίδα χρειάζεσαι, δουλειές πολλές, δε προλαβαίνουμε, αποφασίσαμε με τους άλλους να σε πάμε στο γηροκομείο που θα σε προσέχουν.

-Παιδάκι μου τι να σας πω. Έχω τα γεράματά μου, θέλω όμως να σας βλέπω, να παίρνω κουράγιο από σας να παραμένω στη ζωή. Όση μου χρωστάει ο Θεός.

-Το σκεφτήκαμε καλά, το αποφασίσαμε. Δε μπορούμε να αλλάξουμε. Μα θα ερχόμαστε να σε βλέπουμε.

Και ξημέρωσε μαύρη μέρα, σαν τον πήρανε και τον παραδώσανε στο γηροκομείο. Όσο κι αν ήτανε καλό. Ο πόνος από τις πληγές αφόρητος. Του σώματος μα πιο πολύ της ψυχής του οι πληγές. Δυσκολευότανε να το δεχτεί, όσο κι αν τον φροντίζανε στο γηροκομείο, πως θα βλέπει τόσο σπάνια τα παιδιά του τα μοσχαναθρεμμένα και τα εγγόνια του. Και μαράζωνε, κλεισμένος στον εαυτό του. Χαμένοι οι κόποι του... Μουχλιάσανε τα όνειρά του.

-Δεν έχω παράπονο από το ίδρυμα, αλλά, αραχνιάσανε, σβήσανε όλα για μένα.

Ετούτα πάνω κάτω έλεγε κι ο γεροντής σαν τον ρωτήσαμε στο εξαίρετο ίδρυμα, το Αννουσάκειο, όπου κάμποσοι εθελοντές πηγαίνουμε να σπάσουμε τη μοναξιά τους, να τους δείξουμε πως η ζωή συνεχίζεται.

Η αμοιβή μας; Το αμυδρό χαμόγελο των πονεμένων αυτών σκαπανέων της ζωής και τα θολά τους μάτια.

Δοκίμασέ το άνθρωπέ μου. Θα δεις.

Είναι να το νιώθεις.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.gr

 

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 19:22

Δεβαριεστισμός - Συγκαλύψεις - Συνπαρανομίες

Φίσκα σπουδαστές το πούλμαν, ο Θωμάς ο αχτύπητος ο οδηγάρας στο βολάν, κι η αφεντιά μου, ο πολύ αυστηρός μέσα στην τάξη, ο χίμα στο μη εκπαιδευτικό κομμάτι των εκδρομών, ο τελειομανής διευθυντής του ΤΕΙ, να εισπράττω την αμοιβή μου ομόφωνα και συνθηματικά:

- Ένας είναι ο αρχηγός!! Ο Γιωργάκης ο καλός!!

Ανηφορίζαμε, που λέτε, εκεί, Άλπεις μεριά, να φτάξουμε Βιέννη. Από Μιλάνο ερχόμασταν. Κουρασμένοι, ταλαιπωρημένοι και βιαστικοί να προκάνουμε ανοιχτά το Πανεπιστήμιο για την προγραμματισμένη ενημέρωση. Μα έλα ντε που μπροστά μας, ένας φλεγματικός μεσήλιξ Αυστριακός, με τα κουτσούβελά του στη BMWάρα του μέσα, πήγαινε σημειωτόν;.

Μπιιιμπ, μπιιιμπ ο δικός μας, τίποτα αυτός. Θερμόαιμοι γαρ εμείς, και Μεσογειακοί, και Έλληνες, και εικοσπεντάρηδες κατά μέσον όρο, τουτέστιν να χοχλακάει το αίμα, αφήκα τα γκέμνια χαλαρά, χτυπάει ένα σπέσιαλ γκάζωμα ο Θωμάς, στροφή ξεστροφή, προσπέρασε ελαφρώς ή άκρως επικίνδυνα και παράνομα, μπήκαμε στην ισιάδα και, τέρμα τα γκάζια, εν μέσω χειροκροτημάτων για τον οδηγάρα μας και, που θα προφταίναμε το ραντεβού μας.

Αμ δεε…

Στην επόμενη στροφή, παγώσαμε στο άκουσμα της αστυνομικής σειρήνας και στη θέα του περιπολικού και των πολιτσμάνων που, ειδοποιημένοι ως μάθαμε από τον προπορευόμενο φλεγματικό μεν, φιλόπατρι και νομοταγή δε, Αυστριακό, (όχι-όχι, δεν είχε τότε, 1977, κάμερες στους δρόμους), μας σταματήσανε, κι ακόμα μας ανακρίνουν. Και επί τόπου, καταβάλαμε για πρόστιμο, όλο μας το χαρτζιλίκι!. Θα παίρνανε και το δίπλωμα του Θωμά, αλλά, με λυπηθήκανε που δεν μπορούσα να ταΐζω και να κοιμίζω τόσους μαντραχαλαίους σε ξένο τόπο, μας το χαρίσανε.

Σε όλη τη μετέπειτα διαδρομή όμως, και στα επόμενα ταξίδια, ήμασταν «κυρίες».

Κι αναρωτιέμαι: Είναι ρε παιδιά καλό ή κακό αυτό που μας έμαθε η γιαγιά μας, να μη γίνουμε Ιούδες και Ισκαριώτες, και να μη προδίνουμε;

Σίγουρα δεν είναι σωστό για μικροπράγματα να κάνουμε καταγγελίες, και, προς θεού, όχι τις αποκαλούμενες ρουφιανιές. Δε λέω να σηκώνουμε το χέρι και να μαρτυράμε το συμμαθητή μας ή το συνάνθρωπό μας για ψύλλου πήδημα, αλλά, θαρρώ, χρειάζονται μερικά όρια.

Ο διπλανός μας παρανομεί εις βάρος του συνόλου, εις βάρος της πατρίδας μας, κι εμείς τον βλέπουμε κι αγανακτούμε κι ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μας και αρκούμαστε στο «δε βαριέσαι» ή, στο καταστρεπτικότατο, «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα»;

Μα ναι. Ο καθ’ ένας από μας, μπορεί και πρέπει να ξετρυπώσει κι ένα κακό, μικρό ή μεγάλο φιδάκι. Για να συμμορφωθεί ή να εξαφανιστεί.

Όχι από κακία, ούτε από μίσος, αλλά από αγάπη για το σύνολο και τον ίδιο τον παρανομούντα, αφού και δικό του συμφέρον είναι, να έχουμε μια Ελλαδούλα νοικοκυρεμένη και με Έλληνες που να σέβονται -Αμήν και πότε!- εμάς όλους, και να αγαπάνε τα παιδιά όλων μας.

Στο κάτω-κάτω, αν βλέπουμε την παρανομία και δεν την καταγγέλλουμε, τη συγκαλύπτουμε και θαρρώ συνπαρανομούμε. Κάτι δηλαδή σαν τους κλεπταποδόχους.

Θα μου πείτε, κι αν κάνουμε μια καταγγελία, θα σάξει τίποτα; Ναι. Έχετε δίκιο. Συνηθίζεται, οι νόμοι στον τόπο μας να υπάρχουν, και να ‘ναι και καλοί, μα τους έχουνε για τις βιβλιοθήκες. Δεν εφαρμόζονται. Μεγάλο τούτο το κακό ρε παιδιά!

Το ξανάπαμε: ένα νόμο χρειαζόμαστε, να εφαρμόζονται οι νόμοι.

Κι αν λάχει καμιά φορά να μπει σε λειτουργία κάποιος απ’ αυτούς τους αδρανείς νόμους κι επιβληθεί κανένα πρόστιμο, τσουχτερό ή μη, έε, κάποιος πολιτικάντης θα βρεθεί να σβήσει την κλήση, προς μεγάλη ευχαρίστηση του παραβάτη, κι απογοήτευση του σπάνιου είδους της εποχής μας που λέγεται «νομοταγής πολίτης».

Και βέβαια αυτό θα γίνει παράδειγμα προς μίμησην, και διδαχή για τον αδιάφορο κι ασυνείδητο συμπολίτη μας. (Γιατί να μην κάνω κι εγώ το ίδιο;).

Συνήθως κάτι φουκαράδες κι οι ανένταχτοι στα κόμματα, πληρώνουν τη νύφη.

Ααα. Είναι κι αυτοί που δεν κάνουν καταγγελία, γιατί έχουν ή σκοπεύουν να έχουν κι αυτοί χεσμ… τη φωλιά τους.

Ή μήπως θαρρείς πως το μελάνι που ξόδεψα και τον ύπνο που έχασα να γράψω ετούτες τις αράδες, θα πιάσουνε τόπο;

Όχι.

Μπορεί και να με κοροϊδεύουν μερικοί κι άλλοι να γελάνε. Δεν πειράζει.

Έστω και ένας να με πιστέψει, να με πάρει στα σοβαρά, παράπονο δεν έχω.

Το κέρδος μου, μεγάλο.

Γι’ αυτό, κι ευχαριστώ σας.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

Σελίδα 1 από 2
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top