Λεσβιακό βιβλίο 11-09-21

12/09/2021 - 18:00

Ασημάκης Βούρος: Ασώματος των ορεινών ελαιώνων, Μυτιλήνη 2021, σελ. 165

 Ο Ασημάκης Βούρος γεννήθηκε στον Aσώματο και ζυμώθηκε στο φούρνο του πατέρα του Βασίλη. Αποφοίτησε   από το οκτατάξιο γυμνάσιο Αγιάσου το 1955, ανεβαινοκατεβαίνοντας τη πατωμένη.  Στρατεύθηκε το 1957.  Το1960 παντρεύτηκα τη Δήμητρα Χατζηχριστόφα και απέκτησαν δύο γιούς, τον Στράτο, δικηγόρο Αθηνών και το Γιώργο καθηγητή του  Πανεπιστημίου Πειραιώς. Το 1967 μετοίκησε στην Αθήνα, όπου εργάστηκε για 34 συνεχόμενα χρόνια στην εταιρία  Π.Ι.ΚΟΝΤΕΛΛΗΣ ΑΕΒΕ σε διάφορες θέσεις ευθύνης,  με πολλές διακρίσεις, Τα τελευταία είκοσι χρόνια διετέλεσε Διευθυντής Προσωπικού και Προμηθειών της Εταιρείας οπότε και συνταξιοδοτήθηκε, μοιράζοντας από τότε το χρόνο του μεταξύ Αθήνας και Λέσβου.Η αγάπη του για τον Ασώματο είναι άσβεστη.

Καρπός αυτής της αγάπης είναι και το παρόν βιβλίο -λεύκωμα. «Στο βιβλίο αυτό προσπαθώ να μεταφέρω στα νέα παιδιά, αλλά και σε όσους θα ήθελαν τόσο να περιηγηθούν σε θύμησες και εικόνες όσο και να γνωρίσουν το όμορφο χωριό μας. Να νιώσουν πως σε αυτό το ευλογημένο χωριό, μεταλαμπαδεύεται η παράδοση και ο πολιτισμός, μέχρι και τις σημερινές γενιές, διαβάζοντας απλό κείμενο και κύρια, βλέποντας φωτογραφίες» γράφει στον πρόλογό του.

Το βιβλίο έρχεται να προστεθεί στις βιβλιογραφία του Ασωμάτου, κοντά στα βιβλία του Στρατή Καραμάνη και τις εργασίες του Προκόπη Παπάλα. Τα κείμενα είναι συνοπτικά και εύληπτα και το φωτογραφικό υλικό πλούσιο και κατατοπιστικό. Χωρίζεται στα παρακάτω κεφάλαια: Ασώματος: Πρόσφυγες στον τόπο τους, Φύση και δέντρα: Ο ποταμός; Ανδριώτης, πατωμένες και μονοπάτια, Άγιοι Ανάργυροι, Οργάνωση της αγροτικής περιφέρειας (μεράδες), Λιομάζωμα - Ελαιοτριβεία, Νυχτάντα: Παράδεισος στα χρόνια της κατοχής και της πείνας, Χρόνια δημιουργίας: κτίρια και  σπίτια. Διάφορα οικιακά αντικείμενα εκείνων των χρόνων, Εκκλησία: ο θαυμαστός πλούτος της εκκλησίας. Εκκλησιαστικό Μουσείο Ασωμάτου, Μεγάλη τιμή και ευγνωμοσύνη στους άξιους προγόνους μας.

Ως μικρό δείγμα παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο: «Κάποτε, οι πρόγονοί μου Ασωματιανοί, πριν από πολλά χρόνια, καθώς μεταφέρουν οι παραδόσεις και τα διάφορα κείμενα, κυνηγημένοι και τρομαγμένοι από τρομακτικές λεηλασίες που συνέβαιναν, φορτώθηκαν το νοικοκυριό τους και εγκατέλειψαν τον τότε οικισμό τους, που βρισκόταν προς τα βόρεια, δύο έως τρία χιλιόμετρα περίπου από το σημερινό χωριό, στη σημερινή τοποθεσία Χωραφέλια. Άλλοι τότε κινήθηκαν από τον παραπλήσιο ποταμό Ανδριώτη, προς τους Αγίους Αναργύρους και τα Άντρια, στη σημερινή τοποθεσία Αστράτηγος, (στο εκκλησάκι των Ταξιαρχών), που είναι σε απόσταση περίπου επτακοσίων μέτρων από τους Αγίους Αναργύρους, και άλλοι ανέβηκαν προς το τότε, όπως λέγεται, Μοναστήρι του Ασώματου - Αρχαγγέλου Μιχαήλ, (Αρχαγγέλου - Αρχιστρατήγου - Αϊ Στράτηγου - Αστράτ’γου), που βρισκόταν στη βαθιά κοιλάδα, που σχηματίζεται ανάμεσα στα βουνά, Νίκωνα, Αγγουρέσ’ και Λιάκα. Ήλθαν λοιπόν εδώ, σαν να ήταν κιβωτός σωτηρίας, και με βαθιά πίστη στους Ταξιάρχες Αρχαγγέλους, Μιχαήλ και Γαβριήλ, δημιούργησαν το σημερινό χωριό τον Ασώματο, κυριολεκτικά κρυμμένο και αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Όμως και μακριά και απ’ τους διάφορους άγριους επιδρομείς, πλιατσικολόγους, ίσως και πειρατές, που λυμαίνονταν τότε τα νησιά. Εδώ τα μέρη, που διάλεξαν για να κατοικήσουν οι Ασωματιανοί ήταν σχεδόν απρόσιτα. Απάτητα ρουμάνια παντού. Δρόμοι δεν υπήρχαν. Ποιος ξέρει αν υπήρχε και πόσιμο νερό. Οι υπάρχουσες μέχρι και σήμερα «μάνες», από όπου μέχρι τις αρχές του 1900 μεταφερόταν το νερό στις κοινόχρηστες βρύσες του χωριού, του Βρυσούδ’, της Κ’βάρας, του Σκλήγκου, του Μαργιούδ’, δεν γνωρίζουμε από πότε λειτούργησαν. Σ’ αυτή την άγρια σε βλάστηση και απρόσιτη τοποθεσία που οι κατακτητές την είχαν απορρίψει για κάθε εκμετάλλευση, οι τότε Ασωματιανοί σχεδόν κρυμμένοι, ένιωσαν να είναι προστατευμένοι κατά κάποιο τρόπο, από τον κίνδυνο των πειρατών. Εδώ θα έπρεπε να επιβιώσουν όλοι, άντρες γυναίκες, παιδιά και μικρά μωρά, δημιουργώντας από την αρχή τις προϋποθέσεις κατοίκησης, αντιμετωπίζοντας τα στοιχεία της άγριας φύσης: πάγους, βροχές, ζέστη. Όμως, όπως φαίνεται από τα έργα, που μας έχουν αφήσει, ήταν άξιοι δουλευταράδες, πολύ σκληραγωγημένοι και δυνατοί μαχητές της ζωής. Είχαν μεγάλη θρησκευτική πίστη και φιλοτιμία, και ήταν εργάτες δημιουργικοί. Δούλευαν τη γη, αλλά και ό,τι άλλο βρισκόταν στη γύρω περιοχή. Οι πέτρες και τα δέντρα, τα καλάμια και οι λυγαριές, ήταν τα πιο συνηθισμένα υλικά που έπαιρναν από τα γύρω βουνά, λαγκάδια και ποταμούς. Με τη λυγαριά και το καλάμι, ήξεραν να πλέκουν κάθε είδους κοφίνια και καλάθια….»

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey