FOLLOW US
Γιώργος Καμβυσέλλης

Γιώργος Καμβυσέλλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019 16:39

Π’ έφνα βρε βόδ! (ή του καλουσόρσμα)

H Μυτιλήν μας είνει ένα τρανό χουργιό, τσ’ όμουρφου, τσι πουλύ του απουθύμσα που ‘χα κουσουχτώ στρουτζλά τς ουλόκληρα χρουνέλια να ρθου έφτου, να του ξιλαχταρήξου τσι να φλίσου του χουματέλι τς του αγιασμένου, ν’ ανισκθώ.

Μή κακουβάλτει για κι αφιντιά μ’, μη πα τσι μι ξιλουγιάσαν οι παστριτσές μεσ’ τσ’ Αθήνας τα ρουπάτσια, τσι απαρνήθκα κι η θειά μ’ κι Αμειρσούδα μι τα βρατσιά τα τρία τα όμουρφα, τσινούργια τσι μιγάλα-μιγάλα, μέχρι να βγάλ του ένα τα δυό τα κατουρεί. Άϊ βρε, πού να βρω σ τς οι προυτιβουσιάνεις βρατσί: Ριμνώ, λουγιάζου, κίπουτα. Μού ‘παν για έφτο του, τι λουγιά του λεν βρε μουρέλια μ’; …τάνγκα δε του λέν; Έϊδετς όμους που ‘μει κουματέλ ζαβακλής, α πα να του πιάσου, α μπιρδιφτώ, μπουρεί τσι να του πειράσου για σβιντόνα, α πάγου για κουτσίφ(ια)…

Γι’ αυτό, λέγου πράμα απ’ του τόπους, κι ας ειν’ τσι μπαλουμένου. Πήγα στου χουριό μ’ τα Τιλώνια, είπα του καμό μ’, ήμνταν τσι κουματέλ αβτζής δε μι πστέφκαν, μού ‘παν, σα δε πδήκ’ς τουν Ησαΐα, δεν έχ’ η νύχτα μιγαλεία, τι να κάνου; Τουν πήδξα, έβαλα κι κουλούρα, μ’ κι η δώκαν. Του Φιφέλ{ι}. Ένα κουρτσέλ{ι}!! να του πιεις μες του πουκήρ.. Καλή πρεπ’ να ‘νει, γιατί σαράντα τρία χρόνια μη παλαίβγ, τσι δε λεγ να μι σκείλ’ π’ έφτου π’ ούρθα. Για, πουλύ καλή είνει, για, θελ ν’ αγιάσ(ει).

Ήθιλα η κατσπουδγιάρς να κάθουμει έφτου, να σουλατσάρου, τσήπους τσι μακρύ γυαλός, τς Μυτιλήνς μας γι αφαλός, αμ, παράδεις εν είχα, δλιά εν είχα, γίνκα τσι γω, σύντεκνος επα έ, μ’ δώκαν δλιά τσι παράδες∙ λιγ{οι} ήνταν, αλλά πουρεύουμ’∙ δε μ’ δίναν όμους άδεια! γιοκ πατρίδα. Κάναμει τσι δυό μπασταρδέλια, κνίστα -κνίστα κουματέλ σα βαρκούλα σα καϊκέλ, άϊντι να μεγαλώσουν να βγούν π του λαγκόν μας, τρώγαμει απ’ αλάργα τς’ σαρδιλούδεις τσι τα χτένια τς’ Καλλουνής. Μας έστειρνει τς η Μάρκους κανένα κασκαβάλ, του ρίχναμει μες του λάδ, ξιχμουνιάζαμει. Πέρνα η τσιρός, λέγαμει, άϊ τ χρόν του καλουτσέρ θα κουλμπούμει ‘πκιάλ’ μπάντα τ’ αφαλού, στα τσαμάκια.

«Άλλαι αι βουλαί ανθρώπων» όμους, Μάης τσι φουσκουδιντριές, πειτάξαμει του στειρνουβύζ, αϊντι πάλιιι, γω του κνώ τσι τσίνου σκούζ, κόντηψα α του σκάσου σα καρπούζ. Φτου τσι πκι αρχή.

Μαθαίναμει πτα τέλια, πως πια σκη Μυτιλνούλα μας, αρχόγκ τσι φουκαράδεις, δε ζουν πια ακρυφά πτου Θγιό, τσι μ’ λέγαν τσι γι αθρώπ’ τσι μεις πιο καλά πειρνούμει. Ζλεύγαμει πούχειτει τς’ έφτου ξιβράκουτεις τουρίστριεις, αμ, κεί λουγιά μαθέ να ρθούμει; Θμήθκαμει που τς η μπάρμπας ειμ η Νκόλας έχασει δυό καακνιά, λέμει, μες τσοι γυμνίστριγεις ‘φτός θα λιώνταν τσι θα τα γύριβγει, τς άλλους, έφκη η νσκιά π’ δεν είχει να βάλ(ει) ένα παντιλόν τς προυκουπής, έφκη η πουνηρή θα τα μαγείρηβγει∙ είπαμει, άϊ, να κόψουμει του βραδυνόοο, α κάνουμει κουμπόδειμα, ήνταν ξιπηταμένου τσι του μκρέλ{ι) του μουρέλ, α πάμει, μπά τσει προλάβουμει να γλύψουμει τσι μεις κανένα κουκαλέλ(ι).

Μη χασουμηρούμει μες τσι δρόμ, τίμιλι η άδεια πέντι μέρεις, λέμει α πάρουμει τα γλήγουρα που τρέχουν σα του μουρέλι μ του Κιντέρ, τσι φτσή μ’ νά ‘χ(ει), ας έκανει τσι κι η κατσπουδιάτ, σα π’ λέν.

Έξυπν γναίκα η ‘θτσά μ’, πήρει τηλέφουνα, δλέψαν φάξια μάξια,

―Θα ΄ν είνει λέγ τ’ αυτουκίνητου, μεσ’ του μπουτζακέλ(ι), καρσί στου Βαπόρ..

Ρίξαμει ντουμπλιδιά, του πουρνό είμηστει Χανιά, δυό ώρεις μιτά τα μισάνχτα σκ Μυτιλήν. Μ’ θύμσει τουν ουκνό, που απ του καναπέ, έκανει ένα ντούμ, κάτσει σκ καρέγλα, τσι είπει: «Σα του πλελ είνει γι άθρουπους. Πότει ήμνταν στου καναπέ, τσι πότει ήρθα σκ καρέγλα!!.»

Ήβγαμει π’ λέγς σκ προυκυμαία, αλλαγμέν μ’ φάντσει ύστηρ’ απ’ κουσουχτώ χρουνέλια, ηύραμει του αυτουκινητέλ μας, μι τα κλειδιά κάτου απ’ του χραμέλ, είμπαμει μέσα, τζέγκσα, λαλήσαμει.

Ούλ’ οι δρόμ αλαγμέν, τς οι καφινέδεις οι πιο πουλοί σφαλτοί, πού να πάμει τώρα;

Στου Γαββαθά μπάντειχει η κουνιαδούλα μ’, η Παναγιουτίτσα μι τ’ όνουμα, μι του δίσκου έτοιμου, τσι τα γιαπρακέλια ν’ αχνίζουν. Αλήθεια έχειτει φα σουτζουκέλια τσ’ Παναγιουτίτσας; Οχ(ι); χάνιτει... Απ’ του Γαβαθά, σκ Μυτιλήν μυρίζαν.

Πάτουμ γκάζ να λαλείσ’ γλήγουρα του ντπανιάρκου του φιατέλ(ι), αυτό σα τ’ χειλώνα. Μπηρδεύκα τσι κουματέλ, ούλα αλλαμένα είπαμει, τσι βράδ’ τσι νυσταγμέν τσι πνασμέν, έφταξα καμιά φουρά έφτου σκη Νουμαρχία. Ουλόϊδια ήνταν∙ σα π’ κι άφσα.

Έ νει καλόβλειπα πκη νύστα, έφτου στου τρίγουνέλ, ξέρς εισύ, είνει ένα δρουμέλ καμιά εικουσαριά μέτρα, που ‘νει τσι μουνόδρουμους.,

Κουντά τρεις μιτά τα μισάνχτα, οι δρόμ καλά-καλά αδειανοί. Χουρίς να του πουλυσκηφτώ π’ λέγς, είμπα ανάπουδα στου ντπανιάρκου του δρουμέλ, να κόψου δρόμου. Γκιουστιρμέ.

Ούλ(οι) τσμούνταν. Ψχή δε φαίνηνταν. Η τρισκατάρατους όμους έβαλει κι ουρά τ’ τσι φάνκει καρσί ένα παλκαρέλ(ι), καμιά κουσαργιά χρουνώ νά ‘ρχητει μι του πάτ-πάτ, θαρρώ Σούνταπ κατουχρουνίτκου ήνταν τσι η ηξάτμης σπασμέν. Σα νει κόντιψει, μη πέρασει για τουρίστα φαίνητει, άπλουσει του ζιρβό τ του χέρ, μού ‘δ(ει)ξει του σουστό δρόμου τσι μ’ φώναξει δυνατά, σι άπτηστα Μυτιληνιά:

―Π’ έφνα βρε βοδ..!!

Δικαπέντι χρουνέλια πειράσαν, τσι κόμα θμούμει τσι γειλώ μι του καλουσόρσμα που μ’ όκανει ύστηρα απ’εικουσουχτώ χρόνια ξηνιτιά.

 

 

 

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019 12:59

Τση Φερνάντας τα καμώματα

Ήτανε η αρχή στο μήνυμα, που μια ώρα πριν τα μεσάνυχτα, κουρασμένος και παγωμένος, με μόναχα πανταλόνι και παντόφλες να έχω πετάξει μην κολλάνε απάνω μου με τον παγωμένο αγέρα και τους 7 βαθμούς Κελσίου μια και φέτος κρύο, βροχές, χαλάζι κι αψηλά τα χιόνια δε λένε να σταματήσουνε, ήτανε, λέω, οι πρώτες λέξεις στο μήνυμα που θα έστελνα στη δευτεροκόρη μου την Μάχη, πέρα στο Μαϊάμι. Και συνέχισα.

«Πάω όσο έφεγγε να κλείσω τις κοκόνες, έλειπε η κοπελιά. Έ, λέω, βόλτες κόβει ακόμα, θα τις κλείσω αργότερα. Τέλειωσα το περπάτημα μιας ώρας που μου έγραψε ο γιατρός στην μη φαρμακευτική αγωγή μου, πάω, έλειπε. Αμάν. Παίρνω φακό, κοιτάω προσεχτικά, όλος ο πληθυσμός κοιμόταν, αυτή πουθενά. Δυο φορές αμάν, αμάν. Τι γίνεται τώρα; Η Φωτεινή, ιδέα δεν είχε. Δεν της είπα μην στεναχωρεθεί κι ανέβει η κρεατινίνη(!) της. Παίρνω σβάρνα ψάχνοντας κάτω από τα δέντρα, σε κάθε γωνιά, έξι στρέμματα χωράφι, πουθενά. Και να ψιλοβρέχει. Φερνάντααα!! Φερνάνταααααα… φώναζα σαν τον κουζουλό, τίποτα».

Φώναζα χωρίς να ξέρω αν καταλαβαίνει Ελληνικά κι αν αναγνωρίζει το όνομα που της είχε δώσει με γιορτές και φαγοπότι τρικούβερτο πάλι η στερνιά η θυγατέρα μου η Μάχη το καλοκαίρι σαν είχε έρθει με τον άντρα της και κάθισε 2-3 μήνες. Έχει κι αυτή την καλή της την τρέλα. Αγαπάει τρομερά τους ανθρώπους και τα ζώα. Να ‘χει την ευκή μου.

«Φαίνεται», συνέχισα στο μήνυμα, «δεν ξέρει το όνομά της αυτή η χαζή σκεφτόμουνα κι αποφάσισα να γυρίσω άπραγος στο σπίτι μην αρπάξω και καμιά πούντα νυχτιάτικα. Άξαφνα, ακούω την άλλη κοπέλα την Κύρα στην άκρη του χωραφιού, προς Μπαλαδόγιαννη μεριά, να γαυγίζει. Άα, λέω, την ανακάλυψε ο Κρητικός Ιχνηλάτης μας. Τρέχω νυχτιάτικα, στα σκοτεινά, βλέπω προσεχτικά, τι να δω. Είχε βγάλει σκαντζόχοιρο και με φώναζε να τον πάω έξω από το κτήμα μην καταστρέψει τα λαχανίδια μας Φτου. Και νόμιζα πως ήταν η Φερνάντα! Τι να κάνω, πάω παίρνω τη μεγάλη λαβίδα από την ψησταριά, τον πιάνω, κι έξω από τα προστατευόμενα σύνορά μας. Πάει αυτός.

Ο νους μου, πίσω, στην κοπελιά. Λέω, λες; Λες να είναι πάνω στο ικρίωμα με το σκαλωμένο γιασεμί που είχε πάει ένα μεσημέρι και καθόταν να μας βλέπει αφ’ υψηλού; Ρίχνω το φακό ψηλά, και, νάτηνε η ανήθικη, η βρώμα η ιπτάμενη».

Γιατί ξέχασα να σας πω, το γλέντι και το φαγοπότι είχε γίνει για να «βαφτίσουμε» Φερνάντα, την όμορφη πάπια που αποκτήσαμε προ έτους.

«Μάχη, ηρέμησα που τη βρήκα, γέλασα, το φχαριστήθηκα, έμαθε κι η μαμά σου τα συμβάντα της νυκτός, δεν αγχώθηκε αποφασίσαμε ομόφωνα να την αφήσουμε εκεί ψηλά να διανυκτερεύσει σαν κοκότα του δρόμου. Πάει κι αυτό.

Είναι από τις ομορφιές του Σφηναριού. Σταματώ γιατί φωνάζει η Φωτεινή: Γιώργοοο, η τραχανόσουπα! θα κρυώσει. Τι γράφεις πάλι.

Αχ! τι τραβώ ο παντέρμος!

Αυτά και σας φιλώ.»

 

 

Αμ, δεεε. Άλλο μήνυμα, το ίδιο βράδυ. Αργά.

«Και που λες, κόρη μου, πριν λίγο, μια ώρα περασμένα μεσάνυχτα, αέρας!! βροχήηη! χαλασμός Κυρίου και να γράφω το άρθρο της εβδομάδας. Και ο νους μου αυτόματα φτερούγισε στην κοπελιά, όξω. Τι να κάνει η κακομοίρα με τέτοια κακοκαιρία. Έβαλα παντελόνι άλλο, μπουφάν του θείου μας, Θεός συχωρέσ' τον, πήρα ομπρέλα, πώς να ανοίξει με τέτοιον αγέρα, μα μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα, βγαίνω με το φακό μες το νυχτοβρόχι, λέω, δε βλέπει η πάπια νύχτα, θα την πάρω αγκαλιά. Η Μάχη πώς την παίρνει. Ανεβαίνω στο πεζούλι, άπλωσα τα χέρια, αμ δε. Δεν είμαι Μάχη, φρουστ, δίνει μια, προσγειώθηκε είκοσι μέτρα παρέκει στις ελιές από κάτω. Ωχ, λέω, θα τη βουτήξει καμιά ζουρίδα και τότε θα κηρυχθεί εθνικό πένθος σε Μαϊάμι και Σφηνάρι. Δεε. Πάρε φόρα μπάρμπα Γιώργο, ο βρεμένος τη βροχή δεν τη φοβάται, όρμα (όχι, λέων). Πάω, που λέτε, να την πιάσω, αδύνατο. Και να βρέχει! Κι η Φωτεινή να βλέπει όνειρα και να χαμογελάει, ίσως για τα πάθια μου. Δεν πιάνεται νύχτα με τη βροχή με μισάνοιχτη ομπρέλα και με φακό στο χέρι του διώκτη, μια πάπια. Δεν είναι κι ολότελα πάπια;

Οπότε την καθοδήγησα, μπήκε στο εξωτερικό κοτέτσι. Πάω να την βάλω μέσα να ασφαλίσω την πόρτα, την ώρα που έβγαζα τη γνωστή πέτρα την ενέχουσα θέση κλειδαριάς ασφαλείας για κότες, τσάαακ σβήνει ο φακός από μπαταρίες, γιατί τρεμόπαιζε τελευταία. Φτουου σου Ανδρέα! Τώρα; Κλείνω όπως-όπως την εξωτερική πόρτα στα σκοτεινά και με το φως της κολόνας, πίσω, και να στάζω. Πήγα σπίτι, σαν …πάπια, έβγαλα παντόφλες λασπωμένες βρεμένες, μπουφάν να στάζει, με τεράστια προσοχή, πάω στο κομοδίνο μου, παίρνω τον άλλο, τον καλό φακό. Κι η Φωτεινή, ρουχάλιζε. Τυχερή!! Ξανά όξω με λιγότερη βροχή, αλλά ήδη βρεμένος, και, στο κοτέτσι. Σαν καλή κι ηθική κοπελιά τώρα η Φερνάντα, η πάπια, μπήκε μέσα, πήρε τη θέση της δίπλα στις άλλες αναίσθητες κοκόνες που ουδεμία σημασία δώσανε στην πάπια ή τουλάχιστον σε μένα το προστάτη τους.

Αυτά, λοιπόν, συμβαίνουν μέρα νύχτα στο όμορφο υποστατικό μας.

Ωραία δεν είναι, αλήθεια, η ζωή; Όπως το πάρεις το κάθε πράμα.

Καιρός όμως, 2:34 πμ, πάω για ύπνο, όπως κάνει κάθε γνωστικός. Αύριο πρωί τελειώνω το άρθρο.

Φιλάκια. Κέφια είχα σήμερα έ;»

 

Έτσι φίλοι αναγνώστες, μοιράστηκα μαζί σας μια από τις ακραίες, μα όχι ασυνήθιστες περικοκλάδες της ζωής μας, όπως ακριβώς τα έγραψα στη θυγατέρα μου τη Μάχη, λάτρισσα του Σφηναρίου. Αυτή κι αν είναι ζωόφιλος! Ήτανε ικανή να έρθει από Μαϊάμι να προστατέψει τη φιλιώτσα της, τη Φερνάντα, την πάπια.

Κι αν δε με πιστεύετε σας λέω πως, πέρυσι, δυο μέρες σταμάτησε την εντατική δουλειά της προκειμένου να σώσει ένα σκυλάκι που είχε δραπετεύσει σαν τη Φερνάντα, καλή ώρα, και περιφερόταν στους πολυσύχναστους δρόμους τους Μαϊαμιώτικους με τα χιλιάδες αυτοκίνητα σε έξι λουρίδες να πηγαίνουν δαιμονισμένα.

Να κι η φωτογραφία. Καμαρώστε την. Ήθελε περισσότερη ελευθερία! Γνώρισμα κι αυτό των Σφηναριωτών.

Στον Ταυρωνίτη έδειξε, κοπέλ’ απ’τη Βατούσα,

φίλος καλός ’ποδείχτηκε, της Αιολίδας Μούσα.

Έρευνα έκανε σκληρή εις τη γενέτειρά του,

ιερό μας λέει ήτανε ,τρανή ’ναι η χαρά του.

Κι από καρδιάς του εύχομαι, σε όλα να προσμένει,

επιτυχία να μη παν, οι κόποι του χαμένοι.

 

 

«Είμαι ΑγιαΑναστασίτης κι εγώ», είπε με εμφατική περηφάνια ο Βασίλης, το 2009, Μάιο μήνα, όταν τον ρώτησα αν είχε ιδέα για το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική. Εκεί, το 1939, φευγάτος από το σπίτι του για να μην αναγκαστεί και γίνει παπουτσής, ακολουθώντας το επάγγελμα του αυταρχικού πατέρα του, επαναστάτησε ο θεατράνθρωπος Αλέκος Γαλανός και πήγε να παρακολουθήσει μαθήματα Γυμνασίου. Κι η επανάσταση τούτη είχε αποτέλεσμα, να μη γίνει τσαγκάρης, ούτε φιλόσοφος όπως ο ίδιος έλεγε, αλλά τουλάχιστον να γίνει Γεωπόνος και μετά ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας κι άλλα.

Με είδε παραξενεμένο ο Βασίλης, πρόστεσε.

―Δύσκολα χρόνια Γιώργο. Πού λεφτά για σκολειά. Με στείλανε και μένα, το 1957, οι γονείς μου με τη Μητρόπολη Καλλονής να τελειώσω εκεί το γυμνάσιο. Εκκλησιαστικό γυμνάσιο. Αρκετοί, ακολούθησαν τον ιερατικό κλάδο. Εγώ σπούδασα Θεολογία.

 

Τον είχα πρωτογνωρίσει το 2008. Οκτώβρη, 26.

Πήγαινα με τη γυναίκα μου για λίγες μέρες στο Γαβαθά, τότε που πήραμε το οικόπεδο να χτίσουμε. Ωραία χρόνια. Όταν μπαίναμε στη Βατούσα, κοντεύανε μεσάνυχτα γιατί είχε καθυστέρηση το βραδινό αεροπλάνο από Κρήτη μέσω Αθηνών. Καθώς περνούσαμε από τα Χάνια. με σταμάτησε ο πρωτοξάδερφός μου, κι αυτός Γιώργος Καμβυσέλλης. Του Ιωάννου. Εγώ του Παναγιώτη. «Σβήσε τη μηχανή, λάτε να πιούμε ένα ούζο», είπε, μα έφερα άκεφα τυπική άρνηση κι αυτός επέμενε με την καρδιά του. «Δε γίνεται. Χρόνια έχουμε να ανταμώσουμε.» Ήτανε ό,τι καλλίτερο μπορούσα να περιμένω με τόση κούραση και τέτοια ώρα. Τραβάτε με κι ας κλαίω, που λένε. Ψιλοσκεφτόμουν τάχα, μα κοίταξα την ταλαιπωρημένη γυναίκα μου που δεν τα αρέσει κάτι τέτοια, και με έκπληξή την είδα να χαμογελά ευγενικά. Κατάλαβα. Εκτιμάει τους συγγενείς μου, ποτέ δεν φέρνει αντίρρηση. Και με εγκαρδιότητα γνωστή χαιρέτησε τον ξάδερφο και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου που είχαμε νοικιασμένο. Τον είχα ειδοποιήσει, μας είδε όταν περνούσαμε σημειωτόν, κι είχε κατέβει να μας ξελαχταρίξει από κοντά, να μας προσκαλέσει.

Ανεβήκαμε λίγα σκαλιά, γεμάτα όλα τα τραπεζάκια. Στην αριστερή μεριά, μέσα-μέσα, ήτανε το δικό του. Το τραπέζι γεμάτο μεζέδες και φίλους, ποτηράκια και καραφάκια ούζο veto. Ήτανε το εξοχικό κέντρο του Τρύφωνα.

Το ένα ούζο έφερε δεύτερο, το δεύτερο τρίτο, εξελίχτηκε σε ένα υπέροχο γλέντι. Κάποια στιγμή, μέσα στο σαματά, ακούστηκε χαρούμενη φωνή, φάνηκε ένας πρόσχαρος άντρας σεμνός, γίνηκε σινιάλο, υπάκουσε. Γέμισε μια άδεια καρέκλα· απέναντί μου. Λιγοστά μαλλιά μισοάσπρα, γελαστό τετραγωνισμένο και ρυτιδιασμένο ελαφρά πρόσωπο, με ένα πλατύ χαμόγελο, πρόσχαρος, έτοιμος να σε αγκαλιάσει. Φαινότανε πολυμαθής και δραστήριος. Όταν περπατούσε, το κεφάλι του, γεμάτο σκέψεις φαίνεται, προπορευότανε και τα μάτια του εξερευνούσανε τα πάντα.

―Ο Βασίλης Μαλακέλλης. Συγγενής, Θεολόγος…. Είπε ο ξάδερφός μου ως μου τον σύστηνε.

Δίνοντας το χέρι μου να δείξω πως πράγματι χάρηκα για την καινούργια γνωριμιά, τον άκουσα με έκπληξη να μου λέει φανερά ικανοποιημένος:

―Αα, εσύ είσαι που γράφεις στην εφημερίδα! Διάβαζα το όνομά σου κι έλεγα ποιος να είναι στα Χανιώτικα μέρη. Πού να πάει ο νους μου πως από την Άντισσα Μυτιλήνης γίνηκες Κρητικός.

―Σφηναριώτης. Χανιώτης. Έκανα την επέμβασή μου.

Τότε σου, ανάμεσα σε κάτι ποτηράκια ούζο μου είπε ότι χρόνια πολλά μένει στον Ταυρωνίτη, λίγα χιλιόμετρα δώθε από τα Χανιά. Προς τα δυτικά.

Και να δεις, γινήκαμε καλοί φίλοι. Μια στο σπίτι μας, μια στο σπίτι τους, να μιλάμε, να φιλοσοφούμε, να πειραζόμαστε έντεχνα, να τρώμε τα νόστιμα της Φωτεινής ή της Ρένας, να πίνουμε και κανένα ποτηράκι να ξεδιψάνε νους και καρδιές. Οι καρδιές μας. Που απομείνανε ορθάνοιχτες του καθενούς για τον άλλονε. Κι ο νους μας. Κι αυτός βγήκε απ’ τα στενά σύνορά του, αντάμωσε του αλλουνού, γινήκανε ένα. Λέγαμε ό,τι σκευόμασταν, χωρίς σύνορα, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς παραπανίσιες ευγένειες.

Ώσπου ένα απομεσήμερο μου το έσκασε.

―Βρίσκομαι στο στάδιο της έρευνας. Θα πάω κι άλλες φορές ψηλά στον Κουρατσώνα γιατί εκεί υπάρχει δείγμα ότι πέρασε από το χωριό μας, ο Αχιλλέας. Το αναφέρει κι ο Όμηρος στην Ιλιάδα…

Είπε κι άλλα που τα καταλάβαινα ή όχι, μα όλα μου φαινόντουσαν σπουδαία και πιστευτά. Έβλεπα τη βεβαιότητα της σταράτης κουβέντας του, τα επιχειρήματά του πολλά και πειστικά, με εντυπωσίασε. Παρατηρούσα τον έρωτά του, τη λαχτάρα και το πάθος του για όσα έλεγε που δε γινόταν να μην τον βλέπω, να τον θαυμάζω κι ίσως να τον ζηλεύω αγαπησιάρικα για τις γνώσεις του, το κουράγιο και τη μεθοδικότητά του στην έρευνα. Τότε έμαθα πως εκτός από Θεολογίας είναι και Ιστορικής Αρχαιολογίας πτυχιούχος. Και σιγουρεύτηκα πως το αποτέλεσμα από την έρευνα του, ήτανε αληθινό κι αξιοθαύμαστο.

Και νάτος πριν λίγες μέρες, 22 Δεκεμβρίου 2018, σε τηλεφώνημά του, ενθουσιώδικα, μου είπε:

―Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως είναι πράγματι όπως τα γράφω. Φίλο απ’ τη Βατούσα, ενήμερο του όλου θέματος παρακάλεσα, κι ανέβηκε πρωί-πρωί στο κάστρο στον Κουρατσώνα. Κοίταξε με υπομονή, και πράγματι ο ήλιος βγαίνει κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ακριβώς απ’ το ίδιο σημείο που περίμενα, όπως δηλαδή και τα περασμένα χρόνια, κι όλα τα χρόνια. Είναι όντως το Ιερό Ηλιακής Λατρείας, ηλικίας πάνω από πέντε χιλιάδες χρόνια.

Κι έκλεισε το τηλέφωνο ήσυχος, με την ελπίδα κάτι καλό να προκύψει και με την Αρχαιολογική Υπηρεσία Μυτιλήνης να προτείνουνε μια εκτενή και σε βάθος εξέταση του όλου θέματος. Και περιμένει.

Γιατί αρκετά χρόνια πέρασαν με τον φίλο μου το Βασίλη, να κάνει διασταυρώσεις γνώσεων, πληροφοριών κι επισημάνσεις θέσεων και αρχαιολογικών δεδομένων, μέχρι να το κάνει πράξη, ζηλευτή και σπουδαία. Να δώσει στη δημοσιότητα, και σε ειλικρινή διάλογο, όλα τα ευρήματα και συμπεράσματά του τα αρχαιολογικά και τα ιστορικά. Εξέδωσε ένα λιγοσέλιδο μα πανέμορφο και μεγάλου ειδικού βάρους, κατά τη γνώμη μου, βιβλίο με τον εκτυφλωτικό τίτλο «Ο Θεός Ήλιος».

Και να δεις, όλα ξεκίνησαν από μια τυχαία εξόρμηση με τον κοινό φίλο Βαγγέλη Γδοντέλη στον Κουρατσώνα για να δουν τη θέα κι απομεινάρια από ένα παλιό κάστρο τις πέτρες του οποίου χρησιμοποίησαν οι ντόπιοι για ντουβάρια και στάβλους. Εκεί, λοιπόν, πρόσεξε πολύ περίεργα σημάδια με πανάρχαιες κατασκευές, πήγε το μυαλό του στην προϊστορική εποχή και στην Ιλιάδα που είχε διαβάσει για τον Αχιλλέα πως πέρασε από Λέσβο κι άλλα πολλά. Ακολούθησαν κι άλλες πολλές άοκνες επισκέψεις, και συνδυάζοντας ό,τι έβλεπε με τις αρχαιολογικές κι ιστορικές γνώσεις του και με όσα σχετικά αναφέρει ο Όμηρος, κατέληξε στο εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι εκεί απάνω υπήρχε «Ιερό» όπου και ο Αχιλλέας, ερχόμενος από τα Λάψαρνα της Άντισσας, όπου είχε βγει, έκανε σχετικές ιεροτελεστίες. Κι άλλα πολλά γράφονται περιληπτικά στο βιβλίο του «Ο Θεός Ήλιος» που με ενδιαφέρον το διάβασα.

Σε κάποια συνάντησή μας απόρησα πώς βρέθηκε στη Λέσβο ο Αχιλλέας και προτού ρωτήσω, χαμογέλασε, ίσως για την ημιμάθειά μου, και σαν Κρητικός, είπε δυο μαντινάδες:

Μα ήτανε η Λέσβος μας σύμμαχος με την Τροία

κι οι Αχαιοί κυρίεψαν τη νήσο Μακαρία.

Απόβαση στα Λάψαρνα ο Αχιλλέας κάνει,

στο ιερό του Μάκαρος του Κουρατσώνα φθάνει.

Αλήθεια, με μαντινάδες γράφει στο βιβλίο του τον επίλογο.

Μετά απ’ όλα τούτα, οφείλω να συγχαρώ το φίλο μου Βασίλη Μαλακέλλη και να του ευχηθώ κάθε επιτυχία και υγεία, να συνεχίσει.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018 13:21

Ήτανε Χριστούγεννα

Παραμονές, κι η γιορταστική ατμόσφαιρα θύμιζε πως τούτα τα Χριστούγεννα θα γινόντουσαν όπως τα είχανε φανταστεί, όπως τα λαχταρούσανε χρόνια πολλά τώρα. Από τότε που οι βάρβαροι μπήκανε στο σπιτικό τους κι αρπάξανε το βιός τους μαζί και τον Σταύρακα. Είπανε πως ήτανε κατάσκοπος ή παρτιζάνος, κάτι τέτοιο, που δεν κατάλαβε η μικρή Ανθούλα μηδέ κι η άμοιρη γυναίκα του.

Διαβήκανε είκοσι χρόνια και καμιά είδηση· ούτε ζωντανό, μηδέ πεθαμένο τον βρήκανε. Είπανε πως τον πήγανε στο Άουσβιτς. Στερέψανε τα δάκρυά τους κι ο πόνος τρύπησε το μεδούλι, γίνηκε πληγή αγιάτρευτη. Το χωνέψανε πια, η μάνα πέταξε τα μαύρα κι ανάριεψε τους στεναγμούς. Η Ανθούλα, προικισμένη από τη φύση όμορφη κοπελίτσα, είχε τελέψει το σκολειό, καιρός πια, να βρεθεί ένα καλό παλικάρι, να την αγαπήσει.

Χριστούγεννα ανήμερα είχε πει πως θα ερχότανε. Κι ήταν όλα στην εντέλεια. Στολισμένο το δέντρο, ασπρισμένο μετά από τόσα χρόνια το σπίτι, κι οι κουρτίνες, κι αυτές, εισαγωγής είπανε πως είναι, το καλλίτερο ύφασμα. Το τραπέζι γιορταστικό και πλούσιο φέτος, το κρασί από τότες, πριν φύγει, παλιωμένο χρόνια στο βαρέλι κάτω στο υπόγειο, και τα κεριά στο ασημένιο κηροπήγιο πέντε· κόκκινα. Για πρώτη φορά τούτο το χρώμα. Το καλούσε η περίσταση βλέπεις. Είχανε βάλει κι ένα τραγούδι μοντέρνο στο κασετόφωνο, εκλογή της Ανθούλας, γίνηκε πιο χαρούμενο το σπίτι ολάκερο.

Ορθές κι οι δυο τον περιμένανε, κι οι ματιές τους, πονεμένες ξιφιές, σταυρώνανε μια στη πόρτα, και μια στο τηλέφωνο. Χαλαρώσανε τ’ ακρόνευρα σαν ακούστηκε φρενάρισμα και μηχανής το σταμάτημα. Γιόμισε η κάμαρη ανθούς, γκρεμιστήκανε τοίχοι, ταβάνια, ούλα γινήκανε ένα, μια λιόστρατη απλάδα, με το που προσπέρασε το κατωκάσι. Αψηλός, όμορφος, μαυριδερός, από φτωχιά οικογένεια, στάθηκε άξιος, τον κόσμο όλο γύρισε, και καταστάλαξε στη πατρίδα των γονιών του, εδώ στην Αθήνα, καλοπληρωμένο στέλεχος μιας κομπανίας που σάζει δρόμους. Γλυκομίλητος, έδειχνε πως αγαπούσε παθολογικά την Ανθούλα· και τη μάνα της. Τη κυρά Γιασεμή.

Κάτσανε στο τραπέζι, είπανε τα γιορτινά και τα πρεπούμενα, πορπάτηξε η ώρα μαζί και το κρασί, φιλιώσανε πιότερο, είπανε χορατά γελάσανε, ρωτήξανε και για τους γονείς του.

-Το καλοκαίρι θα τους γνωρίσετε, είπε ο Βύρωνας. Ο πατέρας μου ήτανε αιχμάλωτος, αλλά κατάφερε να τους ξεφύγει κι απόμεινε χρόνια κρυμμένος στη Γερμανία. Η μάνα μου Ζακυνθινιά. Εκεί με κάνανε.

-Κι ο δικός μου πατέρας, … τον πιάσανε οι Γερμανοί, μα …

-Ναι, το ξέρω. Τον είχε ανταμώσει. Σταύρακα δεν τον λέγανε;

Τα έγκατα της γης τιναχτήκανε, μάνα και κόρη βρεθήκανε μεσούρανα, κι απομείνανε κρεμασμένες στα χείλη του.

-Ο πατέρας μας;! Ζει;

Σοβάρεψε αυτός, ξετρύπωσε ένα μαυρισμένο σακουλάκι από τη μέσα τσέπη, της το έδωσε.

-Αυτό, είπε, είναι το δικό μας αστέρι της Βηθλεέμ, που μ’ έφερε κοντά σου. Το είχε δοσμένο στον πατέρα μου λίγο πριν χωρίσουν.

Το πήραν στα τρεμάμενα χέρια τους μάνα και κόρη, το γιόμισαν φιλιά και δάκρυα. Μέσα, είχε ένα χρυσό δαχτυλίδι και το φυλαχτό του. Κι ο Βύρωνας, συνέχισε.

-Είχε πει στον πατέρα μου, «Αν ζήσεις δώσε τα στη Γιασεμή τη γυναίκα μου. Και στη κόρη μου, που θέλω να προκόψει».

Οι δυο γυναίκες σε μια πλημμύρα συναισθημάτων, με δυσκολία είπανε.

-Ευχαριστούμε.

-Τάχτηκα, συνέχισε ο νέος, να κάνω πράξη την τελευταία του επιθυμία.

Σταμάτησε για λίγο, και συνέχισε.

-Είμαι τυχερός που η Ανθούλα εκτός από κόρη του, είναι κι ένα θαυμάσιο κορίτσι.

Τούτα τα Χριστούγεννα απομείνανε χαραγμένα τη ζωή τους ολάκερη. Του Βύρωνα και της Ανθούλας σφραγισμένα με την ευτυχία τους.

 

Καλά Χριστούγεννα σε όλους

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018 13:33

Έφυγε κι ο Φρίξος

Βουίζουν τ’ αυτιά μου, θολώνει ο νους μου μπρος τα καθημερινά τεκταινόμενα. Πανηγύρια, χαρές, ληστείες, φόνοι, βιασμοί, αδικίες, συκοφαντίες, θάνατοι. Μαζώνομαι στη γωνίτσα μου, σφαλνώ πορτοπαράθυρα να νοιώσω σιγουριά και μπλαντώ. Μου τελειώνει το οξυγόνο. Πετάγομαι όξω κι αναρωτιέμαι, γιατί! Προς τι άνθρωπέ μου!

 

Στο αχανές περιβάλλον μου ξεχωρίζω δυο πρόσφατες φυσιογνωμίες.

Το Φρίξο τον μορφωμένο και το Βαγγέλη τον αγράμματο.

 

Τον μόνο που δεν καταχράστηκε ο Φρίξος, ήταν τα παιδιά του.

Με το που γεννήθηκαν, έκλεισε το γραφείο του κι αποφάσισε να γίνει μάνα.

―Η γυναίκα μου είναι άχρηστη, έλεγε κι έβριζε.

Την είχε σε καλή θέση στο υπουργείο και για δουλειές του σπιτιού.

Κάλεσε την πεθερά του, την κράτησε κάμποσα χρόνια άμισθη υπηρέτρια, μεγάλωσε τα παιδιά του και μετά, μια κλωτσιά κι όξω. Απαγορευόταν να ξαναπατήσει το κατώφλι του σπιτιού του στην πιο ακριβή γειτονιά της Αθήνας, μην και το μολύνει με τη φτώχια της.

Η γυναίκα του, υπέφερε.

―Της δίνω 50 ευρώ και πηγαίνει σε ένα ξενοδοχείο να την ξελαχταρίξει. Βλέπεις τι θυσία κάνω, έλεγε.

Είχε μαζώξει πολλά λεφτά από τη δουλειά του, από πολύπλοκους συνδυασμούς (κοινώς, κομπίνες), από εκμετάλλευση αδερφών και ξένων, από τοκογλυφίες κι άλλα τέτοια θεάρεστα. Στάθηκε τυχερός και με την αδιαμφισβήτητη εξυπνάδα και σκληράδα του έναντι όλων, αγόρασε σπίτια, οικόπεδα, χωράφια, αυτοκίνητα, ό,τι εύρισκε ή, δημιουργούσε, σε τιμή ευκαιρίας.

Περιουσία ατράνταχτοι. Και ανέσεις, παροχές, σπουδές απίθανες για τα παιδιά του, που διαφήμιζε έντονα κι ενοχλητικά στην παραμικρή επιτυχία τους. Αυτό δημιουργούσε πολλές αντιπάθειες, λίγες συμπάθειες και άφθονες ζήλιες, μέχρι και έχτρητες.

Έτσι διαβαίνανε τα χρόνια, μάζωξε εκατομμύρια δολάρια σε ξένες τράπεζες, και με τη γυναίκα και παιδιά του ξεμπουκάρανε στη Νέα Υόρκη νοικιάζοντας ένα πανάκριβο διαμέρισμα στην περίφημη πέμπτη λεωφόρου του Μανχάταν, κι έβριζε την Ελλάδα σαν υποανάπτυκτη.

Κι ήρθε ο αδυσώπητος χρόνος, άσπρισε, πάχυνε, παραπάχυνε, να και τα πόδια αρθριτικά και καροτσάκι αναπηρικό, να κάτι ψιλοεγκεφαλικά, να κι η άλλοτε δούλα γυναίκα του να φροντίζει τα πάντα. Οικονομικά, συνταξιοδοτικά, περιουσιακά θέματα, με τον πάμφτωχο κι αναξιοπαθή κάποτε αδερφό της σε θέση συνοδού και βαστάζου του. Και να δεις, μεταχειριζόταν τον άρρωστο άντρα της Φροίξο σαν άψυχο αντικείμενο, σαν άβουλο πλάσμα, που ανίκανος να αντιδράσει, υπέμενε. Υπέμενε κι υπέφερε, με τα ηρεμιστικά να του δημιουργούν έναν ψεύτικο παράδεισο. Και τα παιδιά του τα αγαπημένα, σκορπισμένα στα τέσσερα σημεία της γης, να έχουν πλήρη αδιαφορία και μόνο στην περίεργη μετάβασή του στην άλλη ζωή και την τελική στιγμή του ενταφιασμού να έρχονται για να δείξουν στον κόσμο, πόσο αγαπημένη και σφιχτοδεμένη οικογένεια ήτανε.

―Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης, είπε ο μητροπολίτης κατά την εξόδιο ακολουθία.

 

Και τούτη την ώρα άλλο μακάβριο κι αποτρόπαιο περιστατικό στροβιλίζεται στο μυαλό μου.

Στο απομονωμένο και χωμένο στους ελαιώνες χαμόσπιτο που ζούσε ο Βαγγέλης, ένας περίεργος «γερολαδάς», με τη γυναίκα του, με τα τρία παιδιά του σκορπισμένα, να ζητούν άδικα βοήθεια απ’ τον πατέρα τους, να φυτοζωούν, να υποφέρουν και τον ίδιο να καυχάται πως έχει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και να μη δίνει ούτε σε ξένο ούτε στα παιδιά του, ένα πρωινό βρέθηκαν κι οι δυο μαχαιρωμένοι,. Μαζί βρέθηκαν πολλά λεφτά, σε διάφορους κρυψώνες. Δίπλα στη λίμνη αίματος που κείτονταν, βρέθηκαν μερικά ψυγεία γεμάτα και μεγάλες ποσότητες λαδιού και τροφίμων.

Στην κηδεία τους ήρθανε κάμποσοι γνωστοί από αγάπη και περισσότεροι από περιέργεια ή και κακεντρέχεια.

 

Κι αναρωτιέμαι φίλοι μου αγαπημένοι, σε τούτες τις περιπτώσεις κι αναρίθμητες άλλες που συμβαίνουν γύρω μας, σε όλους μας, τι μας απόμεινε;

Δυο τετραγωνικά μέτρα γης.

Προς τι, λοιπόν, όσο είμαστε στη ζωή, αυτός ο αγώνας με θεμιτά κι αθέμιτα πολλές φορές μέσα, να κάνουν παλάτια και καταθέσεις; Γιατί αντί το μίσος την αδικία και την κακία να μη δίνουμε αγάπη που να αισθανόμαστε πρώτα οι ίδιοι ήσυχοι και μετά οι γύρω μας;

Πες μου! Προς τι, άνθρωπέ μου;

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018 17:21

Τιμητική βραδιά για το Σήφη Χαρτζουλάκη

Ένα ξεροβόρι κατρακυλούσε παγωμένο απ’ το Κουτρούλι, σάρωνε τη σκαρφαλωμένη στα χαράκια Μελισσιά με τις λιγοστές οικογένειες, τη ρεματιά και τις μεγαλόκορμες καστανιές, καρυδιές και χαρουπιές, χάδευε παγερά τη λιοφυτεμένη πλαγιά, αντρειωνότανε, και πάσκιζε να μας πάρει σβάρνα, να μας ρίξει στην αγριεμένη θάλασσα που καταβρόχθιζε κροκάλες, φύκια, ξύλα, ό,τι λάχαινε μπροστά της. Οπλιστήκαμε θέληση και ίσα που αχνόφεγγε, φύγαμε για τον γειτονικό μας Κάμπο που στο ταπεινό εκκλησάκι του Άι Γιώργη ο παπά Νικόλας στο Ιερό Βήμα, έπαιρνε χούφτες την ανάσα του και ζέσταινε τα χέρια του για να πιάσει τα Ιερά Σκεύη να ξεκινήσει την προσκομιδή. Και πρόσμενε τη ψάλτισσα να αρχινίσει τη Θεία Λειτουργία. Τούτη την ώρα, μπαίναμε στην ταπεινή ετούτη κιβωτό, στάθηκε μπρος τα ιερά βιβλία η γυναίκα μου, και με το ξεκίνημα του Όρθρου, κατά τον εξάψαλμο, έκοψα την άμεση επικοινωνία μου με τον περιβάλλοντα χώρο και προσευχόμουνα ευλαβικά. Δεν έβλεπα, δεν άκουγα, παρά μόνο τις ψαλμωδίες και την καρδιά μου. Κι άμα τέλεψα κι άνοιξα τα μάτια μου, τον πρωτόδα.

Ευθυτενής, σοβαρός, έστεκε, εκεί, στο ψαλτήρι του Αϊ Γιωργιού, δίπλα στη ψάλτισσα και πρωτάνοιγε το στόμα του να βγούνε νότες Βυζαντινές.

Με εντυπωσίασε η ευγένεια, το καλοσυνάτο ύφος, το χαρούμενο γελαστό προς όλους πρόσωπό και η σεμνότητα, μετριοφροσύνη του. Άγνωστος μου. Για πρώτη φορά τον αντίκριζα.

-Είναι ο γιατρός! Ο Σήφης ο Χαρτζουλάκης.

-Χωριανός μας.

-Το καύχημά μας, μου είπανε αργότερα οι τριγύρω, όλοι μαζί, αυθόρμητα κι αβίαστα.

Κι ένιωσα αμήχανος για την άγνοιά μου.

Του μίλησα, κρεμάστηκα στα χείλη του. Σεμνό κι επιβλητικό ύφος, ακριβοζυγιασμένο λεξιλόγιο με γνώσεις κι εμπειρίες που αναβλύζανε απ’ τον εγκέφαλο και την ψυχή του. Γιατί πράγματι ο Σήφης βουτάει τη γλώσσα μια στο νου και μια στην ψυχή του και μετά, μα αμέσως μετά, μας καθηλώνει με τα λίγα, μεστά και σοφά του λόγια. Περάσανε μέρες, δεν έχανα κάθε ευκαιρία όταν τον συναντούσα, πεταχτές κουβέντες ν’ ανταλλάξουμε, μα ανταμώσαμε κι άλλες, κάμποσες φορές, για πιο πολύ. Χανιά, Καστέλι ή Κάμπο μπορεί και Σφηνάρι. Έτσι, εδραιώθηκαν οι πρώτες μου εκτιμήσεις για το πρόσωπό του.

Κι απέκτησα το προνόμιο να έχουμε ψυχική επαφή, να είμαστε φίλοι.

Από τότε κι ως τα σήμερα, όλοι, μα όλοι, μόνο παινέματα, σεβασμό και λόγια αγάπης μου λένε. Γιατί, ο Σήφης, εξόν από άριστος γιατρός παθολόγος, σε όλες τις ειδικότητες σχεδόν εκπαιδευμένος, με διδακτορικό κι επαίνους πανταχόθεν, από καθηγητάδες, οργανώσεις και μαθητούδια, με εξειδίκευση σε θέματα νεφρολογίας, αγγειολογίας, χημειοθεραπείας, έχοντας αποκτήσει την ειδικότητα του παθολόγου ογκολόγου και τόσα άλλα, έχει μια αρχοντιά. Σε όλα του. Άυλο αρχοντιά. Τη σπάνια. Από τζάκι που λένε.

Έχει δουλέψει σε καίριες θέσεις πολλών νοσηλευτικών Ιδρυμάτων και διατηρεί μέχρι τα σήμερα, 50 χρόνια τώρα, ιδιωτικό ιατρείο πρώτα Αθήνα, μετά Χανιά. Κι όλα τούτα, με παράλληλη ηγετική δραστηριότητα στη διοίκηση επιστημονικών, πολιτιστικών και κοινωνικών φορέων του τόπου μας.

Και τώρα, στο ιατρείο του, οι ασθενείς και φίλοι δέχονται την εξέταση και βοήθειά του χωρίς καμιά δαπάνη.

- Κοινωνικό ιατρείο, Γιώργο, απάντησε σε ερώτησή μου.

Τι μεγαλείο ψυχής, αλήθεια!

Πέρασε ο καιρός, ωρίμασε μια σκέψη των συγχωριανών του και πρόσφατα, ένα Αυγουστιάτικο βραδάκι, την ώρα που χρύσωνε ο ήλιος τα πελάγη και φλεγόντουσαν τα ουρανοθέμελα, με ένα αλαφρό βοριαδάκι να μας δροσίζει, τρέξαμε όλοι, απ’ όλα τα χωριά και τα Χανιά να τον χειροκροτήσουμε, να χαρούμε στη χαρά του και να γλεντήσουμε, στην τιμητική βραδιά που διοργάνωσε ο δραστήριος Σύλλογος Αλληλεγγύης «Ο Κάμπος», εδώ στο χωριό του, τον Κάμπο Κισάμου.

Και αρώματα γιόμισε ο τόπος με τούτη την εκδήλωση στην κακοποιημένη κοινωνία που ζούμε φίλοι μου. Βραδιές σαν κι αυτήν, που κομίζουν πολιτισμό, είναι η ποθητή όαση στην έρημο, είναι το πεφταστέρι που δείχνει το μεγαλείο του σύμπαντος κι ένας αντίλαλος ισχυρός από ανασαμιές που μας τροφοδοτούν οξυγόνο και μπόρεση για ζωή. Γιατί η ζωή, στερημένη από το πνέμα, δεν είναι ζωή, μα βόσκηση στο αθρωπολίβαδο του πλανήτη που βρεθήκαμε.

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Λαοί νῦν κροτήσωμεν,

δεῦτε τὰς χεῖρας πιστῶς, καὶ

ἄσωμεν ἄσμασι, τῇ Θεομήτορι…

 

Μουντά, βαριοφορτωμένα και στοιβαγμένα σύννεφα σιγοδιαβαίνανε, κι ο ουρανός σκοτεινιασμένος, χαμένος, καρτερούσε πότε να φύγουνε να διαφεντέψει το σύμπαν. Η γης, διψασμένη απ’ την καλοκαιριάτικη κάψα, λαχτάριζε το υγρό στοιχείο να αφρατέψει, να γεννοβολήσει με τον καιρό, να θρέψει ζωντανά κι αθρώπους. Το χορτάρι, δυσεύρετο στις πλαγιές, μαγνήτιζε τα κοπαδιαστά πρόβατα που τρέχανε προς τη μικρή ρεματιά με τις πολλές μυρτιές, εκεί στα Κήθυρα, βόσκανε λαχταρισμένα κι ο γεροβοσκός χαιρότανε να τα βλέπει να τους κουβεντιάζει. Μα άξαφνα, απρόσμενα, φως, δυνατό φως, τον τύφλωσε. Κι ως ήντονε στο βοσκοράβδι κουμπισμένος, με τρόμο και δέος ξέκρινε μπρός του τη Μεγαλόχαρη Παναγία μας να τον προστάζει να εύρη μια εικόνα της εκεί κοντά στις μυρτιές. Ο ευλογημένος από τον θεό απλοϊκός αυτός βοσκός έπεσε καταγής, προσευχότανε κι ευχαριστούσε την Παναγία για το όραμα ετούτο. Τινάχτηκε μετά απάνω κι αρχίνισε να ψάχνει.

Ώωω! Τι ευδαιμονία σαν Την αντίκρισε ανάμεσα στα πυκνά, μυρωδάτα μυρτόκλαδα. Χαρούμενος, ευτυχισμένος, την ασπάστηκε και σφιχτά την πήρε στην αγκάλη του. Στο σπίτι του σαν επήγε, προσευχηθήκανε με ευλάβεια όλοι, την ασπαστήκανε συγκινημένοι και κοιμηθήκανε.

Όμως, τρόμος και απελπισία τους κυρίεψε όταν το πρωί έλειπε η εικόνα. Για κλέφτη σκεφτήκανε, μα απίθανο τον 14ο αιώνα σε ένα μικρό χωριό. Τρέχοντας ο βοσκός πήγε στον ίδιο τόπο και με έκπληξη, είδε την εικόνα στο μέρος που την είχε πρωτοβρεί. Δοξάζοντας τον Θεό, την πήρε πάλι σπίτι του, αλλά την νύχτα εξαφανίστηκε όπως και την πρώτη φορά. Όταν η εξαφάνιση και επανεμφάνιση της εικόνας συνέβηκε και τρίτη φορά, καταλάβανε πως μήνυμα βαρύ, Θεϊκό ήταν αυτό και τρεχάτοι πήγανε στον εφημέριο. Πειστήκανε ότι ήταν θέλημα της Μητέρας του Θεού η εικόνα να παραμείνει εκεί που είχε πρωτοβρεθεί.

Ετούτα ήντουσαν το έναυσμα που πυροδότησε το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων και με πρώτο τον κλήρο, χτίστηκε στην αρχή μια μικρή εκκλησία που της δώκανε το όνομα Μυρτιδιώτισσα.

Θαύματα πολλά έχει κάνει η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα, που είναι η προστάτιδα του νησιού, με σημαντικότερα τη θεραπεία του παράλυτου και τη σωτηρία των Κηθύρων από την επιδρομή των πειρατών.

Το εκκλησάκι διατηρείτε ως τα σήμερα, και ομώνυμη μονή υπάρχει στην ίδια τοποθεσία Πολλές εκκλησίες αφιερωμένες στην Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα και γιορτάζονται στις 24 Σεπτεμβρίου, την ημέρα που βρέθηκε η εικόνα από τον βοσκό, σαράντα ημέρες, δηλαδή, μετά την κοίμηση της Θεοτόκου. Θεία θέληση, και εδώ ανάμεσα Σφηνάρι και Μελισιά μια μικρή, γραφική εκκλησία Παναγίας Μυρτιδιώτισσας υπάρχει που έχτισαν με πολλή πίστη και δυσκολίες η οικογένεια του Μάμα Χαραλαμπάκη από τη Μελισιά.

Σαν και κάθε χρόνο μεγάλο πανηγύρι έγινε κι εφέτος από τους ίδιους με πλούσια κεράσματα, φαγητά και κρασί, με προσέλευση πολλών πιστών από γύρω και μακρινά χωριά.

Χρόνια πολλά σε όλους κι ευχόμαστε να μένει αναμμένη η δάδα της παράδοσης που μας ζωογονεί και μας φέρνει κοντύτερα στους προγόνους μας.

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.g

Παρασκευή, 07 Σεπτεμβρίου 2018 14:51

Και γινήκαμε όλοι μια αγκαλιά αγάπης

Τι θέλει αλήθεια ο άνθρωπος για να ζήσει;

Ένα πιάτο φαί, λίγο ψωμί και μια κούπα κρασί.

Με τούτα θρέφει τη σάρκα, μα η καρδιά κι η ψυχή δακρύζουν, αιμορροούνε και προσμένουν.

Προσμένουν δράση, μη πλαντάξουν. Στήριγμα από τη σάρκα προσμένουν, να ενδυναμώσουν να επιτελέσουν το έργο τους, με ελευτερία, πνέμα και αγάπη. Και έρωτα. Όχι μόνο τον σαρκικό έρωτα που μεταμορφώνει τον άθρωπο σε υπερβατικό ον και δίνει νόημα ύπαρξής του και του είδους του διαιώνιση επί γης. Λογιώ-λογιώ έρωτες μπορεί και πρέπει να χαίρεται ο άθρωπος και να ονειρεύεται, να στοχεύει στο καινούργιο, το καλλίτερο, το ανώτερο. Για αγώνα, να μεγαλουργεί. Σκοπός μας, σε τούτον τον κόσμο που, Θεία δυνάμει, βρεθήκαμε, δεν είναι να αφήνουμε στο διάβα μας μυρουδιές αποκρουστικές, μα αρώματα. Ελκυστικά αρώματα ψυχής και πνεύματος να μας κλουθούνε φίλοι μου.

Στο νου μου τριζοβολά η Κρητικιά μαντινάδα του ορεσίβιου γιδοβοσκού και φίλου μου του Μιχάλη Χαραλαμπάκη.

Ο άθρωπος εις τη ζωή

πρέπει να έχει νάμι

όντε θα φύγει από δω

να μην του πουν χαράμι.

Ο καθείς από μας, φίλοι μου αγαπημένοι, έχει, πρέπει να έχει, τον δικό του έρωτα μπορεί και ερωτάδες. Άλλος με τη φύση, άλλος τη λογοτεχνία, το κολύμπι, την ορειβασία, το κυνήγι, τα ζώα που μας δίνουνε αγάπη προστασία και χαλάρωση. Είναι κι’ άλλοι που με μια μηχανή στο χέρι αποθανατίζουν στιγμές φευγαλέες, θέματα ανεπανάληπτα. Πολλές οι ερωτικές έλξεις κι εκρήξεις που σμίγουν κι αγκαλιάζουνε τους καλούς αθρώπους. Και σε τούτη την ουρανόσταλτη πανδαισία χαράς, ευτυχίας, ξενοιασιάς, κεφιού, είναι φίλοι μου και το τραγούδι, η μουσική. Μουσική έχουνε σε βουστάσια για να αυξήσουν την γαλακτοπαραγωγή. Μουσική και σε φυτά να αναπτύσσονται και καρποφορούνε καλλίτερα. Μουσική, τραγούδι, χορό αποζητoύμε κι εμείς οι αθρώποι που θαματουργό φάρμακο μπορεί να αποβεί κατά που αποδείχτηκε και γράφτηκε: «Η μουσική, ο χορός, είναι φάρμακο για τον άνθρωπο» και σε πολλά μέρη υπάρχουν δασκάλοι κι ιδρύματα που πάνε οι κουρασμένοι για χαλάρωση, ενδυνάμωση, προάσπιση της υγείας των.

Και τούτος ο μεγάλος έρωτας χτύπησε και κρατά στα δεσμά του έναν γνήσιο Κρητικό, το Βασίλη Σκουλά, που με τη ζωογόνο έξαψη να σταλάζει ακόμη στα ψυχοκάρδια μας, την άλλη μέρα από το ολόγιομο Αυγουστιάτικο φεγγάρι, μαζί με τους ανθρώπους του και το χορευτικό συγκρότημα «Ονειροκρήτες» της Βαγγελιώς Κουνελάκη, βρέθηκε εδώ στα μέρη μας κατά το λιόγερμα, για να μας χαρίσει στιγμές κι ώρες κεφιού, ψυχικής γαλήνης, μακριά από άγχος και προβλήματα καθημερινότητας. Δυόμιση ώρες ήτανε στο πέτρινο θεατράκι στα Νοπήγεια και πλημμύριζε ο τόπος νότες, αγάπη, έρωτα και τραγούδια, με εναρκτήριο λάκτισμα την μαντινάδα του που ο ίδιος έχει μελοποιήσει:

Άμα θα πάψ’ ο έρωτας

σ’ άνθρωπο να υπάρχει,

πες μου τι νόημα η ζωή

κι είντα ουσία θα ‘χει.

«Να πορευόμαστε με το νόημα του έρωτα για τον εαυτό μας, το συνάνθρωπό μας, με τη φύση κι ό,τι ωραίο υπάρχει στη ζωή». είπε ο ίδιος,

Κι αρώματα γιόμισε ο τόπος με τούτη τη μουσική εκδήλωση στην κακοποιημένη κοινωνία που ζούμε φίλοι μου. Βραδιές σαν κι αυτήν, που κομίζουν πολιτισμό, είναι η ποθητή όαση στην έρημο, είναι το πεφταστέρι που δείχνει το μεγαλείο του σύμπαντος κι ένας αντίλαλος ισχυρός από ανασαμιές που μας τροφοδοτούν οξυγόνο και μπόρεση για ζωή. Γιατί η ζωή, στερημένη από το πνέμα, δεν είναι ζωή, μα βόσκηση στο αθρωπολίβαδο του πλανήτη που βρεθήκαμε.

Ας δώσουμε νόημα κι ομορφιά στη ζωή μας κι ας γενούμε όλοι μια ζεστή αγκαλιά άδολης αγάπης.

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018 12:46

Χόρτασεις, τσι κλουτσάς έε;!

Τι σου είναι ο άθρωπος!

Πώς κι ήρθε στο νου μου τούτη η ιστορία τραβηγμένη απ’ τα παλιά, όλο άρωμα και μέθη. Μια νοσταλγική ανάσα, ζωογόνα και πονετικιά. Μια ξεθωριασμένη ελπίδα!

Εκεί, στην απλάδα του κάμπου, με τα σπίτια σκορπισμένα σαν του παραμυθιού τη φαντασία ανάμεσα δέντρα λουλούδια και πουλιά, αγκαλιά της φτώχιας τη μιζέρια, λίγα χρόνια που είχανε φύγει οι Γερμανοί κι αρχίσαμε να φαγωνόμαστε αναμετάξυ μας, με τη λαχτάρα να ξαναφέρουμε τα νοικοκυριά μας σε μια καλλίτερη μοίρα, που μετρούσαμε τις μπουκιές κι αν ήταν μπορετό τις κόβαμε στα δύο, και, θυμάστε οι πιο παλιοί, είχαμε ευτυχία πιότερη από τώρα, εκεί, παράπλευρα του αμπελιού, γερά μπηγμένο στη καματερή τη γης, ήτανε το σπιτικό μας.

Στην άλλη μεριά το χωματόδρομο που με το ζόρι περνούσε το άλογο με τον «αραμπά» πίσω, ήταν του Πετρέλλη του Γιάννη το σπίτι. Καλός άθρωπος, εργατικός, νοικοκύρης, με το διάφορό του, τη γυναίκα του και το γιο του το Μανόλη.

Είχανε κι ένα υπομονετικό γαϊδουράκο, το Γιοβάνη, που άμα έβλεπε σαμάρι περίμενε καρτερικά και κοίταζε προς το δρόμο, γιατί γι’ αυτουνού το ένστικτο, σαμάρι σήμαινε δυο τσουβάλια γιομάτα, πενήντα οκάδες, να τα σηκώνει από το σπίτι ίσαμε το μετόχι με το μπαχτσέ, έξι χιλιόμετρα απόσταση, και βραδάκι πια, να γυρίζει πίσω.

Πάντα πρόθυμος κι ήρεμος, μασουλούσε το λιγοστό κριθάρι, κι ήρεμος, καθόντανε, ακόμα κι ο μικρός μου αδερφός, πεντάχρονος τότε, να του τραβά τα μεγάλα αυτιά ή την ουρά του.

Η δουλειά θαρρείς και τον έθρεφε. Του άρεσε φαίνεται να ξεδιπλώνει ρεματιές και βουνά, να χώνεται στα σπαρτά και τις φυλλωσιές, γι’ αυτό και, σαν το κυνηγόσκυλο που βλέπει τον κυνηγό να ζώνεται δίκαννο και φυσίγγια κι ανυπομονεί πότε θα φερμάρει το λαγό, έκανε χαρά να του βάλει ο Γιάννης το σαμάρι με τα τσουβάλια, να κάτσει κι ο ίδιος «πανουσάμαρα», και να φύγει. Μπορεί και να λαχταρούσε τη λευτεριά ή το τρυφερό χορτάρι που έβοσκε στα υψώματα. Μα και το αφεντικό του, μετά τη δουλειά, του έβανε κάμποσο άχυρο να τον ευχαριστήσει. Πάντα όμως ο γέρικος γαϊδουράκος είχε λαχτάρα για κάτι καινούργιο, για λίγο περισσότερο φαΐ.

 

Ευλογία Θεού όμως, η χρονιά ετούτη, είχε πορπατήξει παραπάνω από καλά. Μπόλικα τα σπαρτά, δέσανε οι ανθοί, γιόμισαν τα πιθάρια καρπό, κι οι αποθήκες τριφύλλι.

Κι ο Γιοβάνης, έτρωγε μπόλικο, φχαριστιότανε, κι είχε παχύνει. Έδειχνε πως, πια, δεν του πολυάρεσε να κουβαλάει τα γεμάτα τσουβάλια.

Μια μέρα που είχε φάει πολύ κι ήτανε χαλαρωμένος και ξεκούραστος, έστειλε ο πατέρας το γιο του το Μανόλη να τον «σαμαρώσει». Μα στάθηκε αδύνατο. Άδικα προσπαθούσε ο νέος. Δεν ήθελε, δεν στεκόταν ο Γιοβάνης. Βρε από δω, βρε από κει, τίποτα. Άκουσε το σαματά, ήρθε κι ο πατέρας, τον πλησίασε, προσπάθησε κι αυτός να του βάλει το σαμάρι, δε μπόραγε. Μέχρι που μια στιγμή ο Γιοβάνης, ντάαν, τράβηξε μια κλωτσιά, για πρώτη φορά στη ζωή του, κόντεψε να χτυπήσει τους αθρώπους, τρόμαξε ο Πετρέλλης, του έμπηξε δυνατή φωνή.

- Άααχ, βρε καρατά! Χόρτασεις, τσι κλουτσάς έε;!

Κι άντε τώρα εσύ φίλε αναγνώστη, να μου το βγάλεις απ’ το μυαλό, πως δεν συμβαίνουν τέτοια πράματα στην εποχή μας!

Λένε, πως του λιγόστεψε το φαί ο Γιάννης, μετά τη δουλειά του τόδινε, δε ξανακλώτσησε ο Γιοβάνης.

 

                                                                                                Γιώργος Καμβυσέλλης

                                                                                                Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 01 Ιουνίου 2018 15:00

Ως τη Γραμπούσα

Ερχότανε η ιερή ώρα, να αποτελειώσω το άρθρο της εβδομάδας.

Ιερή τη νοιώθω, γιατί χρειάζεται αγώνας, αυτοκυριαρχία, δάμασμα των αισθήσεων, σπιρούνισμα του μυαλού, και προπαντός σεβασμός. Σεβασμός προς το ιερό τέρας που λέγεται αναγνώστης.

Γιατί, με δέος, πασκίζω να εκφράζω τα πιστεύω μου, τις ανησυχίες μου και τις ελπίδες μου για μια καλλίτερη Ελλάδα. Χτυπώ, μου λένε πολλοί, το χέρι μου στο μαχαίρι, μα δε πονώ, κι όσο με ανέχεστε εσείς, κι έχω την υγειά μου, θα βρίσκομαι στο προμαχώνα καλοί μου φίλοι.

Στον οίστρο μου όμως απάνω, άκουσα την κυρά από δίπλα.

― Γιώργο, έχεις όρεξη για βαρκάδα;

Απρόσμενο μου ήρθε, δουλειά με περίμενε, βιάστηκα να πω όχι, αλλά πήδηξα από χαρά σαν άκουσα τον προορισμό.

― Στη Γραμπούσα θα πάμε!

Μισόγυμνοι, τρεμουλιάρης η αφεντιά μου, αναρριχηθήκαμε σαν αλπινιστές, στρωθήκαμε στο μικρό σκαρί.

Υπόκωφα, ήρεμη ακούστηκε η εξωλέμβια, κι ως βγαίναμε από το υποτιθέμενο εδώ λιμανάκι, άρχισε να δυναμώνει κι υστερνά να μουγγρίζει θέλοντας, λέει, να καταπιεί σειρήνες και δράκους, και ν’ απολαύσουμε αμέριμνοι την απεραντοσύνη του υγρού στοιχείου.

Ένας αγέρας, ανάλαφρος στην αρχή, με αυθεντικά του χωμάτου και του γιαλού σμιγμένα τα αρώματα, όλο φύκια κι αλυγαριές, μας χαϊδολογούσε, κι ανδρειωνότανε, δυνάμωνε, αγρίευε, γινότανε τροφός και μας πότιζε οξυγόνο κι αρμύρα. Χαθήκανε έννοιες καημοί και χαρές, απόμεινε μοναχά ο αγέρας με σκάγια τις παγωμένες σταγόνες να μας τρυπάνε, κι ο καυτερός «ηλιάτορας» μεσούρανα να τσιτώνει το πετσί μας. Όλα τ’ άλλα είχανε σβήσει. Είχανε γενεί βορά στα άγρια θαλασσοπούλια που παραβγαίνανε σε γρηγοράδα το «Αργώ», το πλεούμενο του Πέτρου.

Σιμώναμε και ξεμακραίναμε βράχια θεόρατα, κοφτερά νυστέρια γιομάτα, ή καλοπελεκημένα κι απάτητα, αμμουδερούς κόρφους μικρούς, μικρούτσικους, σαγηνευτικούς, κονταροχτυπιόμασταν με τριάδες καμωμένα απειλητικά τα κύματα, κι άξαφνα, έστριψε ζερβά ο Πέτρος που κοκορευότανε κι ας μη φορούσε καπετανίστικο καπέλο και σιρίτια, κι ώ Θε μου, θωρήσαμε ένα μυθικό θεριό να κολυμπά και να γιομίζει τη θάλασσα ολάκερη. Κάναμε το σταυρό μας, μα δεν ήτανε θεριό!

Κοντέψαμε κι άλλο, ξεδιαλύναμε, πλευρήσαμε, κι έντρομοι αφεθήκαμε, μηδαμινοί, ομπρός της Γραμπούσας το μεγαλείο.

Μαζώξαμε τότες μπόρεση, πηδήξαμε με τις σαγιονάρες τις γλιστερές στο τσιμεντένιο μόλο και χυθήκαμε να γευτούμε τα βράχια τα ανεμοδαρμένα, τα ποτισμένα αλάτι και δόξα αιωνόβια θάμνα, πού και κανένα γονατισμένο απ’ το βοριά δεντρί, και το κάστρο.

Στο έμπα του, νάτο το λαβωμένο λιοντάρι να αγναντεύει δακρυσμένο τα πελάη, και να βογγά, από των βαρβάρων, τότες, την ιεροσυλία. Πόνεσα σαν τόειδα έτσι να κείτεται, δε λέω, έχει το μεγαλείο του, μα θάτανε πιο επιβλητικό στην αρχική του θέση. Έχει ο Θεός, μουρμούριξα, γιατί η πολιτεία κοιτά άλλα, πιο φανταχτερά κι ασήμαντα να πράττει. Μα, ας είναι.

Και θάμαξα ακροζυγιασμένα στα γκρεμνά πύργους και πολεμίστρες, οσμίστηκα δάφνη κι αγριλιά από τα πτώματα ολόγυρα που ταφήκανε στον αγώνα τους να μας αφήκουνε τη λευτεριά, τρύπωσα στην ακκλησιά τη μεγάλη, προσκύνησα Θεού κι ανθρώπων τα μυστήρια, κι ως έβγαινα, δυο αγριοκούνελα ξημερωμένα μα φοβισμένα, χαμογελούσανε, μασουλάγανε και τρυπώσανε στις χαραμάδες.

Κατεβαίναμε αλαφρωμένοι και ιστορικά κειμήλια ποτισμένοι κι αντικρίσαμε τσούρμο με πλουμιστά φτιασίδια, καπέλα, και λιγοστά ρούχα, απ’ το μεγάλο πλεούμενο ερχομένο, κι από δυο κατσικοδρόμους να ανηφορίζουν, πολυθόρυβοι Απάτσι, να καταχτήσουν τάχα τούτη τη κληρονομιά μας.

Και να πάνε στερνά στο τόπο τους, αλλοεθνείς, πολυεθνείς, Αγαρηνοί και Φράγκοι ήντουσαν, να πούνε, πως, τση Κρήτης τα όρη και τα γκρεμνά μωρέ, πολιτισμό κι αντρειοσύνη είναι σπαρμένα.

 

                Γιώργος Καμβυσέλλης

                                                                                                Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018 16:51

Σαν έφυγ’ ο πατέρας μου

Είχανε περάσει σαράντα ώρες απού ‘χε έρθει το φριχτό μαντάτο χωρίς να κλείσει μάτι, κι ως άλαξ’ η μέρα, ξαναγέμισε το αρχοντικό. Γειτόνοι, συγγενείς και φίλοι. Από αγάπη, συμπόνια, συμπαράσταση ή και περιέργεια.

Τους τράταρε χουβαρντάδικα καφέδες κουλουράκια, τυριά, ό,τι βρέθηκε μπροστά της, να συχωρέσουνε το νεκρό άντρα της, που δεν τον ξανάδε απού ‘φυγε για τον Ευαγγελισμό πριν δυο βδομάδες.

Στριφογύριξε η κουβέντα, δε λείψανε κι οι πονηρές ερωτήσεις.

- Και πού τον τακτοποιήσανε το συχωρεμένο; Ρώτηξε με προσποιητό ενδιαφέρον η Ξενούλα.

- Αλήθεια, ποιος τον φρόντισε; Ακούστηκε μια άλλη.

- Δε μπόρεσα, ούτε στη κηδεία του να πάω! Πού ν’ αφήσω τα ορφανά του στους πέντε δρόμους! Ήτανε και τα κουνιάδια μου! «Κάτσε στα παιδιά σου Μαριγώ, μου λέγανε, θα πάμε εμείς στο πόδι σου». Μα ούτε κι αυτοί πήγανε. Μοναχά ο Αντρέας… ο αδερφός του…

Τα ‘λεγε κι έκλαιγε, και χτυπιότανε. Πότε στο στήθος με σφιγμένους γρόθους, πότε μ’ ανοιχτές παλάμες στους μηρούς. Μαζί κλαίγανε κι οι μοιρολογήτρες, με τα ακαταλαβίστικα όλο σπαραγμό κι επαγγελματισμό μακρόσυρτα, αυτοσχέδια, του χαμένου κατευόδια και των ζωντανών παρηγόρια.

Άξαφνα, φωνούλες και κλάματα ακουστήκαν από δίπλα, απότομα άνοιξε η μεσόπορτα, και φτερούγησαν ωσάν τις νυχτερίδες τα πέντε μαυροφορεμένα ορφανά. Κλαίγανε, κι αναστατωμένα τρέξανε στη μάνα κοντά, που θάρρεψαν πως πέθανε κι αυτή με τα τόσα κλάματα και μοιρολόγια που φτάνανε στ’ αυτάκια τους. Τα λυπηθήκανε μοιρολογήτρες και γειτόνισσες, πάψανε τον οδυρμό, πιάσανε τα φλιτζανάκια με το καφέ, δείξανε συμπόνια στα μωρά. Πέρασε η ώρα φύγανε κι αυτές, ηρέμησε ο τόπος.

Βάλθηκε η αδερφή της η Θεανώ, που ωστόσο με είχε γυρίσει στην αγκαλιά, βρέφος χωμένο στα μαύρα, με της Μερόπης, της παραμάνας, το γάλα χορτασμένο, να δώσει γνώμη, πως τάχα δεν είναι σωστό μαύρα τα παιδάκια να φοράνε, «και τα συκώτια τους θα μαυρίσουν» είπε. Τινάχτηκε η χήρα, βουτηγμένη κι αυτή μέχρι και τα εσώρουχα στη καραμπογιά, άφρισε.

- Και ποια είσαι συ που θες κουμάντο να μου κάνεις; Δικά μου τα βάσανα, και τα παιδιά δικά μου.

Έπεσε μια βουβαμάρα, καμιά δεν αντιμίλησε, βαρύ το χτύπημα, σκεφτήκανε, σηκωθήκανε με την ώρα τους φύγανε ούλες.

Φάνηκε η ψυχοκόρη μ’ ένα κουτί στο χέρι γιομάτο μπογιά. Κι άλλη μπογιά. Μαύρη κι αυτή.

Πιάσανε μαζί, κατεβάσανε κατσαρόλες, μπρίκια, λάμπες, κουρτίνες, καθρέφτες, ό,τι βρισκότανε πάνω και κοντά στους τοίχους, τους αφήκανε ανατριχιαστικά γυμνούς, άσπρους.

Κλείστηκε μόνη της μέσα, έριξε τη μπογιά στο νερό, την ανακάτωσε, πήρε τη βούρτσα κι άρχισε να βάφει τους τοίχους σ’ όλο το σπίτι. Μέσα κι όξω. Με τα λογικά της σαλεμένα πρόσκαιρα, σαν το αγρίμι, πάγαινε από τον ένα τοίχο στον άλλο. Όλα μαύρα τα ‘θελε. Να δείξει το πόνο της για τον άντρα της, που έτσι, σαν ένα ζώο, χωρίς δικούς, χωρίς φίλους και συγγενείς, χωρίς κανέναν να τον συνοδέψει προς το στερνό του ταξίδι, άπλυτος κι ανάλλαχτος, με τα μάτια ανοιχτά, έφυγε, πήγε στον άλλο τον κόσμο. Κι ας ζήταγε άδικα τη γυναίκα του.

Μπογιάτιζε και μαύριζε ό,τι εύρισκε ομπρός της. Ντουβάρια, πόρτες, παναθύρια, πατώματα και δώματα κι αγέρα και ψυχές κι ανήλια σπαργανικά ψυχανεμίσματα, ψυχοραγίσματα. Πασάλειβε τον τοίχο κι έβρεχε το πάτωμα πότε με της βούρτσας, πότε με των ματιών της το στράγγισμα. Έκλαιγε και πάσκιζε της καρδιάς της το φαρμάκι να σκορπίσει. Να φτάσει παντού, κι όλοι να πούνε πως η Μαριγώ, πονεί, κι αιμορραγεί και πνίγεται με των πληγών της το χοχλαστό το αίμα. Το αίμα τούτονα, που αβούλητα πέρασε και στων παιδιών της τις φλέγες. Και πιότερο στου δικού μου του άυλου κι ασχημάτιστου βρέφους που με πότισε και με το δικό της το πικρό κι αρρωστημένο γάλα.

 

                                                                                                Γιώργος Καμβυσέλλης

                                                                                                gkamvysellis@yahoo.gr

Αρφανεμένο, καταπιεσμένο κοπελουδάκι όντες ήμουνα, με του πένθους τα μαύρα ρουχαλάκια να με τυλίγουνε, με μόνο προστάτη τη μάνα μου, του Κονταξή του άρχοντα την πέμπτη και τελευταία θυγατέρα, χρόνια πεθαμένος κι αυτός, παρακάλεσα τον υποταχτικό τση μάνας μου στο μετόχι, να με πάει στη ρεματιά με τα τρεχούμενα νερά και τα βατράχια. Κουρασμένος ο Δημητρός ήντονε μα από λύπηση το αποφάσισε.
Άδραξε το χέρι μου, το κράτησε απαλά και πήραμε το στενό γιδοστράτι, όλο πέτρες, αγκάθια και νεροφαγιές γεμάτο, χωρίς να μιλεί ο ένας στον άλλο. Φτάξαμε στο γρανιτένιο βράχο, που ‘τανε μεγάλος και τετράγωνος σαν Άγια Τράπεζα με μια γούβα ίσαμε μικρό κοφίνι στην απάνω μεριά του, γιομάτη παγωμένο νερό που ξεχειλούσε από δυο σχισμάδες κι έγλυφε τα πλευρά του.
― Ο γέρο Δράκος, του καπετάν Νικήτα του αντάρτη ο κύρης, δέκα χρόνια πεθαμένος τώρα, που σήκωνε πέντε τσουβάλια αλεύρι και τα πάγαινε στο μύλο, που έτρωγε κι έπινε ως τα εκατό του και χόρευε, αυτός την είχε σμιλέψει με κοπίδι και σφυρί κάτω απ’ το τρεχούμενο νερό. Να πίνουν άνθρωποι και ζωντανά, να ξεδιψάνε, να τον θυμούνται, έλεγε, να δροσερεύουν και τα δικά του τα κόκαλα. Πεθυμιά του ήτανε να τον θάψουν εδώ δίπλα, στη βαλανιδιά από κάτω. Ο Δεσπότης όμως, άγιος άθρωπος, φοβήθηκε μη βγαίνει τη νύχτα και κυνηγάει τους ζωντανούς, το απαγόρεψε, τον βάλανε στη νεκροπολιτεία του χωριού.
Με το που ξεστόμισε τις τελευταίες ετούτες λέξεις, κεραυνός λες και τον χτύπησε, σταμάτησε απότομα και τον είδα να μουδιάζει σα να ζήταγε προστασία και να μεγαλώνουν τα στρογγυλά του μάτια από θαυμασμό και δέος. Απόμεινε έτσι σαν το κυνηγημένο αγρίμι που βλέπει τον κυνηγό, κοίταξε ολόγυρα, ξανάνοιξε το στόμα του.
― Κι άφηκε διαταγή, του γέρο Δήμου του Κονταξή τη στερνοθυγατέρα που την καμάρωνε για την τόλμη και τη σβελτάδα της, κι ας ήτανε άμεστη κοπελιά, να τη θάψουνε παραδίπλα του. «Να τη νιώθω μωρέ, μπας και αναστηθώ μιαν ημέρα των ημερώ να την κάνω νυφάδα μου», έλεγε, και σφούγγιζε το κατωσάγονο του.
Μιλούσε ο Δημητρός και τον έβλεπα, μια να αψηλώνει, να αντριεύει, και μια να ζαρώνει, να θέλει να κρυφτεί. Τραντάχτηκα τότεσου κι εγώ, είπα δυο λέξεις με τρόμο, που ευτύς το είχα μετανιώσει.
― Ποια είπες;
Είδα το καρύδι στο λαιμό του να χορεύει απάνω κάτω, δεν αποκρίθηκε. Έκαμε να σηκωθεί, αλλαξογνώμησε, με αγκάλιασε.
Δάκρια τότες ένιωσα να πετιούνται απ’ τα μάτια μου, κατάπια, το τόλμησα ανάμεσα σε αναφιλητά.
― Κονταξής ήταν ο παππούς μου…
Ζαρωματιές κι άλλες χαρακώσανε του Δημητρού το κούτελο, είδα να δαγκώνει το κιτρινισμένο μουστάκι του κι άκουσα καθαρά.
― Ναι βρε μικρομέγαλο. Γι’ αυτήν που έχεις στο μυαλουδάκι σου έλεγε, αλλά μετά από ‘κατό χρόνια. Μα, άντε, πάμε τώρα.
Με έπιασε πάλι απ’ το χέρι, με έσυρε, μα είχα κολλήσει στο χώμα, να γενώ ένα μαζί του ήθελα, κι είπα φωναχτά, τσιριχτά:
― Η μανούλα μου, δεν θα πεθάνει ποτέ! Το ξέρω. Η ίδια μου το είπε.
― Έτσι είναι. κι άσε το γέρο Δράκο να λέει ό,τι θέλει. Έ;
Σκούπισα τα μάτια μου, και πια, δε μεταμίλησα.

Σελίδα 1 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top