FOLLOW US
Παναγιώτης Μιχαηλάρης

Παναγιώτης Μιχαηλάρης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Θέλω εξαρχής να τονίσω, ότι το αντικείμενο της παρούσας επιφυλλίδας αποτελεί πέρα από όλα τα άλλα, την καθυστερημένη επί πολλά χρόνια, για λόγους που θα εξηγήσω παρακάτω, παρουσίαση ενός βιβλίου, για το οποίο κανονικά, έπρεπε να έχω κάνει λόγο εδώ και χρόνια, επειδή έχει εκδοθεί στη Μυτιλήνη το 2010. Πρόκειται για το βιβλίο της εκπαιδευτικού Σταυρούλας Λυκιαρδοπούλου - Κοντάρα με τον τίτλο: Κοινωνία και παιδεία στη Λέσβο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, η οποία ίσως θα εξηγήσει και τους λόγους της τόσο καθυστερημένης παρουσίασης. Με τη συγγραφέα γνωρίστηκα κατά τη διάρκεια του συνεδρίου για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Λέσβου, που έγινε στη Μυτιλήνη τον Νοέμβριο του 2012, αν θυμάμαι καλά. Τότε, λοιπόν, πιθανολογώ ότι η συγγραφέας του είχε την καλοσύνη να μου χαρίσει το βιβλίο της. Έτσι υποθέτω ότι έγιναν τα πράγματα (ο άλλος τρόπος θα είναι να έφθασε στα χέρια μου, είτε από αγορά, είτε από προσφορά της Νομαρχίας Λέσβου).

Όπως και να έχουν τα πράγματα πάντως, το βιβλίο έφθασε στα χέρια μου και αμέσως χάθηκε, επειδή μία συνάδελφός μου στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, που ασχολείται και με τη λεσβιακή ιστορία, μου το ζήτησε και έκτοτε παρέμεινε στην κατοχή της. Πιθανολογώ ότι αυτό έγινε στα τέλη του 2012, μετά το συνέδριο, για το οποίο έκανα αναφορά παραπάνω.

Αυτά τα πράγματα, δηλαδή οι μακροχρόνιοι δανεισμοί εντύπων, που καμιά φορά λόγω συγκυριών οδηγούν και σε απώλειες βιβλίων, είναι συνηθισμένα πράγματα εδώ και αιώνες, γι’ αυτό πολύ συχνά συναντούμε πάνω στα εσώφυλλα των βιβλίων ενθυμήσεις και εγγραφές του τύπου: Τούτο το βιβλίον ανήκει στον τάδε και όστις το αποξενώσει να έχη την κατάρα των τριακοσίων δέκα οκτώ θεοφόρων πατέρων της εν Νικαία συνόδου, ή, να είναι αφωρισμένος κτλ. καθώς και διάφορες άλλες νόστιμες υπομνήσεις για τον κάτοχο του βιβλίου. Τώρα αν οι απειλές αυτές έκαναν τη δουλειά τους, δηλαδή απέτρεπαν τις απώλειες, ασυνείδητες ή συνειδητές των βιβλίων, είναι άλλη ιστορία. Μάλλον όμως δεν κατάφερναν σπουδαία πράγματα, αν προσέξουμε την πορεία του βιβλίου: ποιος το είχε και πού κατέληξε.

Καθώς οι ερευνητικές ασχολίες μου δεν κινούνταν συστηματικά γύρω από τα εκπαιδευτικά πράγματα της Λέσβου, δεν βρέθηκα, στην ανάγκη να ζητήσω τη βοήθεια του παραπάνω βιβλίου της Σταυρούλας Λυκιαρδοπούλο, ή τέλος πάντων μπόρεσα να καλύψω... το κενό από άλλα βοηθήματα.

Όμως τις τελευταίες ημέρες, ακριβώς για τις ανάγκες δημιουργίας στήλης αυτής στο φιλόξενο Εμπρός, ανέσυρα ένα έγγραφο του Υπουργείο Εξωτερικών (εννοείται σε φωτοτυπία από το Αρχείο αυτό), που έχει σχέση με την προσπάθεια συστάσεως ξένων σχολείων, κυρίως γαλλικής επιρροής, προς τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα στη Λέσβο και τις αντιδράσεις που αυτές οι κινήσεις προξενούσαν εκ μέρους των πολιτικών και θρησκευτικών αρχών.

Με βάση λοιπόν τις προϋποθέσεις της ιστορικής έρευνας, έπρεπε να εξετάσω αν το έγγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών το οποίο στην ουσία ήταν μια αναφορά για το ζήτημα του Έλληνα υποπροξένου στη Λέσβο, Ν. Σουΐδα, ήταν γνωστό στην έρευνα ή και εκδεδομένο ίσως. Και να λοιπόν η ευκαιρία και η αιτία να αναζητήσω το βιβλίο, στο οποίο θα εντόπιζα τις σχετικές πληροφορίες, δηλαδή να αναζητήσω ένα δικό μου βιβλίο, που είχα δανείσει πριν από πολύ καιρό σε μια πολύ αγαπητή συνάδελφο. Πράγματι το έλαβα και πάλι στα χέρια μου και συναισθάνθηκα ότι έπρεπε να έχω γράψει κάτι γι’ αυτό το σημαντικό βιβλίο, έστω και κατόπιν εορτής, και ας με συμπαθά κυρίως η συγγραφέας του. Ωστόσο, όπως ήλθαν τα πράγματα η οφειλή αυτή θα γίνει μετά από δεκαπέντε μέρες, που βέβαια είναι ελάχιστες μπροστά στον χαμένο χρόνο...

Συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή με την επιφυλλίδα της προπερασμένης Παρασκευής, δηλαδή τις σκέψεις για τον εντοπισμό ή ακόμα και για την ανασυγκρότηση πηγών της λεσβιακής ιστορίας, θα εκθέσουμε και σήμερα κάποιες σκέψεις μας γύρω από το ζήτημα αυτό, χωρίς όμως να διατηρούμε και πολλές ελπίδες ότι μπορούν τα πράγματα να εξελιχθούν εύκολα και με αίσιο τρόπο, προς την σωστή -κατά τη γνώμη μου πάντα- κατεύθυνση εξαιτίας πολλών λόγων, που δεν είναι μόνο και αποκλειστικά οικονομικοί. Βέβαια τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε, με μεγάλη ικανοποίηση, να πραγματοποιείται, λόγω κάποιων ευνοϊκών συγκυριών αλλά λόγω και της αλλαγή ιστορικής νοοτροπίας, η επισήμανση και έκδοση οθωμανικών φορολογικών καταστίχων (απόκεινται στα οθωμανικά αρχεία), πράγμα πολύ σημαντικό από κάθε άποψη. Και τούτο, επειδή με τον τρόπο αυτό και όταν ολοκληρωθεί αυτή η προσπάθεια, θα έχουμε μια πολύτιμη πηγή της λεσβιακής -και όχι μόνο- ιστορίας, επειδή τα στοιχεία που με τον τρόπο αυτό αποδεσμεύονται είναι πολλά, συνεχή και αξιόπιστα. Και φυσικά δεν αναφερόμαστε μόνο σε φορολογικά νούμερα, αλλά στην εξέλιξη του πληθυσμού, την εξέλιξη των οικισμών, την εξέλιξη των καλλιεργειών, την ονοματοδοσία και τόσα άλλα στοιχεία, που κάθε ειδικός μπορεί να αναζητήσει από την πλευρά της ειδίκευσής του.

Αυτό είναι το ένα και παράλληλα ένα από τα κεντρικά σημεία της λεσβιακής, της ελληνικής ιστορίας γενικότερα κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, που έχει σχέση με ξένα αρχεία και την ειδίκευση στην οθωμανική ιστορία και γλώσσα.

Όμως, παράλληλα, έχουμε να εκδώσουμε και να μελετήσουμε και τις ιστορικές πηγές που προέρχονται από τα δικά μας, τα λεσβιακά εν προκειμένω αρχεία, και οι οποίες ακόμα μένουν είτε ανέκδοτες, είτε αποσπασματικά στοιχεία μόνο έχουν προσφέρει στα ιστορικά μας πράγματα. Φυσικά για το γεγονός αυτό έχουμε όλοι τις ευθύνες μας και δεν εξαιρώ καθόλου τον εαυτό μου που δεν μπόρεσα ακόμα να παρουσιάσω μια σειρά από ιστορικά τεκμήρια, που έχω κατά καιρούς εντοπίσει και μελετήσει.

Σκέπτομαι δηλαδή τον κώδικα του αγίου Παντελεήμονα Μολύβου, τον παλαιότερο κώδικα που σώζεται στο νησί μας και του οποίου τη μεταγραφή έχω εδώ και χρόνια ολοκληρώσει. Σκέπτομαι τους κώδικες της Ι. Μητροπόλεως Μυτιλήνης, των οποίων τις περιλήψεις έχω εδώ και χρόνια πραγματώσει και καταγράψει ηλεκτρονικά και οι οποίες θα συνεχίσουν την έκδοση του πρώτου κώδικα της ίδιας μητροπόλεως που έχει πριν από χρόνια πραγματοποιηθεί. Σκέπτομαι ένα κατάστιχο ζητείας από το Άγιο Όρος, σχετικά με την περιφορά αγίων λειψάνων στον Μανταμάδο στις αρχές του 19ου αιώνα και θα μας παρουσιάσει τις συνήθειες και τις νοοτροπίες μιας αγροτικής κοινότητας του νησιού μας. Σκέπτομαι συλλογές υλικού από τον Μανταμάδο ή τις πράξεις της Ι. Μητροπόλεως Μηθύμνης που αναφέρονται στην προσπάθεια εκλογίκευσης των εθίμων των αρραβώνων, γάμων, προίκας κτλ. όπως αυτά εκτελούνται στα διάφορα χωριά της μητροπόλεως και απασχόλησαν δημογεροντίες και μητρόπολη όλον τον 19ο αιώνα. Σκέπτομαι τον κατάλογο των βιβλίων της Βιβλιοθήκης Ιωσήφ Μαύρου που μελέτησα πολλά χρόνια πριν και τόσα άλλα ακόμα, που βρίσκονται στα συρτάρια μου, όπως και άλλες πηγές φυσικά θα απόκεινται στα συρτάρια άλλων συναδέλφων ιστορικών, λ.χ. του Στρατή Αναγνώστου, όπως γνωρίζω από άμεση αντίληψη. Σκέπτομαι επιπλέον, αν θα βρεθεί πρόσωπο ή πρόσωπα που θα μελετήσουν τις πηγές που αναφέρονται στην ιστορία του Αϊβαλιού, των Μοσχονησιών κτλ. τα οποία έχουν άμεση σχέση και με τη λεσβιακή ιστορία, μιας και ο χώρος έως την Μικρασιατική καταστροφή ήταν ενιαίος ώστε να μην υπάρχει άμεσος διαχωρισμός ανάμεσα στο νησί μας και στα έναντι μικρασιατικά παράλια.

Όλα αυτά ήλθαν στο μυαλό μου πάλι, τις τελευταίες μέρες, καθώς ο βιοπορισμός μου επέτρεψε λίγο να ασχοληθώ με τα χαρτιά μου, να τα ξαναπιάσω απλώς στα χέρια μου και να διαπιστώσω πόσα έχουμε να κάνουμε, πόσα έχω να κάνω, ενώ ο χρόνος αρχίζει πλέον να πιέζει ασφυκτικά...

Έχουμε πει (γράψει) πολλές φορές ότι η θεωρία της ιστορίας, οι θεωρητικές γνώσεις, για τον ιστορικό είναι στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για να κάνει με επαγγελματισμό και σοβαρότητα τη δουλειά του. Φυσικά και δεν μπορούμε σε μια επιφυλλίδα να το εξηγήσουμε αυτό, άλλωστε δεν είναι σήμερα ο λόγος περί θεωρίας. Ωστόσο, πέραν της θεωρίας, σημαντικό επίσης (μερικές φορές ίσως και πιο σημαντικό) είναι να εντοπίζουμε και να γνωρίζουμε τα γραπτά ιστορικά τεκμήρια, τα ιστορικά κατάλοιπα για το παρελθόν μας, ντοκουμέντα κάθε είδους, και με βάση αυτά να πορευόμαστε στην ιστορική περιπέτεια. Δεδομένου μάλιστα ότι σε μια χώρα, όπως η δική μας, και για ποικίλους λόγους, δεν έχουμε τις συνεχείς σειρές τεκμηρίων που διαθέτουν οι άλλες χώρες και κυρίως -αλλά όχι μόνο- οι δυτικές χώρες με τα συστηματικά αρχεία, πολλές φορές βρεθήκαμε και βρισκόμαστε στην ανάγκη οι ιστορικοί, να κατασκευάζουμε σειρές τεκμηρίων, με άλλα λόγια να κάνουμε τη δουλειά άλλων ειδικοτήτων, να εντοπίζουμε και να ταξινομούμε έγγραφα κάθε είδους ώστε να καταστούν προσιτά στην έρευνα, να καταστούν δηλαδή ιστορική πηγή. Τι να κάνουμε... αυτά μας έτυχαν, με αυτά θα πορευόμαστε.

Ένα απλό και εύκολα κατανοητό παράδειγμα για τη Λέσβο είναι λ.χ. η αξιόλογη συναγωγή του μητροπολίτη Ιακώβου Κλεομβρότου, ο οποίος συνθέτοντας το τετράτομο έργο του, Mytilena Sacra, προσπάθησε και εν πολλοίς κατάφερε να συγκροτήσει μια πηγή για την εκκλησιαστική αλλά και τη γενική -ας το πούμε έτσι- λεσβιακή ιστορία, εντοπίζοντας και καταστώντας γνωστά τα γραπτά (λυτά έγγραφα, κατάστιχα, κώδικες) αλλά και διάφορα άλλα είδη (εικόνες, λειτουργικά βιβλία, κτλ.) που εντόπισε αυτός και οι συνεργάτες του στους ναούς και τις μονές της Μητροπόλεως Μυτιλήνης. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την προσπάθεια του μητροπολίτη Μηθύμνης, Διονυσίου, ο οποίος δημοσίευσε σε Παράρτημα του Δελτίου της Ιεράς Μητροπόλεως Μηθύμνης, κιόλας από τη δεκαετία του ΄30, δυστυχώς σε περιλήψεις, τα έγγραφα που του έστελναν από διάφορα χωριά της επαρχίας του, οι κατά τόπους επίτροποι των ναών και δεδομένου ότι πολλά από αυτά χάθηκαν, έχουμε τουλάχιστον τις περιλήψεις και τα βασικά στοιχεία τους (πρόσωπα, ημερομηνίες, ποσά κτλ.).

Τέτοια παραδείγματα μπορούμε να εντοπίσουμε και να αναφέρουμε και άλλα, όπως λ.χ. την προσπάθεια του πρόσφατα αποθανόντος ηγουμένου της Μονής Λειμώνος, Νικόδημου Παυλόπουλου, να εκδώσει τον κατάλογο των εγγράφων και των βιβλίων της μονής του, ενώ δυστυχώς, δεν έχουμε κάτι ανάλογο για τους ναούς και τις μονές της Μητροπόλεως Μηθύμνης.

Θα σταθώ όμως στο έργο του Νικόδημου Παυλόπουλου, επειδή μου δίνει την ευκαιρία να επισημάνω πώς είναι δυνατόν να ανασυγκροτήσουμε ακόμα μια πολύτιμη πηγή της λεσβιακής ιστορίας, έστω και αποσπασματικής, έστω και ασυνεχούς.

Έχω πει και γράψει πολλές φορές ότι μια μορφή ιστορικής πηγής αποτελούν τα σημειώματα που υπάρχουν πάνω στα παλιά βιβλία, οι ενθυμήσεις, τα βραχέα χρονικά. Με άλλα λόγια, κάποτε, ορισμένοι άνθρωποι, συνήθως ιερωμένοι αλλά και άνθρωποι άλλων ιδιοτήτων, σημείωναν, με όσα γράμματα ήξεραν, στα λευκά περιθώρια των βιβλίων, στα εξώφυλλα και στα παράφυλλα της αρχής και του τέλους των βιβλίων ό,τι θεωρούσαν σημαντικό και άξιο να σημειωθεί. Τούτο το έκαναν τις περισσότερες φορές συνειδητά, για να θυμούνται δηλαδή ένα σημαντικό γεγονός, προσωπικό ή γενικό (τη γέννηση ενός παιδιού, τον θάνατο ενός προσώπου, την εμφάνιση μιας αρρώστιας, ένα καταστροφικό γεγονός, μια πυρκαγιά, μια πλημμύρα κτλ.). Λέγω τις περισσότερες φορές, επειδή συναντούμε κάποτε και άσχετα πράγματα (δοκιμές κονδυλίου), ή κακότεχνους στίχους κτλ. τα οποία μάλλον τα αποθησαύριζαν παίζοντας (πρὸς εγλεντζέν) και διασκεδάζοντας, αλλά και αυτά έχουν τη σημασία τους, ως έργα των ανθρώπων. Όλα αυτά όμως, αν τα συγκεντρώσει κάποιος και σχηματίσει ένα σώμα (ένα corpus), όπως έχει γίνει κάποιες φορές, μπορεί να ανασυγκροτήσει μια πρώτης τάξεως ιστορική πηγή, η οποία είτε ως παραπληρωματική να πλαισιώνει ήδη γνωστά πράγματα, είτε να φέρνει στο φως καινούριες πληροφορίες.

Αυτό είναι ένα ζητούμενο και για τη λεσβιακή ιστορία, για το οποίο θα επανέλθω περισσότερο αναλυτικά σε δεκαπέντε ημέρες.

Με αφορμή την επιφυλλίδα για την τοπική μας ιστορία και συγκεκριμένα την περίπτωση των φίλων που καταγίνονται να ανασυγκροτήσουν την ιστορία του χωριού τους (Νέες Κυδωνίες - Μπαλτζίκι), έγραφα πόσο ελλιπείς είναι οι γνώσεις μας -ακόμα και σε μας τους επαγγελματίες- και θα εξακολουθήσουν βέβαια να είναι, επειδή ένα από τα χαρακτηριστικά της ιστορίας είναι η συνεχής βελτίωση των γνώσεων, η προσκομιδή νέων στοιχείων και η επεξεργασία των παλαιών κάτω από νέα πρίσματα ιστορικής προοπτικής. Δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν λοιπόν οι γραμμές αυτές (το στέγνωμα ανακαλεί πάντα την παλαιά τυπογραφία που έπρεπε να στεγνώσει το μελάνι), όταν ένα άλλο γεγονός, εντελώς συμπτωματικά ήρθε να με συναντήσει και να μου υπενθυμίσει απώλειες ή να επιβεβαιώσει τα όσα παραπάνω επισημαίνω.

Βοηθώντας λοιπόν μια συνάδελφο στον καταρτισμό της βιβλιογραφίας των καραμανλίδικων βιβλίων, δηλαδή των βιβλίων που προορίζονταν για τους Έλληνες ορθόδοξους κατοίκους της Ανατολής που ήξεραν να διαβάζουν ελληνικά, αλλά δεν ήξεραν την ελληνική γλώσσα (οπότε τα βιβλία τα προορισμένα γι’ αυτούς, γράφονταν με ελληνικούς χαρακτήρες που αποτύπωναν την τουρκική γλώσσα), έπεσα πάνω σε ένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα το 1870, το οποίο έφερε τον εξής τίτλο: Η Λεσβά﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽κικ, εις ύφον Ελληνικόία Σαπφώ, ήτοι ασματολόγιον περιέχον εξωτερικά άσματα, εις ύφος Ελληνικόν, Ευρωπαϊκόν και Τουρκικόν, τινά μεν μετενεχθέντα εκ της Κωνσταντινουπολίτιδος εις την Λεσβιακήν Γραφήν, έτερα δε νυν το πρώτον εκ της Ευρωπαϊκής εκδιδόμενα υπό Νικολάου Δ. Βλαχάκη Αθηναίου, εκδοθέντα δε δαπάνη και συνεργεία του Κυρίου Σταυράκη Α. Αναγνώστου, του εκ Μανταμάδου της Λέσβου, Αθήνησιν, εκ του τυπογραφείου της Θέμιδος. 1870.

Το βιβλίο αυτό είναι γνωστό στην ελληνική βιβλιογραφία, μάλιστα ο Γιώργος Βαλέτας στην Αιολική Βιβλιογραφία του, τυπωμένη το 1940, το περιγράφει αναλυτικά (σ. 27-28), δίνοντας πολλά στοιχεία του, που προξενούν μεγάλο ενδιαφέρον, το οποίο, ελπίζω, σύντομα να ικανοποιήσω επειδή νομίζω ότι αξίζει τον κόπο, καθώς εκτιμώ ότι θα προσφέρει κάποια στοιχεία επιπλέον στις γνώσεις μας (έχω εντοπίσει ένα αντίτυπο του βιβλίου στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών). Εννοώ ότι το βιβλίο θα προσφέρει στις γνώσεις μας για τον Σταυράκη Αναγνώστου, ο οποίος είναι πασίγνωστος για τη συγγραφική του δράση και το πιο σημαντικό του έργο Λεσβιάς Ωδή έχει γνωρίσει αρκετές επανεκδόσεις του.

Ωστόσο σε μένα τουλάχιστον, καίτοι ως Μανταμαδιώτης και ιστορικός έπρεπε να το γνωρίζω ήδη, ο Σταυράκης Αναγνώστου δεν μου ήταν γνωστός ως χορηγός έκδοσης βιβλίων και το βιβλίο που μόλις ανέφερα τον αναφέρει σαφέστατα ότι συνήργησε στην έκδοση ενός βιβλίου και χρηματικά πέρα από τη συγγραφική του βοήθεια (δαπάνη και συνεργεία). Εξάλλου ενδιαφέρον παρουσιάζει να εξακριβώσουμε τον λόγο, για τον οποίο ο Σταυράκης Αναγνώστου συνεργεί στην έκδοση ενός καραμανλίδικου βιβλίου, αν όντως είναι καραμανλίδικο. Και το λέω αυτό επειδή το συγκεκριμένο βιβλίο δεν το έχω πιάσει ακόμα στα χέρια μου και, από την εμπειρία μου, δεν μπορεί κανένας να μιλά για ένα βιβλίο παρά μόνο μετά από αυτοψία. Εξάλλου, όπως αναφέρεται από τον Γ. Βαλέτα, υπάρχουν στην αρχή του βιβλίου στίχοι του Σταυράκη Αναγνώστου αφιερωμένοι στον γιο του, Αριστομένη Σταυρίδη (στα χρόνια αυτά τα επώνυμα ήταν πολύ ρευστά σε σημείο που πατέρας και γιος να μην φέρουν ταυτόσημα επώνυμα). Το βιβλίο εξάλλου, φέρει και κατάλογο συνδρομητών, στοιχείο που μας βοηθά πολύ στην κατανόηση της διακίνησης ενός τέτοιου βιβλίου μέσω του συστήματος της συνδρομής, δηλαδή της προαγοράς του πριν από την έκδοσή του.

Πληροφορίες πολλές από ένα αντίτυπο βιβλίο, επειδή τα βιβλία, όπως έχω αναφέρει πολλές φορές, πέρα από το περιεχόμενό τους, είναι φορείς και μιας άλλης παράλληλης ιστορίας, δηλαδή του χορηγού τους, των συνδρομητών, της βιβλιοθήκης που τα περιέχει και κυρίως των ενθυμήσεων που πολλές φορές αναγράφονται πάνω στα λευκά μεσόφυλλα ή και στα περιθώρια των τυπωμένων σελίδων τους. Όμως είτε έτσι, είτε αλλιώς θα ξαναμιλήσουμε για το βιβλίο αυτό και τον χορηγό του Μανταμαδιώτη Σταυράκη Αναγνώστου.

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018 13:41

Σκέψεις για την τοπική ιστορία μας

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛΑΡΗΣ

 Πέρα από την προφανή σημασία που έχει το γεγονός ότι ένας ιστορικός μπορεί να έχει στη διάθεσή του μια στήλη σε ένα έντυπο, μέσω της οποίας να διατυπώνει ορισμένες απόψεις για την ιστορία και μάλιστα την ιστορία του τόπου καταγωγής του (την τοπική ιστορία), υπάρχουν και κάποια άλλα μικρά γεγονότα, που πλαισιώνουν τη σημασία αυτή. Και βέβαια αυτά είναι το εξής ένα: ότι δηλαδή συχνά-πυκνά πληροφορούμαι με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, ότι υπάρχουν αρκετοί αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την ιστορία, την ιστορία του νησιού μας εν προκειμένω, ότι διαβάζουν αυτά που γράφονται εδώ και σε παρόμοιες στήλες, πράγμα που μου προξενεί ιδιαίτερη ικανοποίηση και χαρά.

Να λοιπόν που και πάλι, πριν από λίγες ημέρες, έλαβα ένα μήνυμα μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, από έναν άγνωστο, μέχρι εκείνη τη στιγμή, αναγνώστη από το Μπαλτζίκι (Νέες Κυδωνίες), τον αγαπητό Γιώργο Μπόνο. Ο φίλος αυτός, εκπροσωπώντας και άλλους φίλους, μου ανέφερε ότι ερευνούν για την ιστορία του οικισμού τους και ό,τι έχει σχέση με τον παλιό οικισμό με το όνομα Κυδώνα, που μάλλον αποτελεί τον πρόδρομο οικισμό του Μπαλτζικιού.

Το γεγονός αυτό, μου έφερε στο μυαλό και πάλι κάποιες σκέψεις για την τοπική ιστορία, που προκάλεσαν και τη σύνθεση της παρούσας επιφυλλίδας. Θα σταθώ όμως πρώτα στην ιστορία αυτή καθαυτή του χωριού των Νέων Κυδωνιών, μολονότι ελάχιστες φορές έχω ακούσει κάποιος να αναφέρει το όνομα αυτό, προτιμώντας το από αυτό του Μπαλτζικιού. Και ο λόγος της αναφοράς σε αυτό είναι ότι έχουμε πολλά ακόμα να μάθουμε για την ιστορία των χωριών μας, ακόμα και όσοι καταγινόμαστε επαγγελματικά με την ιστορία.

Είχα την εντύπωση ότι ο οικισμός του Μπαλτζικιού, με την ονομασία Νέες Κυδωνίες, συγκροτήθηκε από πρόσφυγες, εξ ου και το όνομα, με ευθεία αναφορά στην απέναντι χαμένη πατρίδα, δηλαδή στη μεγάλη πόλη των Κυδωνιών (Αϊβαλιού).

Όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι, δηλαδή δεν είναι ακριβώς έτσι, επειδή οικισμός υπήρχε και προ της εγκαταστάσεως των προσφύγων (άλλωστε αν δεν κάνω λάθος, οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στους ήδη υπάρχοντες οικισμούς και δεν ίδρυσαν νέους στο νησί μας). Εξάλλου, και με την ευκαιρία της επικοινωνίας με τους φίλους του Μπαλτζικιού, σκέφτηκα ότι η ύπαρξη του οικισμού και πριν από το 1922 αποδεικνύονταν και από την ιστορία της δικής μου οικογένειας: η γιαγιά μου (μητέρα της μητέρας μου) ήταν Μπαλτζικιώτισσα, το γένος Χατζηνικολάου, γεννημένη επί τουρκικής κατοχής στο Μπαλτζίκι... Είναι αυτό που λέμε: «Τι χρεία έχομεν άλλων μαρτύρων...». Οι μάρτυρες είναι δίπλα μας, αρκεί να τους αναζητήσουμε και να τους θέσουμε σοβαρά ερωτήματα.

Με όλα αυτά και με αφορμή τους φίλους του Μπαλτζικιού, που ασφαλώς αναζητούν να συγκροτήσουν μια ιστορία του χωριού τους (ίσως είναι από τα ελάχιστα χωριά του νησιού μας, για τα οποία δεν έχουμε βιβλίο, αν δεν κάνω και πάλι λάθος), θέλω να επαναλάβω, κάποια ίσως προφανή, αλλά σημαντικά κατά τη γνώμη μου.

Η ιστορία ενός χωριού, μιας πόλης, ενός νησιού δεν είναι στην ουσία ένα αυθύπαρκτο γεγονός. Ένα χωριό, μια πόλη κτλ., δεν μπορούν να υπάρξουν αυτόνομα και ανεξάρτητα, χωρίς σχέση με ένα άλλο μεγαλύτερο σύνολο. Επομένως, όταν αναζητούμε να συγγράψουμε την ιστορία ενός οικισμού, στην ουσία αναζητούμε στοιχεία για ορισμένα γεγονότα, μικρής ή μεγάλης εμβέλειας, που ενδεχομένως επηρέασαν τους ανθρώπους του συγκεκριμένου οικισμού, ή αναζητούμε πληροφορίες σχετικά με τη δράση ανθρώπων που κατάγονται από τον οικισμό αυτό, μολονότι η δράση τους μπορεί να μην έχει καμιά σχέση με τον οικισμό αυτό. Όλα αυτά είναι καλά, αλλά όμως δεν μπορούν να συγκροτήσουν την ιστορία ενός τόπου. Ίσως λοιπόν θα ήταν καλύτερα οι τοπικοί ιστορικοί, όπως άλλωστε πολλοί από αυτούς το κάνουν, να συγκεντρώνουν, να διασώζουν από τον τόπο τους ό,τι παλιά χαρτιά, παλιές επιγραφές, ενθυμήσεις, μνημεία του παρελθόντος, από τις εκκλησιές, τα μοναστήρια, τα εξωκκλήσια, από μπακάλικα, εργαστήρια, από αγορές, διαθήκες κτλ., ό,τι τέλος πάντων άγνωστο εντοπίζουν και να το δημοσιεύουν ως ιστορία του τόπου τους. Η συμβολή τους, η προσφορά τους στην τοπική ιστορία, στην ιστορία της πατρίδας μας θα ήταν ανεκτίμητη.

Παρασκευή, 02 Φεβρουαρίου 2018 13:12

Τα ημερολόγια της Λέσβου

 

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛΑΡΗΣ

 

Τις τελευταίες εβδομάδες, συνήθως, πριν από το τέλος κάθε χρόνου, ή ακόμα στις πρώτες μέρες του έτους που αρχίζει, εμφανίζονταν και εμφανίζονται ακόμα, κάποια ειδικά έντυπα, τα Ημερολόγια. Η έκδοση ημερολογίων αποτελεί μια παλιά εκδοτική συνήθεια (ο γνωστός μας Καζαμίας μάλλον είναι το έντυπο με τις περισσότερες εκδόσεις), που δεν είναι μόνο ελληνική, αφού συναντάται στα εκδοτικά πράγματα πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Μάλιστα το είδος αυτό ως έντυπο (κάτω από διάφορα ονόματα: Καζαμίας, Αλμανάκ, Ημερολόγιο, Χρονολόγιο, Μηνολόγιο κτλ.) περιλαμβάνεται και στις βιβλιογραφίες και καθώς τις περισσότερες φορές είναι ένα είδος προορισμένο εύκολα να καταστραφεί, για πολλές εκδόσεις ημερολογίων, γνωστές από διάφορες μαρτυρίες, δεν διαθέτουμε οὔτε ένα αντίτυπο, δηλαδή τα έντυπα αυτά λανθάνουν, όπως συνηθίζεται να λέμε με βιβλιογραφικούς όρους.

Στην Ελλάδα το είδος εμφανίζεται με ένταση τον 19ο αιώνα και από διάφορα τυπογραφεία, λ.χ. του Φοίνικα στη Βενετία, εκδόθηκαν χιλιάδες αντίτυπα, που όπως λέγαμε, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να εντοπίσει στις ελληνικές βιβλιογραφίες, ενώ πολύ χρήσιμη για τα ελληνικά ημερολόγια είναι μια μελέτη του μακαρίτη Μάνου Χαριτάτου, δημοσιευμένη στο περιοδικό Ο Ερανιστής, όργανο του Ομίλου Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού, που εξακολουθεί να εκδίδεται ακόμα.

Αυτά όλα δεν αποτελούν παρά ένα μικρό, ατελή και οπωσδήποτε ανεπαρκέστατο πρόλογο, προορισμένο, ίσως, να κεντρίσει το ενδιαφέρον όποιου θελήσει να αναζητήσει περισσότερες και συστηματικότερες πληροφορίες για τα Ημερολόγια και τις χρήσεις τους.

Πέρα από όλα αυτά, όμως, θέλω να αναφερθώ και στα Ημερολόγια που τα τελευταία χρόνια κάνουν αισθητή την παρουσία τους και στο λεσβιακό χώρο. Φυσικά δεν αναφέρομαι στα επιτραπέζια ημερολόγια ούτε και σε αυτά που φιλοτεχνημένα ωραία με διάφορα έργα, κυρίως ζωγραφικής, που αναφέρονται στις ομορφιές του νησιού μας και εκδεδομένα από διάφορους λεσβιακούς συλλόγους, κοσμούν τους τοίχους πολλών λεσβιακών σπιτιών, στο νησί και όπου αλλού υπάρχουν Λέσβιοι.

Ο λόγος είναι για τα έντυπα ημερολόγια, όπως λ.χ. αυτό που εκδίδει ετησίως η ιερά μητρόπολη Μηθύμνης, το προσκύνημα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, η πινακοθήκη Μολύβου και κυρίως το Λεσβιακό Ημερολόγιο που εκδίδεται από τις εκδόσεις Αιολίδα (τώρα από τις εκδ. Μύθος) με επιμέλεια του Παναγιώτη Σκορδά. Εννοείται ότι αυτά τα ημερολόγια στα οποία αναφέρομαι, είναι όσα εγώ γνωρίζω και πιθανόν να υπάρχουν και άλλα, για τα οποία όμως δεν μπορώ να γράψω αφού δεν έχουν πέσει στα χέρια μου.

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς τα τρία από αυτά έχουν ειδικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν όμορφες προσπάθειες συνέχισης του είδους, το οποίο από τη μια χρησιμεύει ως χρήσιμος οδηγός για τους μήνες, τις μέρες, τις γιορτές κτλ. αλλά, από την άλλη, περιέχει και διάφορες χρήσιμες πληροφορίες. Λ.χ. το μικρού σχήματος Ημερολόγιο της ιεράς μητροπόλεως Μηθύμνης, κάθε χρόνο είναι αφιερωμένο σε ένα χωριό της μητρόπολης αυτής, για το οποίο υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία, σχετικά κυρίως με τα εκκλησιαστικά του μνημεία.

Πέρα από αυτά, είχα την ευκαιρία τα τελευταία χρόνια να παρακολουθήσω τις εκδόσεις του Λεσβιακού Ημερολογίου της Αιολίδας, είτε ώς συγγραφέας, είτε ως ευκαιριακός επιμελητής και πάντως ως συστηματικός αναγνώστης. Θέλω λοιπόν να πω, ότι πέρα από τη θετική εντύπωση που προξενεί η έκδοση ενός λεσβιακού ημερολογίου, παλαιού, ας το πούμε έτσι, τύπου, που συνεχίζει και υπηρετεί μια πολυετή παράδοση, υπάρχουν και κάποια στοιχεία πρός βελτίωση, τα οποία συνοψίζονται στο εξής βασικής σημασίας ένα. Με άλλα λόγια πέρα από την ημερολογιακή, ας την πούμε έτσι ύλη, και όλοι καταλαβαίνουμε τι θέλω να πω, υπάρχει και η άλλη ποικίλης φύσεως, κυρίως φιλολογικο-ιστορική ύλη. Ωστόσο, θα πρέπει να προσέξουν οι εκδότες και κυρίως οι συγγραφείς των άρθρων, ώστε οι μελέτες που δημοσιεύουν στο Λεσβιακό Ημερολόγιο να είναι ανάλαφρες. Με άλλα λόγια να είναι όσο γίνεται μικρές, σύντομες, και να μην βαρυφορτώνονται με δεκάδες υποσημειώσεις και σχολαστικές παραπομπές. Το Ημερολόγιο είναι ένα ανάλαφρο είδος εντύπου, το οποίο δεν απευθύνεται στους ειδικούς αλλά στο μέσο αναγνώστη, στον οποιοδήποτε αναγνώστη, ο οποίος α πρέπει να μπορεί σε σύντομο χρόνο να διαβάζει τη μελέτη και να αποκομίζει κάτι. Οι πολυσέλιδες και τεκμηριωμένες μελέτες απευθύνονται σε άλλου τύπου κοινό και οπωσδήποτε περιλαμβάνονται στις σελίδες ειδικών περιοδικών, που δεν είναι ένα Ημερολόγιο.

 

 

 

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018 13:08

Οι δημογεροντίες της Λέσβου

 

Και πάλι λοιπόν σήμερα ο λόγος για τις δημογεροντίες, τις δημογεροντίες της Λέσβου, της πρωτεύουσας πόλης Μυτιλήνης και των χωριών, μικρών και μεγάλων της λεσβιακής ενδοχώρας. Λέγαμε πριν από δεκαπέντε ημέρες από αυτήν την στήλη, ότι ανάμεσα σε όσα εκκρεμούν να γίνουν για τη λεσβιακή ιστορία είναι και η γνωριμία μας με τα πρόσωπα που κατά καιρούς και ειδικότερα από τα μέσα του 17ου αι (η χρονολογία είναι κατά προσέγγιση), συγκρότησαν τις δημογεροντίες. Η ανάγκη της γνώσης σταθερών έστω και τυπικών στοιχείων είναι -για όσους έχουν μια σχετική εμπειρία με τα πράγματα- απαραίτητη πριν προχωρήσουμε σε θεωρητικές συνθέσεις και άλλα σπουδαία και τρανά..., επειδή χωρίς τη γνώση των βασικών στοιχείων μιας κοινωνίας, μάλλον θα μιλάμε και θα γράφουμε εν κενώ. Την ανάγκη αυτή της γνωριμίας με τα πρόσωπα την έχω βιώσει πολλές φορές, όταν βρέθηκα στην ανάγκη να πληροφορηθώ για τους ανθρώπους που συγκροτούσαν τη δημογεροντία λ.χ. του Μανταμάδου, του χωριού μου, όταν έγινε το τάδε έργο, όταν αποφασίστηκε κάτι σπουδαίο ή λιγότερο σπουδαίο για το χωριό, και σκόνταφτα σε τέτοια ή συναφή προβλήματα, χωρίς τη γνώση των οποίων η γνώση παραμένει ανεπαρκής.

Νομίζω όμως ότι τώρα και σε γενικές γραμμές είναι εύκολο να καταρτισθούν οι σχετικοί κατάλογοι των ανθρώπων για τα περισσότερα χωριά της Λέσβου. Τούτο συμβαίνει επειδή κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί πολλές τοπικές ιστορίες για όλα σχεδόν τα λεσβιακά χωριά, αλλά και πολλά έγγραφα δημοσιεύτηκαν συστηματικά ή σκόρπια σε διάφορα περιοδικά. Εξάλλου έχουμε δημοσιεύσεις και περιγραφές ορισμένων κωδίκων, ενώ και άλλοι, περισσότεροι ίσως, παραμένουν ανεκμετάλλευτοι, καθώς περιέχουν πλούσια στοιχεία για τη λεσβιακή ιστορία. Όλα αυτά και πολλά άλλα στοιχεία, τα οποία ο ενδιαφερόμενος ερευνητής μπορεί να αντλήσει εύκολα, μου δίνουν την πεποίθηση ότι ένα ανάλογο έργο είναι εύκολο να καταρτισθεί, εφόσον βέβαια κάποιος αντιληφθεί τη σημασία που θα έχει αυτό για την ιστορία μας, ξεφς.﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽στορικ(ύγει από ιδεολογικά σχήματα που θέλουν τους δημογέροντες να είναι οι καταπιεστές του λαού και όλα τα συναφή, και με ιστορική γνώση σκύψει πάνω από τις πηγές.

Φυσικά ένα παρόμοιο έργο δεν θα αποτελείται μόνο από καταλόγους ονομάτων. Οι δημογεροντίες δεν είναι στατικά σώματα, αλλά όπως κάθε ζωντανός θεσμός εξουσίας ή και διαχείρισης της εξουσίας, έστω και σε τοπικό επίπεδο, κρύβει απρόσμενα στοιχεία που αναδεικνύουν και τη σημασία του. Εναλλαγές προσώπων στην εξουσία ή μη εναλλαγές, αναλήψεις υπηρεσιών, τα διάδοχα πρόσωπα και μέσα σε ποιες συνθήκες κάποια πρόσωπα αποχωρούν και έρχονται κάποια άλλα και ποια σημασία έχει η εναλλαγή τους για την τοπική κοινωνία. Σχέσεις των μελών μιας δημογεροντίας, αντιπαλότητες και συμμαχίες. Συμφέροντα και ποιοι τα εξυπηρετούν. Υπάρχει κληρονομική διαδοχή στις δημογεροντίες και ποια είναι τα στοιχεία που συγκροτούν ένα υποψήφιο δημογέροντα. Συνεργασίες μεταξύ δημογεροντιών διαφόρων λεσβιακών χωριών. Οικονομικές ενασχολήσεις των δημογερόντων, προσφορά τους ή μη στην τοπική κοινωνία. Αυτά είναι μόνο μερικά από τα θέματα που έρχονται πολύ πρόχειρα στο μυαλό μου και υπάρχουν φυσικά και τόσα άλλα που μπορεί κάποιος συστηματικός μελετητής να αποκομίσει από τη μελέτη των σχετικών εγγράφων. Αλλά, επαναλαμβάνω, και αυτά τα σύνθετα και κάποιες φορές δύσκολα να μην γίνουν, αλλά να έχουμε απλώς τα ονόματα των δημογερόντων, τις εναλλαγές τους και ένα μικρό βιογραφικό τους είναι αρκετά στοιχεία ώστε να γίνουμε πλουσιότεροι σε γνώσεις για την ιστορία του τόπου μας και ίσως και πέρα από αυτή. Επειδή, όπως είναι γνωστό, δημογεροντίες υπάρχουν σε όλους τους ελληνικούς τόπους, με παράλληλα, ανάλογα, μείζονα ή ελάσσονα έργα και ημέρες. Εξάλλου, η σύνθεση μιας μελέτης του τύπου αυτού, ακόμα και η άντληση στοιχείων από την αλληλογραφία των δημογερόντων, αν υφίσταται, θα αναδείξει το μέγεθος των ευθυνών που ορισμένοι από αυτούς κλήθηκαν να αναλάβουν και μάλιστα σε στιγμές που υπερέβησαν τις κανονικότητες. Σκέπτομαι λ.χ. το θαυμάσιο βιβλίο της Νσως,﷽﷽﷽﷽﷽﷽κλτικων είναι απαραιτίκης Παπαηλιάκη, που μας κατέστησε γνώστες των δραματικών στιγμών και του εξόντωσης των μελών της δημογεροντίας της Χίου, όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Αλλά και εκτός από αυτά τα οριακά γεγονότα και οι κανονικότητες έχουν τη σημασία τους...

 * Ο Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης είναι ιστορικός / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Παρασκευή, 05 Ιανουαρίου 2018 15:40

Οι  δημογεροντίες της Λέσβου (Μέρος Α΄)

Η επιφυλλίδα που ακολουθεί μας βρίσκει στις αρχές της νέας χρονιάς, δηλαδή στις πρώτες μέρες του 2018, που μόλις ξεκίνησε τον ευάλωτο... βίο του. Θέλω λοιπόν να ευχηθώ στους αναγνώστες αυτής της στήλης, που εδώ και πέντε χρόνια μας έχει εμπιστευθεί το φιλόξενο «Εμπρός», και ειδικότερα ο φίλος Μαν. Μανώλας, Καλή Χρονιά με υγεία και τίποτε άλλο, επειδή όλα προϋποθέτουν την καλή υγεία, την υγεία απλώς. Τα άλλα ακολουθούν και γίνονται ή δεν γίνονται, ή απλώς προχωρούν ή λιμνάζουν. Έτσι είναι η ζωή από τότε που εμφανίστηκε στον πλανήτη μας. Θα πω επίσης, σήμερα στην αρχή της χρονιάς, και κάτι άλλο, που δεν το έχω αναφέρει ποτέ έως τώρα, ότι δηλαδή έχω μαρτυρίες πολλές, από ανθρώπους, όχι απαραίτητα ιστορικούς ή ειδικούς περί την ιστορία, ότι διαβάζουν συχνά τα όσα γράφονται στην στήλη αυτή. Το πράγμα αυτό μου δίνει ιδιαίτερη χαρά, όχι ατομικής επίδειξης (τη δουλειά μας κάνουμε στο κάτω κάτω), αλλά χαρά επειδή υπάρχει ένα κοινό στο νησί μας, που ενδιαφέρεται για την ιστορία, θέλω να πιστεύω την ιστορία που γράφεται με σύγχρονη οπτική και προβληματισμό και πέρα από εθνικούς και τοπικούς προσανατολισμούς, μολονότι το ενδιαφέρον μας παραμένει πάντα γύρω από την ιστορία της Λέσβου, όπως αυτή εξελίσσεται από την εποχή των Γατελούζων και εφεξής (ας πούμε έως την Επανάσταση του 1821 και λίγο παραπάνω όσον αφορά το νησί μας), επειδή αυτήν την περίοδο τυχαίνει να γνωρίζουμε καλύτερα.

Πριν από αρκετό καιρό, λοιπόν, ο καλός φίλος Νίκος Σταυρίδης, που έχει συγγράψει ένα εξαιρετικό βιβλίο για την ιστορία της Πέτρας (δυστυχώς μόνο ο πρώτος τόμος εκδόθηκε, ενώ ο δεύτερος είναι διαθέσιμος για τους φιλίστορες μόνο σε ηλεκτρονική μορφή), μου έστειλε ένα έγγραφο, προφανώς προερχόμενο από το αρχείο του δήμου Πέτρας ή από κάποια άλλη αρχειακή πηγή του χωριού του. Με το έγγραφο αυτό, που φέρει ημερομηνία 5 Ιουλίου 1887, οι δημογέροντες του Μανταμάδου, η εφορία των σχολείων, οι επικεφαλής της Φιλεκπαιδευτικής Αδελφότητας Η Πρόοδος αλλά και απλοί πολίτες, δημότες του Μανταμάδου, ευχαριστούν τον καταγόμενο από την Πέτρα Μιχαήλ Ι. Μιχαηλίδη, που υπηρέτησε ως σχολάρχης επί τρία χρόνια στην κωμόπολη Μανταμάδου.

Ας σταθούμε στο γεγονός, το οποίο βέβαια δεν είναι ασυνήθιστο, καθώς οι άνθρωποι της εποχής εκείνης είχαν την καλή συνήθεια... να αναγνωρίζουν τις υπηρεσίες και ειδικότερες τις εκπαιδευτικές και να ευχαριστούν τους δασκάλους της εποχής. Έτσι, λοιπόν και οι Μανταμαδιώτες ευχαριστούν (από καρδίας) τον Μιχαήλ Μιχαηλίδη για τα όσα προσέφερε στα παιδιά του Μανταμάδου. Φυσικά τους Μανταμαδιώτες εκφράζουν και αντιπροσωπεύουν οι δημογέροντες και οι άλλοι ιθύνοντες της κωμόπολης, αλλά, το εντυπωσιακό, και απλοί πολίτες, το οποίο μάλλον σημαίνει πολίτες που δεν είχαν κάποια επίσημη ιδιότητα, επειδή τα ονόματά τους, όπως μπορώ να γνωρίζω, δεν αντιπροσωπεύουν απλούς και αγράμματους ανθρώπους της κοινότητας.

Όμως το ζήτημα που θέλει να θέσει η επιφυλλίδα αυτή και στο οποίο έχω και άλλες φορές αναφερθεί, είναι ο θεσμός της δημογεροντίας. Φυσικά και όλοι γνωρίζουμε ότι σε όλα τα χωριά της Λέσβου αλλά και γενικότερα του ελλαδικού κόσμου και όπου αλλού υπήρχε ελληνικό στοιχείο, είχε αναπτυχθεί, ειδικότερα κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της οθωμανικής περιόδου, ο διοικητικός θεσμός των δημογερόντων, που κατά κάποιο τρόπο διευθετούσαν τα πράγματα των χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας. Φυσικά και έχουν γραφτεί σχετικές μελέτες, ακόμα και για το θεσμό της λεσβιακής δημογεροντίας (σκέπτομαι λ.χ. τη μελέτη της συναδέλφου μυτιληνιάς ιστορικού Μαρίας Μανδαμαδιώτου, που πρέπει κάποια στιγμή να μεταφραστεί και στα ελληνικά, μολονότι η αγγλική δεν είναι απροσπέλαστη πλέον γλώσσα), όμως στο μυαλό μου, το μυαλό ενός απλού ιστορικού, που για την περίπτωση είναι και τοπικός ιστορικός) επανέρχεται ένα άλλο σχετικό όμως ζήτημα, το οποίο για μένα είναι ζωτικής σημασίας. Ποιοί ήταν αυτοί οι δημογέροντες του κάθε χωριού, τα ποια ονόματά τους, ποιοι οι άνθρωποι δηλαδή. Πόσα χρόνια παρέμειναν στο αξίωμα αυτό, ποιοί τους διαδέχτηκαν και μέσα σε ποιες συνθήκες. Να μάθουμε δηλαδή τα ονόματα, τους ανθρώπους. Όμως θα συνεχίσουμε και στην επόμενη επιφυλλίδα με το θέμα αυτό. Καλή Χρονιά και πάλι.

 * Ο Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης είναι ιστορικός / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017 14:49

Μνήμη Σπύρου Ασδραχά (1933-2017)

Ούτε και σήμερα, δηλαδή μετά την από ένα δεκαπενθήμερο συνάντησή μας από τις στήλες του φιλόξενου «Εμπρός» δεν θα είναι η αναφορά μας σε θέμα της λεσβιακής τοπικής ιστορίας. Τούτο επειδή από το απόγευμα της Δευτέρας 11 Δεκεμβρίου 2017 ένας από τους σπουδαιότερους ιστορικούς της σύγχρονης Ελλάδας πέθανε στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη, όπου ζούσε, αποτραβηγμένος από τη δημοσιότητα και την ιστορική δράση, έως έναν μεγάλο βαθμό, τα τελευταία χρόνια. Με την παρούσα λοιπόν επιφυλλίδα θέλω απλώς να σημειώσω τη μεγάλη απώλεια, επειδή η ουσιαστική αναφορά στον σπουδαίο αυτόν ιστορικό και διανοητή και βέβαια στο σπουδαίο ιστορικό έργο του είναι εκ των πραγμάτων πράξη ανέφικτη να γίνει μέσα από τις γραμμές αυτές. Πάντως, αν θελήσει κάποιος, είτε ειδικός περί τα θέματα αυτά είτε και ακατατόπιστος, να πληκτρολογήσει απλώς στο Διαδίκτυο το όνομά του, θα διαπιστώσει -έστω και με τον τρόπο αυτό- το μέγεθος της προσωπικότητας του Σπύρου Ασδραχά και βέβαια από διάφορα γραπτά του στον καθημερινό Τύπο, επιστημονικές συνεντεύξεις σε διάφορους συναδέλφους ιστορικούς, θα μπορέσει να έχει μια καλή εικόνα του μεγάλου ιστορικού.

Κατόπιν τούτων λοιπόν, εγώ με τη σημερινή αναφορά μου στη μορφή και το έργο του Σπύρου Ασδραχά, δύο στοιχεία θέλω να τονίσω. Το πρώτο είναι η συνύπαρξη μαζί του επί σειρά ετών στο τότε Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών/ΕΙΕ, τη συνάφεια και γιατί όχι τη μαθητεία κοντά του. Μαθητεία, όχι με τη συμβατική έννοια δασκάλου-μαθητή, επειδή τέτοια δεν υπήρξε ποτέ, αλλά μαθητεία δίπλα σε έναν ιστορικό που δρούσε με έναν άλλο τρόπο και παρήγαγε ένα πολύ σημαντικό έργο. Στην ευρύτητα της επιστημονικής κατάρτισης, που δεν ήταν μόνο ιστορική, αλλά απλωνόταν σε όλα τα επίπεδα της λογιοσύνης, υπήρχε και η ευρύτητα της αποδοχής του άλλου ως ισότιμου μέλους της ιστορικής συνάφειας, αφού δεν απέκλειε από κανέναν την ετοιμότητα και δυνατότητα να καταπιαστεί με οποιοδήποτε ιστορικό θέμα, ακόμα και για περιπτώσεις που εκ των πραγμάτων βοούσαν περί του αντιθέτου. Ο Σπύρος Ασδραχάς φυσικά και υπήρξε ιστορικός της νεότερης ελληνικής ιστορίας, του τουρκοκρατούμενου και βενετοκρατούμενου κάποτε ελλαδικού χώρου. Όμως οι ιστορικές δυνατότητές του, η ευρυμάθειά του, ο έλεγχος πάσης μορφής ιστορικής βιβλιογραφίας, του έδιναν τη δυνατότητα να μπορεί να παρεμβαίνει, να συμβουλεύει, να αξιολογεί και έργα που αναφέρονταν σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους. Θα σταματήσω όμως εδώ, επειδή, όπως είπα δεν είναι δυνατόν να μιλήσω εκτενέστερα στην επιφυλλίδα αυτή.

Το δεύτερο όμως που θέλω να αναφέρω έχει σχέση και με το δικό μας νησί. Ο Σπύρος Ασδραχάς, με μητέρα από την Κεφαλονιά και πατέρα από την ακαρνανική Περατιά, μεγάλωσε στη Λευκάδα και αισθανόταν πέρα για πέρα Λευκαδίτης. Μολονότι υπήρξε ιστορικός των μεγάλων οριζόντων, που μαθήτευσε και έδρασε κοντά και παράλληλα με μεγάλους Ευρωπαίους ιστορικούς, δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και με την ιστορία της μικρής πατρίδας του, την ιστορία της Λευκάδας εν προκειμένω. Στη Λευκάδα έχει αφιερώσει μεγάλο αριθμό από τα ιστορικά σημειώματά του, βιβλία ολόκληρα, επιχειρώντας με μοναδικό τρόπο να αναγάγει το παράδειγμα της Λευκάδας σε ιστορικό υπόδειγμα και να το ενσωματώσει στη μεγάλη ιστορία. Συνεργάτες βέβαια είχε πολλούς, κυρίως λευκαδίτικης καταγωγής -αλλά και μη Λευκάδιους- ιστορικούς που τον πλαισίωναν με το έργο τους, επειδή ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα συστηματικής εργασίας σε πολλούς κλάδους της ιστορικής επιστήμης. Έτσι, είτε μέσω ατομικών εργασιών, είτε μέσα από τοπικά συνέδρια λευκαδίτικου ενδιαφέροντος, είτε μέσα από συνέδρια μεγαλύτερης εμβέλειας, όπως τα Πανιόνια συνέδρια, η Λευκάδα κατέκτησε την ιστορία της και ενοφθαλμίστηκε στη μεγαλύτερη ιστορία είτε της βενετικής είτε της οθωμανικής περιόδου.

Αυτά τα έχω ξαναγράψει και άλλες φορές, επειδή κατά βάθος μέσα μου υπήρχε ένας καημός και μια ζήλεια, που και εμείς του ανατολικού Αιγαίου δεν μπορέσαμε να πραγματώσουμε κάτι ανάλογο, κάτι παρεμφερές. Άλλωστε, πολλές φορές δεν χρειάζεται να ανακαλύψεις την πυρίτιδα, αλλά να μιμηθείς επιτυχημένα παραδείγματα, καλές πρακτικές. Δεν θα επεκταθώ όμως περισσότερο. Προσωπικά δεν έχω άλλη δυνατότητα να τιμήσω τον ιστορικό Σπύρο Ασδραχά, παρά αναπολώντας στιγμές που περάσαμε μαζί είτε στο ΚΝΕ/ΕΙΕ είτε σε διάφορες επιστημονικές εκδηλώσεις και κυρίως μελετώντας και ξαναμελετώντας το πραγματωμένο απ’ αυτόν εξαίρετο ιστορικό έργο.

 

Παρασκευή, 01 Δεκεμβρίου 2017 13:10

Συνομιλώντας με μιαν άλλη επιφυλλίδα

Θα κλείσουμε σήμερα το ζήτημα που ανοίξαμε με βάση κάποιες απόψεις που εκφράστηκαν από τον συνεργάτη της διπλανής στήλης (Δανιήλ) σχετικά με ενέργειες της ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίες, σήμερα, στα μάτια τα δικά μας φαίνονται ακατανόητες και ενδεχομένως, ορισμένες φορές, και κατακριτέες. Αλλά αυτό είναι πάντα το ζήτημα με την ιστορική επιστήμη. Δηλαδή ότι δεν μπορεί κάποιος να κρίνει με τα μάτια του σήμερα ενέργειες που έλαβαν χώρα σε περασμένους αιώνες, όταν όλα ήταν διαφορετικά. Άλλωστε, αυτό είναι και το πaροσόν του καλού ιστορικού, δηλαδή αν μπορεί να μεταφερθεί με ικανοποιητικό τρόπο στο παρελθόν και να ερμηνεύσει τα όσα τότε συνέβησαν, στο επιστημονικό πεδίο μελέτης που έχει επιλέξει, ερμηνεύοντάς τα σε σχέση με τις συνθήκες της εποχής και τους πολιτικο-οικονομικούς όρους της περιόδου στην οποία εντάσσονται και όχι βάσει της σύγχρονης οπτικής.

Επιτίμια, λοιπόν, αφορισμοί, σπανίως και αναθέματα, αργίες, νηστείες, γονυκλισίες και λοιπές στερήσεις είναι μια σειρά από αρνητικές συνέπειες που υφίστανται οι χριστιανοί που παρανομούν, σε μια αμφίπλευρη διαδικασία που εμφανίζεται να είναι αποδεκτή και από τα μέλη του θεσμού που τον υπηρετούν (εκκλησιαστική ιεραρχία) και από όσους εντάσσονται σε αυτόν για την σωτηρία της ψυχής τους (χριστιανοί). Και αυτά σε μια κανονική, ας πούμε περίοδο όπως είναι οι πρώτοι χριστιανικοί χρόνοι και το Βυζάντιο διενεργούνται σχετικά με ομαλό τρόπο. Δηλαδή ο αμαρτάνων χριστιανός, τις περισσότερες φορές, μέσω της εξομολόγησης ομολογεί τα αμαρτήματά του και επιζητεί τη λύτρωση από αυτά, μέσω ακριβώς των ποινών που με πάσαν ακρίβειαν έχουν καθορίσει οι διατάξεις των συνόδων (οικουμενικών και τοπικών) αλλά και διαπρεπείς χριστιανοί (εκκλησιαστικοί πατέρες). Και βέβαια οι ποινές αυτές, ανάλογα με τα αμαρτήματα και σε συνάρτηση και με την πολιτική δικαιοσύνη, πολλές φορές είναι πολύ βαριές για έναν πιστό, όπως λ.χ. η στέρηση των εκκλησιαστικών αγιασμάτων επί δέκα χρόνια, η απαγόρευση εισόδου στο ναό και η παραμονή στον νάρθηκα κτλ. Είναι βαριές βέβαια, αλλά είναι μέσα σε ένα πλαίσιο αποδεκτό από τους ανθρώπους, τους πιστούς εν προκειμένω και σε μια διαδικασία που προϋποθέτει την πίστη στον θεό και στους κανόνες που διέπουν το εκκλησιαστικό σώμα.

Όμως πώς εξελίσσονται τα πράγματα όταν το πολιτικό εποικοδόμημα παύσει να είναι χριστιανικό; Ως πότε μπορεί να επιβιώσει  της﷽﷽﷽﷽﷽﷽γουργενγνωρινών που μεένα συγκροτημένο σύνολο πιστών σε μια θρησκεία, στην οποία δεν πιστεύει ο δυνάστης αλλά την ανέχεται και την αναγνωρίζει ως εκπρόσωπο των χριστιανών, προκειμένου να εξελίσσεται με σχετική ομαλότητα η λειτουργία του συστήματος; Αλλά και πώς μπορεί η Εκκλησία με την έως τότε παγιωμένη μορφή της, εν μέσω ενός πολιτικού συστήματος, του οθωμανικού, που είναι τελείως διαφορετικό από το βυζαντινό, αλλά μέσα στο οποίο ο ρόλος της αναβαθμίζεται αφού αναγνωρίζεται και ως πολιτικός εκπρόσωπος των χριστιανών;

Είναι λογικό, λοιπόν, που μέσα σε ένα τέτοιο εποικοδόμημα και ο ρόλος των ποινών αναβαθμίζεται, επειδή και ο ρόλος της Εκκλησίας δεν είναι μόνο η σωτηρία της ψυχής αλλά και η σωτηρία των πιστών από τις πιέσεις του κατακτητή, δηλαδή η συγκρότηση ενός κανονικού πλαισίου λειτουργίας στο οποίο η Εκκλησία είναι ένας οιονεί κρατικός φορέας εξουσίας, που έχει αναλάβει υπηρεσίες πέραν των χριστιανικών καθηκόντων.

Στο πλαίσιο αυτό υπάρχουν υποχρεώσεις πολλές και λίγα δικαιώματα. Υπάρχουν υποχρεωτικές πράξεις, η παράβαση των οποίων επισύρει ποινές, κυρίως αφορισμούς. Η Εκκλησία δεν μπορεί να φυλακίσει, να υποβάλλει τους πιστούς σε σωματικές ποινές, πολύ περισσότερο να δικάσει και να καταδικάσει με κρατικά μέσα καταστολής. Έχει όμως τα επιτίμια που χρησιμοποιούσε παλαιότερα για τους χριστιανούς που αμάρταναν και τώρα πρέπει να τα επιβάλλει και σε όποιον κλέβει, αδικεί, παρανομεί, δεν πληρώνει τους φόρους, διαπράττει πράξεις κατά της πολιτικής εξουσίας. Έτσι οι αφορισμοί πολλαπλασιάζονται και επιβάλλονται για κάθε είδους παραπτώματα. Αλλά και στο σημείο αυτό, αν εξετάσουμε καλά τα πράγματα δεν υπάρχει η αμείλικτη τιμωρία. Δηλαδή ο αφορισμένος δεν είναι ολοκληρωτικά καταδικασμένος, μολονότι έχει επικρατήσει η αντίθετη εικόνα. Ο αφορισμένος και κάθε επιπληττόμενος μπορεί να μετανοήσει, να επανορθώσει, να επαναφέρει τα πράγματα στο σημείο της δικαιοσύνης, οπότε και ο αφορισμός, όπως και κάθε άλλη ποινή αίρεται, συγχωρείται, πράγμα βέβαια που δεν συμβαίνει όταν τιμωρεί η πολιτική δικαιοσύνη...

 

Επειδή, λόγω δικής μου αποκλειστικά αμέλειας χάθηκε η προηγούμενη Παρασκευή, συνοψίζω grosso modo την προηγούμενη επιφυλλίδα μου, η οποία είχε (έχει) τη φιλοδοξία να συνομιλήσει με μια άλλη διπλανή επιφυλλίδα, του Δανιήλ από τον λάκκο των λεόντων, που πριν από περίπου δύο μήνες αναφέρθηκε στα συγχωροχάρτια της ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά και σε άλλα, νοσηρά φαινόμενα που είχαν σχέση με τη δράση της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια, κυρίως, της οθωμανικής κατάκτησης. Αναφέραμε, λοιπόν, τις μεγάλες φορολογικές επιβαρύνσεις που έπεσαν στους ώμους της Εκκλησίας και βέβαια πέρασαν στους ώμους των χριστιανών, τις χρεοκοπίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και επιμέρους μητροπόλεων. Στη γραμμή αυτή οι εναλλαγές πατριαρχών και μητροπολιτών ειδικότερα τον 16ο και 17ο αιών υπήρξαν συνεχείς και είχαν ως κύρια αιτία την αδυναμία αντιμετώπισης των φορολογικών υποχρεώσεων έναντι της οθωμανικής εξουσίας. Φυσικά μέσα στο πλέγμα εξουσίας που είχε συγκροτηθεί, δεν είναι σπάνιες και οι παρεμβάσεις φιλόδοξων ιερωμένων που υπόσχονται στην οθωμανική εξουσία περισσότερα έσοδα, με αποτέλεσμα να έχουμε αντικανονικές παραιτήσεις ιερωμένων, που δεν μπορούν να αποδώσουν ισοδύναμα φορολογικά έσοδα. Και φυσικά δεν πρέπει να παραβλέπουμε τις ηγετικές ομάδες των υποδούλων χριστιανών που βρίσκονταν πίσω από τους εκκλησιαστικούς θεσμούς και επιζητούσαν να τους ελέγχουν.

Ο συνεργάτης του Εμπρός λοιπόν (Δανιήλ) προκειμένου να ενισχύσει τις απόψεις του περί συνεχών εναλλαγών πατριαρχών (αλλαξοπατριαρχείες) προσφεύγει και στον Κωνστ. Παπαρρηγόπουλο, που είχε ήδη επισημάνει το φαινόμενο. Βέβαια από την εποχή του Παπαρρηγόπουλου και εφεξής τα φαινόμενα αυτά έχουν μελετηθεί με συστηματικό τρόπο και έχουν αναδείξει τους μηχανισμούς που συνέδεαν την Εκκλησία με την οθωμανική εξουσία και τις σοβαρές υποχρεώσεις που όφειλε να διεκπεραιώσει ο χριστιανικός θεσμός εξουσίας. Φυσικά στο πλαίσιο αυτό η ανάγκη αναζήτησης πόρων ήταν συνεχής και ασφυκτική, σε τέτοιο σημείο που ορισμένες φορές οι θρησκευτικές ανάγκες και υπηρεσίες, η νουθεσία των χριστιανών κτλ. να έρχονται σε δεύτερη μοίρα έναντι των οικονομικών πιέσεων.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο λοιπόν η ανεύρεση πόρων δημιουργούσε την αδήριτη ανάγκη να επινοούνται συνεχώς νέες πηγές εσόδων, ή ήδη υπάρχουσες να καλούνται να αποδώσουν υψηλότερα έσοδα. Αν, λοιπόν, μελετήσουμε ένα εκκλησιαστικό κατάστιχο, θα παρατηρήσουμε ότι όλες οι εκκλησιαστικές υπηρεσίες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είχαν μια τιμή, κόστιζαν. Ακόμα και η επιβολή αφορισμού, δηλαδή η προσφυγή ενός χριστιανού στις εκκλησιαστικές αρχές, που καλούνταν να εκδώσουν έναν αφορισμό εις βάρος άλλου χριστιανού που αδικούσε τον πρώτο, κόστιζε, είχε μιαν αξία, μιαν τιμή.

Ωστόσο, αν όλες αυτές τις πράξεις τις αντιμετωπίσουμε και τις κρίνουμε με βάση τη συγχρονία, δηλαδή με τα μάτια του σήμερα, και δεν έχουμε την ικανότητα να τοποθετήσουμε τις πράξεις εν χρόνω (κυρίως) και τόπω, αναμφίβολα μας φαίνονται καταδικαστέες, γελοίες, κατακριτέες και προσθέστε όσους θέλετε αρνητικούς χαρακτηρισμούς. Δηλαδή, δεν μπορούμε να κρίνουμε την κατάσταση μιας κοινωνίας υπό κατοχή με βάση τη σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά να θέτουμε τις πράξεις της τότε εποχής σε συνομιλία με την εποχή της και την κατάσταση που τις δημιουργούσε για να μην πω ότι τις επέβαλε. Επειδή, αντιστρέφοντας τα πράγματα, ας αναλογισθούμε την κατάσταση εκείνη που υποχρεώνει έναν κληρικό να πάρει μιαν εξουσιοδότηση από το Πατριαρχείο και να περιέρχεται από τόπο σε τόπο εκλιπαρώντας την οικονομική συνδρομή των χριστιανών. Εξάλλου, αν υπολογίσουμε παράλληλα ότι οι ζητείες (αναζήτηση χρημάτων) και τα συγχωροχάρτια εκπορεύονταν από το πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το οποίον κατά καιρούς βρισκόταν σε δυσχερέστερη θέση και από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, καθώς είχε να αντιμετωπίσει πολλαπλές πιέσεις. Έτσι φυσικά οδηγούμαστε και στα συγχωροχάρτια (το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξέδιδε μόνο για νεκρούς χριστιανούς), που ανέδειξε με λαμπρό τρόπο ο Φίλιππος Ηλιού, όπως επισημαίνει και ο Δανιήλ. Φυσικά και στην περίπτωση αυτή ο λόγος είναι διττός, επειδή πέρα από την καθαυτό πράξη με την αρνητική σημασία της, πρέπει, παράλληλα, να συνυπολογίσουμε και την αγωνία του ανθρώπου, του χριστιανού εν προκειμένου ενώπιον του αιφνιδίου θανάτου, που δεν θα του επέτρεπε να άρει τις αμαρτίες του με άλλα τρόπο (δωρεές, προσφορές κτλ). Όμως ο λόγος είναι μακρύς, πολυσύνθετος και δεν εξαντλείται μέσα από επιφυλλίδες.

 

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017 14:21

Συνομιλώντας με μιαν άλλη επιφυλλίδα (Α΄)

Θα αφήσουμε σήμερα για λίγο τη λεσβιακή ιστορία και θα ασχοληθούμε με ένα θέμα της ελληνικής ιστορίας, το οποίο φυσικά έχει σχέση στην ευρύτητά του και με τη Λέσβο. Την αφορμή μού δίνει ο συνεργάτης του «Εμπρός» Δανιήλ (αν δεν κάνω λάθος πρόκειται για ψευδώνυμο) και υπεύθυνος της στήλης «Από το λάκκο των Λεόντων». Είχα κρατήσει ένα άρθρο του με τον τίτλο: «Συγχωροχάρτια δεν πουλούσε μόνον ο Πάπας!», δημοσιευμένο στις σελίδες αυτής της εφημερίδας την 9η Σεπτεμβρίου 2017. Έχουν περάσει βέβαια από τότε σχεδόν δύο μήνες, αλλά δεν μπόρεσα νωρίτερα να ασχοληθώ με όσα αναφέρει ο εύστροφος και οξυδερκής (χωρίς καμιά διάθεση ειρωνείας) συντάκτης του άρθρου, επειδή δημοσίευσα και εγώ μια σειρά τριών άρθρων για την αλλαγή των καλλιεργειών στο νησί μας και δεν μπορούσα να διασπάσω τη ροή των επιφυλλίδων. Ωστόσο η επιστημονική πρόκληση παρέμεινε ανοιχτή και να λοιπόν που ήρθε η ώρα να γράψω λίγα λόγια.

Πράγματι η οθωμανική διοίκηση, μετά από την άλωση, δηλαδή ο οξυδερκής σουλτάνος Μεχμέτ Β´ (στα καθ᾽ ημάς Μωάμεθ ο Πορθητής) αναζήτησε τον ανθενωτικό πατριάρχη Γεννάδιο που ζούσε αποτραβηγμένος στη Μονή Κοσίνιτζας (Εικοσιφοινίσσης) στην περιοχή της Δράμας, τον οποίο τον αποκατέστησε στον κενό πατριαρχικό θρόνο της οθωμανικής εφεξής Κωνσταντινούπολης. Με την πράξη αυτή και με τις ενέργειες που ακολούθησαν, οι Οθωμανοί αποκατέστησαν την Εκκλησία ως επικεφαλής θεσμό του χριστιανικού πληθυσμού, πράγμα το οποίο είχε ποικίλα σημαντικά αποτελέσματα για τους υπό κατοχή χριστιανικούς πληθυσμούς. Αυτά βέβαια μέσα στη γενική αρχή του Ισλάμ, του σεβασμού των μονοθεϊστικών θρησκειών, επειδή διαφορετικά τα πράγματα θα ήταν πολύ δύσκολα για τους κατακτημένους.

Αν, όμως, η αναγνώριση της Εκκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν προκειμένω, υπήρξε σωτήρια για την επιβίωση του χριστιανικού στοιχείου, για το ίδιο το Πατριαρχείο (ο όρος στην ευρύτερη διάστασή του, που περιλαμβάνει σύμπασα την εκκλησιαστική κοινότητα των ορθοδόξων χριστιανών), παράλληλα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στο Πατριαρχείο, επειδή για κάθε σημαντική περίπτωση που αναδεικνυόταν στις τάξεις του χριστιανικού στοιχείου (οικονομικό, κοινωνικό κτλ.) αυτός που έπρεπε να αποδώσει λόγο στην κεντρική διοίκηση των Οθωμανών ήταν ακριβώς το Πατριαρχείο, η Εκκλησία γενικότερα με ό,τι αυτό σήμαινε στο πραγματικό επίπεδο και εύκολα μπορεί να καταλάβει ο καθένας μας. Έτσι λ.χ. το Πατριαρχείο έπρεπε να αποδώσει μέσω των μηχανισμών που παγίως είχε δημιουργήσει, τους φόρους προς το οθωμανικό κράτος, τουλάχιστον τους πρώτους αιώνες της κατάκτησης, πέρα από τη βαρύτατη φορολογία το οποίο αυτό ως θεσμός, είχε αναλάβει (π.χ. την ημερήσια τροφοδοσία με κρέας του σώματος των Γενιτσάρων… που φυσικά δεν λυόταν με την αποστολή κρέατος αλλά με την απόδοση σε χρήμα της αντίστοιχης δαπάνης). Αυτός ο φόρος, για να προλάβω τυχόν ειρωνικές διαπιστώσεις, δεν ήταν ο μόνος και δεν ήταν ευκαταφρόνητος. Απλώς αναφέρω ένα παράδειγμα για να γίνομαι πιο κατανοητός.

Η βαριά φορολογία της Εκκλησίας ήταν αναπόφευκτο να οδηγήσει σε βαριά φορολογία και τους χριστιανικούς πληθυσμούς, επειδή από πού αλλού θα εύρισκε τα χρήματα η Εκκλησία, αν όχι από τους πιστούς της, δεδομένου ότι δεν αποτελούσε ένα παραγωγικό μηχανισμό που δημιουργούσε κεφάλαια, από τα οποία ένα μέρος θα πήγαινε στη διοίκηση. Εδώ τα πάντα παίζονταν σε επίπεδο ατόμων, πληθυσμών, οι οποίοι, επειδή δεν ήταν μουσουλμάνοι, επιβαρύνονταν με ακόμα υψηλότερη φορολογία. Με βάση λοιπόν την κατάσταση αυτή, το Πατριαρχείο, παρά την επιβάρυνση των πιστών, πολλές φορές αναγκαζόταν να δανείζεται με υψηλούς τόκους, πράγμα που οδήγησε και σε χρεωκοπία και ανάληψη των χρεών του από ισχυρούς χριστιανικούς παράγοντες έναντι φυσικά ανταλλαγμάτων σε όλα τα επίπεδα. Με αυτόν τον τρόπο και κάτω από αυτή τη λογική, μπορούμε λοιπόν, με τη σύγχρονη πλέον ιστορική οπτική, να εξετάσουμε και κυρίως να καταλάβουμε τις συνεχείς εναλλαγές πατριαρχών στον οικουμενικό θρόνο, αλλά και ακόμα χαμηλότερα στο επίπεδο των μητροπόλεων. Δηλαδή υπό την πίεση των δυσβάστακτων χρεών αναγκαζόταν ο εκάστοτε πιεζόμενος εκκλησιαστικός προϊστάμενος να αφήσει τη θέση του σε άλλον, που πίστευε ή οι άνθρωποι που ήταν από πίσω του, τον διαβεβαίωναν ότι θα τα κατάφερναν καλύτερα, δηλαδή θα μπορούσαν να ανταποκρίνονται στις φορολογικές απαιτήσεις των Οθωμανών είχαν ταυτόχρονα θα είχαν και όλες τις απολαβές που η θέση αποδέσμευε…

Όμως θα συνεχίσουμε και στο επόμενο σημείωμά μας.

 

 

 

 

 

Σελίδα 2 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top