FOLLOW US
Ευγενία Κουτσίδου

Ευγενία Κουτσίδου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Η απώθηση είναι η πιο βασική άμυνα υψηλότερης τάξης. Όταν μια εσωτερική προδιάθεση ή μια εξωτερική κατάσταση προκαλεί στο άτομο μεγάλη αναστάτωση ή σύγχυση, είναι πιθανό να παραπεμφθεί σκόπιμα στο ασυνείδητο. Αυτή η διεργασία μπορεί να συμπεριλάβει όλες τις πτυχές μιας εμπειρίας, το συναίσθημα που συνδέεται με την εμπειρία ή τις φαντασιώσεις και τις επιθυμίες του ατόμου σχετικά με αυτήν.

Η Απώθηση είναι μια λειτουργία του εγώ να βγάζει εκτός συνείδησης τις ενορμήσεις και ότι σχετίζεται με αυτές, όπως φαντασιώσεις, συγκινήσεις, μνήμες, εικόνες.
Το εγώ καταναλώνει μια ποσότητα ενέργειας για να κρατήσει απωθημένες τις ενορμήσεις που θεωρεί επικίνδυνες. Αυτή την ενέργεια να κρατήσει μακριά από το εγώ την ενορμητική ενέργεια την αποκαλούμε αντικάθεξη.
Η πάλη μεταξύ απωθημένου και εγώ είναι συνεχής. Όταν το εγώ μειώνει τις αντιστάσεις του απέναντι στις ενορμήσεις που έχουν απωθηθεί, αυτές τείνουν να έρθουν στην επιφάνεια.

Δύο, μπορούμε να πούμε, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της απώθησης:
Α) Είναι μια διεργασία που λαμβάνει χώρα ασυνείδητα. Σε αντίθεση η καταστολή έχει συνειδητό χαρακτήρα.
Β) Η απώθηση, αποχωρίζει από το εγώ τις ενορμήσεις στέλνοντας τις πίσω στο id και μαζί με τις ενορμήσεις απομακρύνονται από το εγώ και μέρη του εγώ, που με κάποιο τρόπο σχετίζονται με την ενόρμηση, όπως συναισθήματα και αναμνήσεις, αφήνοντας φτωχότερο το εγώ...
Παραθέτω τα λόγια της Α. Φρόυντ για την απώθηση:
«Θεωρητικά, η απώθηση μπορεί να συμπεριληφθεί στη γενικότερη έννοια της άμυνας και να τοποθετηθεί πλάι στις υπόλοιπες ειδικές μεθόδους. Ωστόσο, από την άποψη της αποτελεσματικότητας, κατέχει μοναδική θέση σε σύγκριση με τις υπόλοιπες. Ποσοτικά, επιτυγχάνει περισσότερα έχει δηλαδή την ικανότητα να υποτάσσει ισχυρές ενορμητικές τάσεις, μπροστά στις οποίες οι υπόλοιποι αμυντικοί μηχανισμοί είναι ολότελα ατελέσφοροι. Δρα μια μόνο φορά, αν και οι αντι-επενδύσεις (αντικαθέξεις) που πραγματοποιούνται για να εξασφαλίσουν την απώθηση, αποτελούν ένα διαρκή θεσμό που απαιτεί την συνεχή ανάλωση ενέργειας. Οι άλλοι μηχανισμοί, αντίθετα, πρέπει να επαναδραστηριοποιούνται κάθε φορά που ενισχύεται η ενέργεια των ενορμήσεων. Αλλά η απώθηση δεν είναι απλώς και μόνο ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός, είναι ταυτόχρονα και ο πιο επικίνδυνος. Η αποσύνδεση από το Εγώ, που συνεπάγεται η απόσυρση του συνειδητού από ολόκληρα τμήματα της ενορμητικής και συναισθηματικής ζωής, μπορεί να καταστρέψει για πάντα την ακεραιότητα της προσωπικότητας.»
Η απώθηση γίνεται προβληματική στις εξής περιπτώσεις:

(1) όταν αποτυγχάνει στην εκπλήρωση του σκοπού της, να συγκρατεί δηλαδή τις ενοχλητικές ιδέες έξω από τη συνείδηση ώστε το άτομο να συνεχίσει να ζει τη ζωή του και να προσαρμόζεται στην πραγματικότητα. (2) όταν προκαλεί εμπόδια και δυσκολίες σε ορισμένες θετικές πλευρές της ζωής.

(3) όταν αποκλείει άλλους πιο επιτυχημένους τρόπους αντιμετώπισης της πραγματικότητας.

Η υπερβολική επιστράτευση της απώθησης, σε συνδυασμό με κάποιες άλλες συγκεκριμένες άμυνες οι οποίες συχνά συνυπάρχουν με αυτήν, θεωρείται γενικά ότι συγκροτούν το σήμα κατατεθέν της υστερικής προσωπικότητας.

Είναι γεγονός ότι ένα στοιχείο απώθησης ενυπάρχει στη λειτουργία των περισσότερων δευτερογενών αμυνών, μολονότι υποστηρίζεται ότι δεν είναι η απώθηση, αλλά η άρνηση που εκδηλώνεται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες επικρατεί ασάφεια για το αν το άτομο αρχικά συνειδητοποίησε κάτι προτού στη συνέχεια χάσει τη γνώση αυτή.

Για παράδειγμα, στον αντιδραστικό σχηματισμό, δηλαδή στη μετατροπή μιας στάσης στην αντίθετή της, όπως του μίσους σε αγάπη ή της εξιδανίκευσης σε περιφρόνηση, το αρχικό συναίσθημα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει απωθηθεί ή ότι έχει γίνει αντικείμενο άρνησης, ανάλογα με το αν το άτομο το είχε κάποτε βιώσει συνειδητά.

Η απώθηση είναι ένας μηχανισμός άμυνας που χρησιμοποιείται από όλους τους ανθρώπους και είναι πολύ σημαντικός για την ψυχική εξέλιξη του ατόμου. Στην παθολογία συναντάται βασικά στις νευρώσεις και ειδικότερα στην υστερία.

<http://e-psychotherapia.blogspot.com/2010/10/blog-post.html>

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

 

* Η Ευγενία Κουτσίδου είναι περιβαλλοντολόγος, PhD-Εκπαίδευση Ενηλίκων MSc.

Η διάσχιση είναι μια σύνθετη αμυντική διαδικασία που διατηρεί την ψυχική και φυσική σταθερότητα στον άνθρωπο. Μετά από μια τραυματική εμπειρία η διάσχιση επιτρέπει στο άτομο να μετακινηθεί από το γεγονός της τραυματικής εμπειρίας και από το βίωμά της και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Ουσιαστικά η διάσχιση ως αμυντική διαδικασία είναι συχνή σε αγχώδεις ή μετατραυματικές διαταραχές, σε διαταραχές της διάθεσης ή της προσωπικότητας. Είναι μια προστατευτική διαδικασία κατά την διάρκεια της τραυματικής διαδικασίας αλλά είναι δυσλειτουργική όταν εξακολουθεί να γίνεται και σε άλλες καταστάσεις. Με απλά λόγια είναι η διάσχιση - διαχωρισμός του συναισθήματος από το γεγονός. Σαν λειτουργία ξεκινάμε να την κάνουμε ακόμα και από  την βρεφική ηλικία και πιο συχνά στην παιδική ηλικία και όχι μόνο. Την χρησιμοποιούμε σε καταστάσεις που συναισθηματικά πιεζόμαστε ή κακοποιούμαστε και επειδή δεν το αντέχουμε νοερά μεταφερόμαστε κάπου αλλού. Μερικά παραδείγματα είναι όταν κάποιος κακοποιείται είτε σωματικά είτε σεξουαλικά αποκόπτει το συναίσθημά του από τον σωματικό πόνο. Συχνά ένα θύμα μετά από την κακοποίηση μένει ανέκφραστο και παγωμένο. Ωστόσο δεν χρησιμοποιούμε την άμυνα απαραίτητα μόνο σε τόσο έντονες εμπειρίες αλλά και σε άλλες πιο συνηθισμένες όπως για παράδειγμα, στις φωνές της μητέρας ένα βρέφος αρχικά θα κλάψει όμως αν γίνεται συνέχεια προκειμένου να προστατευτεί είναι πιθανό να προσπαθήσει να αποσπάσει την προσοχή του με κάτι άλλο. Οι τσακωμοί των γονιών μπροστά στα παιδία, η λεκτική κακοποίηση, η εγκατάλειψη ή η απόρριψη είναι καταστάσεις που ένα παιδί δεν μπορεί να τις διαχειριστεί και τότε αμύνεται.

Η διάσχιση είναι δυσλειτουργική όταν εξακολουθήσει να γίνεται συνέχεια και σε άλλες καταστάσεις. Στην ενηλικίωση μπορεί να χρησιμοποιείται για απομόνωση - αποστασιοποίηση όχι απαραίτητα από δυσάρεστες καταστάσεις αλλά από καταστάσεις που το άτομο νιώθει ότι απειλείται ή ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί. Είναι συχνό ιδιαίτερα στην σχιζοειδική διαταραχή της προσωπικότητας το άτομο μέσα σε μια παρέα να απομονώνεται και να παρατηρεί τους άλλους. Μπορεί να φαίνεται περίεργο το παράδειγμα αλλά είναι απλό αν ως παιδί κάποιος βίωσε μια πολύ κακοποιητική σχέση με την μητέρα γι’ αυτόν η εγγύτητα ή η κοντινότητα συνδέεται με αρνητικά συναισθήματα, έτσι όταν βιώνει κοντινότητα με κάποιο άτομο μπορεί να νιώθει ότι απειλείται. Αυτή η διαδικασία διακόπτει την ουσιαστική επαφή με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό μας. Η βίωση ενός αρνητικού γεγονότος έχει και κάποιες ανεκπλήρωτες ανάγκες όπως η ανάγκη για φροντίδα, ασφάλεια, αποδοχή, κατανόηση κ.α. με την διάσχιση το άτομο δεν έχει επίγνωση των ανεκπλήρωτων αναγκών κάτι που στην συνέχεια της ζωής του επιδεινώνει το τραύμα. Ουσιαστικά η έλλειψη συνοχής και επίγνωσης σε εσωτερικό επίπεδο του τραύματος, των συναισθημάτων που το συνοδεύουν και των ανεκπλήρωτων αναγκών δημιουργεί και έλλειψη συνοχής στον εαυτό.

Μέσα από την θεραπευτική σχέση το άτομο μπορεί να εξερευνήσει  το τραύμα του, να περιγράψει το γεγονός ή να αναβιώσει - θυμηθεί με τεχνικές, τραυματικές εμπειρίες, να εκφράσει τα συναισθήματά του, τις σκέψεις του και να καλύψει τις ανεκπλήρωτες ανάγκες του μέσα από το re - mothering της θεραπευτικής σχέσης. Η θεραπευτική σχέση παρέχει ένα πλαίσιο οριοθετημένο και ασφαλές ώστε να μπορέσει το άτομο να σχετιστεί πραγματικά χωρίς άμυνες, να θυμηθεί και να νιώσει.

https://psycho-logia.gr/o-katakermatismenos-mou-eaftos/   

 

* Η Ευγενία Κουτσίδου είναι περιβαλλοντολόγος, PhD - Εκπαίδευση  Eνηλίκων MSc.

Η ενδοβολή ως αμυντικός μηχανισμός ευθύνεται για όλα όσα δέχεται το άτομο στα τυφλά, για όλα όσα καταπίνει αμάσητα, χωρίς να τα κατανοήσει και άρα χωρίς να τα χωνέψει, σχετίζεται με τα ξένα σώματα που κατοικούν μέσα του. Επιπλέον η ανεπιφύλακτη, η χωρίς σκέψη αποδοχή της συμπεριφοράς και των ιδεών σημαντικών άλλων προσώπων εμποδίζει την ανάπτυξη του ατόμου. Το πεδίο έκφρασης του αυθορμητισμού ναρκοθετείται, η εξάσκηση της κριτικής σκέψης λογοκρίνεται προς όφελος της χωρίς όρια αποδοχής ξένων αναπαραστάσεων, ιδεών, αξιών, στερεοτύπων και στάσεων. Τα πρέπει που έχει το άτομο αποδεχτεί με βίαιο τρόπο στέκονται μέσα του και εναντιώνονται στα θέλω του. Οι διαφημίσεις επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την τάση του ατόμου να ενδοβάλλει πληροφορίες και συνήθειες άκριτα και να τις κάνει μέρος της ζωής του.

Αν και είναι προετοιμασμένα τα παιδιά από τη φύση τους να αντεπεξέρχονται στις δυσκολίες και να επιβιώνουν, εντούτοις υιοθετούν τον μηχανισμό της ενδοβολής προκειμένου να αποφύγουν τη σύγκρουση με τους σημαντικούς άλλους, όπως είναι οι γονείς. Ασφαλώς έχουν την επιλογή, είτε να διατηρήσουν ή να καταναλώσουν αυτό που τους προσφέρεται, είτε να το αποβάλλουν. Προκειμένου όμως να γίνουν αποδεκτά τα παιδιά συχνά απαρνιούνται τις επιθυμίες τους, πριν καλά - καλά τις γνωρίσουν, προκειμένου να υιοθετήσουν τις στάσεις και τα πιστεύω των άλλων προσώπων και υπακούουν για να κερδίσουν την αποδοχή.

Ο ενδοβολικός είναι καχύποπτος στις αλλαγές και τις αναπάντεχες εξελίξεις, απαιτεί να συνεχίσει η ζωή όπως πριν, χωρίς τίποτα να διαταράξει τη γαλήνη του. Βιώνει έντονο άγχος όταν γύρω του τα πράγματα αλλάζουν και πρέπει να αντεπεξέλθει σε νέα δεδομένα. Αισθάνεται ανυπεράσπιστος στις νέες συνθήκες. Διακατέχεται από ανυπομονησία και θέλει να καταπιεί γρήγορα τα νέα δεδομένα, κουράζεται να διασπά και να αφομοιώνει τα νέα δεδομένα, θέλει να αποκτήσει όσο πιο πολλά σε όσο πιο σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν μπορεί να σταματήσει και να παρακολουθήσει με κριτικό μάτι όσα συμβαίνουν. Σπαταλά όλη του την ενέργεια μη δημιουργικά, στο να συντηρεί μέσα του τα ενδοβεβλημένα στοιχεία. Δεν έχει την ικανότητα να εμβαθύνει στα πράγματα, να κάνει ουσιαστικές τις σχέσεις του, γιατί μένει επιφανειακά σε αυτό που φαίνεται και όχι σε αυτό που είναι, για το λόγο αυτό προσποιείται ρόλους που δεν κατέχει γιατί χρειάζονται κόπο και χρόνο. Μιμείται πολύ εύκολα, προσποιείται ότι είναι κάποιος που δεν είναι. Ουσιαστικά έχει χάσει τον εαυτό του, ή καλύτερα δεν τον βρήκε ποτέ. Αρνείται την επιθετικότητα που αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την αποδόμηση, την αφομοίωση και την αναδόμηση. Δεν μπορεί εύκολα να δει την ποικιλία των χρωμάτων στη ζωή, αρκείται στο μαύρο - άσπρο, συμφωνώ - διαφωνώ, ναι - όχι. Μπλοκάρει κάθε φορά που το αξιακό του σύστημα αποδεικνύεται ανίκανο να ανταποκριθεί στις προσωπικές του ανάγκες. Έχει πολύ ισχυρά πρέπει που καταπνίγουν την ελεύθερη του βούληση, γίνεται καταπιεστικός καθώς προσδοκά την ίδια συμπεριφορά και από τους γύρω του. Ελαχιστοποιεί τις διαφορές ανάμεσα σε αυτά που έχει ενδοβάλλει και σε αυτά που πραγματικά επιθυμεί. Υιοθετεί μια μοιρολατρική στάση απέναντι στα πράγματα, πιστεύει ότι έτσι είναι και δεν έχει πολλά περιθώρια παρέμβασης. Κοινωνικά θέλει να γίνει ένα με το περιβάλλον του χωρίς προκαταρκτική επικοινωνία.

Παντελής Παπαδόπουλος

http://www.psyxotherapeia.gr/endovoli/

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

 

* Η Ευγενία Κουτσίδου είναι περιβαλλοντολόγος PhD- Εκπαίδευση Ενηλίκων Msc

Στην προβολή, ένα ενδογενές ερέθισμα μεταφράζεται σαν εξωγενές και έτσι παρερμηνεύεται. Το όριο ανάμεσα στον εαυτό και το περιβάλλον χάνεται.
Η προβολή αποτελεί έναν ψυχοδυναμικό αρχέγονο μηχανισμό άμυνας. Ένα βρέφος που υποφέρει από κολικούς, είναι πιθανό να έχει την υποκειμενική εμπειρία του «τραύματος» και όχι την εμπειρία ότι «κάτι μέσα μου πονάει». Δεν μπορεί ακόμη να ξεχωρίσει έναν ενδογενή πόνο, όπως ο κολικός, από μια εξωγενώς προκαλούμενη δυσφορία, όπως είναι η πίεση από τις πολύ σφικτές πάνες. Στην παιδική ηλικία, η προβολή είναι μέρος της εξελικτικής εργασίας της ψυχικής λειτουργίας. Στην ενήλικη όμως ζωή, όπως και ο μηχανισμός της άρνησης μειώνει την αντίληψη της πραγματικότητας και η εκτεταμένη χρήση του συναντιέται σε άτομα με ψυχωσική δομή.

Στην ενήλικη ζωή το άτομο αποδίδει («προβάλλει») σε ένα άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ιδέες, συναισθήματα, κίνητρα που έχει το ίδιο, αλλά που του δημιουργούν άγχος καθώς δεν μπορεί να τα αποδεχτεί ως κομμάτια του εαυτού του.

Η προβολή προφυλάγει το άτομο από το άγχος που προκύπτει από μια εσωτερική σύγκρουση. Εξωτερικεύοντας κάθε τι το απαράδεκτο, το άτομο αντιμετωπίζει αυτό το απαράδεκτο σαν μια κατάσταση ξέχωρη απ’ αυτό. Η προβολή μπορεί να χρησιμοποιείται τόσο από άτομα που είναι εκτός πραγματικότητας (όπως π.χ. μια παραληρητική ιδέα καταδίωξης που μπορεί να είναι η προβολή της εσωτερικής επιθετικότητας στο περιβάλλον), όσο και από υγιή άτομα (όπως π.χ. η απόδοση κινήτρων, ιδεών, συμπεριφοράς του ενός συζύγου στον άλλο και τανάπαλιν). Ρατσιστικές, θρησκευτικές κ.τ.λ. προκαταλήψεις και φανατισμοί βασίζονται επίσης στην προβολή.

Η προβολή είναι με λίγα λόγια η μετάθεση της ευθύνης για προσωπικές δυσκολίες και αποτυχίες σε άλλους. Επίσης, είναι η απόδοση προσωπικών μη παραδεκτών ή υποτιμητικών σκέψεων, επιθυμιών και πράξεων σε άλλο άτομο. Π.χ. Ο μαθητής λέει ότι ο δάσκαλος τον αντιπαθεί για αυτό και τον απέρριψε στο μάθημά του.

Στις ήπιες και ώριμες μορφές της η προβολή αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη της ενσυναίσθησης. Δεδομένου ότι κανένας δεν θα μπορέσει ποτέ να μπει μέσα στο νου ενός άλλου ατόμου, είναι απαραίτητο να καταφύγουμε στην ικανότητά μας να προβάλουμε την εμπειρία μας προκειμένου να κατανοήσουμε τον υποκειμενικό κόσμο του άλλου. Είναι γνωστό ότι οι ερωτευμένοι διαβάζουν ο ένας τη σκέψη του άλλου με τρόπους που ούτε οι ίδιοι είναι σε θέση να εξηγήσουν λογικά.

Στις κακοήθεις μορφές της η προβολή επιφέρει επικίνδυνες παρανοήσεις και διαταραχές στις διαπροσωπικές σχέσεις. Όταν οι προβαλλόμενες στάσεις διαστρεβλώνουν σε μεγάλο βαθμό το αντικείμενο πάνω στο οποίο προβάλλονται, ή όταν αυτό που προβάλλεται απαρτίζεται από αποκηρυγμένα και πολύ αρνητικά τμήματα του ατόμου, τότε τα πράγματα είναι δύσκολα. Οι άλλοι δυσανασχετούν με τις διαστρεβλώσεις που υφίσταται η εικόνα τους, και είναι πιθανό να αντιδράσουν έντονα επειδή θεωρούνται, για παράδειγμα, ότι επικρίνουν, ζηλεύουν ή καταδιώκουν το άτομο που πραγματοποιεί την προβολή. Τέτοιου τύπου προβολές γίνονται συνήθως από άτομα που έχουν την τάση να αγνοούν την ύπαρξη αυτών των στοιχείων στον εαυτό τους και τα αποδίδουν σε άλλους. Όταν ένα άτομο χρησιμοποιεί την προβολή ως βασικό τρόπο κατανόησης του κόσμου και αντιμετώπισης της ζωής, τότε λέγεται ότι έχει παρανοϊκό χαρακτήρα.

 

Παντελής Παπαδόπουλος

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

 

 

Η επιθυμία των μικρών παιδιών, να πιστεύουν ότι τα άτομα που κυβερνούν τον κόσμο είναι από τη φύση τους πιο σοφά και πιο ισχυρά από τους συνηθισμένους ανθρώπους που πέφτουν σε σφάλματα, επιβιώνει στους περισσότερους από εμάς και σε μεγαλύτερη ηλικία. Όλοι μας εξιδανικεύουμε. Κουβαλούμε υπολείμματα της ανάγκης μας να αποδώσουμε ιδιαίτερη αξία και δύναμη σε άτομα από τα οποία εξαρτιόμαστε συναισθηματικά. Η φυσιολογική εξιδανίκευση είναι ένα ουσιαστικό μέρος της ώριμης αγάπης. Επιπλέον, η τάση μας, που αναπτύσσεται στην πορεία του χρόνου, για απόρριψη ή υποτίμηση των ανθρώπων με τους οποίους είχαμε συναισθηματική σχέση ως παιδιά φαίνεται ότι αποτελεί ένα φυσιολογικό και σημαντικό βήμα της διεργασίας αποχωρισμού - εξατομίκευσης. Κανένας δεκαοκτάχρονος που εγκαταλείπει με τη θέλησή του το σπίτι του δεν αισθάνεται ότι το μέρος που αφήνει είναι καλύτερο από το μέρος στο οποίο σκοπεύει να πάει.

Σε μερικά άτομα όμως η ανάγκη της εξιδανίκευσης φαίνεται ότι δεν διαφοροποιείται και πολύ από τη μορφή που είχε στη βρεφική τους ηλικία. Μέσω της ψυχολογικής συγχώνευσης με αυτό το υπέροχο Άλλο, θα είναι ασφαλείς. Επιπλέον, ελπίζουν να απαλλαγούν από τη ντροπή. Απόρροια της εξιδανίκευσης και της πεποίθησης για την τελειότητα του άλλου είναι ότι το άτομο δεν ανέχεται τις δικές του ατέλειες. Η λαχτάρα του βρέφους για την παντοδύναμη τροφό του, συνήθως εμφανίζεται και στις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων. Με πιο προβληματικό τρόπο συναντάται στην επιμονή ενός ατόμου ότι ο ερωτικός του σύντροφος είναι τέλειος, ή στην πεποίθησή του ότι ο προσωπικός του γκουρού είναι αλάθητος, ότι το σχολείο του είναι το καλύτερο, ότι το γούστο του είναι ακαταμάχητο, ότι η κυβέρνηση της χώρας του δεν είναι δυνατόν να κάνει σφάλματα, καθώς και σε άλλες συναφείς αυταπάτες.

Σε γενικές γραμμές, όσο πιο εξαρτημένο είναι ή αισθάνεται ότι είναι ένα άτομο, τόσο πιο ισχυρός είναι ο πειρασμός της εξιδανίκευσης των άλλων. Όταν ένα άτομο φαίνεται να ζει τη ζωή του κατατάσσοντας τις πτυχές κάθε βιώματός του σύμφωνα με το πόσο πολύ αξίζουν σε σύγκριση με άλλες, και δείχνει να κινητοποιείται από την αναζήτηση της τελειότητας μέσω της συγχώνευσης με εξιδανικευμένα αντικείμενα και προσπαθειών τελειοποίησης του εαυτού του, τότε το άτομο αυτό θεωρείται ναρκισσιστικό.

Η ανάγκη των ατόμων αυτών για σταθερή επιβεβαίωση της ελκυστικότητάς τους, της ισχύος, της φήμης και της σημασίας που έχουν για τους άλλους (δηλαδή της τελειότητάς τους) προκύπτει από την κατάσταση της εξάρτησής τους από αυτή την άμυνα, αφού οι προσπάθειές τους για απόκτηση αυτοεκτίμησης επηρεάζονται από την ιδέα ότι για να αγαπήσει κάποιος τον εαυτό του θα πρέπει να τον τελειοποιήσει και όχι να τον αποδεχτεί όπως είναι. Όσο περισσότερο εξιδανικεύεται ένα άτομο / αντικείμενο, τόσο πιο ραγδαία θα είναι η υποτίμηση, η οποία τελικά θα του συμβεί.

Στις θεραπευτικές σχέσεις με τους ναρκισσιστικούς ασθενείς εμφανίζεται ξαφνικά ρήξη όταν ο ασθενής αποδεσμεύεται από τη γοητεία που ασκεί ο θεραπευτής του. Στην καθημερινή ζωή διαπιστώνουμε τέτοιες αναλογίες στο μίσος και στην οργή που στρέφονται ενάντια σε όσους φαίνονται να υπόσχονται πολλά και στη συνέχεια απέτυχαν να εκπληρώσουν τις προσδοκίες των γύρω τους. Πολύ εύκολα το άτομο που εξιδανικεύει οδηγείται στο άλλο άκρο της υποτίμησης.

Μερικοί άνθρωποι ζουν όλη τη ζωή τους δημιουργώντας συναισθηματικές σχέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από επαναλαμβανόμενους κύκλους εξιδανίκευσης και απογοήτευσης. Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, εγκαταλείπουν το σύντροφό τους για έναν άλλο κάθε φορά που αποδεικνύεται ότι ο προηγούμενος είναι ένα συνηθισμένο ανθρώπινο πλάσμα. Η τροποποίηση της πρωτόγονης εξιδανίκευσης είναι ένας προφανής στόχος της μακροχρόνιας ψυχαναλυτικής θεραπείας για όλους τους τύπους ασθενών, το συγκεκριμένο εγχείρημα όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία στην εργασία με ναρκισσιστικούς ασθενείς, λόγω του βαθμού της δυστυχίας που αισθάνονται οι ίδιοι και όσοι προσπαθούν να τους αγαπήσουν.

 

Παντελής Παπαδόπουλος

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

Μηχανισμός άμυνας είναι η ασυνείδητη ενδοψυχική διεργασία που δρα για να ανακουφίσει τη σύγκρουση και το άγχος, που προέρχονται από τις ενορμήσεις και τα ένστικτα ενός ατόμου. Η εξοικείωση με την έννοια της άμυνας και την ποικιλία των αμυντικών μηχανισμών που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση του χαρακτήρα μας. Στην παιδική μας ηλικία αναπτύξαμε κάποιους μηχανισμούς προκειμένου να προσαρμοστούμε στο περιβάλλον μας και αυτοί οι μηχανισμοί ονομάζονται στρατηγικές αντιμετώπισης ή άμυνες. Στην ενήλικη όμως ζωή πολλές φορές συνηθίζουμε να εμφανίζουμε τις ίδιες στρατηγικές αντιμετώπισης, αλλά επειδή οι συνθήκες στο περιβάλλον μας έχουν αλλάξει, καλούμαστε να τις διαχειριστούμε με έναν διαφορετικό τρόπο. Οι άμυνες δηλαδή που χρησιμοποιούμε στην ενήλικη ζωή μας ήταν χρήσιμες στην παιδική ηλικία, αλλά μπορεί να μας δημιουργούν κάποια προβλήματα στο παρόν.
Σήμερα θα αναφερθούμε στην άμυνα: παντοδύναμος έλεγχος.
Η αίσθηση ενός ατόμου ότι έχει την ικανότητα να επηρεάσει τον κόσμο, ότι έχει δύναμη επιρροής, αποτελεί φυσικά μια κρίσιμη διάσταση της αυτοεκτίμησής του, η ύπαρξη της οποίας έχει τις ρίζες της στις βρεφικές και εξωπραγματικές αλλά φυσιολογικές για εκείνη την περίοδο φαντασιώσεις παντοδυναμίας. Για παράδειγμα, αν ένα βρέφος κρυώνει και το άτομο που το φροντίζει το αντιληφθεί και του προσφέρει ζεστασιά, τότε το βρέφος θα βιώσει μια εμπειρία, στην οποία δίνει την ερμηνεία ότι με κάποιο μαγικό τρόπο έχει εξασφαλίσει ζεστασιά.
Καθώς το παιδί ωριμάζει, αυτή η φαντασίωση δίνει τη θέση της σε μια φάση δευτερογενούς παντοδυναμίας, στην οποία ένα ή περισσότερα πρόσωπα που φροντίζουν το παιδί θεωρούνται από το ίδιο παντοδύναμα. Τελικά, καθώς το παιδί ωριμάζει περισσότερο, έρχεται αντιμέτωπο με το δυσάρεστο γεγονός ότι κανένα άτομο δεν έχει απεριόριστες δυνάμεις.
Κάθε υγιής ενήλικος που αναγνωρίζει ότι η δύναμη των ανθρώπων δεν είναι απεριόριστη, θα πρέπει να έχει βιώσει με ασφάλεια την πρώιμη περίοδο της ζωής του, κατά την οποία απολάμβανε ελεύθερα τις φυσιολογικές, για το εξελικτικό του στάδιο, αυταπάτες αναφορικά τόσο με την παντοδυναμία του εαυτού του, όσο και με την παντοδυναμία των ατόμων από τα οποία εξαρτιόταν άμεσα.
Όμως, τι γίνεται στην περίπτωση που το αποτέλεσμα σε μία κατάσταση δεν ήταν τελικά το αναμενόμενο; Τότε, η απογοήτευση και η αίσθηση αποτυχίας μπορεί να είναι δυσβάσταχτη και μη συγχωρητέα από το ίδιο το άτομο.
Εάν η προσωπικότητα ενός ατόμου είναι οργανωμένη γύρω από την αναζήτηση και την απόλαυση της αίσθησης ότι ασκεί αποτελεσματικά την παντοδυναμία του, και ότι όλα τα άλλα πρακτικά και ηθικά ζητήματα έχουν μόνο δευτερεύουσα σημασία, τότε εύλογα αυτή η προσωπικότητα μπορεί να θεωρηθεί ψυχοπαθητική. Ο Bursten αναφέρει ότι αυτά τα άτομα που κυριαρχούνται από τον παντοδύναμο έλεγχο προβαίνουν στο συνειδητό χειρισμό των άλλων προκειμένου να αποφύγουν το άγχος και να διατηρήσουν την αυτοεκτίμησή τους.
Μια βασική ενασχόληση αλλά και ευχαρίστηση των ατόμων αυτών, είναι «να τη φέρνουν» στους άλλους. Τέτοια άτομα συναντά κανείς σε επιχειρήσεις που απαιτούν δόλο, προσωπική κυριαρχία σε βάρος οποιουδήποτε άλλου ενδιαφέροντος και ανάληψη ριψοκίνδυνων εγχειρημάτων. Τα άτομα αυτά απαντώνται σε ηγετικούς ρόλους σε επιχειρήσεις και σε άλλους χώρους τέτοιου τύπου, καθώς και σε επαγγέλματα που έχουν σχέση με πωλήσεις, στους ηγέτες αιρέσεων και στις βιομηχανίες της διαφήμισης και της ψυχαγωγίας και οπουδήποτε αλλού υπάρχει μεγάλη πιθανότητα άσκησης ανελέητης εξουσίας.

Παντελής Παπαδόπουλος
<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>.

Η άρνηση είναι ένας αμυντικός μηχανισμός ο οποίος λειτουργεί ασυνείδητα και έχει ως αποτέλεσμα, το άτομο να αρνείται την ύπαρξη ορισμένων στοιχείων που προέρχονται από την εξωτερική πραγματικότητα. Ένα συνηθισμένο παράδειγμα είναι ο αλκοολικός που αρνείται ότι έχει πιει, ενώ μυρίζει αλκοόλ. Η άρνηση ως μηχανισμός άμυνας δεν κάνει διακρίσεις, εμφανίζεται σε όλους τους ανθρώπους. Η αντίδραση αυτή έχει τις ρίζες της στον εγωκεντρισμό του παιδιού και βασίζεται στην θεώρηση ότι «αν δεν το παραδεχτώ, τότε δεν συμβαίνει».

Υπάρχουν δύο είδη άρνησης: 1) Η Άρνηση της παρόρμησης: Χαρακτηριστικά παραδείγματα της άρνησης της παρόρμησης είναι κάποιες εκφράσεις που ασυνείδητα χρησιμοποιούνται στο άκουσμα μιας δυσάρεστης είδησης. Για παράδειγμα. «δεν μπορεί να συμβαίνει σε μένα». Επίσης, η απάντηση ενός οργισμένου ατόμου που διαμαρτύρεται λέγοντας «όχι, δεν είμαι θυμωμένος». 2) Άρνηση της πραγματικότητας: Στην άρνηση της πραγματικότητας το άτομο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το μέγεθος μιας απειλής. Παραδείγματα: η φράση «όχι» στο άκουσμα θανάτου ενός προσφιλούς προσώπου. Η άρνηση των παιδιών να αποδεχθούν τον θάνατο αγαπημένου τους κατοικίδιου στο οποίο μιλάνε όπως όταν ζούσε. Η συνειδητή αποφυγή της προσέγγισης ενός δύσκολου προβλήματος όπως απλήρωτοι λογαριασμοί, ανεργία που στην πορεία γίνεται μηχανική και ασυνείδητη. Στην περίπτωση απρόβλεπτων καταστροφών, όπως οι σεισμοί, διαπιστώνεται άρνηση κατοίκων να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, και παρόλο που έχουν επίγνωση της απειλής, διαμένουν σε σεισμικά ανεπαρκή κτήρια.

Οι περισσότεροι άνθρωποι υπόκεινται στην άρνηση από αδυναμία να διαχειριστούν μία αλήθεια που δεν αντέχουν. Οι περισσότεροι από εμάς χρησιμοποιούμε την άρνηση έως ένα βαθμό για να κάνουμε τη ζωή μας λιγότερο δυσάρεστη. Αυτός ο μηχανισμός άμυνας μπορεί ακόμη και να σώσει τη ζωή ενός ατόμου, το οποίο αν και βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης ή άμεσης ανάγκης, επιστρατεύει την άρνηση με αποτέλεσμα να δράσει με ένα τρόπο που είναι πιο αποτελεσματικός. Αυτό συμβαίνει διότι το άτομο, επιστρατεύοντας την άρνηση, μπορεί να ενεργήσει με έναν τρόπο που αντικειμενικά είναι ο πιο αποτελεσματικός και ηρωικός. Σε κάθε πόλεμο παρουσιάζονται ιστορίες ατόμων που διατήρησαν την ψυχραιμία τους σε απειλητικές και τρομακτικές καταστάσεις και κατάφεραν να σώσουν τον εαυτό τους και τους συντρόφους τους.

Οι θετικές ψευδαισθήσεις (διαστρέβλωση) μπορούν να αποδειχτούν ωφέλιμες για την ψυχική υγεία του ατόμου, αρκεί να μην είναι πολύ ακραίες. Η προσωρινή απαλλαγή από κάποιο συναισθηματικό τραύμα μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή άγχους και κατάθλιψης. Όμως, η άρνηση μπορεί να επιφέρει και αρνητικά αποτελέσματα, καθώς δυσχεραίνει την προσαρμογή όταν αποτρέπει εποικοδομητικές ενέργειες. Παράδειγμα, περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας ασθενής αρνείται να παραδεχτεί ότι έχει νοσήσει και πρέπει να ακολουθήσει την κατάλληλη θεραπεία. Σύζυγοι που υφίστανται κακοποίηση από τους συντρόφους τους και αρνούνται την επικινδυνότητα τους, αλκοολικοί που επιμένουν ότι δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το ποτό, μητέρες που αγνοούν τα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι κόρες τους έχουν παρενοχληθεί σεξουαλικά, ηλικιωμένα άτομα που δεν σκέφτονται να σταματήσουν να οδηγούν παρά την προφανή αδυναμία τους, όλα αυτά είναι μερικά παραδείγματα άρνησης στη χειρότερη μορφή της.

Το ψυχοπαθολογικό γνώρισμα της άρνησης είναι η μανία. Τα άτομα που φτάνουν σε τέτοιου είδους ψυχοπαθολογικές καταστάσεις αρνούνται να παραδεχτούν την πραγματικότητα της κατάστασης που τους συμβαίνει σε ακραίο βαθμό. Τα άτομα που χρησιμοποιούν ως βασική τους άμυνα την άρνηση, είναι μανιακά σε ό, τι αφορά την οργάνωση του χαρακτήρα τους και ονομάζονται υπομανιακά. Στη μανιακή κατάσταση τα άτομα μπορεί να φτάσουν σε σημείο να αρνηθούν, σε εκπληκτικό βαθμό, τα σωματικά τους όρια, την ανάγκη τους για ύπνο, την κρισιμότητα της οικονομικής τους κατάστασης, τις προσωπικές τους αδυναμίες, ακόμη και τη θνητότητα της φύσης τους.

 

Παντελής Παπαδόπουλος

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.

 

Στα επόμενα άρθρα θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε όλες τις αμυντικές διεργασίες που μπορεί να υπάρχουν με στόχο την αναγνώριση και κατανόηση αντίστοιχων συναισθημάτων. Οι άμυνες διακρίνονται σε πρωτόγονες και ώριμες. Οι πρωτόγονες άμυνες λειτουργούν με έναν καθολικό και αδιαφοροποίητο τρόπο σε όλα τα επίπεδα, συγχωνεύοντας το αισθητηριακό, το συναισθηματικό, το γνωστικό και το συμπεριφορικό επίπεδο, ενώ οι πιο εξελιγμένες άμυνες δημιουργούν ιδιαίτερους μετασχηματισμούς σκέψης, συναισθήματος, αισθήσεων, συμπεριφοράς ή κάποιο συνδυασμό τους.

«Πρωτόγονες» θεωρούνται οι εξής άμυνες: απόσυρση, άρνηση, παντοδύναμος έλεγχος, πρωτόγονη εξιδανίκευση και υποτίμηση, προβολική και ενδοβλητική ταύτιση, διχοτόμηση του Εγώ και διάσχιση.

Ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε μία - μία τις παραπάνω άμυνες:

ΑΠΟΣΥΡΣΗ

Όταν ένα βρέφος νιώθει υπερβολική διέγερση ή υπερβολικό στρες, συνήθως καταφεύγει στον ύπνο. Οι ενήλικες εκδοχές αυτής της διεργασίας παρατηρούνται σε άτομα που αποχωρούν από κοινωνικές ή διαπροσωπικές περιστάσεις και υποκαθιστούν τις στρεσογόνες γι’ αυτά διεγέρσεις της συναναστροφής τους με τους άλλους με τον εσωτερικό φαντασιακό τους κόσμο. Η τάση ορισμένων ατόμων να κάνουν χρήση χημικών ουσιών για την αλλαγή της συνειδησιακής τους κατάστασης μπορεί επίσης να εκληφθεί ως απόσυρση.

Το προφανές μειονέκτημα της απόσυρσης είναι ότι απομακρύνει το άτομο από την ενεργητική συμμετοχή του στην επίλυση των διαπροσωπικών του προβλημάτων. Τα άτομα με τέτοιους συντρόφους συχνά δεν γνωρίζουν πώς να τους κάνουν να δείξουν κάποιο είδος συναισθηματικής ανταπόκρισης. Ένα συνηθισμένο παράπονο για το σύντροφό τους είναι ότι «παίζει με το χειριστήριο της τηλεόρασης και αρνείται να μου απαντήσει». Τα άτομα που σε μόνιμη βάση απομονώνουν τον εαυτό τους θέτουν σε δοκιμασία την υπομονή εκείνων που τους αγαπούν, προβάλλοντας αντίσταση στη συναισθηματική διαντίδραση μαζί τους.

Το βασικότερο πλεονέκτημα της απόσυρσης, ως αμυντικής στρατηγικής είναι ότι, ενώ πρόκειται για μια διεργασία ψυχολογικής απόδρασης από την πραγματικότητα, απαιτεί σχετικά μικρή παραποίηση αυτής της πραγματικότητας. Οι άνθρωποι που επιστρατεύουν πολύ συχνά την απόσυρση ανακουφίζουν τον εαυτό τους, όχι μέσω της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, αλλά μέσω της φυγής τους από αυτή. Κατά συνέπεια, μπορεί να είναι ασυνήθιστα ευαίσθητοι, συχνά προς μεγάλη έκπληξη αυτών που τους απορρίπτουν επειδή τους θεωρούν αδιάφορους.

Επίσης, παρόλο που ότι από τη φύση τους τα άτομα αυτά δύσκολα εκφράζουν τα συναισθήματά τους, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ικανά να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα των άλλων. Στο πιο υγιές επίπεδο αυτής της κατάστασης συναντά κανείς άτομα που διακρίνονται για τη δημιουργικότητά τους: καλλιτέχνες, συγγραφείς, θεωρητικούς επιστήμονες, φιλόσοφους, μυστικιστές και άλλους ιδιαίτερα ταλαντούχους θεατές του κόσμου, η ικανότητα των οποίων να αποτραβιούνται από τη συμβατικότητα της καθημερινής ζωής τούς επιτρέπει να ερμηνεύουν την πραγματικότητα με ιδιαίτερη πρωτοτυπία.

Η απόσυρση έχει λάβει σήμερα έκταση κοινωνικού φαινομένου. Η λέξη Hikikomori είναι μια λέξη ιαπωνικής καταγωγής που ετυμολογικά σημαίνει «τράβηγμα προς τα μέσα, περιορισμός». Το σύνδρομο Hikikomori είναι οξεία κοινωνική απόσυρση και αναφέρεται στο φαινόμενο απομόνωσης εφήβων ή ενήλικων που αποσύρονται από την κοινωνική ζωή και αναζητούν την απομόνωση και τον αυτό-εγκλεισμό. Αυτό το σύνδρομο που άρχισε να εμφανίζεται στην Ιαπωνία, φαίνεται να εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, αργά και ύπουλα, ήδη περιπτώσεις καταγράφονται στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Νότια Κορέα και τη Γαλλία. Απλοί άνθρωποι που επιλέγουν εθελοντικά να κλειστούν στα σπίτια τους, μερικές φορές σε ένα δωμάτιο, και ζουν εκεί εξαρτημένοι από το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αποφεύγουν και αρνούνται την οποιαδήποτε επαφή και οποιαδήποτε προσωπική σχέση ή επικοινωνία συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων της οικογενείας τους μερικές φορές.

 

Παντελής Παπαδόπουλος

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

http://www.tokleidi.com/2014/05/syndromo-hikikomori/

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018 15:38

Άμυνα απέναντι στη μάθηση

Όπως αναλυτικά περιγράφηκε στα προηγούμενα άρθρα οι αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας, μας προκαλούν άγχος και ενεργοποιούνται αμυντικοί μηχανισμοί που ως αποτέλεσμα έχουν να μην επιτελείται η διαδικασία της μάθησης και έτσι να μην προσαρμοζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τις αλλαγές. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τους αμυντικούς μηχανισμούς θα αφιερώσουμε μια σειρά άρθρων για να περιγράψουμε τι σημαίνουν αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί στο επίπεδο της ψυχανάλυσης.

Ως μηχανισμός άμυνας ορίζεται η ασυνείδητη ενδοψυχική διεργασία που δρα για να ανακουφίσει τη σύγκρουση και το άγχος που προέρχονται από τις ενορμήσεις και τα ένστικτα ενός ατόμου.

Η εξοικείωση με την έννοια της άμυνας και την ποικιλία των αμυντικών μηχανισμών που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της ψυχαναλυτικής διάγνωσης του χαρακτήρα. Οι βασικές διαγνωστικές κατηγορίες που χρησιμοποιούνται από τους ψυχαναλυτές για τον προσδιορισμό των τύπων προσωπικότητας αναφέρονται σε μια ιδιαίτερη άμυνα ή σε ένα σύνολο αμυνών που επιστρατεύονται κατ’ εξακολούθηση από το άτομο. Έτσι, ο διαγνωστικός όρος στον οποίο καταλήγουν οι ψυχαναλυτές αποτελεί ένα είδος στενογραφημένης περιγραφής, με την οποία περιγράφεται ο συνήθης τρόπος άμυνας ενός ατόμου.

Οι άμυνες έχουν πολλές λειτουργίες που είναι ευεργετικές. Στην αρχή αποτελούν υγιείς και δημιουργικούς τρόπους προσαρμογής του βρέφους στο περιβάλλον του και συνεχίζουν να λειτουργούν προσαρμοστικά σε όλη την διάρκεια της ζωής. Όταν επιστρατεύονται για να υπερασπίσουν το άτομο από κάποια απειλή, ονομάζονται άμυνες. Ένα άτομο με αμυντική συμπεριφορά προσπαθεί, σε γενικές γραμμές, να επιτύχει έναν ή και τους δύο από τους ακόλουθους σκοπούς:

- Την αποφυγή ή τη διαχείριση κάποιου ισχυρού και απειλητικού συναισθήματος, συνήθως του άγχους,

- ενίοτε όμως και της υπερβολικής θλίψης ή και άλλων αποδιοργανωτικών συναισθηματικών εμπειριών, και τη διατήρηση της αυτοεκτίμησής του.

Οι υποστηρικτές της ψυχολογίας του Εγώ έδωσαν έμφαση στον τρόπο λειτουργίας των αμυνών για την αντιμετώπιση του άγχους. Οι υποστηρικτές της θεωρίας των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, που δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα θέματα της προσκόλλησης και του αποχωρισμού, ήταν οι πρώτοι που επισήμαναν ότι οι άμυνες μπορούν να επιστρατευθούν και για την αντιμετώπιση της θλίψης. Τέλος, οι υποστηρικτές της ψυχολογίας του Εαυτού τόνισαν το ρόλο των αμυνών στην προσπάθεια που καταβάλλει κάθε άτομο για τη διατήρηση μιας ισχυρής, σταθερής και θετικής αίσθησης του εαυτού του.

Κάθε άτομο εκφράζει μια ιδιαίτερη προτίμηση σε συγκεκριμένες άμυνες οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο αυτό αντιμετωπίζει την πραγματικότητα. Η προτίμηση και η αυτόματη χρήση μιας μεμονωμένης άμυνας ή μιας ομάδας αμυνών είναι το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ τεσσάρων, τουλάχιστον, παραγόντων:

α) της ιδιοσυγκρασίας ενός ατόμου

β) της φύσης των αρνητικών ψυχοπιεστικών παραγόντων που επηρέασαν ένα άτομο στη διάρκεια της πρώιμης παιδικής του ηλικίας

γ) των αμυνών που λειτούργησαν ως πρότυπα ή που διδάχτηκαν από γονείς και άλλα σημαντικά πρόσωπα

δ) των συνεπειών που βίωσε ένα άτομο μετά την επιστράτευση συγκεκριμένων αμυνών (σύμφωνα με την ορολογία της θεωρίας της μάθησης ονομάζεται «αποτέλεσμα της ενίσχυσης»).

Οι άμυνες που χαρακτηρίζονται ως πρωτογενείς ή ανώριμες ή πρωτόγονες ή «χαμηλότερης τάξης» είναι όσες αφορούν την οριοθέτηση ανάμεσα στον εαυτό και στον εξωτερικό κόσμο. Αντίθετα, οι άμυνες που χαρακτηρίζονται ως δευτερογενείς ή πιο ώριμες ή ανώτερες ή «υψηλότερης τάξης» σχετίζονται με την εσωτερική οριοθέτηση του ψυχικού οργάνου, όπως τα όρια ανάμεσα στο Εγώ ή στο Υπερεγώ και το Εκείνο, ή ανάμεσα στο τμήμα του Εγώ που παρατηρεί και στο τμήμα του Εγώ που βιώνει την υποκειμενική εμπειρία.

 

Παντελής Παπαδόπουλος

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

Περίληψη του 5. και 6. κεφαλαίου από το βιβλίο της Nancy McWilliams «Ψυχαναλυτική Διάγνωση», Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα.

 

Τρίτη, 06 Μαρτίου 2018 16:31

Άμυνα απέναντι στη μάθηση

Η σύγχρονη κοινωνία μάς εκθέτει σε πλήθος από επιρροές, πράγμα που είναι τόσο συντριπτικό έτσι ώστε να πρέπει να αναπτύξουμε μια ημιαυτόματη άμυνα που να αποβάλλει πολλά, η κοινωνία επίσης μάς εκθέτει σε διαρκείς αλλαγές σε όλα τα πεδία και με συχνότητα που ξεπερνάει κατά πολύ την ικανότητά μας να σχετιζόμαστε με αυτές και να τις υιοθετούμε. Συνεχώς επίσης υπάρχουν αλλαγές που επηρεάζουν εμάς τους ίδιους και την κατάστασή μας σε τέτοιο σημείο που κατά κάποιο τρόπο δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε. Στην επαγγελματική μας ζωή, στην ιδιωτική μας ζωή και μέσα στους τομείς ενδιαφέροντός μας, σήμερα είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι σε αλλαγές εξαιρετικής σημασίας για τον τρόπο που ζούμε τη ζωή μας, τις δυνατότητές μας και το πώς κατανοούμε τα πράγματα, επειδή οι κοινωνικές δομές αλλάζουν διαρκώς για να συμβαδίσουν με την ανάπτυξη που αποτελείται ακριβώς από όλες αυτές τις αλλαγές.

Αυτό προκαλεί μεγάλη μάθηση που μπορεί να συμβάλει στο να αναπτυχθούμε και να εμπλουτιστούμε, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί δυνατή πίεση ότι πρέπει πάντα να συμβαδίσουμε με τις αλλαγές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αμυντικοί μηχανισμοί της καθημερινότητας δεν είναι αρκετοί αλλά χρειάζεται να κινητοποιήσουμε μια δυνατότερη άμυνα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενεργοποιείται η άμυνα ταυτότητας, ένας τύπος άμυνας που αναπτύχθηκε πιθανώς μαζί με την ταυτότητα και έχει σκοπό να την προστατέψει. Η ενήλικη ζωή συνδέεται ψυχολογικά με μια σχετικά δυνατή και σταθερή ταυτότητα που τυπικά εγκαθιδρύεται στην εκπαίδευση, στο επάγγελμα, στις οικογενειακές σχέσεις και στις πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Μια τέτοια ταυτότητα αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια πολλών ετών και ταυτόχρονα καθιερώνεται μια άμυνα ταυτότητας με τη μορφή διανοητικών εμποδίων που μπορούν να αποκρούσουν τις επιρροές που ίσως απειλούν την εδραιωμένη ταυτότητα. Στους ενήλικες τέτοια άμυνα ταυτότητας εκφράζεται συνήθως σε καταστάσεις μάθησης και εκπαίδευσης που στοχεύουν στην αναπροσαρμογή, επανεκπαίδευση ή προσωπική ανάπτυξη.

Για παράδειγμα, αν κάποιος κάνει μια συγκεκριμένη δουλειά για χρόνια και θεωρεί ότι λειτουργεί καλά και έχει πολλά προσόντα σε αυτό το πλαίσιο και μετά ξαφνικά μείνει άνεργος όχι επειδή δεν είναι αρκετά καλός αλλά η εταιρεία κάνει περικοπές, μετακομίζει σε άλλη χώρα κ.ά., βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου ενάντια στη θέλησή του, πρέπει να κατεδαφίσει την υπάρχουσα ταυτότητα και να χτίσει μια καινούργια. Κάτι παρόμοιο μπορεί να συνδέεται με ένα διαζύγιο, το θάνατο κάποιου κοντινού προσώπου ή άλλες απότομες αλλαγές στη βάση της ζωής.

Όσο μεγαλύτερος είναι κάποιος σε ηλικία τόσο περισσότερο ενεργοποιεί την άμυνα ταυτότητας. Αντιστέκεται σε οποιαδήποτε προγράμματα εκπαίδευσης και ο άνθρωπος νοιώθει αβοήθητος χωρίς καμιά επιρροή πάνω στις συνθήκες που βιώνει. Στις μοντέρνες δημοκρατικές κοινωνίες, οι περισσότεροι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι προσδοκούν να μπορούν να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους τι πρόκειται να μάθουν και όταν αυτό δεν συμβαίνει βιώνεται ως αδικία.

Είναι αποδεδειγμένο ότι τα άτομα χρειάζονται να υιοθετήσουν πιο ρεαλιστικές και ευέλικτες συμπεριφορές, δηλαδή να έχουν βαθύτερη γνώση για τα δικά τους προσόντα και ενδιαφέροντα σχετικά με τις κοινωνικές πραγματικότητες και μια πιο ενσυνείδητη προσέγγιση στο να μπορούν να βρίσκουν τον δρόμο τους με τρόπο που να είναι ευέλικτος. Αυτές οι στάσεις θα αναπτυχθούν μέσα από την παιδική ηλικία και νεότητα. Η αίσθηση ότι το άτομο είναι αβοήθητο είναι καθηλωτική. Η διανοητική άμυνα είναι φυσική και αναγκαία αλλά αποτελεί μια αγχωτική κατάσταση που θα πρέπει ο άνθρωπος να έχει τη συνείδηση να την αντιμετωπίσει.

Οι μηχανισμοί άμυνας στη μάθηση κυρίως εκδηλώνονται με τρεις κύριους τύπους άγχους και πίεσης. Σχετικά με την άμυνα ενάντια στον τεράστιο αριθμό επιρροών και επιθυμιών στις οποίες είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι αναπτύσσουμε ένα ιδιαίτερο τύπο διανοητικής άμυνας. Η καθημερινή ζωή -δηλαδή τα πάντα που βρίσκονται έξω από την επαγγελματική ζωή-έχει γίνει αποσπασματική και φτωχοποιημένη, επειδή κυριαρχεί η παραγωγική σφαίρα, και όλες οι άλλες πλευρές της ζωής έχουν στο τέλος μπει σε συμφωνία με την οικονομική της εκλογίκευση.

Η καθημερινή ζωή, σήμερα χαρακτηρίζεται ως αποτελούμενη από μια μακριά διαδοχή ξεχωριστών καταστάσεων, που προφανώς όλες έχουν τη δική τους σημασία αλλά θεωρούνται ασύνδετες επειδή ο κοινός παρανομαστής που υποβόσκει, δηλαδή ότι τα πάντα θα υποβληθούν σε καπιταλιστική οικονομική εκλογίκευση, δεν είναι άμεσα προφανής. Για κάθε διαφορετικό τύπο καταστάσεων πρέπει να υιοθετήσουμε διάφορους ρόλους, ως μισθωτός, γονέας, καταναλωτής, κάτοικος, τηλεθεατής, ψηφοφόρος κλπ. Και καθώς οι καταστάσεις είναι ασύνδετες, επίσης δεν χρειάζεται να υπάρχει οποιαδήποτε αμοιβαία σύνδεση ανάμεσα στους διάφορους ρόλους.

Το κοινό χαρακτηριστικό σε όλα αυτά τα διάφορα κομμάτια είναι η δομή του χρόνου. Οι ζωές μας κυβερνώνται όλο και περισσότερο από το ρολόι. Το σημαντικό εδώ είναι, η διάκριση ανάμεσα στο χρόνο εργασίας και στον «ελεύθερο χρόνο». Μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα ο χρόνος καθορίζεται από το ωριαίο πρόγραμμα. Αυτό συνηθίζει τα παιδιά στο να δέχονται ένα χρονοδιάγραμμα που επιβάλλεται εξωτερικά χωρίς καμία σύνδεση με το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων που μπαίνουν σε αυτό το χρονοδιάγραμμα. Ο ελεύθερος χρόνος μας αντίστοιχα υπόκειται ολοένα και περισσότερο σε χρονοδιαγράμματα. Απλώς σκεφθείτε ποια σημασία έχουν τώρα τα τηλεοπτικά προγράμματα στην εσωτερική δομή της ζωής μας στο σπίτι.

Για να αντιμετωπίσει αυτή την ασύνδετη πολυμορφία ο σύγχρονος άνθρωπος χρησιμοποιεί κάποιες ρουτίνες που σημαίνουν ότι η ανάγκη καταπιέζεται, αναβάλλεται και υποχρεώνεται να συμμορφωθεί στα χρονοδιαγράμματα. Η καταπίεση και η αναβολή της ανάγκης φυσικά συμβαίνουν σε κάθε κοινωνία, αυτή είναι και η βασική προϋπόθεση για το σχηματισμό μιας κοινωνίας. Αλλά με τα παντοδύναμα χρονοδιαγράμματα που έχουν αναπτυχθεί στη σύγχρονη κοινωνία, αυτή η κατάσταση έχει φτάσει σε σημείο όπου απαιτείται πολύ αναπτυγμένος εσωτερικός περιορισμός από κάθε μέλος της κοινωνίας έτσι ώστε αυτή να μπορεί να λειτουργήσει.

Οι ρουτίνες μας απελευθερώνουν επίσης από την ανάγκη να μένουμε ανοιχτοί και διαφανείς σε καθεμιά από τις αναρίθμητες καταστάσεις που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή. Αυτό θα ήταν μάλλον απλώς πρακτικά και ψυχολογικά αξεπέραστο-και μπορούμε να απομακρυνόμαστε από όλες τις βαρβαρότητες που εμφανίζονται κάθε μέρα στις τηλεοπτικές μας οθόνες ή τις δελεαστικές προσφορές των σουπερμάρκετ που στόχο έχουν τα περιορισμένα κονδύλιά μας.

Από την άλλη πλευρά, η σύγχρονη μαζική επικοινωνία παρέχει ένα χείμαρρο από πιθανές ερμηνείες και σημασίες, οι οποίες είναι το ίδιο ασύνδετες όπως η χρήση του χρόνου, αλλά μπορούν να σχηματίσουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς ανάμεσα σε μπερδεμένα καθημερινά γεγονότα και τα καταπιεσμένα όνειρα και τις ιδέες και όλη την αγωνία και ανοργανωσιά που είναι συνέπεια της καταπίεσης.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα τύπο «φιλτραρίσματος» τον οποίο εφαρμόζουμε με ημι-αυτόματο τρόπο δηλαδή ασυνείδητα από τις νέες πληροφορίες που είναι μια άμυνα θετική που αν δεν την είχαμε σύντομα θα καταλήγαμε σε φρενοκομείο. Παράλληλα όμως με αυτό τον τρόπο εμποδίζεται η μάθηση. Η αρνητική πλευρά αφορά το γεγονός ότι ένα μέρος ικανοποίησης στη ζωή μας περιορίζεται σε ρουτίνες, φτωχοποίηση ιδεών, λάθος και προκατάληψη. Αμυνόμαστε και χρησιμοποιούμε διαστρεβλώσεις όταν ο κόσμος που μας περιβάλλει γίνεται πολύ δύσκολος για εμάς. Θα πρέπει να κινητοποιήσουμε ένα συγκεκριμένο απόθεμα ενέργειας να μετατρέψουμε την άμυνα σε επίθεση και να κάνουμε κάτι για τους εαυτούς μας εσωτερικά ή εξωτερικά μέσα από ατομικές ή συλλογικές δράσεις.

 

Knud Illeris 2015. Ο τρόπος που μαθαίνουμε. Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Η Ευγενία Κουτσίδου είναι περιβαλλοντολόγος, PhD - Εκπαίδευση Ενηλίκων MSc.

Τρίτη, 09 Ιανουαρίου 2018 14:40

Άμυνα απέναντι στη μάθηση

Πάρα πολλές φορές υπάρχει πνευματική άμυνα απέναντι στη νέα γνώση. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η μάθηση εμποδίζεται η διαστρεβλώνεται από ασυνείδητους νοητικούς μηχανισμούς που εξυπηρετούν στο να προστατεύσουν το άτομο ενάντια στη μάθηση η οποία για τον ένα ή άλλο λόγο μπορεί να είναι απειλητική, περιοριστική ή με έναν άλλο τρόπο να πιέζει για τη διατήρηση της πνευματικής ισορροπίας. Κάποιοι ψυχολόγοι αναφέρουν την άμυνα αυτή ως «πανοπλία του χαρακτήρα». Αναγνωρίστηκαν τύποι μηχανισμών άμυνας όπως για παράδειγμα τη μείωση («Φυσικά και το ξέρω αυτό» σε κάτι νέο και πραγματικά άγνωστο), τη μετουσίωση («Δεν είναι ο τομέας μου»), την ισοπέδωση («Αυτό πραγματικά δεν είναι πρόβλημα». Σε όρους μάθησης οι μηχανισμοί άμυνας μπορούν πρώτα και κύρια να συνεπάγονται μια απόρριψη, δηλαδή κάποιος απλώς δεν θα επιτρέψει αυτές τις επιθυμίες να συνειδητοποιηθούν για τον ένα ή άλλο λόγο, δεν θα τις δεχθεί ούτε θα ασχοληθεί μαζί τους, και τις αγνοεί σαν να μην υπάρχουν οπότε φυσικά δεν συμβαίνει μάθηση. Και εκεί όπου η απόρριψη είναι υποκειμενικά σημαντική κι ίσως πρέπει να επαναληφθεί αρκετές φορές μπορεί να πάρει τη φύση ενός μπλοκαρίσματος, δηλαδή εμφανίζεται αυτόματα και έντονα, κι ίσως παίρνει νευρωτικά χαρακτηριστικά όπως μια φοβία, που συχνά περιλαμβάνει δυνατές αντιδράσεις άγχους.

Συνήθως συμβαίνει στρεβλή αφομοίωση αυτό που συνήθως αποκαλούμε προκατάληψη. Η προκατάληψη συνεπάγεται μια λαθεμένη κατανόηση που έχει χτιστεί σχετικά με ένα συγκεκριμένο θέμα, η οποία θα κόστιζε πολύ στο άτομο αν την εγκαταλείπει. Άρα το άτομο συστηματικά διαστρεβλώνει όποιες επιθυμίες έρχονται σε αντίφαση με αυτή. Ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ξενοφοβία, ο αντισημιτισμός είναι προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις ως κοινωνικές στάσεις έχουν γνωστική, συναισθηματική και πιθανώς, επίσης, μια συμπεριφοριστική διάσταση. Είναι δυνατό να γίνονται αντικείμενο μάθησης, αλλά και να τροποποιούνται, αν και αυτό σε βαθιά ριζωμένες στάσεις συχνά είναι μια δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία. Αυτό συμβαίνει γιατί η συμπεριφορά αυτή είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ευταξίας και της ταυτότητας του ατόμου. Στη σύγχρονη κοινωνία μάλιστα έχουν δημιουργηθεί πιο γενικοί αμυντικοί μηχανισμοί που όλοι αναπτύσσουμε για να διατηρήσουμε την πνευματική μας ισορροπία σε ένα κόσμο που κατακλύζει πνευματικά το άτομο με πολλούς τρόπους.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο σήμερα γιατί πρώτον λόγω της παγκοσμιοποίησης και της ανάπτυξης της τεχνολογίας υπάρχει μεγάλος όγκος νέων επιρροών και εντυπώσεων στις οποίες είμαστε όλοι εκτεθειμένοι. Δεύτερον στη σύγχρονη κοινωνία υπάρχει σταθερή ροή αλλαγών σε όλα τα επίπεδα. Στην επαγγελματική μας ζωή, στην ιδιωτική μας ζωή και μέσα στους τομείς ενδιαφέροντος μας, σήμερα είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι σε αλλαγές εξαιρετικής σημασίας για τον τρόπο που ζούμε τη ζωή μας, τις δυνατότητες μας και το πώς κατανοούμε τα πράγματα, επειδή οι κοινωνικές δομές αλλάζουν διαρκώς για να συμβαδίσουν με την «ανάπτυξη» που αποτελείται ακριβώς από όλες αυτές τις αλλαγές. Όσο ο κόσμος που μας περιβάλει γίνεται πιο δύσκολος για εμάς τόσο χρησιμοποιούμε διαστρεβλώσεις. Αυτό οδηγεί ότι μέρος της ικανοποίησης της ζωής μας περιορίζεται σε ρουτίνες, φτωχοποίηση ιδεών, λάθη και προκαταλήψεις και ενισχύει την άμυνα ταυτότητας.

Η «έννοια της ανάπτυξης» που ακούγεται συνέχεια ότι είναι το ζητούμενο στη σημερινή Ελλάδα των μνημονίων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την έννοια της «αλλαγής».

 

Knud Illeris 2015. Ο τρόπος που μαθαίνουμε. Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Σελίδα 1 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top