FOLLOW US
Παναγιώτης Μιχαηλάρης

Παναγιώτης Μιχαηλάρης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Όπως θα γνωρίζουν ασφαλώς οι αναγνώστες της εφημερίδας αυτής το «Εμπρός», λόγω της νέας πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί και στον τύπο, πράγμα το οποίο ανέλυσε συστηματικά ο διευθυντής του Μ. Μανώλας, θα εκδίδεται πλέον κάθε Σάββατο, δηλαδή η συχνότητά του θα είναι εβδομαδιαία και όχι καθημερινή. Στη νέα αυτή μορφή ο Μανώλης μου έκανε την τιμή να ζητήσει να συνεχίσω την συνεργασία μου. Έτσι οι αναγνώστες αυτής της επιφυλλίδας θα μας βρίσκουν κάθε δεκαπέντε μέρες στο «Εμπρός» του Σαββάτου, το οποίο, από καρδιάς εύχομαι να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα με τον καλύτερο τρόπο, για το καλό του νησιού μας.

Πολλές φορές έχω γράψει από τη στήλη αυτή για την ανάγκη διάσωσης των πάσης φύσεως ιστορικών τεκμηρίων και την ανάγκη να διαθέτουν οι πολίτες και ιδιαίτερα όσοι βρίσκονται σε κρίσιμες θέσεις του κρατικού μηχανισμού -και όχι μόνο- την ευαισθησία και την ετοιμότητα να διασώζουν ότι χαρτί παλιό ή και καινούριο ακόμα, πέφτει στα χέρια τους. Μάλιστα στην απορία τους τι να τα κάνουν αυτά τα παλιά χαρτιά, έχουν από καιρό τη μοναδική δυνατότητα να τα καταθέτουν στο Παράρτημα των Γενικών Αρχείων της Λέσβου (ΓΑΚ Νομού Λέσβου).

Φυσικά η παρατήρηση και η παρότρυνση αυτή δεν αποτελεί δική μου επινόηση, αλλά προέρχεται από την ανάγκη διάσωσης των ιστορικών τεκμηρίων και μέσω αυτών της γνωριμίας μας με το παρελθόν βάσει τεκμηρίων, πράγμα που για τις κοινωνίες αποτελεί στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για την αντιμετώπιση των δυσκολιών του παρόντος και του μέλλοντος.

Όπως έλεγα, αυτή η ανάγκη που είναι, ας πούμε ένα αίτημα των ειδικών, το οποίο όμως κάποια στιγμή γίνεται και γενικότερο αίτημα, όταν εκφράζεται από ανθρώπους που βρίσκονται επικεφαλής θεσμών με μεγάλο ειδικό βάρος.

Ένα τέτοιο γενικότερο ενδιαφέρον νομίζω ότι εκφράζει ένα έγγραφο της Νομαρχίας Λέσβου που φέρει ημερομηνία 19 Απριλίου 1956 και υπογράφεται από τον τότε νομάρχη Νικ. Μπιράκη. Ο νομάρχης αυτός υπηρέτησε στο νησί μας από τις 16 Ιανουαρίου 1953 έως τις 8 Ιανουαρίου 1957. Πολλά στοιχεία για την παρουσία και τη δράση του μας δίνει ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης στο πολύτιμο βιβλίο του: «Οι νομάρχες της Λέσβου, 1912-2006», (Μυτιλήνη 2006, σελ. 81-87), απ’ όπου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αντλήσει πληροφορίες για το πρόσωπο και τη δράση του.

Εγώ όμως θα περιοριστώ στο έγγραφο που απευθύνει ο νομάρχης αυτός, ένα περίπου χρόνο πριν αφήσει τη νομαρχία της Λέσβου και το οποίο έχει ως αποδέκτες κυρίως τους δημάρχους και τους κοινοτάρχες του νησιού μας, αλλά φαντάζομαι και όλους τους πολίτες. Θα αναφέρω το σκεπτικό του εγγράφου επί λέξει, προκειμένου να γνωρίσουμε την ιδεολογική τοποθέτηση του νομάρχη εν σχέσει προς τα ιστορικά τεκμήρια και εν γένει προς κάθε τεκμήριο του παρελθόντος.

«Είναι γνωστόν εις πάντα πνευματικόν άνθρωπον ότι εις τας νήσους Λέσβον και Λήμνον υπάρχει άφθονον αρχαιολογικόν, ιστορικόν, λαογραφικόν και γενικώς πνευματικόν υλικόν, εν πολλοίς ανεκμετάλλευτον, όπερ ερχόμενον εις φως σποραδικώς και κατά τύχην μέχρι σήμερον καταθέλγει πάντα δυνάμενον να εννοήση την αξίαν του.

Εκ των σποραδικώς τούτων περιπτώσεων δύναταί τις να αντιληφθή ποίαν αξίαν θα έχη το υλικόν τούτο συγκεντρούμενον και ποίαν ωφέλειαν θα παρέξη τόσον εις πάντα πνευματικόν άνθρωπον όσον και εις τας ωραίας ταύτας νήσους από τουριστικής και πνευματικής απόψεως.

Διά τους λόγους τούτους μεταξύ άλλων παρεμφερών ενεργειών ημών, ήχθημεν εις την απόφασιν όπως συγκεντρώσωμεν το εις την περιφέρειάν ημών υπάρχον παντός είδους πνευματικόν υλικόν, όπερ πιστεύομεν ότι θα είναι άρτιον και δεν θα έχη ανάγκην συμπληρώσεως και θα αποτελέση την βάσιν της καλλιεργείας της λαογραφίας των νήσων Λέσβου και Λήμνου.

Προς τον σκοπόν αυτόν πέμπομεν υμίν συνημμένως σημείωμα εις ο ενδεικτικώς όλως αναγράφομεν τα κύρια σημεία περί των οποίων θα ασχοληθήτε. Δύνασθε πάντως να ενδιαφερθήτε διά την ανάπτυξιν και άλλων θεμάτων μη αναγεγραμμένων εν τω ως άνω σημειώματι».

Για όλα αυτά όμως θα μιλήσουμε σε δεκαπέντε ημέρες.

Γράφαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα μας και εν όψει της παρουσίασης του Λευκώματος των Κυριάκου Κουκούλα και Τάσου Μακρή, Ο Πολιχνίτος του 20ού αιώνα, β´ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Μυτιλήνη 2018. σ. 238 (μεγάλου σχήματος), που θα γίνει στην Αθήνα, την Κυριακή, 21 Οκτωβρίου στο ΤΕΕ, για τον Πολιχνίτο σε συνάφεια βέβαια με τη Λέσβο.

Η γενική παρατήρηση που μπορεί κάποιος εύκολα να κάνει, παρατηρώντας απλώς ένα χάρτη του νησιού μας, είναι ότι οι περισσότεροι οικισμοί βρίσκονται στο κεντρικό και ανατολικό μέρος του νησιού, ενώ η παρατήρηση εμπεριέχει και τη διαπίστωση ότι στο τμήμα αυτό υπάρχει πανσπερμία μικρών και μεγάλων οικισμών. Στο δυτικό μέρος του νησιού όμως οι οικισμοί είναι λιγότεροι (άλλωστε και το έδαφος δεν ευνοεί την περαιτέρω ανάπτυξή τους), αλλά οι περισσότεροι από αυτούς είναι, έστω είταν, μεγάλοι οικισμοί.

Στη γραμμή αυτή φαίνεται να κινείται και ο Πολιχνίτος που είναι ένας μεγάλος οικισμός στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Επιπλέον όμως και πέραν αυτών, έχω την εντύπωση ότι ο Πολιχνίτος παρουσιάζει, σε σχέση με τους περισσότερους οικισμούς του νησιού μας, μοναδικά χαρακτηριστικά, τα οποία, νομίζω, ότι αξίζει να τα επισημάνουμε.

Ο Πολιχνίτος είναι ένας οικισμός που στηρίζεται, όπως και οι περισσότεροι, άλλωστε, οικισμοί της Λέσβου, στην αγροτική οικονομία, μολονότι δεν έχει τις εκτεταμένες ελαιοκαλλιέργειες, που έχουν το Πλωμάρι, η Γέρα, η Αγιάσος κτλ., ή στην εκτεταμένη κτηνοτροφία, που έχουν η Αγία Παρασκευή, ο Μανταμάδος, η Στύψη κτλ.

Όμως σε σχέση με αυτούς τους οικισμούς ο Πολιχνίτος διαθέτει επιπλέον την Σκάλα Πολιχνίτου, δηλαδή έναν παραθαλάσσιο οικισμό, στον οποίο αναπτύσεται η συστηματική αλιεία, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος οικισμός, δηλαδή η Σκάλα, είναι και λιμάνι εισαγωγής προϊόντων. Τούτο το τελευταίο είναι σημαντικό, επειδή παράλληλα με την αγροτική οικονομία του κεντρικού οικισμού, η Σκάλα πλαισιώνει τον οικισμό με θαλάσσιες δραστηριότητες, οι οποίες, κάποια περίοδο υποκαθιστούσαν τις χερσαίες μεταφορές σε μεγάλο βαθμό.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του οικισμού είναι η ύπαρξη και η λειτουργία της δεύτερης αλυκής του νησιού, η οποία τον 20ό αιώνα ενίσχυε τον οικισμό και με μισθωτά εισοδήματα, μολονότι η παραγωγική διαδικασία κάθε αλυκής είναι εποχική. Ωστόσο, η απασχόληση ανθρώπων και ζώων στις εργασίες παραγωγής του αλατιού, σε μια περίοδο που η εκμηχάνιση της παραγωγής είταν ακόμα περιορισμένη, έδινε και πρόσθετους πόρους στον οικισμό, δημιουργώντας ακόμα και συνθήκες ασφάλισης των ανθρώπων.

Τέλος δεν πρέπει να μείνει έξω από την οπτική μας η ύπαρξη κοντά στον Πολιχνίτο, στην περιφέρειά του δηλαδή, και λειτουργία των θερμών πηγών, οι οποίες κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα άφηναν και αυτές κάποια εισοδήματα σε λίγους, έστω, ανθρώπους που εμπλέκονταν με τη λειτουργία τους.

Όλα τα παραπάνω και ενδεχομένως και κάποια άλλα στοιχεία, τα οποία εύκολα φέρνει στο νου το απλό ξεφύλλισμα του Λευκώματος του Πολιχνίτου, νομίζω ότι ενισχύουν την άποψη ότι ο Πολιχνίτος του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ού, παρουσιάζει μια κρίσιμη μάζα στοιχείων που δεν εντοπίζουμε σε πολλούς λεσβιακούς οικισμούς και πάντως δεν εντοπίζονται σε παράλληλη εμφάνιση και δράση. Ίσως ο μόνος οικισμός που παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, συναφή χαρακτηριστικά να είναι η Καλλονή (αγροτική οικονομία, αλιεία, εισαγωγικό λιμάνι της Σκάλας Καλλονής, αλυκή). Αλλά μέχρις εκεί. Επειδή ο Πολιχνίτος αρχίζει να υποχωρεί σε οικονομική δραστηριότητα, ενώ η Καλλονή εντυπωσιάζει με τη σύγχρονη δυναμική της, η οποία, όμως, έχει να κάνει περισσότερο με τη γεωγραφική της θέση και λιγότερο με άλλους πλουτοπαραγωγικούς παράγοντες. Η θέση της στο κέντρο του νησιού και στον βασικό άξονα που συνδέει τα χωριά του νησιού (που διεκολύνθηκε και με τη διάνοιξη του δρόμου Μανταμάδου-Αγίας Παρασκευής), ανέτρεψε όλα τα δεδομένα.

Όλα αυτά όμως δεν είναι στοιχεία που εμφανίστηκαν εν κενώ. Οι οικισμοί έχουν την ιστορία τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και σε αυτήν πρέπει να αναζητήσουμε περαιτέρω στοιχεία για να αντιληφθούμε τη λειτουργία τους.

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Τώρα τελευταία και εν όψει της παρουσίασης του Λευκώματος των Κυριάκου Κουκούλα και Τάσου Μακρή, Ο Πολιχνίτος του 20ού αιώνα, β´ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Μυτιλήνη 2018. σ. 238 (μεγάλου σχήματος), μου δόθηκε η ευκαιρία και η δυνατότητα να ξαναρίξω μια ματιά, χωρίς να έχω καμιά ειδίκευση σε οικιστικά θέματα, στους οικισμούς του νησιού μας.

Και τούτο, επειδή η γενική θεώρηση της ιστορίας της Λέσβου που κάνουμε, έχω την αίσθηση ότι μας εμποδίζει, πολλές φορές, να παρατηρήσουμε ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ενδεχομένως παρουσιάζει κάποιος οικισμός, κάποιο μικρό ή μεγάλο χωριό μέσα στη διαχρονία. Συμβαίνει μάλιστα και το εξής περίεργο, -τουλάχιστον συμβαίνει σε μένα για να μην μιλώ εξ ονόματος και των άλλων-, που ενδεχομένως έχουν διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων.

Δηλαδή, ίσως λόγω καταγωγής και συνεχούς επαφής με την πρωτεύουσα του νησιού και των οικισμών της κεντρικής και δυτικής Λέσβου, να γνωρίζω πολλά στοιχεία και ιδιομορφίες των οικισμών αυτών και ελάχιστα για τους οικισμούς της δυτικής Λέσβου, ή τουλάχιστον να μην γνωρίζω κρίσιμες λεπτομέρειες για την εν γένει παρουσία τους στο ιστορικό γίγνεσθαι, σχετικά με τη ζωή των κατοίκων και τις ασχολίες τους.

Βέβαια, μελετώντας τώρα τα πράγματα με αφορμή τον Πολιχνίτο και την κατακτημένη ιστορική γνώση, παρατηρώ ότι πάμπολλα στοιχεία είναι κοινά σε πολλούς οικισμούς. Βλέπω λ.χ. με αφορμή τον Πολιχνίτο και σε σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα μου, τον Μανταμάδο, ότι υπάρχουν διάφορα στοιχεία που τα συναντούμε και στους οικισμούς της ανατολικής και σε εκείνους της δυτικής Λέσβου - και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, άλλωστε; Διαβάζω λ.χ. ότι στον Πολιχνίτο υπήρχε το έθιμο της κούνιας, το οποίο γινόταν με αφορμή την γιορτή του πολιούχου του Πολιχνίτου Αγίου Γεωργίου, αλλά το ίδιο έθιμο υπάρχει και στον Μανταμάδο, που γινόταν όμως την εορτή των Αγίων Αποστόλων (και πρέπει να το ερμηνεύσει κανείς αυτό). Και ενδεχομένως το ίδιο να συνέβαινε και σε άλλα χωριά, επειδή οι κοινωνίες δεν είναι περίκλειστες, αλλά επικοινωνούν, ακόμα και σε εποχές που μας φαίνεται ότι αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο.

Διαβάζω πάλι στο Λεύκωμα του Πολιχνίτου ότι υπήρχε κοινοτικό ελαιοτριβείο με την ονομασία: Η μηχανή τς ακκλησιάς, αλλά και στον Μανταμάδο υπάρχει το αντίστοιχο ελαιοτριβείο με την ονομασία: Η μηχανή τ᾽ Αγιού. Και τα δύο παραδείγματα αυτά, που νομίζω ότι εύκολα μπορούν να πολλαπλασιασθούν και να συνδεθούν με την ελαιοκαλλιέργεια και την εμφάνιση των σύγχρονων ελαιοτριβείων και από κοινοτικούς θεσμούς στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Και φυσικά το ίδιο μπορεί να γίνει και με άλλες ασχολίες και φαινόμενα που συναντούμε σε ορισμένους οικισμούς, για να μην πω σε όλους τους οικισμούς, μικρούς και μεγάλους, του μεγάλου και ιδιόμορφου ως προς την γεωλογική και γεωγραφική κατασκευή νησιού μας.

Σκέπτομαι λ.χ. το φαινόμενο της μετανάστευσης των ανθρώπων, το οποίο συναντούμε έντονα στον Πολιχνίτο και στον Μανταμάδο. Αλλά και ποιο άλλο χωριό της Λέσβου έμεινε ανέπαφο από την μετανάστευση μεγάλου μέρους των ανθρώπων του εντός του ελλαδικού, του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου χώρου (Αμερική, Αυστραλία, Καναδάς κ.τ.λ.). Και φυσικά αυτό δεν οφείλεται μόνο σε φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, παγετός ελαιόδεντρων), ή στους πολέμους, αλλά έχει να κάνει και με την αύξηση του πληθυσμού και τις μεταβολές που επέφερε η αλλαγή του τρόπου ζωής, η εμφάνιση της μηχανής, η αδυναμία ορισμένων επαγγελμάτων να καλύψουν το εργατικό πλεόνασμα.

Σκέπτομαι λ.χ. ότι η εισβολή του έτοιμου παπουτσιού και των έτοιμων ρούχων πόσο σημαντική ώθηση έδωσε στη μετανάστευση, δεδομένου ότι ορισμένα επαγγέλματα άρχισαν να φθίνουν και οι άνθρωποι που τα στελέχωναν να αδυνατούν να ζήσουν από αυτά. Η εισβολή του ραδιοφώνου και των άλλων μέσων ψυχαγωγίας πόσο συνετέλεσαν στη μείωση των τοπικών μουσικών που πλαισίωναν τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής.

Με όλα αυτά όμως ο Πολιχνίτος έμεινε για το την επόμενη επιφυλλίδα...

 

Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Στα τέσσερα και πλέον χρόνια, κατά τα οποία, έχουμε τη δυνατότητα, χάρις στο φιλόξενο Εμπρός και τον Μανώλη Μανώλα, να αναφερόμαστε από τη στήλη αυτή στη λεσβιακή ιστορία, έχουμε γράψει πολλές φορές για τη σημασία που έχουν τα γραπτά τεκμήρια στο έργο του ιστορικού, στο έργο της ιστορίας. Δεν είναι δυνατόν να εξετάζουμε το παρελθόν, να καταθέτουμε απόψεις, που δεν στηρίζονται στην επεξεργασία των γραπτών τεκμηρίων που αφήνουν με το περάσμά τους από τη ζωή οι άνθρωποι, είτε ως υποκείμενα είτε συμμετέχοντας σε μεγάλα γεγονότα (πόλεμοι) είτε υπηρετώντας διάφορους θεσμούς.

Ως προς το σημείο αυτό έχει κανείς την πεποίθηση ότι αυτή η κοινότοπη αντίληψη αποτελεί γενική ιδέα και ότι σύμφωνα με αυτήν δεν πρέπει να υπάρχουν άγνωστες γραπτές πηγές στην ελληνική επικράτεια, δεδομένου μάλιστα ότι τα τελευταία πολλά χρόνια υπάρχει μια έντονη στροφή στην αναζήτηση πηγών για την ελληνική ιστορία, που απόκεινται σε αρχεία του εξωτερικού (Ιταλίας, Αγγλίας, Γερμανίας, Γαλλίας και τώρα τελευταία και της Τουρκίας, από τότε που άνοιξαν τις πόρτες τους και στους Έλληνες ερευνητές).

Παρόλα αυτά όμως, ακόμα και σήμερα που μιλάμε και γράφουμε, οι συνθήκες, η γενική κατάσταση, οι αντιλήψεις των τοπικών παραγόντων, οι συγκυρίες, όλα αυτά μαζί ή κατά περίπτωση και ένα από αυτά από μόνο του, συντελούν ώστε στοιχεία ακόμα και της πρόσφατης ιστορίας μας να παραμένουν άγνωστα στην έρευνα, ή να εμφανίζονται ως αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος ενός ανήσυχου ερευνητή να αναζητήσει, να ρωτήσει, να τρέξει, να πιέσει...

Τα γράφω αυτά, μετά λόγου γνώσεως, δηλαδή μετά από ένα τελευταίο επεισόδιο που έλαβε χώρα και πάλι στο νησί μας, κατά τη διάρκεια του τελευταίου καλοκαιριού.

Συγκεκριμένα, φίλος συγγραφέας και φιλέρευνος μελετητής της ιστορίας του χωριού του, με έφεση στην αναζήτηση στοιχείων για τις προσφυγικές καταβολές του χωριού και των ανθρώπων του, αναζήτησε στοιχεία για τις εγκαταστάσεις προσφύγων μετά την καταστροφή του 1922 (Σκοπίμως δεν αναφέρω ονόματα, επειδή και πάλι από προσωπική εμπειρία και μάλιστα επαναλαμβανόμενη, γνωρίζω ότι τα πράγματα πολλές φορές χειροτερεύουν με τα ονόματα και οι τοπικοί φορείς γίνονται, τις περισσότερες φορές, ακόμα περισσότερο καχύποπτοι και αρνητικοί στη βοήθεια των ερευνητών).

Μετά λοιπόν από συστηματική προσπάθεια, στην οποία συνέτρεξαν τοπικές γνωριμίες, ευνοϊκές συγκυρίες και πολύς κόπος κατάφερε να έλθει σε επαφή με κοινοτικά κατάστιχα της εποχής, από τα οποία μπορεί να αντλήσει κανείς πολλά στοιχεία για τη διαμόρφωση των τοπικών κοινοτήτων, μετά από την Μικρασιατική καταστροφή. Μιλάμε δηλαδή για γραπτές πηγές του 20ού αιώνα, ωσάν να πρόκειται για βυζαντινά χειρόγραφα, τουλάχιστον, φυλασσόμενα σε κάποια κρύπτη ενός μοναστηριού!

Και γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου; Πιστεύω ότι με τη δημιουργία του ενός μεγάλου και μοναδικού δήμου της Λέσβου (αλλά και των άλλων ελληνικών τόπων), έπρεπε, παράλληλα, να δημιουργηθεί και μια υπηρεσία (1-2 υπάλληλοι είναι αρκετοί), στην οποία να συγκεντρωθούν όλα τα αρχεία των κοινοτήτων του νησιού μας, που διαλύθηκαν και τα οποία θα ήταν ανοιχτά στην έρευνα και στο ενδιαφέρον των μελετητών. Ή, εναλλακτικά, τα αρχεία αυτά να κατατεθούν στο Παράρτημα των ΓΑΚ, στα ΓΑΚ Λέσβου, ώστε και πάλι να είναι διαθέσιμα στις ιστορικές αναζητήσεις. Έτσι δείχνουμε το πραγματικό ενδιαφέρον για την ιστορία, για την ιστορία του τόπου μας, για τους ανθρώπους τους, για τους προγόνους μας εν τέλει.

Ξέρω θα μου πείτε και πάλι τα γνωστά που ακούμε τόσες δεκαετίες. Δεν υπάρχουν πόροι, δεν υπάρχουν μέσα, ή αντίστροφα και πιο ωμά, τα παλιόχαρτα θα κοιτάμε τώρα, ή τις άμεσες ανάγκες των ανθρώπων; Τι να σας πω: η περηφάνια για τη μοναδικότητά μας, κτλ. και όλες αυτές οι φανφάρες πρέπει να συμβαδίζουν και με κάποια μικρά έργα για την προστασία και κυρίως για τη γνώση των έργων, του βίου τους...

 

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Παρασκευή, 07 Σεπτεμβρίου 2018 13:20

Το μουσείο της Ολυμπίας…

Όπως συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια, αυτές τις ημέρες πολλοί από εμάς επιστρέφουμε στην Αθήνα, μετά από την ετήσια πολυήμερη παραμονή στο νησί μας, που τόσο θέλουμε να είναι όσο γίνεται πιο μακρά, παντοτινή, αλλά… Εξάλλου, όσο με αφορά προσωπικά, η παραμονή στο νησί επηρεάζει σημαντικά τη διάθεσή μου να μιλήσω, να γράψω, πάντα στο πνεύμα της επιφυλλίδας αυτής, για πράγματα που αναφέρονται στο παρελθόν φυσικά, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και ένα ζωντανό, ένα επίκαιρο παρόν. Και την αφορμή να ικανοποιήσω τη διάθεσή μου αυτή, εφέτος μου δίνει το Λαογραφικό Μουσείο της Ολυμπίας.

Η Ολυμπία Χατζηπαναγιώτου από την Αρίσβη είναι, για όσους δεν την γνωρίζουν, μια όμορφη γυναίκα με ωραίο παράστημα, η πρώτη σπουδασμένη γυμνάστρια στο νησί, σύζυγος του φιλόλογου καθηγητή μου Χρήστου Σταυράκογλου, μητέρα, γιαγιά, δηλαδή διαθέτει όλα τα σημαντικά και στοιχεία και ιδιότητες που θα της έδιναν το δικαίωμα να ζει και να διάγει πλέον ένα ήσυχο και ήρεμο βίο, απολαμβάνοντας τα αγαθά που τις παρέχουν οι παραπάνω ιδιότητες.

Και όμως η Ολυμπία, αναδεικνύοντας κάποιες από τις ιδιότητες που διαθέτουν κάποιοι ευαίσθητοι συμπατριώτες μας, εδώ και τρία χρόνια και ενδεχομένως πολλά περισσότερα, μετέτρεψε ένα ωραίο αγροτικό οίκημα που βρίσκεται στον ωραίο μικρό αλλά ειδυλλιακό κάμπο της Αρίσβης, σε Λαογραφικό Μουσείο, το Μουσείο της Ολυμπίας, όπως έχω τη διάθεση να το λέω εγώ.

Είχα την ευκαιρία, μαζί με άλλους φίλους, πριν από τρία χρόνια να επισκεφτώ, μετά από ευγενική πρόσκληση της Ολυμπίας και του Χρήστου, για πρώτη φορά το Μουσείο κα εφέτος, κάτω από τις ίδιες περίπου ευτυχισμένες συγκυρίες, να επαναλάβω την επίσκεψή μου στο Μουσείο και να θαυμάσω εκ νέου την ευαισθησία, την επιμονή και το μεράκι της Ολυμπίας, που κυριολεκτικά μόνη της -άντε και με τη βοήθεια… του συζύγου της Χρήστου- δημιούργησε, με βάση οικογενειακά της αντικείμενα πάσης φύσεως, το Μουσείο αυτό στην Αρίσβη.

Στο οργανωμένο λοιπόν στα δύο επίπεδα του αγροτικού σπιτιού Μουσείο ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει, να μάθει, αν δεν ξέρει, και αν ξέρει να ανακαλέσει και πάλι από τη μνήμη και το πίσω μέρος του μυαλού του, στην επιφάνεια, με βάση τα εκθέματα του Μουσείου της Ολυμπίας τα στοιχεία ενός κόσμου μακρινού και κοντινού ταυτόχρονα. Και τούτο, επειδή τα αντικείμενα που εκτίθενται κάποτε που πλαισίωναν τη ζωή των ανθρώπων, την διευκόλυνα, την εξυπηρετούσαν και την αναδείκνυαν υπήρξαν επί πολλά χρόνια στο ενεργητικό προσκήνιο, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, όταν πλέον η ιστορία επηρεασμένη από τις τεχνικές και αργότερα τεχνολογικές επινοήσεις, άρχισε να επιταχύνεται και να τρέχει πολύ γρήγορα παραμερίζοντας τις παλιές μορφές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής και δημιουργώντας νέες.

Έτσι τα εκατοντάδες αντικείμενα που συγκέντρωσε η Ολυμπία και καλύπτουν πολλές όψεις της καθημερινότητας, της αγροτικής εργασίας, της διαμόρφωσης ενός ανθρώπου από τα πρώτα βήματά του έως την ενηλικίωσή του, αυτά που εξυπηρετούσαν τη ζωή στο σπίτι και στον αγρό, στις επαναλαμβανόμενες πράξεις, αλλά και στις μοναδικές στιγμές, βρίσκονται εκεί στο Μουσείο της Ολυμπίας τοποθετημένα από την ίδια, το ένα δίπλα στο άλλο, μιλώντας είτε από μόνα της είτε με τη φωνή της Ολυμπίας.

Στο μυαλό μου πάντα είχα το σχέδιο ενός μεγάλου Λαογραφικού Μουσείου στη Λέσβο, στο οποίο θα συγκεντρώνονταν όλα τα στοιχεία, τα αντικείμενα, οι μαρτυρίες της κοινωνικής-οικονομικής ζωής του παρελθόντος. Και τούτο επειδή εκτιμώ ότι σε όλα τα χωριά της Λέσβου, πάνω-κάτω, η ζωή κυλούσε με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο, οπότε και τα αντικείμενα που την εξυπηρετούσαν είναι περίπου της ίδιας μορφής.

Εν όψει ενός τέτοιου ιδεατού και μάλλον φαντασιακού Μουσείου, προσπάθειες και εγχειρήματα, όπως αυτό που δημιούργησε και υπηρετεί με πάθος και μεράκι η Ολυμπία Χατζηπαναγιώτου, σύζυγος Χρήστου Σταυράκογλου, νομίζω ότι είναι ό,τι χειροπιαστό διαθέτουμε και μάλλον θα διαθέτουμε και στο μέλλον.

ΥΓ Σκόπιμα δεν ανέφερα ονομαστικά τα εκθέματα του Μουσείου: ίσως κάποιοι που διευθύνουν οργανωμένες μονάδες εκπαίδευσης ενδιαφερθούν να δουν από κοντά τα έργα των χειρών της Ολυμπίας…

 

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό ΄Ιδρυμα Ερευνών.

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018 15:05

Μια βολή έχει μείνει

Ίσως είναι το πρώτο καλοκαίρι εδώ και πολλά χρόνια που δεν έχουν απασχολήσει τα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ τα «μπάνια του λαού».

Ουδείς ασχολείται, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, με τις καλοκαιρινές αποδράσεις των Ελλήνων, τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια, τους ναύλους για τα νησιά, τις προσφορές καταλυμάτων κλπ.

Έχει σκεπάσει την Χώρα ένα καταθλιπτικό σύννεφο αποπνικτικής και απελπιστικής αδράνειας σωρευμένη από τον τεράστιο όγκο των προβλημάτων και την αποψίλωση ελπίδας που έχει προκαλέσει η παρατεταμένη αφαίμαξη κυρίως των ψυχολογικών πόρων των μικρομεσαίων Ελλήνων πολιτών.

Η ελληνική ιστορία είναι γεμάτη επαναλήψεις πολιτικών ταραχών, στάσεων, κινημάτων ακόμα και πτωχεύσεων. Η Χώρα έχει περιπέσει στο παρελθόν σε πολύ χειρότερες καταστάσεις από την σημερινή εθνική και κρατική απαξίωση, απότοκες κυρίως πολιτικών παθών που οδήγησαν σε επικίνδυνους διχασμούς και σε αιματηρό εμφύλιο.

Υπήρχε, όμως, πολιτικό κεφάλαιο σε εφεδρεία, υπήρχε πάγκος. Υπήρχε επίσης κοινωνική, πνευματική και οικονομική ραχοκοκαλιά, κατεστημένο με επίγνωση πατριωτικής ευθύνης. Υπήρχε, τέλος, πολιτική τσίπα.

Καθρέπτης των επιδιώξεων και ελπιδοφόρων προσδοκιών μας αναμφισβήτητα είναι η πολιτική μας έκφραση «συμποσούμενη» στο εκάστοτε προκύπτον εθνικό κοινοβούλιο. Κατά το «μάλλον ή ήττον» οι σημερινοί πολιτικοί συνδυασμοί και το σημερινό ηγετικό προσωπικό τους θα ανταγωνιστούν οσονούπω για την κατάκτηση της κυβερνητικής εντολής μας.

Ας κάνει καθένας υποθέσεις εργασίας ανάθεσης κυβερνητικών ευθυνών στα σημερινά κόμματα, πρόσωπα και ηγεσίες του κοινοβουλίου. Σε μεγάλο βαθμό δοκιμασμένα και κατ’ επανάληψη οικτρά αποτυχημένα με ελάχιστες εξαιρέσεις, κάποια δε εμφανώς επικίνδυνα και άλλα στα όρια του φαιδρού. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Μια «βολή» έχει απομείνει στο πολιτικό μας περίστροφο πριν τις μη αναστρέψιμες εθνικές περιπέτειες. Εντολή στην ΝΔ με επιλογή ανιδιοτελών εκπροσώπων. Με την βάσιμη ελπίδα ότι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αποφασισμένος να αναμετρηθεί με την ιστορία.

Σταύρος Γ. Μιχαηλίδης

Υποναύαρχος (ε.α.) Λ.Σ.

Παρασκευή, 03 Αυγούστου 2018 18:38

Σταύρος Τσακυράκης (1951 - 2018)

Πριν από λίγες ημέρες (21 Ιουλίου 2018) πέθανε στο νησί μας και θάφτηκε στο χωριό όπου γεννήθηκε, τον Μόλυβο, ο συμπατριώτης μας καθηγητής της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σταύρος Τσακυράκης. Μολονότι δεν τον γνώριζα προσωπικά (είχαμε ανταλλάξει 2 - 3 φορές μια χειραψία σε εκδηλώσεις) επιθυμώ να αφιερώσω στη μνήμη του, τις παρακάτω γραμμές, τιμώντας έτσι την πορεία ενός ανθρώπου, που πολλά έκανε, πολλά υπέφερε και κυρίως πολλά προσέφερε με την επιστημοσύνη και το ήθος του, αποτελώντας ένα λαμπρό παράδειγμα προσωπικής στάσης για τους φοιτητές του, τους φίλους του αλλά γενικότερα και για τους ανθρώπους του τόπου μας, ή τουλάχιστον όσους από αυτούς, από εμάς αναζητούμε τις αξίες σε αυτή τη χώρα.

Δεν θέλω φυσικά να αναφέρω τα βιογραφικά στοιχεία της επίγειας διαδρομής του Σταύρου Τσακυράκη - αυτά και αναφέρθηκαν πολύ τις τελευταίες μέρες και μπορεί εύκολα να τα βρει ο καθένας με ένα απλό χτύπημα στο Διαδίκτυο. Ας πούμε, έτσι με απόλυτα γενικό τρόπο, ότι προσδιορίζονται από τον γενέθλιο τόπο (Μόλυβος/Λέσβος) και την αθηναϊκή δράση (πολιτική και επιστημονική).

Τα σχετικά με την επιστημονική του παρουσία (φοιτητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και εν συνεχεία καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο ίδιο Πανεπιστήμιο) και αυτά είναι εύκολο να τα αναζητήσει κανένας με πολλούς τρόπους, επίσημους και ανεπίσημους.

Εκείνο ωστόσο που θέλω εγώ να τονίσω και να επισημάνω, -τουλάχιστον όπως εγώ το έχω καταλάβει- είναι η συνεχώς ανανεούμενη ματιά, με την οποία προσέγγιζε τα πολιτικά πράγματα της πατρίδας μας. Με άλλα λόγια ο Σταύρος Τσακυράκης, μολονότι είχε διαχρονικά μια συγκεκριμένη θεώρηση της πολιτικής πραγματικότητας, την οποία υπηρέτησε με πίστη και μεγάλο προσωπικό κόστος που έφθασε έως την σωματική οδύνη και πόνο (εννοώ τα βασανιστήρια που υπέστη επί Χούντας) και αυτή η πολιτική θεώρηση εντασσόταν ασφαλώς στον χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς, δεν παρέμεινε αμετακίνητα προσηλωμένος σε μια αδιατάρακτη και αμετάβλητη ιδεολογική πρόσληψη και αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας μας. Κατά την προσωπική μου πάντα προσέγγιση, η πορεία του από την ανανεωτική Αριστερά των νεανικών χρόνων μέχρι την υποψηφιότητα και ενεργή συμμετοχή στο Ποτάμι, δείχνει μια ιδεολογική εξέλιξη και αναπροσαρμογή των απόψεών του, που μόνο ένας αειθαλής πολιτικός οργανισμός μπορεί να επιδείξει. Δεν θέλω να αναφέρω από τον χώρο της διανόησης κυρίως και άλλα τέτοια παραδείγματα, κυρίως από τον πολιτικό χώρο της Αριστεράς, μολονότι είναι ό,τι το πιο σημαντικό προσέφερε ο χώρος αυτός στην πολιτική πραγματικότητα αλλά και ως ατομική στάση, τουλάχιστον στην Ευρώπη, της οποίας τα πολιτικά και ιδεολογικά στοιχεία γνωρίζω καλύτερα. Αυτό απαιτεί πολλές σελίδες και άλλου τύπου προσέγγιση, στην οποία, όμως κατά τη γνώμη μου ο Σταύρος Τσακυράκης κατέχει δικαιωματικά μια εξέχουσα θέση, πράγμα το οποίο πιστεύω ότι θα γίνει στο μέλλον, από όσους θα καταγράψουν τα συναφή φαινόμενα.

Βέβαια, όπως έχω ήδη αναφέρει, η πορεία αυτή απαιτεί πνευματική εγρήγορση, πνευματική καλλιέργεια και έχει μεγάλο προσωπικό κόστος ακόμα και σε εποχές που θεωρούμε ότι διέπονται από δημοκρατική ομαλότητα (ας θυμηθούμε την εναντίον του Στ. Τσακυράκη μήνυση της κ. Βασιλικής Θάνου, προέδρου, τότε, του Αρείου Πάγου).

Αν αυτά τα απολύτως προσωπικά και απολύτως σχηματικά προσδιορίζουν την πολιτική και επιστημονική πορεία του Σταύρου Τσακυράκη, το άλλο ασφαλώς είναι αυτό που συμβαίνει σε πολλούς από εμάς που δεν είναι άλλο από την αγάπη προς τον τόπο καταγωγής, τον τόπο των παιδικών χρόνων, το νησί μας, τον Μόλυβο για τον Σταύρο. Αυτό είναι γνωστό σε πολλούς ανθρώπους που έζησαν από κοντά τον Σταύρο Τσακυράκη και στους συμπατριώτες του που τον έβλεπαν κάθε καλοκαίρι στα στενάκια και τις παραλίες του χωριού του. Σε μας, στους άλλους, όσους τον ξέραμε από τη δράση του και τις ιδέες του, η σκέψη του να επιστρέψει για να πεθάνει στην μικρή πατρίδα θα είναι πάντα σημείο αναφοράς και υπέρτατης συγκίνησης.

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018 11:34

Ας μιλήσουμε για... Δημοκρατία

Είναι βέβαιο πως δεν υπάρχει καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης από τη Δημοκρατία. Και δε θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι άλλο, αφού, όπως έλεγε ο Λίνκολν, η Δημοκρατία είναι κυβέρνηση του λαού, από τον λαό και για τον λαό. Αλλά για ποια Δημοκρατία, αλήθεια, μιλούμε; Γιατί είναι γνωστό πως η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία διέφερε πολύ από αυτή που εφαρμόζεται στη χώρα μας σήμερα και όχι μόνο γιατί η αρχαία ήταν άμεση, ενώ η σύγχρονη είναι αντιπροσωπευτική. Αλλά και η δική μας Δημοκρατία διαφέρει πολύ από τη Γαλλική και την Αμερικανική, που είναι και αυτές αντιπροσωπευτικές. Ας μη λησμονούμε ακόμη πως και η γειτονική μας Τουρκία έχει μια δική της ιδιότυπη Δημοκρατία.

Για ποια, λοιπόν, Δημοκρατία μιλούμε; Ασφαλώς αυτή της οποίας τις αρχές διέγραψε ο μεγάλος πολιτικός της αρχαιότητας, ο Περικλής στον Επιτάφιο λόγο του που παραδίδει ο Θουκυδίδης. Ο Περικλής, λοιπόν, στον λόγο του λέει πως η πραγματική Δημοκρατία έχει κάποιες αρχές που πρέπει να είναι σεβαστές από όλους και απαραβίαστες και οι αρχές αυτές είναι η αρχή της πλειοψηφίας, η αρχή της ισονομίας και της ισοπολιτείας, η αρχή της αξιοκρατίας, η αρχή της αδελφότητας, η αρχή του σεβασμού των αρχόντων και των νόμων και η αρχή της ελευθερίας (Θουκ. Βιβλ. ΙΙ, κεφ. 37). Αλήθεια, ποια από τις αρχές αυτές εφαρμόζει η δική μας Δημοκρατία ή εφάρμοζε διαχρονικά; Σχεδόν καμιά.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως στη σημερινή Δημοκρατία όλοι απολαμβάνουμε μεγάλη ελευθερία. Αυτό είναι σωστό. Μόνο που η ελευθερία αυτή είναι τόσο μεγάλη που δίνει στον καθένα το δικαίωμα, παραβιάζοντας ατιμωρητί ακόμη και τους νόμους, να κάνει και να λέει ότι του κατέβει. Έτσι, αυτή η ελευθερία από πλεονέκτημα της Δημοκρατίας καταντά μειονέκτημα, γιατί μπορεί το πρόγραμμά της να είναι το ωραιότερο που διατύπωσαν ποτέ οι άνθρωποι, αλλά αυτή τους δίνει τη δυνατότητα να την κακοποιούν. Κι έρχονται στο νου μου εδώ τα λόγια του Ισοκράτη που περιγράφοντας τη Δημοκρατία του 4ου π. Χ. αι., μια Δημοκρατία σε παρακμή, λέγει πως οι Αθηναίοι νόμιζαν «την μεν ακολασίαν δημοκρατίαν, την δε παρανομίαν ελευθερίαν, την δε παρρησίαν (=το να λένε ελεύθερα τη γνώμη τους) ισονομίαν, την δε εξουσίαν του ταύτα ποιείν ευδαιμονίαν» (Αρεοπαγ. 20). Και δεν μπορεί να συμφωνήσει κανείς με τη δήλωση του Ρουσώ που λέει στο Κοινωνικό του Συμβόλαιο πως κάθε Κυβέρνηση νόμιμη είναι δημοκρατική.

Δυστυχώς, κάθε δημοκρατική κυβέρνηση διολισθαίνει σιγά σιγά σε αυταρχικές και τυραννικές πρακτικές. Και επαληθεύεται ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης που έλεγε πως η τυραννία είναι παιδί της Δημοκρατίας και ότι σημασία δεν έχει το πολίτευμα μιας χώρας, αλλά οι άνθρωποι που το υλοποιούν και το εκφράζουν. Μπορεί, βέβαια, η δημοκρατία να είναι καλύτερη από την τυραννία, όπως έλεγε ο Περίανδρος, και η χειρότερη δημοκρατία να είναι καλύτερη από την καλύτερη τυραννία, αλλά δεν υπάρχει, όπως έλεγε ο Μοντεσκιέ, σκληρότερη τυραννία από αυτή που διενεργείται κάτω από τη σκιά των νόμων και την επίκληση της δικαιοσύνης.

Και δημιουργείται εδώ το θέμα του δικαιώματος της αντίστασης του λαού που έθιξα στο προηγούμενο άρθρο μου. Όπως είπαμε εκεί, η εξουσία προσπαθεί να διατηρήσει τα «κεκτημένα» της και χαρακτηρίζει όλους αυτούς που αντιδρούν στις αποφάσεις που παίρνει ιδιαίτερα στα εθνικά θέματα ως εθνικιστές, φασίστες, ακροδεξιούς κ.λπ. Προσπαθεί να τους απαξιώσει λησμονώντας πως, αν χαρακτηρίζεις κάποιον ως αλήτη, στο τέλος θα γίνει αλήτης, ακόμη και αν δεν είναι. Ο Μ. Ορφανός στο άρθρο του με τίτλο «Ρωτήστε τους Τούρκους, γιατί έρχονται;» (Εμπρός, 7/7/2018) μίλησε για μια «οργανωμένη προσπάθεια» και ένα «καλοφτιαγμένο σχέδιο» που εκφράζεται από «ακροδεξιές φωνές», για ένα ρεύμα που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια και αμφισβητεί την ύπαρξη «δημοκρατίας» στην Ελλάδα. Όταν κυριαρχούσε το κίνημα των «αγανακτισμένων» που ζητούσαν από το Σύνταγμα «να καεί κ.λπ…. η Βουλή» πολλοί έθεταν το ψευδοερώτημα: υπάρχει κάτι καλύτερο; Τότε και εγώ έγραψα ένα άρθρο και απάντησα πως υπάρχει και πως αυτό είναι μια καλύτερη Δημοκρατία, μια Δημοκρατία, όπως την ευαγγελίζονται οι πολιτικοί μας προεκλογικά. Νομίζετε πως, αν εμφανιζόμαστε ικανοποιημένοι με όσα μας λένε και μας κάνουν οι πολιτικοί μας, αν δεν αντιδρούμε, θα αλλάξει τίποτε στη χώρα μας; Δεν το νομίζω. Όλα, βέβαια, με μέτρο και μέσα στα πλαίσια των νόμων και του Συντάγματος, που, σημειωτέον, η κυβέρνηση δεν σέβεται.

 

* Ο κ. Αθανάσιος Φραγκούλης είναι Δρ. Κλασικής Φιλολογίας, Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος.

Παρασκευή, 06 Ιουλίου 2018 12:09

Ο Άρης Βελουχιώτης ως ιστορική πηγή

Διάβασα, όπως συνηθίζω να διαβάζω πάντα διαβάζοντας όλες τις απόψεις των συνεργατών του Εμπρός, την άποψη του συγχωριανού μου -αν δεν κάνω λάθος, δηλαδή από τον Μανταμάδο- καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Στράτου Γεωργούλα, σχετικά με τον περίφημο λόγο του Άρη Βελουχιώτη (22 Οκτ. 1944) στη Λαμία. Πρόθεσή μου φυσικά δεν είναι η πολιτική διάσταση του λόγου αυτού, που και εγώ έχω στη βιβλιοθήκη μου από την ανατύπωσή του μετά τη Μεταπολίτευση, αλλά η χρήση ιστορικών στοιχείων από αυτόν προκειμένου να υποστηριχθούν πολιτικές απόψεις και αν μπορούμε τις απόψεις αυτές, 74 χρόνια μετά την ανάδειξή τους, να τις χρησιμοποιούμε και σήμερα προκειμένου να ερμηνεύσουμε το παρόν.

Καθένας βέβαια μπορεί να προσεγγίσει τα ιστορικά γεγονότα με τα επιστημονικά εργαλεία που διαθέτει και να τα εντάξει στις αναλύσεις του. Άλλωστε η ίδια η ιστορική επιστήμη και ειδικότερα στην Ελλάδα, επιτρέπει τέτοιες προσεγγίσεις, που πολλές φορές δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένες, ή και άλλους λόγους...

Ωστόσο, μιλώντας πάντα ως επαγγελματίας ιστορικός, θέλω να επισημάνω τούτο το βασικό. Ότι δεν είναι δυνατόν 74 χρόνια μετά την ιστορική, ας πούμε, προσέγγιση του Άρη Βελουχιώτη στο παρελθόν και με βάση τις εξελίξεις της ιστορικής έρευνας να επικαλεστούμε σήμερα τις απόψεις του και να τις εμφανίσουμε ως ακλόνητες, αγνοώντας την πρόοδο της ιστορικής έρευνας. Διότι αν «η ιστορική του ανάλυση (του Α. Βελουχιώτη) και η συγχρονική του ματιά για τότε συντονίζονται για να εξηγήσουν το αύριο», πώς είναι δυνατόν η πριν από 74 χρόνια προσφυγή στην Ιστορία ενός ανθρώπου ικανού έστω, όπως ο Α. Βελουχιώτης, να ερμηνεύει σήμερα το παρόν και το μέλλον;

Ας σταθούμε λ.χ. σε ένα - δυο παραδείγματα. Ο Άρης Βελουχιώτης εκτιμά ότι η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ξεσπά, διεξάγεται και εν τέλει επικρατεί παρά τη θέληση των Μ. Δυνάμεων της Ευρώπης, ίσως και εναντίον τους και είναι μόνο η δίψα του ελληνικού λαού για ελευθερία που συντελεί στην επιτυχία του Αγώνα.

Αυτή την άποψη του Άρη Βελουχιώτη, που έστω έχει τη θέση της το 1944 στο πλαίσιο του αγώνα εναντίον των δυνάμεων Κατοχής, μπορούμε σήμερα να την επικαλεστούμε ως ιστορικό δεδομένο, αφού με βάση τις ιστορικές μελέτες και την έκδοση αναρίθμητων ιστορικών στοιχείων, γνωρίζουμε ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα και ότι χωρίς την υποστήριξη των Μ. Δυνάμεων -για τα δικά τους έστω συμφέροντα, όλοι για τα συμφέροντά τους ενδιαφέρονται- δεν ήταν δυνατόν να ευοδωθεί η Επανάσταση.

Ένα άλλο στοιχείο. Ο Στράτος Γεωργούλας ανατρέχοντας στον Α. Βελουχιώτη αναφέρεται σε «προδοτικό ρόλο» του Ιωάννη Καποδίστρια. Πέρα από την επίκληση του μοτίβου αυτού της προδοσίας -δηλαδή πολλές από τις αρνητικές εξελίξεις στην ελληνική ιστορία να αποδίδονται σε προδοσίες- μπορεί κανένας σήμερα, με τόσες σοβαρές μελέτες που έχουν εκπονηθεί για τη δράση του Ι. Καποδίστρια να του αποδώσει και προδοτική συμπεριφορά; Μπορεί ο καθένας να έχει οποιαδήποτε άποψη για τη δράση και την πολιτική του Καποδίστρια, ότι ήταν αυταρχικός κτλ. Αλλά πώς μπορεί να του αποδώσει τον ρόλο του προδότη!!!

Ακόμα και η άποψη του Α. Βελουχιώτη ότι η Ελλάδα μετά την Επανάσταση κατάντησε ουραγός της Βαλκανικής, μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρή ιστορική ανάλυση, όταν η Ελλάδα μετά το 1830 έκανε τόσα πράγματα, και στην ουσία συγκρότησε κράτος, με πολλά θετικά στοιχεία και πολλά αρνητικά, αλλά έτσι είναι τα κράτη και μάλιστα τα μικρά.

Όλα αυτά τα γράφω, επαναλαμβάνω, και τα υποστηρίζω όχι ως πολιτική θέση αλλά με βάση την ιδιότητα του επαγγελματία ιστορικού, θέλοντας να υπερασπιστώ τις προόδους της ιστορικής έρευνας. Δηλαδή με βάση τη λογική  της Ιστορίας και ο λόγος της Λαμίας του Α. Βελουχιώτη του 1944, αποτελεί τεκμήριο για την εποχή και την προσωπικότητα του Βελουχιώτη, εντασσόμενη στην τότε πραγματικότητα και όχι στη σημερινή. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο.

 

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018 14:47

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΧΟΝΔΡΟΝΙΚΗΣ (1880 - 1968) (γ)

 

Για να πω την «πάσα αλήθεια», που έλεγε και η μακαρίτισσα η μητέρα μου, το περίμενα το τηλεφώνημα. Μετά δηλαδή τα όσα ανέφερα για τον Γ. Κ. Χονδρονίκη περίμενα ένα τηλεφώνημα από τον Στρατή Μπαλάσκα, τον μυτιληνιό δημοσιογράφο με καταγωγικές ρίζες από την Πέργαμο, ο οποίος γνωρίζει τα πράγματα της μικρασιατικής παραλίας και ενδοχώρας καλύτερα από τον καθένα. Έτσι κι έγινε. Ο Στρατής μου τηλεφώνησε για να προσθέσει, να επεξηγήσει, να διορθώσει και να αφορίσει.

Ως προς το διορθώσει: οφείλω να ομολογήσω, ότι γράφοντας υπέπεσα σε ένα σοβαρό λάθος αναφέροντας την Ακαδημία των Κυδωνιών να λειτουργεί το 1914, ενώ, βέβαια, γνωρίζουμε και εγώ ακόμα καλύτερα, ότι αυτό συνέβαινε πριν από ένα αιώνα, δηλαδή το 1814. Τι να κάνουμε. Καμιά φορά και το μυαλό των ιστορικών ξεστρατίζει.

Ως προς το να προσθέσει και επεξηγήσει: Δεδομένου ότι στο προηγούμενο σημείωμα, δεν μπόρεσα να διαβάσω μια δυσανάγνωστη υπογραφή, ο Στρατής μου υπέδειξε το σωστό όνομα και γιατί, κατά τη γνώμη του, είχε πελοποννησιακή κατάληξη, συνδέοντάς του με μετακίνηση Μωραϊτών στην περιοχή. Δεν το έχω μελετήσει το ζήτημα αυτό και δεν γνωρίζω λεπτομέρειες, αλλά μου φαίνεται λογική εξήγηση. Τέλος σχετικά με το αφορίσει, ο Στρατής Μπαλάσκας εξέφρασε την οργή και το θυμό του, αλλά, όπως μου είπε, και πολλών άλλων και μάλιστα όσων έχουν καταγωγή από την Πέργαμο, για τη μετέπειτα φιλοναζιστική πορεία του Χονδρονίκη, στον οποίο αποδίδεται ακόμα και ευθύνη για τον τουφεκισμό μυτιληνιού πατριώτη από τα στρατεύματα Κατοχής.

Εγώ από την πλευρά μου, δεν έχω καμιά πρόθεση να υπεισέλθω σε τέτοια συζήτηση. Πρόθεσή μου ήταν να φωτίσω, με βάση τα έγγραφα του αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών, κάποιες πτυχές από την νεανική δράση του Γ. Κ. Χονδρονίκη και της οικογένειάς του στην Πέργαμο, που γνώρισε το μίσος και τις διώξεις του τουρκικού εθνικισμού.

Τελευταίο λοιπόν έγγραφο, συνταγμένο από τον Κ. Γ. Χονδρονίκη στη Μυτιλήνη είναι αυτό της 17ης Απριλίου 1914, που απευθύνεται προς τον φρούραρχο Μυτιλήνης.

Ο Χονδρονίκης αναφέρεται πάλι στα δεινά που υφίσταται ο ίδιος και η οικογένειά του από τους Τούρκους. Ο πατέρας του έχει εξοριστεί ήδη από τους Τούρκους και έτσι η οικογένεια δοκιμάζεται, καθώς έχασε πάνω από 350 λίρες από βερεσέδες προς τον πατέρα του ενώ είχε και απώλεια εμπορεύματος. «Όλων αυτών δε το χειρότερον είναι που δεν δύναμαι να μεταβώ εις Πέργαμον όπως παρηγορήσω και ενθαρρύνω την ατυχή μητέρα μου με τας αδελφάς μου, αι οποίαι δεν έχουν κανέναν». Εν συνεχεία αναφέρει τα ονόματα δύο Ελλήνων της Περγάμου, οργάνων του τουρκικού Κομιτάτου, που κατέθεσαν εις βάρος του πατέρα του και τελικά κάνει έκκληση στον φρούραρχο Λέσβου ώστε να του χορηγηθεί ένα επίδομα για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές του, τουλάχιστον για ένα χρόνο και μετά... και καταλήγοντας αναφέρει:

«ότι ετελείωσα την παρούσαν λαμβάνω γράμμα της μητρός μου (η οποία δεν γνωρίζει τίποτε), διά του οποίου με γράφει ότι κατελθούσα εις το μαγαζί δι’ ανάγκας διότι δεν έχει κανέναν, Τούρκοι ετόλμησαν να την πειράξουν σχετικῶς με το ζήτημα διά πειρακτικών λόγων. Άλλοι πάλιν Τούρκοι επενέβησαν και την υποστήριξαν, μη τολμήσας ουδείς εκ των παρισταμένων ομογενών να πράξη αυτό που έπραξαν οι δεύτεροι Τούρκοι. Πολύ βαρέως φέρω αυτά και έτι περισσότερον που αδυνατώ να προστρέξω εις βοήθειαν και παρηγορίαν της».

Αυτά λοιπόν και άλλα πολλά παρόμοια αλλά και πολύ χειρότερα συνέβαιναν στους ελληνικούς πληθυσμούς της Μ. Ασίας το 1914 (α´ διωγμός), τα οποία έπληξαν, όπως φαίνεται, και την οικογένεια του Γ. Κ. Χονδρονίκη, για τον οποίο και παρά τη μεταγενέστερη δράση, εξακολουθώ να πιστεύω ότι μια καλή βιογραφία δεν θα ήταν άσκοπη.

 

* Ο Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

 

 

 

Παρασκευή, 08 Ιουνίου 2018 13:26

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΧΟΝΔΡΟΝΙΚΗΣ (1880-1968) (β)

Είχαμε γράψει πριν από δεκαπέντε μέρες για τον καταγόμενο από την Πέργαμο, Γεώργιο Χονδρονίκη, ο οποίος, ανάμεσα στα άλλα, έχει εκπονήσει σημαντικό συγγραφικό έργο για την πατρίδα του, Πέργαμο, αλλά και για τη Μυτιλήνη, καθώς έζησε και έδρασε κυρίως στην πρωτεύουσα του νησιού μας και διετέλεσε και κατοχικός δήμαρχος, πράγμα το οποίο μάλλον συνετέλεσε ώστε να μην αναφέρεται πολύ συχνά στη λεσβιακή γραμματεία. Φυσικά αυτό το τελευταίο είναι μια δική μου υπόθεση, ίσως και κάπως αυθαίρετη, επειδή δεν μπόρεσα να πραγματοποιήσω μια ολοκληρωμένη έρευνα για τον άνθρωπο αυτό και τη δράση του.

Την αφορμή της παρούσας ενασχόλησής μου με αυτόν έδωσαν κάποια έγγραφα από το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, που αναφέρονται στα πρώτα βήματα της σταδιοδρομία του, όταν ακριβώς, καταδιωγμένος από τις τουρκικές αρχές για την πατριωτική του δράση, αναζητούσε εναγωνίως τη συνδρομή των ελληνικών αρχών για να συνεχίσει τις σπουδές του (μάλλον νομικές), τη ζωή του θα έλεγα, που φαινόταν να μην έχει μέλλον στις μικρασιατικές ακτές. Από τα έγγραφα αυτά μεταφέραμε σε περίληψη τα σημαντικότερα στοιχεία για τη δράση του Χονδρονίκη, όπως την παρουσιάζει ο ίδιος, αλλά και κάποια άλλα δικά του πρόσωπα που τον συνέτρεχαν, και σήμερα θα συνεχίσουμε με κάποια άλλα, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα ασχοληθούμε συστηματικότερα (ή κάποιος άλλος: η έρευνα είναι ελεύθερη στον καθένα), με την προσωπικότητα αυτή, που όπως και τόσες άλλες, κατάγονταν βέβαια από τη Μ. Ασία αλλά έζησε και έδρασε στο νησί μας.

Όπως είχαμε πει ο Γ. Χονδρονίκης κάποια στιγμή εγκατέλειψε την Πέργαμο και εγκαταστάθηκε στο Αϊβαλί, πιθανόν για να συνεχίσει τις σπουδές του στην περιώνυμη Ακαδημία των Κυδωνιών. Εκεί λοιπόν του γράφει ένας συμπατριώτης του (δεν μπορώ να διαβάσω το όνομά του: μάλλον είναι ο Α. Ε. Δηβακόπουλος?) από το Σαχλιλί στις 15 Μαρτίου 1914 και τον ερωτά πώς πάνε τα πράγματα στο Αϊβαλί, πώς πάνε οι σπουδές του, το περιοδικό Αιολικός Αστήρ, ο Α. Κολιφέτης, καταλήγοντας: Να δούμε πώς θ  απογίνη το ζήτημά της [εννοεί της Περγάμου]. Εάν εξακολουθήση έτσι...  και δεν ληφθή καμμία πρόνοια, ο Ελληνισμός, τουλάχιστον του εσωτερικού, θα καταστραφή κυριολεκτικώς. Δεν ξέρω τι σκέπτονται οι... ηγέται. Τι μανθάνετε σεις εκεί;

Δυστυχώς ο επιστολογράφος του Γ. Χονδρονίκη είχε δίκιο στις προβλέψεις του, μολονότι η καταστροφή του Ελληνισμού δεν αφορούσε μόνο τους Έλληνες του εσωτερικού της Μ. Ασίας, αλλά όλους τους Έλληνες της Μ. Ασίας...

Πριν αναφερθώ στο τελευταίο έγγραφο που έχει συντάξει ο ίδιος ο Γ. Χονδρονίκης, θα παραθέσω και τα στοιχεία που αποδεσμεύει ένα πιστοποιητικό του αρχιερατικού επιτρόπου της Περγάμου οικονόμου Ιγνάτιου Γουναρόπουλου, ο οποίος στις 29 Απριλίου 1914, βεβαιώνει με την υπογραφή του και τη σφραγίδα της ορθόδοξης Κοινότητας Περγάμου, ότι ο Γεώργιος Κ. Χονδρονίκης «συνεπεία του κατά της πολυμελούς αυτού οικογενείας διωγμού των ενταύθα αρχών, ως πρακτόρων της Πανελληνιστικής δήθεν Εταιρίας, περιήλθεν εις δυσχερή οικονομικήν θέσιν και δη μετά του εις Ικόνιον όλως αδικαιολογήτως εξορισθέντος πατρός του.

Συνεπώς πάσα προς αυτόν και προς την πάσχουσαν ήδη οικογένειάν του υποστήριξις έσται δικαία ανακούφισις, προστασία και ενίσχυσις νέου άλλως τε καθ᾽ όλα ηθικού και αμέμπτου παρελθόντος, ούτω δε μη εξαναγκασθή και διακόψη τας σπουδάς του».

Μολονότι πρόθεσή μας ήταν να ολοκληρώσουμε την ενασχόλησή μας σήμερα με τον Γεώργιο Κ. Χονδρονίκη, υπάρχει ακόμα μια εκκρεμότητα εκ μέρους μας, εννοείται επιστημονική, με την οποία θα κλείσουμε, ελπίζω προσωρινά, την ολοκλήρωση της δράσης, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο της ζωής του περγαμηνού λογίου.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018 13:50

Γεώργιος Κ. Χονδρονίκης, (1880 - 1968)

«Οι τάξεις των Λεσβιακών γραμμάτων έχασαν ακόμη στο διάστημα αυτό... τον Γεώργιο Χονδρονίκη (1968) που άφισε ενδιαφέρουσες ιστορικές μελέτες...»: Λεσβιακά ΣΤ´ (1973), σ. 187.

Με αυτές τις ελάχιστες λέξεις αναφέρεται ο θάνατος του Γ. Κ. Χονδρονίκη στο περιοδικό Λεσβιακά, πέντε χρόνια μετά από το συντελεσμένο γεγονός. Αναζητώντας πληροφορίες για τον σημαντικό αυτόν λόγιο, εκ Περγάμου καταγόμενο, και μη βρίσκοντας πολλά πράγματα (δεν αποκλείεται να υπάρχουν, καθώς η έρευνά μου είταν βιαστική και περιορισμένη), μου φαίνεται ότι ο Χονδρονίκης πλήρωσε ακριβά την ανάμειξή του στα πολιτικά πράγματα της Κατοχής, επειδή διετέλεσε δήμαρχος, διορισμένος από τις αρχές Κατοχής. Άλλωστε, ο ίδιος έχει γράψει και ένα δίτομο έργο για τον δήμο Μυτιλήνης επί Κατοχής. Ωστόσο, οι τίτλοι των έργων που του αποδίδονται από τις βιβλιογραφίες, τυπωμένα σε τυπογραφεία της Μ. Ασίας και κυρίως της Μυτιλήνης και η εν γένει δράση του, νομίζω ότι μας δίνουν το δικαίωμα να ασχοληθούμε με τα πεπραγμένα του.

Την αφορμή μου έδωσαν κάποια έγγραφα που εντόπισα στο Αρχείο του Υπουργείο των Εξωτερικών και τα οποία μας δίνουν πληροφορίες για την εποχή (1914), που ο Χονδρονίκης αφήνει την Πέργαμο, πηγαίνει στο Αϊβαλί για να καταλήξει τελικά στη Μυτιλήνη, όπου θα παραμείνει ως το τέλος της ζωής του.

Το πρώτο λοιπόν έγγραφο είναι της 3ης Απριλίου 1914, όταν ο υποπρόξενος της Ελλάδος στις Κυδωνίες, Γ. Τσερέπης, γράφει προς τον Γενικό Διοικητή Νήσων Αιγαίου Μ. Πετυχάκη και του συστήνει θερμώς τον Γ. Χονδρονίκη, παρακαλώντας να τον συνδράμει για να εξακολουθήσει τις σπουδές του (μάλλον σπουδάζει νομικά, καθώς αργότερα φέρεται ως δικηγόρος), τονίζοντας ότι «...πλην του ότι είναι ηθικός νέος καθ’ όλον το διάστημα της εδώ διαμονής του πολλάς παρέσχεν υπηρεσίας εις το ενταύθα Β. Υποπροξενείον».

Την άλλη ημέρα εξάλλου (4 Απριλίου 1914) ο ίδιος ο Γ. Χονδρονίκης γράφει προς τον Μ. Πετυχάκη ένα εκτενές γράμμα, από το οποίο προκύπτουν πολλά και σημαντικά στοιχεία.

Αρχικά αναφέρεται στο έγγραφο του Γ. Τσερέπη και ζητεί και εκείνος τη συνδρομή του για να εξακολουθήσει τις σπουδές του, επειδή, όπως γράφει, η οικογένειά του έχει υποστεί μεγάλη καταστροφή «ένεκα του αγρίου διωγμού των τουρκικών αρχών ... κυρίως διά την κοινωφελή εθνικήν δράσιν μου εν Περγάμω και τοις πέριξ, διά την οποίαν η τουρκική δικαιοσύνη πάντοτε μ’ υπέβλεπε και πολλάκις με έσερνε στα κονάκια, χωρίς ευτυχώς να μ’ ενοχοποιήση, οπότε τελευταίως το κατόρθωσεν». Συνεχίζοντας ο Γ. Χονδρονίκης, απαριθμεί στον Μ. Πετυχάκη, αναλυτικά στοιχεία της δράσης του στην Πέργαμο που είναι:

α) Εκ των ιδρυτών του περγαμηνού φιλεκπαιδευτικού σωματείου η «Ομόνοια», του «Πολιτιστικού Κέντρου» και του φιλομούσου «Άγιος Αντίπας» (στο οποίο είχε συγκεντρώσει πάνω από 500 κυρίες ως μέλη, όπως αναφέρει), που εξέδωσε και διδακτικό βιβλίο με τον τίτλο «Ηθική και θρησκευτική Μόρφωσις».

β) Πρωτοστάτης σε κάθε κοινοτικό ζήτημα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις τουρκικές απειλές.

γ) Πρωτοστάτησε στην ίδρυση σχολείου και εκκλησίας «άνευ επισήμου αδείας» στο χωριό Κιοσπεϊλή της Περγάμου και έφερε ιερέα, πράγμα που δεν δεχόταν με κανένα τρόπο οι Τούρκοι του χωριού (είταν 1000 έναντι 200 Ελλήνων). Αυτά είταν απολύτως απαραίτητα για το χωριό, επειδή οι κάτοικοι δεν είχαν παπά ούτε για να τους θάψει και εφεξής τον συντηρούν με μισθό 250 μετζιτιών.

δ) Το 1912 είχε ιδρύσει μικρή εφημερίδα με τον τίτλο «Νέα Πέργαμος», με εθνικό πρόγραμμα, αλλά αναγκάστηκε να διακόψει την έκδοσή της, επειδή καταδιώχτηκε μέσω μεγάλων προστίμων, ενώ τελευταία ενημερώνει το φρουραρχείο για τις τουρκικές στρατιωτικές κινήσεις γύρω από την Πέργαμο.

Από όλα αυτά λοιπόν ο Γ. Χονδρονίκης, όπως αναφέρει, θεωρείται από τις τουρκικές αρχές της Περγάμου και της Σμύρνης ως «πράκτωρ της μεγάλης ιδέας και ως ο κύριος μοχλός πάσης Πανελληνιστικής ιδέας».

Όμως για τον Γ. Χονδρονίκη θα συνεχίσουμε και στην επόμενη επιφυλλίδα…

Σελίδα 1 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top