
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Μια προσωπική αποτίμηση (α)
Στις επιφυλλίδες που θα ακολουθήσουν σκέφτηκα να προβώ σε μια-οπωσδήποτε προσωπική- αποτίμηση της τοπικής ιστορίας του νησιού μας. Με άλλα λόγια να επιχειρήσω την παράθεση ορισμένων στοιχείων, που συνθέτουν το επίπεδο στο οποίο έχει φθάσει η ενασχόληση με τη λεσβιακή τοπική ιστορία. Σπεύδω εξαρχής να υπογραμμίσω ότι, πέρα από τη σημασία που έχει η καθαυτό γνώση της ιστορίας ενός ελληνικού τόπου, αυτή δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να θεωρείται ως ένα περιχαρακωμένο ιστορικό υποκείμενο, αλλά ως μία συνιστώσα της ελληνικής ιστορίας, όσον αφορά τη νεότερη ελληνική ιστορία.
Η παρατήρηση αυτή διακλαδίζεται προς δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με τις δικές μου ιστορικές ετοιμότητες, δηλαδή δεν μπορώ να έχω σαφή τοποθέτηση όσον αφορά την αρχαία και τη βυζαντινή περίοδο, καθώς αυτές τις περιόδους γνωρίζουν πολύ καλύτερα από εμένα ιστορικοί που έχουν ασχοληθεί συστηματικά με αυτές. Η άλλη κατεύθυνση είναι και η περισσότερο «επικίνδυνη», επειδή έως το 1912 το νησί μας ήταν τμήμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και υπό αυτήν την έννοια η ιστορία της διέπεται από ένα καθεστώς διοίκησης και κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας, τελείως διαφορετικό από αυτό που θα ακολουθήσει. Κατά τούτο η περίοδος αυτή, εννοώ της οθωμανικής κατοχής- στοιχεία της οποίας θα επιβιώσουν για αρκετά χρόνια και μετά την ενσωμάτωση του νησιού στον εθνικό κορμό- χαρακτηρίζεται από αυτήν, τη διττή οπτική, κατά την οποία η τοπική ιστορία ενός ελληνικού τόπου -της Λέσβου εν προκειμένω- εκλαμβάνεται παράλληλα και υπό την ελληνική διάστασή της -αφού Έλληνες είναι τα υποκείμενά της- αλλά δεν μπορεί να μη συνυπολογισθεί και ως ένας οθωμανικός τόπος, αφού οι Έλληνες του νησιού είναι οθωμανοί πολίτες με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους πολίτες ενός κράτους. Ένα απλό παράδειγμα προς αυτήν την κατεύθυνση, το οποίο με ευκολία δύναται να πολλαπλασιασθεί προς ποικίλες όψεις του ιστορικού φαινομένου είναι η παραγωγή λαδιού στο νησί μας λ.χ. τον 18ο-19ο αιώνα. Από τη μια ιστορική έρευνα κινείται για να αποτιμήσει την ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος και να το συγκρίνει με άλλους τόπους, κακές ή καλές σοδιές κτλ. κτλ., να εντοπίσει τις ποσότητες που κατευθύνονται προς το εξωτερικό και τους Ευρωπαίους που ενδιαφέρονται με αυτό, ενώ παράλληλα το προϊόν αυτό δεν μπορεί παρά να εντάσσεται ως οικονομικό μέγεθος στους οικονομικούς σχεδιασμούς του οθωμανικού κράτους στο οποίο ανήκει και το νησί μας.
Ξέφυγα βέβαια από τις αρχικές μου προθέσεις, που όπως δηλοί και ο τίτλος των επιφυλλίδων που θα ακολουθήσουν, έχουν σχέση με την αποτίμηση των λεσβιακών ιστορικών σπουδών, αλλά η παρεκβολή αυτή, ίσως δεν είναι και εντελώς ξένη προς την ιστορική προοπτική, επειδή για την ελληνική ιστορική πραγματικότητα, με τις διάφορες κατοχές, η διπλή αυτή οπτική πρέπει να είναι πάντα παρούσα ώστε οι αποτιμήσεις μας να μην διέπονται από απόλυτες βεβαιότητες. Άλλωστε, αν μελετήσουμε προσεκτικά τις διάφορες απόπειρες προσέγγισης της λεσβιακής ιστορίας (Σταυράκης Αναγνώστης, Σταύρος Τάξης κτλ.) θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η διπλή διάσταση εντοπίζεται με ευκολία και θα έλεγα ότι εν πολλοίς χαρακτηρίζει τα έργα αυτά, τα οποία μάλλον δεν διακατέχονται από καμιά ιστορική μειονεξία, αλλά αντιμετωπίζουν τα πράγματα την πραγματικότητα ως έχει. Μάλιστα, τολμώ να πω, ότι είναι περισσότερο «τολμηρά» από νεότερες ιστορικές μελέτες που επιχειρούν να παραβλέψουν το προφανές.
Όμως το θέμα που ανοίξαμε είναι μεγάλο και ακανθώδες και έπεται συνέχεια...