FOLLOW US
Ευγενία Κουτσίδου

Ευγενία Κουτσίδου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Μηχανισμός άμυνας είναι η ασυνείδητη ενδοψυχική διεργασία που δρα για να ανακουφίσει τη σύγκρουση και το άγχος, που προέρχονται από τις ενορμήσεις και τα ένστικτα ενός ατόμου. Η εξοικείωση με την έννοια της άμυνας και την ποικιλία των αμυντικών μηχανισμών που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση του χαρακτήρα μας. Στην παιδική μας ηλικία αναπτύξαμε κάποιους μηχανισμούς προκειμένου να προσαρμοστούμε στο περιβάλλον μας και αυτοί οι μηχανισμοί ονομάζονται στρατηγικές αντιμετώπισης ή άμυνες. Στην ενήλικη όμως ζωή πολλές φορές συνηθίζουμε να εμφανίζουμε τις ίδιες στρατηγικές αντιμετώπισης, αλλά επειδή οι συνθήκες στο περιβάλλον μας έχουν αλλάξει, καλούμαστε να τις διαχειριστούμε με έναν διαφορετικό τρόπο. Οι άμυνες δηλαδή που χρησιμοποιούμε στην ενήλικη ζωή μας ήταν χρήσιμες στην παιδική ηλικία, αλλά μπορεί να μας δημιουργούν κάποια προβλήματα στο παρόν.
Σήμερα θα αναφερθούμε στην άμυνα: παντοδύναμος έλεγχος.
Η αίσθηση ενός ατόμου ότι έχει την ικανότητα να επηρεάσει τον κόσμο, ότι έχει δύναμη επιρροής, αποτελεί φυσικά μια κρίσιμη διάσταση της αυτοεκτίμησής του, η ύπαρξη της οποίας έχει τις ρίζες της στις βρεφικές και εξωπραγματικές αλλά φυσιολογικές για εκείνη την περίοδο φαντασιώσεις παντοδυναμίας. Για παράδειγμα, αν ένα βρέφος κρυώνει και το άτομο που το φροντίζει το αντιληφθεί και του προσφέρει ζεστασιά, τότε το βρέφος θα βιώσει μια εμπειρία, στην οποία δίνει την ερμηνεία ότι με κάποιο μαγικό τρόπο έχει εξασφαλίσει ζεστασιά.
Καθώς το παιδί ωριμάζει, αυτή η φαντασίωση δίνει τη θέση της σε μια φάση δευτερογενούς παντοδυναμίας, στην οποία ένα ή περισσότερα πρόσωπα που φροντίζουν το παιδί θεωρούνται από το ίδιο παντοδύναμα. Τελικά, καθώς το παιδί ωριμάζει περισσότερο, έρχεται αντιμέτωπο με το δυσάρεστο γεγονός ότι κανένα άτομο δεν έχει απεριόριστες δυνάμεις.
Κάθε υγιής ενήλικος που αναγνωρίζει ότι η δύναμη των ανθρώπων δεν είναι απεριόριστη, θα πρέπει να έχει βιώσει με ασφάλεια την πρώιμη περίοδο της ζωής του, κατά την οποία απολάμβανε ελεύθερα τις φυσιολογικές, για το εξελικτικό του στάδιο, αυταπάτες αναφορικά τόσο με την παντοδυναμία του εαυτού του, όσο και με την παντοδυναμία των ατόμων από τα οποία εξαρτιόταν άμεσα.
Όμως, τι γίνεται στην περίπτωση που το αποτέλεσμα σε μία κατάσταση δεν ήταν τελικά το αναμενόμενο; Τότε, η απογοήτευση και η αίσθηση αποτυχίας μπορεί να είναι δυσβάσταχτη και μη συγχωρητέα από το ίδιο το άτομο.
Εάν η προσωπικότητα ενός ατόμου είναι οργανωμένη γύρω από την αναζήτηση και την απόλαυση της αίσθησης ότι ασκεί αποτελεσματικά την παντοδυναμία του, και ότι όλα τα άλλα πρακτικά και ηθικά ζητήματα έχουν μόνο δευτερεύουσα σημασία, τότε εύλογα αυτή η προσωπικότητα μπορεί να θεωρηθεί ψυχοπαθητική. Ο Bursten αναφέρει ότι αυτά τα άτομα που κυριαρχούνται από τον παντοδύναμο έλεγχο προβαίνουν στο συνειδητό χειρισμό των άλλων προκειμένου να αποφύγουν το άγχος και να διατηρήσουν την αυτοεκτίμησή τους.
Μια βασική ενασχόληση αλλά και ευχαρίστηση των ατόμων αυτών, είναι «να τη φέρνουν» στους άλλους. Τέτοια άτομα συναντά κανείς σε επιχειρήσεις που απαιτούν δόλο, προσωπική κυριαρχία σε βάρος οποιουδήποτε άλλου ενδιαφέροντος και ανάληψη ριψοκίνδυνων εγχειρημάτων. Τα άτομα αυτά απαντώνται σε ηγετικούς ρόλους σε επιχειρήσεις και σε άλλους χώρους τέτοιου τύπου, καθώς και σε επαγγέλματα που έχουν σχέση με πωλήσεις, στους ηγέτες αιρέσεων και στις βιομηχανίες της διαφήμισης και της ψυχαγωγίας και οπουδήποτε αλλού υπάρχει μεγάλη πιθανότητα άσκησης ανελέητης εξουσίας.

Παντελής Παπαδόπουλος
<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>.

Η άρνηση είναι ένας αμυντικός μηχανισμός ο οποίος λειτουργεί ασυνείδητα και έχει ως αποτέλεσμα, το άτομο να αρνείται την ύπαρξη ορισμένων στοιχείων που προέρχονται από την εξωτερική πραγματικότητα. Ένα συνηθισμένο παράδειγμα είναι ο αλκοολικός που αρνείται ότι έχει πιει, ενώ μυρίζει αλκοόλ. Η άρνηση ως μηχανισμός άμυνας δεν κάνει διακρίσεις, εμφανίζεται σε όλους τους ανθρώπους. Η αντίδραση αυτή έχει τις ρίζες της στον εγωκεντρισμό του παιδιού και βασίζεται στην θεώρηση ότι «αν δεν το παραδεχτώ, τότε δεν συμβαίνει».

Υπάρχουν δύο είδη άρνησης: 1) Η Άρνηση της παρόρμησης: Χαρακτηριστικά παραδείγματα της άρνησης της παρόρμησης είναι κάποιες εκφράσεις που ασυνείδητα χρησιμοποιούνται στο άκουσμα μιας δυσάρεστης είδησης. Για παράδειγμα. «δεν μπορεί να συμβαίνει σε μένα». Επίσης, η απάντηση ενός οργισμένου ατόμου που διαμαρτύρεται λέγοντας «όχι, δεν είμαι θυμωμένος». 2) Άρνηση της πραγματικότητας: Στην άρνηση της πραγματικότητας το άτομο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το μέγεθος μιας απειλής. Παραδείγματα: η φράση «όχι» στο άκουσμα θανάτου ενός προσφιλούς προσώπου. Η άρνηση των παιδιών να αποδεχθούν τον θάνατο αγαπημένου τους κατοικίδιου στο οποίο μιλάνε όπως όταν ζούσε. Η συνειδητή αποφυγή της προσέγγισης ενός δύσκολου προβλήματος όπως απλήρωτοι λογαριασμοί, ανεργία που στην πορεία γίνεται μηχανική και ασυνείδητη. Στην περίπτωση απρόβλεπτων καταστροφών, όπως οι σεισμοί, διαπιστώνεται άρνηση κατοίκων να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, και παρόλο που έχουν επίγνωση της απειλής, διαμένουν σε σεισμικά ανεπαρκή κτήρια.

Οι περισσότεροι άνθρωποι υπόκεινται στην άρνηση από αδυναμία να διαχειριστούν μία αλήθεια που δεν αντέχουν. Οι περισσότεροι από εμάς χρησιμοποιούμε την άρνηση έως ένα βαθμό για να κάνουμε τη ζωή μας λιγότερο δυσάρεστη. Αυτός ο μηχανισμός άμυνας μπορεί ακόμη και να σώσει τη ζωή ενός ατόμου, το οποίο αν και βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης ή άμεσης ανάγκης, επιστρατεύει την άρνηση με αποτέλεσμα να δράσει με ένα τρόπο που είναι πιο αποτελεσματικός. Αυτό συμβαίνει διότι το άτομο, επιστρατεύοντας την άρνηση, μπορεί να ενεργήσει με έναν τρόπο που αντικειμενικά είναι ο πιο αποτελεσματικός και ηρωικός. Σε κάθε πόλεμο παρουσιάζονται ιστορίες ατόμων που διατήρησαν την ψυχραιμία τους σε απειλητικές και τρομακτικές καταστάσεις και κατάφεραν να σώσουν τον εαυτό τους και τους συντρόφους τους.

Οι θετικές ψευδαισθήσεις (διαστρέβλωση) μπορούν να αποδειχτούν ωφέλιμες για την ψυχική υγεία του ατόμου, αρκεί να μην είναι πολύ ακραίες. Η προσωρινή απαλλαγή από κάποιο συναισθηματικό τραύμα μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή άγχους και κατάθλιψης. Όμως, η άρνηση μπορεί να επιφέρει και αρνητικά αποτελέσματα, καθώς δυσχεραίνει την προσαρμογή όταν αποτρέπει εποικοδομητικές ενέργειες. Παράδειγμα, περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας ασθενής αρνείται να παραδεχτεί ότι έχει νοσήσει και πρέπει να ακολουθήσει την κατάλληλη θεραπεία. Σύζυγοι που υφίστανται κακοποίηση από τους συντρόφους τους και αρνούνται την επικινδυνότητα τους, αλκοολικοί που επιμένουν ότι δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα με το ποτό, μητέρες που αγνοούν τα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι κόρες τους έχουν παρενοχληθεί σεξουαλικά, ηλικιωμένα άτομα που δεν σκέφτονται να σταματήσουν να οδηγούν παρά την προφανή αδυναμία τους, όλα αυτά είναι μερικά παραδείγματα άρνησης στη χειρότερη μορφή της.

Το ψυχοπαθολογικό γνώρισμα της άρνησης είναι η μανία. Τα άτομα που φτάνουν σε τέτοιου είδους ψυχοπαθολογικές καταστάσεις αρνούνται να παραδεχτούν την πραγματικότητα της κατάστασης που τους συμβαίνει σε ακραίο βαθμό. Τα άτομα που χρησιμοποιούν ως βασική τους άμυνα την άρνηση, είναι μανιακά σε ό, τι αφορά την οργάνωση του χαρακτήρα τους και ονομάζονται υπομανιακά. Στη μανιακή κατάσταση τα άτομα μπορεί να φτάσουν σε σημείο να αρνηθούν, σε εκπληκτικό βαθμό, τα σωματικά τους όρια, την ανάγκη τους για ύπνο, την κρισιμότητα της οικονομικής τους κατάστασης, τις προσωπικές τους αδυναμίες, ακόμη και τη θνητότητα της φύσης τους.

 

Παντελής Παπαδόπουλος

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CF%81%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B7.

 

Στα επόμενα άρθρα θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε όλες τις αμυντικές διεργασίες που μπορεί να υπάρχουν με στόχο την αναγνώριση και κατανόηση αντίστοιχων συναισθημάτων. Οι άμυνες διακρίνονται σε πρωτόγονες και ώριμες. Οι πρωτόγονες άμυνες λειτουργούν με έναν καθολικό και αδιαφοροποίητο τρόπο σε όλα τα επίπεδα, συγχωνεύοντας το αισθητηριακό, το συναισθηματικό, το γνωστικό και το συμπεριφορικό επίπεδο, ενώ οι πιο εξελιγμένες άμυνες δημιουργούν ιδιαίτερους μετασχηματισμούς σκέψης, συναισθήματος, αισθήσεων, συμπεριφοράς ή κάποιο συνδυασμό τους.

«Πρωτόγονες» θεωρούνται οι εξής άμυνες: απόσυρση, άρνηση, παντοδύναμος έλεγχος, πρωτόγονη εξιδανίκευση και υποτίμηση, προβολική και ενδοβλητική ταύτιση, διχοτόμηση του Εγώ και διάσχιση.

Ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε μία - μία τις παραπάνω άμυνες:

ΑΠΟΣΥΡΣΗ

Όταν ένα βρέφος νιώθει υπερβολική διέγερση ή υπερβολικό στρες, συνήθως καταφεύγει στον ύπνο. Οι ενήλικες εκδοχές αυτής της διεργασίας παρατηρούνται σε άτομα που αποχωρούν από κοινωνικές ή διαπροσωπικές περιστάσεις και υποκαθιστούν τις στρεσογόνες γι’ αυτά διεγέρσεις της συναναστροφής τους με τους άλλους με τον εσωτερικό φαντασιακό τους κόσμο. Η τάση ορισμένων ατόμων να κάνουν χρήση χημικών ουσιών για την αλλαγή της συνειδησιακής τους κατάστασης μπορεί επίσης να εκληφθεί ως απόσυρση.

Το προφανές μειονέκτημα της απόσυρσης είναι ότι απομακρύνει το άτομο από την ενεργητική συμμετοχή του στην επίλυση των διαπροσωπικών του προβλημάτων. Τα άτομα με τέτοιους συντρόφους συχνά δεν γνωρίζουν πώς να τους κάνουν να δείξουν κάποιο είδος συναισθηματικής ανταπόκρισης. Ένα συνηθισμένο παράπονο για το σύντροφό τους είναι ότι «παίζει με το χειριστήριο της τηλεόρασης και αρνείται να μου απαντήσει». Τα άτομα που σε μόνιμη βάση απομονώνουν τον εαυτό τους θέτουν σε δοκιμασία την υπομονή εκείνων που τους αγαπούν, προβάλλοντας αντίσταση στη συναισθηματική διαντίδραση μαζί τους.

Το βασικότερο πλεονέκτημα της απόσυρσης, ως αμυντικής στρατηγικής είναι ότι, ενώ πρόκειται για μια διεργασία ψυχολογικής απόδρασης από την πραγματικότητα, απαιτεί σχετικά μικρή παραποίηση αυτής της πραγματικότητας. Οι άνθρωποι που επιστρατεύουν πολύ συχνά την απόσυρση ανακουφίζουν τον εαυτό τους, όχι μέσω της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, αλλά μέσω της φυγής τους από αυτή. Κατά συνέπεια, μπορεί να είναι ασυνήθιστα ευαίσθητοι, συχνά προς μεγάλη έκπληξη αυτών που τους απορρίπτουν επειδή τους θεωρούν αδιάφορους.

Επίσης, παρόλο που ότι από τη φύση τους τα άτομα αυτά δύσκολα εκφράζουν τα συναισθήματά τους, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ικανά να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα των άλλων. Στο πιο υγιές επίπεδο αυτής της κατάστασης συναντά κανείς άτομα που διακρίνονται για τη δημιουργικότητά τους: καλλιτέχνες, συγγραφείς, θεωρητικούς επιστήμονες, φιλόσοφους, μυστικιστές και άλλους ιδιαίτερα ταλαντούχους θεατές του κόσμου, η ικανότητα των οποίων να αποτραβιούνται από τη συμβατικότητα της καθημερινής ζωής τούς επιτρέπει να ερμηνεύουν την πραγματικότητα με ιδιαίτερη πρωτοτυπία.

Η απόσυρση έχει λάβει σήμερα έκταση κοινωνικού φαινομένου. Η λέξη Hikikomori είναι μια λέξη ιαπωνικής καταγωγής που ετυμολογικά σημαίνει «τράβηγμα προς τα μέσα, περιορισμός». Το σύνδρομο Hikikomori είναι οξεία κοινωνική απόσυρση και αναφέρεται στο φαινόμενο απομόνωσης εφήβων ή ενήλικων που αποσύρονται από την κοινωνική ζωή και αναζητούν την απομόνωση και τον αυτό-εγκλεισμό. Αυτό το σύνδρομο που άρχισε να εμφανίζεται στην Ιαπωνία, φαίνεται να εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, αργά και ύπουλα, ήδη περιπτώσεις καταγράφονται στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Νότια Κορέα και τη Γαλλία. Απλοί άνθρωποι που επιλέγουν εθελοντικά να κλειστούν στα σπίτια τους, μερικές φορές σε ένα δωμάτιο, και ζουν εκεί εξαρτημένοι από το διαδίκτυο και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Αποφεύγουν και αρνούνται την οποιαδήποτε επαφή και οποιαδήποτε προσωπική σχέση ή επικοινωνία συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων της οικογενείας τους μερικές φορές.

 

Παντελής Παπαδόπουλος

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

http://www.tokleidi.com/2014/05/syndromo-hikikomori/

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018 15:38

Άμυνα απέναντι στη μάθηση

Όπως αναλυτικά περιγράφηκε στα προηγούμενα άρθρα οι αλλαγές που συμβαίνουν γύρω μας, μας προκαλούν άγχος και ενεργοποιούνται αμυντικοί μηχανισμοί που ως αποτέλεσμα έχουν να μην επιτελείται η διαδικασία της μάθησης και έτσι να μην προσαρμοζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τις αλλαγές. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τους αμυντικούς μηχανισμούς θα αφιερώσουμε μια σειρά άρθρων για να περιγράψουμε τι σημαίνουν αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί στο επίπεδο της ψυχανάλυσης.

Ως μηχανισμός άμυνας ορίζεται η ασυνείδητη ενδοψυχική διεργασία που δρα για να ανακουφίσει τη σύγκρουση και το άγχος που προέρχονται από τις ενορμήσεις και τα ένστικτα ενός ατόμου.

Η εξοικείωση με την έννοια της άμυνας και την ποικιλία των αμυντικών μηχανισμών που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της ψυχαναλυτικής διάγνωσης του χαρακτήρα. Οι βασικές διαγνωστικές κατηγορίες που χρησιμοποιούνται από τους ψυχαναλυτές για τον προσδιορισμό των τύπων προσωπικότητας αναφέρονται σε μια ιδιαίτερη άμυνα ή σε ένα σύνολο αμυνών που επιστρατεύονται κατ’ εξακολούθηση από το άτομο. Έτσι, ο διαγνωστικός όρος στον οποίο καταλήγουν οι ψυχαναλυτές αποτελεί ένα είδος στενογραφημένης περιγραφής, με την οποία περιγράφεται ο συνήθης τρόπος άμυνας ενός ατόμου.

Οι άμυνες έχουν πολλές λειτουργίες που είναι ευεργετικές. Στην αρχή αποτελούν υγιείς και δημιουργικούς τρόπους προσαρμογής του βρέφους στο περιβάλλον του και συνεχίζουν να λειτουργούν προσαρμοστικά σε όλη την διάρκεια της ζωής. Όταν επιστρατεύονται για να υπερασπίσουν το άτομο από κάποια απειλή, ονομάζονται άμυνες. Ένα άτομο με αμυντική συμπεριφορά προσπαθεί, σε γενικές γραμμές, να επιτύχει έναν ή και τους δύο από τους ακόλουθους σκοπούς:

- Την αποφυγή ή τη διαχείριση κάποιου ισχυρού και απειλητικού συναισθήματος, συνήθως του άγχους,

- ενίοτε όμως και της υπερβολικής θλίψης ή και άλλων αποδιοργανωτικών συναισθηματικών εμπειριών, και τη διατήρηση της αυτοεκτίμησής του.

Οι υποστηρικτές της ψυχολογίας του Εγώ έδωσαν έμφαση στον τρόπο λειτουργίας των αμυνών για την αντιμετώπιση του άγχους. Οι υποστηρικτές της θεωρίας των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, που δίνουν ιδιαίτερη σημασία στα θέματα της προσκόλλησης και του αποχωρισμού, ήταν οι πρώτοι που επισήμαναν ότι οι άμυνες μπορούν να επιστρατευθούν και για την αντιμετώπιση της θλίψης. Τέλος, οι υποστηρικτές της ψυχολογίας του Εαυτού τόνισαν το ρόλο των αμυνών στην προσπάθεια που καταβάλλει κάθε άτομο για τη διατήρηση μιας ισχυρής, σταθερής και θετικής αίσθησης του εαυτού του.

Κάθε άτομο εκφράζει μια ιδιαίτερη προτίμηση σε συγκεκριμένες άμυνες οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στον τρόπο με τον οποίο αυτό αντιμετωπίζει την πραγματικότητα. Η προτίμηση και η αυτόματη χρήση μιας μεμονωμένης άμυνας ή μιας ομάδας αμυνών είναι το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης αλληλεπίδρασης μεταξύ τεσσάρων, τουλάχιστον, παραγόντων:

α) της ιδιοσυγκρασίας ενός ατόμου

β) της φύσης των αρνητικών ψυχοπιεστικών παραγόντων που επηρέασαν ένα άτομο στη διάρκεια της πρώιμης παιδικής του ηλικίας

γ) των αμυνών που λειτούργησαν ως πρότυπα ή που διδάχτηκαν από γονείς και άλλα σημαντικά πρόσωπα

δ) των συνεπειών που βίωσε ένα άτομο μετά την επιστράτευση συγκεκριμένων αμυνών (σύμφωνα με την ορολογία της θεωρίας της μάθησης ονομάζεται «αποτέλεσμα της ενίσχυσης»).

Οι άμυνες που χαρακτηρίζονται ως πρωτογενείς ή ανώριμες ή πρωτόγονες ή «χαμηλότερης τάξης» είναι όσες αφορούν την οριοθέτηση ανάμεσα στον εαυτό και στον εξωτερικό κόσμο. Αντίθετα, οι άμυνες που χαρακτηρίζονται ως δευτερογενείς ή πιο ώριμες ή ανώτερες ή «υψηλότερης τάξης» σχετίζονται με την εσωτερική οριοθέτηση του ψυχικού οργάνου, όπως τα όρια ανάμεσα στο Εγώ ή στο Υπερεγώ και το Εκείνο, ή ανάμεσα στο τμήμα του Εγώ που παρατηρεί και στο τμήμα του Εγώ που βιώνει την υποκειμενική εμπειρία.

 

Παντελής Παπαδόπουλος

<http://www.papapan.gr/issues/15-defence-mechanisms>

Περίληψη του 5. και 6. κεφαλαίου από το βιβλίο της Nancy McWilliams «Ψυχαναλυτική Διάγνωση», Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα.

 

Τρίτη, 06 Μαρτίου 2018 16:31

Άμυνα απέναντι στη μάθηση

Η σύγχρονη κοινωνία μάς εκθέτει σε πλήθος από επιρροές, πράγμα που είναι τόσο συντριπτικό έτσι ώστε να πρέπει να αναπτύξουμε μια ημιαυτόματη άμυνα που να αποβάλλει πολλά, η κοινωνία επίσης μάς εκθέτει σε διαρκείς αλλαγές σε όλα τα πεδία και με συχνότητα που ξεπερνάει κατά πολύ την ικανότητά μας να σχετιζόμαστε με αυτές και να τις υιοθετούμε. Συνεχώς επίσης υπάρχουν αλλαγές που επηρεάζουν εμάς τους ίδιους και την κατάστασή μας σε τέτοιο σημείο που κατά κάποιο τρόπο δεν μπορούμε να τις αποφύγουμε. Στην επαγγελματική μας ζωή, στην ιδιωτική μας ζωή και μέσα στους τομείς ενδιαφέροντός μας, σήμερα είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι σε αλλαγές εξαιρετικής σημασίας για τον τρόπο που ζούμε τη ζωή μας, τις δυνατότητές μας και το πώς κατανοούμε τα πράγματα, επειδή οι κοινωνικές δομές αλλάζουν διαρκώς για να συμβαδίσουν με την ανάπτυξη που αποτελείται ακριβώς από όλες αυτές τις αλλαγές.

Αυτό προκαλεί μεγάλη μάθηση που μπορεί να συμβάλει στο να αναπτυχθούμε και να εμπλουτιστούμε, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί δυνατή πίεση ότι πρέπει πάντα να συμβαδίσουμε με τις αλλαγές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αμυντικοί μηχανισμοί της καθημερινότητας δεν είναι αρκετοί αλλά χρειάζεται να κινητοποιήσουμε μια δυνατότερη άμυνα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενεργοποιείται η άμυνα ταυτότητας, ένας τύπος άμυνας που αναπτύχθηκε πιθανώς μαζί με την ταυτότητα και έχει σκοπό να την προστατέψει. Η ενήλικη ζωή συνδέεται ψυχολογικά με μια σχετικά δυνατή και σταθερή ταυτότητα που τυπικά εγκαθιδρύεται στην εκπαίδευση, στο επάγγελμα, στις οικογενειακές σχέσεις και στις πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Μια τέτοια ταυτότητα αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια πολλών ετών και ταυτόχρονα καθιερώνεται μια άμυνα ταυτότητας με τη μορφή διανοητικών εμποδίων που μπορούν να αποκρούσουν τις επιρροές που ίσως απειλούν την εδραιωμένη ταυτότητα. Στους ενήλικες τέτοια άμυνα ταυτότητας εκφράζεται συνήθως σε καταστάσεις μάθησης και εκπαίδευσης που στοχεύουν στην αναπροσαρμογή, επανεκπαίδευση ή προσωπική ανάπτυξη.

Για παράδειγμα, αν κάποιος κάνει μια συγκεκριμένη δουλειά για χρόνια και θεωρεί ότι λειτουργεί καλά και έχει πολλά προσόντα σε αυτό το πλαίσιο και μετά ξαφνικά μείνει άνεργος όχι επειδή δεν είναι αρκετά καλός αλλά η εταιρεία κάνει περικοπές, μετακομίζει σε άλλη χώρα κ.ά., βρίσκεται σε μια κατάσταση όπου ενάντια στη θέλησή του, πρέπει να κατεδαφίσει την υπάρχουσα ταυτότητα και να χτίσει μια καινούργια. Κάτι παρόμοιο μπορεί να συνδέεται με ένα διαζύγιο, το θάνατο κάποιου κοντινού προσώπου ή άλλες απότομες αλλαγές στη βάση της ζωής.

Όσο μεγαλύτερος είναι κάποιος σε ηλικία τόσο περισσότερο ενεργοποιεί την άμυνα ταυτότητας. Αντιστέκεται σε οποιαδήποτε προγράμματα εκπαίδευσης και ο άνθρωπος νοιώθει αβοήθητος χωρίς καμιά επιρροή πάνω στις συνθήκες που βιώνει. Στις μοντέρνες δημοκρατικές κοινωνίες, οι περισσότεροι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι προσδοκούν να μπορούν να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους τι πρόκειται να μάθουν και όταν αυτό δεν συμβαίνει βιώνεται ως αδικία.

Είναι αποδεδειγμένο ότι τα άτομα χρειάζονται να υιοθετήσουν πιο ρεαλιστικές και ευέλικτες συμπεριφορές, δηλαδή να έχουν βαθύτερη γνώση για τα δικά τους προσόντα και ενδιαφέροντα σχετικά με τις κοινωνικές πραγματικότητες και μια πιο ενσυνείδητη προσέγγιση στο να μπορούν να βρίσκουν τον δρόμο τους με τρόπο που να είναι ευέλικτος. Αυτές οι στάσεις θα αναπτυχθούν μέσα από την παιδική ηλικία και νεότητα. Η αίσθηση ότι το άτομο είναι αβοήθητο είναι καθηλωτική. Η διανοητική άμυνα είναι φυσική και αναγκαία αλλά αποτελεί μια αγχωτική κατάσταση που θα πρέπει ο άνθρωπος να έχει τη συνείδηση να την αντιμετωπίσει.

Οι μηχανισμοί άμυνας στη μάθηση κυρίως εκδηλώνονται με τρεις κύριους τύπους άγχους και πίεσης. Σχετικά με την άμυνα ενάντια στον τεράστιο αριθμό επιρροών και επιθυμιών στις οποίες είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι αναπτύσσουμε ένα ιδιαίτερο τύπο διανοητικής άμυνας. Η καθημερινή ζωή -δηλαδή τα πάντα που βρίσκονται έξω από την επαγγελματική ζωή-έχει γίνει αποσπασματική και φτωχοποιημένη, επειδή κυριαρχεί η παραγωγική σφαίρα, και όλες οι άλλες πλευρές της ζωής έχουν στο τέλος μπει σε συμφωνία με την οικονομική της εκλογίκευση.

Η καθημερινή ζωή, σήμερα χαρακτηρίζεται ως αποτελούμενη από μια μακριά διαδοχή ξεχωριστών καταστάσεων, που προφανώς όλες έχουν τη δική τους σημασία αλλά θεωρούνται ασύνδετες επειδή ο κοινός παρανομαστής που υποβόσκει, δηλαδή ότι τα πάντα θα υποβληθούν σε καπιταλιστική οικονομική εκλογίκευση, δεν είναι άμεσα προφανής. Για κάθε διαφορετικό τύπο καταστάσεων πρέπει να υιοθετήσουμε διάφορους ρόλους, ως μισθωτός, γονέας, καταναλωτής, κάτοικος, τηλεθεατής, ψηφοφόρος κλπ. Και καθώς οι καταστάσεις είναι ασύνδετες, επίσης δεν χρειάζεται να υπάρχει οποιαδήποτε αμοιβαία σύνδεση ανάμεσα στους διάφορους ρόλους.

Το κοινό χαρακτηριστικό σε όλα αυτά τα διάφορα κομμάτια είναι η δομή του χρόνου. Οι ζωές μας κυβερνώνται όλο και περισσότερο από το ρολόι. Το σημαντικό εδώ είναι, η διάκριση ανάμεσα στο χρόνο εργασίας και στον «ελεύθερο χρόνο». Μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα ο χρόνος καθορίζεται από το ωριαίο πρόγραμμα. Αυτό συνηθίζει τα παιδιά στο να δέχονται ένα χρονοδιάγραμμα που επιβάλλεται εξωτερικά χωρίς καμία σύνδεση με το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων που μπαίνουν σε αυτό το χρονοδιάγραμμα. Ο ελεύθερος χρόνος μας αντίστοιχα υπόκειται ολοένα και περισσότερο σε χρονοδιαγράμματα. Απλώς σκεφθείτε ποια σημασία έχουν τώρα τα τηλεοπτικά προγράμματα στην εσωτερική δομή της ζωής μας στο σπίτι.

Για να αντιμετωπίσει αυτή την ασύνδετη πολυμορφία ο σύγχρονος άνθρωπος χρησιμοποιεί κάποιες ρουτίνες που σημαίνουν ότι η ανάγκη καταπιέζεται, αναβάλλεται και υποχρεώνεται να συμμορφωθεί στα χρονοδιαγράμματα. Η καταπίεση και η αναβολή της ανάγκης φυσικά συμβαίνουν σε κάθε κοινωνία, αυτή είναι και η βασική προϋπόθεση για το σχηματισμό μιας κοινωνίας. Αλλά με τα παντοδύναμα χρονοδιαγράμματα που έχουν αναπτυχθεί στη σύγχρονη κοινωνία, αυτή η κατάσταση έχει φτάσει σε σημείο όπου απαιτείται πολύ αναπτυγμένος εσωτερικός περιορισμός από κάθε μέλος της κοινωνίας έτσι ώστε αυτή να μπορεί να λειτουργήσει.

Οι ρουτίνες μας απελευθερώνουν επίσης από την ανάγκη να μένουμε ανοιχτοί και διαφανείς σε καθεμιά από τις αναρίθμητες καταστάσεις που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή. Αυτό θα ήταν μάλλον απλώς πρακτικά και ψυχολογικά αξεπέραστο-και μπορούμε να απομακρυνόμαστε από όλες τις βαρβαρότητες που εμφανίζονται κάθε μέρα στις τηλεοπτικές μας οθόνες ή τις δελεαστικές προσφορές των σουπερμάρκετ που στόχο έχουν τα περιορισμένα κονδύλιά μας.

Από την άλλη πλευρά, η σύγχρονη μαζική επικοινωνία παρέχει ένα χείμαρρο από πιθανές ερμηνείες και σημασίες, οι οποίες είναι το ίδιο ασύνδετες όπως η χρήση του χρόνου, αλλά μπορούν να σχηματίσουν ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς ανάμεσα σε μπερδεμένα καθημερινά γεγονότα και τα καταπιεσμένα όνειρα και τις ιδέες και όλη την αγωνία και ανοργανωσιά που είναι συνέπεια της καταπίεσης.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε ένα τύπο «φιλτραρίσματος» τον οποίο εφαρμόζουμε με ημι-αυτόματο τρόπο δηλαδή ασυνείδητα από τις νέες πληροφορίες που είναι μια άμυνα θετική που αν δεν την είχαμε σύντομα θα καταλήγαμε σε φρενοκομείο. Παράλληλα όμως με αυτό τον τρόπο εμποδίζεται η μάθηση. Η αρνητική πλευρά αφορά το γεγονός ότι ένα μέρος ικανοποίησης στη ζωή μας περιορίζεται σε ρουτίνες, φτωχοποίηση ιδεών, λάθος και προκατάληψη. Αμυνόμαστε και χρησιμοποιούμε διαστρεβλώσεις όταν ο κόσμος που μας περιβάλλει γίνεται πολύ δύσκολος για εμάς. Θα πρέπει να κινητοποιήσουμε ένα συγκεκριμένο απόθεμα ενέργειας να μετατρέψουμε την άμυνα σε επίθεση και να κάνουμε κάτι για τους εαυτούς μας εσωτερικά ή εξωτερικά μέσα από ατομικές ή συλλογικές δράσεις.

 

Knud Illeris 2015. Ο τρόπος που μαθαίνουμε. Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Η Ευγενία Κουτσίδου είναι περιβαλλοντολόγος, PhD - Εκπαίδευση Ενηλίκων MSc.

Τρίτη, 09 Ιανουαρίου 2018 14:40

Άμυνα απέναντι στη μάθηση

Πάρα πολλές φορές υπάρχει πνευματική άμυνα απέναντι στη νέα γνώση. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η μάθηση εμποδίζεται η διαστρεβλώνεται από ασυνείδητους νοητικούς μηχανισμούς που εξυπηρετούν στο να προστατεύσουν το άτομο ενάντια στη μάθηση η οποία για τον ένα ή άλλο λόγο μπορεί να είναι απειλητική, περιοριστική ή με έναν άλλο τρόπο να πιέζει για τη διατήρηση της πνευματικής ισορροπίας. Κάποιοι ψυχολόγοι αναφέρουν την άμυνα αυτή ως «πανοπλία του χαρακτήρα». Αναγνωρίστηκαν τύποι μηχανισμών άμυνας όπως για παράδειγμα τη μείωση («Φυσικά και το ξέρω αυτό» σε κάτι νέο και πραγματικά άγνωστο), τη μετουσίωση («Δεν είναι ο τομέας μου»), την ισοπέδωση («Αυτό πραγματικά δεν είναι πρόβλημα». Σε όρους μάθησης οι μηχανισμοί άμυνας μπορούν πρώτα και κύρια να συνεπάγονται μια απόρριψη, δηλαδή κάποιος απλώς δεν θα επιτρέψει αυτές τις επιθυμίες να συνειδητοποιηθούν για τον ένα ή άλλο λόγο, δεν θα τις δεχθεί ούτε θα ασχοληθεί μαζί τους, και τις αγνοεί σαν να μην υπάρχουν οπότε φυσικά δεν συμβαίνει μάθηση. Και εκεί όπου η απόρριψη είναι υποκειμενικά σημαντική κι ίσως πρέπει να επαναληφθεί αρκετές φορές μπορεί να πάρει τη φύση ενός μπλοκαρίσματος, δηλαδή εμφανίζεται αυτόματα και έντονα, κι ίσως παίρνει νευρωτικά χαρακτηριστικά όπως μια φοβία, που συχνά περιλαμβάνει δυνατές αντιδράσεις άγχους.

Συνήθως συμβαίνει στρεβλή αφομοίωση αυτό που συνήθως αποκαλούμε προκατάληψη. Η προκατάληψη συνεπάγεται μια λαθεμένη κατανόηση που έχει χτιστεί σχετικά με ένα συγκεκριμένο θέμα, η οποία θα κόστιζε πολύ στο άτομο αν την εγκαταλείπει. Άρα το άτομο συστηματικά διαστρεβλώνει όποιες επιθυμίες έρχονται σε αντίφαση με αυτή. Ο ρατσισμός, ο σεξισμός, η ξενοφοβία, ο αντισημιτισμός είναι προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις ως κοινωνικές στάσεις έχουν γνωστική, συναισθηματική και πιθανώς, επίσης, μια συμπεριφοριστική διάσταση. Είναι δυνατό να γίνονται αντικείμενο μάθησης, αλλά και να τροποποιούνται, αν και αυτό σε βαθιά ριζωμένες στάσεις συχνά είναι μια δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία. Αυτό συμβαίνει γιατί η συμπεριφορά αυτή είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ευταξίας και της ταυτότητας του ατόμου. Στη σύγχρονη κοινωνία μάλιστα έχουν δημιουργηθεί πιο γενικοί αμυντικοί μηχανισμοί που όλοι αναπτύσσουμε για να διατηρήσουμε την πνευματική μας ισορροπία σε ένα κόσμο που κατακλύζει πνευματικά το άτομο με πολλούς τρόπους.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο σήμερα γιατί πρώτον λόγω της παγκοσμιοποίησης και της ανάπτυξης της τεχνολογίας υπάρχει μεγάλος όγκος νέων επιρροών και εντυπώσεων στις οποίες είμαστε όλοι εκτεθειμένοι. Δεύτερον στη σύγχρονη κοινωνία υπάρχει σταθερή ροή αλλαγών σε όλα τα επίπεδα. Στην επαγγελματική μας ζωή, στην ιδιωτική μας ζωή και μέσα στους τομείς ενδιαφέροντος μας, σήμερα είμαστε διαρκώς εκτεθειμένοι σε αλλαγές εξαιρετικής σημασίας για τον τρόπο που ζούμε τη ζωή μας, τις δυνατότητες μας και το πώς κατανοούμε τα πράγματα, επειδή οι κοινωνικές δομές αλλάζουν διαρκώς για να συμβαδίσουν με την «ανάπτυξη» που αποτελείται ακριβώς από όλες αυτές τις αλλαγές. Όσο ο κόσμος που μας περιβάλει γίνεται πιο δύσκολος για εμάς τόσο χρησιμοποιούμε διαστρεβλώσεις. Αυτό οδηγεί ότι μέρος της ικανοποίησης της ζωής μας περιορίζεται σε ρουτίνες, φτωχοποίηση ιδεών, λάθη και προκαταλήψεις και ενισχύει την άμυνα ταυτότητας.

Η «έννοια της ανάπτυξης» που ακούγεται συνέχεια ότι είναι το ζητούμενο στη σημερινή Ελλάδα των μνημονίων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την έννοια της «αλλαγής».

 

Knud Illeris 2015. Ο τρόπος που μαθαίνουμε. Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Η επίδραση της συνολικής μάθησης κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου διαμορφώνουν την προσωπικότητα αυτού του ατόμου. Ένας από τους ορισμούς που κυκλοφορούν αναφέρει «το άτομο ως σύνολο που έχει διαφορετικές δεξιότητες, προδιαθέσεις και ιδιότητες, συναισθήματα και κίνητρα». Ο όρος «Προσωπικότητα» εξετάζεται σε σχέση με τις ιδιότητες ή αυτό που ονομάζουμε χαρακτηριστικά, τα οποία σχετίζονται με διαφορετικά πεδία, ένα από τα οποία είναι οι διαστάσεις της μάθησης. Αν, για παράδειγμα κάποιος πει ότι ένα άτομο είναι «ανεκτικό», αυτό συνήθως σημαίνει ότι αυτή η ανεκτικότητα βρίσκει εφαρμογή σε πολλά ή όλα τα πεδία, παρότι ίσως με διαφορετική ένταση. Είναι έτσι δύσκολο να προσδιορίσουμε και να αποτιμήσουμε την προσωπικότητα, αλλά είναι κάτι το οποίο παίζει κυρίαρχο ρόλο στη ζωή.

Μια ιδιαίτερη πλευρά της προσωπικότητας είναι βαθιά ριζωμένη σε συγκεκριμένες ατομικές γενετικές προδιαθέσεις, κάτι το οποίο παλαιότερα κατανοούσαμε ως ταμπεραμέντο. Αυτές οι προδιαθέσεις αναπτύσσονται και σχηματίζονται μέσα από τις επιρροές της ζωής. Η μάθηση, «αλλαγή προσωπικότητας», σε αυτό το επίπεδο απαιτεί σημαντικές προσωπικές προσπάθειες και έτσι προϋποτίθεται ένας σημαντικός βαθμός υποκίνησης. Με απλά λόγια, αλλάζεις την προσωπικότητά σου ή σημαντικά μέρη της μόνο αν αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν καλοί λόγοι για να το κάνεις.

Στο εκπαιδευτικό σύστημα η προσωπική ανάπτυξη ή αλλιώς η ανάπτυξη συγκεκριμένων τύπων προσωπικών ιδιοτήτων έχουν ιδιαίτερο και αυξημένο ενδιαφέρον μελέτης. Στην αγορά εργασίας η ζήτηση για επαγγελματικά προσόντα έχει σταδιακά συμπληρωθεί και εν μέρει αντικατασταθεί, από τη ζήτηση για «γενικά « προσόντα που έχουν το χαρακτήρα των προσωπικών ιδιοτήτων.

Οι σύγχρονες απαιτήσεις στην αγορά εργασίας συνοψίζονται στις παρακάτω κατηγορίες:

- Τα τυπικά διανοητικά προσόντα που εστιάζουν στην ικανότητα του ατόμου για λογική συμπεριφορά.

- Προσόντα αντίληψης, που περιλαμβάνουν ακρίβεια στην παρατήρηση και την ερμηνεία.

- Προσόντα αυτοελέγχου που καλύπτουν περιοχές όπως η υπευθυνότητα, η αξιοπιστία, η επιμονή, η ακρίβεια, η ικανότητα συγκέντρωσης, ο προσανατολισμός στην ποιότητα και την εξυπηρέτηση.

- Προσόντα ατομικότητας που τυπικά καλύπτουν περιοχές όπως η ανεξαρτησία, η αυτοπεποίθηση και η δημιουργικότητα, εστιάζοντας στην ικανότητα του ατόμου να δρα μόνο του, ιδιαίτερα σε απρόβλεπτες καταστάσεις.

- Κοινωνικά προσόντα, που καλύπτουν περιοχές όπως η συνεργασία και οι ικανότητες επικοινωνίας, φιλικότητα και κοινωνικότητα, εστιάζοντας στην ικανότητα του ατόμου να αλληλεπιδρά.

- Προσόντα που αφορούν το κίνητρο και καλύπτουν μια ποικιλία περιοχών όπως η πρωτοβουλία, ο δυναμισμός, η ώθηση, η ανοιχτή διάθεση, η προθυμία για μάθηση, η προσαρμοστικότητα κλπ εστιάζοντας στις δυνατότητες που έχει το άτομο να συμβαδίζει και να συμβάλει στην «ανάπτυξη».

Η παραπάνω έρευνα συμπέρανε η μάθηση που θέλει να ενδυναμώσει τα γενικά προσόντα δεν πρέπει να είναι ούτε καθαρή καθοδήγηση, μάθηση δεξιοτήτων ή αποστήθιση, ούτε καθαρή προσωπική ανάπτυξη ή θεραπεία. Αντιθέτως πρέπει να είναι οργανωμένη με τέτοιο τρόπο που να συνδυάζει συγκεκριμένα τυπικά επαγγελματικά προσόντα ή ακαδημαϊκά προσόντα με ευκαιρίες για επέκταση της υποκίνησης των συμμετεχόντων προκειμένου να αναπτύξουν την κατανόηση, την προσωπικότητα και την ταυτότητά τους.

 

Knud Illeris 2015. Ο τρόπος που μαθαίνουμε, Εκδόσεις «Μεταίχμιο»

 

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017 14:22

Οι τρόποι που μαθαίνουμε

Αναφέραμε στα προηγούμενα άρθρα ότι, σύμφωνα με τον Knud Illeris, υπάρχουν τέσσερις τύποι μάθησης, η συσσωρευτική, η αφομοιωτική, η προσαρμοστική και η μετασχηματίζουσα.

O πρώτος που ασχολήθηκε με τη μετασχηματίζουσα μάθηση είναι ο Αμερικάνος ψυχοθεραπευτής Carl Rogers, ο οποίος ασχολήθηκε με τον σύνδεσμο ανάμεσα στη ψυχοθεραπεία και τη μάθηση και ανέπτυξε τις διεργασίες που αποκάλεσε «θεραπεία με κέντρο τον πελάτη» και «διδασκαλία με κέντρο το μαθητή». Η σημαντική μάθηση περιλαμβάνει «μια αλλαγή στην οργάνωση του εαυτού» καθώς περικλείει «ολόκληρο το άτομο, τόσο τα συναισθήματά του όσο και τα γνωστικά ζητήματα που εμπλέκονται στη μάθηση». «Η σημαντική μάθηση είναι η μάθηση που κάνει τη διαφορά στη συμπεριφορά του ατόμου, στην πορεία δράσης που επιλέγει στο μέλλον, στις στάσεις του και στην προσωπικότητά του. Είναι μια διάχυτη μάθηση η οποία δεν αποτελεί απλώς μια συσσώρευση γνώσης, αλλά διαπερνάει κάθε μέρος της ύπαρξης του». Ο Carl Rogers συνεχίζει «Οποιαδήποτε μάθηση περιλαμβάνει μια συγκεκριμένη ποσότητα πόνου, είτε πόνου που συνδέεται με την ίδια τη μάθηση είτε πίεσης που συνδέεται με την εγκατάλειψη συγκεκριμένων προηγούμενων μαθήσεων… μάθηση που περιλαμβάνει μια αλλαγή στην οργάνωση του εαυτού-στην αντίληψη του εαυτού- είναι απειλητική και τείνει να συναντά αντίσταση… όλη η σημαντική μάθηση είναι σε κάποιο βαθμό οδυνηρή και περιλαμβάνει αναταραχή, μέσα στο άτομο και μέσα στο σύστημα.

Η σημαντική μάθηση είναι κάτι με το οποίο κάποιος δεσμεύεται μόνο όταν αντιμετωπίσει μια κατάσταση ή πρόκληση που υπερβαίνει αυτό που μπορεί να διαχειριστεί σε υπάρχουσα προσωπική βάση, αλλά το οποίο πρέπει αναπόφευκτα να κερδίσει για να προχωρήσει παρακάτω, δηλαδή μια κρίση που είναι συχνά υπαρξιακή στη φύση της. Οι εξαιρετικά ταχύτατες αλλαγές στην κοινωνική εξέλιξη, η κατάργηση των ορίων ανάμεσα σε χώρες και κουλτούρες εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και η κατάρρευση των παραδοσιακών προτύπων ερμηνείας ζητημάτων θρησκευτικού, ιδεολογικού, ταξικού χαρακτήρα, για παράδειγμα, φέρνουν ολοένα και περισσότερους ανθρώπους στη μετανάστευση, ξαφνική ακούσια ανεργία, διαζύγιο και άλλες απώλειες στενών σχέσεων που δημιουργούν βαθιές προσωπικές κρίσεις. Ταυτόχρονα υπάρχει ένα αυξημένο κοινωνικό ενδιαφέρον που βασίζεται σε οικονομικούς λόγους ώστε τέτοιες κρίσεις να επιλύονται γρήγορα, τουλάχιστον σε βαθμό που να μπορεί το εν λόγω άτομο να επιστρέψει στην αγορά εργασίας.

Σύμφωνα με τον Brookfield ο κριτικός στοχασμός είναι απαραίτητο στοιχείο προκειμένου να υπάρξει μετασχηματίζουσα μάθηση. Ο κριτικός στοχασμός είναι κάτι διαφορετικό από τον απλό στοχασμό. Είναι α) το να προσδιορίζουμε παραδοχές που χρειάζεται αμφισβήτηση β) το να αμφισβητούμε το νόημα και το πλαίσιο γ) το να προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας και να εξερευνούμε άλλες πιθανότητες δ) και το ότι αυτές οι ιδέες και εξερευνήσεις οδηγούν σε στοχαστικό σκεπτικισμό. Ο κριτικός στοχασμός και η κριτική σκέψη είναι θεμελιώδης σε μια δημοκρατική κοινωνία από την καθημερινή δουλειά ως το πολιτικό επίπεδο. Οι κοινωνιολόγοι μιλούν για στοχαστικότητα της μοντέρνας κοινωνίας ως χαρακτηριστικό της εποχής. Η στοχαστικότητα έχει γίνει ατομική και κοινωνική αναγκαιότητα, και υπό το φως της κατάρρευσης των μεγάλων αφηγημάτων, της κυριαρχίας των μηχανισμών της αγοράς, της παγκοσμιοποίησης κλπ. Γίνεται λόγος για την κοινωνία του ρίσκου επειδή το άτομο πρέπει να επιλέξει τη δική του πορεία ζωής χωρίς καμία βεβαιότητα να τον καθοδηγεί. Το άτομο πρέπει διαρκώς να επιλέγει το δρόμο του όχι μόνο εξωτερικά αλλά και εσωτερικά σχετικά με την πορεία ζωής τον τρόπο και την ταυτότητα. Ένα αυξανόμενα σημαντικό πεδίο περιεχομένου μάθησης θα έπρεπε να είναι το να μαθαίνουμε για τον εαυτό μας, να γνωρίζουμε τον εαυτό μας, να καταλάβουμε τις αντιδράσεις μας, τις τάσεις, τις προτιμήσεις, τις δυνατές και αδύναμες πλευρές κλπ ως προϋπόθεση για να παίρνουμε σημαντικές αποφάσεις και επομένως σε κάποιο βαθμό, να συμμετέχουμε στη διαχείριση της πορείας της ζωής μας.

 

Πηγή: Knud Illeris 2015. Ο τρόπος που μαθαίνουμε. Εκδόσεις «Μεταίχμιο

 

 Η Ευγενία Κουτσίδου είναι περιβαλλοντολόγος, PhD - Εκπαίδευση Ενηλίκων MSc.

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017 13:43

Οι τρόποι που μαθαίνουμε

Αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο ότι σύμφωνα με τον Knud Illeris υπάρχουν τέσσερις τύποι μάθησης η συσσωρευτική, η αφομοιωτική, η προσαρμοστική και η μετασχηματίζουσα.

Η συσσωρευτική μάθηση σχετίζεται με την αποστήθιση που δεν είναι τόσο χρήσιμη σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο ενώ η αφομοιωτική που είναι συνδεδεμένη με συγκεκριμένα νοητικά σχήματα και αυτό μπορεί να έχει περιορισμούς στον σύγχρονο κόσμο όπου τα πράγματα αλλάζουν τόσο γρήγορα και απρόβλεπτα. Σήμερα θα προσεγγίσουμε την προσαρμοστική και τη μετασχηματίζουσα μάθηση.

Η προσαρμογή αφορά ολόκληρη ή μερική αναδόμηση ήδη καθιερωμένων νοητικών σχημάτων. Είναι μια μορφή μάθησης που μπορούμε να ενεργοποιήσουμε όταν βρισκόμαστε σε καταστάσεις στις οποίες ερεθίσματα από το περιβάλλον δεν μπορούν να συνδεθούν ευθέως με υπάρχοντα σχήματα εξαιτίας κάποιας ασυνέπειας ή κάτι που δεν ταιριάζει. Οι περισσότερες προσαρμογές σχετίζονται με το να ξεπερνάμε μια προβληματική κατάσταση με τη δημιουργία ενός καινούργιου πλαισίου. Οι προσαρμοστικές αναδομήσεις χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από ατομικές κατανοήσεις και ιδιαίτερες μορφές κατανόησης. Η εξατομίκευση , οι διαφορές που μας κάνουν να αναπτυσσόμαστε σε μοναδικά και ευδιάκριτα άτομα ακόμα και κάτω από όμοιες εξωτερικές συνθήκες, βρίσκεται στην πολυμορφία των προσαρμογών. Η εξατομίκευση της προσαρμογής οδηγεί σε εξατομικεύσεις στις αφομοιωτικές διαδικασίες. Αυτή η προσέγγιση ξεκαθαρίζει γιατί οι μαθητές μαθαίνουν πολύ συχνά διαφορετικά πράγματα παρόλο που έχουν όλοι παρακολουθήσει την ίδια διδασκαλία.

Η προσαρμογή είναι μια αρκετά πιο απαιτητική διαδικασία από την αφομοίωση. Είναι πιο σαφές και ξεκάθαρο να προσθέσουμε σε ένα ήδη υπάρχον σχήμα από το να εκτελέσουμε την αναγκαία σύνθετη κατεδάφιση, αναδιοργάνωση και αναδόμηση που συνεπάγεται η προσαρμοστική μάθηση. Όταν αμφισβητούμε ή εγκαταλείπουμε μια επίγνωση ή κατανόηση που έχει ήδη αποκτηθεί μας αγχώνει. Δεν εγκαταλείπουμε εύκολα θέσεις που έχουμε αγωνιστεί να αποκτήσουμε και τις οποίες σε κάθε περίπτωση έχουμε συνηθίσει να χτίζουμε. Αυτό απαιτεί αρκετή κινητοποίηση πνευματικής ενέργειας . «Η πραγματική προσαρμοστική διαδικασία μάθησης πιέζει το άτομο, χαρακτηρίζεται από άγχος, μπέρδεμα και σύγχυση, και απαιτεί συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας» (Nissen). Η προσαρμοστική μάθηση γενικά απαιτεί περισσότερη ενέργεια από την αφομοιωτικά μάθηση, και επομένως υπάρχει τάση να αποφεύγουμε αυτόν τον τύπο μάθησης αν δεν έχουμε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ενδιαφέρον να μάθουμε το εν λόγω πράγμα ή οι προσαρμογές εμποδίζονται από πνευματική άμυνα. Η άμυνα είναι κυρίως ψυχολογική αντίδραση και θα ασχοληθούμε με αυτή σε άλλα άρθρα.

Η προσαρμοστική μάθηση προϋποθέτει πρώτον υπό ανακατασκευή σχήματα να είναι ήδη υπαρκτά, δεύτερον το άτομο χρειάζεται ή είναι πρόθυμο να κινητοποιηθεί προς τον συγκεκριμένο τύπο ανακατασκευής και τρίτον το άτομο σε εκείνη την κατάσταση αντιλαμβάνεται επαρκή ανεκτικότητα και ασφάλεια για να τολμήσει να εγκαταλείψει την ήδη καθιερωμένη γνώση. Με πιο δημοφιλείς όρους, η προσαρμοστική μάθηση μπορεί να σχετίζεται με έννοιες όπως περισυλλογή και η κριτική σκέψη. Σε μεγάλο βαθμό μέσα από την προσαρμογή η μάθηση μας αποκτά τη γενική εφαρμοστικότητα σε διαφορετικές, απρόβλεπτες καταστάσεις, γεγονός που βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της έννοιας της ικανότητας.

Πού διαφοροποιείται η μετασχηματίζουσα μάθηση από την προσαρμοστική. Η δεύτερη αφορά αναδιοργάνωση νοητικών σχημάτων ενώ η πρώτη αφορά τη μάθηση που συμβαίνει όταν αναδιοργανωθούν πολλά σχήματα ταυτόχρονα σε σχέση με τους τρεις προηγούμενους τύπους μάθησης. Είναι ένας τύπος μάθησης που είναι γνωστός εδώ και πολύ καιρό στον τομέα της ψυχοθεραπείας αλλά ο οποίος δεν έχει κατανοηθεί σε σχέση με την έννοια της μάθησης και δεν έχει θεωρηθεί καθόλου ως κάτι που θα μπορούσε να αφορά την εκπαίδευση στο σχολείο και τη διδασκαλία. Με τη μετασχηματίζουσα μάθηση θα ασχοληθούμε στο επόμενο άρθρο.

 

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017 15:48

Αλλαγή σημαίνει επιβίωση

Ζούμε σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει, όχι μόνο γιατί η νέα γνώση παράγεται με μεγάλη ταχύτητα (π.χ. τεχνολογία), αλλά και λόγω της παγκοσμιοποίησης. δηλαδή της κατάργησης των εμποδίων ανάμεσα στις εθνικές οικονομίες των κρατών σε ό,τι αφορά κυρίως το εμπόριο και την κίνηση κεφαλαίων. Οι αλλαγές αυτές δημιουργούν κοινωνικοοικονομικές ανακατατάξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ταχύτητα αυτή των εξελίξεων (τεχνολογικών, θεσμικών, κοινωνικών κ.λπ.) και ο ανταγωνισμός αυξάνεται συνεχώς, οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν ολοένα και μεγαλύτερη αβεβαιότητα και πολυπλοκότητα. Η προσαρμοστικότητα όλων των οργανισμών σε ένα περιβάλλον που αλλάζει έχει έρθει στο επίκεντρο της προσοχής. Η εκπαίδευση αποτελεί σημείο αιχμής κάθε αλλαγής και διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, καθόσον συμβάλλει όχι μόνο στην τρέχουσα κοινωνική, πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη, αλλά και στη θεμελίωση του πνεύματος, της γνώσης και των δεξιοτήτων, προκειμένου οι νέοι να καταστούν στο μέλλον ικανοί να αντιμετωπίσουν την παγκοσμιοποίηση και την ταχύτητα των αλλαγών που χαρακτηρίζουν τον σημερινό κόσμο.

Η αλλαγή, όπως πολλές φορές έχουμε αναφέρει από αυτή τη στήλη, απαιτεί μάθηση. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να αναφερθούμε ποιες είναι οι τυπολογίες μάθησης, σύμφωνα με τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα. Ο Knud Illeris στο βιβλίο του περιγράφει τέσσερις τύπους μάθησης, τη συσσωρευτική, την αφομοιωτική, την προσαρμοστική και τη μετασχηματίζουσα.

Η συσσωρευτική μάθηση συμβαίνει σε καταστάσεις όπου ο μανθάνων δεν έχει κανένα αναπτυγμένο νοητικό σχήμα με το οποίο μπορούν να σχετιστούν εντυπώσεις από το περιβάλλον. Οι συσσωρευτικές διαδικασίες στους ανθρώπους έχουν από την ίδια τους τη φύση ιδιαίτερη σημασία στα πρώτα χρόνια της ζωής, όταν καθιερώνονται πολλά νοητικά σχήματα, αλλά και αργότερα συμβαίνουν καταστάσεις στις οποίες μπορεί να είναι αναγκαίο να μάθουμε κάτι που δεν συνδέεται με κανένα τρόπο με οτιδήποτε για το οποίο έχουμε οποιαδήποτε προηγούμενη γνώση. Στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, οι συσσωρευτικές διαδικασίες συνήθως σχετίζονται με την παλιομοδίτικη μάθηση αποστήθισης, αλλά συμβαίνει συσσώρευση στην απόκτηση των πρώτων διστακτικών κινητικών δεξιοτήτων όταν για παράδειγμα κάνουμε ποδήλατο. Μπορεί να αναφερθεί ότι η συσσωρευτική μάθηση χαρακτηρίζεται από ακαμψία. Τα αποτελέσματα της συσσωρευτικής μάθησης χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα από το ότι είναι δυνατό να τα θυμόμαστε ή να τα ανακαλούμε μόνο σε καταστάσεις που βιώνονται υποκειμενικά ως αντίστοιχες με την κατάσταση μάθησης. Αυτό κάνει τη μάθηση όχι πολύ χρήσιμη σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο και είναι πιο σημαντική για τους ανθρώπους σαν αρχή για κάτι περισσότερο.

Με την αφομοιωτική μάθηση κατανοούνται και ενσωματώνονται αισθητήριες εντυπώσεις από το περιβάλλον, επιπρόσθετα στοιχεία και εξέλιξη σε ήδη καθιερωμένα νοητικά σχήματα. Αυτή η μάθηση είναι η πιο συνηθισμένη μορφή που όλοι βιώνουμε σε πολλές καταστάσεις της καθημερινότητας. Συνήθως αυτή η μάθηση συνδέεται με το σχολείο και μπορεί να είναι μη προσβάσιμη σε άλλα πλαίσια. Μπορεί κάποιος να μην τη θυμάται, παρόλο που θα μπορούσε να είναι σχετική. Αυτά λοιπόν που μαθαίνονται αφομοιωτικά χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι είναι συνδεδεμένα με συγκεκριμένα νοητικά σχήματα και αυτό μπορεί να έχει περιορισμούς στον σύγχρονο κόσμο όπου τα πράγματα αλλάζουν τόσο γρήγορα και απρόβλεπτα. Θα μπορούσαμε να μάθουμε όλα όσα είχαμε ανάγκη για να επιβιώσουμε με αυτόν τον τρόπο αν ζούσαμε σε ένα σταθερό και αμετάβλητο κόσμο. Αλλά δεν ζούμε σε έναν τέτοιο κόσμο και επομένως το γεγονός ότι έχουμε άλλες πιο ευέλικτες δυνατότητες αποτελεί τη φανταστική δύναμη των ανθρώπων σε σχέση με όλα τα άλλα είδη.

 

Όλες οι αρχές στην αθηναϊκή δημοκρατία είναι κληρωτές, με εύλογη εξαίρεση ελάχιστες ειδικές αρχές (στρατηγοί, ταμίες) που είναι αιρετές αλλά και ανά πάσα στιγμή ανακλητές. Η κλήρωση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο, την πεμπτουσία της δημοκρατίας. Χωρίς κλήρωση, δημοκρατία δεν νοείται. Οι εκλογές, όπως τις γνωρίζουμε εμείς, είναι, για την αρχαία ελληνική αντίληψη από τον Ηρόδοτο ως τον Αριστοτέλη, θεσμός αριστοκρατικός. Ζήτημα ανάδειξης με εκλογή μπαίνει μόνον όπου υπάρχει ειδική τεχνική αρμοδιότητα, οπότε και έχει νόημα να διαλέξει κανείς τον καλύτερο τεχνίτη. Στον πολιτικό τομέα, αρμόδιοι δεν υπάρχουν. Η γνώμη όλων βαραίνει το ίδιο.

Αυτό συντελεί αποφασιστικά στην ανάπτυξη βαθύτατου αισθήματος πολιτικής ευθύνης στα άτομα. Ο δήμος, έχοντας όλες τις εξουσίες στα χέρια του, γίνεται ταυτόχρονα και υπεύθυνος για την πιστή τήρηση των νόμων. Αντιλαμβάνεται ότι έχει χρέος να διαφυλάσσει μόνος του την ελευθερία του και να πορεύεται προς το μέλλον με σύνεση και χωρίς ακρότητες, διατηρώντας πάντοτε άθικτα τα μέγιστα αγαθά της δημοκρατίας: την ισηγορία, την ισονομία, την ισοκρατία.

Υπήρχε όμως το δικαίωμα της κλήρωσης σε όλους τους Αθηναίους πολίτες στην αθηναϊκή δημοκρατία; Η απάντηση είναι όχι. Υπήρχε ο θεσμός των δοκιμασιών. Κανείς πολίτης δεν έβαζε υποψηφιότητα να κληρωθεί σε κάποιο αξίωμα αν δεν περνούσε ευνοϊκά από έξι δοκιμασίες. Συγκεκριμένα έπρεπε να αποδείξει:

- Ότι είναι γνήσιος αθηναίος πολίτης.

- Ότι υπηρέτησε στο στρατό και πήρε μέρος σε εκστρατείες.

- Ότι πλήρωνε τακτικά τους φόρους.

- Ότι ήταν έντιμος και δεν είχε καταδικαστεί ποτέ για ατιμωτικό αδίκημα.

- Ότι ήταν ευσεβής.

- Ότι η συμπεριφορά του προς τους γονείς του ήταν άψογη.

Οι δοκιμασίες αυτές ήταν ουσιαστικές και εξονυχιστικές και γίνονταν οι τρεις πρώτες από τη Βουλή και οι άλλες τρεις από τα δικαστήρια. Με τις διαδικασίες αυτές πολλοί φαύλοι αποκλείονταν από την αρχή από τη δυνατότητα να κληρωθούν.

Από τη στιγμή που κάποιος κληρωνόταν, καταγραφόταν λεπτομερώς όλη η προσωπική του αλλά και η οικογενειακή του περιουσία. Καταγραφόταν μέχρι και τα σανδάλια που φορούσε. Αν κατά τη διάρκεια της θητείας του έπαιρνε κάποια απόφαση που ζημίωνε το δημόσιο, γινόταν κατάσχεση της περιουσίας του μέχρι το ποσό της ζημίας που προκάλεσε. Αν η ζημιά ήταν μεγαλύτερη από την περιουσία του, είχε την υποχρέωση να δουλέψει χωρίς αμοιβή στο δημόσιο μέχρι να ξεχρεώσει.

Προφανώς και δεν μπορούμε να μεταφέρουμε το αθηναϊκό δημοκρατικό πρότυπο στις σημερινές συνθήκες και ούτε μπορούμε να αγνοήσουμε τα μειονεκτήματα του πολιτεύματος όπως η μη συμμετοχή των γυναικών στην Εκκλησία του Δήμου, η ύπαρξη των δούλων κ.ά. Επίσης, τα κριτήρια αποκλεισμού από την κλήρωση δεν μπορεί επουδενί να είναι τα ίδια με αυτά της αρχαίας Αθήνας. Θα μπορούσε ο επιστημονικός διάλογος να ορίσει με παιδαγωγικά δεδομένα νέα κριτήρια. Θα μπορούσε ίσως η επιστήμη να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι σε ανήλικα παιδιά δεν χρειάζεται να υπάρχουν καθόλου κριτήρια αποκλεισμού.

Μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε απόλυτα με τον Κορνήλιο Καστοριάδη που σε ομιλία του ανέφερε: «Η αρχαία Ελλάδα δεν είναι πρότυπο ή μοντέλο προς μίμηση, όπως άλλωστε δεν μπορεί να είναι κανένα ιστορικό έργο σε οποιονδήποτε τομέα. Θεωρώ όμως ότι μπορεί να λειτουργήσει για μας σαν γονιμοποιό σπέρμα, δεδομένου ότι μας επιτρέπει να δούμε εν τη γενέσει του πληθώρα στοιχείων πάντοτε επίκαιρων μπορεί και πρέπει να είναι για μας κέντρισμα, έμπνευση και πηγή ιδεών».

 

Πηγή: http://www.hellinon.net/NeesSelides/EklogiArxonton.htm

 

 

Σελίδα 2 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top