FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Για να αξιολογήσει κανείς σωστά τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύει η παρούσα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να επιλέξει τους εκπαιδευτικούς που θα καλύψουν τις μόνιμες κενές θέσεις στην εκπαίδευση για τα επόμενα χρόνια, οφείλει να λάβει υπόψη αυτό που ίσχυε στο παρελθόν και δεν είχε καθόλου θετικά αποτελέσματα για την παιδεία και τη χώρα μας. Μέχρι το 1997 οι πτυχιούχοι των Πανεπιστημιακών Σχολών που προορίζονταν για την κατάληψη μιας θέσης στην Α/θμια και Β/θμια εκπαίδευση εγγράφονταν στην Επετηρίδα που τηρούνταν στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και περίμεναν τη σειρά τους για τον σχετικό διορισμό. Η Πολιτεία, σωστά, κατά την άποψή μου, ενεργώντας, κατήργησε το 1997 τον θεσμό της Επετηρίδας και τον διορισμό των Εκπαιδευτικών με βάση αυτή και καθιέρωσε μια μεταβατική περίοδο πέντε ετών (1997-2002) κατά τη διάρκεια της οποίας εφαρμόστηκε ένα διπλό σύστημα διορισμού τους: ένα σταθερά μειούμενο ποσοστό των κενών θέσεων καλυπτόταν από πτυχιούχους εγγεγραμμένους στην Επετηρίδα και ένα άλλο, το μεγαλύτερο, με βάση την επίδοση σε διαγωνισμό στον οποίο μπορούσαν να πάρουν μέρος όσοι πτυχιούχοι επιθυμούσαν και ο οποίος διεξαγόταν σε εθνικό επίπεδο από το λεγόμενο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ως μη όφειλε, υποχωρώντας σε εξωτερικές πιέσεις και υπολογίζοντας προφανώς το λεγόμενο «πολιτικό κόστος» καθόρισε το ποσοστό αναπληρωτών και επιτυχόντων στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ σε 40/60 χωρίς να εξετάσει αν όλοι οι αναπληρωτές καθηγητές ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στο έργο τους και άξιζαν πραγματικά να μονιμοποιηθούν. Τη ρύθμιση αυτή βρέθηκε στην ανάγκη να ακολουθήσει και η κυβέρνηση της ΝΔ που διαδέχτηκε το ΠΑΣΟΚ το Μάρτιο του 2004. Όπως έγραφε η εφημερίδα «Ο Κόσμος του Επενδυτή» (26/27-1-2008) «από το πορτάκι» που είχε ανοίξει για τους αναπληρωτές το 1999, φτάσαμε «στην πόρτα» του 2002 και «στην μπουκαπόρτα» του 2004 και στη πλήρη απαξίωση του διαγωνισμού. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Νόμος 3027/2002 όρισε να διορίζονται κατά προτεραιότητα οι υποψήφιοι πολύτεκνοι εκπαιδευτικοί που έχουν 4 παιδιά και πάνω (ανήλικα, σπουδάζοντα, ή υπηρετούντα τη στρατιωτική τους θητεία)!

Βέβαια, είναι κατανοητή και θεμιτή «η κοινωνική πολιτική», αλλά ο χώρος της εκπαίδευσης είναι πολύ ευαίσθητος, γιατί μέσα σ' αυτόν αναπτύσσονται προσωπικότητες και δεν πρέπει να χωρούν συναισθηματισμοί και μικροπολιτικές. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να καταστρέφει νεαρές υπάρξεις και να τις θυσιάζει στον βωμό μικροκομματικών συμφερόντων. Οι πολύτεκνοι εκπαιδευτικοί θα μπορούσαν να διοριστούν σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία, αν το ήθελαν, εκτός από την εκπαίδευση που απαιτεί, όπως καθολικά αναγνωρίζεται, ιδιαίτερα βεβαιωμένα προσόντα. Η σχετική απόφαση και βιαστική ήταν και πρόχειρη και οπωσδήποτε δε συνέβαλλε στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης στην οποία πρέπει να συντείνει κάθε απόφαση του Υπουργείου Παιδείας. Γιατί ή θέλουμε καλά καταρτισμένους εκπαιδευτικούς και βρίσκουμε τεχνικές επισήμανσής τους ή εφαρμόζουμε πάλι την Επετηρίδα και διορίζουμε τους εκπαιδευτικούς με κοινωνικά κριτήρια! Εξάλλου, η ρύθμιση αυτή είναι και άδικη και αντιδημοκρατική, γιατί καταλύει την αρχή της ισονομίας.

Όμως, ούτε ο τρόπος επιλογής των εκπαιδευτικών που αντικατέστησε την Επετηρίδα, δηλαδή ο διαγωνισμός, πέτυχε τον στόχο του, δηλ. να βοηθήσει στην επιλογή των πιο ικανών πτυχιούχων και των πιο κατάλληλων για το λειτούργημα του εκπαιδευτικού, πράγμα που ήταν και το όνειρο αυτών που διαχειρίζονταν τις τύχες της εκπαίδευσης και του μέλλοντος της χώρας μας και εισήγαγαν αυτό τον νέο θεσμό. Η εμπειρία των διαγωνισμών που έχουν διεξαχθεί μέχρι τώρα παρέχουν αρκετά στοιχεία για τη συναγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Η εμπειρία αυτή, αλλά και η προσωπική μου εμπειρία, αποτέλεσμα της στενής επαφής που είχα ως Σχολικός Σύμβουλος Β/θμιας Εκπαίδευσης με τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς με έπεισε πως πρώτα-πρώτα πολλοί από αυτούς που διορίστηκαν στα σχολεία μέσω του διαγωνισμού του ΑΣΕΠ, αν δεν ήταν τελείως ακατάλληλοι για το ιδιότυπο λειτούργημα του εκπαιδευτικού, δεν διέφεραν καθόλου σε επιστημονική γνώση και παιδαγωγική κατάρτιση από τους συνήθεις αναπληρωτές, και έπειτα πως ο διαγωνισμός αυτός δεν είναι ούτε σκόπιμος ούτε και αποτελεσματικός.

Ας σημειωθεί ακόμη πως, αν και έχει περάσει μια ολόκληρη εικοσαετία από την ψήφιση του Ν. 2525/1997, η Πολιτεία δεν φρόντισε να εφοδιάσει τους υποψήφιους εκπαιδευτικούς με το προβλεπόμενο «πιστοποιητικό παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας» -απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή στον διαγωνισμό. Η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, αλλά και η απαξίωσή του είχε ως αποτέλεσμα να καταργηθεί ο διαγωνισμός του ΑΣΕΠ και να καλύπτονται όλες οι κενές θέσεις στην εκπαίδευση με αναπληρωτές για τους οποίους μιλήσαμε σε άλλο άρθρο. Έτσι, τώρα που πλησιάζουν οι εκλογές η κυβέρνηση συνειδητοποίησε πως πρέπει να προβεί σε αθρόους διορισμούς μονίμων εκπαιδευτικών. Κι εδώ η κυβέρνηση δεν φαίνεται να διδάσκεται από το παρελθόν. Έτσι, αποφάσισε να επιλέξει τους εκπαιδευτικούς που θα στελεχώσουν τα σχολεία με βάση τρία κριτήρια: α) την προϋπηρεσία, β) τα ακαδημαϊκά προσόντα και γ) τα κοινωνικά κριτήρια.

Όλοι τώρα τελευταία έχουμε μείνει με το στόμα ανοιχτό για το πόσο έχουν βελτιωθεί τα πράγματα σε αυτή τη μεταμνημονιακή εποχή στη χώρα μας! Ως διά μαγείας όλα τα προβλήματα έχουν λυθεί σε όλους τους τομείς! Γι’ αυτό, άλλωστε, έχουν ανοίξει όλοι οι «κρουνοί» από τους οποίους ρέουν ασταμάτητα κάθε είδους υποσχέσεις και παροχές: οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές κ.λπ. Είναι μόνο να απορεί κανείς πώς οι κρουνοί άνοιξαν αυτόν τον τελευταίο χρόνο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί βέβαια η κυβέρνηση κάθε φορά που προβαίνει σε μία παροχή να ισχυρίζεται πως «ήταν δίκαιο και έγινε πράξη», αλλά στην πραγματικότητα ακολουθεί την «πεπατημένη, δηλαδή την οδό που ακολουθούσαν και οι άλλοι στο παρελθόν και που οδήγησε τη χώρα μας σε μιαν ανομολόγητη χρεοκοπία. Η λογική της είναι ίδια: θα δώσουμε ό τι έχουμε και δεν έχουμε, θα αδειάσουμε τα ταμεία, με δύο ενδεχόμενα, ή να κερδίσουμε ψήφους και να «ξανα-κλέψουμε» την εξουσία ή να δυσκολέψουμε την επόμενη κυβέρνηση και να αναγκάσουμε τον κόσμο να επανέλθει σε εμάς. Επαναφέρουν, δηλαδή, αυτό που ήταν γνωστό στο παρελθόν ως πολιτική «της καμένης γης». Όλα δείχνουν πως οι πολιτικοί μας υποτιμούν τη νοημοσύνη του λαού και δεν νοιάζονται για τίποτε άλλο παρά μόνο για την «καρέκλα» και την εξουσία.

Βέβαια, από αυτό το πολιτικό μοτίβο δεν θα μπορούσε να παρεκκλίνει ο Υπουργός Παιδείας, ο οποίος ανακοίνωσε 15 000 προσλήψεις εκπαιδευτικών τα επόμενα τρία χρόνια, απλώς και μόνο, για να φέρει σε δύσκολη θέση την επόμενη κυβέρνηση! Αν αυτό δεν είναι «απάτη», τι άλλο είναι. Και μετά έχουμε την κ. Φωτίου να ρωτά στη Βουλή: «Δηλαδή τι είμαστε. Είμαστε απατεώνες;». Ας είναι.

Πριν λίγο καιρό είχα γράψει ένα άρθρο σε αυτή την εφημερίδα με τον τίτλο «Ο ρόλος των αναπληρωτών στην εκπαίδευση» και έλεγα πως μια εκπαιδευτική πολιτική που στηρίζεται σε αναπληρωτές είναι αποτυχημένη. Τούτο σημαίνει πως είμαι από τους πρώτους που πιστεύουν πως πρέπει να γίνουν ή, μάλλον, έπρεπε να έχουν γίνει, μαζικοί διορισμοί μονίμων εκπαιδευτικών. Το πρόβλημα όμως είναι αν ο τρόπος που επιλέγεται κάθε φορά για την πλήρωση των κενών θέσεων εκπαιδευτικών στα σχολεία είναι «δίκαιος» και «σωστός» και αν τελικά λύνει το πρόβλημα.

Σήμερα αναγνωρίζεται διεθνώς πως το «κλειδί» για κάθε επιτυχημένη και αποτελεσματική αλλαγή και καινοτομία που εισάγεται στην εκπαίδευση, η «ψυχή του σχολείου», είναι ο «σωστός» εκπαιδευτικός. Αυτός, όπως είχε πει κάποιος, «το κινεί κι αυτός του δίνει πνοή. Αυτός κατά κύριο λόγο παιδαγωγεί και μορφώνει». Χωρίς αυτόν δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί η αναβάθμιση της παρεχόμενης στους μαθητές παιδείας και αγωγής. Το διδακτήριο, τα βιβλία και το περιεχόμενό τους, ολόκληρη η υλικοτεχνική υποδομή, είναι απλά μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ορισμένων προκαθορισμένων σκοπών, αλλά η χρήση των μέσων αυτών εξαρτάται τόσο από την ικανότητα όσο και από την προθυμία και τη διάθεση των εκπαιδευτικών να τα αξιοποιήσουν. Κι ένας Σχολικός Σύμβουλος έγραφε παλιά με βάση την εμπειρία του: Έχεις Εκπαιδευτικούς ικανούς και ευαίσθητους, έχεις παιδεία. Ούτε τα ντουβάρια, ούτε τα θρανία, ούτε τα όργανα από μόνα τους μπορούν να κάνουν το παραμικρό. Η παρατήρηση αυτή ανακαλεί στη μνήμη μου τη ρήση του ιερέα στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή ότι «ουδέν εστιν ούτε πύργος ούτε ναυς // έρημος ανδρών μη ξυνοικούντων έσω» (στ. 56-57: τίποτε ούτε κάστρο ούτε πλοίο έχει καμιά αξία // σαν είναι έρημα από ανθρώπους). Ανθρώπους «σωστούς» και ικανούς, θα πρόσθετα εγώ.

Πράγματι, μόνο η αποτελεσματική διδακτική και μαθησιακή διαδικασία που συντελείται μέσα στην τάξη μπορεί να αναβαθμίσει και να βελτιώσει τη λειτουργία του σχολείου και την παιδεία που αυτό παρέχει στους μαθητές του. Όμως αυτή εξαρτάται από την ικανότητα, το κύρος και τη διάθεση του εκπαιδευτικού. Αυτός καλείται να μετατρέψει την αίθουσα της διδασκαλίας σε θερμοκήπιο αγνού παιδαγωγικού έρωτα και εργαστήρι της γνώσης και της αρετής. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να το πετύχει ο οποιοσδήποτε εκπαιδευτικός. Χρειάζεται ο προικισμένος επιστήμονας και ο ολοκληρωμένος παιδαγωγός που θα ευαισθητοποιήσει και θα θέλξει τους μαθητές και θα τους συμπαρασύρει στο γοητευτικό ταξίδι της γνώσης και της αρετής. Χρειάζεται ένας «σωστός δάσκαλος». Η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να επιλέξει τους κατάλληλους, τους «σωστούς» εκπαιδευτικούς, ή αποσκοπεί στην ικανοποίηση των μικροπολιτικών της στόχων; Γι’ αυτό στο επόμενο …..

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018 12:43

Τετράγωνη λογική

Την 1η Δεκεμβρίου του 2018 είχα δημοσιεύσει σ’ αυτή εδώ την εφημερίδα ένα άρθρο με τίτλο «Ουαί υμίν, Γραμματείς και Φαρισαίοι…» στην προσπάθειά μου να δείξω πως είναι τουλάχιστο υποκριτικό να αρνείται η κυβέρνηση την ίδρυση Ιδιωτικών Πανεπιστημίων στη χώρα μας. Και ήρθε ο κ. Νίκος Παρασκευόπουλος, πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ και καθηγητής του Ποινικού Δικαίου δημόσιου Πανεπιστημίου ο ίδιος, να δικαιολογήσει τη θέση της κυβέρνησης με ένα «καινοφανές» και πρωτότυπο επιχείρημα.

Μιλώντας αυτός στη Βουλή για τον προϋπολογισμό του 2019 είπε σε γενικές γραμμές πως τα ιδιωτικά πανεπιστήμια πρέπει να καταργηθούν σε όλο τον κόσμο με το εξής σκεπτικό: Σήμερα παρά ποτέ κινδυνεύει να καταστραφεί η ανθρωπότητα. Την ανθρωπότητα μόνο η γνώση μπορεί να τη σώσει. Επειδή, όμως, η γνώση που παράγουν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια εξυπηρετεί κατά κανόνα τα συμφέροντα ιδιωτών, δεν πρέπει να υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια! Τετράγωνη λογική στ’ αλήθεια!

Βέβαια, για να κατανοήσει κανείς τη λογική του κ. Παρασκευόπουλου πρέπει να ανατρέξει στο βιογραφικό του ανδρός. Ο κ. Παρασκευόπουλος είναι αυτός που υποστήριξε και συνέβαλε στη υιοθέτηση της αποποινικοποίησης της μοιχείας, της αποποινικοποίησης της περιύβρισης αρχής, της μείωσης των ποινών των διακινητών ναρκωτικών, της διεύρυνσης του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Είναι αυτός, τέλος, που συνέταξε τον νόμο 4322/ 2015, που είχε ως συνέπεια τους πρώτους οκτώ μήνες της εφαρμογής του να αποφυλακιστούν δύο χιλιάδες (2000) περίπου κρατούμενοι, ανάμεσα σε αυτούς και πολλοί εγκληματίες. Είναι αυτός, τέλος, που, για να μην γίνονται ληστείες στα ΑΤΜ των Πανεπιστημίων, πρότεινε την απομάκρυνση αυτών από τα Πανεπιστήμια!

Βέβαια, για να επανέλθουμε στο θέμα μας, κανείς δεν αμφισβητεί τη δύναμη της γνώσης -«η γνώση είναι δύναμη»- και κανείς δεν αμφισβητεί πως αυτή, ως ανθρώπινο προϊόν, είναι «μέσο αγαθό» και η αξία της εξαρτάται από τον τρόπο χρήσης της. Έτσι, πράγματι μπορεί να καταστρέψει ή να σώσει τον άνθρωπο. Από εκεί και πέρα, όμως, το να λέμε πως η γνώση που παράγεται στα δημόσια πανεπιστήμια είναι καλή και η γνώση που παράγεται στα ιδιωτικά είναι κακή είναι κάτι το αδιανόητο και διχαστικό. Οι πολιτικοί με τις πολιτικές τους διχάζουν τους πολίτες, διχάζουν τους μαθητές, βάζοντάς τους «ταμπέλες», ας αφήσουν ήσυχους τους επιστήμονες να κάνουν τη δουλειά τους.

Από την άλλη πλευρά, τόσα χρόνια λειτουργούν σε όλο τον κόσμο χιλιάδες ιδιωτικά πανεπιστήμια και ο κόσμος δεν καταστράφηκε. Ο κ. Παρασκευόπουλος μήπως νομίζει πως η καταστροφή θα έρθει από την Ελλάδα και γι’ αυτό αυτή δεν πρέπει να αποκτήσει ιδιωτικά πανεπιστήμια; Μήπως αυτός σκοπεύει να αναλάβει κάποια πρωτοβουλία, να κάνει κάποια εκστρατεία για τη κατάργηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων σε όλο τον κόσμο; Μήπως οραματίζεται να αλλάξει τον κόσμο, όπως το κόμμα του άλλαξε την Ευρώπη;

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχει, άραγε, κανένας πανεπιστημιακός καθηγητής δημόσιου πανεπιστημίου που να μην έχει «πάρε-δώσε» με ιδιωτικές επιχειρήσεις και ιδιωτικά συμφέροντα; Πόσοι γιατροί-καθηγητές εργάζονται σε ιδιωτικά ιατρικά κέντρα; Προτίθεται η κυβέρνηση να απαγορεύσει αυτό το «αλισβερίσι», για να μην καταστραφεί η ανθρωπότητα; Εξάλλου, γιατί οι καθηγητές των δημοσίων πανεπιστημίων μονοπωλούν το επιστημονικό ήθος και την ηθικότητα; Δεν υπάρχουν και σε αυτά διεφθαρμένοι καθηγητές που μπορούν να κάνουν κακή χρήση της γνώσης;

Ο «Κόσμος του Επενδυτή» έγραφε στις 5-11-2006 πως στη χώρα μας «υπάρχει μια ιδιότυπη “μαφία”- σε όλες στις βαθμίδες της εκπαίδευσης, που ξεκινούν από τη Μητροπόλεως και διαχέονται στα πανεπιστήμια και τις εξωθεσμικές συνιστώσες- που προς τα έξω εμφανίζει τον μανδύα της “τεχνογνωσίας” …που λυμαίνεται τα κονδύλια των ΚΠΣ». Η αξιοπιστία των εκτιμήσεων αυτών ενισχύεται και από τις δηλώσεις πανεπιστημιακών καθηγητών που κατά καιρούς είδαν το φως της δημοσιότητας. Ο Κ. Τσακαλάκης, αναπληρωτής καθηγητής του ΕΜΠ, σε υπόμνημα που υπέβαλε τα ίδιο έτος στην τότε Υπουργό Παιδείας ανέφερε τα εξής απογοητευτικά: «Κυρία υπουργέ, τα πανεπιστήμια έχουν ξεφύγει τελείως από την αποστολή τους. Έχουν μετατραπεί σε χώρους διαπλοκής, αθέμιτης συναλλαγής και στέγασης ιδιωτικών επαγγελματικών δραστηριοτήτων με δωρεάν εξοπλισμό (υπολογιστές, όργανα, συσκευές), δωρεάν παροχές (ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνα, νερό, φαξ κλ.π.). Τα ίδια σχεδόν υποστηρίζει και ο Γ. Μυλόπουλος, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου (εφημ. «Το Βήμα», 5-11-2006). Έχει να πει τίποτε γι’ αυτά ο κ. Υπουργός. Μήπως τα πράγματα τώρα επί ΣΥΡΙΖΑ έχουν αλλάξει;

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018 15:55

Οι μαθητικές καταλήψεις Β΄ΜΕΡΟΣ

 

Στο προηγούμενο σημείωμα υποθέσαμε πως πράγματι οι μαθητικές καταλήψεις υποκινήθηκαν από τη «Χρυσή Αυγή», όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση, και καταλήξαμε πως αυτό αποτελεί ομολογία και παραδοχή πως το εκπαιδευτικό σύστημα έχει αποτύχει και δεν κατορθώνει να διαμορφώσει δημοκρατικούς πολίτες, πολίτες με δημοκρατικές συνειδήσεις.

Όμως αυτό σημαίνει και κάτι άλλο. Τη χρεοκοπία του πολιτικού μας συστήματος, που αδυνατεί να παίξει αποτελεσματικά τον παιδαγωγικό του ρόλο. Γιατί και οι πολιτικοί με τη στάση και τη συμπεριφορά τους, με τις αποφάσεις τους και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τις διάφορες καταστάσεις διδάσκουν. Το είχε πει ο Πλάτων στο Μενέξενό του, ότι «η Πολιτεία τροφή ανθρώπων εστί, καλή μεν αγαθών, η δε εναντία κακών», δηλαδή το πολίτευμα είναι (ανα)τροφή, παράγοντας παιδείας και αγωγής, και, αν είναι καλή, δημιουργεί και καλούς πολίτες, ενώ, αν είναι κακή, δημιουργεί και κακούς πολίτες» (VIII C). Και ποια είναι η αγωγή που δίνουν οι πολιτικοί μας στους νέους φαίνεται από τη συμπεριφορά τους. Και όλοι γνωρίζουμε πόσο το καλό παράδειγμα συντελεί στην ηθικοποίηση της νεολαίας. Ο Δημόκριτος έλεγε «πατρός σωφροσύνη μέγιστον τέκνοις παράγγελμα», δηλαδή η σύνεση του πατέρα είναι το μεγαλύτερο πρότυπο και κίνητρο για τα παιδιά» (Diels-Kranz, Αποσπ. προσωκρ. ΙΙ 68 Β 208). Και ο Πλάτων τόνιζε πως «όπου αναισχυντούσι γέροντες ανάγκη και νέους ενταύθα είναι αναιδεστάτους», δηλαδή όπου οι μεγάλοι φέρονται με αδιαντροπιά είναι φυσικό και οι νέοι να είναι αδιάντροποι και αναιδέστατοι (Νομ. Ε 279 C).

Δυστυχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αυτό-ανακηρυχθεί θεματοφύλακας του ηθικού και του δίκαιου και εφαρμόζει το δόγμα «όσοι δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» και γι’ αυτό πρέπει «να τους τελειώσουμε», γιατί αλλιώς θα μας τελειώσουν. Αυτό, όμως, είναι μια διχαστική και πολωτική πολιτική που δεν οδηγεί πουθενά και οπωσδήποτε βλάπτει τη χώρα. Έτσι, η κοινωνία μας έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα: τους γνήσιους πατριώτες από τη μια και τους ψευτοπατριώτες ή πατριδοκάπηλους από την άλλη, τους ηθικούς και τους τίμιους από τη μια και τους ανήθικους και άτιμους από την άλλη, τους αγνούς, άφθαρτους και αμόλυντους από τη μια και τους διεφθαρμένους και μιασμένους από την άλλη. Παρόμοια, η πολιτική που εφαρμόζεται χωρίζει τους μαθητές σε φασίστες και εθνικιστές από τη μια και αντιφα(σίστες) από την άλλη. Αρκεί σήμερα να υψώσεις την ελληνική σημαία στο μπαλκόνι σου, για να χαρακτηριστείς «φασίστας» και «ακροδεξιός». Γίνεται, δηλαδή, σήμερα μέσα στα πλαίσια μιας αμφιλεγόμενης παγκοσμιοποίησης μια προσπάθεια φθοράς των συνειδήσεων των Ελλήνων που δεν γνωρίζουμε πού θα καταλήξει.

Μέσα στα πλαίσια αυτά παρακολούθησα μια συζήτηση στη (δημόσια) τηλεόραση σχετικά με το θέμα, μια από τις πολλές που έγιναν αυτό τον καιρό. Δυο κυρίες κατέβαλλαν φιλότιμες πραγματικά προσπάθειες να απαξιώσουν τις πρόσφατες μαθητικές καταλήψεις και τις σύγκριναν με τις παλαιότερες στις οποίες πρωτοστατούσε ο σημερινός πρωθυπουργός, λέγοντας πως τάχα εκείνες ήταν αθώες και πήγαζαν από το ενδιαφέρον των μαθητών για τα εκπαιδευτικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν! Οι δύο αυτές κυρίες ερμήνευαν τα κίνητρα και τους σκοπούς των μαθητών «κατά το δοκούν» και δεν ένιωσε κανείς την ανάγκη να προσκαλέσει ένα μαθητή, για να τους εξηγήσει το νόημα των καταλήψεών τους! Εκείνο που τους ενόχλησε, όπως έλεγαν, ήταν το ότι κάποιος ή κάποιοι έλεγαν πως «η δημοκρατία πρόδωσε τη Μακεδονία» και ότι αυτό δείχνει ξεκάθαρα πού το πάνε οι μαθητές, ότι δηλαδή στρέφονται εναντίον του δημοκρατικού πολιτεύματος και, επομένως, πρόκειται για φασιστικές εκδηλώσεις!

Να θυμίσω πως μια αδυναμία, ένα σφάλμα που διέπραξε η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία ήταν η καταδίκη του Σωκράτη, για την οποία γρήγορα μετάνιωσαν οι Αθηναίοι και αναγνωρίζοντας το σφάλμα τους έστησαν άγαλμα στο μεγάλο φιλόσοφο. Όμως και στις δύο περιπτώσεις δεν γίνεται λόγος για τη δημοκρατία ως πολίτευμα, από το οποίο δεν υπάρχει καλύτερο και τελειότερο, αλλά για τη δημοκρατία μιας συγκεκριμένης εποχής που δεν εφαρμόζει τις βασικές αρχές του γνήσιου δημοκρατικού πολιτεύματος. Ας μη ξεχνούμε πως, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, η τυραννία είναι «παιδί της δημοκρατίας». Αυτή, όταν διαφθαρεί, τη γεννά.

Ας πάψουμε λοιπόν να κατηγορούμε τους μαθητές που διαδηλώνουν για τη Μακεδονία και να τους χαρακτηρίζουμε ακροδεξιούς ή φασίστες, γιατί αυτό είναι ο ασφαλέστερος τρόπος, για να τους κάνουμε τέτοιους. Μπορεί ο κ. Πρωθυπουργός να αισθάνεται «ευτυχής» που η διαδικασία της έγκρισης της συμφωνίας των Πρεσπών προχωρεί κανονικά και γρήγορα. Ας αφήσουμε, όμως, και κάποιους μαθητές να διαδηλώνουν τη «δυστυχία» τους γι’ αυτό.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018 15:34

Οι μαθητικές καταλήψεις

Α’ Μέρος

Παρακολουθώντας ένας «νουνεχής» και ανεξάρτητος άνθρωπος την πολιτική επικαιρότητα και τη συμπεριφορά των περισσότερων πολιτικών μας διερωτάται αν είναι δυνατό τέτοιοι άνθρωποι να μας εκπροσωπούν στη Βουλή και πολύ περισσότερο αν είναι δυνατό αυτοί οι άνθρωποι να σώσουν την πατρίδα μας από τους κινδύνους που την απειλούν -και δεν είναι αυτοί λίγοι. Αυτό φάνηκε και από τη στάση που τήρησαν οι πιο πολλοί απέναντι στις μαθητικές καταλήψεις. Αυτοί έκαναν ό τι περνούσε από το χέρι τους, ώστε να διχάσουν τους μαθητές και να δημιουργήσουν ένα κλίμα πόλωσης και εχθρότητας ανάμεσά τους. Και βγήκε και ο Υπουργός της Παιδείας μας, ο κ. Γαβρόγλου, και ελαφρά τη καρδία είπε πως οι καταλήψεις αυτές και τα συνακόλουθα συλλαλητήρια υποκινούνται από τη «Χρυσή Αυγή» και υποστηρίζονται από τη Νέα Δημοκρατία! Έτσι, λύθηκε το θέμα! Σκοπός, ασφαλώς του κ. Υπουργού και των άλλων είναι να εμπλέξουν τη Ν.Δ. σε όλο αυτό το παιχνίδι και να την ταυτίσουν όσο βέβαια είναι δυνατό με αυτό το ναζιστικό μόρφωμα, αν και οι εκπρόσωποί της τονίζουν σε όλους τους τόνους πω ς είναι αντίθετοι με τις καταλήψεις, γιατί αυτές έχουν ολέθριες συνέπειες για την εκπαίδευση των μαθητών.

Βέβαια, ο κ. Υπουργός δεν είπε τίποτε σχετικά με το γεγονός πως το κόμμα που εκπροσωπεί δίδαξε πρώτο και εφάρμοσε τις καταλήψεις ως μέσο πολιτικής επιβολής και επικράτησης των δυναμικών μειοψηφιών και μάλιστα με τον χειρότερο τρόπο. Δεν είπε τίποτε για το «αυτόνομο» αντιφα(σιστικό) συλλαλητήριο που οργανώθηκε στην Αθήνα σε αντίδραση. Χαρακτήρισε όμως τους μαθητές που πήραν μέρος στα συλλαλητήρια για τη ελληνικότητα της Μακεδονίας και αντέδρασαν στην υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών ως «φασιστάκια» που ενεργούν με βάση τις προτροπές και τις υποδείξεις των μελών της «Χρυσής Αυγής», ως ακροδεξιά στοιχεία, ως εθνικιστές που υποβοηθούν την επώαση του «αβγού του φιδιού» στα σχολεία. Με λίγα λόγια μέσα στα πλαίσια μιας καλά οργανωμένης ψηφοθηρικής προπαγάνδας όσοι αντιτίθενται σε παρόμοιες εκδηλώσεις προσπάθησαν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως αυτά τα παιδιά -όλα;- είναι άτομα που θεωρούν την πατρίδα τους ανώτερη από τις πατρίδες άλλων, πως ο λαός μας είναι «περιούσιος» και ότι πρέπει να επιβληθεί στους άλλους, να τους συντρίψει και να τους εξαφανίσει από τον χάρτη της γης* πως θέλουν να προσαρτήσουμε εμείς στη χώρα μας την ΠΓΔ της Μακεδονίας, να πάρουμε πίσω την Βόρειο Ήπειρο ή την Ανατολική Θράκη! Γιατί αυτό σημαίνει εθνικισμός και σοβινισμός και αυτό μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο. Υπάρχει, αλήθεια, κανείς που πιστεύει πως αυτός είναι ο στόχος αυτών των παιδιών;

Βέβαια, από την αρχή οφείλω να τονίσω ως απόμαχος εκπαιδευτικός που βίωσε τις συνέπειες καταλήψεων ως καθηγητής και ως διευθυντής σχολείου πως είμαι αναφανδόν εναντίον αυτού του τρόπου της διαμαρτυρίας, δηλαδή των καταλήψεων των σχολείων, ακόμη και αν αυτές αποφασίζονται από την πλειοψηφία, όχι γιατί στερούν από τους μαθητές που επιθυμούν τη δυνατότητα να αποκτήσουν τη γνώση που πρέπει ή γιατί είναι κάτι αντιδημοκρατικό και πολλές φορές στοιχίζει πολλά στην ελληνική κοινωνία και σε όλους μας, αλλά για κάποιον άλλο λόγο που οι μη «ειδικοί» δεν μπορούν να κατανοήσουν.

Στην εκπαιδευτική διαδικασία ισχύει και εφαρμόζεται η λεγόμενη αρχή της «αλληλοοικοδόμησης της ύλης». Αυτό σημαίνει πως η ύλη κάθε τάξης προστίθεται στην ύλη της προηγούμενης τάξης. Αν ένα παιδί δεν διδαχτεί κανονικά την ύλη της τάξης του και δεν την εμπεδώσει, θα έχει αδυναμίες και κενά που είναι ενδεχόμενο να επηρεάσουν ανεπανόρθωτα την εξέλιξή του. Γιατί οι εκπαιδευτικοί σε αυτές τις περιπτώσεις ή δεν θα μπορέσουν να καλύψουν την ύλη που χάνεται εξαιτίας των καταλήψεων ή θα την καλύψουν, κατά ο κοινώς λεγόμενο, «τρέχοντας» με αποτέλεσμα την ημιμάθεια που είναι χειρότερη από την αμάθεια. Γι’ αυτό πρέπει να απαγορευτούν οι καταλήψεις με οποιοδήποτε τρόπο. Αυτό το γνωρίζουν οι υπεύθυνοι του Υπουργείου Παιδείας, αλλά δεν κάνουν τίποτε, γιατί ίσως η κατάσταση τους εξυπηρετεί.

Όμως ας δεχτούμε πως ο κ. Υπουργός έχει δίκιο, ότι δηλαδή η «Χρυσή Αυγή» παρασύρει τα παιδιά σε αυτές τις αντιδράσεις και όχι ο νεανικός ενθουσιασμός, ο άδολος πατριωτισμός τους ή, αν θέλετε, η άκριτη απόφαση και επιλογή τους. Τούτο όμως σημαίνει κάτι που είναι ακόμη χειρότερο, τη χρεοκοπία του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Γιατί δεν είναι δυνατό ένα πολιτικό «μόρφωμα» να έχει την ικανότητα να πείθει τους μαθητές και μάλιστα με SMS, όπως γράφεται, και να τους προσανατολίζει σε ένα δρόμο και η εκπαίδευση, ένας οργανωμένος και πολυδάπανος θεσμός, δηλ. το σχολείο, να μην έχει αυτή την ικανότητα. Όμως γι’ αυτό στο επόμενο…

Παρασκευή, 07 Δεκεμβρίου 2018 12:13

Ουαί υμίν, Γραμματείς και Φαρισαίοι…

Είναι γνωστό πως «πρόσωπο» και «προσωπείο» είναι δυο κοινωνικές καταστάσεις. Στην πρώτη φαίνεται η ομαλή εκδήλωση της κοινωνικότητας, ενώ στη δεύτερη η παθολογική. Το «προσωπείο» συνδέεται με την κατάλυση του «προσώπου» και την εμφάνιση της υποκρισίας. Μόνο ένα πρόσωπο πραγματικό με ισχυρή προσωπικότητα δεν είναι εύκολο να μεταβληθεί για κανένα λόγο, και τέτοιες ισχυρές προσωπικότητες δε φαίνεται να υπάρχουν στον χώρο αυτών που μας κυβερνούν.

Η υποκρισία έλαμψε σε όλο της το μεγαλείο στην πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή για την τροποποίηση του Συντάγματος, στην κορυφαία αυτή πράξη της δημοκρατίας, και στη συζήτηση του άρθρου 16 για την ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων στη χώρα μας. Ο Πρωθυπουργός απάντησε στον αρχηγό της Αντιπολίτευσης πως δεν είναι διατεθειμένος να ψηφίσει εκπαίδευση δύο ταχυτήτων, μια για τους «πληβείους» και μια άλλη για την ελίτ! Είναι συνηθισμένο στην πολιτική να ντύνεται το συμφέρον με το ένδυμα της δικαιοσύνης και του «πρέποντος» και αυτό έκανε ο Πρωθυπουργός. Κι είναι εύκολο σε κάποιον να «παίζει» τον «άνθρωπο», να υποκρίνεται και να ξεγελά τους άλλους…

Και είναι υποκριτική αυτή η στάση, γιατί, αν ερευνήσει κανείς, θα διαπιστώσει πως τα περισσότερα μεγαλο-στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί που μας κυβερνούν, σπούδασαν σε ιδιωτικά και ελιτίστικα σχολεία της χώρας μας και σε ιδιωτικά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Και είναι αστείο, αν μη τι άλλο, να τα αναθεματίζουν και να τα καταδικάζουν. Και δεν είναι μόνο αυτό. Τα παιδιά των περισσότερων από αυτούς φοιτούν στα λεγόμενα «καλά» ιδιωτικά σχολεία της χώρας μας. Κι είναι περίεργο να επιτρέπουμε να λειτουργούν στη χώρα μας δεκάδες ιδιωτικά νηπιαγωγεία, δημοτικά σχολεία, γυμνάσια και λύκεια, αλλά να μην επιτρέπουμε να λειτουργήσουν ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αλήθεια, φοβούνται μήπως οι καθηγητές κάνουν «πλύση εγκεφάλου» στους φοιτητές και διαμορφώσουν με τέτοιο τρόπο τη σκέψη τους που να βλάπτει τον ΣΥΡΙΖΑ; Μάλλον όχι!

Για να αξιολογήσουμε σωστά τη στάση των κυβερνώντων και των «συμμάχων» τους στο θέμα αυτό οφείλουμε να λάβουμε υπόψη μερικά πράγματα, όπως ότι σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες, όπως και στην Κύπρο, λειτουργούν ιδιωτικά πανεπιστήμια, ότι η συνεργασία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη, ότι στη χώρα μας λειτουργούν ήδη πολλά ιδιωτικά «κολέγια» πανεπιστημιακού επιπέδου που συνεργάζονται με πανεπιστήμια του εξωτερικού και ότι πολλοί νέοι μας αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα μας, για να σπουδάσουν στο εξωτερικό προκαλώντας μια οικονομική αιμορραγία σε συνάλλαγμα, σε μια εποχή που η χώρα μας αντιμετωπίζει μεγάλο οικονομικό πρόβλημα και έχει ανάγκη από επενδύσεις και εισροή συναλλάγματος.

Θαρρώ πως το πρόβλημα το βλέπει ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της ιδεοληψίας. Η στάση του «θυμίζει» την αριστερόστροφη ιδεολογία σε όσους τείνουν να την ξεχάσουν. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Φαντάζεστε να λειτουργήσουν στη χώρα μας ιδιωτικά πανεπιστήμια στα οποία τα μαθήματα γίνονται κανονικά, χωρίς καταλήψεις, προπηλακισμούς καθηγητών; Πανεπιστήμια στα οποία οι αίθουσες θα είναι καθαρές και θα είναι απαλλαγμένες από πολύχρωμα συνθήματα και κάθε είδους βωμολοχίες; Πανεπιστήμια στα οποία δεν θα υπάρχουν εκπρόσωποι των κομμάτων και δεν θα μπορούν οι κάθε λογής «Ρουβίκωνες» να στήνουν το στρατηγείο τους μέσα σε αυτά; Πανεπιστήμια στα οποία δεν θα «βασιλεύει» η παρανομία, η ανασφάλεια και ο φόβος; Πανεπιστήμια που δεν θα είναι «άντρα» κακοποιών, ναρκομανών και εμπόρων ναρκωτικών; Πανεπιστήμια στα οποία οι φοιτητές θα αξιοποιούν τον ιδρώτα των γονιών τους και θα σέβονται τη δημόσια περιουσία;

Αν υπάρξουν τέτοια πανεπιστήμια η σύγκριση θα είναι καταλυτική και η απαξίωση του δημόσιου πανεπιστημίου συντριπτική. Η κατάσταση θυμίζει τον μύθο του Αισώπου, της αλεπούς που δεν είχε ουρά και για να μη φαίνεται η ατέλειά της προσπαθούσε να πείσει τις άλλες αλεπούδες να κόψουν και αυτές την ουρά τους. Μόνο που εδώ προτείνεται κάτι πιο δραστικό: να μην υπάρχουν καθόλου αλεπούδες με ουρά!

Ας πάψει, λοιπόν, ο Πρωθυπουργός μας να υποκρίνεται. Ας μη ντύνει την έλλειψη ειλικρίνειας και την υποκρισία με το δήθεν συμφέρον του λαού. Γιατί το μείγμα μοιάζει με το νερωμένο αλκοόλ που ό τι και να το κάνεις δεν ανάβει. Κι ας θυμάται πως και ο άνθρωπος που κόβει και αποκεφαλίζει τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα, λέγεται «φιλανθής». Ας αρθεί, λοιπόν, πάνω από τις ιδεοληψίες και ας αποφασίσει αυτό που κατά βάθος πιστεύει, αλλά φοβάται να το αποκαλύψει, γιατί τα φτιασιδωμένα πρόσωπα το νερό τα ξεβάφει. Γιατί δεν είναι δυνατό «να διυλίζουμε τον κώνωπα και να καταπίνουμε την κάμηλο», όπως είπε και ο Χριστός…

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018 12:25

O ρόλος των «ειδικών» στην πολιτική

Πολλές φορές ακούμε τους διάφορους Υπουργούς να λένε πως έχουν αναθέσει σε «ομάδα ειδικών επιστημόνων» να εξετάσουν κάποιο πρόβλημα που τους απασχολεί, κάποια μεταρρύθμιση που σκοπεύουν να πραγματοποιήσουν σε κάποιο τομέα. Έτσι, για παράδειγμα, ακούσαμε τον Υπουργό Παιδείας να λέει πως έχει αναθέσει σε επιτροπή «ειδικών» -αλήθεια χρειαζόταν;- να μελετήσει το θέμα της έναρξης της λειτουργίας του σχολείου, αν δηλαδή είναι καλό τα σχολεία να αρχίζουν στις 9 π.μ. και όχι στις 8:30 π.μ., όπως γίνεται σήμερα.

Το θέμα της «γνώμης των πολλών» και των «λίγων και ειδικών» είχε απασχολήσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και ειδικότερα τον Σωκράτη. Στον πλατωνικό διάλογο Κρίτων, ο Σωκράτης τονίζει στον φίλο και μαθητή του Κρίτωνα που επικαλείται τη «γνώμη των πολλών», για να τον πείσει να αποδράσει από τη φυλακή, πως δεν πρέπει να δίνουμε σημασία στη «γνώμη των πολλών», αλλά να υπολογίζουμε τη «γνώμη των λίγων και των ειδικών». Φέρνει μάλιστα ως παράδειγμα έναν αθλητή που εξορισμού επιδιώκει να γίνει ωραίος και δυνατός ως προς το σώμα του, να ισχυροποιήσει την υγεία του και τις επιδόσεις του. Ρωτά τον φίλο του αν αυτός ο αθλητής πρέπει να συμβουλεύεται και να ακούει τον καθένα ή να δίνει σημασία μόνο στη «γνώμη των λίγων και των ειδικών» σχετικά με το θέμα. Λέει μάλιστα πως στην περίπτωση του αθλητή, «ειδικοί» είναι ο παιδοτρίβης, δηλαδή ο γυμναστής που καθορίζει την άσκηση και ο γιατρός που καθορίζει τη δίαιτα. Ο Κρίτων, βέβαια, παραδέχεται πως ο αθλητής πρέπει να ακολουθεί τη «γνώμη των ειδικών» και αυτό πρέπει να κάνει κάθε συνετός και νουνεχής άνθρωπος.

Βέβαια, μερικοί μικρόψυχοι και ανιστόρητοι βρήκαν την ευκαιρία να κατηγορήσουν τον Σωκράτη ως εχθρό της δημοκρατίας, ως ένα άτομο που καταπολεμά την αρχή της πλειοψηφίας στην οποία στηρίζεται κάθε γνήσιο δημοκρατικό πολίτευμα. Ανεξάρτητα από την αντίληψη που θεωρεί τη «γνώμη» δέκα «ηλίθιων», ας πούμε, ανώτερη, καλύτερη και σωστότερη από τη «γνώμη ενός και συνετού», η συλλογιστική του Σωκράτη δεν μπορεί εύκολα να απορριφτεί. Αυτός λέει α) πως άλλες γνώμες πρέπει να παραδεχόμαστε και άλλες όχι, β) πως άλλων ανθρώπων τις γνώμες πρέπει να παραδεχόμαστε και άλλων όχι, γ) πως πρέπει να παραδεχόμαστε τις σωστές γνώμες και να απορρίπτουμε τις εσφαλμένες, δ) πως σωστές γνώμες είναι οι γνώμες των συνετών ανθρώπων και εσφαλμένες των αφρόνων και των ανόητων. Έτσι αβίαστα καταλήγει στο συμπέρασμα πως πρέπει να παραδεχόμαστε τις γνώμες των συνετών ανθρώπων και των «ειδικών», γιατί αυτές είναι σωστές.

Κάτι ανάλογο υποστηρίζει και ο σοφιστής Πρωταγόρας πιεζόμενος από τον έλεγχο που του ασκεί ο Σωκράτης. Ο Πρωταγόρας λέει χαρακτηριστικά: «Έτσι, λοιπόν, και γι’ αυτό τον λόγο και οι άλλοι και οι Αθηναίοι, όταν γίνεται συζήτηση για την αρετή που σχετίζεται με την αρχιτεκτονική τέχνη ή κάποια άλλη πρακτική τέχνη νομίζουν πως λίγοι έχουν την δυνατότητα να δώσουν κάποια συμβουλή, και αν κάποιος άσχετος επιχειρεί να συμβουλέψει, δεν του το επιτρέπουν…» (Πλατ. Πρωταγ. 322 D-323A).

Με αυτά τα δεδομένα είναι σωστό, θεμιτό και επιβεβλημένο οι Υπουργοί να ζητούν «τη γνώμη των ειδικών», των «επαϊόντων», αφού δεν είναι δυνατό οι ίδιοι να είναι «παντογνώστες», αν και οι περισσότεροι πολιτικοί μας εμφανίζονται ως τέτοιοι στα τηλεοπτικά παράθυρα και λύνουν εύκολα προβλήματα οικονομικά, εκπαιδευτικά, υγείας, εκκλησιαστικά κ.λπ. Η πρακτική αυτή των Υπουργών είναι σωστή και επαινετή αρκεί να μην καταστρατηγείται και να μην αποτελεί ένα απλό πρόσχημα και «προπέτασμα καπνού», για να περάσουν τις ιδεοληψίες τους ανώδυνα. Ο Σαρτρ έλεγε πως, όταν πας σε κάποιον να ζητήσεις τη συμβουλή του, ξέρεις εκ των προτέρων ποια θα είναι αυτή. Αν, λέει, για παράδειγμα, πας σε ένα ιερέα, αυτός θα σου προτείνει νηστεία, προσευχή κ.λπ. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις επιτροπές στις οποίες απευθύνονται οι διάφοροι Υπουργοί. Αυτοί συγκροτούν αυτές τις επιτροπές από άτομα που γνωρίζουν τις απόψεις τους και έτσι είναι βέβαιοι πως οι προτάσεις τους θα υποβοηθήσουν τη προώθηση των μεταρρυθμίσεων και αλλαγών που επιδιώκουν. Αν, για παράδειγμα, απευθυνθεί κανείς σε κάποιον που μισεί τα αρχαία ελληνικά, θα προτείνει στον Υπουργό να εξοβελίσει τα αρχαία ελληνικά από τα Αναλυτικά Προγράμματα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις μάλιστα που συγκροτούνται «δήθεν» επιτροπές «ειδικών», αφού οι Υπουργοί έχουν ήδη λάβει την απόφασή τους! Και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις έντιμων «ειδικών» που αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από υψηλές θέσεις και επιτροπές, γιατί δε δέχτηκαν να υπηρετήσουν τα σχέδια των κυβερνώντων. Υπάρχουν πάλι περιπτώσεις που οι «ειδικοί» στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου «ειδικοί» σχετικά με το θέμα που καλούνται να μελετήσουν! Με λίγα λόγια, και εδώ υπάρχει μεγάλη υποκρισία…!

Μια απλή αναδρομή στο παρελθόν μπορεί να δείξει πως και στην εκπαίδευση εισάγονται αλλαγές και γίνονται μικρές ή μεγάλες μεταρρυθμίσεις με τρόπο βιαστικό και επιπόλαιο, χωρίς προγραμματισμό με αποτέλεσμα γρήγορα να εγκαταλείπονται. Έτσι, με τον Νόμο 309 /1976 (Φ.Ε.Κ 100, Α΄, 30-4-1976) καθιερώθηκε η δωρεάν υποχρεωτική εννιάχρονη εκπαίδευση. Το μέτρο αυτό χαιρετίστηκε από όλους τους Έλληνες, γιατί είχε δημοκρατικό χαρακτήρα και ανύψωνε τη γενική μόρφωση. Τελικά όμως η αλλαγή αυτή φάνηκε σαν μια υποχρέωση του πολίτη και όχι του κράτους, μια και αυτό δεν είχε εξασφαλίσει τα απαραίτητα μέσα για την εφαρμογή του νόμου. Η πολιτεία δε φρόντισε να εξασφαλίσει τα μέσα για τη μεταφορά των μαθητών στην έδρα των Γυμνασίων με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί διαρροή μαθητών. Αν και ο Ν. 1566/85 προέβλεπε «την τιμωρία όσων έχουν την επιμέλεια ανηλίκων που εγκαταλείπουν την υποχρεωτική εκπαίδευση», εντούτοις, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, από το 1985 μέχρι το 2003 300.000 περίπου παιδιά δεν ολοκλήρωσαν την υποχρεωτική τους εκπαίδευση. Ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών που αποφοιτούσαν από το Δημοτικό δε συνέχιζαν στο Γυμνάσιο με την ανοχή και τη συνενοχή της Πολιτείας με αποτέλεσμα ο Νόμος αυτός να υπολειτουργεί. Η Πολιτεία δεν είχε καθόλου εξετάσει αν οι αίθουσες που είχε στη διάθεσή της επαρκούσαν για τη στέγαση του αυξημένου αριθμού των μαθητών που εγγράφονταν τότε στα Γυμνάσια. Και διερωτάται κανείς γιατί θεσπίζονται νόμοι που δεν είναι δυνατό να εφαρμοστούν ή αφού η Πολιτεία δεν έχει διάθεση να επιβάλει την εφαρμογή τους; Είναι σαφές πως η Πολιτεία γίνεται συνένοχη στην παραβίαση και μη εφαρμογή του Νόμου που η ίδια θέσπισε, γιατί καταλαβαίνει πως η ίδια με την προχειρότητά της δημιούργησε το πρόβλημα.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Αργότερα, με τον Ν. 1566/85 (ΦΕΚ 167, Α΄, 30-9-18-1984 ) καθιερώθηκαν  πέντε Δέσμες στη Γ΄ Λυκείου, ανάλογα με τις σχολές διεξόδου προς τα ΑΕΙ και ΤΕΙ και Γενικές Εξετάσεις εισαγωγής με συνυπολογισμό και του γενικού βαθμού των τριών τάξεων του Λυκείου σε συνολικό ποσοστό 25%. Και το μέτρο αυτό κατ’ αρχήν ήταν θετικό, γιατί αναβάθμιζε τις σπουδές στο Λύκειο και αύξανε το κύρος των καθηγητών. Όμως αυτό βρήκε απροετοίμαστους και τους εκπαιδευτικούς και τα σχολεία. Τα σχολεία, για να στεγάσουν και να λειτουργήσουν αυτές τις Δέσμες είχαν ανάγκη από περισσότερες αίθουσες (αφού τα δυο ή τρία τμήματα Κορμού γίνονταν πέντε Δεσμών) που δε διέθεταν. Έτσι οι Διευθυντές των σχολείων και οι υπεύθυνοι αναγκάστηκαν να χωρίσουν αίθουσες με πρόχειρο τρόπο, να χρησιμοποιήσουν τα εργαστήρια Φυσικής και Χημείας και τις αίθουσες πολλαπλών χρήσεων και τελετών, όπου υπήρχαν, ως αίθουσες διδασκαλίας με αποτέλεσμα να υποβαθμιστεί η συνολική λειτουργία των σχολείων. Οι εκπαιδευτικοί πάλι, τελείως απροετοίμαστοι, δέχτηκαν μεγάλες και ασφυκτικές κοινωνικές και συνειδησιακές πιέσεις με αποτέλεσμα τον βαθμολογικό πληθωρισμό και την κατάργηση του μέτρου του 25 % μετά δυο-τρία χρόνια από τον τότε Υπουργό Παιδείας Γ. Παπανδρέου ( 1988-1989) στο μέσον της χρονιάς και μέσα σε μια νύχτα!

Και μια προσωπική εμπειρία. Το 1978-1979 υπηρετούσα ως Προϊστάμενος στο Γραφείο της Γ΄ ΓΕΜΕ Πειραιά. Παρουσιάστηκε τότε κάποιος κύριος και τον ρωτήσαμε τι είναι. Απάντησε πως είναι ο Γυμνασιάρχης του Ε΄ Γυμνασίου Νέας Σμύρνης. Τον ρωτήσαμε πού είναι αυτό το Γυμνάσιο και αυτός δεν ήξερε τι να απαντήσει. Του είπαμε να ψάξει να βρει κτήριο να στεγάσει το Γυμνάσιό του! Αυτός έψαξε και κατόρθωσε να βρει στέγη στο κτήριο της Προτύπου Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, του μόνου σχολείου που ήταν τότε πρωινό. Στην αρχή το Ε΄ Γυμνάσιο λειτουργούσε μόνο το απόγευμα, αλλά γρήγορα άρχισαν οι «καταλήψεις» για ισονομία και ίση μεταχείριση με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τεράστια προβλήματα στη λειτουργία και των δύο σχολείων. Βέβαια, αυτό δεν ένοιαζε καθόλου τους ιθύνοντες του Υπουργείου Παιδείας. Φτάνει που «χάιδεψαν» έστω και προσωρινά τα αφτιά των πολιτών με την ίδρυση ενός νέου σχολείου! Αν αυτό δεν είναι λαϊκισμός, αλήθεια, τι είναι;

Συμπέρασμα: καμιά αλλαγή ή μεταρρύθμιση δε θα πετύχει στη χώρα μας, αν αυτή δε μελετηθεί, αν δε σχεδιαστεί και δεν προγραμματιστεί με βάση την ισχύουσα ελληνική πραγματικότητα και τα μέσα που υπάρχουν στη διάθεση των εκπαιδευτικών.

 

* Ο Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Αφορμή για το άρθρο αυτό αποτέλεσε το άρθρο του κ. Παπαδημητρίου με τίτλο «Μπουλντόζες» που δημοσιεύθηκε στο «Εμπρός» την Τρίτη, 9/10/2018, και αναφερόταν στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται η παιδεία μας σήμερα και την ευθύνη της για την ηθική κατάπτωση της κοινωνίας μας. Σε αυτά που λέει θα ήθελα να προσθέσω λίγες σκέψεις. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία από τότε που στράφηκε στον άνθρωπο και τα προβλήματά του ενδιαφέρθηκε, αναζήτησε και μελέτησε κάποιες αξίες που ρύθμιζαν τη ζωή του. Οι αρχαίοι Έλληνες διανοούμενοι σημαντική θέση ανάμεσα σ’ αυτές τις αξίες έδωσαν στην ιδέα της «αρετής» και του «αγαθού», που σχετιζόταν με την πνευματική φύση του ανθρώπου. Αυτοί πίστευαν πως ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου ως πνευματικής ύπαρξης και η ευτυχία του ως ύψιστο αγαθό της ζωής του πραγματώνεται με το «κατ’ αρετήν ζην». Ο Αριστοτέλης έλεγε πως «ευδαιμονία εστί ψυχής ενέργεια τις κατ’ αρετήν τελείαν» (Ηθικ. Νικομ. 1102 a) και ο Πλάτων παρατηρούσε πως «πας ο τ’ επί γης και υπό γης χρυσός αρετής ουκ αντάξιος» (Νόμ. Ε 728 a) και πως η αρετή «υγιεία τε τις αν είη και κάλλος και ευεξία ψυχής, κακία δε νόσος τε και αίσχος και ασθένεια» (Πολιτ. 444 d, e).

Υπήρξαν μερικοί, όπως ο Πίνδαρος (Ολ. ΧΙ, στ. 19-20) που υποστήριζαν πως η «καλοκαγαθία», ίδιον του ενάρετου βίου, είναι κληρονομική αρετή που συνυπάρχει με την ευγενή καταγωγή, αλλά η κρατούσα αντίληψη ήταν πως η παιδεία μορφώνει τον ενάρετο χαρακτήρα. Έτσι ο Δημόκριτος τόνιζε πως «πλέονες εξ ασκήσιος αγαθοί γίγνονται ή εκ φύσιος» (Diels-Kranz, Αποσπ. Προσ. ΙΙ 68 Β, 242) και ο σοφιστής Πρωταγόρας υποστήριζε πως η αρετή «ου φύσει ουδέ από του αυτομάτου, αλλά διδακτή και εξ επιμελείας παραγίγνεται τοις ανθρώποις» (Πλάτ., Πρωτ., 323 c). Την ίδια άποψη φαίνεται πως τελικά διαμόρφωσε και ο Αριστοτέλης που έλεγε πως «ουδεμία των ηθικών αρετών φύσει ημίν παραγίγνεται» (Ηθικ. Νικομ. 1103 a 5-6, 15-19).

Από την άλλη πλευρά, ο Σωκράτης τόνιζε πως η «απαιδευσία και η άγνοια» οδηγεί στην αδικία και έλεγε πως όλες οι ανθρώπινες αρετές «μαθήσει και μελέτη αυξάνονται» (Ξεν. Απομν. Β ΥΙ 39). Ο Πλάτων δίδασκε πως «παίδευσις χρηστή φύσεις αγαθάς εμποιεί, και αυ φύσεις χρησταί τοιαύτης παιδείας αντιλαμβανόμεναι έτι βελτίους των προτέρων φύονται» (Πολιτ. Δ 424 a) και πως ο άνθρωπος είναι ένα ήμερο ζώο κι αν τύχει σωστή και επιμελημένη παιδεία, γίνεται «θεϊκότατο» και ημερότατο, αν όμως δεν ανατραφεί ικανοποιητικά ή αν ανατραφεί με κακό τρόπο, γίνεται το πιο άγριο ζώο από αυτά που τρέφει η γη (Νόμ. ΣΤ 766 a) και ο Αριστοτέλης αποφαινόταν πως ο νομοθέτης οφείλει να ενδιαφέρεται για την παιδεία των νέων, αν θέλει το καλό της πολιτείας, γιατί η βελτίωση του ήθους γίνεται αιτία να βελτιωθεί και η πολιτεία (Πολιτ Θ 1337 α 11).

Είναι χαρακτηριστικό πως ο Πλάτων, όπως και όλος ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός, συνδέει στενά την Παιδεία με την Πολιτική, την Παιδαγωγική επιστήμη με την Πολιτική τέχνη, και πιστεύει πως η «ορθή Πολιτεία» περνά μέσα από την «ορθή Παιδεία». Τούτο φαίνεται από το γεγονός πως στον διάλογό του Θεάγης (122 b) αυτός συνδέει το άτομο με το σύνολο μέσω του αξιακού θεσμού της Παιδείας και λέει επιγραμματικά ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο θείο το οποίο θα μπορούσε να σκεφτεί ο άνθρωπος από την παιδεία του και την παιδεία των δικών του. Ο ίδιος φιλόσοφος όμως ορίζει και το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της παιδείας για την οποία μιλά. Αυτός θεωρεί πραγματική και αληθινή παιδεία αυτή που προικίζει τους νέους με δικαιοσύνη και σοφία -μετά νου και δίκης- και τους κάνει να επιθυμούν να γίνουν τέλειοι πολίτες καλλιεργώντας το λεγόμενο κοινωνικό και πολιτειακό ιδεώδες, και όχι αυτή που αποβλέπει στον πλουτισμό ή την απόκτηση πολιτικής δύναμης και εξουσίας, γιατί, όπως λέει, μια τέτοια παιδεία δεν αρμόζει σε ελεύθερους ανθρώπους (Νόμ. Α 643 e - 644 a).

Αυτή την παιδεία ύμνησαν οι αρχαίοι Έλληνες διανοητές και εξήραν τον αποφασιστικό ρόλο που μπορεί αυτή να διαδραματίσει στην ατομική και κοινωνική ανάπτυξη και ευτυχία. Αυτή έκανε και τον Λίντον Τζόνσον να πει κάποτε: Από τη θέση που κατέχω έχω μάθει μια μεγάλη αλήθεια: η λύση σε όλα τα προβλήματα συνίσταται σε μια λέξη: Παιδεία.

 

* Ο Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 05 Οκτωβρίου 2018 17:38

Ο πόλεμος μεταξύ των κομμάτων…

Στην πολιτική σκηνή της χώρα μας διεξάγεται σήμερα ένας «ανίερος» πόλεμος όλων εναντίον όλων. Κάθε κόμμα στρέφεται εχθρικά εναντίον όλων των άλλων κομμάτων και αξιοποιεί όλα τα μέσα που διαθέτει, ηθικά και ανήθικα, για να κατακτήσει την εξουσία. Και κάθε κόμμα επιστρατεύει τον φιλικά προς αυτό προσκείμενο Τύπο και τους φιλικούς δημοσιογράφους που παίζουν ένα αισχρό προπαγανδιστικό ρόλο. Βλέπει κανείς αυτούς τους δημοσιογράφους και τους εκπροσώπους των κομμάτων να συζητούν στην τηλεόραση και να αποπνέουν τόσο μίσος και τόση εμπάθεια προς τον αντίπαλο που πραγματικά αηδιάζει και διερωτάται αν είναι δυνατό ο ελληνικός λαός να εξέλεξε τέτοιους εκπροσώπους του! Είναι φαίνεται πολύ γλυκιά η εξουσία, είναι νύφη πολύ ελκυστική, έστω κι αν οι γονείς της είναι χρεοκοπημένοι, και όλοι προσπαθούν να την κατακτήσουν. Και στη μέση όλων αυτών βρίσκεται ο απλός ελληνικός λαός με τα προβλήματα και τις ανησυχίες του. Είχε δίκιο κάποιος που είχε πει πως οι Έλληνες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, αυτούς που κρατούν την κουτάλα και τρώνε, αυτούς που προσπαθούν να την πάρουν και αυτούς που προσπαθούν όλη τη μέρα να γεμίσουν το καζάνι από το οποίο τρώνε οι άλλοι.

Και το κακό είναι πως ο πόλεμος αυτός δείχνει πως οι πολιτικοί μας δεν έχουν συνειδητοποιήσει πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση για τη χώρα μας και πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος που την απειλεί. Δίνουν την εντύπωση πως δεν έμαθαν τίποτε από την περιπέτεια που πέρασε ο ελληνικός λαός και πως το «πάθος» δεν τους έχει γίνει «μάθος»* πως δεν έχουν διδαχτεί τίποτε από την Ιστορία. Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, διακηρύσσει πως γίναμε μια κανονική χώρα! Είμαστε κανονική χώρα, όταν δεν μπορούμε ούτε να «βήξουμε», αν δεν μας δώσουν την άδεια οι άλλοι; Είμαστε κανονική χώρα, όταν έχουμε ενεχυριάσει όλη μας την περιουσία για εκατό χρόνια; Είμαστε κανονική χώρα τη στιγμή που το σημερινό δημόσιο χρέος είναι μεγαλύτερο από αυτό που είχαμε, όταν μπήκαμε στα Μνημόνια; Αν είναι δυνατό!

Τα φερέφωνα πάλι των κομμάτων, κάποιοι δημοσιογράφοι, που προσποιούνται μάλιστα πως είναι αδέσμευτοι και ανεξάρτητοι, προσπαθούν να διαστρέψουν τη λογική των πολιτών με διάφορα ηλίθια επιχειρήματα και συλλογισμούς και να κάνουν το «μαύρο» να φαίνεται «άσπρο». Ένα τέτοιο συλλογισμό άκουσα πρόσφατα από ραδιοφωνικό σταθμό και λέει: η Χρυσή Αυγή ζητά δημοψήφισμα για το θέμα των Σκοπίων. Το τάδε κόμμα ζητά δημοψήφισμα. Άρα, αυτό το κόμμα είναι Χρυσή Αυγή. Θεέ και Κύριε!

Ότι οι πολιτικοί μας δεν έχουν βάλει μυαλό φαίνεται από το γεγονός πως έχουν επιδοθεί τώρα, προεκλογικά φυσικά, σε έναν ακατανόητο πλειοδοτικό ανταγωνισμό παροχών που θυμίζει «λαμπρές εποχές» του παρελθόντος και πολιτικές που μας οδήγησαν στην κρίση. Όλοι μας θυμούμαστε ότι παλιά εφαρμοζόταν η πολιτική της καμένης γης. Η εκάστοτε κυβέρνηση τα τρία πρώτα χρόνια της άσκησης της εξουσίας της φορολογούσε ανελέητα τους πολίτες λέγοντας πως, όταν ανέβηκε στην εξουσία, βρήκε άδειο το δημόσιο ταμείο. Τον τελευταίο, όμως χρόνο το ταμείο ήταν γεμάτο, αλλά άδειαζε με τις παροχές που δίνονταν αφειδώς. Η λογική ήταν αν ξαναβγούμε εμείς, θα δούμε τι θα κάνουμε. Αν βγουν οι αντίπαλοί μας, δεν θα μπορούν να κυβερνήσουν με άδεια ταμεία και έτσι η εξουσία θα περιέλθει πάλι σ’ εμάς.

Η κυβέρνηση βέβαια έχει το λεγόμενο «υπερ-πλεόνασμα» που προέρχεται από την αποφυγή της κυβέρνησης να καταβάλει τα οφειλόμενα στους πολίτες (φόρους, συντάξεις, επιδόματα κ.λπ.) που υπολογίζονται στα 5 δισεκατομμύρια. Παρόλα αυτά ο Πρωθυπουργός επιμένει στην υλοποίηση των εξαγγελιών που έκανε από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Από την άλλη πλευρά ο Πρωθυπουργός δε τολμά να βγει στις αγορές, γιατί θα φανεί πως ο κίνδυνος για τη χώρα μας δεν έχει παρέλθει. Και μπορεί να μη βγει χρησιμοποιώντας το λεγόμενο «μαξιλαράκι» που υπάρχει. Εγώ μάλιστα προβλέπω πως δεν πρόκειται να βγει πριν τις εκλογές, γιατί θα φανεί η γύμνια μας.

Έτσι όμως θα οδηγήσει σε δύσκολη θέση την Αντιπολίτευση που όλα δείχνουν πως θα είναι η επόμενη κυβέρνηση, γιατί δεν θα έχει τίποτε το σίγουρο, για να μπορέσει να υλοποιήσει όσα έχει εξαγγείλει ο αρχηγός της. Το σχέδιο είναι καλά μελετημένο. Με αυτό το σχέδιο εξουδετερώνεται ο αντίπαλος, αλλά, δυστυχώς, εξουθενώνεται και ο ελληνικός λαός. Θεωρώ πως με παρόμοιες πολιτικές σωτηρίας για τη χώρα μας και λύτρωση του λαού μας από τα δεινά δεν μπορεί να υπάρξει…

 

Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018 17:54

Ο θεσμός των «αναπληρωτών» και η εκπαίδευση

Ο κ. Πρωθυπουργός μιλώντας στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης διακήρυξε πως οραματίζεται να καταστήσει την Ελλάδα «πρότυπο» χώρας, ένα υπόδειγμα που όλοι θα σπεύδουν να «αντιγράψουν»! Ισχυρίστηκε μάλιστα πως έχουν ήδη τεθεί οι βάσεις για την πραγματοποίηση αυτού του οράματος. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως το «όραμα» είναι μεγαλεπήβολο και πως κάθε πολιτικός θα πρέπει να έχει ως στόχο κάτι τέτοιο. Το ζήτημα είναι αν όσα λέγονται αντανακλούν την πραγματικότητα.

Θέση μου είναι πως δεν μπορεί να υπάρξει κράτος «πρότυπο» χωρίς τη σωστή παιδεία. Ο Υπουργός Παιδείας, ο κ. Γαβρόγλου, βαδίζοντας στα ίχνη του Πρωθυπουργού και ακολουθώντας τη γραμμή του διακήρυξε με περηφάνια πως για πρώτη φορά εφέτος τα σχολεία άρχισαν να λειτουργούν χωρίς ελλείψεις σε βιβλία και με τους εκπαιδευτικούς στις θέσεις τους. Τόνισε μάλιστα πως διορίστηκαν είκοσι χιλιάδες (20.000) αναπληρωτές εκπαιδευτικοί! Βέβαια, ο κ. Υπουργός κράτησε και «πισινή» λέγοντας πως υπάρχουν κάποια προβλήματα, αλλά αυτά οφείλονται σε κάποιους «αντιδραστικούς» Διευθυντές σχολείων και Περιφερειακών Διευθύνσεων που δεν θέλουν να λυθούν τα προβλήματα στην εκπαίδευση και δεν ενημερώνουν το Υπουργείο για τα πραγματικά προβλήματα της Περιφέρειας και του σχολείου τους! Όμως, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των εκπαιδευτικών και οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων των μαθητών περιγράφουν διαφορετικά την κατάσταση που επικρατεί στον χώρο της Παιδείας.

Το θέμα όμως είναι αλλού. Πρώτα πρώτα πρέπει να πάψουν οι εκπαιδευτικοί που προσλαμβάνονται αυτά τα χρόνια να ονομάζονται «αναπληρωτές», γιατί δεν αναπληρώνουν κανένα. Καλύπτουν απλώς κενά στην εκπαίδευση. Παλαιότερα ο θεσμός του αναπληρωτή είχε κάποιο νόημα: ο αναπληρωτής αναπλήρωνε κάποιο/κάποια εκπαιδευτικό που για κάποιο λόγο (σπουδές, τοκετό κ.λπ.) απουσίαζε από τη θέση του και μάλιστα δικαιούνταν και τα δώρα που έπαιρνε ένας μόνιμος εκπαιδευτικός. Η Πολιτεία εδώ και χρόνια επινόησε αυτό τον θεσμό, για να αποφύγει τους διορισμούς μονίμων εκπαιδευτικών που είναι πιο δαπανηροί και οικονομικά επιζήμιοι για το κράτος. Έτσι, ενώ από το 2010 -το 2009 έγινε ο τελευταίος διαγωνισμός του ΑΣΕΠ- μέχρι και σήμερα έφυγαν κατά δήλωση του ίδιου του Υπουργού από την εκπαίδευση περίπου 30.000 εκπαιδευτικοί, γιατί συνταξιοδοτήθηκαν, δεν έχει προσληφθεί κανένας μόνιμος εκπαιδευτικός. Έτσι, τις ανάγκες των σχολείων που προκλήθηκαν από την αποχώρηση αυτών των 30.000 εκπαιδευτικών καλύπτουν σήμερα οι 20.000 αναπληρωτές! Ο κ. Υπουργός ένιωσε περήφανος γι’ αυτή την επιτυχία!

Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Έχει, αλήθεια, ασχοληθεί κανείς με το αν οι «αναπληρωτές» που κάθε φορά προσλαμβάνονται διαθέτουν την απαραίτητη επιστημονική και παιδαγωγική επάρκεια κι αν είναι ικανοί να ανταποκριθούν με αποτελεσματικό τρόπο στις ανάγκες της τάξης και του σχολείου που καλούνται να υπηρετήσουν; Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν λάβει το πτυχίο τους εδώ και πολλά χρόνια, έχουν δημιουργήσει οικογένεια και δεν είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις στον χώρο της εκπαίδευσης. Αυτοί ξαφνικά προσελήφθησαν και στάλθηκαν να υπηρετήσουν την εκπαίδευση χωρίς καμιά ή, ίσως, με πλημμελή επιμόρφωση. Αλήθεια, τι απόδοση έχουν ακόμη και οι παλαιότεροι; Τους έχει αξιολογήσει κανείς; Έχει δει αν ακολουθούν τον σωστό δρόμο; Ασφαλώς όχι.

Όμως το πρόβλημα βρίσκεται κάπου αλλού που ο απλός πολίτης δεν μπορεί να το συνειδητοποιήσει. Λίγοι από τους «αναπληρωτές» που προσλαμβάνονται κάθε χρόνο πηγαίνουν στον ίδιο νομό, στην ίδια πόλη ή χωριό ή, ακόμη, και στο ίδιο σχολείο με την προηγούμενη χρονιά. Έτσι, πριν καλά καλά γνωρίσουν το σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο καλούνται να δραστηριοποιηθούν, πριν καλά καλά γνωρίσουν τους ίδιους τους μαθητές τους - αυτό απαιτεί οπωσδήποτε κάποιο χρόνο, αυτοί απολύονται από τη θέση τους και στη συνέχεια προσλαμβάνονται και τοποθετούνται όπου τύχει. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι «δύστυχοι» αυτοί εκπαιδευτικοί καλούνται να διδάξουν νέα άγνωστα σ’ αυτούς αντικείμενα πράγμα που δυσκολεύει και αποδυναμώνει το έργο τους. Έτσι, οι εκπαιδευτικοί αυτοί λίγα προσφέρουν στους μαθητές όχι πάντα με δική τους υπαιτιότητα, γιατί, όπως δείχνουν οι έρευνες, για να αποδώσει κάποια αλλαγή, έστω και η πιο μικρή, απαιτείται εφαρμογή της για τουλάχιστον δύο χρόνια.

Και κάτι ακόμη. Οι έρευνες στο χώρο της εκπαίδευσης δείχνουν πως ένας εκπαιδευτικός που διορίζεται αγωνίζεται τα δύο πρώτα χρόνια να ενσωματωθεί μέσα στο σύνολο, μέσα στον Σύλλογο των διδασκόντων και την κοινωνία των μαθητών. Με αυτό το δεδομένο οι «αναπληρωτές» που προσλαμβάνονται βρίσκονται κάθε χρόνο αντιμέτωποι με αυτό το πρόβλημα και έτσι λίγα προσφέρουν στον τομέας της μάθησης και της αγωγής. Συμπέρασμα: όσο πιο πολλούς «αναπληρωτές» προσλαμβάνει ένας Υπουργός, τόσο πιο αποτυχημένος πρέπει να θεωρείται, γιατί η εκπαίδευση έχει ανάγκη από μόνιμους εκπαιδευτικούς.

 

* Ο Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018 12:42

Βρε, πως αλλάζουν οι καιροί...

Ασφαλώς, δεν υπάρχει κανείς λογικός άνθρωπος στον κόσμο που να αμφισβητεί τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων. Δεν έχει σημασία που ο σημερινός Υπουργός παιδείας κινούμενος από έναν αμφίβολης σκοπιμότητας προοδευτισμό τείνει να καταργήσει τα αρχαία ελληνικά από το ελληνικό σχολείο. Ίσως να μη θέλει να μαθαίνουν οι μαθητές ορισμένα πράγματα που είπαν αυτοί για την πολιτική και τη δημοκρατία. Ας είναι… Ένας, λοιπόν, από τους επτά αρχαίους σοφούς, ο Βίας ο Πριηνεύς, είπε το πασίγνωστο «αρχή άνδρα δείκνυσι». Ο Αριστοτέλης αναφέρει σχετικά «Και διά τούτο ευ δοκεί έχειν το του Βίαντος ότι αρχή άνδρα δείξει» (Ηθικ. Νικ. 5.3) που σημαίνει «φαίνεται σωστό αυτό που είπε ο Βίας, ότι η άσκηση της εξουσίας θα δείξει την ηθική ποιότητα ενός πολιτικού ανδρός.

Αλλά και μετά τον Βίαντα ο Σοφοκλής βάζει τον Κρέοντα στην Αντιγόνη του να διατυπώνει με πιο αναλυτικό τρόπο στις προγραμματικές του δηλώσεις μια παρόμοια άποψη. Λέει επιγραμματικά πως: «είναι αδύνατο να μάθει κανείς τη ψυχή, τα αισθήματα και τη γνώμη ενός ανθρώπου και μάλιστα πολιτικού προτού αυτός δοκιμαστεί στην άσκηση της εξουσίας και την εφαρμογή των νόμων» (175-177: αμήχανον δε παντός ανδρός εκμαθείν/ ψυχήν τε και φρόνημα και γνώμην, πριν αν /αρχαίς τε και νόμοισιν εντριβής φανή).

Αλήθεια, πόσο δίκιο είχαν ο αρχαίος σοφός και ο Σοφοκλής; Αυτός που δεν ασκεί εξουσία είναι ανεύθυνος και έτσι, για να καταλάβει την εξουσία, μπορεί να κάνει και να λέει, να υπόσχεται ό τι θέλει, ξέροντας μάλιστα πολλές φορές πως δεν μπορεί ή δεν πρόκειται να κάνει τίποτε από αυτά που υπόσχεται. Μπορεί δηλαδή να συμπεριφέρεται λαϊκίστικα και δημαγωγικά. Να είναι «τζάμπα μάγκας», όπως συνηθίζουν να λένε οι πολιτικοί μας. Πολλά παραδείγματα πολιτικών υπάρχουν που μεταμορφώθηκαν, που άλλαξαν ιδέες και αρχές, όταν κατέκτησαν την εξουσία, δείχνοντας πως δεν έχουν ίχνος αξιοπρέπειας. Στο νου μου, όμως, έρχεται η περίπτωση του Πεισίστρατου, του πιο γνωστού τυράννου της Αθήνας (περ. 600 - 528/7 π.Χ.). Αυτός λοιπόν, όταν η πολιτική αντιπαράθεση στην Αθήνα διαμορφώθηκε γύρω από τρεις πολιτικές ομάδες-κόμματα που εκπροσωπούσαν τους αριστοκρατικούς («τους πεδιακούς»), τους μετριοπαθείς («τους παράλιους») και τους φτωχούς πολίτες («τους διάκριους»), ο Πεισίστρατος υποστήριξε τους τρίτους και εκμεταλλευόμενος την ιδιαίτερα οξεία αντίθεση -την «πόλωση», θα λέγαμε σήμερα- των αρχηγών των δύο άλλων ομάδων, του Λυκούργου και του Μεγακλή, κατόρθωσε να αναρριχηθεί στην εξουσία. Ο Πεισίστρατος κινήθηκε δημοκρατικά στην αρχή, αλλά χρησιμοποιώντας ανέντιμα και βίαια μέσα εγκαθίδρυσε τυραννίδα στην Αθήνα. Πιο συγκεκριμένα, ο Πεισίστρατος αυτοτραυματίστηκε και παρουσιάστηκε στην Εκκλησία του Δήμου λέγοντας πως έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας και έπεισε την Εκκλησία του Δήμου να του διατεθεί προσωπική φρουρά και σωματοφυλακή από 60 ροπαλοφόρους. Ο Πεισίστρατος διεύρυνε αυθαίρετα αυτή τη σωματοφυλακή με έμπιστούς του οπαδούς, κατέλαβε την Ακρόπολη και ανάγκασε τους Αθηναίους να του παραδώσουν την εξουσία. Έτσι, εγκατέστησε τυραννία στην Αθήνα.

Αλήθεια, πόσοι πρωθυπουργοί της χώρας μας δεν έδωσαν υποσχέσεις στον λαό και δεν ανέβηκαν στην εξουσία εξαπατώντας τον και στη συνέχεια δεν πραγματοποίησαν καμιά από τις υποσχέσεις που είχαν δώσει; Πόσοι δεν έκαναν στροφή 360ο και δεν πρόδωσαν τις αρχές και τις αξίες που διακήρυτταν μια ζωή και μαζί με αυτές και τους οπαδούς τους; Αλλά κλασικό παράδειγμα που αισθητοποιεί αυτό το φαινόμενο αποτελεί ο κ. Τσίπρας, που δεν πίστευε ποτέ πως με το 3% που διέθετε θα μπορούσε να κυβερνήσει. Έτσι, μπορούσε να δίνει «εκ του ασφαλούς» αφειδώς υποσχέσεις και κατάφερε να ανέβει στην εξουσία εξαπατώντας τον ελληνικό λαό. Και δεν είναι μόνο αυτό, αλλά παρουσίασε στη συνέχεια μια «μεταμόρφωση» που θα ζήλευε ακόμη και ο Οβίδιος! Από αριστερός αποδείχτηκε ο πιο φανατικός εφαρμοστής μιας φιλελεύθερης πολιτικής. Από εχθρός των Ευρωπαίων και των Αμερικανών μετατράπηκε στον πιο πιστό σύμμαχο και εκτελεστή των επιθυμιών τους! Από έναν πολιτικό που υποσχόταν πως θα αφοπλίσει τα ΜΑΤ σε έναν πολιτικό που σέρνει όπου πάει περισσότερες διμοιρίες ΜΑΤ από όσες λεγεώνες είχαν μαζί τους οι Ρωμαίοι Αυτοκράτορες! Από έναν πολιτικό που πρωτοστατούσε στο κίνημα «δεν πληρώνω» σε έναν πολιτικό που βάζει φυλακή όσους δεν μπορούν εξαιτίας των πολιτικών που εφαρμόστηκαν να πληρώσουν!

Αλήθεια, τέτοιο χαμαιλεοντισμό, τέτοιες μεταμορφώσεις, τέτοια προθυμία για προσαρμογή στις απαιτήσεις των άλλων, τέτοια ανακολουθία λόγων και έργων για χάρη της εξουσίας δεν περίμενε κανείς από αριστερούς ανθρώπους. Η χώρα μας όμως δεν έχει ανάγκη από τέτοιους πολιτικούς. Έχει ανάγκη από πολιτικούς με σταθερές αρχές, ιδέες και φρονήματα και όχι από πολιτικούς που προσαρμόζονται στο εκάστοτε κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον κατά το συμφέρον τους.

* Ο Αθανάσιος Φραγκούλης  είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος

Σελίδα 1 από 6
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top