FOLLOW US
Γιώργος Καμβυσέλλης

Γιώργος Καμβυσέλλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 07 Σεπτεμβρίου 2018 14:51

Και γινήκαμε όλοι μια αγκαλιά αγάπης

Τι θέλει αλήθεια ο άνθρωπος για να ζήσει;

Ένα πιάτο φαί, λίγο ψωμί και μια κούπα κρασί.

Με τούτα θρέφει τη σάρκα, μα η καρδιά κι η ψυχή δακρύζουν, αιμορροούνε και προσμένουν.

Προσμένουν δράση, μη πλαντάξουν. Στήριγμα από τη σάρκα προσμένουν, να ενδυναμώσουν να επιτελέσουν το έργο τους, με ελευτερία, πνέμα και αγάπη. Και έρωτα. Όχι μόνο τον σαρκικό έρωτα που μεταμορφώνει τον άθρωπο σε υπερβατικό ον και δίνει νόημα ύπαρξής του και του είδους του διαιώνιση επί γης. Λογιώ-λογιώ έρωτες μπορεί και πρέπει να χαίρεται ο άθρωπος και να ονειρεύεται, να στοχεύει στο καινούργιο, το καλλίτερο, το ανώτερο. Για αγώνα, να μεγαλουργεί. Σκοπός μας, σε τούτον τον κόσμο που, Θεία δυνάμει, βρεθήκαμε, δεν είναι να αφήνουμε στο διάβα μας μυρουδιές αποκρουστικές, μα αρώματα. Ελκυστικά αρώματα ψυχής και πνεύματος να μας κλουθούνε φίλοι μου.

Στο νου μου τριζοβολά η Κρητικιά μαντινάδα του ορεσίβιου γιδοβοσκού και φίλου μου του Μιχάλη Χαραλαμπάκη.

Ο άθρωπος εις τη ζωή

πρέπει να έχει νάμι

όντε θα φύγει από δω

να μην του πουν χαράμι.

Ο καθείς από μας, φίλοι μου αγαπημένοι, έχει, πρέπει να έχει, τον δικό του έρωτα μπορεί και ερωτάδες. Άλλος με τη φύση, άλλος τη λογοτεχνία, το κολύμπι, την ορειβασία, το κυνήγι, τα ζώα που μας δίνουνε αγάπη προστασία και χαλάρωση. Είναι κι’ άλλοι που με μια μηχανή στο χέρι αποθανατίζουν στιγμές φευγαλέες, θέματα ανεπανάληπτα. Πολλές οι ερωτικές έλξεις κι εκρήξεις που σμίγουν κι αγκαλιάζουνε τους καλούς αθρώπους. Και σε τούτη την ουρανόσταλτη πανδαισία χαράς, ευτυχίας, ξενοιασιάς, κεφιού, είναι φίλοι μου και το τραγούδι, η μουσική. Μουσική έχουνε σε βουστάσια για να αυξήσουν την γαλακτοπαραγωγή. Μουσική και σε φυτά να αναπτύσσονται και καρποφορούνε καλλίτερα. Μουσική, τραγούδι, χορό αποζητoύμε κι εμείς οι αθρώποι που θαματουργό φάρμακο μπορεί να αποβεί κατά που αποδείχτηκε και γράφτηκε: «Η μουσική, ο χορός, είναι φάρμακο για τον άνθρωπο» και σε πολλά μέρη υπάρχουν δασκάλοι κι ιδρύματα που πάνε οι κουρασμένοι για χαλάρωση, ενδυνάμωση, προάσπιση της υγείας των.

Και τούτος ο μεγάλος έρωτας χτύπησε και κρατά στα δεσμά του έναν γνήσιο Κρητικό, το Βασίλη Σκουλά, που με τη ζωογόνο έξαψη να σταλάζει ακόμη στα ψυχοκάρδια μας, την άλλη μέρα από το ολόγιομο Αυγουστιάτικο φεγγάρι, μαζί με τους ανθρώπους του και το χορευτικό συγκρότημα «Ονειροκρήτες» της Βαγγελιώς Κουνελάκη, βρέθηκε εδώ στα μέρη μας κατά το λιόγερμα, για να μας χαρίσει στιγμές κι ώρες κεφιού, ψυχικής γαλήνης, μακριά από άγχος και προβλήματα καθημερινότητας. Δυόμιση ώρες ήτανε στο πέτρινο θεατράκι στα Νοπήγεια και πλημμύριζε ο τόπος νότες, αγάπη, έρωτα και τραγούδια, με εναρκτήριο λάκτισμα την μαντινάδα του που ο ίδιος έχει μελοποιήσει:

Άμα θα πάψ’ ο έρωτας

σ’ άνθρωπο να υπάρχει,

πες μου τι νόημα η ζωή

κι είντα ουσία θα ‘χει.

«Να πορευόμαστε με το νόημα του έρωτα για τον εαυτό μας, το συνάνθρωπό μας, με τη φύση κι ό,τι ωραίο υπάρχει στη ζωή». είπε ο ίδιος,

Κι αρώματα γιόμισε ο τόπος με τούτη τη μουσική εκδήλωση στην κακοποιημένη κοινωνία που ζούμε φίλοι μου. Βραδιές σαν κι αυτήν, που κομίζουν πολιτισμό, είναι η ποθητή όαση στην έρημο, είναι το πεφταστέρι που δείχνει το μεγαλείο του σύμπαντος κι ένας αντίλαλος ισχυρός από ανασαμιές που μας τροφοδοτούν οξυγόνο και μπόρεση για ζωή. Γιατί η ζωή, στερημένη από το πνέμα, δεν είναι ζωή, μα βόσκηση στο αθρωπολίβαδο του πλανήτη που βρεθήκαμε.

Ας δώσουμε νόημα κι ομορφιά στη ζωή μας κι ας γενούμε όλοι μια ζεστή αγκαλιά άδολης αγάπης.

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018 12:46

Χόρτασεις, τσι κλουτσάς έε;!

Τι σου είναι ο άθρωπος!

Πώς κι ήρθε στο νου μου τούτη η ιστορία τραβηγμένη απ’ τα παλιά, όλο άρωμα και μέθη. Μια νοσταλγική ανάσα, ζωογόνα και πονετικιά. Μια ξεθωριασμένη ελπίδα!

Εκεί, στην απλάδα του κάμπου, με τα σπίτια σκορπισμένα σαν του παραμυθιού τη φαντασία ανάμεσα δέντρα λουλούδια και πουλιά, αγκαλιά της φτώχιας τη μιζέρια, λίγα χρόνια που είχανε φύγει οι Γερμανοί κι αρχίσαμε να φαγωνόμαστε αναμετάξυ μας, με τη λαχτάρα να ξαναφέρουμε τα νοικοκυριά μας σε μια καλλίτερη μοίρα, που μετρούσαμε τις μπουκιές κι αν ήταν μπορετό τις κόβαμε στα δύο, και, θυμάστε οι πιο παλιοί, είχαμε ευτυχία πιότερη από τώρα, εκεί, παράπλευρα του αμπελιού, γερά μπηγμένο στη καματερή τη γης, ήτανε το σπιτικό μας.

Στην άλλη μεριά το χωματόδρομο που με το ζόρι περνούσε το άλογο με τον «αραμπά» πίσω, ήταν του Πετρέλλη του Γιάννη το σπίτι. Καλός άθρωπος, εργατικός, νοικοκύρης, με το διάφορό του, τη γυναίκα του και το γιο του το Μανόλη.

Είχανε κι ένα υπομονετικό γαϊδουράκο, το Γιοβάνη, που άμα έβλεπε σαμάρι περίμενε καρτερικά και κοίταζε προς το δρόμο, γιατί γι’ αυτουνού το ένστικτο, σαμάρι σήμαινε δυο τσουβάλια γιομάτα, πενήντα οκάδες, να τα σηκώνει από το σπίτι ίσαμε το μετόχι με το μπαχτσέ, έξι χιλιόμετρα απόσταση, και βραδάκι πια, να γυρίζει πίσω.

Πάντα πρόθυμος κι ήρεμος, μασουλούσε το λιγοστό κριθάρι, κι ήρεμος, καθόντανε, ακόμα κι ο μικρός μου αδερφός, πεντάχρονος τότε, να του τραβά τα μεγάλα αυτιά ή την ουρά του.

Η δουλειά θαρρείς και τον έθρεφε. Του άρεσε φαίνεται να ξεδιπλώνει ρεματιές και βουνά, να χώνεται στα σπαρτά και τις φυλλωσιές, γι’ αυτό και, σαν το κυνηγόσκυλο που βλέπει τον κυνηγό να ζώνεται δίκαννο και φυσίγγια κι ανυπομονεί πότε θα φερμάρει το λαγό, έκανε χαρά να του βάλει ο Γιάννης το σαμάρι με τα τσουβάλια, να κάτσει κι ο ίδιος «πανουσάμαρα», και να φύγει. Μπορεί και να λαχταρούσε τη λευτεριά ή το τρυφερό χορτάρι που έβοσκε στα υψώματα. Μα και το αφεντικό του, μετά τη δουλειά, του έβανε κάμποσο άχυρο να τον ευχαριστήσει. Πάντα όμως ο γέρικος γαϊδουράκος είχε λαχτάρα για κάτι καινούργιο, για λίγο περισσότερο φαΐ.

 

Ευλογία Θεού όμως, η χρονιά ετούτη, είχε πορπατήξει παραπάνω από καλά. Μπόλικα τα σπαρτά, δέσανε οι ανθοί, γιόμισαν τα πιθάρια καρπό, κι οι αποθήκες τριφύλλι.

Κι ο Γιοβάνης, έτρωγε μπόλικο, φχαριστιότανε, κι είχε παχύνει. Έδειχνε πως, πια, δεν του πολυάρεσε να κουβαλάει τα γεμάτα τσουβάλια.

Μια μέρα που είχε φάει πολύ κι ήτανε χαλαρωμένος και ξεκούραστος, έστειλε ο πατέρας το γιο του το Μανόλη να τον «σαμαρώσει». Μα στάθηκε αδύνατο. Άδικα προσπαθούσε ο νέος. Δεν ήθελε, δεν στεκόταν ο Γιοβάνης. Βρε από δω, βρε από κει, τίποτα. Άκουσε το σαματά, ήρθε κι ο πατέρας, τον πλησίασε, προσπάθησε κι αυτός να του βάλει το σαμάρι, δε μπόραγε. Μέχρι που μια στιγμή ο Γιοβάνης, ντάαν, τράβηξε μια κλωτσιά, για πρώτη φορά στη ζωή του, κόντεψε να χτυπήσει τους αθρώπους, τρόμαξε ο Πετρέλλης, του έμπηξε δυνατή φωνή.

- Άααχ, βρε καρατά! Χόρτασεις, τσι κλουτσάς έε;!

Κι άντε τώρα εσύ φίλε αναγνώστη, να μου το βγάλεις απ’ το μυαλό, πως δεν συμβαίνουν τέτοια πράματα στην εποχή μας!

Λένε, πως του λιγόστεψε το φαί ο Γιάννης, μετά τη δουλειά του τόδινε, δε ξανακλώτσησε ο Γιοβάνης.

 

                                                                                                Γιώργος Καμβυσέλλης

                                                                                                Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 01 Ιουνίου 2018 15:00

Ως τη Γραμπούσα

Ερχότανε η ιερή ώρα, να αποτελειώσω το άρθρο της εβδομάδας.

Ιερή τη νοιώθω, γιατί χρειάζεται αγώνας, αυτοκυριαρχία, δάμασμα των αισθήσεων, σπιρούνισμα του μυαλού, και προπαντός σεβασμός. Σεβασμός προς το ιερό τέρας που λέγεται αναγνώστης.

Γιατί, με δέος, πασκίζω να εκφράζω τα πιστεύω μου, τις ανησυχίες μου και τις ελπίδες μου για μια καλλίτερη Ελλάδα. Χτυπώ, μου λένε πολλοί, το χέρι μου στο μαχαίρι, μα δε πονώ, κι όσο με ανέχεστε εσείς, κι έχω την υγειά μου, θα βρίσκομαι στο προμαχώνα καλοί μου φίλοι.

Στον οίστρο μου όμως απάνω, άκουσα την κυρά από δίπλα.

― Γιώργο, έχεις όρεξη για βαρκάδα;

Απρόσμενο μου ήρθε, δουλειά με περίμενε, βιάστηκα να πω όχι, αλλά πήδηξα από χαρά σαν άκουσα τον προορισμό.

― Στη Γραμπούσα θα πάμε!

Μισόγυμνοι, τρεμουλιάρης η αφεντιά μου, αναρριχηθήκαμε σαν αλπινιστές, στρωθήκαμε στο μικρό σκαρί.

Υπόκωφα, ήρεμη ακούστηκε η εξωλέμβια, κι ως βγαίναμε από το υποτιθέμενο εδώ λιμανάκι, άρχισε να δυναμώνει κι υστερνά να μουγγρίζει θέλοντας, λέει, να καταπιεί σειρήνες και δράκους, και ν’ απολαύσουμε αμέριμνοι την απεραντοσύνη του υγρού στοιχείου.

Ένας αγέρας, ανάλαφρος στην αρχή, με αυθεντικά του χωμάτου και του γιαλού σμιγμένα τα αρώματα, όλο φύκια κι αλυγαριές, μας χαϊδολογούσε, κι ανδρειωνότανε, δυνάμωνε, αγρίευε, γινότανε τροφός και μας πότιζε οξυγόνο κι αρμύρα. Χαθήκανε έννοιες καημοί και χαρές, απόμεινε μοναχά ο αγέρας με σκάγια τις παγωμένες σταγόνες να μας τρυπάνε, κι ο καυτερός «ηλιάτορας» μεσούρανα να τσιτώνει το πετσί μας. Όλα τ’ άλλα είχανε σβήσει. Είχανε γενεί βορά στα άγρια θαλασσοπούλια που παραβγαίνανε σε γρηγοράδα το «Αργώ», το πλεούμενο του Πέτρου.

Σιμώναμε και ξεμακραίναμε βράχια θεόρατα, κοφτερά νυστέρια γιομάτα, ή καλοπελεκημένα κι απάτητα, αμμουδερούς κόρφους μικρούς, μικρούτσικους, σαγηνευτικούς, κονταροχτυπιόμασταν με τριάδες καμωμένα απειλητικά τα κύματα, κι άξαφνα, έστριψε ζερβά ο Πέτρος που κοκορευότανε κι ας μη φορούσε καπετανίστικο καπέλο και σιρίτια, κι ώ Θε μου, θωρήσαμε ένα μυθικό θεριό να κολυμπά και να γιομίζει τη θάλασσα ολάκερη. Κάναμε το σταυρό μας, μα δεν ήτανε θεριό!

Κοντέψαμε κι άλλο, ξεδιαλύναμε, πλευρήσαμε, κι έντρομοι αφεθήκαμε, μηδαμινοί, ομπρός της Γραμπούσας το μεγαλείο.

Μαζώξαμε τότες μπόρεση, πηδήξαμε με τις σαγιονάρες τις γλιστερές στο τσιμεντένιο μόλο και χυθήκαμε να γευτούμε τα βράχια τα ανεμοδαρμένα, τα ποτισμένα αλάτι και δόξα αιωνόβια θάμνα, πού και κανένα γονατισμένο απ’ το βοριά δεντρί, και το κάστρο.

Στο έμπα του, νάτο το λαβωμένο λιοντάρι να αγναντεύει δακρυσμένο τα πελάη, και να βογγά, από των βαρβάρων, τότες, την ιεροσυλία. Πόνεσα σαν τόειδα έτσι να κείτεται, δε λέω, έχει το μεγαλείο του, μα θάτανε πιο επιβλητικό στην αρχική του θέση. Έχει ο Θεός, μουρμούριξα, γιατί η πολιτεία κοιτά άλλα, πιο φανταχτερά κι ασήμαντα να πράττει. Μα, ας είναι.

Και θάμαξα ακροζυγιασμένα στα γκρεμνά πύργους και πολεμίστρες, οσμίστηκα δάφνη κι αγριλιά από τα πτώματα ολόγυρα που ταφήκανε στον αγώνα τους να μας αφήκουνε τη λευτεριά, τρύπωσα στην ακκλησιά τη μεγάλη, προσκύνησα Θεού κι ανθρώπων τα μυστήρια, κι ως έβγαινα, δυο αγριοκούνελα ξημερωμένα μα φοβισμένα, χαμογελούσανε, μασουλάγανε και τρυπώσανε στις χαραμάδες.

Κατεβαίναμε αλαφρωμένοι και ιστορικά κειμήλια ποτισμένοι κι αντικρίσαμε τσούρμο με πλουμιστά φτιασίδια, καπέλα, και λιγοστά ρούχα, απ’ το μεγάλο πλεούμενο ερχομένο, κι από δυο κατσικοδρόμους να ανηφορίζουν, πολυθόρυβοι Απάτσι, να καταχτήσουν τάχα τούτη τη κληρονομιά μας.

Και να πάνε στερνά στο τόπο τους, αλλοεθνείς, πολυεθνείς, Αγαρηνοί και Φράγκοι ήντουσαν, να πούνε, πως, τση Κρήτης τα όρη και τα γκρεμνά μωρέ, πολιτισμό κι αντρειοσύνη είναι σπαρμένα.

 

                Γιώργος Καμβυσέλλης

                                                                                                Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018 16:51

Σαν έφυγ’ ο πατέρας μου

Είχανε περάσει σαράντα ώρες απού ‘χε έρθει το φριχτό μαντάτο χωρίς να κλείσει μάτι, κι ως άλαξ’ η μέρα, ξαναγέμισε το αρχοντικό. Γειτόνοι, συγγενείς και φίλοι. Από αγάπη, συμπόνια, συμπαράσταση ή και περιέργεια.

Τους τράταρε χουβαρντάδικα καφέδες κουλουράκια, τυριά, ό,τι βρέθηκε μπροστά της, να συχωρέσουνε το νεκρό άντρα της, που δεν τον ξανάδε απού ‘φυγε για τον Ευαγγελισμό πριν δυο βδομάδες.

Στριφογύριξε η κουβέντα, δε λείψανε κι οι πονηρές ερωτήσεις.

- Και πού τον τακτοποιήσανε το συχωρεμένο; Ρώτηξε με προσποιητό ενδιαφέρον η Ξενούλα.

- Αλήθεια, ποιος τον φρόντισε; Ακούστηκε μια άλλη.

- Δε μπόρεσα, ούτε στη κηδεία του να πάω! Πού ν’ αφήσω τα ορφανά του στους πέντε δρόμους! Ήτανε και τα κουνιάδια μου! «Κάτσε στα παιδιά σου Μαριγώ, μου λέγανε, θα πάμε εμείς στο πόδι σου». Μα ούτε κι αυτοί πήγανε. Μοναχά ο Αντρέας… ο αδερφός του…

Τα ‘λεγε κι έκλαιγε, και χτυπιότανε. Πότε στο στήθος με σφιγμένους γρόθους, πότε μ’ ανοιχτές παλάμες στους μηρούς. Μαζί κλαίγανε κι οι μοιρολογήτρες, με τα ακαταλαβίστικα όλο σπαραγμό κι επαγγελματισμό μακρόσυρτα, αυτοσχέδια, του χαμένου κατευόδια και των ζωντανών παρηγόρια.

Άξαφνα, φωνούλες και κλάματα ακουστήκαν από δίπλα, απότομα άνοιξε η μεσόπορτα, και φτερούγησαν ωσάν τις νυχτερίδες τα πέντε μαυροφορεμένα ορφανά. Κλαίγανε, κι αναστατωμένα τρέξανε στη μάνα κοντά, που θάρρεψαν πως πέθανε κι αυτή με τα τόσα κλάματα και μοιρολόγια που φτάνανε στ’ αυτάκια τους. Τα λυπηθήκανε μοιρολογήτρες και γειτόνισσες, πάψανε τον οδυρμό, πιάσανε τα φλιτζανάκια με το καφέ, δείξανε συμπόνια στα μωρά. Πέρασε η ώρα φύγανε κι αυτές, ηρέμησε ο τόπος.

Βάλθηκε η αδερφή της η Θεανώ, που ωστόσο με είχε γυρίσει στην αγκαλιά, βρέφος χωμένο στα μαύρα, με της Μερόπης, της παραμάνας, το γάλα χορτασμένο, να δώσει γνώμη, πως τάχα δεν είναι σωστό μαύρα τα παιδάκια να φοράνε, «και τα συκώτια τους θα μαυρίσουν» είπε. Τινάχτηκε η χήρα, βουτηγμένη κι αυτή μέχρι και τα εσώρουχα στη καραμπογιά, άφρισε.

- Και ποια είσαι συ που θες κουμάντο να μου κάνεις; Δικά μου τα βάσανα, και τα παιδιά δικά μου.

Έπεσε μια βουβαμάρα, καμιά δεν αντιμίλησε, βαρύ το χτύπημα, σκεφτήκανε, σηκωθήκανε με την ώρα τους φύγανε ούλες.

Φάνηκε η ψυχοκόρη μ’ ένα κουτί στο χέρι γιομάτο μπογιά. Κι άλλη μπογιά. Μαύρη κι αυτή.

Πιάσανε μαζί, κατεβάσανε κατσαρόλες, μπρίκια, λάμπες, κουρτίνες, καθρέφτες, ό,τι βρισκότανε πάνω και κοντά στους τοίχους, τους αφήκανε ανατριχιαστικά γυμνούς, άσπρους.

Κλείστηκε μόνη της μέσα, έριξε τη μπογιά στο νερό, την ανακάτωσε, πήρε τη βούρτσα κι άρχισε να βάφει τους τοίχους σ’ όλο το σπίτι. Μέσα κι όξω. Με τα λογικά της σαλεμένα πρόσκαιρα, σαν το αγρίμι, πάγαινε από τον ένα τοίχο στον άλλο. Όλα μαύρα τα ‘θελε. Να δείξει το πόνο της για τον άντρα της, που έτσι, σαν ένα ζώο, χωρίς δικούς, χωρίς φίλους και συγγενείς, χωρίς κανέναν να τον συνοδέψει προς το στερνό του ταξίδι, άπλυτος κι ανάλλαχτος, με τα μάτια ανοιχτά, έφυγε, πήγε στον άλλο τον κόσμο. Κι ας ζήταγε άδικα τη γυναίκα του.

Μπογιάτιζε και μαύριζε ό,τι εύρισκε ομπρός της. Ντουβάρια, πόρτες, παναθύρια, πατώματα και δώματα κι αγέρα και ψυχές κι ανήλια σπαργανικά ψυχανεμίσματα, ψυχοραγίσματα. Πασάλειβε τον τοίχο κι έβρεχε το πάτωμα πότε με της βούρτσας, πότε με των ματιών της το στράγγισμα. Έκλαιγε και πάσκιζε της καρδιάς της το φαρμάκι να σκορπίσει. Να φτάσει παντού, κι όλοι να πούνε πως η Μαριγώ, πονεί, κι αιμορραγεί και πνίγεται με των πληγών της το χοχλαστό το αίμα. Το αίμα τούτονα, που αβούλητα πέρασε και στων παιδιών της τις φλέγες. Και πιότερο στου δικού μου του άυλου κι ασχημάτιστου βρέφους που με πότισε και με το δικό της το πικρό κι αρρωστημένο γάλα.

 

                                                                                                Γιώργος Καμβυσέλλης

                                                                                                gkamvysellis@yahoo.gr

Αρφανεμένο, καταπιεσμένο κοπελουδάκι όντες ήμουνα, με του πένθους τα μαύρα ρουχαλάκια να με τυλίγουνε, με μόνο προστάτη τη μάνα μου, του Κονταξή του άρχοντα την πέμπτη και τελευταία θυγατέρα, χρόνια πεθαμένος κι αυτός, παρακάλεσα τον υποταχτικό τση μάνας μου στο μετόχι, να με πάει στη ρεματιά με τα τρεχούμενα νερά και τα βατράχια. Κουρασμένος ο Δημητρός ήντονε μα από λύπηση το αποφάσισε.
Άδραξε το χέρι μου, το κράτησε απαλά και πήραμε το στενό γιδοστράτι, όλο πέτρες, αγκάθια και νεροφαγιές γεμάτο, χωρίς να μιλεί ο ένας στον άλλο. Φτάξαμε στο γρανιτένιο βράχο, που ‘τανε μεγάλος και τετράγωνος σαν Άγια Τράπεζα με μια γούβα ίσαμε μικρό κοφίνι στην απάνω μεριά του, γιομάτη παγωμένο νερό που ξεχειλούσε από δυο σχισμάδες κι έγλυφε τα πλευρά του.
― Ο γέρο Δράκος, του καπετάν Νικήτα του αντάρτη ο κύρης, δέκα χρόνια πεθαμένος τώρα, που σήκωνε πέντε τσουβάλια αλεύρι και τα πάγαινε στο μύλο, που έτρωγε κι έπινε ως τα εκατό του και χόρευε, αυτός την είχε σμιλέψει με κοπίδι και σφυρί κάτω απ’ το τρεχούμενο νερό. Να πίνουν άνθρωποι και ζωντανά, να ξεδιψάνε, να τον θυμούνται, έλεγε, να δροσερεύουν και τα δικά του τα κόκαλα. Πεθυμιά του ήτανε να τον θάψουν εδώ δίπλα, στη βαλανιδιά από κάτω. Ο Δεσπότης όμως, άγιος άθρωπος, φοβήθηκε μη βγαίνει τη νύχτα και κυνηγάει τους ζωντανούς, το απαγόρεψε, τον βάλανε στη νεκροπολιτεία του χωριού.
Με το που ξεστόμισε τις τελευταίες ετούτες λέξεις, κεραυνός λες και τον χτύπησε, σταμάτησε απότομα και τον είδα να μουδιάζει σα να ζήταγε προστασία και να μεγαλώνουν τα στρογγυλά του μάτια από θαυμασμό και δέος. Απόμεινε έτσι σαν το κυνηγημένο αγρίμι που βλέπει τον κυνηγό, κοίταξε ολόγυρα, ξανάνοιξε το στόμα του.
― Κι άφηκε διαταγή, του γέρο Δήμου του Κονταξή τη στερνοθυγατέρα που την καμάρωνε για την τόλμη και τη σβελτάδα της, κι ας ήτανε άμεστη κοπελιά, να τη θάψουνε παραδίπλα του. «Να τη νιώθω μωρέ, μπας και αναστηθώ μιαν ημέρα των ημερώ να την κάνω νυφάδα μου», έλεγε, και σφούγγιζε το κατωσάγονο του.
Μιλούσε ο Δημητρός και τον έβλεπα, μια να αψηλώνει, να αντριεύει, και μια να ζαρώνει, να θέλει να κρυφτεί. Τραντάχτηκα τότεσου κι εγώ, είπα δυο λέξεις με τρόμο, που ευτύς το είχα μετανιώσει.
― Ποια είπες;
Είδα το καρύδι στο λαιμό του να χορεύει απάνω κάτω, δεν αποκρίθηκε. Έκαμε να σηκωθεί, αλλαξογνώμησε, με αγκάλιασε.
Δάκρια τότες ένιωσα να πετιούνται απ’ τα μάτια μου, κατάπια, το τόλμησα ανάμεσα σε αναφιλητά.
― Κονταξής ήταν ο παππούς μου…
Ζαρωματιές κι άλλες χαρακώσανε του Δημητρού το κούτελο, είδα να δαγκώνει το κιτρινισμένο μουστάκι του κι άκουσα καθαρά.
― Ναι βρε μικρομέγαλο. Γι’ αυτήν που έχεις στο μυαλουδάκι σου έλεγε, αλλά μετά από ‘κατό χρόνια. Μα, άντε, πάμε τώρα.
Με έπιασε πάλι απ’ το χέρι, με έσυρε, μα είχα κολλήσει στο χώμα, να γενώ ένα μαζί του ήθελα, κι είπα φωναχτά, τσιριχτά:
― Η μανούλα μου, δεν θα πεθάνει ποτέ! Το ξέρω. Η ίδια μου το είπε.
― Έτσι είναι. κι άσε το γέρο Δράκο να λέει ό,τι θέλει. Έ;
Σκούπισα τα μάτια μου, και πια, δε μεταμίλησα.

Μπόμπιρας προβληματισμένος, Μεγαλοβδομάδα του 1950.

Σκεφτόμουνα, και φανταζόμουνα το Χριστό μας έναν Αγωνιστή, έναν Ειρηνικό Επαναστάτη, που ‘χε για λάβαρο ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη, την Ανθρωπότητα θαρρώ, ενάντια στο κακό και την αμαρτία, κι εμείς, οι μικροί αθρώποι που φοβόμασταν μη χάσουμε πλούτη και μεγαλεία, τον κυνηγούσαμε να τον σκοτώσουμε.

Το έβρισκα άδικο, φρικτό.

Τον ήθελα τον Ιησού κάτι σαν τον Άϊ-Γιώργη σε άτι καμαρωτό μ’ ολόχρυσο σπαθί, να τον φοβούνται και να γίνουνε όλοι καλοί. Γιατί, σκούπιζα τα ματάκια μου όταν τον σκεφτόμουνα απροστάτευτο να θέλουνε να τον σταυρώσουν.

Κι ήρθε η Μεγάλη Πέμπτη με τις εκκλησιές βουτηγμένες στο πένθος, μαύρες και μαβιές κορδέλες, τα μισά κεριά σβηστά, παπάδες και παπαδάκια στα μαύρα και τα Ευαγγέλια, Δώδεκα. Κι η ορθοστασία δύσκολη τόσες ώρες. Έκανε και κρύο, πολλά τα χνώτα, ζεσταινόμασταν.

Άκουγα τα Ευαγγέλια κι έβαζα απ’ ένα δαχτυλάκι στην άκρη.

Ξανασηκώθηκαν οι Χριστιανοί, μέτρησα, ήταν το πέμπτο δαχτυλάκι.

Δύσκολη η καθαρεύουσα, αλλά σαν άκουσα «Στέφανο εξ ακανθών… άρον-άρον σταύρωσον Αυτόν…» συγκλονίστηκα, σταυροκοπήθηκα. Τέλειωσε το Ευαγγέλιο, ακούστηκαν λίγοι ακόμα ύμνοι, έπεσε νεκρική σιγή.

Την διέκοψε το θρόισμα από τα ράσα, το θυμιατό και βήματα. Πολλά βήματα. Μονότονα, πένθιμα.

Μπροστά οι λαμπάδες εξαπτέρυγα και θυμίαμα, πίσω ο παπά Μιχάλης.

Αψηλός, μαύρη γενειάδα, ξέπλεκα κορακίσια μαλλιά ως τη μέση, μπλαβισμένες κατακούτελα φλέβες πεταμένες όξω, ολόδροτος, τα τεράστια μάτια του βρεμένα, σε έκσταση, και τα τεντωμένα στιβαρά του χέρια με τον Εσταυρωμένο να τρέμουν από δέος. Στεντόρεια, παλλόμενη η φωνή του γιόμιζε θρήνος την κατακόμβη.

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…»

Είδα τα καρφιά, είδα το αίμα να τρέχει κι ένιωσα μαζί μου να κλαίνε αθρώποι, εικόνες και τέμπλο. Τον βάλανε στη μέση και τον φορτώσανε στεφάνια.

Ήρθε η ώρα, φίλησα τα πόδια Του που έφτανα, και δεν έφευγα, γιατί Τον λυπόμουνα, μόνο Του, στο Σταυρό απάνω όλη τη νύχτα. Γιατί;

Έπρεπε φαίνεται να περιμένουμε τις κοπελιές πρωί-πρωί μ’ αγκαλιές λουλούδια, να βάλουνε τέχνη πολλή, να στολίσουνε τον Επιτάφιο, να τον εκάνουνε όμορφο, μυρωδάτο, σαν που ταίριαζε, μνήμα για το Σωτήρα μας. Ένα έργο τέχνης.

Και το βράδυ, περίμενα, στο μέσον της ακολουθίας, να πάρουνε τα παλικάρια τον Επιτάφιο, κι όλοι μαζί, να γυρνάμε δρόμους και σοκάκια, όλο το χωριό, απόσταση μεγάλη, με τα εξαπτέρυγα, παπάδες και ψαλτάδες και τη χορωδία των κοριτσιών με τον ανεπανάληπτο δάσκαλο το Γιάννη επικεφαλής, να ψέλνουνε τα εγκώμια, κι απ’ όπου περνάγαμε, στις πόρτες οι γυναίκες με λαμπάδες και θυμιατά να προσκυνάνε, για να καταλήξουμε στην πλατεία μπροστά στην εκκλησιά, Επιτάφιοι και πιστοί.

Χαρά κι ευλάβεια μεγάλη να περάσω όρθιος από κάτω, να μπω στην εκκλησιά, να ξανανάψω την πένθιμη λαμπάδα μου, που να πω την αλήθεια δεν μου άρεζε. Ήθελα την άσπρη, την πλουμιστή, από το νουνό μου, τον Αριστοτέλη, που, ντυμένος στα πιο καλά μου, και μ’ ευτυχώς, καινούργια παπούτσια, βαστούσα, μαζί μ’ όλο το τσούρμο να πάρω το Άγιο Φως από το χέρι του σεβάσμιου παπά-Μιχάλη.

Θαύμαζα το μπάρμπα-Γιάννη τον καντηλανάφτη με τη βράκα, πώς με το μακρύ κοντάρι και το κερί στην άκρη άναβε πολυελαίους και μανουάλια, που είχε σβήσει πριν λίγο με το μεταλλικό χωνάκι.

Όλα αστράφτανε σήμερα. Άσπρες οι κορδέλες και τα λάβαρα κι οι παπάδες με τα καλά τους, τα χρυσά τα άμφια να παίρνουνε θέση στον αυλόγυρο, στη μικρή εξέδρα.

Κι εμείς, έτοιμοι, με τα κόκκινα αυγά να κατρακόσουμε, να φάμε και κανένα κουλούρι, δώδεκα ακριβώς, σα χτύπαγαν χαρμόσυνα οι καμπάνες κι οι τρακα-τρούκες παραβγαίνανε με το κάψιμο του Ιούδα, κι αγκαλιές, ευχές και φιλιά, στο πρωτάκουσμα του Χριστός Ανέστη.

Κι όλοι μαζί, σμάρι βουερό, ψέλναμε ξανά και ξανά το μήνυμα το μεγάλο.

Καλή Ανάσταση φίλοι μου.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018 16:07

Πάντα, φταίνε οι άλλοι

Πάω να περάσω το στενάκι, ξέρεις, εκεί στον ΟΤΕ (μόλις βγήκα από μέσα) τρία μέτρα φάρδος, ό,τι αφήκαν δηλαδή οι δυο αράδες παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, ένα δρομάκι που σπάνια περνάνε τροχοφόρα, δεν έδωσα και πολύ προσοχή, έβλεπα και το φουσκωμένο λογαριασμό στα τρεμάμενα χέρια μου που γίνηκε αιτία να αδειάσει το ισχνό μου βαλάντιο, και… αμάν.

Ένα θωρηκτό, απ’ αυτά τα κατάμαυρα, τεράστια τέσσερα επί τέσσερα, με κάτι ρόδες πάνω από το κεφάλι μου, διπλοκάμπινο, να φρενάρει απότομα, κι ένα μουστάκι πίσω από το τιμόνι να περισσεύει από τις μπάντες όσο και το φάρδος, περίπου, του δρόμου, να σείετε δαιμονισμένα, κατά τον εκσφενδονισμό κολακευτικών για το πρόσωπό μου φράσεων.

- Άντε ρε κωλόγερε!! Αόμματε!! Μάθε να περπατάς ρε μαλά...!

Συγκινήθηκα για τα κοσμητικά επίθετα, τον ξανακοίταξα, σκέφτηκα να τον δείρω, άλλαξα γνώμη γιατί ούτε το μουστάκι του δε μπορούσα να φέρω βόλτα, αρκέστηκα στη σιγανή, φοβισμένη, απολογία μου.

- Συγνώμη κύριε, αφηρημένος, βλέπετε, (του ‘δειξα και το μαγικό χαρτάκι του λογαριασμού να με λυπηθεί μη με φυσήξει και χαθώ), δεν σας είδα…

- Τίι; Βρόντηξε πάλι. Δεν είδες ρε χοντρομα... κοτζάμ αυτοκίνητο;

Έσκυψα το κεφάλι, δόξασα το Θεό που δεν με έλιωσε, και με διαλυμένα τα νεύρα απομακρύνθηκα.

Ο διάολος το ‘κανε, την παραπάνω μέρα, εκεί που πήγαινα με το Φιατάκι μου στη Χώρα, από μακριά διέκρινα τα μουστάκια να διασχίζουν μπροστά μου τη λεωφόρο. Κάμποσα αυτοκίνητα, φρενάραμε να περάσει αμέριμνος, χωρίς να κοιτάει δεξιά ή αριστερά, με αργό, προκλητικά νωχελικό ρυθμό, σα να περπατούσε στη βεράντα του σπιτιού του. Έκανα το φοβερό λάθος να τον πλησιάσω λίγο περισσότερο από τους άλλους, σαν το λαγωνικό με μυρίστηκε, σχεδόν σταμάτησε, και μου είπε χαϊδευτικά:

- Εσύ ρε ερείπιο; Πάλι μπροστά μου; Κόντεψες να με πατήσεις ρε… κι αφού με στόλισε πάλι με αυτά τα ωραία επίθετα, που φωνάζει ο αρχισυντάκτης να μη τα γράψω, όρμηξε απειλητικός ή να αναποδογυρίσει το αμαξάκι μου, ή να με ισοπεδώσει.

Σώθηκα χάρις τα πολλά αυτοκίνητα και στα κορναρίσματα συμπαράστασης μου.

Θα τον έχεις συναντήσει κι εσύ φίλε αναγνώστη, εκτός αν είσαι πιο τυχερός από μένα. Μην τον παρεξηγήσεις. Είναι καλό παιδί κατά τ’ άλλα. Απλούστατα έχει την αίσθηση, πως όταν είναι στο τιμόνι, (μάλλον χωρίς δίπλωμα) φταίνε οι πεζοί, κι όταν είναι πεζός φταίνε οι οδηγοί, γιατί είναι σίγουρος πως έτσι ή αλλιώς, ο δρόμος του ανήκει.

Είναι αυτός που αφήνει όπου θέλει το αυτοκίνητό του, μας κλείνει το αδιέξοδο ή το πάρκιν του σπιτιού μας και περιμένουμε με τις ώρες να φύγουμε, είναι ο Μίλτος ο νταής που αρέσκεται στο διπλό παρκάρισμα, στη παραβίαση του κόκκινου, στο υβρεολόγιο προς τους άλλους οδηγούς, γιατί, όλοι φταίνε εκτός από τον ίδιο.

Κι άμα είναι πεζός, πάλι βρίζει τους οδηγούς, κι ας κάνουνε πολύ λιγότερες παρανομίες απ’ αυτόν. Γιατί ο Μίλτος, που τον ξέρει η επαρχία ολάκερη, πιστεύει πως δικαιούται κάτι παραπάνω από τους άλλους. Δηλαδή όλα.

Και μη του πας κόντρα; Κάηκες. Βγάζει μια τρίχα από το μουστάκι του και σε δένει. Κατάλαβες, περί τίνος ομιλώ;

Και δεν είναι μόνο ο Μίλτος.

Πολλοί. Πάρα πολλοί είναι αυτοί που πάντα έχουν δίκιο. Που φωνάζουν, βρίζουν, καυτηριάζουν, ή σχολιάζουν τις παρανομίες μόνο των άλλων.

Αυτό που λένε, η καμήλα δε βλέπει τη δική της καμπούρα, αλλά μόνο των άλλων.

Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2018 14:27

Στρατιώτης στην αιώρα

Είπαμε. Όσο βαστεί τούτο το ακροβατικό θρίλερ με Τσίπρα, θεσμούς, κρίση, ενοίκια και «Novartis» και την κατακρεουργημένη εθνική μας υπερηφάνεια να απειλείται και να αντιστεκόμαστε, για να μη μπλαντάξω ολότελα, λέω, για χαλαρωτικό, να θυμηθούμε μια ιστοριούλα με τα πάθια μου που τα θυμούμαι και γελώ, μπας και αλλάζει, λίγο-λίγο, η διάθεσή μας.

Έχω και τον Περικλή να φωνάζει: «Έτούτα να τα εύθυμα είναι χρειαζούμενα στην εποχή μας. Γράφε τα».

Ντροπιάρης από τη φύση μου κι ανιχνευτής του σωστού δρόμου, κι ας βγάζει σ’ αγκαθερά μονοπάτια, πήρα θάρρος, λοιπόν, δε με κρατεί τίποτα.

Άα. Έχω ακόμα ένα κουσούρι. Δε μπορώ να πω ψέματα μηδέ να παρανομήσω. Είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου. Όσες φορές θέλησα να πω κανένα ψεματάκι οι γυναίκες μου βάζανε τα γέλια. «Μπαμπά στραβώνει η μύτη σου».

Οπότε, για να μην στραβώσει ολότελα ή να μη μεγαλώνει σαν του Πινόκιο, δε λέω ποτέ μου. Ούτε αυτά τα ωραία που σάζουν τη ζωή μας. Όχι. Φοβάμαι τη μύτη μου την προδότρα.

Μιλώ με την καρδιά μου, χωρίς να ζυγίζω, συνήθως, τα λόγια μου, και να δεις, όλο την πατάω.

Όπως τότε. Στρατιώτης, εν σωτηρίω έτει 1960 μ.Χ., μόλις είχα τελειώσει γεωπόνος και κλήθηκα να υπηρετήσω την πατρίδα μου. Τότε βέβαια, στρατιώτης, σήμαινε χειρότερα απ’ τους σημερινούς φυλακισμένους. Για να πάρουμε άδεια, ήταν ολόκληρη ιστορία. Μια φορά το χρόνο και να δούμε. Είχαμε βέβαια καμιά διανυκτέρευση και σπανιότατα εικοσιτετράωρη άδεια. Μεγάλη υπόθεση. 

Είδανε, που λες, αυτοί με τα πολλά γαλόνια και τ’ αστέρια στους ώμους τα χαρτιά μου, καλός, λέει, είναι τούτος, αντέστε τον στον ολάκερο Αρχηγό Στρατού τον Καρδαμάκη που ζητούσε γεωπόνο.

Όπως καταλαβαίνετε τα …έβρεξα απ’ το φόβο μου και διέθεσα μια ολόκληρη μέρα να γυαλίζω στέμμα, κουμπιά, ζώνη, άρβυλα μέχρι και τα νύχια μου.

Στο τζιπ, μεσημέρι φτάσαμε.

Με το έμπα, λες κι ήτανε όνειρο, στο γραφείο του στο ΓΕΣ, τράβηξα μια προσοχή και χαιρετούρα, που τρόμαξα για την …παλικαριά μου. Κουνήθηκε ολάκερο το …Πεντάγωνο!

«Κάτω το χέρι, γεωπόνε», μου είπε …φοβισμένος!

Στάθηκα σε σκέτη προσοχή, έβλεπα αστράκια και δίπλα μου τον ταξίαρχο και το συνταγματάρχη από τη μονάδα που υπηρετούσα ως οπλίτης πεζικού, να με κοιτούν σαν εξωγήινο πλάσμα και να τρέμουν μην και πετάξω καμιά κοτσάνα. Κάτι που το συνηθίζω ως τα σήμερα. Γι’ αυτό και μένω πάντα στάσιμος.

«Σας ακούω», είπα μουδιασμένα και τον κοίταξα στα μάτια.

Αυτό ήταν. Με συμπάθησε.

«Θα σε στείλω στο δάσος», χάραξε, απόμεινα στήλη άλατος.

«Μάλιστα», απάντησε …κάποιος από μέσα μου.

«Θα μείνεις εκεί τρεις μήνες και θα ετοιμάσεις πεύκα, βελανιδιές κι ό,τι άλλο νομίζεις για το Αρχηγείο στον Άγιο Αντρέα».

«Ροβινσώνας Κρούσος στο βουνό, δηλαδή», τόλμησα να πω.

Και να δεις, αντί να με στείλει παραμεθόριο, γέλασε. Οι από δίπλα μου, γουρλώσανε τα μάτια τους και θέλανε να με πνίξουν, ενώ εγώ, ηρέμησα. «Δικός μου είναι», σκέφτηκα.

«Ξηρά τροφή, απομόνωση, συγκέντρωση και δουλειά. Κατάλαβες γεωπόνε;», ξανάπε.

«Πού θα κοιμάμαι αρχηγέ μου;», πέταξα τη δεύτερη κοτσάνα.

«Στα δέντρα».

«Ταρζάν δηλαδή;»

«Ακριβώς», είπε περιπαιχτικά, και γύρισε στο συνταγματάρχη.

«Δώστε του αιώρες και τα σχετικά. Εν τάξει;»

«Στις διαταγές σας», είπε ο συνταγματάρχης και χαιρέτησε σαν αυτόματο.

Εγώ, για άλλη μια φορά, μπερδεύτηκα τα έκανα μούσκεμα.

«Συγνώμην, αλλά, επιστημονικά, δεν γίνεται να μεταφυτέψω άγρια δέντρα από το βουνό δίπλα στη θάλασσα», είπα, σκευόμενος την αιώρα και τη σκληρή ζωή κει πάνω.

«Στη Γαλλία ήμουνα, αυτό έκαναν. Γίνεται».

«Μα εκεί έχουν τα μέσα», αντιμίλησα.

«Ό,τι θέλεις στη διάθεσή σου. Αυτοκίνητα, στρατιώτες, γερανό… Σύμφωνοι;»

Πήγα να πω «στις διαταγές σας», δε μου βγήκε, αντέδρασα.

«Θα το κάνω αρχηγέ μου γιατί είστε καλός άνθρωπος».

Κείνη την ώρα ένοιωσα μια τρύπα να με καταπίνει και τους διπλανούς μου αστεροσκέπαστους να με στύβουν σαν ατίθασο πλασματάκι.

Χτύπησα το πόδι μου, χαιρέτησα με πάθος, έκανα μεταβολή κι ως άνοιγα την βαριά ξύλινη πόρτα να φύγω, γυρίζω και του λέω:

«Θα το κάνω αλλά αν δεν πιάσουν, δε φταίω εγώ;»

«Είσαι αριστούχος γεωπόνος. Θα…».

«Και η ιδέα δικιά σας, αρχηγέ μου, θα πετύχουμε!!»

Εδώ, όλοι γελάσαμε.

Τρεις μήνες, λοιπόν, στην αιώρα να κοιμάμαι, έγινε ένα μικρό θαύμα. Θα τα πούμε άλλη μέρα.

 

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018 17:30

Με τους Πνευματικούς Δημιουργούς Χανίων

 

Απόβροχο ζεστό, χινοπωριάτικο δείλι ήντονε, η γης χορτασμένη φως, ζεσταμένη, φχαριστημένη, άχνιζε και ανάβλυζε μια μυρουδιά από χώμα και γιασεμί, με τον ήλιο κουρασμένο να γέρνει προς το πέλαο, να ροδίζει τα λιγοστά συννεφάκια π’ αρμενίζανε χαδιάρικα στου Κόρακα το ακρωτήρι παρέκει και να μπογιαντίζει πότε ροδαλή και κόκκινη, πότε ολοπόρφυρη μια λουρίδα νερό πέρα προς το λιόγερμα.

Πολύχρωμες δυο πεταλούδες προβάλανε να ερωτοτροπούν, ένα αηδόνι κελάηδησε γλυκά κι η ψυχή μου φτερούγιζε πλάι του ευτυχισμένη. Κι όλα γλυκάνανε πιότερο με τον κατακόκκινο δίσκο να πλαταίνει, να βουλιάζει και να χάνεται νωχελικά, ήρεμα, σα να καληνύχτιζε, για να πάει άλλους τόπους να φωτίσει, να ζεστάνει. Βολεμένος σ’ ένα αγκωνάρι έβλεπα, θάμαζα, λιγόστευα την ανάσα μου μη χαλάσω την ισορροπία ετούτη στα έργα του μεγάλου Δημιουργού και συλλογιόμουν, πως έτσι θα πρέπει να είναι και στην Παράδεισο

Απάνω σε μια μεγάλη μυλόπετρα, που χρόνια πολλά έβγαζε λάδι να βαστήξει στη ζωή παιδιά γερόντια και παλικάρια με κοπελιές, να δουλέψουνε, να πληθιάνουνε το αποδεκατισμένο από τον πόλεμο ανθρωπομάνι, ήντονε ένα ποτηράκι, ένα κανατάκι τσικουδιά, δυο αλατσολιές τσουνάτες, λίγα ντοματάκια ολοστρόγγυλα κι αγγουράκια κομμένα σε φέτες με θαλασσινό αλάτι πασπαλισμένα. Εργαλεία άσφαλτα για καθαρό νου και γαληνεμένη ψυχή.

Ανάγκη, βλέπεις, να φύγω από την ερημιά μου και να βρεθώ, στα Χανιά, σε μια μεγάλη αίθουσα με πολλά φώτα, καθίσματα αναπαυτικά και μια σκηνή σαν σε θέατρο με ομιλητές απάνω και μικρόφωνα. Δε θυμούμαι πού και ποιοί.

Μιλήσανε πολλοί σημαντικοί αθρώποι, φωνάξανε κι εμένα τον ερημίτη, μου δώκανε ένα βραβείο σπουδαίο, λέει, για το διήγημα που είχα γραμμένο. Δε κάτεχα πώς να σταθώ, χρόνια που είχα φύγει απ’ την έδρα του καθηγητή και διευθυντή στο μεγάλο σκολειό και δούλευα παθιασμένος με τη γης, με στήσανε σε ένα τόπο, με βγάλανε δα και φωτογραφία, να φαίνεται μου ‘πανε και το βραβείο, μου δώκανε και παράδες τσι έκανα χάρισμα πίσω να πιάσουνε τόπο, και θυμούμαι το ποιηματάκι που είπα τους:

Γιορτάστε απόψε προύχοντες,

σκόλη του νου και τέχνης.

Χανιά!! Με τσι μαδάρες σου,

γροίκα τω κοπελιώ σου.

Αντρειάς ψυχής και πνέματος

μπροστάρηδες,

ομπρός σου!

Βαθιά χαραγμένη, κείνη τη βραδιά, ‘πόμεινε στη μνήμη μου το βραβείο ¨Ελευθέριος Βενιζέλος¨ που δώκανε για την προσφορά του στην ιστορική έρευνα ή κάτι τέτοιο σε ένα πολύ δραστήριο κι ικανό, είπανε, άθρωπο, το Δημήτρη Νικολακάκη.

Τον ξαναντάμωσα χρόνια πολλά υστερότερα. Δε θυμούμαι πάλι πώς και πού.

-Γιατί δε γράφεστε στην Ένωσή Πνευματικών Δημιουργών; μου είπε.

-Μα, πώς, εγώ… είπα φοβισμένος.

-Μα, είστε πολύ …κι είπε κάμποσα λόγια που μ’ έκανε να κοκκινίσω.

Κι έτσι, να, …είμαι, πράγματι, χαρούμενος που βρίσκομαι στην ομάδα αυτή, ανάμεσα σε αθρώπους ευγενικούς, προβληματισμένους, με το καβουράκι να μας κατατρώει και να μην μας αφήνει σε ησυχία. Υπάρχει βέβαια και μια έφεση, ή ταλέντο αν θέλετε, από τα γονίδια που κουβαλάμε στο μεδούλι και μαχόμαστε άλλος πολύ κι άλλος λιγότερο, να φανερώσουμε τους λογισμούς και την ευαισθησία που η ψυχή μας μπλαντά και χοχλακάει και θέλει να τα βγάλει προς τα όξω. Πασκίζουμε όλοι μας, αυτό το περίσσεμα ψυχής και πνεύματος να το φανερώσουμε, να το λευτερώσουμε από τα δεσμά. Και να δεις, ετούτα τα ρινίσματα πολιτισμού τα στριμώχνουμε με γράμματα, μπογιές και πινέλα, μουσικούς φθόγγους ή άλλης μορφής εργαλεία, απλωμένα σε ένα κομμάτι χαρτί και φιλικά, αβίαστα τα σερβίρουμε να τα πάρει όποιος νιώθει ανησυχίες, ερωτηματικά παρόμοια, ή τον καίει η λαχτάρα πιο πλατιά, τις φτερούγες του να ανοίξει.

Κι ο καθένας μας στον τομέα του, χωρίς φανφάρες και υλικά κέρδη προσμένοντας, αγόγγυστα, μαστορικάτα, λαξεύει με τη σμίλη το μικρό λιθαράκι το στολίζει, το μπογιαντίζει, ένα στολίδι γίνεται κι έτοιμο πια το αποθέτει στο ολομάτωτο, σήμερα, οικοδόμημα του λέγεται πολιτισμός.

Σκληρά, αιχμηρά τ’ αρχέγονα μέσα, πνεύμα και ψυχή δουλεύουνε που είναι φυλακισμένα στη σάρκα. Κι η σάρκα θέλει θροφή να σταθεί. Για τούτο, ανοίγουμε ένα παναθύρι κι ανταμώνουμε όλοι μαζί, να μιλήσουμε, να φάμε και να πιούμε, να εκτονωθούμε, να γιορτάσουμε, να τραγουδήσουμε μπορεί και να χορέψουμε. Μια φορά το χρόνο η μάζωξη ετούτη με το καλωσόρισμα του καινούργιου χρόνου.

Τούτο έγινε και φέτος τo περασμένο Σάββατο. Μιλήσαμε, φιληθήκαμε, χαιρετιστήκαμε, φχαριστηθήκαμε, δύναμη πήραμε, χωρίσαμε.

Και του χρόνου με υγεία, εύχομαί σας.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Παρασκευή, 05 Ιανουαρίου 2018 16:23

Οι πλαστικές σακούλες, εκτός νόμου

 

Είναι από τις ειδήσεις που χειροκρότησα.

Μη βιαστείτε να με αποπάρετε μόλις σας πω ότι, ναι, πήδησα από χαρά όταν άκουσα, επί τέλους, ότι οι πλαστικές σακούλες καταδιώκονται από το νόμο.

Μην αγανακτείτε ορισμένοι που δεν θα παίρνετε πια σακούλες πάμπολλες, προκαλώντας μόλυνση στο πολύπαθο περιβάλλον μας.

Αυτό το περιβάλλον που το ποδοπατούμε και με τη σειρά του μας εκδικείται. Μάλιστα. Φωνάζουμε φταίνε οι κυβερνώντες, φταίνε τα εργοστάσια, φταίει ο γείτονας, ποτέ εμείς. Αρνούμαστε να γυρίσουμε πίσω να δούμε την καμπούρα μας. Και παρανομούμε κραυγάζοντας ότι άλλοι είναι υπεύθυνοι.

Μπράβο για το μέτρο τούτο!

Κι υπάρχουν επαγγελματίες οι οποίοι εξήγγειλαν τη «θεάρεστο» και λίαν συγκινητική και καταστρεπτική προσφορά στους πελάτες, ότι δηλαδή θα επιβαρύνονται οι ίδιοι το κόστος και θα συνεχίσουν να δίνουν δωρεάν τις σακούλες! Τι δραματικό κι όντως αξιοθρήνητο! Απ’ αλλού θα τα βγάλουν, για να μολύνουν το περιβάλλον και να παρανομήσουν.

Όχι φίλε μου. Πάρε χάρτινες τσάντες και μοίρασέ τες στους πελάτες σου να σε συγχαρούμε όσοι ξέρουμε τι σημαίνει άνοδος της θερμοκρασίας στον πλανήτη και φθορά (τρύπα) στο όζον και ακραία καιρικά φαινόμενα.

Έλεος!! Βοηθείστε τον εαυτό σας, τα παιδιά και τα εγγόνια σας που θα υποφέρουν σε μια, αν συνεχίσουμε έτσι, ακατοίκητη γη.

Μη διαμαρτύρεστε φίλοι μου αγαπημένοι. Άλλα είναι που μας τσούζουν και μειώνουν την αξιοπρέπειά και τον πολιτισμό μας.

Χρόνια εφαρμόζεται τούτο το μέτρο σε προηγμένες χώρες. Κι η πατρίδα μας θέλουμε να είναι προηγμένη και προ πάντων, παρά την πολύπλευρη κρίση, πολιτισμένη.

Ήμασταν άσχημα δηλαδή, τότε, προ της εισβολής των πλαστικών; Τι ωραία που, πιτσιρικάς, πήγαινα στη Βαρβάκειο και έβαζα τα ψώνια σε χάρτινες τσάντες με τα χερούλια! Τότε δεν είχαμε τόση μόλυνση, μηδέ νέφος και τόσες πλημμύρες.

Μπορούμε θαυμάσια, όπως κάνουν πολλοί, κυρίως ξένοι, και σήμερα στην πατρίδα μας, να έχουμε υφασμάτινες σακούλες και να πηγαίνουμε στο μαγαζί. Κι αν αγοράζουμε τις πλαστικές, για ορισμένες χρήσεις, θα ξοδεύουμε πολύ λιγότερες. Και μάλιστα να είναι, όπως στο εξωτερικό, ανακυκλώσιμες.

Σήμερα, η μια μετά την άλλη οι μεγαλουπόλεις εφαρμόζουν το μέτρο τούτο που μπορεί να φαίνεται μικρό μπροστά στο τεράστιο μέγεθος της πλαστικής ρύπανσης του πλανήτη, αλλά αποτελεί ένα απαραίτητο βήμα. Κάθε χρόνο, περίπου 8,8 εκατομμύρια τόνοι πλαστικού καταλήγουν στους ωκεανούς και συνεχίζει να απειλεί τα θαλάσσια οικοσυστήματα και να συσσωρεύεται σε σωρούς μεγέθους πραγματικών νησιών που μπορεί να ταξιδέψουν μέχρι την Αρκτική και την Ανταρκτική. Υπολογίζεται πως περίπου 700 διαφορετικά θαλάσσια είδη απειλούνται με εξαφάνιση εξαιτίας των πλαστικών στους ωκεανούς.

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα λέμε. Και τον Μάιο του 2010 κουβεντιάζαμε το ίδιο θέμα στην εφημερίδα, αν το θυμόσαστε, και ξανά το 2016, και φώναζα από τότε:

«….Και εσύ, και εγώ· και ο άλλος! Όλοι φταίμε!!! Καταστρέφουμε την ισορροπία της φύσης. Σκοτώνουμε τη μάνα γης μας!

Και ξέρουμε να ζητούμε ευθύνες. Εμείς είμαστε απλά, άμεμπτοι και παντογνώστες!

Τιι; Μη φωνάζω; Γιατί; Τα υδρόβια θηλαστικά, που στη προσπάθειά τους να κορέσουν τη πείνα τους, χλάαπ, καταπίνουν τη πλαστική σακούλα που βρέθηκε μπροστά τους στο μολυσμένο νερό και τη πέρασαν για τροφή, νομίζεις πως δεν φωνάζουν; Λάθος. Κραυγάζουν, βοήθεια! Μα δεν τα ακούμε. Δεν θέλουμε να τα ακούσουμε. Δεν μας συμφέρει να τα ακούσουμε.

Υποφέρουν, πονάνε, κι ο πόνος τους απλώνει πέρα, μακριά, ως τα εγγόνια και τα δισέγγονά μας, αν ποτέ υπάρξουν, προτού η γης υποκύψει στα τραύματά της.

Κι έρχεται ο σπαραγμός τους ως εμάς, κόκκινος, μαβής, στου τάφου το μπογιάντισμα μπας και μας ξυπνήσει, μπας και συνέρθουμε και σώσουμε τη πονεμένη φύση.

Και δε μιλάω θεωρητικά. 100.000 υδρόβια θηλαστικά πεθαίνουν κάθε χρόνο από πλαστικές σακούλες!

Γιατί, κάθε χρόνο, ξοδεύουμε ένα τρισεκατομμύριο από δαύτες. Μία την ημέρα για κάθε ενήλικα.

Κι αν σκεφτούμε πως στα υποανάπτυκτα μέρη δεν τις ξέρουν καν, (τι να βάλουν μέσα;) τότε το φταίξιμό μας μεγαλώνει επικίνδυνα. Ένα μπουκάλι νερό να αγοράσουμε, σακούλα θέλουμε. Για να την πετάξουμε μετά 12 λεπτά (μέσος όρος). Και να φανταστείς, ξοδεύονται κάθε χρόνο 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου για να τις φτιάξουν….

» Επί τέλους αγαπητοί μου κυβερνώντες, φροντίστε και για το οικοσύστημα μας, προτού να είναι πολύ αργά….»

Αυτά, λοιπόν, έγραφα τον 2010.

Τώρα, σειρά μας να βοηθήσουμε, να εφαρμοσθεί ο νόμος.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017 14:30

Χριστούγεννα 1977

Τα βουνά, Ανατολή μεριά, ροδοστεφανώνονται, ξεχύνεται δειλά το φως, απλώνεται, λούζει πονετικά καμινάδες, καμπαναριά και στέγες, κατεβαίνει στα καλντερίμια, καλούνε τον ήλιο οι πετεινοί, τα κελαηδοπούλια ξυπνούνε, κροταλίζουν πορτοπαράθυρα, το χωριό ξύπνησε.

Άτονα η καμπάνα αποχαιρετά τον αυγερινό, καλεί τους πιστούς.

Θεότρελες νιφάδες, χωρίς προσανατολισμό, πλανώνται και λιωμένες, καταλήγουν στις ογρές πλάκες. Κάποιες, σκαλώνουν στα σπάνια πανωφόρια που γοργοδιαβαίνουν προτού διαλυθούν άδοξα, και βιαστικές, λιγοστές σιλουέτες χώνονται στη μισάνοιχτη πόρτα της εκκλησιάς να βρούνε προστασία κάτω από το βλέμμα του Παντοκράτορα που με ανοιχτά χέρια αγκαλιάζει όλο το εκκλησίασμα, όλους τους πιστούς. Έργο και προσφορά του μακαρίτη παπά-Γιώργη προς την εκκλησιά, που χρόνια πολλά υπηρέτησε.

Σπουδαίος αγιογράφος, αγωνίστηκε, τέλεψε τον Παντοκράτορα στο θόλο ο παπά-Γιώργης, λίγο πριν το νήμα της ζωής του.

Ήτανε Χριστούγεννα ανήμερα.

Θυμάμαι, πριν οχτώ χρόνια, κάτασπρος, με αυλακωμένο πρόσωπο, τρεμάμενα χείλη, κουρασμένα πόδια και λαμπερά μάτια, ερχόταν πάντα στην ώρα του, εδώ, στην ίδια θέση, κάτω από τον Παντοκράτορα, να μας κάνει κατηχητικό. Να μας δώσει ζωή, ελπίδα, κουράγιο, εφόδια.

Παραμονή Χριστούγεννα, όμως, άδικα περιμέναμε το γέρο δάσκαλό μας. Η ώρα περνούσε, η αγωνία μας έσπρωξε στην αναζήτησή του. Μικρό το χωριό, δεν δυσκολευτήκαμε, τον βρήκαμε φορτωμένο ψώνια να γυρνάει τα φτωχόσπιτα, να μοιράζει δώρα κι αγάπη. Σκελετωμένος στο τριμμένο του ράσο έτρεμε, δυσκολευόταν να περπατήσει, μόνο δυο μάτια γυάλιζαν. Τρέξαμε να τον βοηθήσουμε, μας έκοψε.

-Παιδιά μου αγαπημένα, είπε, μπορώ ακόμα να μοιράζω την αγάπη του Χριστού μας, να ‘χετε την ευχή μου.

-Μα πρέπει να σε βοηθήσουμε, θα ...

-Θέλετε να βοηθήσετε;

-Ναι, ναι.

-Τότε, ακούτε πώς να βοηθήσετε κι εμένα κι εσάς και το Χριστό μας.

-Πώς, πώς, ρωτήσαμε ανυπόμονοι.

-Αντέστε, παρακαλέστε τους γονείς σας, πάρτε ένα Χριστόψωμο, δυο φρούτα, λίγα γλυκά, ό,τι μπορείτε, μοιράστε τα στα φτωχά παιδάκια. Τότε θα με ξεκουράσετε, είπε, κι έκατσε σαν σκιά δίπλα στο γεροπλάτανο.

Κοιταχτήκαμε όλοι, πέντ’ έξι μωρούδια, σκουπίσαμε τα μάτια μας και σκορπίσαμε να κάνουμε την επιθυμία του πνευματικού μας πατέρα.

Ήτανε το πιο τρανό μάθημα κατηχητικού.

Κοιμήθηκα ευτυχισμένος. Κι ονειρεύουμουν γελαστά ματάκια, γλυκές, υμνόσυρτες φωνούλες.

Όπως και σήμερα, έτσι και τότε ξύπνησα με τις καμπάνες. Τότε, τις χτυπούσε μ’ έναν αλλιώτικο, πιο γλυκό τόνο ο παπά-Γιώργης. Έτρεξα να βοηθήσω. Να ανάψω κάρβουνα, να βάλω λιβάνι… ήξερα, ο καντηλανάφτης ήταν άρρωστος, έπρεπε να σταθώ στο πόδι του.

Μα έμεινα άφωνος ως τον είδα. Με κομμένη ανάσα, κιτρινισμένο πρόσωπο, άχρωμα βαθουλωμένα μάτια, σωριασμένος σε μια καρέκλα ο παπά-Γιώργης, πάσκιζε ν’ αναχτήσει δυνάμεις.

-Χτύπα παιδί μου, χτύπα χωρίς σταματημό την καμπάνα να ρθούνε οι χριστιανοί, να προκάνω να τους κοινωνήσω. Κουράστηκα, φαίνεται σήμερα θα τελειώσουν όλα… Ο Χριστός μας θα γεννηθεί για όλους μας.

Αγουροξυπνημένοι, έκπληκτοι τρέξανε οι πιστοί πριν την ώρα τους πλημμύρισε η κατακόμβη, κι ως αντίκρισαν το γέροντα, έπεσε νεκρική σιγή, να τελειώσει τη λειτουργιά ο παπάς μην τον κουράζουνε.

Μεγάλη προσπάθεια, έφτασε η ώρα, ακούστηκε μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε, κοινώνησαν οι χριστιανοί, πήραν αντίδωρο, έκλεισε η εκκλησιά.

Και ξανάνοιξε, για να βγάλουν, Θεόρατο, να μοσκομυρίζει, τον παπά Γιώργη για την τελευταία του κατοικία, δίπλα στο νεογέννητο βρέφος.

Όλοι κλάψαμε, πενθήσαμε το δάσκαλό μας, τον στυλοβάτη του χωριού μας.

Μάθαμε αργότερα, πως την παραμονή το βράδυ, όταν τον βρήκαμε να μοιράζει τα Χριστουγεννιάτικα δώρα, βρήκε το γιο του Θεοδόση του καστανά χτυπημένο από τα ζωντανά που έβοσκε. Είχε αιμορραγία σοβαρή, κινδύνευε η ζωή του. Αμέσως πήρε τον μικρό Λουκά και τον φτωχό πατέρα του με ταξί, πήγανε στο νοσοκομείο της πόλης. Όλη νύχτα στάθηκε στο προσκεφάλι του μέχρι που έγινε εγχείρηση και, κρυφά απ’ όλους, έδωσε αίμα για να σωθεί.

Αυγές, ήτανε στο πόστο του, στην Αγία Τράπεζα να ευλογήσει τον οίνο να γίνει αίμα Χριστού και να ζωντανέψει τη θυσία του Θεανθρώπου. Την δική του θυσία. Το αποκορύφωμα της αγάπης.

Και σήμερα, κάτω από τον Παντοκράτορα, δίπλα στο φίλο μου Λουκά, που κρατάει το σταυρό να ευλογήσει ο καινούριος παπάς τους πιστούς, στέρνω το μυαλό μου μακριά, εκεί, στη Βηθλεέμ. Εκεί, που κάτω από τα χνώτα των ζώων γεννήθηκε ο Χριστός μας. Κι αναρωτιέμαι:

Γιατί τόση κακία, αδικία και μισεμός!

Ξαναγεννήσου Χριστέ μου, να μας σώσεις, να μας διδάξεις.

Ξεχάστηκε η θυσία σου παπά-Γιώργη. Ξεχάστηκαν όλα, όλα. Μόνο το συφέρο μένει.

Ελάτε αδέρφια μου! Ας γίνουμε καλύτεροι απ’ τους προηγούμενους.

 

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γιώργος Καμβυσέλλης

 

Παρασκευή, 01 Δεκεμβρίου 2017 18:57

Εμίσεψε ο Γέροντας Ραφαήλ κι ορφανέψαμε…

Είχε τελέψει ο αδερφοχτόνος σπαραγμός που μας βασάνιζε στα δύσκολα εκείνα μεταπολεμικά χρόνια, η ανοικοδόμηση πορπατούσε σταθερά, κι αράδα, πέντε παιδιά με τη χήρα μάνα μας, πεζοπόδαρα, ανηφορίζαμε το στενό δρομάκι το χιλιοπατημένο. Κουραζόμουνα, εύρισκα μια χαλικόπετρα, ακούμπαγα κι ανασήκωνα το μικρό μου ξεσκούφωτο κεφάλι να σβαρνίσω τα αναριεμένα σύννεφα που είχανε χάσει το ρόδινο πια χρώμα τους και σεριανούσανε κατά ανατολή μεριά. Ο ήλιος είχε φανεί αστραφτερός, η καλοκαιριάτικη ζέστα δεν είχε ακόμα επιδρομήσει…

Κι εκεί, στην κορφή του Όρδυμνου, στιβαρό κι επιβλητικό ξέκρινα χτήρι να δεσπόζει οχυρωμένο με πολεμίστρες κι οχυρωματικό πύργο. Απόμεινα δέος κι αίνιγμα ποτισμένος και θαλασσοπορούσε ο νους μου σε πελάγη φαντασίας. Πώς και πήγανε τόσο αψηλά οι καλογέροι, μεσ’ τον ουρανό, κοντά στους αγγέλους και το χτίσανε και φωλιάσανε προστατευόμενο κι υμνούμενο εκεί μέσα τον Άγιο Γιάννη το Θεολόγο, τον πολιούχο του χωριού μας, της Άντισσας! Κι αμπαρωθήκανε μαζί Του βιγλάτορες προσκυνητές να τον δοξολογούν, αθρώποι τραβηγμένοι από τον κόσμο, μαυροφορεμένοι κι αγιασμένοι. «Πώς να είναι άραγες» συλλογίζουμουν και τα μάτια μου λάμπανε όλο έκσταση, μέχρι που τρυφερό το χάδι της μαμάς με συνέφερε.

-Πορπάτα Γιωργάκη μη μας φάει η ζέστα.

-Εκεί απάνω…. Θέλησα να μιλήσω, με έκοψε.

-Πάμε, οι άλλοι ψηλώσανε κιόλας.

Δε μεταμίλησα. Συνέχισα ως κει πάνω.

Κι έμεινα να θαμάζω επιβλητική και περιστοιχισμένη με κελιά, σκάλες κι αρχονταρίκι την εκκλησιά μέσα κι όξω. Και μια ζεστασιά με κυρίευε, μια γαλήνη κι αλάφρωμα της ψυχής μου ένιωθα, όσο θωρούσα παλιές εικόνες στο Τέμπλο κι ολόγυρα να με κοιτούν καλοσυνάτα.

Άμεστο το μυαλό μου, δε ρώτησα, δεν έμαθα ηγούμενο κι άλλους καλογέρους. Μόναχα θυμούμαι, βρέθηκα σε ένα κελί κι είχε ο Γέροντας εκεί ένα μικρό τηλεσκόπιο και θαύμαζα το μεγαλείο της φύσης που βρεθήκαμε.

Χρόνια μεσολαβήσανε, σκολειά και τόπους γύρισα, ξαναφάνηκα στο Ιερό ετούτο μοναστήρι του Υψηλού μετά το ογδόντα.

Αλλαγμένο, πιο φρέσκο, μύριζε ακόμα σουβά, τσιμέντο και λιβάνι. Λίγα χρόνια είχανε περάσει α που το είχανε αναστηλώσει μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 67 κι εντύπωση μου προκάλεσε σαν έμαθα πως δουλειά πολλή, χειρωνακτικά ψυχικά και πνευματικά, είχε καταβάλει ο τότε Μεσοτοπίτης μοναχός Ραφαήλ που επάξια σε λίγα χρόνια, το 77, πολύ νέος, όπως κι ο μακαριστός Γέροντας Νικόδημος του Λειμώνος που κοιμήθηκε πριν ένα χρόνο ακριβώς, πως στα είκοσι έξι του και τούτος τοποθετήθηκε Καθηγούμενος στο Υψηλό Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου του σκαρφαλωμένου 634 μέτρα πάνω από τη θάλασσα.

Μα δεν ήτανε μόνο Ηγούμενος ο Ραφαήλ αλλά και Ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και στην Κορίνθου για αρκετά χρόνια.

Ο σεμνός κι αφανής ετούτος λευίτης, δραστήριος, οξύνους κι άοκνος υπηρέτησε τον Τριαδικό Θεό με ζηλευτή αφοσίωση, και αγωνιούσε να βάλει πολύτιμα πετράδια στον κρίκο που φέρνει τον άνθρωπο κοντά στους Αγίους και το Χριστό μας. Τον έβλεπες να ιερουργεί κι ένοιωθες πως δεν ζούσε στον κόσμο τον επίγειο μα ταξίδευε στη χώρα των Αγγέλων, στο Περιβόλι της Παναγίας, εκεί που άξαφνα, απρόσμενα μας συντάραξε η θλιβερή είδηση ότι πήγε, κι εκεί στην αγκαλιά της Παναγίας, γαληνεμένη, αναπαύεται η ψυχή του.

Ο μακαριστός Γέροντας Ραφαήλ, τελειομανής ως ήντονε είχε σπουδάσει στην Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή στην Πάτμο απ’ όπου αποφοίτησαν φωτισμένοι διδάσκαλοι του Γένους, αρχιερείς και πατριάρχες, και μετά τέλειωσε τη Θεολογική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, πριν φορέσει το ράσο που τίμησε, όσο ελάχιστοι στους χαλεπούς καιρούς μας.

Κι όχι μόνο ακαταμάχητος στην εκκλησιά και τα ιερατικά του καθήκοντα, μα, ήντονε άξιος, πολυσχιδής μάστορας, οραματιζότανε, έπιανε τη σκαλίδα και το μυστρί, πελεκούσε πέτρες κι έχτιζε, μιλούσε με τα φυτά, τα ζώα και τα χώματα.

Εξόν την θαυμάσια εκκλησία του Άξιον Εστί που ιδιοχείρως έχτισε στο Πυθάρι, κι άλλες εκκλησιές φέρουν την υπογραφή του. Όπως στα Μετόχια της μονής, τον Άγιο Αντώνιο Ερεσού, και Άγιο Θεοφάνη στο Σίγρι Μα κι ο Προφήτης Ηλείας, στο άλλο Σιγριανό μετόχι, με δική του ευθύνη οικοδομήθηκε.

Κυριολεχτώντας ήτανε η ψυχή του μοναστηριού. Ιστορική βιβλιοθήκη, μουσείο, έξι λειψανοθήκες με οστά Αγίων, επίχρυσα Ευαγγέλια και πολλά ιερά σκεύη διαφόρων εποχών, σταυροί με ρουμπίνια και μαργαριτάρια, επίχρυσα δοχεία με καλλιτεχνικές παραστάσεις, μέλισσες, οικόσιτα, αμπέλια, κήποι, πρόβατα όλα τα φρόντιζε με μεράκι.

Και τώρα…

Ας είναι λαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Στη σκέψη μας όμως, θα μείνει για πάντα, ζωντανός.

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.gr

 

Σελίδα 1 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top