FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 03 Νοεμβρίου 2017 12:40

Μήπως είχε δίκιο ο Νορντάου; (Γ΄ μέρος)

Ο Νορντάου είπε πως ο τρόπος που λειτουργεί ο κοινοβουλευτισμός τον καταντά «υπόθεση κωμωδίας»! Ο βουλευτής, λέει, πρέπει να υψωθεί και ο εκλογέας γίνεται το σκαλοπάτι του. Στην ουσία οι βουλευτές καταλαμβάνουν τη θέση των παλαιών πατριαρχών. Έχουν και αυτοί μια δύναμη που στηρίζεται πάνω στα πλούτη τους που αποτελούνται από μεγάλα κοπάδια. Μόνο που τα κοπάδια αυτά δεν τα αποτελούν σήμερα πραγματικά κτήνη, αλλά ζώα που μετακινούνται τη μέρα των εκλογών και ρίχνουν το ψηφοδέλτιό τους μέσα στην κάλπη. Δεν είναι τυχαίο που κάποιος ονόμασε τους εκλογείς «ζώα που ψηφίζουν».

Για να πετύχει ο βουλευτής τον στόχο του που δεν είναι άλλος από την ικανοποίηση των φιλοδοξιών του έχει ανάγκη από την υποστήριξη του πλήθους, του λαού. Και αυτή την πετυχαίνει όχι αλλιώς, αλλά με υποσχέσεις και πομπώδεις λόγους που τους απαγγέλλει πάντα με μηχανικό τρόπο, σαν το «Πάτερ ημών». Κι όταν εκλεγεί κάποιος βουλευτής, τότε το πλήθος εξαφανίζεται από μπροστά του. Αυτός δεν ασχολείται πια με αυτό παρά μόνο όταν φοβηθεί πως απειλείται η δύναμή του και κινδυνεύει να μην επανεκλεγεί. Τότε, λέει ο Νορντάου, «θα αρχίσει ξανά το κομπολόι των υποσχέσεων και πομπώδικων φράσεις ή θ’ απειλήσει με τις γροθιές του όσους μουρμουρίζουν ενάντια».

Κι είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται μια κοινοβουλευτική κυβέρνηση: κάποιος φιλόδοξος εμφανίζεται μπροστά στους συμπολίτες του και προσπαθεί να τους πείσει πως αυτός περισσότερο από κάθε άλλον αξίζει να τον εμπιστευθούν. Πώς θα το πετύχει αυτό; Μα προσποιούμενος πως τον ενδιαφέρει το γενικό καλό, πως νοιάζεται για τον λαό και τα προβλήματά του, υποκρινόμενος δηλαδή και λέγοντας ψέματα. Όχι πως δεν υπάρχουν και άνθρωποι που έχουν τη διάθεση να θυσιαστούν για το σύνολο. Αυτοί όμως ιδιαίτερα στην εποχή μας είναι σπάνιοι. Μπορεί να υποφέρουν και να είναι πρόθυμοι να θυσιαστούν για την ανθρωπότητα, αλλά ποτέ δε θα κατέβαιναν στο επίπεδο να πουν χυδαία κομπλιμέντα και ψέματα σε μια ανόητη συγκέντρωση εκλογέων* ποτέ δε θα έφταναν στην ανάγκη να εκλιπαρήσουν ψήφους. Όπως λέει ο Νορντάου «ο τρόπος απόκτησης της λαϊκής εντολής τρομάζει τις διαλεχτές φύσεις που υποχωρούν, ενώ οι εγωιστές είναι αποφασισμένοι ν’ αποχτήσουν την υπόληψη και την επιρροή με όλα τα καιροσκοπικά μέσα».

Κι αν ο υποψήφιος αισθάνεται πως δεν έχει αρκετή επιρροή στο πλήθος, βρίσκει κάμποσους φίλους, μερικούς ηλίθιους και ματαιόδοξους πλούσιους, και τους πείθει πως για το γενικό καλό, γιατί όχι και για το δικό τους, έχουν καθήκον να μπουν επικεφαλής και να πείσουν το πλήθος, να κατευθύνουν την κοινή γνώμη εκεί που πρέπει. Και αυτοί βάζουν την υπογραφή τους στα διάφορα προγράμματα και με αυτή επηρεάζουν τα κορόιδα που «κρίνουν τον άνθρωπο ανάλογα με το πορτοφόλι του και με τους τίτλους του», που πολλές φορές δεν ξέρουμε και πώς αποχτήθηκαν. Βέβαια, όταν τα έλεγε αυτά ο Νορντάου δεν υπήρχαν οι μεγιστάνες των Μ.Μ.Ε. Αν ζούσε σήμερα θα έλεγε και άλλα πολλά…..

Με λίγα λόγια κάθε κόμμα αποτελείται από τους φιλόδοξους πολιτικούς και από τους χαζούς και ηλίθιους που τους ακολουθούν. Οι πρώτοι διευθύνουν τη βάρκα, ενώ οι δεύτεροι παίζουν τον ρόλο της σαβούρας, του αναλώσιμου υλικού. Κι μπορεί να μπει όποιος θέλει στο κόμμα, αρκεί να μιλά συχνά και μεγαλόφωνα, να τραβά δηλαδή με τις φωνές του τη προσοχή του πλήθους στις συγκεντρώσεις. Γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας άνθρωπος που μπορεί να φλυαρεί -αδιάφορο για ποιο ζήτημα και τι λέει- μπορεί να πετύχει κάποια επιβολή πάνω στο πλήθος που είναι και το ζητούμενο.

Δεν μπορεί κανείς να πει πως όλα αυτά δεν είναι επίκαιρα και πως δεν αντιπροσωπεύουν τη σύγχρονη πραγματικότητα. Και σήμερα ο απλός πολίτης δεν έχει ούτε ψίχουλο από τα κυριαρχικά δικαιώματα του λαού που υποτίθεται πως εγγυάται ο κοινοβουλευτισμός. Μέτριοι πολιτικοί, υποκριτές και ατομικιστές, έχουν καταντήσει τον κοινοβουλευτισμό «πολιτικό ψεύδος» και έχουν απαξιώσει τελείως την πολιτική χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ευνομούμενη πολιτεία.

 

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017 13:59

Μήπως είχε δίκιο ο Νορντάου; (Β΄ Μέρος)

Σύμφωνα με τον Νορντάου, ο κοινοβουλευτισμός ευδοκιμεί στη θεωρία, αλλά απογοητεύει τους πολίτες στην πράξη. Και τούτο συμβαίνει, γιατί πρώτα - πρώτα οι εκλογές δεν εκφράζουν ποτέ τη θέληση των πολιτών. Θα μπορούσε να στηρίξει κανείς αυτή τη διαπίστωση λαμβάνοντας υπόψη τη δική μας κυβέρνηση. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν περίπου δέκα εκατομμύρια. Από αυτούς ψήφισε περίπου το 50%, ήτοι πέντε εκατομμύρια. Από αυτούς πάλι το κυβερνών κόμμα πήρε το 35%, δηλαδή εκπροσωπεί το ένα και μισό εκατομμύριο των πολιτών. Η κυβέρνησή μας δηλαδή δεν εκπροσωπεί την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και δεν εκπληρώνει τη βασική προϋπόθεση που θέτει ο Περικλής στον «Επιτάφιο» του για το δημοκρατικό πολίτευμα, ότι δηλαδή ένα πολίτευμα λέγεται δημοκρατία «δια το ες πλείονας οικείν».

Όμως ο Νορντάου δεν βλέπει τη δημοκρατία από αυτή σκοπιά. Αυτός λέει πως οι βουλευτές από τη στιγμή που θα εκλεγούν, αποκόπτονται από το εκλογικό σώμα και ενεργούν σύμφωνα με το ατομικό ή το κομματικό συμφέρον και για προσωπική τους ευχαρίστηση, ενώ οι υπουργοί δεν κυβερνούν μόνο τη χώρα, αλλά και το κοινοβούλιο, με την έννοια ότι αντί να δέχονται κατεύθυνση από το λαό, οι ίδιοι κατευθύνουν και το κοινοβούλιο και το λαό. «Παίζουνε», όπως λέει, «όπως τους καπνίσει με τις δυνάμεις και τον πλούτο του έθνους, σκορπούν εύνοιες και δώρα κι αφήνουν χίλια δυο πράγματα να παχαίνουν με έξοδα του λαού». Δε φοβούνται τίποτε και κανέναν, αρκεί να ρίξουν στην πλειοψηφία της Βουλής λίγα αποφάγια από το πλούσιο τραπέζι που στρώνει γι’ αυτούς και του «κολλητούς» τους το κράτος. Φαίνεται πως είχε δίκιο η Ανατόλ Φρανς που είχε πει πως το χείριστο ελάττωμα του δημοκρατικού καθεστώτος (ενν. του καιρού της) είναι ότι στοιχίζει πολύ ακριβά, ότι υπάρχουν πάρα πολλοί συγγενείς, πάρα πολλοί φίλοι και γνωστοί που πρέπει να …χορτάσουν.

Ο Νορντάου υποστηρίζει πως ο κοινοβουλευτισμός είναι ένα σύστημα προορισμένο να ικανοποιεί τη ματαιοδοξία και τη φιλοδοξία των βουλευτών και να εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους και ότι αυτός δεν άλλαξε καθόλου τη θέση του πολίτη απέναντι στο Κράτος. Παλιά διοικούσε τον λαό και τον εκμεταλλευόταν μια προνομιούχα τάξη που λεγόταν «αριστοκρατία εξ αίματος» και η ατομική βούληση του βασιλιά. Τώρα ο βασιλιάς έχει αντικατασταθεί από τον αρχηγό του κόμματος και η αριστοκρατία από την κυρίαρχη πλειοψηφία της Βουλής. Ο λαός και σήμερα είναι υποχρεωμένος να πληρώνει παντού φόρους που δεν επιβάλλει ο ίδιος και δεν τους εγκρίνει, να υπακούει σε νόμους που δεν τους θεσπίζει ο ίδιος και δεν βλέπει τη χρησιμότητά τους και «να βγάζει το καπέλο του μπροστά σε υπαλλήλους που τους επιβάλλει μια ξένη θέληση».

Αλήθεια, πόσο επίκαιρος είναι και σήμερα ο Νορντάου; Έχει δίκιο όταν τονίζει πως σε όλες τις κοινοβουλευτικές χώρες οι «εξ επαγγέλματος πολιτικοί» αναμειγνύονται στον δημόσιο βίο απλώς και μόνο γιατί τους σπρώχνει η ανάγκη να αισθάνονται δυνατά την προσωπικότητά τους και να την εκδηλώνουν σε όλες τις πλευρές. Κινούνται, δηλαδή, από αυτό που ονομάζουμε φιλοδοξία και δίψα κυριαρχίας. Αλλά και οι αρχηγοί των κομμάτων δεν νοιάζονται πολύ να κυβερνούν τους άλλους. Νοιάζονται να μην αφήσουν κανένα άλλον να τους εξουσιάσει. Και μέσα σ’ αυτά οι απλοί πολίτες παίζουν τον ρόλο τους μέσα στο κοινοβουλευτικό σύστημα σαν κομπάρσοι και βουβά πρόσωπα που έχουν τα δικά τους ελατήρια και κίνητρα: να διοριστούν ή να διορίσουν τους δικούς τους σε κάποια θέση, να ζητιανέψουν κάποια διάκριση ή να εξασφαλίσουν κάποια αργομισθία. Πολλές φορές μάλιστα αυτοί εξυπηρετούν τους σκοπούς των αρχηγών.

Ο Νορντάου υποστηρίζει πως ο κοινοβουλευτισμός είναι «ο θρίαμβος και η αποθέωση του εγωισμού». Κι ενώ θεωρητικά ο κοινοβουλευτισμός πρέπει να είναι μια οργανωμένη αλληλεγγύη, στην πραγματικότητα είναι η συστηματοποίηση του εγωισμού. Δεν είναι άσχετο το γεγονός πως κάθε βουλευτής στο πρόγραμμά του και τις αγορεύσεις του, όταν ζητά την ψήφο των εκλογέων, υπόσχεται πάντα το γενικό καλό, για το οποίο, όπως λέει, θα εργαστεί και θα θυσιάσει το ατομικό του συμφέρον. Όλα όμως αυτά είναι τυπικά λόγια, «λόγια του αέρα», που δεν τα πιστεύει και ο πιο αφελής και ευκολόπιστος εκλογέας και κατά πάσα πιθανότητα δεν τα πιστεύει και ο ίδιος ο βουλευτής. Σκεφθείτε τη δική μας κυβέρνηση που έταξε στον λαό «λαγούς και πετραχήλια» κι αυτό που έκανε στη συνέχεια ήταν να αφαιρέσει το χαμόγελο από τα χείλια των ανθρώπων! Καθαρή υπόθεση κωμωδίας, όπως λέει ο Νορντάου. Είναι υπερβολικός;

 

Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος. 

 

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017 14:30

Μήπως είχε δίκιο ο Νορντάου; (Α΄ μέρος)

 

Ο Μαξ Νορντάου το 1883 έγραψε το βιβλίο του με τίτλο «Τα κατά συνθήκην ψεύδη». Ένας μεταφραστής του στα ελληνικά παρατηρεί στον Πρόλογό του βιβλίου πως «το βιβλίο αυτό θα είναι πάντα σαν ένα είδος Ευαγγέλιο και θα είναι πάντα αγαπητό και άπληστα θα διαβάζεται από τα εκατομμύρια των ανθρώπων, σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, τουλάχιστο για όσο καιρό θα εξακολουθούν να υπάρχουν οι συνθήκες ζωής που έδωσαν αφορμή να γεννηθεί». Ο Νορντάου, λοιπόν, κατατάσσει ανάμεσα στα «κατά συνθήκην ψεύδη» και τον κοινοβουλευτισμό. Βέβαια, οφείλουμε να δηλώσουμε εξαρχής πως δεν υπάρχει τελειότερο πολίτευμα από τη δημοκρατία, μόνο που αυτό δεν πρέπει να κακοποιείται και, δυστυχώς, η Ιστορία δείχνει πως αυτό έχει κακοποιηθεί και από τους πολιτικούς και από τους πολίτες πολλές φορές στο παρελθόν και κακοποιείται βέβαια και τώρα δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα λύνει.

Ο Νορντάου, λοιπόν, λέει πως ο κοινοβουλευτισμός δίνει στους πολίτες το δικαίωμα ψήφου, «το ψηφοδέλτιο» που είναι ένα πανίσχυρο όπλο που καθιστά τον εκλογέα τη μέρα που εκλέγει τον βουλευτή του πραγματικό κυρίαρχο, δίνει στο άτομο την ελευθερία κινήσεως, καθιστά τον φεουδαλικό υπήκοο σε νεότερο πολίτη, δίνει στον καθένα το δικαίωμα να αυτοκυβερνηθεί και να καθορίσει την τύχη του μέσα στο κράτος, να αποδιώξει από πάνω του τη γραφειοκρατική πίεση και αλαζονεία κ.λπ. Όλα όμως αυτά, παρατηρεί ο Νορντάου, ο κοινοβουλευτισμός τα κάνει στη θεωρία και όχι στην πράξη και πως στην ουσία αυτός είναι ένα «τεράστιο ψέμα», γιατί υπάρχει μόνο σαν εξωτερικός τύπος που «δεν έφερε την παραμικρή αλλαγή στην εσωτερική οργάνωση του Κράτους». Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, πρόκειται για «παλιό ζυμάρι σε καινούρια τσανάκια».

Ο Νορντάου εξηγεί: από τη στιγμή που η άμεση δημοκρατία, η άμεση συμμετοχή του λαού κατέστη αδύνατη, ο λαός αναγκάζεται να μεταβιβάσει την κυριαρχία του σε ολιγάριθμους «εκλεκτούς» εκπροσώπους και να τους αναθέσει την άσκηση των δικαιωμάτων του. Και αυτοί πάλι οι «εκλεκτοί», μη μπορώντας να κυβερνήσουν απευθείας μεταβιβάζουν με τη σειρά τους την εξουσία σε λιγότερους ακόμα ανθρώπους, τους υπουργούς, που καταρτίζουν τους νόμους, επιβάλλουν ή καταργούν τους φόρους, διορίζουν τους υπαλλήλους και αποφασίζουν για τα πάντα «κατά το δοκούν».

Ο λαός μέσα από όλα αυτά χάνει την κυριαρχία του. Για να μπορεί ο λαός να μένει κυρίαρχος μέσα σε αυτές τις συνθήκες θα πρέπει οι εκλεκτοί του λαού να αποβάλουν τη δική τους προσωπικότητα και στα έδρανα της Βουλής να κάθονται όχι άνθρωποι αλλά «εντολές που να μιλάνε και να ψηφίζουν», όπως λέει ο συγγραφέας. Με λίγα λόγια, οι Υπουργοί μιας κυβέρνησης θα πρέπει να είναι «απρόσωποι και μηχανικοί δέκτες και αγωγοί της γνώμης και της θέλησης της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας» και κάθε απόκλιση και παράβαση της λαϊκής εντολής θα πρέπει να έχει ως αυτονόητη συνέπεια την πτώση της κυβέρνησης και τη διάλυση της Βουλής.

Γι’ αυτό η εντολή που δίνει ο λαός στην κυβέρνηση θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη και παράλληλα πρέπει να εκλέγει ως αντιπροσώπους του άτομα τω οποίων γνωρίζει τον χαρακτήρα και την πνευματική τους αξία, άτομα που είναι ικανά να κατανοήσουν και να εκτελέσουν ένα ορισμένο πρόγραμμα, διατεθειμένα να μην απομακρυνθούν από τη χαραγμένη γραμμή και να έχουν την διάθεση να θυσιάσουν τον χρόνο τους, τις δουλειές τους και το προσωπικό τους συμφέρον, όταν αυτό έρχεται σε αντίθεση με το γενικό καλό. Έτσι μόνο η εξουσία θα πηγάζει από τον λαό, θα ασκείται μέσω του λαού και θα υπηρετεί το συμφέρον του ίδιου του λαού. Αλήθεια, ο σημερινός κοινοβουλευτισμός, η δημοκρατία που υπάρχει στη χώρα μας τηρεί τίποτε από όλα αυτά; Μαζί με τον Νορντάου απαντούμε «στη θεωρία ναι, αλλά στην πράξη όχι».

 

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017 13:58

Αν μας κυβερνούσαν οι «άριστοι»...

Είναι γνωστό πως η αθηναϊκή δημοκρατία τον 4ο αι. π.Χ. περνούσε βαθιά κρίση και οι Αθηναίοι, όπως λέει ο Ισοκράτης (Αρεοπ. 17) «μικρόν απολείπουσι του μη ταις εσχάταις συμφοραίς περιπεσείν». Η κατάσταση αυτή απασχολούσε τους διανοούμενους, τους φιλοσόφους και τους ρήτορες, της εποχής. Ο Ισοκράτης στα έργα του τονίζει πως η Αθήνα πρέπει να επανέλθει στην παλιά ένδοξη δημοκρατία, τότε που οι πολίτες «τους βελτίστους και ικανωτάτους εφ’ εκάστου των έργων προέκρινον» (Αρεοπ. 16), δηλαδή τοποθετούσαν σε κάθε αξίωμα τους πιο καλούς και τους πιο ικανούς πολίτες, και καθιστούσαν συμβούλους «τους βελτίστους, φρονιμωτάτους και κάλλιστα βεβιωκότας» (Παναθ. 143), δηλαδή τους πιο καλούς, τους πιο φρόνιμους και συνετούς και εκείνους που είχαν ζήσει με τον καλύτερο και εντιμότερο τρόπο. Ο Ισοκράτης θέλει μια δημοκρατία που περιέχει «αριστοκρατικά» στοιχεία, μια δημοκρατία όπου κυβερνούν «οι άριστοι», μια δημοκρατία στην οποία την εξουσία διαχειρίζονται οι «άριστοι» και όχι οι «αρεστοί», οι «ειδικοί» για κάθε θέμα και όχι οι «δικοί».

Είναι αλήθεια ότι ο Ισοκράτης βλέπει τη δημοκρατία με το μάτι του μοναρχικού, αλλά τονίζει πως ο μονάρχης αυτός είναι ένας φωτισμένος ηγέτης και μιλά για έναν ηγέτη που είναι φρόνιμος και δίκαιος και αποτελεί με τη ζωή του υπόδειγμα για τους αρχόμενους (Νικ. 48, 54-62). Πιστεύει πως, για να ευδοκιμήσει ένα πολίτευμα, όποιο και αν είναι αυτό, χρειάζεται καλή διοίκηση, και αυτή υπάρχει, όταν τους πιο ικανούς από τους πολίτες «και τους μέλλοντας άριστα και δικαιότατα των πραγμάτων επιστατήσειν επί τας αρχάς καθιστάσι και τας άλλας πράξεις» (Παναθ. 132-133). Δεν ενδιαφέρει τον Ισοκράτη η μορφή του πολιτεύματος, αλλά το περιεχόμενο της πολιτικής και το ήθος αυτών που την ασκούν. Ο Ισοκράτης είναι πολύ πειστικός στην επιχειρηματολογία του: Αν, λέει, σε ένα οποιοδήποτε πολίτευμα χρησιμοποιούνται οι πιο θρασείς και οι πιο πονηροί, που δεν φροντίζουν για το συμφέρον της πόλης, αλλά μόνο για το πώς θα ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους, τότε και οι πολίτες όλοι θα γίνουν όμοιοί τους. Αν πάλι στους «άριστους» και στους πιο φρόνιμους καταφεύγουν οι πολίτες μόνο στον καιρό του κινδύνου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τιμούν μόνο όσους τους κολακεύουν, τότε θα έχουν στην πόλη τους μια το καλύτερο και μια το χειρότερο, αλλά ποτέ σταθερά το καλύτερο» (Παναθ. 132-133).

Παρόμοιες απόψεις εκφράζει και ο Πλάτων, ένας φιλόσοφος με από καταγωγή αριστοκρατικά φρονήματα, αλλά που εκτιμούσε τη φιλοσοφημένη ανθρώπινη ποιότητα. Ο Πλάτων τονίζει πως «δε βρίσκεται κανένας πολιτικός ηγέτης που να έχει γίνει ένα με την αρετή, να είναι δηλαδή πρότυπο αρετής, και να μοιάζουν όσο το δυνατό τέλεια τα λόγια με τα έργα του, να έχουν δηλαδή συνέπεια τα λόγια με τα έργα του και όχι άλλα να λέει και άλλα να κάνει» (Πολιτ. ΣΤ 498 e). Αυτός υποστηρίζει πως για να λείψει η κακοδαιμονία από τις πόλεις πρέπει να αναλάβουν την εξουσία και τη διακυβέρνηση των πόλεων οι φιλόσοφοι, δηλαδή η αριστοκρατία του πνεύματος, η ανώτατη βαθμίδα της ανθρώπινης τελειότητας (Φαίδρ. 248 d), άνθρωποι που διαθέτουν πραγματική παιδεία και πολιτική αρετή, γιατί έχουν τις τέσσερις βασικές αρετές, τη σοφία, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη και την ευσέβεια, άνθρωποι που αγαπούν την αλήθεια και δεν είναι φιλοχρήματοι (Πολιτ. ΣΤ 487 a 1-5). Δεν είναι άσχετο το γεγονός πως στην ιδανική Πολιτεία που συνθέτει αποδίδει στους πολιτικούς ηγέτες την αρετή της «σοφίας» και καθορίζει στον Μενέξενό του το περιεχόμενό της λέγοντας «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία ου σοφία φαίνεται». Τονίζει δηλαδή ο φιλόσοφος πως δεν αρκούν μόνο οι γνώσεις, αλλά χρειάζεται και αρετή, γιατί η γνώση χωρίς την αρετή δημιουργεί έξυπνους διαβόλους.

Αλήθεια, πόσο επίκαιρα είναι όλα αυτά σήμερα; Σήμερα που το πολιτικό μας σύστημα περνά βαθιά ηθική κρίση, σήμερα που κατά γενική ομολογία είναι απαραίτητος ένας ηγέτης όμοιος με αυτούς που περιγράφουν ο Ισοκράτης και ο Πλάτων. Γιατί, χωρίς έναν τέτοιο ηγέτη, αλλά και πολιτικούς με γνώση και με αρετή, με πολιτικό «ήθος», δεν πρόκειται να ορθοποδήσει η δύστυχη χώρα μας. Αλλά πώς είναι δυνατό να καταξιωθεί ο «άριστος» σε μια χώρα στην οποία η «αριστεία» θεωρείται επισήμως «ρετσινιά»;

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017 13:33

Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης (Β΄ Μέρος)

Στο προηγούμενο άρθρο μου, τόνισα πως δεν είναι δυνατή η αναβάθμιση της εκπαίδευσης χωρίς τους κατάλληλους εκπαιδευτικούς, χωρίς εκπαιδευτικούς που διακρίνονται για την επιστημονική τους επάρκεια και πληρότητα, την άρτια παιδαγωγική τους κατάρτιση και δεν εμφυσούνται από σεβασμό προς το έργο τους και αγάπη προς τα παιδιά. Δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί αναβάθμιση του εκπαιδευτικού έργου με εκπαιδευτικούς αναπληρωτές και εκπαιδευτικούς εξαθλιωμένους. Ο λαός λέει «νηστικό αρκούδι δεν χορεύει» επαναλαμβάνοντας μια ιδέα που πρώτοι διατύπωσαν οι Λατίνοι με το «primum vivere deinde philosophare», δηλ. πρώτα να ζεις και μετά να φιλοσοφείς. Πράγματι, αν ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια, δεν μπορεί να γοητεύσει τους μαθητές και να τους μεταδώσει τη γνώση που διαθέτει ή να συμβάλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους.

Υπάρχει όμως και μια άλλη προϋπόθεση, για να καταστεί δυνατή η αναβάθμιση της εκπαίδευσης, που το Υπουργείο Παιδείας φαίνεται πως δεν γνωρίζει ή κάνει πως δεν γνωρίζει: ότι κάθε προσπάθεια αναβάθμισης της εκπαίδευσης, ακόμη και της τριτοβάθμιας, πρέπει να αρχίσει από το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό και όχι από το Πανεπιστήμιο ή, πολύ χειρότερο, από το Λύκειο, όπως γίνεται σήμερα. Και ο λόγος είναι απλός. Οι βαθμίδες της εκπαίδευσης έχουν κάποια αλληλουχία και συνάφεια. Το Δημοτικό στηρίζεται πάνω σε γνώσεις που υποτίθεται πως έχουν τα παιδιά που προχωρούν σε αυτό από το Νηπιαγωγείο, το Γυμνάσιο στηρίζεται πάνω σε γνώσεις που υποτίθεται πως έχουν τα παιδιά που ανεβαίνουν σε αυτό από το Δημοτικό και το Λύκειο στηρίζεται πάνω στις γνώσεις που υποτίθεται πως έχουν τα παιδιά που ανεβαίνουν σε αυτό από το Γυμνάσιο κ.ο.κ.. Με αυτή μάλιστα τη λογική και παραδοχή γράφονται και τα διάφορα σχολικά βιβλία κάθε βαθμίδας. Αν λοιπόν για κάποιους λόγους δεν κατακτηθεί η απαραίτητη γνώση σε μια βαθμίδα, τότε εμφανίζονται προβλήματα στην επόμενη βαθμίδα και αυτός είναι ο λόγος που οι πανεπιστημιακοί καθηγητές παραπονούνται και λένε πως δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά το έργο τους με βάση το υλικό που παρέχει σε αυτούς η δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Βέβαια, η λογική αυτή είναι επιστημονικά και παιδαγωγικά κατοχυρωμένη, αφού θεμελιώνεται πάνω στη λεγόμενη αρχή της αλληλοοικοδόμησης της ύλης. Σύμφωνα με αυτή, κάθε γνωστικό αντικείμενο που εισέρχεται στη συνείδηση των παιδιών, εντάσσεται με οργανικό τρόπο μέσα στο συνειδησιακό σύνολο που ήδη υπάρχει, δηλαδή κάθε νέα γνώση προσκολλάται και συμπληρώνει την προηγούμενη γνώση και προετοιμάζει την επόμενη. Έτσι, οι γνώσεις αλληλοοικοδομούνται και συμβάλλουν στην αύξηση και την τελειοποίηση του πνευματικού οικοδομήματος της συνείδησης. Τούτο πάλι σημαίνει πως, για να λειτουργήσει σωστά η εκπαίδευση, δεν πρέπει κανένα παιδί να προχωρεί στην επόμενη βαθμίδα, αν δεν έχει αποκτήσει ένα minimum γνώσεων που θα του δώσει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει απρόσκοπτα τα μαθήματα της βαθμίδας αυτής. Πρέπει, λοιπόν, το Υπουργείο, αν πράγματι επιθυμεί να αναβαθμίσει την εκπαίδευση, να φροντίσει μέσω της αξιολόγησης και της αξιοκρατικής επιλογής, να εξασφαλίσει τους ικανότερους εκπαιδευτικούς που θα στελεχώσουν το Νηπιαγωγείο και το Δημοτικό. Γιατί δεν είναι δυνατό να μιλούμε για αναβάθμιση της εκπαίδευσης και να αναθέτουμε, για παράδειγμα, σε νηπιαγωγούς να διδάξουν τα μαθήματα Γλώσσας και Μαθηματικών στις πρώτες τάξεις των Δημοτικών σχολείων, όπως γινόταν και στο παρελθόν. Το παιδί πρέπει να μάθει το κάθε τι όταν πρέπει, όπως πρέπει και από αυτόν που πρέπει.

Και αυτό το βλέπουν ακόμη και μη ειδικοί σε θέματα εκπαίδευσης. Ο Θ. Οικονομόπουλος, για παράδειγμα, έγραφε ήδη από το 2006 στον «Ανεμοδείκτη» της εφημερίδας «Καθημερινή»: «Όλοι ομολογούμε πως έχει τα μαύρα της χάλια η παιδεία, οι προδιαγραφές της δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανταγωνιστικές ανάγκες και απαιτήσεις, θέλει γενναία και ουσιαστική μεταρρύθμιση εκ βάθρων. Και τι κάνουμε; Αρχίζουμε τη “μεταρρύθμιση” από το… “ρετιρέ”, την τριτοβάθμια εκπαίδευση, και όχι από τα “θεμέλια”, το νηπιαγωγείο και το δημοτικό! Αποτέλεσμα! Κάθε χρόνο πέφτουμε από τα σύννεφα, που σχεδόν τα μισά παιδιά… γράφουν κάτω από τη βάση…». Και άλλοι διατυπώνουν την ίδια άποψη, ότι «η μεταρρύθμιση πρέπει να αρχίζει από τη βάση […] και ότι καλό πανεπιστήμιο σημαίνει πρωτίστως καλό νηπιαγωγείο» (εφημ. «Το Βήμα», 10-2-2008). Μόνο οι υπεύθυνοι του Υπουργείου Παιδείας δεν το καταλαβαίνουν αυτό και αρχίζουν τη μεταρρύθμιση της από το Λύκειο!

 

* Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος.

 

 

 

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017 13:20

Η αναβάθμιση της εκπαίδευσης (Μέρος Α΄)

Η εκπαίδευση βρίσκεται πάλι στο επίκεντρο των συζητήσεων εξαιτίας της νέας μεταρρύθμισης που μελετά το Υπουργείο Παιδείας για την αναβάθμιση της. Πολλοί, ειδικοί και μη, γράφουν άρθρα, εκφράζουν τις απόψεις τους και κάνουν προτάσεις γι’ αυτή την επιχειρούμενη «σωτήρια» μεταρρύθμιση. Έτσι, ένας πρώην πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, αφού σε ένα άρθρο του («Ελεύθερος Τύπος», 3-9-2017) μιλά για ένα «ποιοτικότερο σχολείο και ένα Λύκειο υψηλής αποδοτικότητας» , για ένα «άλλο» Λύκειο, επιλέγει τονίζοντας πως «μόνο ενισχύοντας τον ρόλο του Λυκείου μπορεί να αναβαθμιστεί πραγματικά η δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να περιοριστεί σταδιακά η παραπαιδεία». Σκέφτηκα πολύ, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς, βελτιώνοντας και αναβαθμίζοντας το Λύκειο, θα ωφεληθεί το Γυμνάσιο που αποτελεί την πρώτη βαθμίδα της Β/θμιας εκπαίδευσης. Θαρρώ πως η παραπάνω προσέγγιση είναι πολύ επιπόλαια και αντιπαιδαγωγική.

Για να υπάρξει αναβάθμιση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και της εκπαίδευσης γενικότερα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να επιλεγούν οι κατάλληλοι δάσκαλοι και καθηγητές. Χωρίς αυτό όλα τα άλλα είναι χάσιμο χρόνου, κόπου και χρήματος. Ο Κάρλ Γιουγκ έλεγε: «Σίγουρα θυμάται κανείς με εκτίμηση τους λαμπρούς δασκάλους, αλλά νιώθει ευγνωμοσύνη για κείνους που άγγιξαν την ψυχή του. Το πρόγραμμα μαθημάτων είναι η απαραίτητη ύλη, αλλά η ανθρώπινη ζεστασιά είναι το ζωτικό στοιχείο για το αναπτυσσόμενο δέντρο της παιδικής ψυχής», ενώ ο Σίντνευ Χουκ τόνιζε: «Όταν αναπολούμε τα σχολικά χρόνια, όλοι θυμόμαστε δασκάλους, όχι μεθόδους και τεχνικές. Ο δάσκαλος είναι το κλειδί της εκπαιδευτικής συνθήκης. Αυτός φτιάχνει και χαλάει τα προγράμματα».

Σήμερα αναγνωρίζεται διεθνώς πως το «κλειδί» για κάθε επιτυχημένη και αποτελεσματική αλλαγή και καινοτομία που εισάγεται στην εκπαίδευση, η «ψυχή του σχολείου», είναι ο «σωστός» εκπαιδευτικός. Αυτός «το κινεί κι αυτός του δίνει πνοή. Αυτός κατά κύριο λόγο παιδαγωγεί , μορφώνει». Χωρίς αυτόν δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί η αναβάθμιση της παρεχόμενης στους μαθητές, παιδείας και αγωγής. Το διδακτήριο, τα βιβλία και το περιεχόμενό τους, ολόκληρη η υλικοτεχνική υποδομή, είναι απλά μέσα που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ορισμένων προκαθορισμένων σκοπών, αλλά η αποτελεσματικότητα των μέσων αυτών εξαρτάται τόσο από την ικανότητα όσο και από την προθυμία και τη διάθεση των εκπαιδευτικών να τα αξιοποιήσουν. Η κοινή εμπειρία δείχνει πως ένα καλό μάθημα μπορεί να γίνει και σε μια ακατάλληλη αίθουσα κι, αν θέλετε, τα πιο καλά μαθήματα γίνονται έξω και μακριά από την τάξη.

Όλοι οι αρμόδιοι, πολιτικοί και μη, αναγνώρισαν κατά καιρούς την προσφορά των εκπαιδευτικών στο έθνος και μίλησαν για την υψηλή τους αποστολή και την προσπάθεια που καταβάλλουν να διαμορφώσουν την ψυχή των νέων που αποτελούν το μέλλον του τόπου. Τους χαρακτήρισαν «ήρωες», που κάνουν το καθήκον τους στο ακέραιο πολλές φορές με θυσίες και είπαν και άλλα εύηχα και πομπώδη. Και σήμερα οι υπεύθυνοι μιλούν με την ίδια θέρμη, αλλά παράλληλα με μεγάλη υποκρισία για τη σπουδαιότητα της παιδείας και τον σημαντικό ρόλο του εκπαιδευτικού, αλλά στην πράξη αδιαφορούν τελείως γι’ αυτόν. Την υποκρισία αυτή διακρίνει ένας πρώην σχολικός σύμβουλος που τονίζει τη σημασία που έχει η αξιοπρέπεια και το κύρος του εκπαιδευτικού στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης και τονίζει με βάση την εμπειρία του: «Έχεις Εκπαιδευτικούς ικανούς και ευαίσθητους, έχεις παιδεία. Ούτε τα ντουβάρια, ούτε τα θρανία, ούτε τα όργανα από μόνα τους μπορούν να κάνουν το παραμικρό.

Η διεθνής έρευνα σχετικά με την αναβάθμιση και τη βελτίωση της εκπαίδευσης έχει δείξει τον ζωτικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο παράγοντας «εκπαιδευτικός» στην επιτυχία κάθε εισαγόμενης αλλαγής στα πλαίσια της σχολικής μονάδας. Έχει δείξει πως η επαγγελματική βελτίωση του εκπαιδευτικού είναι αδιάσπαστα δεμένη με την πρόοδο του σχολείου και αποτελεί ουσιαστικό τμήμα της αναβάθμισής του. Η αναβάθμιση του σχολείου περνά μέσα από την τάξη. Η αποτελεσματική διδακτική και μαθησιακή διαδικασία που συντελείται μέσα στην τάξη, μπορεί να αναβαθμίσει και να βελτιώσει τη λειτουργία του σχολείου και την παιδεία που αυτό παρέχει στους μαθητές του. Όμως αυτή εξαρτάται από την ικανότητα, το κύρος και τη διάθεση του εκπαιδευτικού. Αυτός καλείται να μετατρέψει την αίθουσα της διδασκαλίας σε θερμοκήπιο αγνού παιδαγωγικού έρωτα και εργαστήρι της γνώσης και της αρετής.

Αλήθεια, όσοι υπηρετούν σήμερα στην εκπαίδευση έχουν επιστημονική και παιδαγωγική επάρκεια; Ποιος τους αξιολόγησε και πότε; Αλλά εγώ δέχομαι πως όλοι αυτοί είναι ικανοί και κατάλληλοι ως εκπαιδευτικοί. Όμως σήμερα γνωρίζουμε πως η εκπαίδευση στηρίζεται κυρίως σε αναπληρωτές καθηγητές που δεν έχουν αξιολογηθεί ποτέ, αφού η διαδικασία της αξιολόγησης έχει καταργηθεί στην πράξη από το 1983! Εγώ όμως δέχομαι πως όλοι αυτοί είναι ικανοί. Είναι γνωστό από σχετικές έρευνες πως κάθε αλλαγή, ακόμη και η πιο μικρή, αρχίζει να αποδίδει μετά από δυο τουλάχιστον χρόνια. Οι αναπληρωτές όμως αυτοί μπορεί να είναι οι ίδιοι κάθε χρόνο, αλλά κάθε χρόνο αυτοί τοποθετούνται σε διαφορετικές περιοχές. Έτσι, αυτοί αλλάζουν θέση, όταν αρχίζουν να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για μια αποτελεσματική διδασκαλία. Γιατί πρέπει να έχουμε υπόψη πως κάθε εκπαιδευτικός τα δυο πρώτα χρόνια της υπηρεσίας του αγωνίζεται να ενταχθεί ομαλά στο περιβάλλον του σχολείου, να γνωριστεί με τους μαθητές, να αναπτύξει με αυτούς την απαραίτητη «φιλότητα», να «επικοινωνήσει» με τους γονείς τους αλλά και τους συναδέλφους του και να μπορέσει να «επιβιώσει». Δίνοντας σε αυτούς τους εκπαιδευτικούς τη δυνατότητα να σιτίζονται «φτηνά» σε διάφορες λέσχες ή δίνοντάς τους εκπτωτικά εισιτήρια, για να πάνε στις θέσεις τους, δεν αναβαθμίζεις το κύρος τους. Και, όπως είχε πει κάποτε ο Γ. Μπαμπινιώτης, «τον δάσκαλο δεν τον μειώνουμε, δεν τον απαξιώνουμε, δεν τον ενοχοποιούμε. Τον τιμούμε, τον σεβόμαστε, του λέμε αλήθειες -έστω και πικρές. Ζητούμε την κατανόηση και τη βοήθειά του, δίνοντας πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορεί να εξασφαλιστεί οικονομικά, ώστε να δείξουμε έμπρακτα την αναγνώριση της Πολιτείας στο πρόσωπο και στο έργο του δασκάλου, στον άνθρωπο στον οποίο έχουμε εμπιστευτεί τα παιδιά μας» (εφημ. «Το Βήμα», 5-11-2006).

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος.

Παρασκευή, 08 Σεπτεμβρίου 2017 13:58

Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;

 

Ο Αλέξης Τσίπρας σε άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Documento» στις 3-9-2017 (!), ανάμεσα στα άλλα υποβάλλει το ερώτημα «Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;». Βέβαια, η απάντηση η δική του στο ρητορικό αυτό ερώτημα, είναι «Όχι». Θαρρώ πως το ερώτημα αυτό υποκρύπτει πρώτα - πρώτα μιαν ενδόμυχη βασανιστική αγωνία που αισθάνεται ο πρωθυπουργός για την στάση που θα τηρήσει απέναντί του, η «αδέκαστη» Ιστορία, αν δηλαδή θα τον χαρακτηρίσει δημαγωγό, λαϊκιστή και ψεύτη, και έπειτα μια προσπάθεια να αποσείσει από πάνω του αυτόν τον χαρακτηρισμό που του αποδίδουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι και γενικότερα οι «εχθροί» του. Μέσα στο πλαίσιο μιας αφελούς επικοινωνιακής πολιτικής, ο πρωθυπουργός προσπαθεί να εξισώσει τον εαυτό του με τον Ανδρέα Παπανδρέου με βάση τον εξής συλλογισμό: Ο Ανδρέας δεν είναι ψεύτης// Εγώ πολιτεύτηκα όπως ο Ανδρέας// Άρα, δεν είμαι ψεύτης. Όμως σήμερα και οι μαθητές στο Λύκειο διδάσκονται πως για να είναι ένας συλλογισμός «ορθός», πρέπει να είναι «έγκυρος», δηλαδή να ακολουθεί τους κανόνες της Λογικής, και οι προκείμενες, δηλαδή οι προτάσεις που στηρίζουν το συμπέρασμα, να είναι «αληθείς». Όμως, ενώ ο συλλογισμός είναι «έγκυρος», οι προκείμενές του δεν είναι «αληθείς», γιατί και ο Ανδρέας είπε ψέματα για να καταλάβει την εξουσία, και ο Τσίπρας δεν πολιτεύτηκε, όπως ο Ανδρέας. Πολλοί μάλιστα θεωρούν «ύβρη» την εξίσωσή που επιχειρεί με τον αείμνηστο Ανδρέα Παπανδρέου.

Βέβαια, για να εκτιμήσει κανείς αν ο Ανδρέας ή και ο Τσίπρας είναι «ψεύτες», πρέπει να δούμε τι ακριβώς σημαίνει η λέξη «ψεύτης». Σύμφωνα λοιπόν με τα εγκυρότερα λεξικά, «ψεύτης» είναι «αυτός που λέει ψέματα» και «ψέμα» είναι «ο ισχυρισμός ο εσκεμμένα αναληθής», ή γενικότερα «οτιδήποτε δεν μπορεί να υπάρξει, που είναι μάταιο και απατηλό» (Λεξ. Ακαδ. Αθηνών). Σύμφωνα με αυτά και οι δύο «είπαν ψέματα», για να ανέλθουν στην εξουσία. Ο Ανδρέας είχε ως σύνθημα το «μάταιο και απατηλό», αλλά πολύ εύηχο και ελκυστικό για την εποχή «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ή το «Έξω οι βάσεις του θανάτου» κ.τ.π., ενώ ο Αλέξης έταξε στον κόσμο «λαγούς με πετραχήλια». Και οι δύο πέτυχαν τον σκοπό τους, αλλά δεν έκαναν τίποτε από αυτά που διακήρυτταν. Η διαφορά είναι ότι ο μεν πρώτος έκανε άλλα πράγματα και πρόσφερε άλλα αγαθά στον λαό, έστω με δάνεια και υποθηκεύοντας το μέλλον της χώρας, ενώ ο δεύτερος όχι μόνο δεν έκανε τίποτε από αυτά που υποσχέθηκε, αλλά έκανε ακριβώς τα αντίθετα και συντέλεσε τα μέγιστα στο να φτάσει η χώρα μας στην άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Ενώ, για παράδειγμα, ο Τσίπρας ήταν από τους πρωτεργάτες της δημιουργίας του κινήματος «Δεν πληρώνω», όχι μόνο ανάγκασε τον κόσμο να πληρώνει, αλλά προχώρησε και σε κατασχέσεις ή τιμωρία αυτών που δεν είχαν να πληρώσουν!

Το ερώτημα είναι ένα: Όταν αυτοί υπόσχονταν όσα υπόσχονταν, γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να τα κάνουν και έτσι εξαπατούσαν τον λαό ή νόμιζαν πραγματικά πως μπορούσαν να τα υλοποιήσουν, αλλά, όταν ανέλαβαν την εξουσία, διαπίστωσαν πως αυτό ήταν αδύνατο, δείχνοντας πως δεν είχαν καμιά επαφή με την πραγματικότητα; Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις αυτοί είναι υπόλογοι απέναντι στον ελληνικό λαό… Έντυσαν το ψέμα με όμορφα λόγια, το παρουσίασαν σαν αλήθεια και εκμεταλλεύτηκαν την υποβαθμισμένη κρίση των πολλών. Γιατί, για να μοιάζει με αλήθεια το ψέμα, ή πρέπει να το πει ένας πανούργος ή να το ακούσει ένας άμυαλος. Και έλκονται από αυτό οι πολιτικοί, γιατί γνωρίζουν πως το ψέμα κινεί την ιστορία έχοντας ως υπομόχλιο το συμφέρον.

Θα πει κανείς: Μα δεν δικαιούται ένας πολιτικός να πει, αν χρειαστεί, ψέματα στον λαό του; Ο Πλάτων που είχε διατυπώσει ως αξίωμα πως σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται «ψεύδος τε συγχωρήσαι και αληθές αφανίσαι», επιτρέπει το ψεύδος στους άρχοντες, όταν πρόκειται να αποκρύψουν την αλήθεια, αν αυτό μπορεί να ωφελήσει το δημόσιο συμφέρον (Πολιτ., Γ 389 b: Τοις άρχουσι δη της πόλεως προσήκει ψεύδεσθαι ή πολεμίων ή πολιτών ένεκα επ’ ωφελία της πόλεως). Στο ίδιο έργο (Β 382 c), ο Πλάτων συμπληρώνει πως επιτρέπεται σε κάποιον να πει ψέματα στους εχθρούς ή τους φίλους «όταν διά μανίαν ή τινα άνοιαν κακόν τι επιχειρώσι πράττειν». Όμως τίποτε από αυτά δεν συνέβαινε στην περίπτωση του Παπανδρέου και του Τσίπρα.

Μπορεί το ψέμα να είναι προσοδοφόρο, αφού αυτός που ψεύδεται ζει με τις δαπάνες αυτών που τον πιστεύουν, αλλά το ψέμα είναι δόλιο όπλο και όποιος το χρησιμοποιεί αυτοτραυματίζεται. Κι αν είναι κακό να ψεύδεται κανείς με τα λόγια, είναι πολύ χειρότερο να ψεύδεται με τα έργα του. Κι είναι «μεγάλο κατόρθωμα» για έναν πολιτικό να φτάσει στο σημείο να λέει την αλήθεια και να μην τον πιστεύουν αυτοί στους οποίους απευθύνεται, σαν τον μικρό βοσκό του παραμυθιού. Αλλά είναι και «μεγάλη ανοησία» να προδώσει κανείς τις αρχές και τις αξίες, ορθές ή λανθασμένες, για τις οποίες αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή και τον ανέδειξαν λέγοντας ψέματα, για να «αρπάξει» την εξουσία, όσο γλυκιά και αν είναι αυτή. Ο λαός γνωρίζει πως όποιος προδίδει τις ιδέες του είναι πρόθυμος να προδώσει και τους άλλους. Αλλά πρέπει να ξέρουμε πως το πολύ το ψέμα προκαλεί «σιχαμάρα» στον κόσμο. Μπορεί η λίγη υγρασία στην ατμόσφαιρα να δημιουργεί ομίχλη, αλλά η υπερβολική υγρασία δημιουργεί βροχή που καθαρίζει την ατμόσφαιρα.

 

Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος.

Ολοκληρώθηκε και φέτος η διαδικασία του θεσμού των Πανελληνίων εξετάσεων με την έκδοση των αποτελεσμάτων. Όπως ήταν φυσικό, οι πιο πολλοί υπήρξαν «επιτυχόντες» σε κάποια Ανώτατη ή Ανώτερη Σχολή, ενώ λιγότεροι υπήρξαν οι «αποτυχόντες». Οι πρώτοι, ως είθισται, δέχτηκαν τα συγχαρητήρια των οικείων τους και ένιωσαν τη χαρά της «επιτυχίας», ενώ οι δεύτεροι αισθάνθηκαν απογοήτευση από την «αποτυχία» τους. Η Λίλα Σταμπούλογλου σε ένα άρθρο της, που δημοσιεύτηκε στις 29/8/2017 στο «Εμπρός», μάς προτρέπει να πούμε «κάτι και για κείνους που απέτυχαν». Γι’ αυτούς, λοιπόν, θα μιλήσω κι εγώ.

Κατ’ αρχάς θεωρώ πως είναι σκληρό για ένα νέο να αποτυγχάνει, αλλά είναι ακόμα πιο σκληρό να μη προσπαθεί να πετύχει και πως εκείνος μόνο είναι απαλλαγμένος από αποτυχίες που δεν επιδιώκει ποτέ να πετύχει. Η αποτυχία είναι απαραίτητο συστατικό της ζωής του ανθρώπου. Χωρίς την αποτυχία η επιτυχία δεν θα είχε κανένα νόημα. Τα όρια ανάμεσα στα δύο είναι δυσδιάκριτα, γιατί η αποτυχία είναι αδελφή της επιτυχίας, όπως αδελφή της χαράς είναι η λύπη, σύμφωνα με ένα αισώπειο μύθο. Όλοι οι άνθρωποι ταξιδεύουν στη ζωή πάνω σε ένα πλοίο που δεν έχει πάντα ευνοϊκό τον άνεμο. Η συνεχής επιτυχία μάς δείχνει μια μόνο φάση του κόσμου. Η αποτυχία φέρνει μπροστά μας και την αντίθεση. Ισχύει και εδώ η αρχή των αντιθέτων που συνθέτουν τη ζωή του ανθρώπου, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πράγμα που έκανε τον Περικλή να παρατηρήσει στον Επιτάφιό του, πως είναι ευτυχισμένοι αυτοί που γεύτηκαν στη ζωή τους ισομερώς τόσο τις επιτυχίες όσο και τις αποτυχίες (44.1: το δ’ ευτυχές …οις ενευδαιμονήσαι τε ο βίος ομοίως και ενταλαιπωρήσαι ξυνεμετρήθη).

Κι είναι λίγο υποκριτικό και αντιφατικό από τη μια να απαξιώνουμε ως άτομα και ως πολιτεία την «αριστεία» και από την άλλη να εγκωμιάζουμε τους «αρίστους» των Πανελληνίων εξετάσεων. Μπορεί βέβαια να ονομάζουμε «καλούς» και «άξιους» αυτούς που πέτυχαν σε κάποιο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, αλλά στη ζωή δεν πετυχαίνει κανείς απλώς και μόνο, γιατί είναι ικανός και άξιος και δεν αποτυγχάνει, γιατί είναι ανίκανος και ανάξιος. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν κάποιος από αυτούς που μελετούν και αναλύουν τα αποτελέσματα γύριζε πέντε - έξι χρόνια πίσω και παρακολουθούσε την εξέλιξη αυτών που μπήκαν πρώτοι σε Σχολές και εγκωμιάστηκαν γι’ αυτό. Σίγουρα θα φανεί πως κάποιοι «πρώτοι» έγιναν «έσχατοι» και κάποιοι «έσχατοι» έγιναν «πρώτοι». Θέλω να πω πως ούτε οι «επιτυχόντες» κέρδισαν τον αγώνα της ζωής, ούτε και οι «αποτυχόντες» τον έχασαν. Και ας έχουμε υπόψη πως υπάρχουν σωτήριες αποτυχίες, όπως υπάρχουν και καταστροφικέ επιτυχίες.

Πολλές φορές αποδεικνύεται πως αυτό που θεωρούμε επιτυχία δεν είναι επιτυχία. Πολλές «επιτυχίες» στη ζωή διαλύουν και εκμαυλίζουν τα άτομα, κάποτε προεξοφλούν την αποτυχία μας ως άνθρωποι. Μαστιγώνουμε το άλογο της επιτυχίας μας με το καμουτσίκι της αλαζονείας, για να τρέχει πιο πολύ, με αποτέλεσμα να σκοντάψει και να μας ρίξει κάτω.

Από την άλλη πλευρά, το κέρδος από μερικές αποτυχίες ξεπερνά το κέρδος από μιαν επιτυχία. Κάθε αποτυχία είναι ένα βήμα που οδηγεί στην επιτυχία. Κάθε ανακάλυψη του λάθους μας, μάς διδάσκει τι είναι το ορθό και από αυτή την άποψη η αποτυχία πολλές φορές είναι από μόνη της πολλές φορές ευ-τυχία.

Οι νέοι, λοιπόν, που απέτυχαν πρέπει να συνειδητοποιήσουν πως δεν υπάρχουν υποθέσεις χαμένες εκτός από αυτές που εγκαταλείπουμε εμείς οι ίδιοι. Όποιος σκοντάφτει, αλλά δεν πέφτει κερδίζει πολλά βήματα. Το να δεχτούν ψύχραιμα οι «αποτυχόντες» την αποτυχία τους, είναι το πρώτο βήμα για την εξουδετέρωση των συνεπειών της. Η γενναία και σωστή αντιμετώπισή της είναι και αυτή επιτυχία. Το είχε πει και ο Πλάτων, πως «θα μπορούσε να κριθεί πάρα πολύ σωστός και σώφρων αυτός που αντιμετωπίζει τις συμφορές και τις αποτυχίες του με κόσμιο τρόπο» (ούτος αν δικαιότατος και σωφρονέστατος κρίνοιτο, όστις κοσμιώτατα τας συμφοράς δύναιτο φέρειν). Κι ας έχουν πάντα υπόψη τους πως, όπως έλεγε ο Δημοσθένης, «προς το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται».

 

Αθανάσιος Φραγκούλης είναι δρ. Κλασικής Φιλολογίας και επιτ. σχολικός σύμβουλος.

.

 

 

 

 

Παλαιότερα οι λαϊκίστικες κυβερνήσεις επικαλούνταν την θρησκεία, την πατρίδα, την οικογένεια κλπ.. Τώρα που οι θεσμοί αυτοί και οι αξίες έχουν χρεοκοπήσει, οι λαϊκιστές διακηρύσσουν πως επιδιώκουν τη «δίκαιη ανάπτυξη», πως θέλουν να επιβάλουν «τις δίκαιες δίκες», που, δυστυχώς, όπως ισχυρίζονται οι δικαστές δεν τις θέλουν, και, γενικά, να επιβάλλουν μια «δίκαιη δικαιοσύνη», γιατί τόσα χρόνια αυτή δεν υπήρχε! Βέβαια, όλους τους συγκινεί η έννοια, η αξία του Δικαίου και της Δικαιοσύνης. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν θεοποιήσει τη Δίκη και την είχαν ονομάσει «σύνθρονον των θεών». Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν σοβαρά ασχοληθεί με αυτή. Ο Σωκράτης παρατηρούσε πως «δεν είναι δυνατό κάποιος να γίνει ενάρετος πολίτης χωρίς τη δικαιοσύνη (Ξενοφ. Απομν. Δ ΙΙ. 11: ουχ οιον τε άνευ δικαιοσύνης αγαθόν πολίτην γενέσθαι). Ο Αριστοτέλης τόνιζε πως η δικαιοσύνη είναι απαραίτητη σε κάθε κοινωνία, ότι είναι «κοινωνικής πολιτείας τάξις», γιατί «ο άνθρωπος, αν χωριστεί από τον νόμο και τη δικαιοσύνη γίνεται το χειρότερο από όλα τα ζώα» (Πολιτ. 1253 α 32, 38: χωρισθείς νόμου και δίκης χείριστον πάντων των ζώων εστι). Και ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του, αναλύει την έννοια της δικαιοσύνης, ερευνά τη φύση και την ουσία της και την θεωρεί απαραίτητη για τη συνοχή και την ευδαιμονία της ιδανικής πολιτείας και γενικότερα του πολιτικού βίου. Μιλά για την «πολιτική αρετήν», την ενιαία αρετή, αυτή που καθιστά δυνατή την ύπαρξη και την ευδαιμονία της πολιτείας (Πρωταγ. 323α). Αυτή την πολιτική αρετή ο Πλάτωνας τη χωρίζει δε σε πέντε μόρια, τη δικαιοσύνη, τη σοφία, την ανδρεία, τη σωφροσύνη και την ευσέβεια και τονίζει πως χωρίς τη δικαιοσύνη τα άλλα μόρια της αρετής δεν είναι δυνατό να υπάρξουν. Με αυτό φαίνεται να συμφωνεί και ο μαθητής του, Αριστοτέλης που αναφέροντας την παροιμιακή φράση «εν δικαιοσύνη πάσ’ αρετή ένι (= υπάρχει) ονομάζει τη δικαιοσύνη «κρατίστην των αρετών» και «τελείαν αρετήν» (Ηθικ, Νικομ. V129 b 26-30). Για όλα αυτά ο Σωκράτης συνήθιζε να λέει πως «αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος ζωής, να ζεις και να πεθαίνεις ασκώντας τη δικαιοσύνη και την άλλη αρετή» (Πλάτ. Γοργ. 527 e).

Ως εδώ όλα ωραία και καλά. Αλλά τι είναι δικαιοσύνη; Ο Πλάτων πάλι λέει πως δικαιοσύνη είναι «τα αυτού πράττειν έκαστον και μη πολυπραγμονείν» (πολιτ. Δ 433) και πως υπάρχει δικαιοσύνη, όταν έχει ο καθένας και όταν πράττει αποκλειστικά εκείνο που του ανήκει» (Πολιτ. Δ 433 e: η του οικείου τε και εαυτού έξις τε και πράξις δικαιοσύνη αν ομολογοίτο). Τούτο σημαίνει πως ο καθένας πρέπει να πορεύεται τον δρόμο του, γιατί, όταν ανακατεύεται κανείς σε ό,τι δεν του ανήκει, σε ό,τι δεν είναι στη δικαιοδοσία του, θα συγκρουστεί με άλλους, θέλει δεν θέλει και θα αδικήσει και θα αδικηθεί. Και είναι η αδικία «μεγίστη κακουργία της πόλεως» (Πλατ. Πολιτ. Δ 434 c). Μα θα πει κανείς: ποιος είναι αυτός που ορίζει αυτό που ανήκει στον καθένα; Σε μια δημοκρατούμενη κοινωνία αυτός είναι το Σύνταγμα και οι Νόμοι και η Βουλή, όχι η Κυβέρνηση, που ψηφίζει τους Νόμους. Δυστυχώς για την εκάστοτε Εκτελεστική Εξουσία, υπάρχει πέρα από αυτή η Δικαστική Εξουσία, την οποία μπορούμε να κρίνουμε, αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να την υποκαθιστούμε. Υπάρχει εδώ και πολλούς αιώνες, από την εποχή του Βολταίρου, η λεγόμενη «διάκριση των εξουσιών» χωρίς την οποία δημοκρατία δεν μπορεί να υπάρξει. Κι όποια κυβέρνηση «ανακατεύεται στα χωράφια της», κάνει κακό και στον εαυτό της και στη δικαιοσύνη.

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Στην «Πολιτεία» του, ο Πλάτων γράφει πως είναι μεγάλη ασέβεια, όταν τύχει και ακούσει κάποιος να κακολογούν τη δικαιοσύνη, να δειλιάσει και να μην την υπερασπιστεί, όσο έχει μέσα του πνοή και μπορεί να μιλά» (Πολιτ. Β 368 b, c). Ο ίδιος φιλόσοφος τονίζει πως είναι άξιος τιμής αυτός που δεν αδικεί κι όποιος δεν επιτρέπει στους άλλους να αδικούν και πως είναι άξιος διπλάσιας τιμής αυτός που βοηθά όσο μπορεί τους άρχοντες να τιμωρούν τους άδικους. Αυτός, λέει, είναι «τέλειος πολίτης και νικητής στην αρετή» (Πλάτ. Νομ. Ε 730 d). Ο Σωκράτης επέμενε πολύ στην τιμωρία αυτών που διαπράττουν αδικίες σε βάρος των άλλων και την απονομή της δικαιοσύνης, γιατί, όπως έλεγε η τιμωρία «σωφρονίζει που και δικαιοτέρους ποιεί και ιατρική γίγνεται πονηρίας η δίκη» και το πως το να αποφύγει την τιμωρία ο άδικος «πάντων μέγιστον και πρώτον κακών πέφυκε». Αλήθεια, η κυβέρνηση επιβάλλει καμιά ποινή σε αυτούς που καταστρέφουν τις περιουσίες των άλλων χωρίς κανένα δισταγμό, σε αυτούς που έχουν μετατρέψει τη «δημοκρατία» σε «ακολασία», την «ελευθερία» σε «παρανομία» και την ευδαιμονία σε δυνατότητα να κάνουν ό,τι θέλουν; Με αυτές τις πολιτικές όχι μόνο «δίκαιη ανάπτυξη» δεν πρόκειται να υπάρξει, όχι μόνο το κράτους δικαίου δε θα ισχύσει, αλλά η αδικία θα νομιμοποιηθεί και θα παραμείνει μονίμως στη ζωή των ανθρώπων.

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος. 

Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017 15:37

Ο λόγος και η πολιτική (Μέρος Δ΄)

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.) υπήρξε η μεγάλη καμπή στην ιστορία της αρχαίας Αθήνας και την εξέλιξη της δημοκρατίας. Η Αθήνα που έδωσε την κατά το δυνατόν πιο τέλεια μορφή του δημοκρατικού πολιτεύματος τον 5ο αι. π.Χ., έδωσε και την αδύνατη πλευρά της τον 4ο π.Χ. αι. με ένα πλήθος αξιοκατάκριτων φανερωμάτων. Ο ξεπεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας άρχισε μετά τον θάνατο του Περικλή. Ο μεγάλος ιστορικός Θουκυδίδης λέει χαρακτηριστικά: «Οι κατοπινοί του (ενν. οι διάδοχοί του Περικλή), επειδή ήταν ίσοι μεταξύ τους (δηλ. δεν ξεχώριζε κανείς στη μετριότητά τους) και επειδή ήθελε ο καθένας να γίνει πρώτος, στράφηκαν στην ευχαρίστηση του λαού, έτσι ώστε οι υποθέσεις της πόλης να παραμεληθούν και να υποχωρήσουν» (Θουκ. Ιστορ. 2.65). Και ο Δημοσθένης αναφερόμενος στους πολιτικούς εκείνης της εποχής, παρατηρεί ότι «τον χρόνο που προορίζεται για τα έργα, τον ξοδεύουμε, τον δαπανούμε στις προετοιμασίες, αλλά οι ευκαιρίες που μας παρουσιάζονται δεν περιμένουν τη δική μας αργοπορία και αδιαφορία» (Κατά Φιλίπ., Α. 37). Αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών ήταν «οι Αθηναίοι παρά λίγο να πέσουν στην έσχατη συμφορά» (Ισοκρ. Αρεοπ. 17: μικρόν απολείπουσι του μη ταις εσχάταις συμφοραίς περιπεσείν).

Κάτι ανάλογο αναφέρει και ο Κλέων μιλώντας στην Εκκλησία του Δήμου και προσπαθώντας να πείσει τους συμπατριώτες του να καταδικάσουν τους Μυτιληναίους, γιατί «τόλμησαν» να αποστατήσουν από τη συμμαχία των Αθηναίων. Εκεί αναφέρει πως η πόλη επιβραβεύει άλλους, ενώ η ίδια υπομένει τους κινδύνους. Και ενοχοποιεί γι’ αυτό τους ίδιους τους πολίτες, γιατί, λέει, «έχετε συνηθίσει να γίνεστε θεατές των λόγων και ακροατές των έργων, να θεωρείτε πως είναι δυνατό να γίνουν κάποια πράγματα, πιστεύοντας απλώς αυτούς που μίλησαν με ωραίο τρόπο γι’ αυτά και αξιολογώντας αυτά που έχουν ήδη γίνει με βάση αυτά που είπαν με ωραίο τρόπο αυτοί που μίλησαν γι’ αυτά. Έχετε συνηθίσει να θεωρείτε πιο αξιόπιστα όχι τα έργα, αλλά τα λόγια» (Θουκ. Ιστορ. Γ 38). Με λίγα λόγια, ο Κλέων, ο μεγαλύτερος από τους αρχαίους δημαγωγούς και λαϊκιστές, κατηγορεί τους Αθηναίους για διαστροφή της φυσικής κατάστασης που θέλει τα έργα πιο αξιόπιστα από τα λόγια, για μια διαστροφή στην οποία και ο ίδιος συνέβαλε τα μέγιστα!

Κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει και σήμερα; Οι πολιτικοί μας αναλίσκονται στα λόγια, καθυστερούν να πάρουν τις δύσκολες αποφάσεις που επιβάλλουν οι «καιροί» που δεν είναι «μενετοί» και προκαλούν μεγάλη βλάβη στη χώρα μας. Χειριζόμενοι με άνεση τον λόγο, προσπαθούν να μας πείσουν πως τα «καταστροφικά» που έχουν γίνει, κινούνται δήθεν στη «σφαίρα της φαντασίας» και ότι πρέπει να πιστεύουμε τι μας λένε και όχι αυτό που βιώνουμε. Να πειστούμε, για παράδειγμα, πως δεν μας έχουν μειώσει τις συντάξεις μας 50% μέχρι τώρα και να τους θεωρούμε, όπως λένε μερικοί, «σωτήρες» και «ευεργέτες».

Θα έπρεπε οι ικανοί οι ρήτορες να μην έχουν καμιά θέση στην πολιτική. Γιατί «όποιος είναι ικανός ομιλητής,// μα έχει κακιά φύση, // πρέπει να τιμωρείται αυστηρά,// γιατί πιστεύοντας πως τα ωραία λόγια // τ’ άδικο το σκεπάζουν,// τολμά πανούργες πράξεις.// Αυτός δεν ειν’ πολύ σοφός» (Ευριπ. Μήδ., στ. 597). Γιατί «όταν στους άρχοντες οι ατιμίες αρέσουν,// βέβαια και οι ασήμαντοι τις θεωρούν καλές.// Μα ’γω μισώ τους τίμιους που ’ναι στα λόγια μόνο,// όταν κρυφά σε τολμηρές ενέργειες προβαίνουν» (Ευριπ. Ιππόλ., στ. 411-414). Παρόμοιες ιδέες αναπτύσσει ο Αγγελιαφόρος στον Ορέστη (στ. 907-913) του Ευριπίδη απευθυνόμενος στην Ηλέκτρα. Αυτός λέει: «Όταν ένας θνητός γλυκόλογος,// αλλά κακός στη γνώμη //πείθει ολόκληρο λαό,// είναι κακό μεγάλο για την πόλη».

Ο Ευριπίδης στην Εκάβη του (στ. 1187-1194) συσχετίζει τον λόγο με τα έργα και παρατηρεί πως «στον κόσμο αυτό δε θα ‘πρεπε ποτέ //δύναμη πιότερη απ’ τα έργα η γλώσσα μας να έχει,// έκανε κάποιος το καλό;// Λόγια θα έπρεπε καλά και αυτή να λέει,// έκανε πάλι το κακό; // Να’ ναι τα λόγια της κακά,//να μην μπορεί το άδικο όμορφο να το κάνει». Κι όμως οι πολιτικοί προσπαθούν να κάνουν το άδικο δίκαιο και το άσχημο όμορφο με τα λόγια τους!

Ο Ευριπίδης στην Αντιόπη του (απόσπ. 205), υπογραμμίζει την ανωτερότητα των έργων έναντι των λόγων με τα εξής λόγια: «Παιδί μου, λόγια ειπωμένα όμορφα// μπορούνε ψεύτικα να είναι, // κι οι άνθρωποι με τα ωραία λόγια // την αλήθεια θα μπορούσαν να νικήσουν,// μα δεν είν’ αυτό το πιο καλό,// αλλά αυτό που’ ναι σωστό // κι αυτό που λέει η φύση,// και όποιος βγαίνει νικητής,// αν κι άσχημα μιλά,// είναι στ’ αληθινά σοφός,// αλλά εγώ πιστεύω // πως οι πράξεις είν’ ανώτερες από τον κάθε λόγο». Κι είναι πολύ επικίνδυνοι για τη χώρα οι ικανοί ρήτορες. Στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, η Φαίδρα παρατηρεί στην Τροφό πως «τις πόλεις των ανθρώπων που όμορφα κυβερνιούνται,// τα ευτυχισμένα σπιτικά συθέμελα γκρεμίζουν,// τα λόγια τα πολύ κομψά,// δεν πρέπει το ευχάριστο στ’ αυτιά εμείς να λέμε,// μα ό,τι τιμά τον άνθρωπο» ( στ. 486-489). Ας το λάβουν υπόψη αυτό οι πολιτικοί μας…

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος. 

 

 

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017 14:23

Ο λόγος και η πολιτική (Μέρος Γ΄)

Οι πολιτικοί μας, γνωρίζουν τη μεγάλη δύναμη της γλώσσας. Ξέρουν πως οι λέξεις είναι σαν τα καρφιά και όσο πιο πολύ τις χτυπάς, τόσο πιο βαθιά πηγαίνουν. Και γι’ αυτό στις διάφορες εμφανίσεις τους στην Βουλή ή την τηλεόραση, επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια και δίνουν την εντύπωση πως έχουν περάσει από «ειδικό κομματικό φροντιστήριο» και ότι βρίσκονται σε «διατεταγμένη υπηρεσία». Το να μιλάς ωραία είναι ένα πράγμα. Όμως ο λόγος ο όμορφος είναι κάτι φοβερό, όταν προξενεί κάποια βλάβη. Γι’ αυτό και ο Αισχύλος σ’ ένα απόσπασμα από τον Προμηθέα Λυόμενο λέει με το στόμα του Προμηθέα πως «για πολλούς απ’ τους θνητούς η σιωπή είναι κέρδος» (απόσπ. 42: πολλοίς γάρ εστι κέρδος η σιγή βροτών). Πράγματι, οι περισσότεροι πολιτικοί θα βοηθούσαν πιο πολύ και τον εαυτό τους και την πατρίδα, αν κρατούσαν το στόμα τους κλειστό! Γιατί πέρα από τα λόγια υπάρχουν και τα έργα και για έναν πολιτικό τα λόγια θα έπρεπε πάντα να συμβαδίζουν με τα έργα. Δυστυχώς, αυτό σπάνια συμβαίνει. Και τότε τα λόγια του, επιστρέφουν και πλήττουν αυτόν τον ίδιο, και αυτό είναι πολύ χειρότερο από το να σε χτυπήσει ο λόγος των άλλων. Ας σκεφτούμε πόσα είχε υποσχεθεί προεκλογικά ο πρωθυπουργός και ποια υπόσχεση υλοποίησε από αυτές που είχε δώσει. Τα αλόγιστα, λοιπόν, λόγια του, τον έχουν εγκλωβίσει και δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτά. Και αυτό είναι μια γενική πρακτική που χαρακτηρίζει τον πολιτικό μας κόσμο.

Η σύνδεση των λόγων με τα έργα, είχε καθιερωθεί ήδη από την ομηρική εποχή. Στην «Ιλιάδα» (Ι 443) αναφέρεται πως ο δάσκαλος του Αχιλλέα, ο Χείρων, τον είχε εκπαιδεύσει να είναι «λόγων τε ρητήρ έργων τε πρηκτήρ», δηλαδή ικανός να αγορεύει στην αγορά, αλλά και να αγωνίζεται στον πόλεμο αλλά και στην καθημερινή ζωή. Όλοι οι μεγάλοι πολιτικοί της αρχαιότητας, όπως ο Θεμιστοκλής και ο Περικλής, ήταν ικανοί «επινοήσαι τα δέοντα και ερμηνεύσαι ταύτα», δηλαδή να συλλάβουν ιδέες και να τις υλοποιήσουν. Πρόκειται για τη μεγάλη αρετή, τη συνέπεια λόγων και έργων, που πρέπει να διακρίνει κάθε αληθινό πολιτικό άνδρα. Αυτής της συνέπειας κλασικό, αξεπέραστο και αξιομίμητο παράδειγμα είναι ο φιλόσοφος Σωκράτης. Όταν ο φίλος του, ο Κρίτων τον επισκέφτηκε στη φυλακή και τον προέτρεπε να δραπετεύσει και να σώσει τη ζωή του, σε μια περίπτωση που ήταν βέβαιος πως η δικαιοσύνη δεν είχε κάνει σωστά τη δουλειά της, εκείνος απάντησε με τα παρακάτω αξιοθαύμαστα λόγια: «Αυτά που έλεγα στο παρελθόν δεν μπορώ τώρα να τα προδώσω, επειδή μου συνέβη αυτή η δυστυχία, αλλά σχεδόν τα ίδια μου φαίνονται και τα ίδια πρεσβεύω και τιμώ όπως και πριν» (Πλατ. Κρίτ. 46 b 5). Και συμπλήρωσε πως «είναι ο ίδιος και τώρα και πάντα και δεν υπακούει σε τίποτε άλλο εκτός από τον Ορθό Λόγο» (Κρίτ. 46 b 3-4: Ως εγώ ου νυν το πρώτον αλλ’ αεί τοιούτος οιος των εμών ουδενί πείθεσθαι ή τω λόγω…»).

Κάθε πολιτικός, όπως και κάθε άνθρωπος, ντύνει τις ιδέες του με τον λόγο, όπως τα παιδιά με τα ρούχα, και από το ντύσιμο καταλαβαίνει κανείς την πολιτική και ιδεολογική του θέση. Όμως πολλοί πολιτικοί έχουν πουληθεί στην ιδεολογία, ενώ άλλοι πουλάνε ιδεολογία. Και όταν ένας πολιτικός πουλά ιδεολογία, σαν έμπορος, για να ζήσει, πίνει το αίμα του λαού, δεν τον ληστεύει απλώς. Γιατί άλλο είναι να αποδίδεις τα πράγματα με λόγια και άλλο να τα υποκαθιστάς με λόγια. Γιατί αυτό κάνουν οι δικοί μας πολιτικοί. Λησμονούν πως, όπως είπε και ένας λαλίστατος υφυπουργός της κυβέρνησης, ο καθένας είναι «όχι αυτό που λέγει αλλά αυτό που πράττει…» και πως μιλά πειστικά κανείς, όταν ο λόγος του είναι τμήμα της πρακτικής του συμπεριφοράς. Γιατί η πολιτική είναι πράξη και όχι κριτική ερμηνεία της πράξης. Και ο πιο ηχηρός λόγος είναι πιο ασήμαντος από τη μικρότερη πράξη.

Και κάτι άλλο. Δεν αρκεί ο λόγος σου να είναι πειστικός. Χρειάζεται να μας πείθει πως και αυτός που τον λέει, έχει πειστεί από αυτόν. Δυστυχώς, πολλοί πολιτικοί μας, λένε πράγματα στον λαό που και οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Πόσες φορές δεν ακούσαμε πολιτικούς να λένε πως δεν πιστεύουν στα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση αλλά, τα ψηφίζουν για τον δικό του λόγο ο καθένας; Πολλές φορές επικαλούνται την αλήθεια που στην ουσία δεν πολυσυμπαθούν, τον λαό προς τον οποίο δεν έχουν καμιά υπόληψη ή ακόμα και τον Θεό στον οποίο δεν πιστεύουν. Ο πολιτικός καθοδηγεί τους πολίτες πώς να βαδίζουν πιο σωστά με τον σταυρό στον ώμο, αλλά δεν είναι πρόθυμοι να πάρουν εκείνοι τον σταυρό. Και φαίνεται πως είχε δίκιο κάποιος που παρομοίασε κάποιους πολιτικούς με τενεκέδες λουλουδιών. Πρώτα, λέει, είχανε μέσα παστά ή σκουπίδια και τώρα, μπογιαντισμένοι διάφορα χρώματα, έχουν γαρύφαλλα ή βασιλικό.

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος. 

Παρασκευή, 07 Ιουλίου 2017 14:20

Ο λόγος και η πολιτική (Μέρος Β΄)

Στο πρώτο μέρος του άρθρου μου, προσπάθησα να δείξω πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος που ασκεί ο λόγος και η γλώσσα, τόσο στη πολιτική όσο και στην καθημερινή ζωή. Ο λόγος έχει τεράστια δύναμη.

Ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα στον Κολωνό, βάζει την Αντιγόνη να λέει στον πατέρα της πως «τα έργα τα κακά τα ξεσκεπάζει ο λόγος» (στ. 1187-1188: τα τοι κακώς// ηυρημέν’ έργα τω λόγω μηνύεται) και ο Ευριπίδης στην Ανδρομάχη του, βάζει τον Μενέλαο να λέει στον Πηλέα «ο λόγος για όλα γίνεται δάσκαλος των ανθρώπων» (στ. 683-684: η δ’ ομιλία // πάντων βροτοίσι γίγνεται διδάσκαλος) και στις Ικέτιδές τον Θησέα να τονίζει στην Αίθρα πως «τίποτε δεν τελειώνει,// το στόμα αν δεν το πει» (στ. 112: πέρας γαρ ουδέν μη διά γλώσσης ιών).

Αυτό το γνωρίζουν καλά οι πολιτικοί μας, αλλά και οι άλλοι, οι δικηγόροι, για παράδειγμα, στων οποίων το επάγγελμα παίζει σημαντικό ρόλο η ρητορική τέχνη και φροντίζουν να καλλιεργήσουν την ικανότητα της «πειθούς».

Γι’ αυτό ο Ευριπίδης στην Εκάβη του (στ. 814-820), βάζει την ηρωίδα να διερωτάται:

«Γιατί, λοιπόν, εμείς οι άνθρωποι // τα άλλα τα μαθήματα

μοχθούμε να τα μάθουμε όλα πολύ καλά// και τα ανα-

ζητούμε,// μα την Πειθώ, που μόνη αυτή // μεσ’ στους

ανθρώπους βασιλεύει,// καθόλου δε νοιαζόμαστε // τέλεια

να τη μάθουμε χρήματα δαπανώντας, // για να’ ναι μπορετό

να πείθει κάποιος άνθρωπος // κι έτσι να πετυχαίνει //

ό τι επιθυμεί;».

Και σε ένα απόσπασμα από την Αντιγόνη του, ο Ευριπίδης συνδυάζει τον λόγο με την Πειθώ και υποστηρίζει πως «δεν υπάρχει ιερό άλλο για την Πειθώ εκτός από τον λόγο,// και ο βωμός της βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου» (αποσπ. 170: ουκ εστι Πειθούς ιερόν άλλο πλην λόγος,// και βωμός αυτής εστ’ εν ανθρώπου φύσει).

Οι πολιτικοί μας, λοιπόν, σε κάθε συνεδρίαση της Βουλής αξιοποιώντας ή εκμεταλλευόμενοι την ικανότητα «πειθούς» που διαθέτουν, προσπαθούν να πείσουν τους ακροατές, τους πολίτες, για το δίκαιο και την ορθότητα των απόψεων, των αποφάσεων και των ενεργειών τους. Κι έχουν δικαίωμα και χρέος να το κάνουν μια και για κάθε πράγμα είναι δυνατό να υπάρξουν δύο διαφορετικές ή αντίθετες απόψεις. Τούτο ανταποκρίνεται στη συνείδηση του λαού που έχει συνθέσει αντίθετες παροιμίες για το ίδιο θάμα, όπως π.χ. «όποιος βιάζεται σκοντάφτει» ή «το γοργό και χάρη έχει». Σε αυτούς τους «δισσούς λόγους» στηρίζονται όλες οι συζητήσεις που μας παραδίδονται από την αρχαία ελληνική γραμματεία, ιδιαίτερα την ιστορία του Θουκυδίδη με τις δημηγορίες, τους διαλόγους των σοφιστών με τον Σωκράτη ή ακόμη και τα ομηρικά κείμενα και την αρχαία ελληνική τραγωδία. Γίνεται κατά κάποιο τρόπο ένας «αγών λόγων», όμοιος με αυτόν που λαμβάνει χώρα στην αρχαία ελληνική κωμωδία της οποίας αποτελεί βασικό δομικό στοιχείο, αλλά και στην αρχαία ελληνική τραγωδία, και έχει ως κριτές τούς ακροατές.

Το πράγμα όμως αλλάζει, όταν στον «αγώνα» αυτόν παίρνουν μέρος κόλακες, συκοφάντες, συμφεροντολόγοι πολιτικοί ρήτορες που απευθύνονται στην άγνοια των πολιτών, την έλλειψη κριτικού πνεύματος που διακρίνει τους απλούς ανθρώπους, την απουσία ενδιαφέροντος για την έρευνα των πραγμάτων και την αδυναμία αξιολόγησης των απόψεων και παρασύρουν τις λαϊκές μάζες σε λαθεμένες, ασύμφορες και καταστροφικές για την πατρίδα και τον λαό, αποφάσεις και επιλογές. Γιατί οι μάζες εύκολα «πείθονται» και παρασύρονται από την επιτηδειότητα και τη ρητορική δεινότητα των πονηρών και γεμάτων θρασύτητα πολιτικών, που κατορθώνουν να παρουσιάσουν το ατομικό και κομματικό συμφέρον ως ωφέλιμο για την πατρίδα και τον λαό.

Κι έτσι ο λόγος αποβαίνει βλαβερός και ολέθριος για τους πολίτες. Την ιδέα ότι ο λόγος και η γλώσσα μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους συναντούμε στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, όπου ο Ωκεανός ρωτά τον ήρωα «ή δεν κατέχεις, αν κι είσαι λογικός,// πως η γλώσσα που είν’ αστόχαστη // μόνο ζημία φέρνει;» (στ. 328-329: η ουκ οίσθ’ ακριβώς ων περισσόφρων ότι// γλώσση ματαία ζημία προστρίβεται; ) και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, όπου ο Κρέων λέει στον Τειρεσία πως «παθαίνουν …από τους θνητούς ακόμη και οι πιο δεινοί αισχρές ανατροπές,// όταν τα λόγια τα αισχρά μ’ όμορφο τρόπο λένε//μονάχα για το κέρδος» (στ.1045-1047: πίπτουσι δ’ …βροτών// χοι πολλά δεινοί πτώματ’ αισχρ’, όταν λόγους//αισχρούς καλώς λέγωσι του κέρδους χάριν).

Κι είναι πραγματικά επικίνδυνοι οι πολιτικοί που έχουν ρητορική δεινότητα, αλλά είναι αστόχαστοι. Το είπε στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή η ηρωίδα όταν απευθύνεται στην αδερφή της Χρυσόθεμη τονίζοντας πως «είναι στ’ αλήθεια φοβερό// να’ σαι μαζί αστόχαστος // και να μιλάς ωραία» (στ. 1039: η δεινόν ευ λέγουσαν εξαμαρτάνειν), ενώ ο ίδιος ποιητής σε ένα άλλο χαμένο έργο του, αφορίζει τα λόγια τα απατηλά λέγοντας «τα λόγια τα απατηλά κέρδος δεν πετυχαίνουν» (απόσπ. 834: ουκ εξάγουσι καρπόν οι ψευδείς λόγοι). Και οι δικοί μας πολιτικοί, με λίγες πάντα εξαιρέσεις συνετών ανθρώπων που, δυστυχώς, αργά ή γρήγορα εξαφανίζονται από την πολιτική σκηνή, είναι «απατηλοί». Και όχι μόνο. Είναι και μοχθηροί. Αν παρακολουθήσει κανείς τον τρόπο που μιλούν, θα διαπιστώσει πως οι λόγοι τους αποπνέουν μια πρωτοφανή εχθρότητα, ένα μίσος, μια απέχθεια, μια έλλειψη σεβασμού προς τον αντίπαλο και τις ιδέες του. Η αισχρότητα και η αναίδεια στα λόγια, έχει γίνει για πολλούς, τρόπος άσκησης πολιτικής και τρόπος ζωής και το κακό είναι πως αυτός ο τρόπος ζωής χειροκροτείται από τους οπαδούς τους! Είναι και αυτό σημείο των καιρών!

 

*Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

 

 

 

Σελίδα 4 από 5
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top