
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Αλλαγή του χρόνου στο 2026 και μέσα στον πόνο της απώλειας της Πόλυς μας την πρωτοχρονιά του 2025, ένα μικρό τριαντάφυλλο στην τριανταφυλλιά της αείμνηστης μάνας στο πατρικό μου σπίτι στην Νάπη, που ξεφύτρωσε τις μέρες της μεγάλης πλημμύρας, έφερε το μήνυμα της συνέχειας και την διάθεση αναφοράς στην μνήμη εκείνης που αγάπησε τον γενέθλιο τόπο μου και έζησε στην κοινή μας πορεία.
Συνδεθήκαμε στην Αθήνα λίγο μετά το Πολυτεχνείο, τότε που έκανα τα πρώτα μου βήματα στον δημόσιο βίο, στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες. Ήταν κόρη του αξιωματικού Δημητρίου Πουρή, μεγαλωμένη σε ένα σπίτι με αστικές αρχές και αξίες , που δεν άργησε όμως να κατανοήσει και να αγκαλιάσει, τον δρόμο του αγώνα και της προσφοράς που είχε διαλέξει ένα αγροτόπαιδο, το οποίο ζυμώθηκε και ανδρώθηκε μέσα στην γενιά του Πολυτεχνείου.
Στα σαράντα οκτώ χρόνια της κοινής μας πορείας, δεν στάθηκε μόνο σύζυγος και μητέρα των παιδιών μας. Ήταν και συνοδοιπόρος. Ήταν η φωνή της λογικής, της στήριξης, της ισορροπίας, την ίδια ώρα που εγώ συμμετείχα στην πρώτη γραμμή, σε πολιτικούς, κοινωνικούς, συνδικαλιστικούς και πολιτιστικούς αγώνες, μέσα από το ΠΑΣΟΚ, την ΟΛΣΑ, το ΤΕΕ , την ΟΜΕ -ΟΤΕ, για ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ, ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ. Δίπλα σ’ αυτά, οι διεκδικήσεις για το νησί μου την ΛΕΣΒΟ, την έφεραν να γίνει η Λέσβος και δικός της τόπος. Παρότι ήταν γεννημένη στην Αθήνα, στου Παπάγου, και καταγόταν από οικογένεια με στερεοελλαδίτικες και πελοποννησιακές ρίζες, η Λέσβος έγινε για εκείνη η δεύτερη πατρίδα της.
Την θαύμαζα που τα καλοκαίρια άφηνε πίσω της τις ανέσεις του αρχοντικού της και ανέβαινε μαζί μου στους χωματόδρομους της Νάπης. Έκανε το αγροτόσπιτό μας, σπίτι της. Έζησε κι αγάπησε τον κόσμο, το χωριό μας, την Αγία Παρασκευή, την Καλλονή και λάτρεψε τον Μόλυβο. Απόλαυσε την θάλασσα, ως δεινή κολυμβήτρια που ήταν, στις παραλίες του νησιού και έζησε τα πανηγύρια μας.
Ζώντας μαζί μου τις πολιτικές αγωνίες του κόμματος μας, ενστερνίσθηκε την στροφή μου προς την στήριξη του νησιού μας, που στην συνέχεια έγινε στήριξη όλων πλέον των νησιών του Αιγαίου μας. Ο διορισμός μου απ’ την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη και η παραμονή μου στην έδρα του Υπουργείου Αιγαίου ως Γενικού Γραμματέα, ήταν καθοριστικός παράγοντας στο να δεθεί περισσότερο με το νησί. Η ίδια με την αγέρωχη κι ανεξάρτητη προσωπικότητα της αλλά και με την πολιτική και πνευματική της καλλιέργεια μπήκε γρήγορα στο κλίμα της έντονης δράσης στην πολιτική που υπηρετούσα για τα νησιά, δηλαδή, στο κλίμα Σηφουνάκη που είχε στόχο να φέρει την αναγέννηση των νησιών μας.
Η Πόλυ υπήρξε μία σκληρά εργαζόμενη μητέρα, η οποία κράτησε γερά την οικογένεια και αγόγγυστα ανέχθηκε και κάλυπτε, τις επί ώρες απουσίες μου από το σπίτι, για το ΠΑΣΟΚ, τους κοινωνικούς αγώνες, την χώρα μας, αλλά και ιδιαίτερα την Λέσβο μας. Στην δουλειά της στην Εθνική Τράπεζα, ως στέλεχος της Διεύθυνσης προσωπικού, στήριζε τους εργαζόμενους, αλλά στήριξε και κάθε Λέσβιο που είχε πρόβλημα και γινόταν κοινωνός του.
Στο νησί ζώντας την δημαρχία του Αλέκου Ευαγγελινού, έκανε μεταδημότευσή από του Παπάγου στον Δήμο Αγίας Παρασκευής Λέσβου, όπου και παρέμεινε μέχρι τέλους.Η υπερπροσπάθεια δημιουργίας του Μουσείου Βιομηχανικής Ελαιουργίας στο κοινοτικό ελαιοτριβείο της Αγίας Παρασκευής και οι αγωνίες που περάσαμε μαζί με τον φίλο δήμαρχο μας, την έδεσε με τον τόπο μου ακόμη περισσότερο.
Το 2005 μέσα σ ένα νέο πια πολιτικό κλίμα συνεχίσαμε την πορεία μας στο νησί με παρουσία στην Σκάλα Νέων Κυδωνιών. Μετέφερε εκεί το οικογενειακό εξοχικό της από την Φθιώτιδα και το κάναμε κέντρο της ζωής μας αλλά και της πολιτικής μας δράσης στο νησί. Μένοντας με τα παιδιά ολοήμερα στην παραλία γνωρίστηκε κι ενσωματώθηκε με τον κόσμο του νέου μας χωριού και ήρθε σ’ επαφή με ένα κλίμα της μικρασιατικής κουλτούρας των Αιβαλιωτών, που τόσο άξια κράταγε ο πολιτιστικός σύλλογος της παραλίας με την πρόεδρο και φίλη της Στέλλα Ευαγγελινού. Στις Νέες Κυδωνίες έδεσε πολλές φιλίες. Συνδέθηκε με τον μικρασιατικό πολιτισμό, άκουσε ιστορίες προσφυγιάς, αφουγκράστηκε τον τόπο. Δεν ήταν αδιάφορη περαστική. Έγινε μέρος της κοινότητας. Ενστερνίσθηκε το κλίμα της ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ, ταξίδευσε στις χαμένες πατρίδες απέναντι και γνώρισε από κοντά τον μεγάλο πολιτισμό τους.
Παράλληλα ήταν το στήριγμα της οικογένειας για να μπορώ να αφιερώνω χρόνο στις συνεχιζόμενες πολιτικές δράσεις στο νησί, ώστε να μην χαθεί ό,τι είχαμε δρομολογήσει μέχρι το 2004 και βλέπαμε να εγκαταλείπεται από την τότε Κυβέρνηση.
Όταν το 2008-2009 έπρεπε να εργάζομαι εντατικά για την ανακατασκευή του Ελαιοτριβείου Βρανά και μετατροπή σε μουσείο, πέρασε τα καλοκαίρια μόνη στην παραλία. Δεν παραπονέθηκε. Και το χαρήκαμε μαζί όταν το Μουσείο άνοιξε και έγινε σημείο αναφοράς για το νησί.
Με την κυβέρνηση του ΓΑΠ στάθηκε πάλι δίπλα μου, στηρίζοντας την εθελοντική παρουσία, που μου επεφύλαξε το λειψό σύστημα gov, στις ατέλειωτες ώρες στα Υπουργεία, Υποδομών και Μεταφορών και Ενέργειας και Περιβάλλοντος, για να στηρίξω την δρομολόγηση πληθώρας έργων για τα νησιά του νομού μας, συμμετέχοντας στις προσπάθειες του Νίκου Σηφουνάκη. Και το πετύχαμε, ώστε φεύγοντας από τα Υπουργεία με την κατάρρευση της Κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, να έχουμε δρομολογήσει από τομεακά προγράμματα έργα ύψους 150 εκ. ευρώ για τα νησιά του νομού Λέσβου. Το 2015 με την διάσπαση του ΠΑΣΟΚ, όταν μου προτάθηκε να ηγηθώ ψηφοδελτίου στην Λέσβο, ήταν έντονα αρνητική γιατί διέκρινε διχασμό και δύσκολη πορεία. Κι αποδείχθηκε ότι όχι μόνο είχε δίκιο αλλά ότι είχε και αλάνθαστο πολιτικό κριτήριο.
Το 2023 χτυπήθηκε από μία αρρώστια που φαινόταν αρχικά διαχειρίσιμη, μα αποδείχθηκε ύπουλη. Παρέμεινε ψύχραιμη, λογική, αποφασισμένη. Ακόμη και μέσα στην ασθένεια, συνέχιζε να βλέπει καθαρά την πολιτική πραγματικότητα.
Το τελευταίο καλοκαίρι του 2025 παρά τη φθαρμένη υγεία της στάθηκε όρθια. Πήγε στον αγαπημένο της Μόλυβδο, πήγε στα πανηγύρια της Νάπης, κολύμπησε. Έδειχνε αισιόδοξη. Πιστεύαμε ότι όλα θα πάνε καλά. Λίγους μήνες μετά, η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία και έφυγε όπως έζησε: αθόρυβα, αξιοπρεπώς, με δύναμη ψυχής.
Η Πόλυ δεν ήταν πολιτικός, ούτε επιδίωξε ποτέ ρόλο δημοσιότητας. Αλλά ήταν από τους ανθρώπους που στηρίζουν, που συγκρατούν, που δίνουν βάθος. Που γίνονται πυλώνας μιας οικογένειας και ενός τόπου.
Τα προβλήματα της Λέσβου παραμένουν μπροστά μας δύσκολα και απαιτητικά. Και ο αγώνας πρέπει να συνεχισθεί. Για να μη χαθεί ο στόχος, να μην ξαναμπούν εμπόδια σε αναγκαία έργα που χρόνια διεκδικήσαμε.
Το τριαντάφυλλο της μάνας μου που άνθισε, μου υπενθύμισε: ότι οι ρίζες που έχουμε στο νησί μας είναι βαθιές.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΚΑΠΕΤΑΝΑΣ