FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Στο προηγούμενο σημείωμα έδωσα τον ορισμό του «ρατσισμού» και του «ρατσιστή», σύμφωνα με έγκυρα λεξικά. Με βάση αυτόν τον ορισμό οι Λέσβιοι είναι ρατσιστές; Η απάντηση είναι πως οι Λέσβιοι είναι τόσο ρατσιστές, όσο και οι άλλοι Έλληνες και οι Έλληνες είναι τόσο ρατσιστές όσο και οι άλλοι λαοί όχι για τίποτε άλλο, αλλά γιατί δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς.

Στην αρχαία Ελλάδα, ιδιαίτερα στην Αθήνα που υπογράμμισε τις υψηλές και ακατάλυτες ηθικές αξίες της ζωής και έδωσε στον κόσμο τα ανθρωπιστικά ιδανικά, υπήρχαν φιλόσοφοι που υποστήριξαν την ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ όλων των ανθρώπων. Έτσι οι Πυθαγόρειοι ζητούσαν και εφάρμοζαν στην καθημερινή τους ζωή «ανθρώπινη» συμπεριφορά έναντι των δούλων. Ο Αθηναίος σοφιστής Αντιφώντας σ’ ένα από τα αποσπάσματα του έργου του που σώζεται (Diels-Kranz, Αποσπ. προσ. ΙΙ 87 Β 44 b 2) δεν κάνει καμιά διάκριση μεταξύ των ανθρώπων και υποστηρίζει πως η φύση δεν διέκρινε τους ανθρώπους σε ελεύθερους και δούλους. Και ο Ελεάτης σοφιστής Αλκιδάμας έγραψε πως «ο θεός τους άφησε όλους ελεύθερους* η φύση δεν έκανε κανένα δούλο» (Αριστ. Ρητ., 1373 b 18). Αυτά τα μηνύματα απηχεί και ο λόγος του Αποστόλου Παύλου που σε μια επιστολή του λέει «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ούκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρρεν ουδέ θήλυ, πάντες γαρ υμείς εστέ εν εν Χριστώ Ιησού (Προς Γαλ. 3, 28), καταργώντας έτσι κάθε διαφορά εθνικότητας, τάξεως και φύλου ανάμεσα στους ανθρώπους.

Παράλληλα όμως, με αυτές τις διακηρύξεις ο Αριστοτέλης, είχε μιλήσει για ανθρώπους που είναι από τη φύση τους δούλοι, που έχουν τόσο μόνο λογικό, όσο είναι απαραίτητο, για να εξυπηρετούν τις αισθήσεις τους, για ανθρώπους «κτήματα» και «όργανα έμψυχα» (Ηθικ. Νικομ. 1161 b 4). Ο ίδιος φιλόσοφος συμβούλευε το μαθητή του Αλέξανδρο να φέρεται στους Έλληνες σαν ηγεμόνας και να τους φροντίζει σαν φίλους, στους βαρβάρους όμως να φέρεται σαν δεσπότης και να τους θεωρεί φυτά ή ζώα ( Πλούτ., Ηθικά- Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής, Λόγος Α΄6, 39, 9 b ). Και ο Ευριπίδης βάζει έναν ήρωά του να διακηρύττει πως οι Έλληνες πρέπει να εξουσιάζουν τους βαρβάρους, γιατί αυτοί είναι δούλοι (Ιφιγ. η εν Αυλ., στ. 1400). Πέρα από αυτό οι αρχαίοι Έλληνες διανοούμενοι, όπως ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων, εκτιμούσαν μόνο τον θεωρητικό βίο και περιφρονούσαν τις πρακτικές ασχολίες* αποκαλούσαν περιφρονητικά «βαναύσους» τους χειρώνακτες και «βαρβάρους» του μη ελληνικούς λαούς, με κάποια διάθεση μειωτική και απαξιωτική.

Όπως συνέβαινε παλιά, έτσι και στη σημερινή Ελλάδα υπάρχουν άνθρωποι ρατσιστές και άνθρωποι αντι-ρατσιστές. Γιατί ο ρατσισμός είναι στάση ζωής, που οδηγεί σε συγκεκριμένες συμπεριφορές, και η στάση αυτή διαμορφώνεται από τις γνώσεις και τις εμπειρίες του καθενός. Και δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις ίδιες εμπειρίες. Είναι υποκριτές αυτοί που «ελαφρά τη καρδία» οριοθετούν «κατά το δοκούν» τον εθνισμό και τον εθνικισμό, τον πατριωτισμό και τον ρατσισμό, προκαλώντας σύγχυση και ταραχή.

Κάποτε ένας άνθρωπος ρώτησε κάποιον άλλον που παρίστανε τον αντι-ρατσιστή και τον δημοκράτη αν θα πάντρευε την κόρη του με ένα μαύρο. Αυτός απάντησε χωρίς δισταγμό «Ναι». Κι όταν τον ρώτησε αν έχει κόρη, αυτός απάντησε «Όχι». Βλέπετε πολλοί είναι οι άνθρωποι που παρουσιάζονται αντι- ρατσιστές με το αζημίωτο. Είναι εκείνο που λέει ο λαός «έξω από τον χορό πολλά τραγούδια». Οι αντι-ρατσιστές δεν τολμούν να δεχτούν πως ο ρατσισμός υπάρχει «εν δυνάμει» σε όλους τους ανθρώπους και εκδηλώνεται με ποικίλους τρόπους, όταν διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες.

Ο M. Duverger στο έργο του Εισαγωγή στην πολιτική γράφει επιγραμματικά: «Πάρα πολύ λίγοι άνθρωποι τολμούν να ομολογήσουν ανοιχτά ότι είναι ρατσιστές εκτός από μερικούς φασίστες και τους λευκούς κατοίκους χωρών με αποικιακή διάρθρωση. Κι όμως πολλοί είναι ρατσιστές κατά βάθος, συχνά ασυνείδητα». Ο Κρέων στην Αντιγόνη του Σοφοκλή εμφανίστηκε στις θεωρητικές προγραμματικές του δηλώσεις ως ο ιδανικός και ο τέλειος άρχοντας, ο άρχοντας πρότυπο. Όταν όμως προκλήθηκε, όταν θίχτηκε η τιμή και η αξιοπρέπειά του, τότε εκδήλωσε με τον πιο σκληρό τρόπο τα τυραννικά του αισθήματα. Μήπως όλοι μας κρύβουμε μέσα μας ένα μικρό Κρέοντα και δεν το ξέρουμε;

«Θα έρθει αναμφίβολα ο καιρός που η Ευρώπη δεν θα είναι παρά μια μεγάλη οικογένεια  μα και η ελπίδα έχει κι αυτή τον φανατισμό της»                                                                                                                 

Μιραμπώ

Παλαιότερα, σχεδόν κάθε χρόνο, στην περίοδο των εθνικών μας εορτών, όταν επρόκειτο να δοθεί η σημαία στον πρώτο μαθητή, δημιουργούνταν καταστάσεις όμοιες με αυτή που είχε δημιουργηθεί στην περίπτωση του Αλβανού μαθητή Οδυσσέα Τσενάι.

Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έκαναν κάθε φορά το «θαύμα» τους. Οργάνωναν συζητήσεις επί συζητήσεων, έκαναν ζωντανές συνδέσεις με τον τόπο των γεγονότων και προσπαθούσαν να λύσουν το «ακανθώδες» πρόβλημα, αν πρέπει, όσοι δεν είναι Έλληνες, να σηκώνουν την ελληνική σημαία στη διάρκεια των παρελάσεων. Οι συζητήσεις για το θέμα κρατούσαν ολόκληρες εβδομάδες. Έννοιες όπως πατριωτισμός και εθνικισμός, δημοκρατία και φασισμός, ανθρωπισμός και ρατσισμός, ενσωμάτωση, ένταξη και αφομοίωση, η σημαία φυσικά, και άλλες λέξεις με ειδικό συναισθηματικό και συμβολικό περιεχόμενο και βάρος «δεινοπαθούσαν» πραγματικά από αυτούς που όλα τα ξέρουν! Στην περίπτωση μάλιστα του Τσενάι η αντιπαράθεση των ρατσιστών και αντιρατσιστών είχε εκδηλωθεί με μεγάλη οξύτητα. Στο θέμα είχε δοθεί τόσο μεγάλη δημοσιότητα και ο νεαρός μαθητής είχε προβληθεί τόσο πολύ, που οι Έλληνες τότε τον γνώριζαν καλύτερα από τον ομηρικό Οδυσσέα, από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο ή ακόμη και από τον Οδυσσέα Ελύτη!

Σήμερα το πρόβλημα έχει λάβει διαφορετική μορφή. Αυτό περιορίζεται στα νησιά του Αιγαίου και ιδιαίτερα στη πατρίδα μας, τη Λέσβο, και εγείρεται από πολλούς το ερώτημα αν οι Λέσβιοι είναι ρατσιστές. Αφορμή βέβαια, αποτέλεσαν οι διαμαρτυρίες τους, σε κάποιες περιπτώσεις έντονες, για την «παράδοση» του νησιού στους (λαθρο)μετανάστες και τους πρόσφυγες. Όσο ο Λέσβιοι εξυπηρετούσαν τις προθέσεις των κυβερνώντων και των κάθε μορφής «αντιρατσιστών», αυτοί ήταν άξιοι του βραβείου Νόμπελ ειρήνης! Τώρα όμως που άρχισαν να βλέπουν την πραγματικότητα και να αντιδρούν δυναμικά έχουν μετατραπεί σε «φασίστες» και «ρατσιστές». Οι «δήθεν» ειρηνιστές δεν καταλαβαίνουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν ότι οι Λέσβιοι δεν διαμαρτύρονται τόσο γι’ αυτά που έχουν πάθει, αλλά γι’ αυτά που φοβούνται πως θα πάθουν στο μέλλον με την αύξηση των μεταναστευτικών ροών που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει και την πολιτική που εφαρμόζεται στο θέμα αυτό. Είναι βέβαιο πως το «πλοίο» που λέγεται Λέσβος δεν μπορεί να σηκώσει περισσότερους επιβάτες και κινδυνεύει να βουλιάξει. Αγωνιούν λοιπόν, οι Λέσβιοι για το μέλλον τους και η αγωνία τους εκλαμβάνεται από πολλούς ως ρατσισμός!

Είναι όμως, οι Λέσβιοι ρατσιστές; Για να δώσει κανείς ορθή απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσει τι εννοείται με τον όρο «ρατσισμός». Η έννοια «ρατσισμός» (από το race που θα πει φυλή) είναι πολύ σύνθετη και πολύπλοκη και η υπερ-απλούστευσή της μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Σύμφωνα με το Λεξικό των Κοινωνικών Επιστημών της Unesco, ο όρος αναφέρεται σε μια διαδικασία ή μορφή κοινωνικού ελέγχου, ο οποίος υπηρετεί τη διατήρηση της κοινωνικής αποστάσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κατηγοριών, διαμέσου μιας σειράς πρακτικών μέτρων, που έχουν λίγο ως πολύ θεσμοποιηθεί και λογικά συστηματοποιηθεί. Τα πρακτικά μέτρα που εφαρμόζονται περιέχουν τον αυθαίρετο υποβιβασμό για λόγους που δεν σχετίζονται άμεσα με την πραγματική συμπεριφορά των προσώπων, σε βάρος των οποίων γίνεται η διάκριση. Μάλιστα, οι λόγοι αυτοί συχνά αντιφάσκουν προς τις παραδεκτές αντιλήψεις περί δικαιοσύνης και αγαθότητας.

Με τις παρατηρήσεις αυτές συμφωνεί και ο Μπαμπινιώτης που γράφει στο Λεξικό του: «Ρατσισμός είναι η κοινωνική και πολιτική πρακτική διακρίσεων, που βασίζεται στο δόγμα της ανωτερότητας μιας φυλής, εθνικής ή κοινωνικής ομάδας και στην καλλιεργημένη αντίληψη των μελών της ότι οφείλουν να περιφρουρήσουν την αμιγή σύσταση, την καθαρότητα της ομάδας τους, καθώς και τον κυριαρχικό τους ρόλο έναντι των υπολοίπων φυλετικών, εθνικών, κοινωνικών κλπ. ομάδων, που θεωρούνται από αυτά κατώτερες». Σε αυτούς τους ορισμούς στηρίζεται και η διαίρεση του ρατσισμού σε είδη και μορφές, όπως είναι ο φυλετικός, ο κοινωνικός, ο πολιτικός, ο θρησκευτικός ρατσισμός. Όμως στο επόμενο σημείωμα θα δούμε αν οι Λέσβιοι εμπίπτουν σε αυτές τις κατηγορίες.

Παρασκευή, 04 Μαΐου 2018 15:56

Η προαγωγή της Μπουμπουλίνας…

Πριν λίγες μέρες το Υπουργείο Άμυνας με μια εγκύκλιο που εξέδωσε και με «συνοπτικές διαδικασίες» προήγαγε σε… υποναύαρχο τη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα και της απένειμε τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ τάξεως. Όπως είναι γνωστό η Μπουμπουλίνα «γεννήθηκε στη φυλακή, έζησε μέσα στη θάλασσα, πολέμησε στη στεριά και πέθανε εκτός μάχης στην αυλή του σπιτιού της από αδέσποτο βόλο» (εφημ. Το Βήμα, 29/4/2018). Βέβαια, κάθε τιμή που απονέμεται σε πρόσωπα που το αξίζουν είναι καθολικά αποδεκτή και επαινετή, αν και η συγκεκριμένη προαγωγή δε φαίνεται να έχει την αποδοχή όλης της Κυβέρνησης που, όπως είναι γνωστό, καταπολεμά την «αριστεία» για ιδεολογικούς λόγους με κάθε τρόπο. Είναι όμως περίεργο πως μετά 200 σχεδόν χρόνια από τον θάνατο της Μπουμπουλίνας «ξύπνησε» κάποιος και είπε «ελάτε να τιμήσουμε την Μπουμπουλίνα για όσα πρόσφερε για την πατρίδα»!
Βέβαια, η Μπουμπουλίνα δεν είναι η μοναδική γυναίκα στην παγκόσμια ναυτική ιστορία που φέρει τον τίτλο του υποναυάρχου. Ο Καποδίστριας αναγνωρίζοντας τη συνολική προσφορά της Μαντώς Μαυρογένους στον αγώνα του ‘21 της απένειμε το αξίωμα της επίτιμου Αντιστρατήγου και μάλιστα της παραχώρησε και σπίτι σε κεντρικό σημείο του Ναυπλίου. Η Μαντώ, όταν ξεκίνησε η επανάσταση, πήγε στη Μύκονο από την Τεργέστη, όπου βρισκόταν με τον πατέρα της, και ξεσήκωσε τους κατοίκους του νησιού εναντίον των Τούρκων. Εξόπλισε με δική της δαπάνη πλοία, καταδίωξε τους πειρατές που λυμαίνονταν τις Κυκλάδες και πολέμησε στο Πήλιο, στη Φθιώτιδα και τη Λιβαδειά. Διέθεσε για τον αγώνα όλη της την περιουσία, καταδιώχθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη μετά την επανάσταση και πέθανε στην Πάρο το 1848 (52 ετών) φτωχή και λησμονημένη.
Περιγράφοντας τη Μαντώ ο Γάλλος Rybaud που τη γνώρισε το 1821 την παρουσιάζει ως ευγενική μορφή με φλογερό πατριωτισμό. Συγκρίνοντάς την μάλιστα με την Μπουμπουλίνα αναφέρει: «Από τη μια μεριά (Μπουμπουλίνα) το θάρρος, σπάνιο σε γυναίκες, που συνοδεύεται όμως για τη βουλιμία για το κέρδος,… και από την άλλη (Μαντώ) η φιλοπατρία σε όλη της την καθαρότητα, χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας, η απόλυτη αυτοθυσία, η πιο συγκινητική απρονοησία για το προσωπικό μέλλον». Η Μαντώ τού έλεγε: «Δε με νοιάζει τι θα γίνω αν είναι να ελευθερωθεί η πατρίδα μου. Όταν θα έχω χρησιμοποιήσει όλα όσα μπορώ να διαθέσω για την ιερή υπόθεση της ελευθερίας, θα τρέξω στο στρατόπεδο των Ελλήνων, για να τους ενθαρρύνω με την απόφασή μου να πεθάνω, αν χρειαστεί, για την ελευθερία». Την ίδια εικόνα για τη Μαντώ είχε σχηματίσει και ο Άγγλος Eduard Blaquire [Σιμόπουλος, Κ. (2004), Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του 21, τ. Α΄, Αθήνα : Πολιτιστικές εκδόσεις (σελ. 300, 301)].
Όμως το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Όσο κι αν έψαξα τα Αναλυτικά Προγράμματα που ισχύουν στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και τα αντίστοιχα βιβλία που τα υλοποιούν δεν βρήκα καμιά αναφορά στην ανιδιοτελή προσφορά αυτών των φιλοπάτριδων γυναικών στην υπόθεση της ελευθερίας των Ελλήνων. Φαίνεται πως οι Νεοέλληνες δεν έχουν ανάγκη από τέτοια πρότυπα! Από την άλλη πλευρά, έχουν εξαφανιστεί εδώ και πολλά χρόνια οι εικόνες των ηρώων του ‘21 και των γυναικών αυτών από τους τοίχους των αιθουσών των σχολείων. Αυτές βλάπτουν τον πατριωτισμό των παιδιών!
Όμως υπάρχει και κάτι άλλο πιο σημαντικό. Ο Πλάτων βάζει τον ομιλητή στον Μενέξενό του να απευθύνεται στα παιδιά των νεκρών του πολέμου και να λέει: «Βεβαίως είναι καλός και μεγαλοπρεπής θησαυρός για τους μεταγενέστερους να πάρουν προγονικές τιμές. Αλλά είναι αισχρό και άνανδρο να χρησιμοποιεί κανείς ένα θησαυρό, είτε χρημάτων είτε τιμών, επειδή ο ίδιος δεν έχει κτήματα και ένδοξα έργα, και να μην το παραδίδει στους απογόνους του. Κι αν επιδιώξετε αυτά στη ζωή σας, θα έλθετε κοντά μας αγαπημένοι προς αγαπημένους, όταν σας φέρει η κοινή μοίρα. Αν όμως αμελήσετε και φανείτε δειλοί, κανείς δε θα σας υποδεχτεί ευμενώς» (ΧΙΧ B - C). Αλήθεια, αυτοί που τιμούν «ανέξοδα» τους άλλους σε τι προσπαθούν να τους μοιάσουν; Ποια θυσία είναι διατεθειμένοι να κάνουν για το καλό της πατρίδας; Γιατί δεν υπάρχει αθλιότερο πράγμα από το να παίρνει κάποιος αξία από αυτόν που δεν έχει καμιά αξία…

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018 16:27

Ο λυτρωτικός ρόλος του βιβλίου

Όπως είναι γνωστό, η Αθήνα από την περασμένη Δευτέρα, την 23η Απριλίου, είναι η Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου για το 2018 με απόφαση της UNESCO, γεγονός που αποτελεί ύψιστη τιμή και διάκριση για τη χώρα μας. Ο Δήμος της Αθήνας συνειδητοποιώντας αυτή την τιμή θα οργανώσει μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες περισσότερες από 250 δράσεις με σκοπό «το βιβλίο να φτάσει σε κάθε γειτονιά», όπως δήλωσε ο Δήμαρχος της Αθήνας κ. Καμίνης. Για το λόγο αυτό, θέλησα σε αυτό το σημείωμά μου να αναπτύξω κάποιες σκέψεις για την αξία του βιβλίου.

Λέγεται πως ο βασιλιάς της Αγγλίας Ιάκωβος είχε πει πως, αν τον έβαζαν φυλακή, θα ήθελε η φυλακή του να μην ήταν τίποτε άλλο από μια σπουδαία βιβλιοθήκη. Η γνώμη αυτή αποτελεί καταξίωση του σημαντικού ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει μια βιβλιοθήκη και αναγνώριση της μεγάλης αξίας του βιβλίου. Γιατί, πράγματι, μια σπουδαία βιβλιοθήκη είναι ένα πραγματικό ανοιχτό σε όλους Πανεπιστήμιο, ένα «κομμωτήριο της ψυχής», όπως είπε κάποιος, μια ιματιοθήκη της επιστήμης, της τέχνης, της φιλολογίας και γενικότερα του πολιτισμού. Είναι ένα δωμάτιο με χιλιάδες παράθυρα -τόσα, όσα και τα βιβλία που περιέχει- που δίνουν τη δυνατότητα στον αναγνώστη να δει τον κόσμο και τη ζωή από πολλές πλευρές και να σχηματίσει μια σφαιρική εικόνα γι’ αυτόν.

Στα βιβλία είναι συγκεντρωμένη η σοφία όλου του κόσμου. Αυτά μας βοηθούν να ξεφεύγουμε από τις ανόητες και χυδαίες συντροφιές και να εισχωρούμε σε ένα κόσμο, όπου οι άνθρωποι λένε πράγματα με ουσία και νόημα και βλέπουν την ομορφιά της ζωής. Τα βιβλία ανοίγουν τα παράθυρα της ψυχής μας και αφήνουν το φως και τη ζεστασιά να την πλημμυρίσουν. Είναι οι φάροι που φωτίζουν τα κύματα του χρόνου. Αυτά είναι που φωτίζουν τον λαό, εξανθρωπίζουν τους ισχυρούς, τέρπουν την αργία των πλουσίων, διώχνουν την πλήξη, διαπαιδαγωγούν τον άνθρωπο σε όποια κοινωνική τάξη και αν ανήκει. Όπως έλεγε ο Κικέρων, τα βιβλία είναι η τροφή της νεότητας, η χαρά των γηρατειών, κόσμημα της ευδαιμονίας, καταφύγιο και παρηγοριά στη δυστυχία, ευχαρίστηση στο σπίτι, συντροφιά του ανθρώπου τη νύχτα, στο ταξίδι, στην εξοχή. Ο ίδιος προσέθετε πως, όταν αηδιάζουμε από τους ζωντανούς, μπορούμε να καταφεύγουμε στους νεκρούς συγγραφείς, που δεν έχουν τίποτε το δύστροπο, το αλαζονικό και το υστερόβουλο στις σχέσεις τους. Γι’ αυτό ο βιβλιόφιλος, όποια κι αν είναι η κοινωνική του θέση, θεωρείται ο ευτυχέστερος και ο πλουσιότερος από τους ανθρώπους.

Ο Π. Δημητρακόπουλος έλεγε πως το καλό βιβλίο είναι πολύτιμος φίλος. Ένα βιβλίο του οποίου οι σελίδες είναι ποτισμένες με το πνεύμα του αγαθού και την πνοή του ωραίου μπορεί να μεταδώσει στον αναγνώστη τη σκέψη και το συναίσθημα ανθρώπων ανώτερης διανόησης και όχι μόνο να πλουτίσει τις γνώσεις του και να εκλεπτύνει τα συναισθήματά του, αλλά και να τον τέρψει, να τον ξεκουράσει, να τον παρηγορήσει και να τον συντροφεύσει στον δύσκολο δρόμο της ζωής.

Βέβαια, δεν είναι όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν τέτοια. Γιατί, όπως έλεγε ο Καμπούρογλου, δεν είναι κάθε βιβλιογράφος συγγραφέας, όπως δεν είναι ο μαρμαράς γλύπτης, ο μπογιατζής ζωγράφος ή ο μουσικάντης μουσουργός. Υπάρχουν βιβλία που προκαλούν μεγαλύτερο κακό στους αναγνώστες από ένα δηλητήριο, γιατί, όπως έλεγε κάποιος, το δηλητήριο κάνει το κακό μια φορά, ενώ ένα κακό βιβλίο δηλητηριάζει τα πνεύματα των αναγνωστών για πολλές γενιές. Αυτό το είχε διακρίνει και ο Ροΐδης που είπε πως ο ωφελιμότερος τρόπος να μεταχειρίζονται μερικοί άνθρωποι το μελάνι τους θα ήταν, αν έβαφαν με αυτό τα υποδήματά τους. Γι’ αυτό πρέπει κανείς να επιλέγει με προσοχή το βιβλίο που θα διαβάσει, όπως ακριβώς επιλέγει με προσοχή τον φίλο με τον οποίο θα συναναστραφεί.

Δεν χρειάζεται να πει κανείς πολλά για την τιμή που κέρδιζε αυτός που στην αρχαιότητα «έπεφτε» για την πατρίδα. Αρκεί να υπενθυμίσει κανείς όσα λέει ο Σιμωνίδης ο Κείος για τους νεκρούς της μάχης των Θερμοπυλών και τον Λεωνίδα. Ο Σιμωνίδης λέει πως υπήρξε «ένδοξη η τύχη, ωραίος ο θάνατός τους κι ο τάφος τους βωμός». Γι’ αυτό λέει: «ανάμνηση τους πρέπει και όχι γόοι// κι εγκώμιο είναι γι’ αυτούς το μοιρολόι.// Τέτοιος εντάφιος στολισμός// ποτέ τη λάμψη δεν θα χάσει// απ’ τον καιρό τον παντοδαμαστή // κι ούτε σκουριά ποτέ θα τον σκεπάσει».

Ο Περικλής θεωρεί τη θυσία για την πατρίδα «κάλλιστον έρανον», ό, τι πολυτιμότερο μπορεί να της προσφέρει κανείς και λέει, εγκωμιάζοντας τους πρώτους Αθηναίους νεκρούς του Πελοποννησιακού πολέμου στον Επιτάφιό του, πως όλοι οι Αθηναίοι θα πρέπει να έχουν κατά νου πως το μεγαλείο της πόλης το απέκτησαν άνδρες «τολμώντες και γιγνώσκοντες τα δέοντα και εν τοις έργοις ουκ αισχυνόμενοι», δηλαδή άνδρες που διέθεταν τόλμη, άνδρες που είχαν σαφή και ξεκάθαρη συνείδηση του χρέους τους και είχαν την αίσθηση της ντροπής, της «αιδούς», την ώρα της μάχης και του κινδύνου. Και συμπληρώνει πως αυτοί οι άνδρες προσφέροντας τη ζωή τους κέρδισαν ξεχωριστά ο καθένας «τον έπαινο αγέραστο και τον τάφο τον λαμπρότερο απ’ όλους, όχι αυτόν στον οποίο είναι θαμμένοι, αλλά αυτόν στον οποίο η δόξα τους επιζεί, για να μνημονεύεται σε κάθε ευκαιρία είτε πρόκειται για λόγο είτε για δράση».

Όμως οι αρχαίοι δεν περιορίζονταν στα λόγια. Τιμούσαν τους νεκρούς του πολέμου και με έργα. Ο ίδιος ο Περικλής κλείνοντας την ομιλία του λέει πως οι νεκροί τιμήθηκαν σύμφωνα με τον «νόμον», την καθιερωμένη συνήθεια, και με λόγια και με έργα. Και συμπληρώνει: «Η πόλη θα αναλάβει την ανατροφή των παιδιών τους με δημόσια δαπάνη από σήμερα μέχρι να γίνουν έφηβοι, αθλοθετώντας έτσι ως βραβείο για τέτοιους αγώνες και γι’ αυτούς εδώ και για όσους μένουν στη ζωή ένα ωφέλιμο στεφάνι. Γιατί όπου το έπαθλο που έχει οριστεί για την αρετή είναι το πιο πολύτιμο, εκεί ζουν και άριστοι πολίτες» (Θουκ. Β 46: άθλα γαρ οις κείται αρετής μέγιστα, τοις δε και άνδρες άριστοι πολιτεύουσι» .

Και η εκδήλωση τιμής και ενδιαφέροντος προς τα παιδιά των νεκρών γινόταν με κάθε επισημότητα σε ιδιαίτερη τελετή. Την τελετή αυτή την περιγράφει ο Αισχίνης στην πργφ. 154 του Κατά Κτησιφώντος λόγο του. Εκεί λέει: «Ο κήρυκας παρουσίαζε τα ορφανά των οποίων οι πατέρες είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο, νέους στολισμένους με πανοπλίες και κήρυττε τον ωραιότερο κήρυγμα και το πιο προτρεπτικό στην αρετή και την ανδρεία, ότι αυτούς τους νέους που έχασαν του πατεράδες τους που έπεσαν στον πόλεμο, αφού αναδείχτηκαν γενναίοι, μέχρι την εφηβική ηλικία έτρεφε ο δήμος, και τώρα, αφού τους εξοπλίσει με αυτή εδώ την πανοπλία, τους αφήνει να χαράξουν τη δική τους πορεία ‘τύχη αγαθή’».

Αυτά μου έφερε στο νου η απόφαση της Βουλής να «υιοθετήσει» τα δύο παιδιά του άτυχου σμηναγού Γιώργου Μπαλταδώρου που έπεσε την ώρα που εκτελούσε το καθήκον του απέναντι στον εαυτό του, σ’ εμάς και την πατρίδα. Η «υιοθέτηση» αυτή σημαίνει πως η Πολιτεία θα καλύπτει τα έξοδα των παιδιών μέχρι την ενηλικίωσή τους, με ένα ποσό που ανέρχεται στο ύψος των 18.000 ευρώ ετησίως. Βέβαια, η απόφαση αυτή είναι συνέχεια της απόφασης της Ολομέλειας της Βουλής, που είχε ληφθεί το 2008 μετά από πρόταση του Προέδρου της Φ. Πετσάλνικου να υιοθετήσει η Βουλή όλα τα ανήλικα παιδιά των πιλότων των αεροσκαφών που έχασαν τη ζωή τους την ώρα του καθήκοντος από το 1996 (Ίμια) και εντεύθεν. Είχαν τότε υιοθετηθεί 29 ανήλικα παιδιά άτυχων πιλότων.

Εγώ, πάντως, θα έδινα στα ανήλικα αυτά παιδιά την ευχή που έδωσε ο ομηρικός ήρωας Αίαντας στον γιο του: «Ω παίδες, γένοισθε πατρός ευτυχέστεροι, τα δ’ άλλ’ ομοίοι», δηλαδή «Παιδιά, μακάρι να είστε πιο καλότυχοι από τον πατέρα σας, αλλά ως προς τα άλλα να του μοιάσετε».

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018 10:34

Η απάντηση που αξίζει ο Ερντογάν

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως η σύλληψη και κράτηση των δύο νεαρών στρατιωτικών από τους Τούρκους είναι ένα σοβαρό και θλιβερό γεγονός τόσο για τους γονείς και δικούς τους όσο και για τη χώρα μας. Ξεκίνησε με αφορμή αυτό το περιστατικό ένας «ακήρυκτος πόλεμος» ανάμεσα στη χώρα μας και την Τουρκία, στον οποίο ο καθένας προσπαθεί να μειώσει και να ταπεινώσει τον αντίπαλό του με διάφορους «ανόητους» πολλές φορές χαρακτηρισμούς!

Τώρα τελευταία οι προθέσεις των Τούρκων έγιναν πιο καθαρές. Όπως ήταν αναμενόμενο και φυσικό οι Τούρκοι ήθελαν να έχουν κάποιους Έλληνες «ομήρους», για να εκβιάσουν μέσω αυτών την παράδοση σε αυτούς των οκτώ στρατιωτικών που κατέφυγαν στη χώρα μας μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που εκδηλώθηκε εναντίον του Ερντογάν πριν δύο χρόνια. Το πρόβλημα, όμως, είναι αλλού. Στην αρχή όλοι, με προεξάρχοντα τα ΜΜΕ, φρόντισαν να δώσουν ένα συναισθηματικό χαρακτήρα στην θεώρηση του προβλήματος. Έτσι και οι γονείς τους, δικαιολογημένα άλλωστε, άφηναν με κάθε ευκαιρία το συναίσθημά τους να ξεχειλίζει, ενώ ήταν φανερό πως ο Ερντογάν δεν ήταν διατεθειμένος να απελευθερώσει τους δύο στρατιωτικούς μας. Έτσι, όμως, έκαναν από τη μια τους «φίλους» μας Τούρκους να επιχαίρουν και από την άλλη δεν επιτύγχαναν τίποτε.

Είναι γνωστό, πως οι τύραννοι -δεν υπάρχει, βέβαια, καμιά αμφιβολία πως ο Ερντογάν ενεργεί και αποφασίζει ως τύραννος-, προβάλλουν πάντα την ισχύ τους και την «εξουσία» που έχουν να φυλακίζουν και να στέλνουν στον θάνατο όποιον θέλουν. Αυτή την «εξουσία» του πρέπει να μειώσουμε με τη στάση μας, να δείξουμε πως δεν την υπολογίζουμε, έχοντας υπόψη πως αυτός που δεν δίστασε να καταρρίψει ρωσικό πολεμικό αεροπλάνο, γιατί παραβίασε για λίγο τον τουρκικό εναέριο χώρο, δεν πρόκειται να διστάσει να κάνει οτιδήποτε που θα φέρει τη χώρα μας σε δύσκολη θέση. Και μια και το φέρνουν οι άγιες μέρες που περνούμε, όταν ο Χριστός αδιαφόρησε και δεν απάντησε στον Πιλάτο που τον ρώτησε «Πόθεν ει συ;», αυτός, ο Πιλάτος, του παρατήρησε: «Δεν απαντάς σε μένα; Δεν ξέρεις πως έχω τη εξουσία να σε σταυρώσω ή να σε ελευθερώσω;». Και ο Ιησούς απάντησε: «Δεν θα είχες καμιά εξουσία πάνω μου, αν δεν σου είχε δοθεί από ψηλά» (Ευαγγ. Κατά Ιωάννη, ιθ΄16).

Βέβαια, δεν μπορούμε να υποβαθμίσουμε την «εξουσία» του Ερντογάν απαντώντας με παρόμοιο τρόπο. Μπορούμε, όμως, να τη μειώσουμε τηρώντας απέναντι στην «εξουσία» του αυτή μια στάση όμοια με αυτή που τήρησε η Αντιγόνη απέναντι στον Κρέοντα στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή. Στην ανάκριση που υποβάλλει ο Κρέοντας την Αντιγόνη μετά τη σύλληψή της τη ρωτά: «Ήξερες ότι είχα απαγορέψει την ταφή του Πολυνείκη και ότι προβλέπεται ποινή θανάτου για τον παραβάτη;». Η Αντιγόνη με πλήρη αδιαφορία και αποφασιστικότητα απαντά πως το ήξερε πως η διαταγή του Κρέοντα ήταν ευρέως γνωστή. «Και τόλμησες», λέει ο Κρέων, «να παραβείς τη διαταγή μου;». Και η Αντιγόνη του απαντά με αγέρωχο ύφος: «Ναι, τόλμησα, γιατί αυτό θεώρησα σωστό». Και χτυπώντας τον Κρέοντα εκεί που πονά, δηλαδή στην «εξουσία» του να τιμωρεί με θάνατο αυτόν που θέλει, προσθέτει: «Κι αν θα πεθάνω, καθόλου δε με νοιάζει. Γιατί το ήξερα πως κάποτε θα πεθάνω, κι αν εσύ δεν είχες διακηρύξει αυτό». Η στάση της ηρωίδας χτύπησε τον Κρέοντα στο ευαίσθητό του σημείο. Με λίγα λόγια τον «αφόπλισε»!

Τι εννοώ; Δεν είναι ανάγκη να εκλιπαρούμε τον Ερντογάν να απελευθερώσει τους δύο στρατιωτικούς μας, γιατί αυτό του δίδει ικανοποίηση, γιατί επιβεβαιώνει την αντίληψη που έχει για τη δύναμή του. Αναφέρεται πως μία Σπαρτιάτισσα είχε στείλει στον πόλεμο πέντε παιδιά της. Ένας αγγελιαφόρος της έφερε το μήνυμα πως και τα πέντε παιδιά της σκοτώθηκαν σε μια μάχη. Αυτή, τηρώντας ηρωική στάση, είπε πως δεν ήθελε ν’ ακούσει γι’ αυτό, αλλά για την πατρίδα. Ο αγγελιαφόρος της είπε πως η πατρίδα νίκησε. Τότε αυτή είπε: «Χαλάλι, λοιπόν, τα παιδιά μου που με τον θάνατό τους συνέβαλαν στη νίκη της πατρίδας». Ας τηρήσουμε αυτή την «ελληνοπρεπή» στάση της αρχαίας Σπαρτιάτισσας και στη δική μας περίπτωση.

 

* Ο Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

 

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018 15:43

Το ηθικό πλεονέκτημα…

Στις Ευρωεκλογές του 2009 η πολιτική συζήτηση είχε επικεντρωθεί στην έννοια «βάρβαρος» και «βαρβαρότητα». Μετά το «Καραμανλής ή τανκς» του παρελθόντος ήρθε τότε το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Δύσκολο πρόβλημα, αλήθεια (!). Οι πολίτες κλήθηκαν ουσιαστικά να κρίνουν όχι ποιος είναι πιο κατάλληλος να υπηρετήσει τα εθνικά μας συμφέροντα στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά ποιος είναι ή δεν είναι «βάρβαρος»! Η ιστορία όμως επαναλαμβάνεται και δείχνει πως το «πάθος - μάθος» του Αισχύλου δεν έχει καμιά σημασία για τους πολιτικούς μας. Έτσι, και σήμερα οι κυβερνώντες -αυτοί έχουν το μαχαίρι και το πεπόνι- θέτουν τον λαό μπροστά στο δίλημμα: ηθικότητα ή ανηθικότητα και σκάνδαλα; Οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ απερίφραστα μιλούν για το «δήθεν» ηθικό πλεονέκτημα που έχουν έναντι των άλλων, των αντιπάλων τους, και καλούν τον λαό να τους ακολουθήσει.

Ο συλλογισμός στον οποίο στηρίζονται είναι ο εξής: Οι αριστεροί είναι ηθικοί -Ο ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπεί την αριστερά-. Άρα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ηθικό πολιτικό κόμμα! Με ένα παρόμοιο συλλογισμό οι κυβερνώντες βγάζουν ανήθικους τους αντιπάλους τους. Λένε δηλαδή: Οι δεξιοί είναι ανήθικοι -Η Ν.Δ. εκπροσωπεί τη δεξιά-. Άρα, η Ν.Δ είναι ανήθικη.

Όμως, για να είναι ένας συλλογισμός «ορθός», σύμφωνα με την τυπική Λογική, πρέπει να είναι «αληθής», δηλαδή οι προτάσεις στις οποίες στηρίζεται να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, και να είναι και «έγκυρος», δηλαδή να ακολουθεί τους κανόνες της Λογικής. Δυστυχώς, ο πρώτος συλλογισμός, μπορεί να είναι «έγκυρος», γι’ αυτό άλλωστε παραπλανά και παρασύρει τους αμόρφωτους, αλλά δεν είναι «αληθής», γιατί κανείς δεν μπορεί να δεχτεί τη γενίκευση πως κάθε αριστερός είναι a priori ηθικός και τίμιος και πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι γνήσιο αριστερό κόμμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμμα αριστερό μόνο στα χαρτιά. Στην πράξη έχει υιοθετήσει πολιτικές που ούτε οι φιλελεύθεροι δε θα μπορούσαν να εφαρμόσουν.

Αλλά και ο δεύτερος συλλογισμός δεν είναι «ορθός», γιατί μπορεί να είναι «έγκυρος», αλλά δεν είναι «αληθής» ως προς την πρώτη πρόταση (προκείμενη), ότι όλοι οι δεξιοί είναι a priori ανήθικοι! Ο δεύτερος μάλιστα συλλογισμός υπερτερεί έναντι του πρώτου σε εντιμότητα, γιατί η δεύτερη πρόταση, ότι η Ν.Δ. εκπροσωπεί τη δεξιά είναι αληθινή. Η Ν.Δ. δεν αποκρύπτει ότι είναι (κεντρο)δεξιό κόμμα. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ προσποιείται ότι είναι κόμμα αριστερό, ενώ στην πραγματικότητα έχει προ πολλού παύσει να είναι. Γι’ αυτό άλλωστε και ένα μέρος του τον έχει εγκαταλείψει.

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Αν οι δεξιοί είναι ανήθικοι και αμαρτωλοί, τότε τι είναι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες που παραδέχονται πως είναι δεξιότεροι της Ν.Δ; Δε φοβούνται οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ μήπως «μολυνθούν» από την ανηθικότητά τους;

Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις υποκρισίες και ας ομολογήσουμε πως ούτε όλοι οι Συριζαίοι είναι ηθικοί ούτε και όλοι οι Νεοδημοκράτες. Σε όλα τα κόμματα υπάρχουν και ηθικοί και ανήθικοι. Και ο χρόνος μόνο θα δείξει τι πραγματικά είναι. Εξάλλου, όπως έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, «αρχή άνδρα δείκνυσι». Ο τρόπος άσκησης της εξουσίας θα δείξει την ηθική ποιότητα όλων. Γιατί πρέπει να γνωρίζουμε πως δίκαιος δεν είναι αυτός που δεν αδικεί, αλλά αυτός που θα μπορούσε να αδικήσει, αλλά δεν το κάνει. Ο ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τώρα δεν είχε τη δυνατότητα να διαχειριστεί δημόσια χρήματα, να διορίσει στο δημόσιο, να εφαρμόσει την αξιοκρατία σε αυτό. Τώρα, δυστυχώς, ο λαός τού έχει δώσει αυτή τη δυνατότητα. Και δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως έχει δείξει μεγαλύτερη ηθικότητα έναντι των προκατόχων του!

Και κάτι ακόμα. Εκεί που όλοι μιλούνε για ηθική, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ηθική, γιατί οι υγιείς δεν σχολιάζουν ποτέ την υγεία, και το ότι κάποιος καταδικάζει και αποστρέφεται την ανηθικότητα δεν αποτελεί αρκετό πειστήριο της ηθικής του. Η τάση των ηθικολόγων να πολεμούν συνεχώς την αμαρτία είναι κατά κανόνα μια μονομανής προσήλωση σε αυτή και η ηθική που βαφτίζεται στην κολυμβήθρα της υστεροβουλίας παίρνει το όνομα «Ανηθικότητα».

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018 13:51

Ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο;

Πέρασαν 55 χρόνια από το 1963, τότε που παρακρατικοί σκότωσαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη και έκαναν τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να υποβάλει το ερώτημα: «Ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο;». Υποτίθεται πως μετά από την πάροδο τόσων ετών, η δημοκρατία μας έχει εξυγιανθεί, έχει ανδρωθεί και «έχει βρει» τον δρόμο της. Δυστυχώς, το ίδιο ερώτημα πλανάται στα χείλη όλων, έστω και αν πολλοί δεν το ομολογούν. Πολλοί, βέβαια, θα απαντούσαν σε αυτό το ερώτημα λέγοντας πως τη χώρα μας την κυβερνά η εκλεγμένη κυβέρνηση και μέσω αυτής ο λαός που την εξέλεξε. Όμως τα πράγματα δεν φαίνεται να έχουν έτσι. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχαν έτσι, γιατί διαχρονικά τη χώρα κυβερνούσαν κάτι δυναμικές μειοψηφίες που με τον δυναμισμό τους κατόρθωναν να επιβάλλουν τη θέλησή τους στους εκάστοτε κυβερνώντες. Και αυτό ίσχυε σε όλους τους τομείς της κρατικής δραστηριότητας. Αυτές οι μειοψηφίες έβλεπαν πως δεν πρόκειται να κυβερνήσουν με νόμιμο τρόπο, έβλεπαν πως δεν μπορούσαν να καταπολεμήσουν τις ιδέες που γεννιούνταν με τις δικές τους ιδέες και προσπαθούσαν να κυβερνήσουν με τον εκβιασμό και τη βία, με την κτηνώδη δύναμη. Και εξαίρεση βέβαια σε αυτή την πρακτική δεν αποτελεί ο ΣΥΡΙΖΑ, μόνο που αυτός δεν περίμενε ποτέ πως θα κυβερνήσει. Κι έτσι είναι μπλεγμένος στα δίχτυα που ο ίδιος έστησε…

Και για να γίνω πιο σαφής. Όταν υπηρετούσα ως σχολικός σύμβουλος στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, επισκέφτηκα ένα Τεχνικό Λύκειο. Σε συζήτηση που είχα με τους εκπαιδευτικούς, αυτοί παραπονέθηκαν ότι οι μαθητές «δεν διαβάζουν». Τους παρατήρησα πως δεν βλέπω να αφήνουν κανένα στην ίδια τάξη και αυτοί με αφοπλιστικό τρόπο μού είπαν πως αν αφήσουν κάποιον στάσιμο, την επόμενη θα βρουν το αυτοκίνητό τους καταστραμμένο! Και με διαβεβαίωσαν πως στο παρελθόν είχε συμβεί αυτό! Κάποιοι, λοιπόν, με απειλές και εκβιασμούς κατορθώνουν να επιβάλλουν τη θέλησή τους στα κέντρα εξουσίας και να διαμορφώνουν αποφάσεις που τους εξυπηρετούν.

Ας θυμηθούμε, ακόμη, εκείνη την άθλια και ντροπιαστική για μια δημοκρατία σκηνή, στην οποία ο πρόεδρος της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, κάποιος Φωτόπουλος, κρατούσε «όμηρο» την υπουργό, την -υποτίθεται- προϊσταμένη του, σύμφωνα με την απόφαση του ελληνικού λαού, την απειλούσε και την ανάγκαζε να στέκεται προσοχή μπροστά του! Απειλούσε, βέβαια, πως θα κατεβάσει τους διακόπτες και θα δημιουργήσει οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα. Ο εκβιασμός στην αποθέωσή του!

Και σήμερα σωρεία γεγονότων έρχονται να μας πείσουν πως ζούμε τη «δημοκρατία των εκβιασμών». Πριν από λίγες μέρες, η Πολιτεία (;) αποφάσισε να μεταφερθεί ένας επίδοξος δολοφόνος από μια φυλακή σε άλλη. Και η απόφαση εκτελέστηκε. Ξεσηκώθηκαν, όμως, πάλι οι «δυναμικές μειοψηφίες» και κατόρθωσαν να ανατρέψουν αυτή την απόφαση, εξευτελίζοντας το κράτος και αυτούς που το εκφράζουν. Κι, όμως, είναι γνωστό πως με βάση την Κυβερνητική Τέχνη δεν πρέπει να επιβάλλονται ποινές που δεν μπορούν να υλοποιηθούν, και, αν επιβληθούν, δεν πρέπει με κανένα τρόπο να ανακαλούνται. Δεν είναι δυνατόν η δικαιοσύνη να αποφασίζει κάτω από πίεση, εκβιασμούς και πολλές φορές βία. Γιατί ο δικαστής που φοβάται είναι χειρότερος και από τον αγράμματο δικαστή.

Το ερώτημα «Ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο;» εγείρεται ακόμη εντονότερο μετά τα κωμικοτραγικά γεγονότα που εκτυλίχτηκαν στην Τούμπα κατά τον αγώνα ΠΑΟΚ - ΑΕΚ. Τη μια το γκολ του ΠΑΟΚ ακυρώθηκε, την άλλη -μετά από διαβούλευση στα αποδυτήρια- επικυρώθηκε ως κανονικό. Τη μια παρεμβαίνει κάποιος παράγοντας και, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, απειλεί τον διαιτητή πως αν δεν κατακυρώσει υπέρ του ΠΑΟΚ το γκολ, «τέλειωσε», και την άλλη ορμά ο μεγαλομέτοχος του ΠΑΟΚ, Σαββίδης, ως «ταύρος μαινόμενος» στο γήπεδο, απειλώντας να τα «κάνει όλα λίμπα». Και δεν ήταν μόνο αυτό, αλλά άφησε να φαίνεται και το όπλο που κρεμόταν από τη μέση του, σε μια έκφραση «άθλιου» συμβολισμού.

Όμως, ας δούμε το πράγμα και διαφορετικά. Ο κ. Καμμένος κατηγορείται για κάποιο «σκάνδαλο», για τη διερεύνηση του οποίου η αντιπολίτευση ζητά σύσταση προανακριτικής επιτροπής, όπως έγινε και με την υπόθεση «Novartis». Είναι σχεδόν βέβαιο πως ο ΣΥΡΙΖΑ, αν ήταν αντιπολίτευση, θα ψήφιζε θετικά. Τι θα κάνει, όμως, τώρα; Η γυναίκα του Καίσαρα, κατά το λεγόμενο, δεν αρκεί να είναι τίμια, αλλά πρέπει και να φαίνεται πως είναι. Υπάρχει, όμως, το όπλο του εκβιασμού. Ή με προστατεύεις, έστω και αν πιστεύεις ότι «αμάρτησα», ή σε ρίχνω! Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πώς ασκείται η πολιτική στη χώρα μας. Δεν θα είχε άδικο κάποιος, αν υποστήριζε πως ζούμε μια άλλη μορφή δημοκρατίας, την «δημοκρατία του εκβιασμού». Με μια τέτοια όμως δημοκρατία, η χώρα δεν μπορεί να ορθοποδήσει και να πάει μπροστά.

Πάντως η ιστορία έχει δείξει πως η βία μπορεί να καθυποτάξει τα πάντα, αλλά οι νίκες της διαρκούν λίγο. Αυτοί που στηρίζονται στη βία, γρήγορα θα φτάσουν στο σημείο να την τρέμουν, γιατί, όπως έλεγε ο Σέλεϋ, θερίζεις αυτό που σπείρεις, γιατί η βία προκαλεί πάντοτε βία.

Παρασκευή, 09 Μαρτίου 2018 17:53

Περί συκοφαντίας (Μέρος Β΄)

Είναι πανθομολογούμενο ότι η εξουσία είναι πολύ γλυκιά. Είναι μια «πολύφερνη» νύφη και γι’ αυτό οι «μνηστήρες» της είναι πάντα πάρα πολλοί. Και είναι και βολική, γιατί κάνει ό,τι τής ζητήσεις. Δεν σου αρνείται τίποτε. Εξασφαλίζει χρήμα και δόξα όχι μόνο σε αυτούς που την κατακτούν, αλλά και στους δικούς τους, τους συγγενείς, τους γνωστούς και τους φίλους. Και γι’ αυτό οι «μνηστήρες» της, κάνουν ό,τι είναι δυνατό να την κατακτήσουν και όταν την κατακτήσουν να τη διατηρήσουν. Στο προηγούμενο σημείωμα είχαμε πει πως οι αρχαίοι μας πρόγονοι χρησιμοποιούσαν τον οστρακισμό και τη συκοφαντία για να απαλλαγούν από τους «οχληρούς» και επικίνδυνους αντιπάλους τους. Σήμερα τα δύο έχουν συγκεραστεί στο ένα, στη συκοφαντία. Με όπλο αυτή, οι πολιτικοί προσπαθούν να απαξιώσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, να τους εκτοπίσουν και να κυριαρχήσουν.

Και είναι η συκοφαντία πολύ εύκολη, γιατί ο συκοφάντης βρίσκει περισσότερους οπαδούς από τον φιλαλήθη, γιατί η φύση του ανθρώπου είναι φιλοκατήγορη. Να συκοφαντήσεις έναν έντιμο άνθρωπο είναι το ίδιο εύκολο, όπως το να σκοτώσεις κάποιον που κοιμάται, είχε πει κάποιος. Κι είναι και μέθοδος πολύ αποτελεσματική και δραστική. Ο Διογένης από τη Σινώπη έλεγε πως από τα άγρια θηρία το χειρότερο δάγκωμα το κάνει ο συκοφάντης, ενώ ο Ν. Σαμφόρ τόνιζε πως η συκοφαντία είναι σαν την ενοχλητική σφήκα που, αν προσπαθήσεις να τη διώξεις, σου επιτίθεται με μεγαλύτερη μανία. Και ο Σωκράτης έλεγε πως ο κακόλογος και συκοφάντης είναι χειρότερος από τον φονιά, γιατί ο συκοφάντης σκοτώνει την τιμή ενός ανθρώπου, ενώ ο φονιάς τη ζωή του και επειδή η τιμή είναι ανώτερη από τη ζωή, η κακολογία και η συκοφαντία είναι σοβαρότερη από τον φόνο. Κι από την άλλη, ο φονιάς σκοτώνει με μεγάλο κίνδυνο της ζωής του μόνο τους ζωντανούς, ενώ ο κακόλογος με μια κουβέντα του και με μεγάλη ασφάλεια, σκοτώνει και ζωντανούς και πεθαμένους. Ένας Σπαρτιάτης κάποτε ακόνιζε το ξίφος του. Κάποιος τον ρώτησε αν είναι κοφτερό. Και εκείνος απάντησε πως είναι πιο κοφτερό και από την συκοφαντία. Τόσο φοβερό πράγμα είναι η συκοφαντία. Και ο λαός αξιολογώντας με παρόμοιο τρόπο τη συκοφαντία, λέει: «Κάλλιο να σου βγει το μάτι παρά το όνομα».

Και δεν είναι τυχαίο πως η συκοφαντία στοχεύει πάντα τους πιο ικανούς. Αυτή συνήθως χτυπά τους άξιους ανθρώπους, όπως τα σκουλήκια ρίχνονται στα καλύτερα φρούτα. Η συκοφαντία είναι αδιάφορη για τους τιποτένιους, έλεγε ο Μπαλζάκ. Τα καρποφόρα δέντρα συνήθως πετροβολούν οι άνθρωποι. Αυτός που αξίζει, συκοφαντείται και πετροβολείται. Όταν είσαι μετριότητα, το δύσκολο δεν είναι να αποφύγεις τη συκοφαντία, αλλά να τη βρεις.

Και στο σκάνδαλο της «Novartis», κανείς δεν ξέρει αν οι «αναφερόμενοι» πολιτικοί είναι πράγματι «μπλεγμένοι» ή απλώς συκοφαντούνται. Η δικαιοσύνη θα το δείξει. Όμως δεν είναι δυνατό να κατηγορούνται και να σπιλώνονται άνθρωποι, όποιοι και αν είναι αυτοί, με αόριστες αναφορές άγνωστων «προστατευόμενων» μαρτύρων. Και είναι αυτό το πιο επικίνδυνο, γιατί δεν είναι φοβερό το αγκάθι της φραγκοσυκιάς που φαίνεται, αλλά το αγκάθι που είναι στη φαρμακόγλωσσα του συκοφάντη και δεν φαίνεται. Και πρέπει να έχουμε υπόψη πως, όπως έλεγε ο Αίσωπος, «δολοφόνοι δεν είναι αυτοί που κάνουν τα μαχαίρια, αλλά αυτοί που τα χρησιμοποιούν». Έτσι και τώρα πιο άθλιοι από τους συκοφάντες είναι αυτοί που χρησιμοποιούν τις συκοφαντίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, τρία πράγματα μπορεί να συμβαίνουν. Ή όλοι να είναι ένοχοι, πράγμα σχεδόν απίθανο, ή όλοι να είναι αθώοι ή άλλοι να είναι ένοχοι και άλλοι αθώοι. Αυτοί που θα κριθούν ένοχοι οφείλουν να τιμωρηθούν σκληρά και παραδειγματικά. Αυτοί, όμως, που είναι αθώοι, αλλά σπιλώνονται και συκοφαντούνται, και αν ακόμη δικαιωθούν, ποτέ δε θα επανέλθουν στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν τη συκοφαντία. Γι’ αυτό το έγκλημα επιβάλλεται να τιμωρηθούν αυτοί που τους σπίλωσαν και τους εξευτέλισαν. Έτσι δεν έκαναν οι αρχαίοι Αθηναίοι;

Ας έχουμε πάντως υπόψη πως μπορεί το φεγγάρι να συκοφαντεί τον ήλιο, όταν εκείνος λάμπει και τον πιστεύουν τα άστρα. Μα όταν ο ήλιος εμφανιστεί, το φεγγάρι χάνεται. Όταν κάποιος φορτώνει το πουλί της συκοφαντίας που εξαπολύει με υπερβολικές συκοφαντίες, είναι επόμενο αυτό να πέσει από το βάρος του και γρήγορα θα τελειώσει η αποστολή του. Και τότε η συκοφαντία γίνεται όπλο που δεν σκοτώνει τον άλλο, αλλά τραυματίζει τον χρήστη του. Και το χειρότερο είναι πως και η επόμενη κυβέρνηση θα θελήσει να διερευνήσει υπαρκτά ή ανύπαρκτα σκάνδαλα της παρούσας. Κι είναι εύκολο η πλειοψηφία να μεταχειρίζεται όπως θέλει τη μειοψηφία. Γιατί όπως είπαμε, η συκοφαντία είναι εύκολο πράγμα. Όποιος θέλει να πετροβολήσει κάποιον, βρίσκει πέτρες ακόμη και στην επιφάνεια της θάλασσας. Η «λάσπη» γίνεται από χώμα και νερό, και αυτά τα στοιχεία υπάρχουν άφθονα στη φύση. Τελειώνω με μία πρόβλεψη: όσοι από τους κατηγορούμενους θέσουν υποψηφιότητα στις επόμενες εκλογές, θα είναι πρώτοι σε ψήφους (!).

Παρασκευή, 02 Μαρτίου 2018 13:19

Περί συκοφαντίας (Α΄ Μέρος)

Παρακολουθώντας την άθλια πραγματικά εικόνα που παρουσίασε η Βουλή στη διάρκεια της συζήτησης για τον ορισμό προανακριτικής επιτροπής για τη διερεύνηση της υπόθεσης της «Novartis» και έχοντας υπόψη τους σοβαρούς εξωτερικούς κινδύνους που απειλούν από όλες τις πλευρές τη χώρα μας, σκέφτηκα να τιτλοφορήσω το άρθρο μου «Των οικιών ημών εμπιμπραμένων ημείς άδομεν» ή «Ο κόσμος χάνεται και η γριά ψειρίζεται» ή «Άναρχοι …άρχοντες» ή «Πολιτικός αμοραλισμός». Διαπίστωσα, όμως, πως είχα στο παρελθόν χρησιμοποιήσει αυτούς τους τίτλους σε άρθρα μου, σε άλλες κυβερνήσεις. Πείστηκα ότι τίποτε δεν αλλάζει στην πολιτική ζωή του τόπου μας, πως «το πάθος δεν γίνεται μάθος» και πως οι ίδιες αρχές και οι ίδιες αξίες την διαμορφώνουν πάντοτε. Βεβαιώνεται η άποψη του Θουκυδίδη πως η φύση των ανθρώπων δύσκολα αλλάζει και πως όσο αυτή παραμένει η ίδια, θα βρισκόμαστε μπροστά στα ίδια φαινόμενα πολιτικής παθογένειας.

Έχει επικρατήσει και έχει ριζώσει βαθιά μέσα στο μυαλό και την ψυχή αυτών που μας κυβερνούν το «Πας μη Έλλην …βάρβαρος», καθένας που δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας και πρέπει να εξοντωθεί. Αν οι ιθύνοντες δαπανούσαν στην ανεύρεση τρόπων επίλυσης των προβλημάτων που απασχολούν τον λαό τόση φαιά ουσία, όση δαπανούν στην προσπάθεια εξεύρεσης τρόπων εξόντωσης των αντιπάλων τους, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα.

Και μη νομίζετε πως αυτή η τακτική είναι γνώρισμα των τελευταίων ετών. Υπήρχε από την αρχαιότητα, χαρακτήριζε τις παρηκμασμένες και ξεπεσμένες δημοκρατίες και σχετίζεται με την παθολογία των πολιτικών αγώνων. Τον 4ο π.Χ. αι. στην Αθήνα, οι αντίθετοι σε μια πολιτική επιδίωκαν να αχρηστέψουν τον εμπνευστή της ή άλλον από τους υποστηρικτές της με τον οστρακισμό και την πολιτική δίκη, μέσα που νόθευαν την πολιτική διαμάχη με στοιχεία αλλότρια προς την πολιτική και έφθειραν τα πολιτικά ήθη. Το αμυντικό σύστημα του πολιτεύματος παρήγε και χρησιμοποιούσε ως μέσο για την επίτευξη των στόχων του, την πληγή της συκοφαντίας. Με τον όρο «συκοφάντης», οι αρχαίοι δήλωναν τους εκβιαστές που αποσπούσαν χρήματα από πλούσιους ή απλώς εύπορους πολίτες με την απειλή ότι θα τους σύρουν στα δικαστήρια ακόμη και με ασύστατες κατηγορίες. Το φαινόμενο αυτό άρχισε νωρίς, διαδόθηκε πολύ και έγινε χρόνιο. Εμφανίστηκε μάλιστα και στις δημοκρατίες άλλων πόλεων. Ο Αριστοτέλης ταυτίζει τους συκοφάντες με τους δημαγωγούς αυτών των δημοκρατιών (Πολιτ. 1304 b 20 κ.ε.), ενώ ο Αριστοφάνης, με κάποια υπερβολή και ποιητική αδεία, υπαινίσσεται ότι όλοι οι Αθηναίοι ήταν συκοφάντες (Εκκλ. 439 κ.ε.).

Η αθηναϊκή δημοκρατία, όπως και η σημερινή, έδινε το δικαίωμα σε κάθε πολίτη να γίνεται αυτόκλητος δημόσιος κατήγορος (ο βουλόμενος). Τον προκαλούσε μάλιστα να ασκήσει αυτό το δικαίωμα με το δέλεαρ του χρηματικού κέρδους που ήταν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό (το μισό ή τα δύο τρίτα) της δημευόμενης περιουσίας του κατηγορουμένου που καταδικαζόταν. Ο κατήγορος από την πλευρά του, δεν διέτρεχε σοβαρούς κινδύνους. Αν η κατηγορία του απορριπτόταν με τα τέσσερα πέμπτα των ψήφων, είχε να χάσει μόλις χίλιες δραχμές. Αν εισαγόταν σε «δίκη συκοφαντίας» και καταδικαζόταν, η ποινή δεν ήταν μεγάλη. Η μεθόδευση αυτή ιδιαίτερα σε εποχές οικονομικής και ηθικής κρίσης, εύκολα παράγει και αναπτύσσει τη συκοφαντική διάθεση, όπως συμβαίνει και σήμερα. Άνθρωποι αναίσχυντοι και τυχοδιωκτικοί αναδέχονταν τον κίνδυνο μικρών ζημιών από χαμένες αγωγές υπολογίζοντας στα κέρδη από αγωγές που κέρδιζαν!

Ένας άλλος παράγοντας που ευνοούσε τη συκοφαντία ήταν η απουσία δημόσιου κατηγόρου και ανακριτή. Η ανάκριση απλώς κατέγραφε στοιχεία που προσκομίζονταν από τους κατηγόρους. Η δικονομία δεν προέβλεπε εμβάθυνση στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία. Αλλά και η κακή διάθεση των φτωχών πολιτών απέναντι στους πλούσιους συντελούσε στην ανάπτυξη της συκοφαντίας. Το πλήθος ήταν εύπιστο, όταν καταγγελλόταν ένας πλούσιος, και οι άνθρωποι του λαού που μετείχαν στη σύνθεση του Ηλιαστικού δικαστηρίου που δίκαζε την υπόθεση, έρεπαν προς την καταδίκη του κατηγορουμένου.

Θα ρωτήσει κανείς τι σχέση έχουν όλα αυτά με την υπόθεση της «Novartis». Πώς δεν έχουν; Όλοι οι κατηγορούμενοι δέχτηκαν στη Βουλή πως υπάρχει σκάνδαλο στον τρόπο που λειτουργούσε αυτή η φαρμακευτική εταιρεία στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες. Το γεγονός ότι υπάρχει σκάνδαλο δε σημαίνει πως αυτό το δημιούργησαν οι δέκα διωκόμενοι πολιτικοί και εξέχοντες άνδρες της πολιτικής και οικονομικής ζωής της χώρας μας. Παλαιότερα έλεγαν «ένας μάρτυρας, κανένας μάρτυρας». Είναι δυνατό τώρα να στηριχτεί κατηγορία πάνω σε αόριστες καταγγελίες άγνωστων ατόμων, «προστατευόμενων» και «κουκουλοφόρων»; Αυτοί που εξυπηρετούνται από όλη αυτή την κατάσταση διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και λένε πως τα δέκα αυτά άτομα είναι απλώς «αναφερόμενοι». Δεν είναι «κατηγορούμενοι». Αυτοί θα μας κάνουν να ξεχάσουμε και τα ελληνικά που ξέρουμε! Αλήθεια, τα πρόσωπα αυτά «αναφέρονται» ως τι; Ως μεγάλοι ευεργέτες ή ως σωτήρες του έθνους; Αναφέρονται ως απατεώνες και ως λυμεώνες του δημοσίου χρήματος. Μερικοί μάλιστα με αυθάδεια και απύθμενη υποκρισία, τους κάλεσαν να αποδείξουν την αθωότητά τους! Αλλά πότε θα την αποδείξουν; Και, αν την αποδείξουν, δεν θα έχουν πληγωθεί ηθικά και πολιτικά; Μπορεί η πληγή να κλείσει αλλά το τραύμα θα παραμείνει για πολύ καιρό ή και για πάντα. Αλλά γι’ αυτό στο επόμενο…

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018 13:24

Η δίκη των δέκα στρατηγών

Παρακολουθώντας τη συζήτηση για τη συγκρότηση προανακριτικής επιτροπής για τη διερεύνηση του σκανδάλου της «Novartis», ήρθε στο μυαλό μου ένα παθογόνο γεγονός της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας, τη δίκη των δέκα στρατηγών που ακολούθησε μετά τη ναυμαχία στις Αργινούσες το 406 π.Χ., γιατί οι δύο στρατηγοί, ο Θρασύβουλος και ο Θηραμένης, δεν κατόρθωσαν εξαιτίας της μεγάλης θαλασσοταραχής να εκπληρώσουν το χρέος τους και να φέρουν σε πέρας το έργο που τους είχε ανατεθεί, δηλαδή να περισυλλέξουν τους 3.000 - 5.000 ναυαγούς και τα ναυάγια από τα 25 πλοία που είχαν χάσει οι Αθηναίοι.

Η συνέχεια γράφτηκε στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι χάρηκαν βέβαια για την περιφανή νίκη τους, αλλά θεώρησαν εγκληματική ενέργεια το γεγονός ότι δεν περισυλλέγησαν οι ναυαγοί, για να ταφούν στην πατρίδα τους. Η αμέλεια των στρατηγών ήταν σκανδαλώδης, όπως είναι σκανδαλώδης και η υπόθεση της «Novartis». Στην αρχαία Αθήνα κατηγορήθηκαν οι «δέκα» στρατηγοί και στην υπόθεση της «Novartis» κατηγορήθηκαν δέκα εξέχοντες πολιτικοί, δέκα πραγματικοί «στρατηγοί» των κομμάτων ή προσωπικότητες που, κατά τα λεγόμενα, ενοχλούσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την κυβέρνηση.

Όταν οι στρατηγοί έμαθαν την κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα, έστειλαν επιστολή στην οποία ανέφεραν πως είχαν αναθέσει αυτό το έργο σε έμπειρους και ικανούς τριηράρχους και πως, αν θα έπρεπε να θεωρηθούν κάποιοι υπεύθυνοι, που κατά τη γνώμη τους λόγω της κακοκαιρίας δεν υπήρχαν, αυτοί ήταν εκείνοι στους οποίους είχε ανατεθεί το έργο. Η ενέργεια αυτή έκανε έξαλλο τον Θηραμένη, που βέβαια σε περίπτωση καταδίκης του, κινδύνευε με θάνατο και υποστήριξε ότι οι στρατηγοί ευθύνονται, γιατί κυνήγησαν τη δόξα και τη νίκη αδιαφορώντας για τους ναυαγούς και ότι μάλιστα ήταν δυνατό να υπήρχε και συμπαιγνία ανάμεσα στους υπόλοιπους οκτώ στρατηγούς να θυσιάσουν τους ναυαγούς για τη δόξα. Παρόμοια, σήμερα τονίζεται πως οι κατηγορούμενοι προτίμησαν να χρηματιστούν αδιαφορώντας για τον ελληνικό λαό και το ελληνικό δημόσιο. Τότε οι Αθηναίοι καθαίρεσαν τους δέκα στρατηγούς από το αξίωμά τους και τους καλούσαν να επιστρέψουν στην Αθήνα, για να λογοδοτήσουν. Τώρα οι κυβερνώντες προσπαθούν να θέσουν «εκτός μάχης» τους επιφανείς πολιτικούς αντιπάλους τους εμπλέκοντάς τους στο σκάνδαλο.

Με πρωταγωνιστές διάφορους πολιτικούς που εκμεταλλεύτηκαν το κλίμα, για να εξυπηρετήσουν το προσωπικό τους συμφέρον, η αθηναϊκή κοινή γνώμη έγινε πιεστική σε βαθμό οχλοκρατίας. Προτάθηκε να τεθεί μία κάλπη για όλους και να εκδοθεί μια μαζική απόφαση για τους στρατηγούς, και τα μέλη της συνέλευσης να ψηφίσουν με ανάταση της χειρός αν οι στρατηγοί ήταν υπεύθυνοι ή όχι για το συγκεκριμένο αδίκημα. Πάντως, αυτή η προτεινόμενη ομαδική καταδίκη χωρίς να έχει ουσιαστικά προηγηθεί δίκη, ήταν νομικά απαράδεκτη στην αθηναϊκή δημοκρατία. Και η σημερινή κυβέρνηση, όπως ειπώθηκε, προσπάθησε με διάφορα πολιτικά τεχνάσματα και «τερτίπια» να οδηγήσει την υπόθεση εκεί που ακριβώς ήθελε παραβιάζοντας κάθε έννοια νομικής διαδικασίας.

Το θέμα της μιας ή των δέκα καλπών παραπέμφθηκε στους Πρυτάνεις που αποτελούσαν στην ουσία ένα προβουλευτικό, γνωμοδοτικό σώμα. Οι Πρυτάνεις αντέδρασαν και είπαν πως η σχεδιαζόμενη δίκη με μία κάλπη είναι παράνομη. Ανάμεσα τους ήταν και ο Σωκράτης, που επέμεινε μέχρι τέλους ότι δεν θα παρανομούσε και δε θα προωθούσε για ψήφιση κάτι παράνομο. Με τον Σωκράτη συμφώνησε και ο Ευρυπτόλεμος, που πήρε τον λόγο και είπε ότι πρέπει να γίνει χωριστή δίκη για τον καθένα, να τεθούν δηλαδή δέκα κάλπες. Ο ίδιος πρότεινε να δικαστούν για παράνομες εισηγήσεις, όσοι επέμεναν στην καταδίκη χωρίς δίκη. Και στη σχετική συζήτηση για το θέμα της «Novartis», το θέμα του αριθμού των καλπών κυριάρχησε. Τελικά, ενώ τα κόμματα που θίγονταν ζητούσαν να τεθεί μία κάλπη και η Βουλή να αποφασίσει αν πρέπει να γίνει προανακριτική επιτροπή, η Βουλή (βλ. η κυβέρνηση) αποφάσισε να στήσει δέκα κάλπες, γιατί ως φαίνεται εξυπηρετούσαν τους στόχους της.

Στην αρχαία Αθήνα, οι δικαστές με το πρόσχημα ότι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και δεν θα μπορούσαν να καταμετρήσουν τα υψωμένα χέρια, διέκοψαν τη δίκη, παραβιάζοντας τον νόμο που όριζε ότι κάθε δίκη έπρεπε να ολοκληρώνεται την ίδια μέρα. Και στη συζήτηση σχετικά με την υπόθεση της «Novartis», οι κατηγορούμενοι στάλθηκαν στην προανακριτική επιτροπή με συνοπτικές διαδικασίες, αφού μια τόσο σοβαρή υπόθεση συζητήθηκε μόνο σε μια συνεδρίαση της Βουλής. Οι επιτήδειοι στην αρχαία Αθήνα βρήκαν τον χρόνο να προετοιμάσουν τη συνέχεια. Την επομένη παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο πολλοί με κομμένα τα μαλλιά, που δήθεν θρηνούσαν τους δικούς τους και άλλοι που δεν είχαν λάβει μέρος στην προηγούμενη συνεδρίαση. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, οι Πρυτάνεις, εκτός από τον Σωκράτη, κάμφθηκαν. Η πρόταση για μία κάλπη πέρασε, όπως πέρασε και η πρόταση της κυβέρνησης για δέκα κάλπες στην υπόθεση της «Novartis». Η ψηφοφορία έγινε και όλοι οι στρατηγοί καταδικάστηκαν, ενώ οι παρόντες έξι συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν.

Αλλά οι Αθηναίοι σύντομα μετάνιωσαν για την απόφασή τους και απήγγειλαν κατηγορία εναντίον όσων είχαν εξαρχής εισηγηθεί την ψήφιση της μαζικής και συνοπτικής διαδικασίας, αλλά αυτοί είχαν προλάβει να το σκάσουν από την Αθήνα. Ελπίζω να μη γίνει το ίδιο και τώρα…

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018 13:33

Περί «εριστικού» πατριωτισμού

Το συλλαλητήριο της Αθήνας για τη Μακεδονία υπήρξε τομή στα πολιτικά πράγματα της χώρας μας, έστω και αν πολλοί δεν θέλουν να το ομολογήσουν. Οι διοργανωτές του προσπαθώντας να μη δώσουν λαβή στους αντιφρονούντες να αμφισβητήσουν τη δημοκρατικότητά του και τον λαϊκό του χαρακτήρα, για να μην τους δώσουν αφορμή για αρνητικά και επικριτικά σχόλια, με μια κίνηση «ματ» που λέμε και στο σκάκι, όρισαν ως κεντρικό ομιλητή της εκδήλωσης τον κ. Μίκη Θεοδωράκη. Τι να πουν αυτοί; Έτσι περιορίστηκαν στο να μετρούν σπιθαμή προς σπιθαμή τον καταληφθέντα από τους συμμετέχοντες στο συλλαλητήριο χώρο και να το βλέπουν μόνο αριθμητικά. Όχι πως δεν κατηγόρησαν τον κ. Θεοδωράκη. Μερικοί μάλιστα ανεγκέφαλοι προσπάθησαν να τον εκφοβήσουν και να τον κάνουν να μη πάει στο συλλαλητήριο! Όμως, όπως έλεγαν οι αρχαίοι, «ήθους δικαίου φαύλος ου ψαύει λόγος». Όταν κανείς είναι δίκαιος και σωστός, καμιά λάσπη και καμιά ρετσινιά δεν κολλάει επάνω του. Άλλωστε, όλοι γνωρίζουν πως, αν βάλουν από τη μια τον Θεοδωράκη, την προσφορά του στην πατρίδα και το έργο του, και από την άλλη όλους τους άλλους, η ζυγαριά σίγουρα θα κλίνει προς την πλευρά του Θεοδωράκη.

Όμως ο Θεοδωράκης προχώρησε ακόμη πιο πολύ. Είπε πως και οι Χρυσαυγίτες που ήταν παρόντες στο συλλαλητήριο «είναι πατριώτες», αλλά αγαπούν την πατρίδα τους με «εριστικό τρόπο». Η δήλωση αυτή ανακάτωσε τα νερά και το μυαλό πολλών «γνήσιων πατριωτών» ή «των απάτριδων». Προσπάθησα να δω τι ακριβώς εννοούσε και αν είχε δίκιο. Το μυαλό μου πήγε σε αυτά που δίδασκα μια ζωή ή μάλλον αυτά που με έβαζαν να διδάσκω τους μαθητές μου στο Λύκειο. Στο βιβλίο, λοιπόν, «Έκφραση -Έκθεση» (2001, σελ. 243, ΟΕΔΒ) αναφέρεται πως ο όρος «εθνισμός» πλάστηκε από το ουσιαστικό έθνος στις αρχές του 19ου αι. και δηλώνει τον αγνό πατριωτισμό, τη φιλοπατρία, τη συνείδηση ότι ανήκουμε σε κάποιο έθνος και μαζί το πατριωτικό αίσθημα που εκπηγάζει από αυτή τη συνείδηση. Γνώρισμά του βασικό είναι η προσήλωση στα ιδεώδη ενός έθνους, χωρίς ωστόσο να περιφρονούνται ως υποδεέστερα τα άλλα έθνη. Δεν παρουσιάζει επεκτατικές τάσεις. Πρόκειται για αντίληψη που διακρίνεται από ευγένεια και υγεία κοινωνική. Δεν διαιρεί τους λαούς αλλά τους ενώνει.

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το βιβλίο, ο όρος «εθνικισμός» προέρχεται από τον όρο «εθνικός» και υποδηλώνει την παθολογική προσήλωση στο έθνος και στα εθνικά ιδεώδη και όταν αυτά πραγματώνονται σε βάρος των άλλων εθνών. Χωρίζει έτσι τα έθνη σε ανώτερα και κατώτερα και υποδηλώνει τις επεκτατικές προθέσεις. Σημειώνεται πως ο όρος «εθνικός» είχε από τη φύτρα του αρνητικό φορτίο και δήλωνε στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, τον ειδωλολάτρη και μάλιστα τους Έλληνες. Ωστόσο, ο εθνικισμός με την υποχώρηση του εθνισμού φορτίστηκε και θετικά, αλλά μετά τη δεκαετία του ΄80, μετά από την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και την αναβίωση των ποικίλων εθνικισμών που συγκλόνισαν τον κόσμο και εξακολουθούν να τον συγκλονίζουν, επανήλθε ο όρος εθνισμός, για να δηλώσει τον αγνό πατριωτισμό. Ανέκτησε το χαμένο έδαφος, ενώ ο εθνικισμός περιορίστηκε στην αρνητική του σημασία και ταυτίστηκε με τον σοβινισμό που δηλώνει και αυτός τον υπερβολικό, φανατικό πατριωτισμό που χαρακτηρίζεται από βλέψεις και τάσεις επεκτατικές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά και τη δήλωση του κ. Θεοδωράκη, οι Χρυσαυγίτες είναι εθνικιστές και σοβινιστές και διαπνέονται από ένα φανατικό πατριωτισμό. Τι το πιο φυσικό; Ας προσθέσουμε πως αυτός ο «εριστικός πατριωτισμός» μπορεί να τους οδηγεί σε πράξεις κατακριτέες, εγκληματικές και τιμωρητέες. Κανείς, βέβαια, λογικός άνθρωπος δεν αποδέχεται και δεν εγκρίνει μια τέτοια συμπεριφορά. Αλλά από αυτό το σημείο μέχρι το να θέλουν μερικοί να κατατάξουν στη σφαίρα του εθνικισμού, τον σεβασμό στη σημαία και τον εθνικό ύμνο ή ακόμη τη συμμετοχή στα συλλαλητήρια για ένα εθνικό θέμα, όπως είναι το θέμα της Μακεδονίας, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Γιατί, δυστυχώς, εν ονόματι μιας αμφίβολης και ύποπτης σκοπιμότητας παγκοσμιοποίησης, ενός καθολικού ανθρωπισμού, προσπαθούν να εξαφανίσουν την πατρίδα και το έθνος και με το πρόσχημα του εθνικισμού να εξαφανίσουν τον εθνισμό και να καταργήσουν την εθνική παιδεία και αγωγή! Λες και δεν μπορούν να συνυπάρξουν ο πατριωτισμός και ο καθολικός ανθρωπισμός, να αγαπά δηλαδή κανείς την πατρίδα του, αλλά να μη μισεί και να μη εχθρεύεται τους άλλους..

Αλήθεια, μήπως πολλοί από αυτούς τους «γνήσιους πατριώτες» που κατηγορούν τους άλλους για φανατισμό στο θέμα του πατριωτισμού, είναι και οι ίδιοι φανατικοί σε άλλα ζητήματα, για παράδειγμα, στην τιμή και την αξιοπρέπεια της οικογένειάς τους, του κόμματός τους, της ομάδας τους και δε θα δέχονταν καμιά προσβολή σε βάρος τους; Η πατρίδα, ομολογουμένως, είναι ανώτερο από όλα αυτά και ο πατριωτισμός κάτι εντονότερο. Τον απέδωσε πολύ εύγλωττα ο Βαλαωρίτης σε ένα ποίημά του λέγοντας: «Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα//σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα // ούτε κισσός π’ αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει,// ούτ’ αστραπή που σβήνεται χωρίς αστροπελέκι, // δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό.// Νιώθω για σε, πατρίδα μου, στα στήθια χαλασμό.

 

Σελίδα 2 από 5
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top