FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018 18:57

Τι έχεις, Γιάννη, τι είχα πάντα…

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η Δημοκρατία είναι το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης που επινόησε ο άνθρωπος. Όμως και αυτό το πολίτευμα, αφού το δημιουργήσαμε, πρέπει να το προστατεύουμε και όχι να το κακοποιούμε. Γιατί ποιος αλήθεια μπορεί να είναι ικανοποιημένος από τη σημερινή δημοκρατία, τη δημοκρατία που δεν σέβεται καμιά από τις θεμελιώδεις αρχές που τη στηρίζουν, όπως αναφέρονται στο κεφ. 38 του Επιταφίου του Περικλή. Εννοώ την αρχή της πλειοψηφίας, την αρχή της ισονομίας και ισοπολιτείας, την αρχή της αξιοκρατίας, την αρχή του σεβασμού στους άρχοντες και τους νόμους. Ποιος μπορεί να είναι ικανοποιημένος με μια δημοκρατία που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία, σε μια δημοκρατία «διεφθαρμένη» που αδιαφορεί για τα δικαιώματα των πολιτών για υγεία, παιδεία και εργασία;

Η πείρα που αποκτήσαμε όλα αυτά τα χρόνια βεβαιώνει την άποψη του Αριστοτέλη πως τελικά σημασία δεν έχει το πολίτευμα με το οποίο διοικείται ένα κράτος, αλλά οι άνθρωποι που το εκπροσωπούν και το εκφράζουν, οι πολιτικοί που στέλνουμε στη Βουλή, για να αποφασίσουν για το μέλλον μας. Και δεν μπορεί κανείς να είναι περήφανος με τις επιλογές του λαού μας, γιατί οι εκπρόσωποί μας φάνηκαν κατώτεροι των περιστάσεων και έδειξαν πως αυτοί ενδιαφέρονται πρώτιστα για τον εαυτό τους και το κόμμα, για την εξουσία και τα αγαθά που αυτή προσφέρει και μετά νοιάζονται για το καλό της πατρίδας.

Παλιά, όλοι το θυμούμαστε, το πολιτικό σύστημα στηριζόταν στο δόγμα της «καμένης γης». Η εκάστοτε κυβέρνηση τα πρώτα τρία χρόνια προσπαθούσε με διάφορους τρόπους να αυξήσει τα έσοδα του κράτους. Τον τελευταίο χρόνο πριν τις εκλογές αυτή άρχιζε τις παροχές που θα εξασφάλιζαν την επανεκλογή της. Έτσι άδειαζαν τα δημόσια ταμεία. Το σκεπτικό ήταν: αν βγουν οι άλλοι, δεν θα μπορούν να κάνουν παροχές ανώδυνα και χωρίς κόστος. Αν βγούμε εμείς, θα δούμε τι θα κάνουμε. Το σίγουρο πάντως είναι πως στη δεύτερη περίπτωση θα εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν τους καρπούς της εξουσίας. Και επειδή σε περίπτωση επανεκλογής της κυβέρνησης τα ταμεία ήταν «άδεια», αυτή προχωρούσε σε αλόγιστο δανεισμό, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος της χώρας να διογκώνεται συνέχεια και να πνίξει τελικά τη χώρα και τους πολίτες. Όσες φορές πάλι την εξουσία κέρδιζε η αντιπολίτευση, και αυτή δεν μπορούσε να κυβερνήσει χωρίς χρήματα. Έλεγε, λοιπόν, πως βρήκε «καμένη γη» και άρχιζε την προσπάθεια της ανασυγκρότησης της χώρας μέσω της επιβολής νέων φόρων ή μέσω δανεισμού!

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Η κυβέρνηση σίγουρα δεν έχει χρήματα, αφού η χώρα μας είναι χρεοκοπημένη. Από την άλλη πλευρά οι δανειστές μας και οι περίφημες «αγορές» δεν της επιτρέπουν να δανειστεί. Πώς λοιπόν θα κάνει παροχές, για να έχει την πιθανότητα επανεκλογής; Βρήκε το τέχνασμα, το κόλπο, το «αφήγημα» του (υπερ)πλεονάσματος! Δανείζεται δηλαδή από τους ίδιους τους πολίτες. Επιβάλλει βαριά φορολογία σε όλους και σε όλα, συγκεντρώνει όλα τα αποθεματικά των ταμείων κι είναι έτοιμη να πουλήσει και την ψυχή της ακόμη, για να μπορέσει να κρατηθεί στην εξουσία. Βρήκε και το «αφήγημα» των αντίμετρων και ισχυρίζεται πως, όσα παίρνει τόσα θα δώσει στους πολίτες! Και διερωτάται κανείς, αφού θα τα δώσει πίσω, γιατί κάνει τον κόπο να τα πάρει μειώνοντας την αγοραστική δύναμη των πολιτών, στεγνώνοντας την αγορά και εμποδίζοντας την ανάπτυξη που τόσο διαφημίζει;

Εδώ βρίσκεται το μυστικό όλης της φιλοσοφίας του (υπερ)πλεονάσματος, που ασφαλώς δεν προέρχεται από την πάταξη της φοροδιαφυγής και την ανάπτυξη. Η κυβέρνηση πετυχαίνει τρία συγχρόνως πράγματα: α) κάνοντας παροχές δείχνει κοινωνική ευαισθησία, φαίνεται καλή, αγνοώντας πως, όπως έλεγε ο Βολταίρος, και οι τύραννοι έχουν κάποιες καλές στιγμές, β) επιβάλλοντας βαριά φορολογία κάνει φτωχούς τους πολίτες, αγνοώντας πως, όπως έλεγε ο Ρουσώ, μόνο ο τύραννος κάνει τους πολίτες φτωχούς και δυστυχισμένους, για να μπορεί να τους κυβερνά και γ) το πιο σπουδαίο, υπηρετεί την ιδεολογία του κόμματος, γιατί επιστρέφει κάποια ψίχουλα όχι σε αυτούς από τους οποίους τα πήρε, αλλά στους κατά την κρίση της φτωχούς, σε αυτούς που θεωρεί πως είναι δυνατό να αποτελέσουν την εκλογική πελατεία. Με τέτοιες, όμως, πολιτικές δεν υπάρχει ελπίδα……..

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, επίτ. Σχολικός  Σύμβουλος.

Παρασκευή, 08 Ιουνίου 2018 13:28

Η δύναμη της βίας (Μέρος Β΄)

Στο προηγούμενο σημείωμά μου αναφέρθηκα στη δύναμη της βίας με αφορμή τους προπηλακισμούς που δέχτηκε ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης στην εκδήλωση των Ποντίων και τόνισα πως η βία απ’ όπου και αν προέρχεται είναι αποτρόπαια και δεν ταιριάζει σε πολιτισμένους ανθρώπους. Σε παρόμοιες περιπτώσεις τα κόμματα σπεύδουν να πάρουν θέση με γνώμονα πάντα το κομματικό συμφέρον και μοναδικό σκοπό την «άγρα» ψηφοφόρων. Το κυβερνών, κατά κανόνα, κόμμα επιδιώκει να κερδίσει μέσα από την πόλωση των πολιτών, μη λαμβάνοντας υπόψη πως η πόλωση αυτή αποβαίνει πάντα σε βάρος της κοινωνικής συνοχής που είναι απαραίτητος παράγοντας ανάπτυξης και προόδου. Έτσι, ο κ. Πρωθυπουργός έσπευσε να μιλήσει για «οργανωμένη φασιστική επίθεση» και δράση του «παρακράτους της δεξιάς!». Βέβαια, η δικαιοσύνη έκανε το καθήκον της: εκδίκασε την υπόθεση, επέβαλε, ως όφειλε, τις σχετικές ποινές, αλλά δε φάνηκε να συμμερίζεται τις απόψεις του πρωθυπουργού και άλλων κυβερνητικών παραγόντων που, σκόπιμα ή μη, συμφωνούσαν μαζί του.

Το ενδιαφέρον, όμως, είναι πως ο πρωθυπουργός ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη, συνάντησε τον κ. Δήμαρχο και, ούτε λίγο ούτε πολύ, προσπάθησε να τον προβάλει ως πρότυπο δημοτικού άρχοντα! Με άλλα λόγια προσπάθησε να «ξεπλύνει» τις ανομίες του. Κι όμως παρόμοια γεγονότα, και μάλιστα σοβαρότερα, είχαν συμβεί και στο παρελθόν, αλλά οι κυβερνώντες δεν είχαν δείξει την ίδια ευαισθησία, όπως δεν την είχαν δείξει και οι αρχές που ταυτοποίησαν τους δράστες και τους οδήγησαν στη δικαιοσύνη με αξιοθαύμαστα γρήγορο τρόπο. Πολλοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι ζήτησαν την χωρίς «αλλά…» καταδίκη της επίθεσης εναντίον του Δημάρχου. Αυτοί όμως που ζητούν την εξάλειψη του συνδέσμου «αλλά» από το λεξιλόγιο και από την υπόθεση ή είναι ανόητοι ή τους συμφέρει προσωπικά. Γιατί είναι σα να δέχονται πως η βία προέρχεται από παρθενογένεση και δεν έχει γενεσιουργά αίτια που, αν δεν ανιχνευτούν και δεν χτυπηθούν, δεν είναι δυνατό η βία να εξαλειφθεί ή, τουλάχιστον, να περιοριστεί. Και το «αλλά» αυτό σχετίζεται όχι μόνο με τις εξόχως προσβλητικές δηλώσεις που φέρεται ότι έκανε ο Δήμαρχος στη συγκεκριμένη εκδήλωση, αλλά και σε όσα ανάλογα είπε κατά καιρούς, με αποτέλεσμα να έχει συσσωρευτεί οργή εναντίον του σε μια μερίδα των πολιτών που ήταν φυσικό κάποτε να ξεσπάσει. Γιατί αυτοί που προβάλλουν ως αναγκαιότητα τον σεβασμό της διαφορετικότητας των άλλων δεν θα πρέπει να επιδιώκουν την προσαρμογή των άλλων στις δικές τους ιδέες και τη δική τους ταυτότητα, αλλά να σέβονται τους άλλους και να μην τους προσβάλλουν.

Δυστυχώς, στην Ελλάδα του 2018 σημασία δεν έχει το τι λέει και τι κάνει κανείς, αλλά ποιος είναι αυτός που το λέει και το κάνει. Σημασία δεν έχει τι παθαίνει κανείς, αλλά ποιος είναι αυτός που το παθαίνει. Γιατί παρουσιάζεται μια δαιμονοποίηση της βίας που προέρχεται από τη «δεξιά» και μια «καθαγίαση» της βίας που προέρχεται από τα «αριστερά». Η βία εναντίον του Δημάρχου θεωρήθηκε «οργανωμένη φασιστική» επίθεση, ενώ οι επιθέσεις του Ρουβίκωνα θεωρούνται «ακτιβιστικές» ενέργειες και «παιδικά παιχνίδια μιας «συλλογικότητας»! Αλλιώς δεν εξηγείται το γεγονός πως τα μέλη του Ρουβίκωνα που βιαιοπραγούν εναντίον ατόμων, εισβάλλουν ελεύθερα σε Υπουργεία και Πρεσβείες, εκβιάζουν και εμποδίζουν το έργο και των ανώτατων δικαστών και απειλούν ακόμη και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφήνονται να συνεχίζουν τα «παιδικά τους παιχνίδια» ελεύθερα, με την προσδοκία να «ανδρωθούν» και να ολοκληρώσουν «θεάρεστο» έργο τους.

Κι όμως τα μέλη του Ρουβίκωνα στην κρίση «των νουν εχόντων», όταν κακοποιούν συνανθρώπους τους και καταστρέφουν τις περιουσίες τους αδικούν γιατί, όπως έλεγε ο Σωκράτης, «το κακώς ποιείν ανθρώπους του αδικείν ουδέν διαφέρει». Από την άλλη πλευρά, όπως έλεγε ο ίδιος φιλόσοφος, «ουδαμώς το γε αδικείν ούτε αγαθόν ούτε καλόν», δηλαδή η αδικία με κανένα τρόπο και για κανένα λόγο δεν μπορεί να είναι ωραίο και καλό πράγμα, και, επομένως, « ουδενί τρόπω… εκόντας αδικητέον είναι», δηλαδή με κανένα τρόπο δεν πρέπει να αδικούμε τους άλλους (Πλάτων, Κρίτων, 49 α).

Συμπέρασμα: η βία όχι μόνο δεν θα λείψει, αλλά και θα ενταθεί, αν οι πολιτικοί ηγέτες δεν αλλάξουν συμπεριφορά και δεν γίνουν πιο προσεκτικοί στα λόγια και τα έργα τους και αν οι Αρχές δεν αντιμετωπίζουν τη βία με τους ίδιους όρους απ’ όπου κι αν προέρχεται.

 

Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018 13:52

Η δύναμη της βίας (Α΄ Μέρος)

Τα τελευταία γεγονότα της Θεσσαλονίκης με τον ξυλοδαρμό του δημάρχου της, κ. Μπουτάρη έφεραν στον νου μου ένα δοκίμιο του Ευάγγελου Παπανούτσου που ως εκπαιδευτικός δίδασκα στους μαθητές της Γ΄ Λυκείου όσο ήμουν στην υπηρεσία. Τίτλος του είναι «Το δίκαιο της πυγμής» και είναι παρμένο από το ομότιτλο βιβλίο του που εκδόθηκε το 1975 από τις εκδόσεις Δωδώνη. Ανάμεσα λοιπόν στα άλλα γράφει ο διαπρεπής παιδαγωγός: «Αν ο άνθρωπος φέρθηκε ως τώρα με αγριότητα και απερισκεψία, όπως όλα τα θηρία, και όταν καταλαβαίνει, ότι έχει την υπεροχή, λύνει τις διαφορές του με τη βία, αυτό δε σου δίνει το λογικό δικαίωμα να περιμένεις πως θα επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον και πολύ λιγότερο ότι τούτο θα γίνεται και στο μέλλον και πολύ λιγότερο να υποστηρίζεις ότι πρέπει να επαναλαμβάνεται. Γιατί τίποτε δεν εμποδίζει να αλλάξει αύριο και στο σημείο αυτό η ροή της ιστορίας…». Ο Παπανούτσος δικαιολογεί την αισιοδοξία του λέγοντας πως ο άνθρωπος είναι λογικό ον και μπορεί κάποτε να λογικευτεί και ν’ αποφασίσει να αξιοποιεί με άλλους συμφερότερους κι ευπρεπέστερους τρόπους την περίσσεια των σωματικών και των πνευματικών του δυνάμεων, όχι με τον εξευτελισμό και την σφαγή των ομοίων του -και του εαυτού του, θα πρόσθετα εγώ.
Βέβαια, η αισιοδοξία του μεγάλου παιδαγωγού είναι τελείως αβάσιμη και απηχεί μάλλον έναν ενδόμυχο πόθο, παρά μια στέρεη πίστη, γιατί, όπως λέει κάποιος, δεν υπάρχει βίος χωρίς βία. Ο βίος είναι αχώριστο ζευγάρι με τη βία, αφού η βία είναι το θηλυκό του βίου. Όλοι, όμως, πρέπει να παραδεχτούμε πως η βία δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από κανένα και για κανένα λόγο για την επίλυση των διαφορών του με τους συνανθρώπους του, έστω κι αν ο λαός με φράσεις όπως «το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», «και οι αγιοί φοβέρα θέλουν» ή «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος» επισημαίνει την σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκαιότητά της.
Η βία είναι παράλογη ενέργεια. Κι είναι παράλογη γιατί η αποκρουστική βαναυσότητα δεν είναι ισχύς, αλλά είναι ένδειξη αδυναμίας. Δεν είναι φάρμακο και λύση για κανένα πρόβλημα, αλλά μια κτηνώδης δύναμη που πηγάζει όχι από την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, αλλά από μια τυφλή δουλικότητα και εξάρτησή του από το ζωώδες ένστικτο που όλοι οι άνθρωποι έχουν «εν υπνώσει» μέσα τους. Είναι παράλογη η βία, γιατί η λογική και η πειθώ είναι ισχυρότερες από αυτή και τα αποτελέσματά τους διαρκούν περισσότερο. Είναι παράλογη η βία, γιατί όποιος επιβάλλει με γροθιά το επιχείρημά του πρέπει και να περιμένει τη γροθιά σαν επιχείρημα. Σίγουρα η βία γεννά βία και δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο στις σχέσεις των ανθρώπων. «Εάν υποχωρήσω», λέει ο Παπανούτσος, «στις παρορμήσεις του ενστίκτου και επιτεθώ, το ζώο μέσα μου θα νικήσει, εγώ όμως σαν άνθρωπος με φρόνημα ηθικό θα νικηθώ. Και αυτή τη νίκη του ‘φυσικού’ που με ταπεινώνει δεν την θέλω». Και ο Πλάτων είχε πει πως «Ούκουν των φρόνησιν ασκούντων το βιάζεσθαι» και πως «Βιάζεσθαι ουχ όσιον», δηλαδή πως η άσκηση βίας δεν είναι ενέργεια ανθρώπων που διαθέτουν φρόνηση και πως δεν είναι όσιο το να μεταχειρίζεται κανείς βία.
Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί κανείς «ελαφρά τη καρδία» να επικροτήσει τη συμπεριφορά κάποιων θερμοκέφαλων που χρησιμοποίησαν βία εναντίον του Δημάρχου της Θεσσαλονίκης. Όπως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις τα κόμματα πήραν θέση απέναντι σε αυτά τα γεγονότα. Το καθένα τα είδε από τη δική του πλευρά, τα καταδίκασε, όπως ήταν επόμενο, αλλά παράλληλα προσπάθησε να τα εκμεταλλευτεί και να κερδίσει ψήφους, μια και οι εκλογές πλησιάζουν! Θαρρώ πως είναι προτιμότερο να μην παίρνουν θέση τα κόμματα σχετικά με παρόμοια γεγονότα, παρά να το κάνουν με τον τρόπο που το κάνουν. Γιατί και τίποτε δεν κατορθώνουν και γελοιοποιούνται στο τέλος στα μάτια των πολιτών. Στο επόμενο η συνέχεια…

 

Στο προηγούμενο σημείωμα έδωσα τον ορισμό του «ρατσισμού» και του «ρατσιστή», σύμφωνα με έγκυρα λεξικά. Με βάση αυτόν τον ορισμό οι Λέσβιοι είναι ρατσιστές; Η απάντηση είναι πως οι Λέσβιοι είναι τόσο ρατσιστές, όσο και οι άλλοι Έλληνες και οι Έλληνες είναι τόσο ρατσιστές όσο και οι άλλοι λαοί όχι για τίποτε άλλο, αλλά γιατί δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς.

Στην αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα στην Αθήνα που υπογράμμισε τις υψηλές και ακατάλυτες ηθικές αξίες της ζωής και έδωσε στον κόσμο τα ανθρωπιστικά ιδανικά, υπήρχαν φιλόσοφοι που υποστήριξαν την ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ όλων των ανθρώπων. Έτσι οι Πυθαγόρειοι ζητούσαν και εφάρμοζαν στην καθημερινή τους ζωή «ανθρώπινη» συμπεριφορά έναντι των δούλων. Ο Αθηναίος σοφιστής Αντιφώντας σ’ ένα από τα αποσπάσματα του έργου του που σώζεται (Diels-Kranz, Αποσπ. προσ. ΙΙ 87 Β 44 b 2) δεν κάνει καμιά διάκριση μεταξύ των ανθρώπων και υποστηρίζει πως η φύση δεν διέκρινε τους ανθρώπους σε ελεύθερους και δούλους. Και ο Ελεάτης σοφιστής Αλκιδάμας έγραψε πως «ο θεός τους άφησε όλους ελεύθερους* η φύση δεν έκανε κανένα δούλο» (Αριστ. Ρητ., 1373 b 18). Αυτά τα μηνύματα απηχεί και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου που σε μια επιστολή του λέει «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ούκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρρεν ουδέ θήλυ, πάντες γαρ υμείς εστέ εν εν Χριστώ Ιησού (Προς Γαλ. 3, 28), καταργώντας έτσι κάθε διαφορά εθνικότητας, τάξεως και φύλου ανάμεσα στους ανθρώπους.

Παράλληλα όμως, με αυτές τις διακηρύξεις ο Αριστοτέλης, είχε μιλήσει για ανθρώπους που είναι από τη φύση τους δούλοι, που έχουν τόσο μόνο λογικό, όσο είναι απαραίτητο, για να εξυπηρετούν τις αισθήσεις τους, για ανθρώπους «κτήματα» και «όργανα έμψυχα» (Ηθικ. Νικομ. 1161 b 4). Ο ίδιος φιλόσοφος συμβούλευε το μαθητή του Αλέξανδρο να φέρεται στους Έλληνες σαν ηγεμόνας και να τους φροντίζει σαν φίλους, στους βαρβάρους όμως να φέρεται σαν δεσπότης και να τους θεωρεί φυτά ή ζώα ( Πλούτ., Ηθικά- Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, Λόγος Α΄6, 39, 9 b ). Και ο Ευριπίδης βάζει έναν ήρωά του να διακηρύττει πως οι Έλληνες πρέπει να εξουσιάζουν τους βαρβάρους, γιατί αυτοί είναι δούλοι (Ιφιγ. η εν Αυλ., στ. 1400). Πέρα από αυτό οι αρχαίοι Έλληνες διανοούμενοι, όπως ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων, εκτιμούσαν μόνο τον θεωρητικό βίο και περιφρονούσαν τις πρακτικές ασχολίες* αποκαλούσαν περιφρονητικά «βαναύσους» τους χειρώνακτες και «βαρβάρους» του μη ελληνικούς λαούς, με κάποια διάθεση μειωτική και απαξιωτική.

Όπως συνέβαινε παλιά, έτσι και στη σημερινή Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι ρατσιστές και άνθρωποι αντι-ρατσιστές. Γιατί ο ρατσισμός είναι στάση ζωής, που οδηγεί σε συγκεκριμένες συμπεριφορές, και η στάση αυτή διαμορφώνεται από τις γνώσεις και τις εμπειρίες του καθενός. Και δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες εμπειρίες. Είναι υποκριτές αυτοί που «ελαφρά τη καρδία» οριοθετούν «κατά το δοκούν» τον εθνισμό και τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό και τον ρατσισμό, προκαλώντας σύγχυση και ταραχή.

Κάποτε ένας άνθρωπος ρώτησε κάποιον άλλον που παρίστανε τον αντι-ρατσιστή και τον δημοκράτη αν θα πάντρευε την κόρη του με ένα μαύρο. Αυτός απάντησε χωρίς δισταγμό «Ναι». Κι όταν τον ρώτησε αν έχει κόρη, αυτός απάντησε «Όχι». Βλέπετε πολλοί είναι οι άνθρωποι που παρουσιάζονται αντι- ρατσιστές με το αζημίωτο. Είναι εκείνο που λέει ο λαός «έξω από τον χορό πολλά τραγούδια». Οι αντι-ρατσιστές δεν τολμούν να δεχτούν πως ο ρατσισμός υπάρχει «εν δυνάμει» σε όλους τους ανθρώπους και εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους, όταν διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες.

Ο M. Duverger στο έργο του Εισαγωγή στην πολιτική γράφει επιγραμματικά: «Πάρα πολύ λίγοι άνθρωποι τολμούν να ομολογήσουν ανοιχτά ότι είναι ρατσιστές εκτός από μερικούς φασίστες και τους λευκούς κατοίκους χωρών με αποικιακή διάρθρωση. Κι όμως πολλοί είναι ρατσιστές κατά βάθος, συχνά ασυνείδητα». Ο Κρέων στην Αντιγόνη του Σοφοκλή εμφανίστηκε στις θεωρητικές προγραμματικές του δηλώσεις ως ο ιδανικός και ο τέλειος άρχοντας, ο άρχοντας πρότυπο. Όταν όμως προκλήθηκε, όταν θίχτηκε η τιμή και η αξιοπρέπειά του, τότε εκδήλωσε με τον πιο σκληρό τρόπο τα τυραννικά του αισθήματα. Μήπως όλοι μας κρύβουμε μέσα μας ένα μικρό Κρέοντα και δεν το ξέρουμε;

«Θα έρθει αναμφίβολα ο καιρός που η Ευρώπη δεν θα είναι παρά μια μεγάλη οικογένεια  μα και η ελπίδα έχει κι αυτή τον φανατισμό της»                                                                                                                 

Μιραμπώ

Παλαιότερα, σχεδόν κάθε χρόνο, στην περίοδο των εθνικών μας εορτών, όταν επρόκειτο να δοθεί η σημαία στον πρώτο μαθητή, δημιουργούνταν καταστάσεις όμοιες με αυτή που είχε δημιουργηθεί στην περίπτωση του Αλβανού μαθητή Οδυσσέα Τσενάι.

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έκαναν κάθε φορά το «θαύμα» τους. Οργάνωναν συζητήσεις επί συζητήσεων, έκαναν ζωντανές συνδέσεις με τον τόπο των γεγονότων και προσπαθούσαν να λύσουν το «ακανθώδες» πρόβλημα, αν πρέπει, όσοι δεν είναι Έλληνες, να σηκώνουν την ελληνική σημαία στη διάρκεια των παρελάσεων. Οι συζητήσεις για το θέμα κρατούσαν ολόκληρες εβδομάδες. Έννοιες όπως πατριωτισμός και εθνικισμός, δημοκρατία και φασισμός, ανθρωπισμός και ρατσισμός, ενσωμάτωση, ένταξη και αφομοίωση, η σημαία φυσικά, και άλλες λέξεις με ειδικό συναισθηματικό και συμβολικό περιεχόμενο και βάρος «δεινοπαθούσαν» πραγματικά από αυτούς που όλα τα ξέρουν! Στην περίπτωση μάλιστα του Τσενάι η αντιπαράθεση των ρατσιστών και αντιρατσιστών είχε εκδηλωθεί με μεγάλη οξύτητα. Στο θέμα είχε δοθεί τόσο μεγάλη δημοσιότητα και ο νεαρός μαθητής είχε προβληθεί τόσο πολύ, που οι Έλληνες τότε τον γνώριζαν καλύτερα από τον ομηρικό Οδυσσέα, από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ή ακόμη και από τον Οδυσσέα Ελύτη!

Σήμερα το πρόβλημα έχει λάβει διαφορετική μορφή. Αυτό περιορίζεται στα νησιά του Αιγαίου και ιδιαίτερα στη πατρίδα μας, τη Λέσβο, και εγείρεται από πολλούς το ερώτημα αν οι Λέσβιοι είναι ρατσιστές. Αφορμή βέβαια, αποτέλεσαν οι διαμαρτυρίες τους, σε κάποιες περιπτώσεις έντονες, για την «παράδοση» του νησιού στους (λαθρο)μετανάστες και τους πρόσφυγες. Όσο ο Λέσβιοι εξυπηρετούσαν τις προθέσεις των κυβερνώντων και των κάθε μορφής «αντιρατσιστών», αυτοί ήταν άξιοι του βραβείου Νόμπελ ειρήνης! Τώρα όμως που άρχισαν να βλέπουν την πραγματικότητα και να αντιδρούν δυναμικά έχουν μετατραπεί σε «φασίστες» και «ρατσιστές». Οι «δήθεν» ειρηνιστές δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι οι Λέσβιοι δεν διαμαρτύρονται τόσο γι’ αυτά που έχουν πάθει, αλλά γι’ αυτά που φοβούνται πως θα πάθουν στο μέλλον με την αύξηση των μεταναστευτικών ροών που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει και την πολιτική που εφαρμόζεται στο θέμα αυτό. Είναι βέβαιο πως το «πλοίο» που λέγεται Λέσβος δεν μπορεί να σηκώσει περισσότερους επιβάτες και κινδυνεύει να βουλιάξει. Αγωνιούν λοιπόν, οι Λέσβιοι για το μέλλον τους και η αγωνία τους εκλαμβάνεται από πολλούς ως ρατσισμός!

Είναι όμως, οι Λέσβιοι ρατσιστές; Για να δώσει κανείς ορθή απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσει τι εννοείται με τον όρο «ρατσισμός». Η έννοια «ρατσισμός» (από το race που θα πει φυλή) είναι πολύ σύνθετη και πολύπλοκη και η υπερ-απλούστευσή της μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Σύμφωνα με το Λεξικό των Κοινωνικών Επιστημών της Unesco, ο όρος αναφέρεται σε μια διαδικασία ή μορφή κοινωνικού ελέγχου, ο οποίος υπηρετεί τη διατήρηση της κοινωνικής αποστάσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κατηγοριών, διαμέσου μιας σειράς πρακτικών μέτρων, που έχουν λίγο ως πολύ θεσμοποιηθεί και λογικά συστηματοποιηθεί. Τα πρακτικά μέτρα που εφαρμόζονται περιέχουν τον αυθαίρετο υποβιβασμό για λόγους που δεν σχετίζονται άμεσα με την πραγματική συμπεριφορά των προσώπων, σε βάρος των οποίων γίνεται η διάκριση. Μάλιστα, οι λόγοι αυτοί συχνά αντιφάσκουν προς τις παραδεκτές αντιλήψεις περί δικαιοσύνης και αγαθότητας.

Με τις παρατηρήσεις αυτές συμφωνεί και ο Μπαμπινιώτης που γράφει στο Λεξικό του: «Ρατσισμός είναι η κοινωνική και πολιτική πρακτική διακρίσεων, που βασίζεται στο δόγμα της ανωτερότητας μιας φυλής, εθνικής ή κοινωνικής ομάδας και στην καλλιεργημένη αντίληψη των μελών της ότι οφείλουν να περιφρουρήσουν την αμιγή σύσταση, την καθαρότητα της ομάδας τους, καθώς και τον κυριαρχικό τους ρόλο έναντι των υπολοίπων φυλετικών, εθνικών, κοινωνικών κλπ. ομάδων, που θεωρούνται από αυτά κατώτερες». Σε αυτούς τους ορισμούς στηρίζεται και η διαίρεση του ρατσισμού σε είδη και μορφές, όπως είναι ο φυλετικός, ο κοινωνικός, ο πολιτικός, ο θρησκευτικός ρατσισμός. Όμως στο επόμενο σημείωμα θα δούμε αν οι Λέσβιοι εμπίπτουν σε αυτές τις κατηγορίες.

Παρασκευή, 04 Μαΐου 2018 15:56

Η προαγωγή της Μπουμπουλίνας…

Πριν λίγες μέρες το Υπουργείο Άμυνας με μια εγκύκλιο που εξέδωσε και με «συνοπτικές διαδικασίες» προήγαγε σε… υποναύαρχο τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα και της απένειμε τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ τάξεως. Όπως είναι γνωστό η Μπουμπουλίνα «γεννήθηκε στη φυλακή, έζησε μέσα στη θάλασσα, πολέμησε στη στεριά και πέθανε εκτός μάχης στην αυλή του σπιτιού της από αδέσποτο βόλο» (εφημ. Το Βήμα, 29/4/2018). Βέβαια, κάθε τιμή που απονέμεται σε πρόσωπα που το αξίζουν είναι καθολικά αποδεκτή και επαινετή, αν και η συγκεκριμένη προαγωγή δε φαίνεται να έχει την αποδοχή όλης της Κυβέρνησης που, όπως είναι γνωστό, καταπολεμά την «αριστεία» για ιδεολογικούς λόγους με κάθε τρόπο. Είναι όμως περίεργο πως μετά 200 σχεδόν χρόνια από τον θάνατο της Μπουμπουλίνας «ξύπνησε» κάποιος και είπε «ελάτε να τιμήσουμε την Μπουμπουλίνα για όσα πρόσφερε για την πατρίδα»!
Βέβαια, η Μπουμπουλίνα δεν είναι η μοναδική γυναίκα στην παγκόσμια ναυτική ιστορία που φέρει τον τίτλο του υποναυάρχου. Ο Καποδίστριας αναγνωρίζοντας τη συνολική προσφορά της Μαντώς Μαυρογένους στον αγώνα του ‘21 της απένειμε το αξίωμα της επίτιμου Αντιστρατήγου και μάλιστα της παραχώρησε και σπίτι σε κεντρικό σημείο του Ναυπλίου. Η Μαντώ, όταν ξεκίνησε η επανάσταση, πήγε στη Μύκονο από την Τεργέστη, όπου βρισκόταν με τον πατέρα της, και ξεσήκωσε τους κατοίκους του νησιού εναντίον των Τούρκων. Εξόπλισε με δική της δαπάνη πλοία, καταδίωξε τους πειρατές που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες και πολέμησε στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και τη Λιβαδειά. Διέθεσε για τον αγώνα όλη της την περιουσία, καταδιώχθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη μετά την επανάσταση και πέθανε στην Πάρο το 1848 (52 ετών) φτωχή και λησμονημένη.
Περιγράφοντας τη Μαντώ ο Γάλλος Rybaud που τη γνώρισε το 1821 την παρουσιάζει ως ευγενική μορφή με φλογερό πατριωτισμό. Συγκρίνοντάς την μάλιστα με την Μπουμπουλίνα αναφέρει: «Από τη μια μεριά (Μπουμπουλίνα) το θάρρος, σπάνιο σε γυναίκες, που συνοδεύεται όμως για τη βουλιμία για το κέρδος,… και από την άλλη (Μαντώ) η φιλοπατρία σε όλη της την καθαρότητα, χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, η απόλυτη αυτοθυσία, η πιο συγκινητική απρονοησία για το προσωπικό μέλλον». Η Μαντώ τού έλεγε: «Δε με νοιάζει τι θα γίνω αν είναι να ελευθερωθεί η πατρίδα μου. Όταν θα έχω χρησιμοποιήσει όλα όσα μπορώ να διαθέσω για την ιερή υπόθεση της ελευθερίας, θα τρέξω στο στρατόπεδο των Ελλήνων, για να τους ενθαρρύνω με την απόφασή μου να πεθάνω, αν χρειαστεί, για την ελευθερία». Την ίδια εικόνα για τη Μαντώ είχε σχηματίσει και ο Άγγλος Eduard Blaquire [Σιμόπουλος, Κ. (2004), Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21, τ. Α΄, Αθήνα : Πολιτιστικές εκδόσεις (σελ. 300, 301)].
Όμως το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Όσο κι αν έψαξα τα Αναλυτικά Προγράμματα που ισχύουν στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και τα αντίστοιχα βιβλία που τα υλοποιούν δεν βρήκα καμιά αναφορά στην ανιδιοτελή προσφορά αυτών των φιλοπάτριδων γυναικών στην υπόθεση της ελευθερίας των Ελλήνων. Φαίνεται πως οι Νεοέλληνες δεν έχουν ανάγκη από τέτοια πρότυπα! Από την άλλη πλευρά, έχουν εξαφανιστεί εδώ και πολλά χρόνια οι εικόνες των ηρώων του ‘21 και των γυναικών αυτών από τους τοίχους των αιθουσών των σχολείων. Αυτές βλάπτουν τον πατριωτισμό των παιδιών!
Όμως υπάρχει και κάτι άλλο πιο σημαντικό. Ο Πλάτων βάζει τον ομιλητή στον Μενέξενό του να απευθύνεται στα παιδιά των νεκρών του πολέμου και να λέει: «Βεβαίως είναι καλός και μεγαλοπρεπής θησαυρός για τους μεταγενέστερους να πάρουν προγονικές τιμές. Αλλά είναι αισχρό και άνανδρο να χρησιμοποιεί κανείς ένα θησαυρό, είτε χρημάτων είτε τιμών, επειδή ο ίδιος δεν έχει κτήματα και ένδοξα έργα, και να μην το παραδίδει στους απογόνους του. Κι αν επιδιώξετε αυτά στη ζωή σας, θα έλθετε κοντά μας αγαπημένοι προς αγαπημένους, όταν σας φέρει η κοινή μοίρα. Αν όμως αμελήσετε και φανείτε δειλοί, κανείς δε θα σας υποδεχτεί ευμενώς» (ΧΙΧ B - C). Αλήθεια, αυτοί που τιμούν «ανέξοδα» τους άλλους σε τι προσπαθούν να τους μοιάσουν; Ποια θυσία είναι διατεθειμένοι να κάνουν για το καλό της πατρίδας; Γιατί δεν υπάρχει αθλιότερο πράγμα από το να παίρνει κάποιος αξία από αυτόν που δεν έχει καμιά αξία…

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018 16:27

Ο λυτρωτικός ρόλος του βιβλίου

Όπως είναι γνωστό, η Αθήνα από την περασμένη Δευτέρα, την 23η Απριλίου, είναι η Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου για το 2018 με απόφαση της UNESCO, γεγονός που αποτελεί ύψιστη τιμή και διάκριση για τη χώρα μας. Ο Δήμος της Αθήνας συνειδητοποιώντας αυτή την τιμή θα οργανώσει μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες περισσότερες από 250 δράσεις με σκοπό «το βιβλίο να φτάσει σε κάθε γειτονιά», όπως δήλωσε ο Δήμαρχος της Αθήνας κ. Καμίνης. Για το λόγο αυτό, θέλησα σε αυτό το σημείωμά μου να αναπτύξω κάποιες σκέψεις για την αξία του βιβλίου.

Λέγεται πως ο βασιλιάς της Αγγλίας Ιάκωβος είχε πει πως, αν τον έβαζαν φυλακή, θα ήθελε η φυλακή του να μην ήταν τίποτε άλλο από μια σπουδαία βιβλιοθήκη. Η γνώμη αυτή αποτελεί καταξίωση του σημαντικού ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει μια βιβλιοθήκη και αναγνώριση της μεγάλης αξίας του βιβλίου. Γιατί, πράγματι, μια σπουδαία βιβλιοθήκη είναι ένα πραγματικό ανοιχτό σε όλους Πανεπιστήμιο, ένα «κομμωτήριο της ψυχής», όπως είπε κάποιος, μια ιματιοθήκη της επιστήμης, της τέχνης, της φιλολογίας και γενικότερα του πολιτισμού. Είναι ένα δωμάτιο με χιλιάδες παράθυρα -τόσα, όσα και τα βιβλία που περιέχει- που δίνουν τη δυνατότητα στον αναγνώστη να δει τον κόσμο και τη ζωή από πολλές πλευρές και να σχηματίσει μια σφαιρική εικόνα γι’ αυτόν.

Στα βιβλία είναι συγκεντρωμένη η σοφία όλου του κόσμου. Αυτά μας βοηθούν να ξεφεύγουμε από τις ανόητες και χυδαίες συντροφιές και να εισχωρούμε σε ένα κόσμο, όπου οι άνθρωποι λένε πράγματα με ουσία και νόημα και βλέπουν την ομορφιά της ζωής. Τα βιβλία ανοίγουν τα παράθυρα της ψυχής μας και αφήνουν το φως και τη ζεστασιά να την πλημμυρίσουν. Είναι οι φάροι που φωτίζουν τα κύματα του χρόνου. Αυτά είναι που φωτίζουν τον λαό, εξανθρωπίζουν τους ισχυρούς, τέρπουν την αργία των πλουσίων, διώχνουν την πλήξη, διαπαιδαγωγούν τον άνθρωπο σε όποια κοινωνική τάξη και αν ανήκει. Όπως έλεγε ο Κικέρων, τα βιβλία είναι η τροφή της νεότητας, η χαρά των γηρατειών, κόσμημα της ευδαιμονίας, καταφύγιο και παρηγοριά στη δυστυχία, ευχαρίστηση στο σπίτι, συντροφιά του ανθρώπου τη νύχτα, στο ταξίδι, στην εξοχή. Ο ίδιος προσέθετε πως, όταν αηδιάζουμε από τους ζωντανούς, μπορούμε να καταφεύγουμε στους νεκρούς συγγραφείς, που δεν έχουν τίποτε το δύστροπο, το αλαζονικό και το υστερόβουλο στις σχέσεις τους. Γι’ αυτό ο βιβλιόφιλος, όποια κι αν είναι η κοινωνική του θέση, θεωρείται ο ευτυχέστερος και ο πλουσιότερος από τους ανθρώπους.

Ο Π. Δημητρακόπουλος έλεγε πως το καλό βιβλίο είναι πολύτιμος φίλος. Ένα βιβλίο του οποίου οι σελίδες είναι ποτισμένες με το πνεύμα του αγαθού και την πνοή του ωραίου μπορεί να μεταδώσει στον αναγνώστη τη σκέψη και το συναίσθημα ανθρώπων ανώτερης διανόησης και όχι μόνο να πλουτίσει τις γνώσεις του και να εκλεπτύνει τα συναισθήματά του, αλλά και να τον τέρψει, να τον ξεκουράσει, να τον παρηγορήσει και να τον συντροφεύσει στον δύσκολο δρόμο της ζωής.

Βέβαια, δεν είναι όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν τέτοια. Γιατί, όπως έλεγε ο Καμπούρογλου, δεν είναι κάθε βιβλιογράφος συγγραφέας, όπως δεν είναι ο μαρμαράς γλύπτης, ο μπογιατζής ζωγράφος ή ο μουσικάντης μουσουργός. Υπάρχουν βιβλία που προκαλούν μεγαλύτερο κακό στους αναγνώστες από ένα δηλητήριο, γιατί, όπως έλεγε κάποιος, το δηλητήριο κάνει το κακό μια φορά, ενώ ένα κακό βιβλίο δηλητηριάζει τα πνεύματα των αναγνωστών για πολλές γενιές. Αυτό το είχε διακρίνει και ο Ροΐδης που είπε πως ο ωφελιμότερος τρόπος να μεταχειρίζονται μερικοί άνθρωποι το μελάνι τους θα ήταν, αν έβαφαν με αυτό τα υποδήματά τους. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να επιλέγει με προσοχή το βιβλίο που θα διαβάσει, όπως ακριβώς επιλέγει με προσοχή τον φίλο με τον οποίο θα συναναστραφεί.

Δεν χρειάζεται να πει κανείς πολλά για την τιμή που κέρδιζε αυτός που στην αρχαιότητα «έπεφτε» για την πατρίδα. Αρκεί να υπενθυμίσει κανείς όσα λέει ο Σιμωνίδης ο Κείος για τους νεκρούς της μάχης των Θερμοπυλών και τον Λεωνίδα. Ο Σιμωνίδης λέει πως υπήρξε «ένδοξη η τύχη, ωραίος ο θάνατός τους κι ο τάφος τους βωμός». Γι’ αυτό λέει: «ανάμνηση τους πρέπει και όχι γόοι// κι εγκώμιο είναι γι’ αυτούς το μοιρολόι.// Τέτοιος εντάφιος στολισμός// ποτέ τη λάμψη δεν θα χάσει// απ’ τον καιρό τον παντοδαμαστή // κι ούτε σκουριά ποτέ θα τον σκεπάσει».

Ο Περικλής θεωρεί τη θυσία για την πατρίδα «κάλλιστον έρανον», ό, τι πολυτιμότερο μπορεί να της προσφέρει κανείς και λέει, εγκωμιάζοντας τους πρώτους Αθηναίους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου στον Επιτάφιό του, πως όλοι οι Αθηναίοι θα πρέπει να έχουν κατά νου πως το μεγαλείο της πόλης το απέκτησαν άνδρες «τολμώντες και γιγνώσκοντες τα δέοντα και εν τοις έργοις ουκ αισχυνόμενοι», δηλαδή άνδρες που διέθεταν τόλμη, άνδρες που είχαν σαφή και ξεκάθαρη συνείδηση του χρέους τους και είχαν την αίσθηση της ντροπής, της «αιδούς», την ώρα της μάχης και του κινδύνου. Και συμπληρώνει πως αυτοί οι άνδρες προσφέροντας τη ζωή τους κέρδισαν ξεχωριστά ο καθένας «τον έπαινο αγέραστο και τον τάφο τον λαμπρότερο απ’ όλους, όχι αυτόν στον οποίο είναι θαμμένοι, αλλά αυτόν στον οποίο η δόξα τους επιζεί, για να μνημονεύεται σε κάθε ευκαιρία είτε πρόκειται για λόγο είτε για δράση».

Όμως οι αρχαίοι δεν περιορίζονταν στα λόγια. Τιμούσαν τους νεκρούς του πολέμου και με έργα. Ο ίδιος ο Περικλής κλείνοντας την ομιλία του λέει πως οι νεκροί τιμήθηκαν σύμφωνα με τον «νόμον», την καθιερωμένη συνήθεια, και με λόγια και με έργα. Και συμπληρώνει: «Η πόλη θα αναλάβει την ανατροφή των παιδιών τους με δημόσια δαπάνη από σήμερα μέχρι να γίνουν έφηβοι, αθλοθετώντας έτσι ως βραβείο για τέτοιους αγώνες και γι’ αυτούς εδώ και για όσους μένουν στη ζωή ένα ωφέλιμο στεφάνι. Γιατί όπου το έπαθλο που έχει οριστεί για την αρετή είναι το πιο πολύτιμο, εκεί ζουν και άριστοι πολίτες» (Θουκ. Β 46: άθλα γαρ οις κείται αρετής μέγιστα, τοις δε και άνδρες άριστοι πολιτεύουσι» .

Και η εκδήλωση τιμής και ενδιαφέροντος προς τα παιδιά των νεκρών γινόταν με κάθε επισημότητα σε ιδιαίτερη τελετή. Την τελετή αυτή την περιγράφει ο Αισχίνης στην πργφ. 154 του Κατά Κτησιφώντος λόγο του. Εκεί λέει: «Ο κήρυκας παρουσίαζε τα ορφανά των οποίων οι πατέρες είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο, νέους στολισμένους με πανοπλίες και κήρυττε τον ωραιότερο κήρυγμα και το πιο προτρεπτικό στην αρετή και την ανδρεία, ότι αυτούς τους νέους που έχασαν του πατεράδες τους που έπεσαν στον πόλεμο, αφού αναδείχτηκαν γενναίοι, μέχρι την εφηβική ηλικία έτρεφε ο δήμος, και τώρα, αφού τους εξοπλίσει με αυτή εδώ την πανοπλία, τους αφήνει να χαράξουν τη δική τους πορεία ‘τύχη αγαθή’».

Αυτά μου έφερε στο νου η απόφαση της Βουλής να «υιοθετήσει» τα δύο παιδιά του άτυχου σμηναγού Γιώργου Μπαλταδώρου που έπεσε την ώρα που εκτελούσε το καθήκον του απέναντι στον εαυτό του, σ’ εμάς και την πατρίδα. Η «υιοθέτηση» αυτή σημαίνει πως η Πολιτεία θα καλύπτει τα έξοδα των παιδιών μέχρι την ενηλικίωσή τους, με ένα ποσό που ανέρχεται στο ύψος των 18.000 ευρώ ετησίως. Βέβαια, η απόφαση αυτή είναι συνέχεια της απόφασης της Ολομέλειας της Βουλής, που είχε ληφθεί το 2008 μετά από πρόταση του Προέδρου της Φ. Πετσάλνικου να υιοθετήσει η Βουλή όλα τα ανήλικα παιδιά των πιλότων των αεροσκαφών που έχασαν τη ζωή τους την ώρα του καθήκοντος από το 1996 (Ίμια) και εντεύθεν. Είχαν τότε υιοθετηθεί 29 ανήλικα παιδιά άτυχων πιλότων.

Εγώ, πάντως, θα έδινα στα ανήλικα αυτά παιδιά την ευχή που έδωσε ο ομηρικός ήρωας Αίαντας στον γιο του: «Ω παίδες, γένοισθε πατρός ευτυχέστεροι, τα δ’ άλλ’ ομοίοι», δηλαδή «Παιδιά, μακάρι να είστε πιο καλότυχοι από τον πατέρα σας, αλλά ως προς τα άλλα να του μοιάσετε».

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018 10:34

Η απάντηση που αξίζει ο Ερντογάν

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η σύλληψη και κράτηση των δύο νεαρών στρατιωτικών από τους Τούρκους είναι ένα σοβαρό και θλιβερό γεγονός τόσο για τους γονείς και δικούς τους όσο και για τη χώρα μας. Ξεκίνησε με αφορμή αυτό το περιστατικό ένας «ακήρυκτος πόλεμος» ανάμεσα στη χώρα μας και την Τουρκία, στον οποίο ο καθένας προσπαθεί να μειώσει και να ταπεινώσει τον αντίπαλό του με διάφορους «ανόητους» πολλές φορές χαρακτηρισμούς!

Τώρα τελευταία οι προθέσεις των Τούρκων έγιναν πιο καθαρές. Όπως ήταν αναμενόμενο και φυσικό οι Τούρκοι ήθελαν να έχουν κάποιους Έλληνες «ομήρους», για να εκβιάσουν μέσω αυτών την παράδοση σε αυτούς των οκτώ στρατιωτικών που κατέφυγαν στη χώρα μας μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που εκδηλώθηκε εναντίον του Ερντογάν πριν δύο χρόνια. Το πρόβλημα, όμως, είναι αλλού. Στην αρχή όλοι, με προεξάρχοντα τα ΜΜΕ, φρόντισαν να δώσουν ένα συναισθηματικό χαρακτήρα στην θεώρηση του προβλήματος. Έτσι και οι γονείς τους, δικαιολογημένα άλλωστε, άφηναν με κάθε ευκαιρία το συναίσθημά τους να ξεχειλίζει, ενώ ήταν φανερό πως ο Ερντογάν δεν ήταν διατεθειμένος να απελευθερώσει τους δύο στρατιωτικούς μας. Έτσι, όμως, έκαναν από τη μια τους «φίλους» μας Τούρκους να επιχαίρουν και από την άλλη δεν επιτύγχαναν τίποτε.

Είναι γνωστό, πως οι τύραννοι -δεν υπάρχει, βέβαια, καμιά αμφιβολία πως ο Ερντογάν ενεργεί και αποφασίζει ως τύραννος-, προβάλλουν πάντα την ισχύ τους και την «εξουσία» που έχουν να φυλακίζουν και να στέλνουν στον θάνατο όποιον θέλουν. Αυτή την «εξουσία» του πρέπει να μειώσουμε με τη στάση μας, να δείξουμε πως δεν την υπολογίζουμε, έχοντας υπόψη πως αυτός που δεν δίστασε να καταρρίψει ρωσικό πολεμικό αεροπλάνο, γιατί παραβίασε για λίγο τον τουρκικό εναέριο χώρο, δεν πρόκειται να διστάσει να κάνει οτιδήποτε που θα φέρει τη χώρα μας σε δύσκολη θέση. Και μια και το φέρνουν οι άγιες μέρες που περνούμε, όταν ο Χριστός αδιαφόρησε και δεν απάντησε στον Πιλάτο που τον ρώτησε «Πόθεν ει συ;», αυτός, ο Πιλάτος, του παρατήρησε: «Δεν απαντάς σε μένα; Δεν ξέρεις πως έχω τη εξουσία να σε σταυρώσω ή να σε ελευθερώσω;». Και ο Ιησούς απάντησε: «Δεν θα είχες καμιά εξουσία πάνω μου, αν δεν σου είχε δοθεί από ψηλά» (Ευαγγ. Κατά Ιωάννη, ιθ΄16).

Βέβαια, δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε την «εξουσία» του Ερντογάν απαντώντας με παρόμοιο τρόπο. Μπορούμε, όμως, να τη μειώσουμε τηρώντας απέναντι στην «εξουσία» του αυτή μια στάση όμοια με αυτή που τήρησε η Αντιγόνη απέναντι στον Κρέοντα στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή. Στην ανάκριση που υποβάλλει ο Κρέοντας την Αντιγόνη μετά τη σύλληψή της τη ρωτά: «Ήξερες ότι είχα απαγορέψει την ταφή του Πολυνείκη και ότι προβλέπεται ποινή θανάτου για τον παραβάτη;». Η Αντιγόνη με πλήρη αδιαφορία και αποφασιστικότητα απαντά πως το ήξερε πως η διαταγή του Κρέοντα ήταν ευρέως γνωστή. «Και τόλμησες», λέει ο Κρέων, «να παραβείς τη διαταγή μου;». Και η Αντιγόνη του απαντά με αγέρωχο ύφος: «Ναι, τόλμησα, γιατί αυτό θεώρησα σωστό». Και χτυπώντας τον Κρέοντα εκεί που πονά, δηλαδή στην «εξουσία» του να τιμωρεί με θάνατο αυτόν που θέλει, προσθέτει: «Κι αν θα πεθάνω, καθόλου δε με νοιάζει. Γιατί το ήξερα πως κάποτε θα πεθάνω, κι αν εσύ δεν είχες διακηρύξει αυτό». Η στάση της ηρωίδας χτύπησε τον Κρέοντα στο ευαίσθητό του σημείο. Με λίγα λόγια τον «αφόπλισε»!

Τι εννοώ; Δεν είναι ανάγκη να εκλιπαρούμε τον Ερντογάν να απελευθερώσει τους δύο στρατιωτικούς μας, γιατί αυτό του δίδει ικανοποίηση, γιατί επιβεβαιώνει την αντίληψη που έχει για τη δύναμή του. Αναφέρεται πως μία Σπαρτιάτισσα είχε στείλει στον πόλεμο πέντε παιδιά της. Ένας αγγελιαφόρος της έφερε το μήνυμα πως και τα πέντε παιδιά της σκοτώθηκαν σε μια μάχη. Αυτή, τηρώντας ηρωική στάση, είπε πως δεν ήθελε ν’ ακούσει γι’ αυτό, αλλά για την πατρίδα. Ο αγγελιαφόρος της είπε πως η πατρίδα νίκησε. Τότε αυτή είπε: «Χαλάλι, λοιπόν, τα παιδιά μου που με τον θάνατό τους συνέβαλαν στη νίκη της πατρίδας». Ας τηρήσουμε αυτή την «ελληνοπρεπή» στάση της αρχαίας Σπαρτιάτισσας και στη δική μας περίπτωση.

 

* Ο Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

 

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018 15:43

Το ηθικό πλεονέκτημα…

Στις Ευρωεκλογές του 2009 η πολιτική συζήτηση είχε επικεντρωθεί στην έννοια «βάρβαρος» και «βαρβαρότητα». Μετά το «Καραμανλής ή τανκς» του παρελθόντος ήρθε τότε το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Δύσκολο πρόβλημα, αλήθεια (!). Οι πολίτες κλήθηκαν ουσιαστικά να κρίνουν όχι ποιος είναι πιο κατάλληλος να υπηρετήσει τα εθνικά μας συμφέροντα στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά ποιος είναι ή δεν είναι «βάρβαρος»! Η ιστορία όμως επαναλαμβάνεται και δείχνει πως το «πάθος - μάθος» του Αισχύλου δεν έχει καμιά σημασία για τους πολιτικούς μας. Έτσι, και σήμερα οι κυβερνώντες -αυτοί έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι- θέτουν τον λαό μπροστά στο δίλημμα: ηθικότητα ή ανηθικότητα και σκάνδαλα; Οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ απερίφραστα μιλούν για το «δήθεν» ηθικό πλεονέκτημα που έχουν έναντι των άλλων, των αντιπάλων τους, και καλούν τον λαό να τους ακολουθήσει.

Ο συλλογισμός στον οποίο στηρίζονται είναι ο εξής: Οι αριστεροί είναι ηθικοί -Ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί την αριστερά-. Άρα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ηθικό πολιτικό κόμμα! Με ένα παρόμοιο συλλογισμό οι κυβερνώντες βγάζουν ανήθικους τους αντιπάλους τους. Λένε δηλαδή: Οι δεξιοί είναι ανήθικοι -Η Ν.Δ. εκπροσωπεί τη δεξιά-. Άρα, η Ν.Δ είναι ανήθικη.

Όμως, για να είναι ένας συλλογισμός «ορθός», σύμφωνα με την τυπική Λογική, πρέπει να είναι «αληθής», δηλαδή οι προτάσεις στις οποίες στηρίζεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και να είναι και «έγκυρος», δηλαδή να ακολουθεί τους κανόνες της Λογικής. Δυστυχώς, ο πρώτος συλλογισμός, μπορεί να είναι «έγκυρος», γι’ αυτό άλλωστε παραπλανά και παρασύρει τους αμόρφωτους, αλλά δεν είναι «αληθής», γιατί κανείς δεν μπορεί να δεχτεί τη γενίκευση πως κάθε αριστερός είναι a priori ηθικός και τίμιος και πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι γνήσιο αριστερό κόμμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμμα αριστερό μόνο στα χαρτιά. Στην πράξη έχει υιοθετήσει πολιτικές που ούτε οι φιλελεύθεροι δε θα μπορούσαν να εφαρμόσουν.

Αλλά και ο δεύτερος συλλογισμός δεν είναι «ορθός», γιατί μπορεί να είναι «έγκυρος», αλλά δεν είναι «αληθής» ως προς την πρώτη πρόταση (προκείμενη), ότι όλοι οι δεξιοί είναι a priori ανήθικοι! Ο δεύτερος μάλιστα συλλογισμός υπερτερεί έναντι του πρώτου σε εντιμότητα, γιατί η δεύτερη πρόταση, ότι η Ν.Δ. εκπροσωπεί τη δεξιά είναι αληθινή. Η Ν.Δ. δεν αποκρύπτει ότι είναι (κεντρο)δεξιό κόμμα. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ προσποιείται ότι είναι κόμμα αριστερό, ενώ στην πραγματικότητα έχει προ πολλού παύσει να είναι. Γι’ αυτό άλλωστε και ένα μέρος του τον έχει εγκαταλείψει.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Αν οι δεξιοί είναι ανήθικοι και αμαρτωλοί, τότε τι είναι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες που παραδέχονται πως είναι δεξιότεροι της Ν.Δ; Δε φοβούνται οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ μήπως «μολυνθούν» από την ανηθικότητά τους;

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις υποκρισίες και ας ομολογήσουμε πως ούτε όλοι οι Συριζαίοι είναι ηθικοί ούτε και όλοι οι Νεοδημοκράτες. Σε όλα τα κόμματα υπάρχουν και ηθικοί και ανήθικοι. Και ο χρόνος μόνο θα δείξει τι πραγματικά είναι. Εξάλλου, όπως έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, «αρχή άνδρα δείκνυσι». Ο τρόπος άσκησης της εξουσίας θα δείξει την ηθική ποιότητα όλων. Γιατί πρέπει να γνωρίζουμε πως δίκαιος δεν είναι αυτός που δεν αδικεί, αλλά αυτός που θα μπορούσε να αδικήσει, αλλά δεν το κάνει. Ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τώρα δεν είχε τη δυνατότητα να διαχειριστεί δημόσια χρήματα, να διορίσει στο δημόσιο, να εφαρμόσει την αξιοκρατία σε αυτό. Τώρα, δυστυχώς, ο λαός τού έχει δώσει αυτή τη δυνατότητα. Και δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως έχει δείξει μεγαλύτερη ηθικότητα έναντι των προκατόχων του!

Και κάτι ακόμα. Εκεί που όλοι μιλούνε για ηθική, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ηθική, γιατί οι υγιείς δεν σχολιάζουν ποτέ την υγεία, και το ότι κάποιος καταδικάζει και αποστρέφεται την ανηθικότητα δεν αποτελεί αρκετό πειστήριο της ηθικής του. Η τάση των ηθικολόγων να πολεμούν συνεχώς την αμαρτία είναι κατά κανόνα μια μονομανής προσήλωση σε αυτή και η ηθική που βαφτίζεται στην κολυμβήθρα της υστεροβουλίας παίρνει το όνομα «Ανηθικότητα».

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018 13:51

Ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο;

Πέρασαν 55 χρόνια από το 1963, τότε που παρακρατικοί σκότωσαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη και έκαναν τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να υποβάλει το ερώτημα: «Ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο;». Υποτίθεται πως μετά από την πάροδο τόσων ετών, η δημοκρατία μας έχει εξυγιανθεί, έχει ανδρωθεί και «έχει βρει» τον δρόμο της. Δυστυχώς, το ίδιο ερώτημα πλανάται στα χείλη όλων, έστω και αν πολλοί δεν το ομολογούν. Πολλοί, βέβαια, θα απαντούσαν σε αυτό το ερώτημα λέγοντας πως τη χώρα μας την κυβερνά η εκλεγμένη κυβέρνηση και μέσω αυτής ο λαός που την εξέλεξε. Όμως τα πράγματα δεν φαίνεται να έχουν έτσι. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχαν έτσι, γιατί διαχρονικά τη χώρα κυβερνούσαν κάτι δυναμικές μειοψηφίες που με τον δυναμισμό τους κατόρθωναν να επιβάλλουν τη θέλησή τους στους εκάστοτε κυβερνώντες. Και αυτό ίσχυε σε όλους τους τομείς της κρατικής δραστηριότητας. Αυτές οι μειοψηφίες έβλεπαν πως δεν πρόκειται να κυβερνήσουν με νόμιμο τρόπο, έβλεπαν πως δεν μπορούσαν να καταπολεμήσουν τις ιδέες που γεννιούνταν με τις δικές τους ιδέες και προσπαθούσαν να κυβερνήσουν με τον εκβιασμό και τη βία, με την κτηνώδη δύναμη. Και εξαίρεση βέβαια σε αυτή την πρακτική δεν αποτελεί ο ΣΥΡΙΖΑ, μόνο που αυτός δεν περίμενε ποτέ πως θα κυβερνήσει. Κι έτσι είναι μπλεγμένος στα δίχτυα που ο ίδιος έστησε…

Και για να γίνω πιο σαφής. Όταν υπηρετούσα ως σχολικός σύμβουλος στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, επισκέφτηκα ένα Τεχνικό Λύκειο. Σε συζήτηση που είχα με τους εκπαιδευτικούς, αυτοί παραπονέθηκαν ότι οι μαθητές «δεν διαβάζουν». Τους παρατήρησα πως δεν βλέπω να αφήνουν κανένα στην ίδια τάξη και αυτοί με αφοπλιστικό τρόπο μού είπαν πως αν αφήσουν κάποιον στάσιμο, την επόμενη θα βρουν το αυτοκίνητό τους καταστραμμένο! Και με διαβεβαίωσαν πως στο παρελθόν είχε συμβεί αυτό! Κάποιοι, λοιπόν, με απειλές και εκβιασμούς κατορθώνουν να επιβάλλουν τη θέλησή τους στα κέντρα εξουσίας και να διαμορφώνουν αποφάσεις που τους εξυπηρετούν.

Ας θυμηθούμε, ακόμη, εκείνη την άθλια και ντροπιαστική για μια δημοκρατία σκηνή, στην οποία ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, κάποιος Φωτόπουλος, κρατούσε «όμηρο» την υπουργό, την -υποτίθεται- προϊσταμένη του, σύμφωνα με την απόφαση του ελληνικού λαού, την απειλούσε και την ανάγκαζε να στέκεται προσοχή μπροστά του! Απειλούσε, βέβαια, πως θα κατεβάσει τους διακόπτες και θα δημιουργήσει οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα. Ο εκβιασμός στην αποθέωσή του!

Και σήμερα σωρεία γεγονότων έρχονται να μας πείσουν πως ζούμε τη «δημοκρατία των εκβιασμών». Πριν από λίγες μέρες, η Πολιτεία (;) αποφάσισε να μεταφερθεί ένας επίδοξος δολοφόνος από μια φυλακή σε άλλη. Και η απόφαση εκτελέστηκε. Ξεσηκώθηκαν, όμως, πάλι οι «δυναμικές μειοψηφίες» και κατόρθωσαν να ανατρέψουν αυτή την απόφαση, εξευτελίζοντας το κράτος και αυτούς που το εκφράζουν. Κι, όμως, είναι γνωστό πως με βάση την Κυβερνητική Τέχνη δεν πρέπει να επιβάλλονται ποινές που δεν μπορούν να υλοποιηθούν, και, αν επιβληθούν, δεν πρέπει με κανένα τρόπο να ανακαλούνται. Δεν είναι δυνατόν η δικαιοσύνη να αποφασίζει κάτω από πίεση, εκβιασμούς και πολλές φορές βία. Γιατί ο δικαστής που φοβάται είναι χειρότερος και από τον αγράμματο δικαστή.

Το ερώτημα «Ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο;» εγείρεται ακόμη εντονότερο μετά τα κωμικοτραγικά γεγονότα που εκτυλίχτηκαν στην Τούμπα κατά τον αγώνα ΠΑΟΚ - ΑΕΚ. Τη μια το γκολ του ΠΑΟΚ ακυρώθηκε, την άλλη -μετά από διαβούλευση στα αποδυτήρια- επικυρώθηκε ως κανονικό. Τη μια παρεμβαίνει κάποιος παράγοντας και, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, απειλεί τον διαιτητή πως αν δεν κατακυρώσει υπέρ του ΠΑΟΚ το γκολ, «τέλειωσε», και την άλλη ορμά ο μεγαλομέτοχος του ΠΑΟΚ, Σαββίδης, ως «ταύρος μαινόμενος» στο γήπεδο, απειλώντας να τα «κάνει όλα λίμπα». Και δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά άφησε να φαίνεται και το όπλο που κρεμόταν από τη μέση του, σε μια έκφραση «άθλιου» συμβολισμού.

Όμως, ας δούμε το πράγμα και διαφορετικά. Ο κ. Καμμένος κατηγορείται για κάποιο «σκάνδαλο», για τη διερεύνηση του οποίου η αντιπολίτευση ζητά σύσταση προανακριτικής επιτροπής, όπως έγινε και με την υπόθεση «Novartis». Είναι σχεδόν βέβαιο πως ο ΣΥΡΙΖΑ, αν ήταν αντιπολίτευση, θα ψήφιζε θετικά. Τι θα κάνει, όμως, τώρα; Η γυναίκα του Καίσαρα, κατά το λεγόμενο, δεν αρκεί να είναι τίμια, αλλά πρέπει και να φαίνεται πως είναι. Υπάρχει, όμως, το όπλο του εκβιασμού. Ή με προστατεύεις, έστω και αν πιστεύεις ότι «αμάρτησα», ή σε ρίχνω! Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πώς ασκείται η πολιτική στη χώρα μας. Δεν θα είχε άδικο κάποιος, αν υποστήριζε πως ζούμε μια άλλη μορφή δημοκρατίας, την «δημοκρατία του εκβιασμού». Με μια τέτοια όμως δημοκρατία, η χώρα δεν μπορεί να ορθοποδήσει και να πάει μπροστά.

Πάντως η ιστορία έχει δείξει πως η βία μπορεί να καθυποτάξει τα πάντα, αλλά οι νίκες της διαρκούν λίγο. Αυτοί που στηρίζονται στη βία, γρήγορα θα φτάσουν στο σημείο να την τρέμουν, γιατί, όπως έλεγε ο Σέλεϋ, θερίζεις αυτό που σπείρεις, γιατί η βία προκαλεί πάντοτε βία.

Παρασκευή, 09 Μαρτίου 2018 17:53

Περί συκοφαντίας (Μέρος Β΄)

Είναι πανθομολογούμενο ότι η εξουσία είναι πολύ γλυκιά. Είναι μια «πολύφερνη» νύφη και γι’ αυτό οι «μνηστήρες» της είναι πάντα πάρα πολλοί. Και είναι και βολική, γιατί κάνει ό,τι τής ζητήσεις. Δεν σου αρνείται τίποτε. Εξασφαλίζει χρήμα και δόξα όχι μόνο σε αυτούς που την κατακτούν, αλλά και στους δικούς τους, τους συγγενείς, τους γνωστούς και τους φίλους. Και γι’ αυτό οι «μνηστήρες» της, κάνουν ό,τι είναι δυνατό να την κατακτήσουν και όταν την κατακτήσουν να τη διατηρήσουν. Στο προηγούμενο σημείωμα είχαμε πει πως οι αρχαίοι μας πρόγονοι χρησιμοποιούσαν τον οστρακισμό και τη συκοφαντία για να απαλλαγούν από τους «οχληρούς» και επικίνδυνους αντιπάλους τους. Σήμερα τα δύο έχουν συγκεραστεί στο ένα, στη συκοφαντία. Με όπλο αυτή, οι πολιτικοί προσπαθούν να απαξιώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, να τους εκτοπίσουν και να κυριαρχήσουν.

Και είναι η συκοφαντία πολύ εύκολη, γιατί ο συκοφάντης βρίσκει περισσότερους οπαδούς από τον φιλαλήθη, γιατί η φύση του ανθρώπου είναι φιλοκατήγορη. Να συκοφαντήσεις έναν έντιμο άνθρωπο είναι το ίδιο εύκολο, όπως το να σκοτώσεις κάποιον που κοιμάται, είχε πει κάποιος. Κι είναι και μέθοδος πολύ αποτελεσματική και δραστική. Ο Διογένης από τη Σινώπη έλεγε πως από τα άγρια θηρία το χειρότερο δάγκωμα το κάνει ο συκοφάντης, ενώ ο Ν. Σαμφόρ τόνιζε πως η συκοφαντία είναι σαν την ενοχλητική σφήκα που, αν προσπαθήσεις να τη διώξεις, σου επιτίθεται με μεγαλύτερη μανία. Και ο Σωκράτης έλεγε πως ο κακόλογος και συκοφάντης είναι χειρότερος από τον φονιά, γιατί ο συκοφάντης σκοτώνει την τιμή ενός ανθρώπου, ενώ ο φονιάς τη ζωή του και επειδή η τιμή είναι ανώτερη από τη ζωή, η κακολογία και η συκοφαντία είναι σοβαρότερη από τον φόνο. Κι από την άλλη, ο φονιάς σκοτώνει με μεγάλο κίνδυνο της ζωής του μόνο τους ζωντανούς, ενώ ο κακόλογος με μια κουβέντα του και με μεγάλη ασφάλεια, σκοτώνει και ζωντανούς και πεθαμένους. Ένας Σπαρτιάτης κάποτε ακόνιζε το ξίφος του. Κάποιος τον ρώτησε αν είναι κοφτερό. Και εκείνος απάντησε πως είναι πιο κοφτερό και από την συκοφαντία. Τόσο φοβερό πράγμα είναι η συκοφαντία. Και ο λαός αξιολογώντας με παρόμοιο τρόπο τη συκοφαντία, λέει: «Κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα».

Και δεν είναι τυχαίο πως η συκοφαντία στοχεύει πάντα τους πιο ικανούς. Αυτή συνήθως χτυπά τους άξιους ανθρώπους, όπως τα σκουλήκια ρίχνονται στα καλύτερα φρούτα. Η συκοφαντία είναι αδιάφορη για τους τιποτένιους, έλεγε ο Μπαλζάκ. Τα καρποφόρα δέντρα συνήθως πετροβολούν οι άνθρωποι. Αυτός που αξίζει, συκοφαντείται και πετροβολείται. Όταν είσαι μετριότητα, το δύσκολο δεν είναι να αποφύγεις τη συκοφαντία, αλλά να τη βρεις.

Και στο σκάνδαλο της «Novartis», κανείς δεν ξέρει αν οι «αναφερόμενοι» πολιτικοί είναι πράγματι «μπλεγμένοι» ή απλώς συκοφαντούνται. Η δικαιοσύνη θα το δείξει. Όμως δεν είναι δυνατό να κατηγορούνται και να σπιλώνονται άνθρωποι, όποιοι και αν είναι αυτοί, με αόριστες αναφορές άγνωστων «προστατευόμενων» μαρτύρων. Και είναι αυτό το πιο επικίνδυνο, γιατί δεν είναι φοβερό το αγκάθι της φραγκοσυκιάς που φαίνεται, αλλά το αγκάθι που είναι στη φαρμακόγλωσσα του συκοφάντη και δεν φαίνεται. Και πρέπει να έχουμε υπόψη πως, όπως έλεγε ο Αίσωπος, «δολοφόνοι δεν είναι αυτοί που κάνουν τα μαχαίρια, αλλά αυτοί που τα χρησιμοποιούν». Έτσι και τώρα πιο άθλιοι από τους συκοφάντες είναι αυτοί που χρησιμοποιούν τις συκοφαντίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, τρία πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Ή όλοι να είναι ένοχοι, πράγμα σχεδόν απίθανο, ή όλοι να είναι αθώοι ή άλλοι να είναι ένοχοι και άλλοι αθώοι. Αυτοί που θα κριθούν ένοχοι οφείλουν να τιμωρηθούν σκληρά και παραδειγματικά. Αυτοί, όμως, που είναι αθώοι, αλλά σπιλώνονται και συκοφαντούνται, και αν ακόμη δικαιωθούν, ποτέ δε θα επανέλθουν στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν τη συκοφαντία. Γι’ αυτό το έγκλημα επιβάλλεται να τιμωρηθούν αυτοί που τους σπίλωσαν και τους εξευτέλισαν. Έτσι δεν έκαναν οι αρχαίοι Αθηναίοι;

Ας έχουμε πάντως υπόψη πως μπορεί το φεγγάρι να συκοφαντεί τον ήλιο, όταν εκείνος λάμπει και τον πιστεύουν τα άστρα. Μα όταν ο ήλιος εμφανιστεί, το φεγγάρι χάνεται. Όταν κάποιος φορτώνει το πουλί της συκοφαντίας που εξαπολύει με υπερβολικές συκοφαντίες, είναι επόμενο αυτό να πέσει από το βάρος του και γρήγορα θα τελειώσει η αποστολή του. Και τότε η συκοφαντία γίνεται όπλο που δεν σκοτώνει τον άλλο, αλλά τραυματίζει τον χρήστη του. Και το χειρότερο είναι πως και η επόμενη κυβέρνηση θα θελήσει να διερευνήσει υπαρκτά ή ανύπαρκτα σκάνδαλα της παρούσας. Κι είναι εύκολο η πλειοψηφία να μεταχειρίζεται όπως θέλει τη μειοψηφία. Γιατί όπως είπαμε, η συκοφαντία είναι εύκολο πράγμα. Όποιος θέλει να πετροβολήσει κάποιον, βρίσκει πέτρες ακόμη και στην επιφάνεια της θάλασσας. Η «λάσπη» γίνεται από χώμα και νερό, και αυτά τα στοιχεία υπάρχουν άφθονα στη φύση. Τελειώνω με μία πρόβλεψη: όσοι από τους κατηγορούμενους θέσουν υποψηφιότητα στις επόμενες εκλογές, θα είναι πρώτοι σε ψήφους (!).

Σελίδα 1 από 5
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top