
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
«Οι Ελληνικές Αλυκές δεν είναι εμπόρευμα»
Η Νομαρχιακή Επιτροπή ΣΥΡΙΖΑ Π.Σ Λέσβου, με δελτίο Τύπου, εκφράζει την κατηγορηματική της αντίθεση στα σχέδια αποκρατικοποίησης της Ελληνικές Αλυκές Α.Ε., τα οποία δρομολογούνται από το Υπερταμείο με ορίζοντα το 2026. Πρόκειται, όπως σημειώνεται, για μια επιλογή βαθιά πολιτική, που αφορά την εκχώρηση ενός στρατηγικού δημόσιου πόρου σε ιδιωτικά συμφέροντα, χωρίς επαρκή δημόσιο διάλογο και χωρίς σαφείς εγγυήσεις για το περιβάλλον, τις τοπικές κοινωνίες και την εργασία.
Καταλήγοντας η Νομαρχιακή καλεί την κυβέρνηση να αναστείλει κάθε διαδικασία αποκρατικοποίησης, το Υπερταμείο να δημοσιοποιήσει πλήρως τα οικονομικά και περιβαλλοντικά δεδομένα και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους επιστημονικούς φορείς και την κοινωνία των πολιτών να τοποθετηθούν δημόσια…
Παράλληλα επισημαίνεται πως Ελληνικές Αλυκές δεν είναι απλώς ένα «περιουσιακό στοιχείο». Είναι δημόσιος πλούτος, περιβαλλοντικό απόθεμα και ιστορική κληρονομιά και ως τέτοιος πρέπει να παραμείνει υπό δημόσιο έλεγχο.
«Οι αλυκές Καλλονής και Πολιχνίτου δεν αποτελούν απλώς παραγωγικές μονάδες. Σύμφωνα με μελέτες του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Τμήμα Περιβάλλοντος) και επιστημονικές δημοσιεύσεις σε συνεργασία με το ΕΛΚΕΘΕ, οι αλυκές της Λέσβου συνιστούν σύνθετα ανθρωπογενή οικοσυστήματα, κρίσιμα για τη διατήρηση της ορνιθοπανίδας, της υδρολογικής ισορροπίας και της βιοποικιλότητας του Αιγαίου. Οι ίδιες μελέτες τονίζουν ότι η παραγωγική λειτουργία τους μπορεί να είναι βιώσιμη μόνο υπό καθεστώς αυστηρής, δημόσιας και επιστημονικά τεκμηριωμένης διαχείρισης.
Παράλληλα, ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), μέσω των Σχεδίων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών, έχει επισημάνει ότι οι αλυκές που εντάσσονται στο δίκτυο Natura 2000 και σε υγροτόπους της Σύμβασης Ramsar απαιτούν διαρκή δημόσια εποπτεία, θεσμικό έλεγχο και σαφείς δεσμεύσεις ως προς τη χρήση γης και τη διαχείριση των υδάτων. Η ιδιωτικοποίησή τους, χωρίς ρητούς και δεσμευτικούς όρους, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επιλέγει να εκποιήσει έναν φορέα που εμφανίζει θετική οικονομική πορεία, με αυξημένη παραγωγή και κερδοφορία τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία της ίδιας της εταιρείας, η περίοδος μετά το 2018 χαρακτηρίζεται από κέρδη και ιστορικό ρεκόρ παραγωγής. Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι: Γιατί ιδιωτικοποιείται ένας δημόσιος φορέας που είναι παραγωγικός και κερδοφόρος; Ποιο δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται;
Ερευνητές στον τομέα της νησιωτικής και περιφερειακής ανάπτυξης, μεταξύ των οποίων ακαδημαϊκοί του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του ΕΚΚΕ, έχουν επανειλημμένα επισημάνει ότι η δημόσια διαχείριση στρατηγικών παραγωγικών υποδομών αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για τη στήριξη της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής σε νησιωτικές περιοχές. Η ιδιωτικοποίηση των αλυκών κινδυνεύει να αποσυνδέσει τη λειτουργία τους από τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και να μετατρέψει έναν κοινό πόρο σε πεδίο αποκλειστικά κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης.
Τέλος, ιστορικοί και πολιτιστικοί φορείς της Λέσβου επισημαίνουν ότι οι αλυκές αποτελούν ζωντανά μνημεία της παραγωγικής ιστορίας του νησιού, άρρηκτα δεμένα με τη συλλογική μνήμη, την εργασία και την ταυτότητα των τοπικών κοινωνιών. Η απώλεια του δημόσιου χαρακτήρα τους συνιστά απώλεια πολιτισμικού κεφαλαίου».