FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019 15:24

Χάθηκε η «αιδώς» και η «δίκη»…

Όσα συνέβησαν τις προηγούμενες μέρες στην ελληνική Βουλή μου έφεραν στο νου τον περίφημο μύθο που ο σοφιστής Πρωταγόρας λέει στον Σωκράτη στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο (ΧΙ κ. ε.). Λέει εκεί ο Πρωταγόρας πως μετά τη δημιουργία των ζώων ο Δίας δημιούργησε τους ανθρώπους. Στην αρχή, όμως, οι άνθρωποι «ώκουν σποράδην», ζούσαν σκόρπιοι, αφού πόλεις δεν υπήρχαν, με αποτέλεσμα να κατασπαράσσονται από τα θηρία που ήταν πιο δυνατά από αυτούς. Δεν είχαν επινοήσει την «πολιτικήν τέχνην», της οποίας μέρος είναι η «πολεμική» με την οποία θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα θηρία. Σιγά σιγά οι άνθρωποι, κινούμενοι από ανάγκη, δημιούργησαν πόλεις, αλλά και τότε αδικούσαν ο ένας τον άλλο, γιατί δεν είχαν την «πολιτικήν τέχνην». Έτσι, διασκορπίζονταν πάλι και κατασπαράσσονταν από τα θηρία. Ο Δίας φοβήθηκε μήπως εξαφανιστεί το γένος των ανθρώπων και έστειλε τον Ερμή να δώσει στους ανθρώπους την «αιδώ», τον σεβασμό, και τη «δίκην», τη δικαιοσύνη, «ίνα είεν πόλεων και κόσμοι τε και δεσμοί φιλίας συναγωγοί», για να είναι, δηλαδή στολίδι των ανθρώπων και δεσμοί φιλίας μεταξύ των ανθρώπων. Όρισε μάλιστα νόμο, «τον μη δυνάμενον αιδούς και δίκης μετέχειν κτείνειν ως νόσον πόλεως», δηλαδή να σκοτώνουν αυτόν που δεν μπορεί να συμμετέχει στην «αιδώ και την δίκην», με την ιδέα ότι αυτός αποτελεί αρρώστια της πόλης.

Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί αυτά που διαδραματίστηκαν στη Βουλή αυτές τις μέρες δείχνουν ότι από την πολιτική ζωή της χώρας μας έχει εξαφανιστεί και η «αιδώς» και η «δίκη». Αναφέρομαι στις μετακινήσεις και μετατάξεις «υμετέρων» προς τη Βουλή από άλλες υπηρεσίες. Ασφαλώς, όλοι θα ήθελαν να μεταταγούν από την υπηρεσία τους στη Βουλή, γιατί και το περιβάλλον είναι καλύτερο, και τα πλεονεκτήματα είναι περισσότερα από οποιοδήποτε άλλο χώρο και οι αμοιβές είναι ανώτερες. Ένας υπάλληλος της Βουλής που αλλάζει το ποτήρι με το νερό στους ομιλητές σίγουρα αμείβεται καλύτερα από έναν εκπαιδευτικό που αναλώνεται στην κυριολεξία να παράσχει παιδεία στα παιδιά και των άλλων και των ίδιων των πολιτικών. Μετάταξη, όμως, στη Βουλή έχουν τη δυνατότητα να πετύχουν μόνο τα παιδιά των πολιτικών. Αυτοί το βρίσκουν πολύ φυσικό, γιατί, όπως εξηγούν, χρειάζονται έμπιστα πρόσωπα, λες και θέλουν να αποκρύψουν κάποιες αδικίες και ασχήμιες. ΑΝΤΙΝΟΜΙΑ. Ισχυρίζονται, ακόμη, πως αυτοί που μετατάσσονται έχουν τα απαραίτητα προσόντα. Δεν το αμφισβητεί κανείς, αν και ποτέ δεν έχουμε μάθει πόσοι, ποιοι και με ποια προσόντα υπηρετούν στη Βουλή. Το βέβαιο, όμως, είναι πως υπάρχουν πολλά άλλα παιδιά απλών οικογενειών με περισσότερα προσόντα που μένουν στο περιθώριο…. Και όταν σε άλλες χώρες αξιοποιούνται οι «καλύτεροι», ενώ στη χώρα μας χρησιμοποιούνται απλώς οι «καλοί» είναι λογικό αυτή να μείνει πίσω. Και το κακό είναι ότι, όπως έχει πει ο Ανατόλ Φρανς, το σημερινό δημοκρατικό πολίτευμα έχει ένα πολύ σοβαρό ελάττωμα: στοιχίζει πολύ ακριβά στους απλούς πολίτες, γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί συγγενείς και πάρα πολύ φίλοι που πρέπει να χορτάσουν.

Οι διάφοροι εκπρόσωποι της «αριστερής» κυβέρνησης που θέλησε να μονοπωλήσει τη «ηθικότητα» και μιλούσε για το περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα», αλλά και τη «νομιμότητα» και υποστήριζε πως «θα μας ταράξει» σε αυτή, προσπάθησαν με γελοίους πολλές φορές τρόπους να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Αλλά και η ίδια η κ. Χριστοδουλοπούλου που πέτυχε να μετατάξει την κόρη της στη Βουλή (!) είπε πως απλώς η ίδια γνώριζε πως λειτουργούν οι μηχανισμοί σε ανάλογες περιπτώσεις, αξιοποίησε αυτή τη γνώση αλλά και τις γνωριμίες της λόγω της θέσεώς της και πέτυχε τον στόχο της! Βέβαια, στο τέλος δήλωσε «προς λύπην» του ελληνικού λαού πως δεν θα είναι υποψήφια στις επόμενες εκλογές! Οποία απώλεια!

Άλλοι πάλι είπαν πως δεν έκαναν τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό που εφαρμοζόταν εδώ και πολλά χρόνια. Όχι πως έχουν άδικο σε αυτό το σημείο. Όμως πολλές φορές σημασία δεν έχει το τι λέγεται ή το τι γίνεται, αλλά ο τρόπος με τον οποίο λέγεται και γίνεται και ο χρόνος κατά τον οποίο λέγεται και γίνεται. Πρώτα πρώτα κανείς δεν περίμενε πως μια κυβέρνηση που ανέβηκε στην εξουσία με λάβαρο «την αιδώ και την δίκην» θα φερόταν με τόσο αναιδή, άδικο και ανήθικο τρόπο. Έπειτα, από μια αριστερή κυβέρνηση κανείς δεν θα περίμενε να κρατά ανοιχτή τη Βουλή και μετά τη δήλωση-ομολογία του Πρωθυπουργού πως έχει χάσει την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού, για να μπορέσει να ικανοποιήσει όλους τους «αρεστούς» σε αυτή πολίτες σε βάρος των «αρίστων». Η κυβέρνηση φαίνεται πως έχει συνειδητοποιήσει, πως το έχει πάρει απόφαση ότι η ήττα που έρχεται θα είναι συντριπτική και προσπαθεί να τακτοποιήσει τους πάσης φύσεως λογαριασμούς της.

Μπορεί αυτοί που κατέχουν την εξουσία, εννοώ τους βουλευτές, να εκφράζουν την θλίψη τους για το κατάντημα των ΜΜΕ που προεκλογικά αποκάλυψαν αυτό το σκάνδαλο (!), αλλά δεν αισθάνονται καμιά ενοχή, γιατί αυτές οι μετατάξεις «ημετέρων» γίνονται σε προεκλογική περίοδο. Και είναι απορίας άξιο πως όλοι οι νέοι από την περιφέρεια που είναι ενταγμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ δεν διαμαρτύρονται και δεν επαναστατούν, αλλά είναι πρόθυμοι να αγωνίζονται για να γεμίσουν το καζάνι από το οποίο θα τρώνε όλοι αυτοί που τους εκπροσωπούν! Ένα είναι βέβαιο πως έχει χαθεί τελείως και «η αιδώς και η δίκη» από την πολιτική ζωή του τόπου μας. Και όσοι ενεργούν με αυτό τον προκλητικό τρόπο πρέπει «να πεθάνουν» πολιτικά, όπως λέει και ο Πρωταγόρας.

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019 10:54

Ένα «ντιμπέιτ» θα μας σώσει;

Την περασμένη Κυριακή, 26-5-2019, ολοκληρώθηκε η «πρώτη μάχη» των εκλογών που δόθηκε σε δύο μέτωπα, το Ευρωπαϊκό και το Αυτοδιοικητικό, με αποτέλεσμα την πανωλεθρία και τη συντριβή του κυβερνώντος κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ καταποντίστηκε σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις περιοχές και σε όλες τις ηλικίες. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την ήττα τους τα στελέχη του υποστήριξαν πως το κλίμα είναι αναστρέψιμο, ότι χάθηκε μια «μάχη», αλλά δεν χάθηκε ο «πόλεμος»* ότι η τελική σύγκρουση με την αντιπολίτευση θα δοθεί στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές. Το ζήτημα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαντλήσει όλα του τα πολεμοφόδια και δεν μπορεί να καταλάβει κανείς ποια είναι τα νέα όπλα που θα χρησιμοποιήσει, όπλα που να δικαιολογούν τις ελπίδες για νίκη που καλλιεργεί! Ελπίζουμε τα όπλα που θα χρησιμοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ να μην είναι «μαζικής καταστροφής», γιατί το θηρίο, όταν ξεψυχά, γίνεται πολύ επικίνδυνο! Ήδη πολλοί, ακόμη και ευνοούμενοι από τα διάφορα επιδόματα που αφειδώς προσφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, τα παρομοιάζουν με τροφή που εμπεριέχει μια μικρή δόση δηλητηρίου, που οδηγεί αυτόν που την παίρνει στον αργό θάνατο, εννοώντας πως, όταν αδειάζεις το ταμείο για μικροκομματικούς σκοπούς, μπορεί να οδηγήσεις τη χώρα σε χειρότερες περιπέτειες. Και τότε η δεύτερη πλάνη θα είναι «χείρων» της πρώτης. Δεν είναι άσχετο το γεγονός πως οι λεγόμενοι «θεσμοί», όπως η Κομισιόν, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.

Είναι επόμενο ο Πρωθυπουργός να προσπαθήσει να πείσει τον ελληνικό λαό ότι αυτά που προτίθεται και σχεδιάζει να του προσφέρει ή αυτά που του πρόσφερε είναι καλύτερα από αυτά που του τάζει ο αρχηγός της αντιπολίτευσης. Και θα επιστρατεύσει στην προσπάθειά του αυτή όλους τους «τρόπους πειθούς», την επίκληση της λογικής και του συναισθήματος, την επίκληση στο ήθος το δικό του, σε αυτό που ονομάζει «ηθικό πλεονέκτημα», αν και αυτό έχει τελείως ξεθωριάσει, και φυσικά την επίθεση στο ήθος του αντιπάλου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Καλεί μάλιστα ο Πρωθυπουργός τον αντίπαλό του σε τηλεοπτική διαλογική συζήτηση, στο περίφημο «ντιμπέιτ», λες και αυτό θα λύσει το πρόβλημα. Προφανώς ο Πρωθυπουργός «πεποιθώς» στη ρητορική του δεινότητα που κανείς δεν αμφισβητεί πιστεύει πως έτσι θα τον συντρίψει.

Βέβαια, ο διάλογος είναι η ουσία της δημοκρατίας. Ο λόγος είναι το μόνο μέσο που διαφωτίζει τα έργα που πρόκειται να γίνουν και αποκαλύπτει τις προθέσεις των αντιπάλων. Το είχε πει ο Διόδοτος σ’ εκείνη τη θυελλώδη συνεδρίαση της Εκκλησίας του Δήμου στην αρχαία Αθήνα, όταν οι Αθηναίοι συζητούσαν για την τύχη των Μυτιληναίων που είχαν αποστατήσει από την Αθηναϊκή συμμαχία τον Ιούλιο του 428 π.Χ. Απαντώντας στον δημαγωγό Κλέωνα που υποστήριζε τη θανατική καταδίκη όλων των Μυτιληναίων ο Διόδοτος είπε πως «όποιος υποστηρίζει πως τα λόγια δεν γίνονται δάσκαλοι των πραγμάτων, πως δεν διαφωτίζουν τις καταστάσεις, ή είναι ανόητος ή έχει κάποιο συμφέρον». Και εξήγησε: «Ανόητος είναι, εάν νομίζει πως είναι δυνατό να μιλήσει κανείς με κάποιο άλλο τρόπο για τα μελλοντικά και άγνωστα πράγματα, και έχει συμφέρον, εάν, θέλοντας να πείσει τους ακροατές για κάτι το αισχρό, νομίζει πως δε θα μπορούσε να μιλήσει με εύσχημο τρόπο γι’ αυτό το αισχρό και πως θα μπορούσε να καταβάλει τους αντιπάλους του και να επηρεάσει τους ακροατές του συκοφαντώντας με ωραίο τρόπο» (Θουκ. ΙΙΙ. 39).

Όμως πολλοί είναι οι πολιτικοί στην κυβερνώσα παράταξη που έχοντας εμπιστοσύνη στη ρητορική τους δεινότητα προσπαθούν να αποδείξουν πως κάθε τι το αρνητικό που έχει γίνει δεν έχει γίνει και οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί δεν έχουν ληφθεί ή, κινούμενοι από το προσωπικό ή κομματικό τους συμφέρον, προσπαθούν να παρασύρουν και να εξαπατήσουν τον λαό εκπονώντας έναν εύσχημο και εντυπωσιακό λόγο. Αλλά, όπως είπε ο Κλέων, στην ίδια συνεδρίαση «από τέτοιους αγώνες η πόλη δίνει τα βραβεία σε άλλους, ενώ η ίδια αναλαμβάνει τους κινδύνους». Ο Κλέων κατηγορεί τους Αθηναίους ότι ευθύνονται γι’ αυτή την κατάσταση, γιατί «αγωνοθετούν» με κακό τρόπο, καταντώντας να γίνουν «θεαταί …των λόγων και ακροαταί …των έργων» (Θουκ. ΙΙΙ. 38). Σε αυτή την διαστροφή της κρίσης των πολιτών ελπίζουν όσοι επιχειρούν να τους διαφωτίσουν. Αλήθεια, πόσο επίκαιρα είναι τα λόγια αυτά; Και να φανταστεί κανείς πως όλα αυτά τα λέει ένας δημαγωγός που στήριζε την πολιτική του στον λαϊκισμό! Και οι δικοί μας πολιτικοί, όπως ο Κλέων, γνωρίζουν πως είναι δυνατό να διαστρέψουν την κρίση των πολιτών, με αποτέλεσμα, όταν ακούν δύο ρήτορες να τους προτείνουν δύο αντίθετα πράγματα να πηγαίνουν με το μέρος εκείνου που είναι πιο ικανός να αποκρύπτει την αλήθεια ή να ντύνει το ψέμα με το ένδυμα της αλήθειας.

Με αυτά τα δεδομένα πολύ φοβούμαι πως από ένα «ντιμπέιτ» μεταξύ των δύο αρχηγών των μεγάλων κομμάτων δεν πρόκειται να κερδίσει τίποτε ο ελληνικός λαός. Δεν πρόκειται να διαφωτιστεί καθόλου. Υπάρχει έστω και μία φορά που οι πολιτικοί αρχηγοί υλοποίησαν όσα υποσχέθηκαν στον λαό σε παρόμοια «ντιμπέιτ;». Υπάρχει κανένας πρωθυπουργός που να μην έχει καταπατήσει τον όρκο που έδωσε αναλαμβάνοντας την εξουσία; Υπάρχει κανείς που να μην απογοήτευσε τους ψηφοφόρους του; Θαρρώ, λοιπόν, πως θα είναι χάσιμο χρόνου και για τους πολιτικούς και για τους πολίτες το να παρακολουθήσουν μια τέτοια τηλεοπτική «φιέστα». Όλα αυτά «τα καραγκιοζλίκια» είναι που δημιουργούν την απέχθεια του ελληνικού λαού τόσο προς την πολιτική όσο και προς τους πολιτικούς, με αποτέλεσμα η αποχή από την κάλπη όσο περνούν τα χρόνια να μεγαλώνει. Ο κόσμος δεν πρόκειται να αλλάξει, αν δεν αλλάξουν πρώτα οι πολιτικοί μας.

 

Τρίτη, 04 Ιουνίου 2019 17:33

Το πήραν το μήνυμα;

Έγιναν πάλι εκλογές στη χώρα μας και ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως δείχνουν τα αποτελέσματα, έπαθε πραγματική «πανωλεθρία». Στην ουσία ο λαός τιμώρησε και τα δύο κόμματα που διακυβέρνησαν τη χώρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, αφού εξαφάνισε και τους ΑΝΕΛ. Ο Πρωθυπουργός εμφανώς απογοητευμένος από το αποτέλεσμα προσπάθησε στην αρχή να δικαιολογήσει αυτό ρίχνοντας την ευθύνη στους «αχάριστους» ψηφοφόρους, που δεν εκτίμησαν τις τόσες παροχές που τους έκανε «προεκλογικά». Ενεργοποίησε δηλαδή εκείνο τον μηχανισμό άμυνας που στη ψυχολογία ονομάζεται «αυτοδικαίωση»! Μετά τήρησε μια πιο ψύχραιμη θεώρηση της κατάστασης και είπε πως «πήρε το μήνυμα». Έτσι, συμβαίνει πάντα σε ανάλογες περιπτώσεις: οι πολιτικοί μας παίρνουν το μήνυμα μετά από μία ήττα, αλλά στο δρόμο προς τις επόμενες κάλπες το χάνουν και συνεχίζουν την ίδια πολιτική και τα ίδια σφάλματα! Ας αφήσουμε πως κάθε κόμμα ερμηνεύει το «μήνυμα», όπως του συμφέρει και το εξυπηρετεί. Οι ΑΝΕΛ, για παράδειγμα, είπαν στις προηγούμενες εκλογές πως το αποτέλεσμά τους δείχνει πως αυτοί πρέπει να συνεργαστούν με τον ΣΥΡΙΖΑ και να τον βοηθήσουν να εφαρμόσει το σχέδιό του! Και ο απλός λαός διερωτάται από πού έβγαλαν αυτό το συμπέρασμα και, βέβαια, τους τιμώρησε, όπως τους άξιζε.

Κάποτε ένας φιλόλογος επρόκειτο να διδάξει και να αναλύσει στην τάξη του ένα ποίημα του Παλαμά. Θεώρησε σκόπιμο να καλέσει στην τάξη του και τον ίδιο τον ποιητή. Όταν τελείωσε η διδασκαλία, ο Παλαμάς έδωσε συγχαρητήρια στον καθηγητή για τη φιλότιμη προσπάθειά του και του είπε: «Μπράβο, παιδί μου. Πολύ ωραία όλα όσα είπες, αλλά πού τα βρήκες όλα αυτά που είπες, γιατί εγώ δεν είχα τίποτε από αυτά στο νου μου»! Το ίδιο κάνουν και τα κόμματα: ψάχνουν τις δηλώσεις των αντιπάλων τους, σκάβουν πολύ βαθιά μέσα σε αυτές, τις περισσότερες φορές σκόπιμα, και βρίσκουν πράγματα που δεν έχουν στο νου τους οι αντίπαλοι. Με λίγα λόγια επιστρατεύουν παντού και πάντα το ψέμα, την ψευτιά, και διαστρεβλώνουν την αλήθεια και εξαπατούν τον λαό.

Και αυτή την τακτική ακολούθησε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ: με το ψέμα ανέβηκε στην εξουσία, με το ψέμα διακυβέρνησε και με το ψέμα προσπάθησε να ξανακερδίσει την εξουσία. Αλλά δεν αξιολόγησε, όπως έπρεπε τα πράγματα, γιατί μπορεί η αλεπού να είναι πονηρή, αλλά είναι πιο πονηρός αυτός που την πιάνει!

Η πολιτική στον τόπο μας πάσχει από έλλειψη ειλικρινών πολιτικών. Ο ειλικρινής ενεργεί πάντα με ευθύτητα και καθαρότητα, χωρίς δόλο και υποκρισία. Εκφράζει πάντα ασυγκάλυπτα την αλήθεια των συναισθημάτων και των σκέψεών του χωρίς σκόπιμη διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Διακρίνεται για την καθαρότητα του ήθους στον λόγο, τη φιλαλήθεια, την εντιμότητα , την ανυποκρισία και γνησιότητα, την ανυστεροβουλία και την παρρησία, την ευθύτητα και την υπευθυνότητα. Αυτός είναι ο άνθρωπος της εμπιστοσύνης και της συνέπειας. Ο Δημόκριτος έλεγε πως «χρη αληθόμυθον είναι ου πολύλογον», δηλαδή ότι «πρέπει ο άνθρωπος να αγαπά την αλήθεια και να μην είναι φλύαρος», ενώ ο Αριστοτέλης είπε το γνωστό «Φίλος μεν Πλάτων, φιλτάτη δε η αλήθεια», που σημαίνει «είναι αγαπητός ο Πλάτων, αλλά πιο αγαπητή είναι η αλήθεια». Μπορεί στη συνείδηση των ψηφοφόρων ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι αγαπητός, αλλά πιο αγαπητή είναι η αλήθεια, και αυτή σπάνια τη χρησιμοποίησε το κόμμα αυτό.

Αντίθετα, επένδυσε στο ψέμα, την υστερόβουλη και σκόπιμη απόκρυψη ή διαστροφή της αλήθειας, αποσκοπώντας στην εξαπάτηση και την παραπλάνηση του λαού. Και φαίνεται πως ο λαός έδωσε την απάντηση σε ένα καταλυτικό ρητορικό ερώτημα που είχε υποβάλει Υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ μιλώντας στη Βουλή, το «Τι είμαστε, δηλαδή, απατεώνες είμαστε;». Ο λαός μέσα από τα δεινά που πέρασε έμαθε. Έμαθε πως κάθε ψέμα κλείνει μέσα του δόλο και ανεντιμότητα, ανακρίβεια και απάτη* πως το ψέμα αποβλέπει στην εκδίκηση και την εξυπηρέτηση του κομματικού συμφέροντος. Είπε κάποιος πως, για να μοιάζει με αλήθεια το ψέμα, πρέπει να το πει ένας πανούργος ή πρέπει να το ακούσει ένας άμυαλος. Και μπορεί ο πολιτικός να είναι πανούργος, αλλά οι πολίτες δεν είναι άμυαλοι, όπως τους θεωρεί αυτός. Γιατί καταλαβαίνουν πως η ωραιοποίηση μιας κατάστασης είναι ψέμα με γούστο και ότι το ακούσιο μυθολόγημα που το κοινολογούμε ως αλήθεια είναι χειρότερο και από το εκούσιο ψέμα. Γιατί δεν μπορείς, για παράδειγμα, σε έναν άνθρωπο που έπαιρνε σύνταξη 2000 ευρώ, που με τις αυθαίρετες περικοπές έγιναν 1000, να τάζεις 13η σύνταξη, δηλαδή 1000 ευρώ, και να του δίνεις 200! Ούτε είναι «δίκαιο που έγινε πράξη» κάποιος που δούλευε 35 ολόκληρα χρόνια και έχασε πάνω από 1000 ευρώ να παίρνει 13η σύνταξη 250 ευρώ, όσα και κάποιος που βγήκε στη σύνταξη με 27 χρόνια υπηρεσίας και δεν έχασε τίποτε. Και το ψέμα στον χώρο της πράξης -η πολιτική είναι κυρίως πράξη- εύκολα αναγνωρίζεται και καταδικάζεται. Το είπε, άλλωστε, ο Ακρίσιος, ότι «Ουδέν έρπει ψεύδος ες γήρας χρόνου», δηλαδή «το ψέμα δεν προφταίνει να γεράσει και αποκαλύπτεται» (Στοβ. 182)

Όλα αυτά προκαλούν απέχθεια στον λαό. Και είναι προκλητικό, ενώ η ψευτιά και η απάτη είναι όχι μόνο μια πράξη ηθικά μεμπτή στη συνείδηση του λαού, αλλά και ποινικά κολάσιμη από την πολιτεία, η πολιτική ψευτιά και η απάτη να παραμένει στο απυρόβλητο! Και το κακό είναι πως οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την αποτυχία τους, ακολουθούν την ίδια τακτική και την ίδια μέθοδο δείχνοντας με τη συμπεριφορά τους πως δεν έχουν πάρει, αντίθετα με όσα λένε, το «μήνυμα». Αν δεν βάλουν λίγη ηθική στην πολιτική τους, δεν έχουν κανένα μέλλον. Γιατί όπως έλεγε ο Λίνκολν «Μπορεί να καταφέρεις να απατήσεις μερικούς όλο τον καιρό και όλους λίγο καιρό, αλλά δεν θα καταφέρεις ποτέ να απατήσεις όλους όλο τον καιρό.»

Πιστεύω πως όλα τα κόμματα έχουν ως στόχο της πολιτικής τους το καλό της χώρας μας. Έτσι συνέβαινε πάντα. Στην αρχαία Ελλάδα κυριαρχούσαν δύο τάσεις, η φιλελεύθερη και προοδευτική της Αθήνας και η συντηρητική της Σπάρτης. Έκτοτε τα «κανονικά» πολιτεύματα κινούνται ανάμεσα στις δύο αυτές πολιτικές αντιλήψεις και φιλοσοφίες, αλλά πολλές φορές αδυνατούν να πετύχουν το αριστοτελικό μέτρο. Τα πράγματα, βέβαια, αλλάζουν όσες φορές τα κόμματα, ιδιαίτερα αυτά που κατέχουν την εξουσία, «αναγκάζονται» να πάρουν αποφάσεις που θέτουν σε κίνδυνο το συμφέρον του κόμματος. Τότε τα κόμματα βρίσκονται μπροστά σε διλήμματα που κρίνουν και την ηθική τους ποιότητα. Πολλές φορές, πάλι, τα κόμματα πιστεύουν κάτι το οποίο μάλιστα και ομολογούν, αλλά διστάζουν να πάρουν σχετικές αποφάσεις, γιατί αυτές μπορεί να θίξουν το κομματικό ή το συντεχνιακό τους συμφέρον. Όλοι για παράδειγμα πιστεύουν στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αλλά κανείς δεν αποφασίζει να την επιβάλλει. Όλοι πιστεύουν στην ανάγκη μείωσης του αριθμού των βουλευτών, αλλά κανείς δεν την αποφασίζει.

Ένα είναι βέβαιο, πως τα κόμματα οφείλουν με λόγο διαυγή και ξεκάθαρο να ξεδιπλώσουν μπροστά στον λαό, στους ψηφοφόρους, τα προγράμματά τους και να προσπαθήσουν να τον πείσουν για την ωφελιμότητά τους. Επειδή, όμως, οι δύο κύριοι διεκδικητές της εξουσίας δεν έχουν και πολλές ουσιαστικές διαφορές, αφού, παρά τα λεγόμενα, την πολιτική τους εξακολουθούν να διαμορφώνουν οι «δανειστές» μας, υιοθετούν άλλους τρόπους επικράτησης έναντι των αντιπάλων. Έτσι, βλέπουμε ότι, όσο πλησιάζουν οι εκλογές, τόσο η πολιτική αντιπαράθεση των κομμάτων οξύνεται και κορυφώνεται. Το κάθε κόμμα επιτίθεται χωρίς έλεος και χωρίς σεβασμό στο κόμμα εκείνο από το οποίο κυρίως μπορεί να υποστεί βλάβη και ζημία, να χάσει δηλαδή ψηφοφόρους. Κι επειδή φαίνεται πως η Νέα Δημοκρατία βαδίζει προς την εξουσία, παρόλα όσα αισιόδοξα υποστηρίζει ο κ. Τσίπρας, όλα σχεδόν τα κόμματα στρέφονται εναντίον της.

Στον «πόλεμο» που διεξάγεται σημαντικό ρόλο παίζει η γλώσσα. Στην ουσία η γλώσσα από την αρχαιότητα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην πολιτική. Στην αρχαία μάλιστα Αθήνα είχε γίνει τόσο μεγάλη κατάχρηση της γλώσσας που έκανε τον δημαγωγό Κλέωνα να πει στη Εκκλησία του δήμου για τους Αθηναίους της εποχής του πως έχουν γίνει «θεατές των λόγων και ακροατές των έργων» (Θουκ. Γ΄ 38.4: οίτινες ειώθατε θεαταί μεν των λόγων γίγνεσθαι, ακροαταί δε των έργων). Η τακτική που ο ΣΥΡΙΖΑ κυρίως ακολουθεί σήμερα στον τομέα αυτό είναι να παρακολουθεί τι λέει ο αντίπαλος, εν προκειμένω ο κ. Μητσοτάκης, και να προσπαθούν διαστρεβλώνοντας τα λεγόμενά του να τον αποδομήσουν. Βέβαια, δεν έχουν εγκαταλείψει και την παλαιότερη τακτική, δηλαδή να δίνουν διαφορετικό περιεχόμενο στις λέξεις από αυτό που πραγματικά έχουν. Όπως, για παράδειγμα, οι Αμερικανοί είχαν ονομάσει την επίθεση στη Γιουγκοσλαβία και τη διάλυσή της, τον πόλεμο δηλαδή, «ανθρωπιστική» ενέργεια, έτσι και ο ΣΥΡΙΖΑ τώρα ονομάζει ένα προεκλογικό επίδομα που δίνει «13η σύνταξη»!

Είναι γνωστό το ανέκδοτο με εκείνο τον Νομάρχη που είχε επί δικτατορίας επισκεφτεί ένα χωριό και χαρακτήρισε τον δάσκαλο «γάιδαρο», όταν έμαθε πως αυτός είναι «αριστερός», και ο δάσκαλος που το πληροφορήθηκε θέλησε να τον εκδικηθεί και, όταν πήγε στο σχολείο και την τάξη του, «έπαιξε» με τα κόμματα σε μια φράση που εννοούσε ότι ο Νομάρχης, σύμφωνα με την άποψη του δασκάλου, είναι «γάιδαρος»! Βέβαια, ο κ. Νομάρχης εξανέστη και ο δάσκαλος είπε πως άλλα κόμματα (πολιτικά) κάνουν τον δάσκαλο «γάιδαρο» και άλλα κόμματα, (τα γραμματικά), τον Νομάρχη! Και σήμερα τα πολιτικά κόμματα ψάχνουν να βρουν τα άλλα κόμματα, για να πλήξουν τον αντίπαλο. Και δίνει αυτή τη δυνατότητα η ελληνική γλώσσα, γιατί είναι περίεργη, αφού «οι εν αρχή» ονομάζονται και «οι εν τέλει», δηλαδή αυτοί που έχουν την εξουσία δηλώνονται με δύο αντίθετες φαινομενικά λέξεις, την «αρχή» και το «τέλος».

Τόλμησε, λοιπόν, ο κ. Μητσοτάκης να πει πως εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η ποιότητα της παρεχόμενης υγείας στον πολίτη και πως θα προσπαθήσει να την αναβαθμίσει με τον συνδυασμό και τη συνεργασία της δημόσιας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Είπε, μάλιστα, πως θα δοκιμαστεί το σύστημα αυτό σε ένα μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο στο οποίο θα τοποθετηθεί ιδιώτης ως μάνατζερ και μετά θα προχωρήσει, αν πετύχει τους στόχους. Δηλαδή ο κ. Μητσοτάκης ούτε λίγο ούτε πολύ είπε κάτι που σήμερα εφαρμόζεται σε όλα τα αναπτυγμένα κράτη, αλλά εφαρμόζεται και σε πολλούς τομείς της χώρας μας. Εγώ γνωρίζω ότι στον χώρο της εκπαίδευσης, όταν γραφεί ένα νέο βιβλίο, αυτό δοκιμάζεται σε κάποια σχολεία και, αν πετύχει, τότε γενικεύεται και εισάγεται στην εκπαίδευση. Ο κ. Μητσοτάκης, δηλαδή, είπε αυτό που γίνεται και πρέπει να γίνεται σε ένα κράτος που επιδιώκει την ανάπτυξη. Ο κ. Τσίπρας αλλοίωσε τελείως το νόημα αυτής της πρότασης και διακήρυξε πως ο κ. Μητσοτάκης επιθυμεί και σκοπεύει να παραδώσει τον τομέα της υγείας σε ιδιώτες!

Είπε ακόμη ο κ. Μητσοτάκης πως σκοπεύει με στόχο την ανάπτυξη να καθιερώσει την επταήμερη «λειτουργία» των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ο κ. Τσίπρας κατευθείαν άρπαξε την ευκαιρία και μετατρέποντας τη λέξη «λειτουργία» σε «εργασία» διακήρυξε πως ο κ. Μητσοτάκης σκοπεύει να καταργήσει το πενθήμερο εργασίας και να καθιερώσει το επταήμερο, επαναφέροντας, αυτός ο ανάλγητος, τον εργασιακό Μεσαίωνα! Κι όμως η επταήμερη «λειτουργία» εφαρμόζεται και επί διακυβερνήσεως του ΣΥΡΙΖΑ σε πολλές επιχειρήσεις και τομείς, όπως τα νοσοκομεία, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, τα σουπερμάρκετ κ.λπ., χωρίς αυτό να συνεπάγεται υποχρεωτική επταήμερη εργασία.

Αλήθεια, αν κάποιος εργαζόμενος έχει υποχρεώσεις και απέναντι στο κράτος και θέλει να τις εκπληρώσει εργαζόμενος όσο και όταν αυτός θέλει, γιατί να εμποδιστεί; Εξάλλου, αυτή η πρακτική εφαρμόζεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες από τη δεκαετία του ’80. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα τεχνάσματα και τα τερτίπια και ας ενημερώσουμε τον κόσμο για τα προγράμματα με τα οποία σκοπεύουμε να λύσουμε τα προβλήματα του. Όλα τα άλλα είναι φτηνός λαϊκισμός…

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2019 15:43

Επιτέλους, τα κατάφερα!

Όταν πληροφορήθηκα την υπουργοποίηση του κ. Θεοχαρόπουλου από τον κ. Τσίπρα προσπάθησα να φανταστώ την αντίδραση του πρώτου. Τον φαντάστηκα να επιστρέφει στο σπίτι του, να αφήνει ένα ξεφύσημα ανακούφισης και να μονολογεί λέγοντας «Επιτέλους, τα κατάφερα!». Γιατί είναι φανερό πως οι πιο πολλοί από αυτούς που ασχολούνται με την πολιτική νοιάζονται απλώς για την κατάκτηση της εξουσίας. Και αυτό το κατάφερε ο κ. Θεοχαρόπουλος. Είναι και αυτό κάποια επιτυχία που δείχνει και το πολιτικό ανάστημα του ανδρός. Είναι το τελευταίο, ίσως, «απόβλητο» που καταλήγει στον ΣΥΡΙΖΑ. Κι είναι απορίας άξιο πώς τα γνήσια μέλη του ΣΥΡΙΖΑ δέχονται τέτοιες «μεταγραφές» και δεν αντιδρά κανείς! Γιατί είναι γνωστό πως και ο Θεοχαρόπουλος, πριν δει το «φως το αληθινό», «πήδηξε πολλά παλούκια», κατά το κοινώς λεγόμενο, και έσυρε πολλά εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ! Πού είναι το φιλότιμο; Πού είναι η αξιοπρέπεια; Εκεί που μας συμφέρει;

Κι άκουσα τον κ. Θεοχαρόπουλο να ορκίζεται «στην τιμή και τη συνείδησή του» αναλαμβάνοντας επίσημα το αξίωμά του. Είναι και αυτό ένα στοιχείο «προοδευτισμού» που τον διακρίνει: η απόρριψη του θρησκευτικού όρκου. Έτσι αισθάνονται οι περισσότεροι την προοδευτικότητα. Όταν υπηρετούσα στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, πριν πολλά χρόνια, είχε επισκεφθεί το σχολείο μας ένα ιταλικό σχολείο. Οι μαθητές του ήταν πολύ προχωρημένοι σε σχέση με τους δικούς μας. Πολλοί από αυτούς κάπνιζαν στο διάλειμμα μπροστά στους καθηγητές τους. Οι δικοί μου μαθητές σχολίασαν το φαινόμενο αυτό και μίλησαν για «πρόοδο» και «συντήρηση». Ήταν η εποχή που το μαθητικό κίνημα, στο οποίο βέβαια πρωτοστατούσε η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων «προοδευτικών» δυνάμεων, διεκδικούσε τον καθορισμό ενός χώρου, μιας αίθουσας στα σχολεία στην οποία θα μπορούσαν ελεύθερα να καπνίζουν οι μαθητές. Έτσι έβλεπαν πολλοί την «πρόοδο» τότε και έτσι τη βλέπουν και τώρα: κάθε νέο και διαφορετικό είναι προοδευτικό! Βέβαια, δεν έχει σημασία που το κάπνισμα έχει καταδικαστεί και έχει απαγορευτεί με νόμο σε ολόκληρη την Ευρώπη και στη χώρα μας, αν και ο Υφυπουργός της Υγείας μας αρνείται με προκλητικό τρόπο να προσαρμόσει τη στάση του σύμφωνα με τον νόμο αυτό.

Είναι, λοιπόν, «προοδευτικό» να καταργείται ο θρησκευτικός όρκος των βουλευτών και να ορκίζονται οι βουλευτές «στην τιμή και τη συνείδησή τους». Βέβαια, ο θρησκευτικός όρκος είναι πολύ παλιός. Αυτός, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική γραμματεία (π.χ. Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, 735 κ. ε.) αναπτυσσόταν σε τρεις φάσεις. Αυτός που ορκιζόταν έλεγε τι θα κάνει και τι δεν θα κάνει, όριζε κάποιο θεό επιτηρητή του όρκου και, τέλος, όριζε και την τιμωρία του σε περίπτωση παραβίασης του όρκου. Οι έφηβοι στην αρχαία Αθήνα, όταν ενηλικιώνονταν και εγγράφονταν στο «ληξιαρχικό γραμματείο» ορκίζονταν σε επτά θεότητες (στον Δία, στην Αυξώ, τη Θαλλώ, την Ηγεμόνη κ.λπ.) ότι δεν θα προδώσουν την πατρίδα και δεν θα την παραδώσουν μικρότερη από όση την παραλάμβαναν από τους προηγούμενους. Όσοι, πάλι, έδιναν τον Όρκο του Ιπποκράτη ορκίζονταν στον θεό Απόλλωνα, τον «ιητρόν», τον Ασκληπιό, την Υγεία και την Πανάκεια και «θεούς πάντας τε και πάσας». Τα μέλη, τέλος, της Φιλικής Εταιρείας ορκίζονταν «οικειοθελώς» ενώπιον του αληθινού Θεού και μάλιστα εκτός των άλλων των σχετικών με την απελευθέρωση της πατρίδας ορκίζονταν ότι «θα προσέχουν πάντοτε εις την διαγωγήν τους, να είναι ενάρετοι, …να δίνουν πάντοτε το καλόν παράδειγμα» κ.λπ.

Βέβαια, μέχρι και πρόσφατα ίσχυε ο θρησκευτικός όρκος. Κανένας πρωθυπουργός από τη μεταπολίτευση και μετά δεν σκέφτηκε να καταργήσει τον θρησκευτικό όρκο. Οι εκπρόσωποι του ελληνικού λαού σύμφωνα με το άρθρο 58 του Συντάγματος ορκίζονταν «στο όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος» ότι θα τηρούν πίστη στο Σύνταγμα και τους Νόμους κ.λπ. Αλλά μέσα στο πνεύμα του «προοδευτισμού» που διακρίνει τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ακολούθους του περιορίστηκε αυτός και δόθηκε στον κάθε βουλευτή που επιθυμεί το δικαίωμα να ορκίζεται «στην τιμή και τη συνείδησή του». Είναι και αυτό μια αλλαγή μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας του «ό τι θέλει, όποτε θέλει, όπου θέλει και όπως θέλει ο καθένας», δηλαδή μιας δημοκρατίας που μετατρέπει «την ελευθερία» σε ασυδοσία και ακολασία. Και είναι θλιβερό να ακούμε τους Μουσουλμάνους βουλευτές να ορκίζονται «στο όνομα του παντοδύναμου θεού και του μόνου αυτού Προφήτη που είναι ο Μωάμεθ» και εμείς να καταργούμε «τα ιερά και τα όσια», γιατί έτσι το θέλουν μερικοί.

Όμως το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Το πρόβλημα είναι αν ο κ. Θεοχαρόπουλος και οι όμοιοί του διαθέτουν «τιμή και συνείδηση». Γιατί η «τιμή» είναι μια υπέρτατη αξία στην οποία οι πρόγονοί μας θυσίαζαν και τη ζωή τους. Αυτή εκφραζόταν με το «αιρετώτερόν εστί θανείν καλώς ή ζην αισχρώς», δηλαδή ότι είναι «προτιμότερο να πεθάνει κανείς έντιμα παρά να ζει με ντροπή». Κι έτσι εξασφάλιζε την υστεροφημία. Θα πει κανείς ότι ο κ. Θεοχαρόπουλος δεν αισθάνεται καμιά ντροπή γι’ αυτό που έκανε, δηλαδή να πουλήσει την αξιοπρέπειά του για ένα πεντάμηνο υπουργιλίκι. Γιατί παρόλα όσα ισχυρίζεται τόσο οι οπαδοί που τον ψήφισαν όσο και οι σύντροφοι στο κόμμα που τον εγκατέλειψαν τον θεωρούν «προδότη» της ψήφου και των ιδεών τους.

Ο ίδιος, μάλιστα, φρόντισε να επιβεβαιώσει όσα ισχυρίζονται οι αντίπαλοί του «περί συνδιαλλαγής». Γιατί παρουσιάστηκε στη Βουλή δυο μέρες μετά την υπουργοποίησή του και ανέπτυξε ένα πρόγραμμα για την ανάπτυξη του τουρισμού! Κι όσοι τον άκουγαν απορούσαν πότε πρόλαβε «ο αθεόφοβος» να μελετήσει το θέμα, να καταστρώσει το σχέδιό του και να το αναπτύξει στη Βουλή! Δύο τινά, έλεγαν, μπορεί να συμβαίνουν: ή του έδωσαν έτοιμο το σχέδιο και του επέβαλαν να το υλοποιήσει ή, το πιθανότερο, η συμφωνία είχε κλείσει πριν αποχωρήσει από το ΚΙΝΑΛ. Και τα δύο δεν είναι καθόλου τιμητικά γι’ αυτόν. Με τέτοιους όμως πολιτικούς δεν υπάρχει περίπτωση να σωθεί η χώρα μας. Αντίθετα, ο λαός θα εξακολουθήσει να πληρώνει τα «σπασμένα» και οι πολιτικοί να (ακριβο)πληρώνονται στην «υγεία των κορόιδων»!

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019 11:49

Αιτία ελομένου θεός αναίτιος

Θα ρωτήσει κανείς ποιοι είναι κατάλληλοι γι’ αυτή «την πολιτική τέχνη», στην οποία αναφερθήκαμε στο προηγούμενο σημείωμα. Την απάντηση την έχει δώσει ο Πλάτων στην Ζ΄ Επιστολή του και αλλού λέγοντας πως «δεν πρόκειται να ευτυχήσουν οι πόλεις, αν δεν «βασιλεύσουν», δεν κυβερνήσουν, οι φιλόσοφοι» (326 b). Και δίνει ο ίδιος το περιεχόμενο της έννοιας «φιλόσοφος» στον Μενέξενό του λέγοντας «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία, ου σοφία φαίνεται» (&246), που σημαίνει πως σοφός είναι αυτός που συνδυάζει τη γνώση με την αρετή. Η γνώση χωρίς την αρετή πιο πολύ βλάπτει παρά ωφελεί.

Ο ίδιος φιλόσοφος στην οργάνωση της ιδανικής πολιτείας που επιχειρεί στην Πολιτεία του (ΣΤ 487 α 1-5) τοποθετεί τους άρχοντες στην υψηλότερη βαθμίδα και τους εφοδιάζει με την αρετή της «σοφίας». Πιστεύει πως μόνο με άρχοντες προικισμένους με πραγματική φιλοσοφική μόρφωση θα τακτοποιηθούν οι πόλεις-κράτη και θα τελειώσουν τα κακά που βρίσκουν τους ανθρώπους. Ο Πλάτων ζητά από τους άρχοντες στον Πολιτικό του να είναι επιστήμονες της πολιτικής, να έχουν πραγματικές και όχι φαινομενικές πολιτικές γνώσεις (293 c). Τους θέλει μυαλωμένους (έμφρονας), «ώστε μετά νου και τέχνης διοικείν την πόλιν» (297 a, b). Τέτοιους, λοιπόν, πολιτικούς απαιτεί η χώρα μας, αλλά πού να τους βρει!

Ένα, πάντως, είναι, βέβαιο, πως η πολιτική δεν είναι για ανθρώπους εμπαθείς, αναξιοπρεπείς, αισχρούς, αγενείς και χυδαίους στους τρόπους, τη συμπεριφορά, τα λόγια και τις πράξεις, ακόμα και στο φρόνημα. Και δυστυχώς υπάρχουν πολλοί τέτοιοι και στη σημερινή Βουλή και δίνουν το «χρώμα» σε αυτή, γιατί οι αρχηγοί των κομμάτων επιλέγουν τους υποψηφίους πάντα με γνώμονα το κομματικό συμφέρον και όχι με βάση την ικανότητά τους να υπηρετήσουν το σύνολο. Έτσι, η δημοκρατία κατάντησε πολίτευμα «της μετριότητας», όπως λένε μερικοί, ή «της ασημαντότητας», όπως λένε άλλοι, με αποτέλεσμα πολλοί να μιλούν διεθνώς για το «τέλος της πολιτικής». Γιατί με τους «μέτριους» ή τους «ασήμαντους», τους χυδαίους και τους αχρείους ο τόπος δεν μπορεί να πάει μπροστά.

Και εμείς καλούμαστε τώρα να ψηφίσουμε άτομα που δεν γνωρίζουμε τι «καπνό φουμάρουν», ανθρώπους που είδαμε μόνο στην τηλεόραση και έχουμε ακούσει από το στόμα τους ωραία και καλά πράγματα! Δεν ξέρουμε, όμως, αν αυτό είναι το πραγματικό τους πρόσωπο ή βάζουν κάποιο προσωπείο για τις ανάγκες της στιγμής. Δεν ξέρουμε αν υποκρίνονται. Γιατί, όπως λέει και ο Χριστός, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι κάνουν ό τι κάνουν για το «θεαθήναι τοις ανθρώποις» και μας προτρέπει να είμαστε προσεκτικοί απέναντί τους και να μην ενεργούμε σύμφωνα με τα έργα τους, γιατί «λέγουσι και ου ποιούσι», λένε, δηλαδή, υπόσχονται πολλά, αλλά δεν υλοποιούν τις υποσχέσεις τους (Κατά Ματθ. ΚΓ΄ 3). Και το κακό είναι πως ο λαός έχει υποστεί τέτοια φθορά συνείδησης που επιβραβεύει αυτούς τους «χυδαίους» και τους «αχρείους». Και φαίνεται πως επαληθεύεται εδώ η πρόβλεψη του Αποστόλου Παύλου που απευθυνόμενος στον Τιμόθεο του λέει πως «πονηροί άνθρωποι και απατεώνες θα προκόψουν προς το χειρότερο παρασύροντας και εξαπατώντας τους άλλους και εξαπατώμενοι οι ίδιοι» (Τιμοθ. Β΄, γ΄ 11: πονηροί δε άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι).

Βέβαια, το φαινόμενο αυτό δεν είναι τωρινό. Είναι διαχρονικό. Ήδη ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος, ένας από τους επτά αρχαίους σοφούς, είχε διατυπώσει το «αρχή άνδρα δείκνυσι», ότι δηλαδή η άσκηση της εξουσίας δείχνει την ηθική ποιότητα του ανθρώπου. Την αρχή αυτή διατύπωσε και ο Σοφοκλής σαφέστερα με το στόμα του Κρέοντα στην Αντιγόνη του. Εκεί ο Κρέων λέει στις προγραμματικές του δηλώσεις πως «είναι αδύνατο να μάθει κανείς καλά την ψυχή, τα συναισθήματα και τη γνώμη ενός ανθρώπου, προτού αυτός δοκιμαστεί στην άσκηση της εξουσίας και την εφαρμογή των νόμων» (στ. 175-177: αμήχανον δε παντός ανδρός μαθείν,// ψυχήν τε και φρόνημα και γνώμην, πριν αν// αρχαίς τε και νόμοισιν εντριβής φανή). Το κακό είναι ότι, όταν κανείς επιλέξει κάποιον, πρέπει να τον υπομείνει για τέσσερα ολόκληρα χρόνια και αυτά είναι αρκετά, για να γίνει το κακό, που πολλές φορές είναι ανεπανόρθωτο. Οφείλει, λοιπόν, καθένας από εμάς να επιλέξει στις επικείμενες εκλογές αυτούς που έχουν δοκιμαστεί και αξίζουν, πέρα από κάθε μικροκομματισμό και συναισθηματισμό. Γιατί, όπως λέει ο Πλάτων, «αιτία ελομένου, θεός αναίτιος», η ευθύνη βαραίνει αυτόν που κάνει την επιλογή και κανέναν άλλο.

Είναι γνωστό πως η χώρα μας είναι χώρα της υπερβολής. Για παράδειγμα, η χώρα μας έχει τόσα θέατρα, τόσους δικηγόρους, τόσους γιατρούς, όσους δεν έχει καμιά άλλη χώρα ή ακόμη και μεγάλη πόλη στον κόσμο, όπως το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη, αναλογικά με τον πληθυσμό τους. Και το ωραίο είναι ότι εμείς ακόμη ιδρύουμε νέες σχολές Νομικής ή Ιατρικής, γιατί πρέπει να ικανοποιήσουμε πολλούς και να προσελκύσουμε ψηφοφόρους! Δεν είναι, λοιπόν, περίεργο πως σαράντα οκτώ (48) κόμματα με κάτι απίθανους τίτλους και τρεις (3) κομματικοί σχηματισμοί(!) διεκδικούν την ψήφο μας στις επερχόμενες Ευρωπαϊκές και Εθνικές (;) εκλογές. Κι έχουν δίκιο αυτοί που λένε πως οι μισοί Έλληνες είναι υποψήφιοι και οι άλλοι μισοί ψηφοφόροι. Και όλα αυτά τα κόμματα «ψάχνουν» να βρουν υποψήφιους να συμπληρώσουν τα ψηφοδέλτιά τους. Μερικά από αυτά μάλιστα δυσκολεύονται να βρουν ενδιαφερόμενους και βάζουν ακόμη και αγγελίες στις εφημερίδες!

Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, γιατί από αυτά τα ψηφοδέλτια καλούμαστε εμείς οι ψηφοφόροι να επιλέξουμε τους «εκλεκτούς» που θα μας εκπροσωπήσουν και θα αναβαθμίσουν τους όρους της καθημερινής μας ζωής τα επόμενα 4-5 χρόνια. Κι έχουν γεμίσει αυτά τα ψηφοδέλτια με ηθοποιούς, ποδοσφαιριστές, αθλητές, μικρο-δημοσιογράφους, με κάτι απίθανους τύπους που ευαγγελίζονται τη σωτηρία της χώρας μας και τη δική μας. Κι όπως είναι οι μέρες, η στάση πολλών θυμίζει τη στάση των Γραμματέων και των Φαρισαίων, που, όπως λέει ο Χριστός στον επίσημο έλεγχο της υποκρισίας τους που ασκεί, «γυρίζουν παντού, περιέρχονται τη θάλασσα και την ξηρά, για να κάνουν κανένα ειδωλολάτρη προσήλυτο Ιουδαίο. Κι όταν τα καταφέρουν τον εξωθούν στην κακία και την πώρωση και τον κάνουν δυο φορές χειρότερο από τους εαυτούς τους» (Κατά Ματθ. ΚΓ΄15: Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι περιάγετε την θάλασσαν και την ξηράν ποιήσαι ένα προσήλυτον* και όταν γένηται, ποιείτε αυτόν υιόν γεέννης διπλότερον υμών).

Τώρα μάλιστα τελευταία με την ευκαιρία ενός «νεόκοπου πολιτικού» του ΣΥΡΙΖΑ που δήλωσε πως «η πολιτική δεν είναι για τους ειδικούς» επιχειρείται η εισαγωγή και η εδραίωση μιας νέας αντίληψης, ότι όποιος «γουστάρει» μπορεί να ασχοληθεί με την πολιτική και να σώσει τη χώρα από τη δυστυχία της. Όλοι, δηλαδή, «κουτσοί στραβοί», κατά πως λέει ο λαός, «στον Άγιο Παντελεήμονα»! Γιατί πολλοί του ίδιου κόμματος έσπευσαν α υιοθετήσουν και να υποστηρίξουν αυτή την ανιστόρητη άποψη. Φαίνεται πως στόχος όλων είναι να υποβαθμιστεί τόσο πολύ η πολιτική, ώστε κανείς σοβαρός άνθρωπος να μην επιθυμεί να ασχοληθεί με αυτή. Όμως, η κοινωνία είναι ένα πλοίο. Και όταν το πλοίο κινδυνεύει, όπως σήμερα κινδυνεύει η χώρα μας από τις αλόγιστες πολιτικές, δεν θα το σώσει ο κάθε επιβάτης, αλλά ο «ειδικός», ο πλοίαρχος, ο καπετάνιος και το ειδικευμένο πλήρωμα.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Η πολιτική είναι «τέχνη» και κάνει λάθος όποιος δεν την θεωρεί τέτοια. Ο Πρωταγόρας θεωρούσε τον εαυτό του δάσκαλο της «πολιτικής τέχνης» και είχε ως σκοπό να κάνει τους νέους «αγαθούς πολίτας». Το ίδιο επιδίωκε και η σχολή του Ισοκράτη. Ο Σωκράτης πάλι παρατηρούσε πως «είναι μωρία να νομίζει κανείς πως σε ασήμαντες τέχνες χρειάζονται δάσκαλοι ικανοί, για να γίνει κανείς σπουδαίος τεχνίτης, αλλά το να άρχουν οι άνθρωποι, που είναι μέγιστο απ’ όλα, το κατορθώνουν αυτόματα, χωρίς δηλαδή διδασκαλία» (Ξενοφών, Απομνημονεύματα, Δ ΙΙ 2: εύηθες το οίεσθαι τας μεν ολίγου αξίας τέχνας μη γίγνεσθαι σπουδαίους άνευ διδασκάλων ικανών, το δε προεστάναι πόλεως, πάντων έργων μέγιστον ον, από ταυτομάτου παραγίγνεσθαι τοις ανθρώποις).

Αλήθεια, πού διδάχτηκαν την «πολιτική τέχνη» αυτοί που προτίθενται να μας κυβερνήσουν; Το ό τι κάποιος υπήρξε καλός(;) ηθοποιός ή δημοσιογράφος ή ποδοσφαιριστής κ.λπ. δεν σημαίνει πως μπορεί να γίνει και καλός πολιτικός. Ούτε πάλι τα παιδιά των πολιτικών γίνονται αυτόματα κατάλληλοι για την πολιτική. Είναι, εξάλλου, γνωστό πως τα παιδιά του Αθηναίου Περικλή δεν είχαν ιδέα από πολιτική κι ούτε νοιάζονταν γι’ αυτή, αλλά, όπως λέει ο Σωκράτης, «γυρίζαν εδώ κι εκεί σαν αλήτες» (Πρωταγ. 320.1: αλλά αυτοί περιιόντες νέμονται ως άφετοι). Κάτι παρόμοιο υπαινίσσεται ο δημοσιογράφος Δ. Μητρόπουλος, όταν λέει: «Ο Γερουλάνος ξεκίνησε να γίνει ιχθυοτρόφος, αλλά τον ψάρεψε ο Γιώργος Παπανδρέου και βρέθηκε στην πολιτική. Έτσι, ανέλαβε υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού μέσα σε γενική κατάπληξη» (Τα Νέα, 39-11-2009). Ας λάβουμε υπόψη, ακόμη, πως ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ούλριχ Μπεκ λέει: «Δεν μπορώ να δω πώς οι πολιτικοί ή οι υπουργοί, που δεν είναι εκπαιδευμένοι να σκέφτονται κοινωνιολογικά, με όρους πολιτικής επιστήμης, θα μπορέσουν να κατανοήσουν τη νέα κατάσταση» και να λύσουν τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος (Η Καθημερινή, 22-11-2009).

Πέμπτη, 02 Μαΐου 2019 14:58

H δημοκρατία μας δοκιμάζεται…

Στο προηγούμενο σημείωμα μιλήσαμε για τη συμμετοχή των Αρχαίων Αθηναίων στα «κοινά». Ας δούμε όμως τι συνέβαινε στην αρχαία Αθήνα, όπου εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η δημοκρατία ως πολίτευμα, ως προς την επιλογή των βουλευτών και τι γίνεται σήμερα. Για να γίνει κάποιος βουλευτής στην αρχαία Αθήνα έπρεπε να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές ήταν νομικές (η ηλικία των 30 ετών, η αθηναϊκή υπηκοότητα, η εκπλήρωση των στρατιωτικών και φορολογικών υποχρεώσεων απέναντι στο κράτος, τα δημοκρατικά αισθήματα και φρονήματα κ.λπ.) και ηθικές (σεβασμός απέναντι στους γονείς, πίστη τους θεούς και αγάπη για την πατρίδα, σεβασμός στην παράδοση και αρετή στις σχέσεις με τους άλλους κ.λπ.).

Οι νέοι βουλευτές υποβάλλονταν σε «δοκιμασία» από την απερχόμενη βουλή: έπρεπε να αποδείξουν ότι εκπλήρωναν όλα τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις και ήταν άξιοι να ασκήσουν το βουλευτικό τους αξίωμα. Μια απορριπτική απόφαση της απερχόμενης Βουλής δεν ήταν τελεσίδικη: ο ενδιαφερόμενος μπορούσε να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο. Αλλά και κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να υποβάλει αγωγή για κάποιον για τον οποίο διέθετε στοιχεία ότι δεν ήταν κατάλληλος για το βουλευτικό αξίωμα. Σώζεται ο Υπέρ Μαντιθέου λόγος του Λυσία στον οποίο ο Μαντίθεος προσπαθεί να αποδείξει πως δεν ευσταθούν οι κατηγορίες που διατυπώθηκαν εναντίον του και πως είναι άξιος για το βουλευτικό αξίωμα. Εν πάση περιπτώσει, οι βουλευτές που περνούσαν τη «δοκιμασία» έδιναν τον βουλευτικό όρκο: ορκίζονταν ότι θα πολιτευτούν σύμφωνα με τους νόμους και προς το συμφέρον του κράτους και του λαού των Αθηναίων. Όμως και η Βουλή είχε το δικαίωμα να εκβάλει κάποιο βουλευτή που φερόταν ότι διέπραττε αξιόποινες πράξεις ή ήταν μπλεγμένος σε σκάνδαλα κ.λπ.

Όπως φαίνεται, υπήρχαν στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία κάποιες ασφαλιστικές δικλείδες για την προστασία της από τυχοδιώκτες και λαοπλάνους πολίτες. Σήμερα στη χώρα μας βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Παρατηρείται σε όλη τη χώρα ένας «οργασμός» κομματικών δραστηριοτήτων που σκοπό έχουν την άγρα ψηφοφόρων και την «άλωση» της εξουσίας με κάθε τρόπο. Όπως λέγεται, οι μισοί Έλληνες είναι υποψήφιοι και οι άλλοι μισοί καλούνται να τους ψηφίσουν! Παρατηρείται, παράλληλα, ένα «όργιο» ψευδών και παραπληροφόρησης και μια εμπάθεια, ένα μίσος, μια πρωτοφανής εχθρότητα του ενός κόμματος εναντίον των άλλων. «Ποτάμια» ανοίγονται, «Γέφυρες» στήνονται, παλιοί και νέοι βουλευτές και πολιτευτές πηγαινοέρχονται και περνούν από το ένα κόμμα στο άλλο, «φιλώντας» με πάθος τα χέρια που παλαιότερα «έφτυναν», εναγκαλιζόμενοι κόμματα που έβριζαν και κατηγορούσαν και προδίδοντας τα κόμματα που τους ανέδειξαν και υπηρέτησαν για πολλά χρόνια. Η ιδιοτέλεια, δηλαδή, και ο καιροσκοπισμός σε όλο τους το μεγαλείο! Όλα δείχνουν πως η μετεκλογική «συναίνεση» που είναι απαραίτητη για τη σωτηρία της χώρας καταντά «όνειρο απατηλό».

Κι είναι να λυπάται και να οργίζεται μαζί κανείς για τον τρόπο με τον οποίο ιδίως ο ΣΥΡΙΖΑ καταρτίζει τα ψηφοδέλτια με τα οποία κατέρχεται στις επικείμενες Ευρωεκλογές και όχι μόνο και ισχυρίζεται πως με αυτά τα ψηφοδέλτια θα κερδίσει και θα σώσει και την Ελλάδα! Είναι αυτονόητο πως οι αρχηγοί των κομμάτων οφείλουν να εντάξουν στα ψηφοδέλτια τους ό τι καλύτερο από πνευματική και ηθική άποψη διαθέτει η χώρα. Και σε αυτή την περίπτωση οφείλουν να εξετάσουν ποιες είναι οι απαιτήσεις των θέσεων που προτίθενται να καλύψουν και να προσπαθήσουν να ανεύρουν τα άτομα εκείνα που διαθέτουν τα αντίστοιχα προσόντα. Αυτοί, όμως, ή νομίζουν πως οι καλύτεροι και πιο κατάλληλοι για τις δημόσιες θέσεις είναι αυτοί που ανήκουν στο κόμμα ή δεν ενδιαφέρονται για την πατρίδα, αλλά νοιάζονται για το κόμμα και τον εαυτό τους. Γιατί η πολιτική είναι τέχνη και, όπως έλεγε ο φιλόσοφος Σωκράτης, «ουκ από του αυτομάτου γίγνεται». Δυστυχώς στη χώρα μας για δυο πράγματα δεν φαίνεται να νοιαζόμαστε, για τη δημιουργία οικογένειας και για τη δημιουργία κόμματος, αυτά που σχετίζονται όχι μόνο με το «ζην» αλλά και για το «ευ ζην» των πολιτών. Όλοι, «κουτσοί» και «στραβοί» έχουν το δικαίωμα να δημιουργήσουν οικογένεια και όλοι έχουν το δικαίωμα να καταλάβουν θέσεις βουλευτών και υπουργών και να μας κυβερνήσουν.

Η πολιτική έχει καταντήσει πασαρέλα στην οποία δεν μετρούν οι ψυχο-πνευματικές αρετές, αλλά μόνο οι σωματικές. Έτσι βλέπουμε στα ψηφοδέλτια να κυριαρχούν τα υλικά πρότυπα, όπως οι τραγουδιστές, ου ποδοσφαιριστές, οι ηθοποιοί, πρόσωπα γενικά «λαμπερά», αλλά ελάχιστα «λαμπρά», και πρόσωπα αμφισβητήσιμης αξίας και ικανότητας, ακόμη και υπόδικα! Είναι τόσο υποβαθμισμένο το Κοινοβούλιο, που ακούμε βουλευτές να δηλώνουν ανενδοίαστα και χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας και ντροπής πως ψηφίζουν νομοσχέδια, αν και δεν συμφωνούν με αυτά, ή δεν ψηφίζουν νομοσχέδια, αν και συμφωνούν με αυτά, ή ότι ψηφίζουν νομοσχέδια χωρίς καν να τα διαβάσουν ή, ακόμη χειρότερα, να προσχωρούν στον ΣΥΡΙΖΑ, να υποτάσσονται και να παραδίδονται αμαχητί σε αυτόν και να δηλώνουν πως είναι «πρόθυμοι» να ψηφίσουν οποιοδήποτε νομοσχέδιο φέρει η κυβέρνηση στη Βουλή, χωρίς καν να ξέρουν ποιο θα είναι αυτό! Τσίρκο, δηλαδή!

Έτσι, όπως παρατηρεί ο Μ. Παπαδημητρίου στο άρθρο του με τίτλο «Ο Επιλαχός» που δημοσιεύτηκε στο Εμπρός (23-3-2019): «η πολιτική έχει πάψει να είναι έρωτας και δόξα και να παραμένει, επί ζημία της πατρίδας, επίδειξη, συμμορία και χρηματισμός» και η Βουλή να έχει γεμίσει από σαβούρα, από «ιστορικά αμνήμονες, θρησκευτικοασεβείς, γενετικά ουδετερόφυλους, προοδευτικά ρεβανσιστές, ευκαιριολόγους (οπορτουνιστές), σαλταδόρους των πτερύγων και αμοραλιστές. Προπαντός αμοραλιστές». Αλήθεια, όλα τα «απόβλητα» των άλλων κομμάτων που έχουν συγκεντρωθεί στον ΣΥΡΙΖΑ θα μας σώσουν; Αμφιβάλλω αν όλοι αυτοί μπορούν να σώσουν τον εαυτό τους. Ο μύθος ο σχετικός με το κουτί της Πανδώρας λέει πως, όταν αυτή το άνοιξε, πέταξαν από μέσα όλα τα κακά και πως αυτή κατόρθωσε να κρατήσει μέσα σ’ αυτό για τον άνθρωπο την Ελπίδα. Μάλλον ανάποδα συμβαίνουν σε εμάς τα πράγματα, γιατί φαίνεται πως έχει πετάξει η Ελπίδα και έχουν μείνει να μας βασανίζουν όλα τα κακά του κόσμου. Πόσο δίκιο έχουμε το μέλλον θα δείξει…

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019 15:09

H δημοκρατία μας δοκιμάζεται…

Ο Fr. Marchal έλεγε πως το πρόγραμμα της δημοκρατίας είναι το ωραιότερο που διατύπωσαν ποτέ άνθρωποι, αλλά πως δεν πρέπει οι ίδιοι οι άνθρωποι να το καταστρέφουν με τα ίδια τους τα χέρια. Και δεν νομίζω πως υπάρχει κανένας νουνεχής και σώφρων άνθρωπος σ’ αυτή τη χώρα που να μην πιστεύει πως η δημοκρατία στον τόπο μας κακοποιείται ιδιαίτερα από αυτούς που έχουν το χρέος να την προστατεύσουν. Και εννοώ τους πολιτικούς μας.

Ότι η δημοκρατία σήμερα στη χώρα μας περνά μια πρωτόγνωρη δοκιμασία από την οποία κανείς δεν ξέρει πώς αυτή θα βγει αναγνωρίζεται από όλους. Και μπορεί κάποιοι να πιστεύουν βαθύτατα στην ικανότητα της δημοκρατίας να υπερνικά όλα τα προβλήματα που θα βρεθούν μπροστά της, να τονίζουν πως «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα», αλλά αυτό μπορεί να συμβεί, όταν εφαρμόζουμε τη δημοκρατία, όπου και όπως πρέπει. Και δυστυχώς αυτό δεν γίνεται, πράγμα που κάνει μερικούς να πιστεύουν πως σήμερα στη χώρα μας δεν υπάρχει αληθινή και γνήσια δημοκρατία, αλλά ασκείται ένα είδος «δικτατορίας» κάτω από τη σκιά των νόμων και το πρόσχημα της δικαιοσύνης, πράγμα που ο Μοντεσκιέ θεωρούσε «σκληρότερη τυραννία».

Κι ούτε μπορεί κανείς να συμφωνήσει με τον Ρουσσώ που έλεγε πως «κάθε νόμιμη κυβέρνηση είναι δημοκρατική» και πως «δημοκρατία είναι κάθε κράτος που κυβερνιέται με νόμους, όποια διοικητική μορφή και αν έχει». Γιατί, δυστυχώς, οι κυβερνήσεις πολλές φορές θεσπίζουν νόμους όχι για το κοινό καλό, αλλά για να εξυπηρετήσουν μικροκομματικά ή αλλότρια συμφέροντα. Τούτο ίσχυε από παλιά και γι’ αυτό ανέκαθεν αίτημα των πολιτών ήταν οι νόμοι οι «καλώς τεθέντες» (Ευριπίδης), οι «δίκαιοι και συμφέροντες» (Ισοκράτης) και όχι οι «πονηροί νόμοι» (Δημοσθένης).

Σήμερα στη χώρα μας ισχύει το «αρχή ενός ανδρός». Το πολίτευμα είναι προεδρο-κεντρικό και κανένας βουλευτής δεν τολμά να διατυπώσει ελεύθερα την άποψή του, να παρεκκλίνει από τη γραμμή του κόμματος, χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο της διαγραφής του και της απώλειας των προνομίων που του εξασφαλίζει το κόμμα και ο αρχηγός του. Έτσι οι βουλευτές παύουν να είναι ελεύθερες προσωπικότητες και καταντούν «μαριονέτες» σε ένα πολίτευμα που κατοχυρώνει, υποτίθεται, την ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης.

Τη δημοκρατία, αφού τη δημιουργήσουμε πρέπει να την προστατεύουμε, γιατί, δυστυχώς, αντίθετα με ό τι πιστεύεται, δεν είναι απόρθητη. Και θα την προστατέψουμε, αν της δώσουμε κάποια από τα χαρακτηριστικά που είχε η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία. Ο Κλεισθένης, ο θεμελιωτής της γνήσιας δημοκρατίας, διατήρησε την εκλογή ως σύστημα ανάδειξης των βουλευτών, αλλά μετά τον Κλεισθένη το σύστημα υπέστη τροποποιήσεις με σκοπό να περιοριστούν τα περιθώρια υπερ-αντιπροσώπευσης των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων στη Βουλή. Η πρώτη τροποποίηση (487/486 π.Χ.) συνδύασε την εκλογή με την κλήρωση: οι φυλές εξέλεγαν 500 φυλέτες από τους οποίους κληρώνονταν οι 50 βουλευτές (κληρωτοί εκ προκρίτων). Αλλά οι Αθηναίοι δημοκράτες έβλεπαν με καχυποψία τη χρήση της εκλογής έστω και σε μία προκαταρκτική φάση. Έτσι το 450 π.Χ. τέθηκε σε εφαρμογή η απλή κλήρωση που γινόταν με κουκιά (εκ κυάμων). Βέβαια, στην κληρωτίδα δεν έμπαιναν όλα τα ονόματα των φυλετών που δεν κωλύονταν, αλλά μόνο εκείνων που ήθελαν να θέσουν υποψηφιότητα. Και αυτοί ήταν λίγοι.

Η απροθυμία αυτή των πολιτών να ασχοληθούν με τα κοινά αποδίδεται στην εντατική απασχόληση των βουλευτών κάθε μέρα όλο το έτος από τη μια και την ανάξια λόγου αποζημίωση, που αποθάρρυνε τους χειρώνακτες πολίτες, από την άλλη. Τον 4ο αι. π. Χ οι βουλευτές έπαιρναν 5 οβολούς την ημέρα, δηλαδή το μισό ενός εργατικού ημερομισθίου. Η απροθυμία των Αθηναίων να ασχοληθούν με την πολιτική οδήγησε στην ανάγκη να γίνει ανεκτή και δεύτερη θητεία στο βουλευτικό αξίωμα, όχι όμως σε συνέχεια. Κι αυτό αποσκοπούσε στο να μην αποκτήσει κανείς βουλευτική επαγγελματική συνείδηση. Και τι βλέπουμε σήμερα; Πολλοί πολίτες να μην έχουν κάνει τίποτε άλλο στη ζωή τους εκτός από το βουλευτιλίκι!

Πόσο η δημοκρατία μας υποφέρει και δοκιμάζεται σήμερα φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζονται τα ψηφοδέλτια των κομμάτων. Ο Ερβ. Φίσσερ στο έργο του «Ναπολέων» έλεγε πως : «Το πρωταρχικό κριτήριο κάθε Δημοκρατικού πολιτεύματος -συγχρόνως δε και ένα από τα μυστικά πετυχημένης πολιτικής συμπεριφοράς- είναι το να προνοούμε, ώστε κανένας πολίτης, οσοδήποτε ταπεινός και αν είναι, να μην παρεμποδίζεται είτε λόγω καταγωγής είτε λόγω γνωριμιών από το να φτάσει στα ύπατα αξιώματα και στις ανώτατες τιμητικές διακρίσεις τα Πολιτείας». Και ο Πιττακός έλεγε πως είναι άριστη η δημοκρατία στην οποία δεν επιτρέπεται στους πονηρούς να άρχουν και στους αγαθούς να μην άρχουν. Ο ίδιος μάλιστα τόνιζε πως στις δημοκρατίες η δημόσια ψήφος πάντα σχεδόν ανεβάζει στις πρώτες θέσεις ανθρώπους φωτισμένους και άξιους που τις κατέχουν με τιμή. Συμβαίνει αλήθεια αυτό;

Έλεγε κάποιος παλιός πως οι πολίτες μιας χώρας χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, σε αυτούς που κρατούν την κουτάλα και τρώνε, σε αυτούς που προσπαθούν να αρπάξουν την κουτάλα από τους άλλους και σε αυτούς που αγωνίζονται καθημερινά να γεμίσουν το καζάνι από το οποίο τρώνε ανενόχλητοι και με ασφάλεια οι πρώτοι. Αυτό εκφράζει μια κατάσταση που έχει διαχρονικά παγιωθεί στη χώρα μας: η εκάστοτε κυβέρνηση είναι αυτή που κρατά την κουτάλα και «τρώει», η αντιπολίτευση είναι αυτή που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να την πάρει από την κυβέρνηση και ο απλός λαός είναι αυτός που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, για να ικανοποιηθούν τα συμφέροντα των άλλων, των πολιτικών.

Πρόκειται δηλαδή για την εξουσία, το «μήλον της έριδος», την πολύφερνη νύφη, που εξασφαλίζει πολλά πλεονεκτήματα σε αυτούς που την κατέχουν σε οικονομικό, προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Αυτή κάνει τους φτωχούς πλούσιους, τους αδύναμους δυνατούς, τους άγνωστους γνωστούς και τους δίνει τη δυνατότητα και την ευκαιρία να κάνουν πλούσιο, δυνατό και γνωστό και όποιον αυτή επιθυμεί, αδιαφορώντας για τα λεγόμενα για ισότητα, ισονομία, δικαιοσύνη και αξιοκρατία. Και μη νομίσει κανείς πως δεν ισχύουν αυτά για το δημοκρατικό πολίτευμα, το τελειότερο ομολογουμένως πολίτευμα που επινόησε ο άνθρωπος στο πέρασμα του χρόνου. Γιατί, όπως έλεγε η Ανατόλ Φρανς, «το χείριστο ελάττωμα του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι ότι στοιχίζει πάρα πολύ ακριβά. Υπάρχουν πάρα πολλοί συγγενείς και πάρα πολλοί φίλοι που πρέπει να χορτάσουν».

Είναι πολύ γλυκιά, λοιπόν, και όμορφη η εξουσία και όλοι θέλουν να την εναγκαλιστούν. Γι’ αυτό όσοι ασχολούνται με την πολιτική είναι ικανοί και την ψυχή τους να πουλήσουν στον Διάβολο, για να την αποκτήσουν. Μπροστά σε αυτή όλα πάνε περίπατο, η ηθική, η ιδεολογία, ο πατριωτισμός, η συνέπεια και όλες οι άλλες αρετές που πρέπει να κοσμούν ένα ηγέτη. Είναι ικανοί να μετατρέψουν ακόμη και τη δημοκρατία σε απάτη και ψεύδος και τους εαυτούς τους σε υποκριτές και Φαρισαίους. Αυτό δεν δείχνουν όλα τα «τερτίπια» που μετέρχονται οι δικοί μας πολιτικοί, οι συνεργασίες που γίνονται, τα τεχνάσματα που υιοθετούνται προκειμένου να παραμείνουν στην εξουσία; Ο Ζαν Ζακ Ρουσώ έλεγε «Μόλις σε μια δημοκρατία οι λίγοι απογυμνώσουν τους πολλούς στο ζήτημα του πλούτου, το κράτος είτε πρέπει να χαθεί είτε να πάψει να είναι δημοκρατία. Κανένας πολίτης δεν πρέπει να είναι τόσο πλούσιος, ώστε να αγοράζει έναν άλλο. Ούτε τόσο φτωχός, ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του». Αλήθεια, τι από όλα αυτά δεν ισχύει σήμερα; Η φτωχοποίηση των πολιτών αυξάνεται με γεωμετρική μέθοδο, η μεσαία τάξη έχει εξαφανιστεί, οι πλούσιοι αυξάνουν τον πλούτο τους και οι πολίτες είναι πρόθυμοι να πουλήσουν τα πάντα, ακόμη και τον εαυτό τους, για να επιβιώσουν οι ίδιοι και οι δικοί τους.

Ο Ευριπίδης τονίζει τη γλυκύτητα της εξουσίας στον Ιππόλυτό του, όπου βάζει τον ήρωα να λέει στον Θησέα πως «είναι γλυκιά η εξουσία» (στ. 1013: αλλ’ ως τυραννείν ηδύ). Ο ίδιος ποιητής εκφράζει μια παρόμοια άποψη στις Φοίνισσές του. Εκεί ο Ετεοκλής παρατηρεί στη μητέρα του Ιοκάστη πως «αν πρέπει ν’ αδικεί κανείς, για την εξουσία μόνο // η αδικία είναι καλή *// όμως για τα υπόλοιπα πρέπει να έχεις σέβας» (στ. 524-5).

Στο φιλόπρωτο των ανθρώπων και την αγάπη τους για την εξουσία αναφέρεται και ο Ίων στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Ο ήρωας μιλώντας στον Ξούθο λέει: «Έτσι, πατέρα, ειν’ αυτά*// όσοι τις πόλεις κυβερνούν// και υψηλές κατέχουν θέσεις// τους αντιπάλους τους με λύσσα κυνηγούν» (στ. 597-600). Στις Φοίνισσες του Ευριπίδη πάλι η Ιοκάστη απευθυνόμενη στον Ετεοκλή καταδικάζει τη φιλαρχία και λέει: «γιατί τόσο σφοδρά επιθυμείς την πιο κακιά απ’ τις θεές,// λέω τη Φιλαρχία……//Όχι* είναι άδικη θεά*// σ’ ευτυχισμένα σπίτια και πόλεις μπαινοβγαίνει // και φέρνει την καταστροφή» (στ. 528-545).

Και είναι απορίας άξιο πώς όλοι οι πολιτικοί κυνηγούν την εξουσία, όπως οι μέλισσες το μέλι, ενώ είναι πολύ μεγάλη η ευθύνη που βαραίνει κάθε ηγέτη. Ο Αισχύλος στους Επτά επί Θήβας με το στόμα του Ετεοκλή που απευθύνεται στον Χορό των Θηβαίων λέει χαρακτηριστικά πως «πρέπει να λέει τα σωστά την κρίσιμη την ώρα,// όποιος της πόλης το πλοίο κυβερνά,// πάνω στην πρύμνη το τιμόνι στρέφοντας,// χωρίς τα μάτια του να κλείνει απ’ τον ύπνο» (στ. 1-3), ενώ σε άλλο σημείο τονίζει πως «ο βασιλιάς κι ο στρατηγός πολλές σκοτούρες έχουν» (στ. 645), ενώ στις Ικέτιδες με το στόμα του Δαναού που απευθύνεται στον Χορό σημειώνει πως «συνήθως, στον κυβερνήτη τον σοφό έγνοιες γεννά το σκότος» (στ. 769-770).

Αυτά λαμβάνοντας υπόψη ο John Stuart Mill (1806-1873) είχε πει στο έργο του On Representative Government (=Περί της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης) ότι «το καταλληλότερο άτομο για να του ανατεθεί μια εξουσία είναι εκείνο που δεν είναι καθόλου πρόθυμο να την αναλάβει την εξουσία», επαναλαμβάνοντας μια παρόμοια ιδέα που είχε διατυπώσει πρώτος ο Πλάτων στην Πολιτεία του. Ο μεγάλος φιλόσοφος είχε πει: «γιατί υπάρχει κίνδυνος, αν η πόλη κυβερνιόταν από ενάρετους άνδρες, κανένας να μη θέλει να ασκήσει εξουσία, όπως θέλουν όλοι τώρα, και από αυτό θα μπορούσε να γίνει φανερό πως στην πραγματικότητα ο αληθινός άρχοντας δεν εξετάζει και δεν αποβλέπει στο προσωπικό του συμφέρον, αλλά στο συμφέρον αυτών τους οποίους κυβερνά» (347d). Συμπέρασμα: όσο όλοι κυνηγούν με πάθος την εξουσία, χωρίς αρχές, αξίες και ηθική, δεν υπάρχει ελπίδα γι’ αυτό τον τόπο.

 

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Αριστοτέλης, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως σημασία δεν έχει το πολίτευμα, αλλά αυτοί που το εκπροσωπούν. Γι’ αυτό πάντα οι αρχαίοι φιλόσοφοι ζητούσαν ένα πρότυπο ηγεμόνα, άρχοντα ή ηγέτη. Έτσι ο Ισοκράτης τόνιζε πως οι πολίτες θα ζουν καλά σε οποιοδήποτε πολίτευμα, αν την εξουσία κατέχουν οι πιο ικανοί και αυτοί που πρόκειται να φροντίσουν για τα δημόσια πράγματα με τον πιο δίκαιο και άριστο τρόπο (Παναθηναϊκός 132-133), ενώ ο Πλάτων έγραφε πως ο άρχοντας πρέπει να άρχει με «επιστήμην και αρετήν» και σύμφωνα με τους νόμους (Πολιτικός 302 e 10).

Είναι γνωστό πως ο Πλάτων στην ιδανική Πολιτεία, όπως ο ίδιος τη φανταζόταν, τοποθετούσε ως πρώτη τάξη σ’ αυτή την τάξη των αρχόντων, τους οποίους πρέπει να κοσμεί η αρετή της σοφίας, δηλ. της επιστήμης που συνοδεύεται από τη δικαιοσύνη και την αρετή. Το είπε ξεκάθαρα στον Μενέξενό του πως «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία ου σοφία φαίνεται» (ΧΙΧ 247 A). Και στον Φαίδρο (248 d) υποστηρίζει πως, για να πάψει η κακοδαιμονία των πόλεων, την εξουσία πρέπει να αναλάβουν οι φιλόσοφοι, η αριστοκρατία του πνεύματος, η ανώτατη βαθμίδα της ανθρώπινης τελειότητας. Την ίδια ιδέα τονίζει και στην Πολιτεία του λέγοντας πως «αν δεν βασιλεύσουν στις πόλεις οι φιλόσοφοι ή δεν φιλοσοφήσουν οι βασιλείς (= οι άρχοντες), δε θα πάψουν τα δεινά και οι συμφορές από τις πόλεις και όλη την ανθρωπότητα» (Ε 473 d). Και φροντίζει ο Πλάτων να δώσει και το περιεχόμενο της έννοιας «φιλοσοφία». Οι αληθινοί φιλόσοφοι, λέει, έχουν και παιδεία και πολιτική αρετή, διαθέτουν τις τέσσερις βασικές αρετές, τη σοφία, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, αγαπούν την αλήθεια, δεν είναι φιλοχρήματοι, περιφρονούν τη «μεγάλη ζωή» και την επίδειξη και ενδιαφέρονται πιο πολύ για τον λαό και λιγότερο για το προσωπικό τους συμφέρον (Πολιτεία ΣΤ 485 e 3). Αλήθεια, οι αρχηγοί των κομμάτων λαμβάνουν υπόψη τίποτε από αυτά, όταν καταρτίζουν τα ψηφοδέλτιά των συνδυασμών του κόμματός τους;

Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία οι άρχοντες ήταν εννέα: οι έξι θεσμοθέτες, ο άρχων βασιλεύς, ο πολέμαρχος, ο επώνυμος άρχων, αλλά πέρα από αυτούς υπήρχαν οι δέκα στρατηγοί, οι βουλευτές, οι δικαστές, οι οικονομικοί άρχοντες κλ.π. Από αυτούς άλλοι ήταν κληρωτοί, αυτοί που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις για να ασκήσουν το αξίωμά τους, όπως οι δικαστές και οι βουλευτές, και άλλοι ήταν αιρετοί, όπως οι στρατηγοί, οι ταμίες και οι διπλωμάτες (Αριστοτέλης, Πολιτικά Ζ 1317 a 40 κ.ε.). Οι Αθηναίοι του 5ου αι., τουλάχιστον μέχρι τον θάνατο του Περικλή, είχαν ηγέτες ειλικρινείς και αφιλοκερδείς, πρότυπα για τους πολίτες, ικανούς να πάρουν σωστές και σωτήριες αποφάσεις για την πόλη, όταν χρειαζόταν. Και γι’ αυτό η Αθήνα εκείνη την εποχή έζησε τον «χρυσό της αιώνα» με μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, στη φιλοσοφία, στη ρητορική, στην ποίηση, στην οικονομία κ.λπ. Μάρτυρας αυτής της ανάπτυξης είναι τα λαμπρά και μεγαλόπρεπα μνημεία που κληροδότησαν στους μεταγενέστερους και λαμπρύνουν την Αθήνα και μέχρι σήμερα.

Όμως τον 4ο αι. π.Χ. αρχίζει ο ξεπεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας. Τότε την εξουσία αναλαμβάνουν ηγέτες κόλακες, δημαγωγοί, συκοφάντες, συμφεροντολόγοι, επιτήδειοι και πονηροί πολιτικοί ηγέτες, αδιάφοροι για το κοινό καλό. Την κατάσταση αυτή αντανακλούν όλα σχεδόν τα έργα του Δημοσθένη, αλλά και οι λόγοι του Ισοκράτη (Περί Αντιδόσεως 316-317). Παρόμοιες παρατηρήσεις κάνει ο Αριστοτέλης ( Αθηναίων Πολιτεία 28 ) και ο Θουκυδίδης (ΙΙ 65 κ.ε.) μιλώντας για την προσωπικότητα του Περικλή. Σύμφωνα με τον μεγάλο ιστορικό, οι διάδοχοι του Περικλή, που δεν διέθεταν τις ικανότητές του, χρησιμοποίησαν ανάρμοστα μέσα, όπως η κολακεία και η δημαγωγία, για να αποσπάσουν την εμπιστοσύνη του λαού, να αναρριχηθούν στην εξουσία και να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και τα συμφέροντά τους. Η υπέρμετρη τους φιλοδοξία, η ματαιοδοξία, η ηθική αναλγησία και η φιλαρχία τούς έκαναν να ριχτούν στην επιτέλεση έργων που ευχαριστούσαν τον λαό θυσιάζοντας ακόμη και τις δημόσιες υποθέσεις. Κι έτσι οδήγησαν την ένδοξη πόλη στην καταστροφή.

Ιδιαίτερα οι αρχαίοι συγγραφείς ασχολούνται με την τυραννία. Έτσι ο Πλάτων λέει πως ο τύραννος είναι φθονερός, άπιστος, άδικος, ανόσιος, κακός και αλαζόνας και πως αυτός στην αρχή «προσγελά τε και ασπάζεται πάντας και υπισχνείται τε πολλά ιδία και δημοσία», δηλαδή χαμογελά στην αρχή, τους χαιρετά όλους και δίνει πολλές υποσχέσεις και δημόσια και ιδιωτικά, αλλά ύστερα φροντίζει να απαλλαγεί από τους ενοχλητικούς αντιπάλους ή φίλους (Πολιτεία Η 566 d, 567 b-d). Παρόμοιες ιδέες εκφράζει ο Ξενοφών στο έργο του Ιέρων ή Τυραννικός. Και ο Θουκυδίδης λέει πως οι τύραννοι ενδιαφέρονταν μόνο για την ικανοποίηση του ατομικού τους συμφέροντος, φρόντιζαν να συγκεντρώσουν πλούτο και απέφευγαν κάθε κίνδυνο. Βέβαια, ο Ισοκράτης τάσσεται υπέρ του μονάρχη, από τον οποίο ζητά να είναι φρόνιμος και δίκαιος με υποδειγματικές πράξεις για τους πολίτες, αλλά τάσσεται εναντίον του τυράννου λέγοντας πως αυτός δεν νοιάζεται για το δημόσιο καλό και δεν κάνει πιο ευτυχισμένους τους πολίτες (Περί Ειρήνης 91). Αλήθεια, όσοι μας κυβέρνησαν και όσοι μας κυβερνούν σε ποια κατηγορία θα κατέτασσαν τους εαυτούς τους; Γιατί οι πολίτες, ευτυχώς ή δυστυχώς, τους έχουν κατατάξει…

Τρίτη, 02 Απριλίου 2019 11:32

Το «πάθος» που δεν έγινε «μάθος»

Στο πρώτο μέρος του άρθρου τονίσαμε πως η πολιτική που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτική της «καμένης γης». Καίει τη γη οπισθοχωρώντας, για να μην έχει τα μέσα να τραφεί ο επερχόμενος και να αποσυρθεί. Ναρκοθετεί, όπως είπαμε, την επόμενη κυβέρνηση. Και αυτό δείχνει πως η κυβέρνηση δεν έχει διδαχτεί τίποτε από το παρελθόν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία, ο Πρωθυπουργός έκανε ό,τι είχαν κάνει και οι άλλοι πρωθυπουργοί στο παρελθόν. Δήλωσε μέσα σε ένα πνεύμα συναίνεσης και ομόνοιας πως θα είναι Πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων. Δεν ξέρω αν το πίστευε πως μπορεί να πραγματοποιήσει το όραμα του. Γιατί, όπως έλεγε κάποιος, η Δημοκρατία είναι ωραίο πολίτευμα, αλλά έχει και ένα σοβαρό ελάττωμα: έχει πολλούς συγγενείς και φίλους να θρέψει. Έτσι, λοιπόν, και ο κ. Τσίπρας αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Κατέληξε να θεωρεί όλους όσοι δεν είναι μαζί του εχθρούς του και έκανε εκείνη τη αξιομνημόνευτη δήλωση «ή θα τους τελειώσουμε ή θα μας τελειώσουν». Έδωσε ένα μάθημα σεβασμού της διαφορετικότητας και της ανοχής της αντίθετη άποψης που αποτελεί και βασική αρχή της Δημοκρατίας. Έτσι, προχώρησε στη δαιμονοποίηση του Τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, και καθιέρωσε την αρχή του εμπάργκο για τα μέσα που διατύπωναν κριτικές που δεν εκθείαζαν την κυβέρνηση και το έργο της. Αυτό μου έφερε στο νου τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1863) που αντιδρώντας σε ένα «τυποκτόνο» ψήφισμα του Ι. Καποδίστρια έγραφε: «Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψεις// της Αρχής τους Υπαλλήλους,// τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους// είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψεις». Ο Αλ. Σούτσος είχε υποδεχτεί με ενθουσιασμό τον Καποδίστρια, αλλά τελικά απογοητεύτηκε από την πολιτική του και μάλιστα εξορίστηκε, όταν του έκανε κριτική! Αυτά θέλουμε σήμερα;

Και δεν είναι μόνο αυτό. Η Δημοκρατία στηρίζεται στην αρχή της αξιοκρατίας και της ισονομίας. Το λέει ξεκάθαρα ο Περικλής στον Επιτάφιό του. «Ο καθένας», λέει, «ανάλογα με τη διάκρισή του σε κάποιο τομέα προτιμάται στα δημόσια αξιώματα με βάση όχι τόσο την πολιτική του τοποθέτηση, όσο την προσωπική του αξία» (Θουκ. ΙΙ. 37). Ο κ. Τσίπρας, όμως, υιοθέτησε μια άλλη τακτική, τακτική που εφαρμόστηκε και από άλλους στο παρελθόν και οδήγησε στην καταστροφή. Θεώρησε πως ως πολιτικός οφείλει να εξυπηρετήσει εκείνους που τον υπηρέτησαν στο παρελθόν, εκείνους με τους οποίους έδινε «τον αγώνα τον καλόν» κ.λπ. Η αρχή όμως αυτή είναι πολύ παλιά, είναι αριστοκρατική και χρεοκοπημένη. Δεν είναι καθόλου «προοδευτική». Τη συναντούμε στον Αρχίλοχο που λέει «ένα σημαντικό πράγμα ξέρω, να ανταποδίδω το κακό σε αυτόν που μου κάνει κακό» (Απόσπ. 75: Εν δ’ επίσταμαι μέγα, τον κακώς τι δρώντα δεινοίς ανταμείβεσθαι κακοίς). Τη συναντούμε στον Σόλωνα που λέει «να ’σαι έτσι γλυκός στους φίλους και πικρός στους εχθρούς» (13.5: Είναι δε γλυκύν ώδε φίλοις, εχθροίσι δε πικρόν» και στον Ευριπίδη που τονίζει «θεωρώ ανδρεία την κακοποίηση του εχθρού» (Απόσπ. 157: Εχθρόν κακώς δραν ανδρός ηγούμαι μέρος). Τη συναντούμε ακόμα στον Ξενοφώντα που λέει «και όμως μου φαίνεται πως ο άνδρας αξίζει τη μεγαλύτερη τιμή, αν προλαβαίνει να κακοποιεί τους εχθρούς και να ευεργετεί τους φίλους του» (Απομνημ. ΙΙΙ 3.14: Και μην πλείστου γε δοκεί ανήρ άξιος είναι, ος αν φθάνη τους μεν πολεμίους κακώς ποιών, τους δε φίλους ευεργετών).

Βέβαια, οι συναλλαγές και το ρουσφέτι δεν έλειπαν σε καμιά εποχή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως πρέπει να αποτελούν μέρος της άξιας του ονόματός της πολιτικής. Δεν πρέπει να αποτελούν μέρος της πολιτικής αυτών που επαγγέλλονται την «κάθαρση». Ο Θεμιστοκλής, για παράδειγμα, σε παρατήρηση φίλου του πώς θα είναι καλός άρχοντας, αν εξυπηρετεί ίσα και όμοια όλους τους πολίτες, απάντησε απερίφραστα «μακάρι ποτέ να μην καθίσω σε αυτό τον θρόνο, αν οι φίλοι μου δεν θα έχουν κάποια πλεονεκτήματα σε σχέση με τους ξένους» (Πλούτ. Βίοι Παράλλ. Αριστ. ΙΙ, ΙV: μηδέποτε εις τούτον εγώ καθίσαιμι τον θρόνον, εν ω πλέον ουδέν έξουσι οι φίλοι παρ’ εμού των αλλοτρίων). Μια τέτοια πολιτική, όμως, μπορεί να έχει ολέθρια αποτελέσματα για τη χώρα, γιατί προωθεί πολλές φορές τους ανίκανους σε βάρος των ικανών και τοποθετεί στις επιτελικές θέσεις άτομα χωρίς καμιά σχετική γνώση και εμπειρία. Αν, όμως, όπως λέει ο Ισοκράτης, «σε οποιοδήποτε από τα πολιτεύματα χρησιμοποιούνται οι θρασύτατοι και πονηρότατοι, που δεν φροντίζουν για το συμφέρον της πόλης, αλλά μόνο για το πώς θα ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους, τότε όμοιοι θα γίνουν με αυτούς και οι πολίτες όλοι» (Παναθ. 132). «Αν», όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Προς Τιμ. Γ΄1015), αν επικρατήσουν άνθρωποι πονηροί και λαοπλάνοι, εξαπατώντας τους άλλους αλλά και εξαπατώμενοι οι ίδιοι, κανένα πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί. Και είναι καλό όσοι φιλοδοξούν να κυβερνήσουν ένα λαό να έχουν κατά νου τον Αγάθωνα που είχε πει: «τον άρχοντα τριών δει μεμνήσθαι: ότι ανθρώπων άρχει, ότι κατά νόμους άρχει και ότι ουκ αεί άρχει» (=ο άρχοντας πρέπει να θυμάται τρία πράγματα: ότι κυβερνά ανθρώπους, ότι κυβερνά σύμφωνα με τους νόμους και ότι δεν κυβερνά αιώνια).

Σελίδα 1 από 8
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top