FOLLOW US

Στην επικαιρότητα

Χειρουργός γιατρός, ερευνητής, ζωγράφος, συγγραφέας και όχι μόνο, πάντα έντονα πολιτικοποιημένος, ο Μάκης Αξιώτης έχει προσφέρει και συνεχίζει να προσφέρει με πολλούς τρόπους στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Λέσβου.
Χειρουργός γιατρός, ερευνητής, ζωγράφος, συγγραφέας και όχι μόνο, πάντα έντονα πολιτικοποιημένος, ο Μάκης Αξιώτης έχει προσφέρει και συνεχίζει να προσφέρει με πολλούς τρόπους στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Λέσβου. Σήμερα το «Ε» φιλοξενεί ένα αφιέρωμα στον ίδιο, εξετάζοντας όλες τις πλευρές της πολυδιάστατης δραστηριότητάς του. Τον ακολουθούμε σε όλη την πορεία της ζωής του, από τα πρώτα χρόνια της αυθόρμητης ανησυχίας του για την ερμηνεία της άγνωστης φύσης και της αγάπης του για τη βιολογία, μέχρι την πορεία των σπουδών, της πολιτικής ευαισθητοποίησης και δράσης και τελικά του πλούσιου έργου που έχει προσφέρει στον τόπο του από το 1985, οπότε και διορίστηκε στο Βοστάνειο Νοσοκομείο Μυτιλήνης και επέστρεψε μόνιμα εδώ.

Ο Μάκης Αξιώτης γεννήθηκε το ’50 στη Μυτιλήνη. Γιος του ζωγράφου Στρατή Αξιώτη, μεγάλωσε και πήγε σχολείο στον Παπάδο της Γέρας όπου έμενε με τους γονείς του και τον κατά δύο χρόνια μικρότερο αδελφό του, Δημήτρη.
Από μικρή ηλικία τον ενδιέφερε η βιολογία, κάτι που όπως λέει ωστόσο ο ίδιος δεν είχε καμμία σχέση με το σπίτι του, αφού η οικογένειά του δεν είχε κάποια ιδιαίτερη επαφή με τη φύση, πέρα από το ότι κατοικούσε στην ύπαιθρο.
«Ούτε από το σχολείο είχα κάποιο ερέθισμα, αντίθετα μάλλον εγώ τους πίεσα και με ανέχτηκαν έτσι. Κι αυτό γιατί άρχισα να μελετώ ό,τι έβλεπα: φυτά, ζώα, πουλιά, έντομα, όσο μπορούσα γιατί δεν είχα ανάλογα βοηθήματα. Θυμάμαι ότι πήγαινα στη βιβλιοθήκη που είχαμε τότε στο γυμνάσιο και άνοιγα την εγκυκλοπαίδεια “Papyrus Larousse” και έβρισκα ένα-ένα τα έντομα. Έβρισκα τα λατινικά τους ονόματα και είχα καταφέρει χονδροειδώς να καταλαβαίνω ποια είναι. Τα πουλιά ήταν εύκολο να τα βρω, γιατί ο πατέρας μου μού είχε χαρίσει ένα βιβλίο, το “Βίο των ζώων”, που το έμαθα απ’ έξω.»

Μελετώντας και ζωγραφίζοντας τη ζωή

Η αγάπη του αυτή για τη φύση και η μεγάλη του περιέργεια αντιμετωπίζονταν με ιδιαίτερη ανοχή από τους δικούς του.
«Ο πατέρας μου ήταν ζωγράφος, αλλά ζήσαμε και δύσκολες στιγμές. Μας ζούσε με τη ζωγραφική και τα κτήματα της μητέρας μου και παρ’ όλο που το σπίτι ήταν μεγάλο, δεν ήμασταν τα παιδιά που παίρναμε ό,τι θέλαμε, μας έδινε το τάληρο και έπρεπε να βγούμε την Κυριακή να φάμε την πάστα μας και να καθίσουμε με τους φίλους μας. Αυτό που θυμάμαι, ωστόσο, είναι πως είχαμε την ελευθερία να αναπτύξουμε αυτά τα μεράκια. Εγώ προσωπικά είχα μια ντουλάπα ολόκληρη μέσα στο σπίτι, που την είχα μετατρέψει σε εκθετήριο. Είχα τα έντομα πάνω σε φελιζόλ, είχα μάθει να βαλσαμώνω και πουλιά. Χάρη στο τελευταίο, μάλιστα, έβγαλα και τα πρώτα μου λεφτά, όταν μου ζητήθηκε να βαλσαμώσω έναν πελεκάνο που είχε σκοτώσει κάποιος και ήθελε να τον κρατήσει.»
Παράλληλα με τη μανία του για τα μυστικά της πανίδας, ο Μάκης Αξιώτης ανέπτυξε και το ταλέντο που είχε στη ζωγραφική. «Με αυτή γεννήθηκα», λέει, καθώς θυμάται τους τοίχους της σχολικής αίθουσας των πρώτων τάξεων του δημοτικού, που μαζί με συμμαθητή του είχε γεμίσει ως επάνω με ζωγραφιές. Η ζωγραφική ήταν το δεύτερο μεράκι του, που εκμεταλλεύτηκε για να ζωγραφίζει τα πουλιά και τα έντομα που παρατηρούσε.
«Βρήκα ένα τετράδιο του 1964 που είχε κρατήσει ο πατέρας μου, μέσα στο οποίο είχα ζωγραφισμένα έντομα με παρατηρήσεις. Χάρη στη μανία μου να τα φτιάξω, τα είχα κάνει ακριβώς όπως είναι στην πραγματικότητα», λέει σήμερα, εντυπωσιασμένος και ο ίδιος από το αποτέλεσμα των τότε προσπαθειών του.
Η δραστηριότητά του αυτή στο σύνολό της φέρνει από νωρίς και αντίστοιχες δημοσιεύεις. Παρ’ όλο που τα πρώτα του δημοσιεύματα το 1964 ήταν αθλητική ανταπόκριση στο «Δημοκράτη Μυτιλήνης», αφού και ο ίδιος έπαιζε μπάλα, τελειώνοντας το γυμνάσιο ήρθε η ώρα να δικαιωθούν και οι έρευνές του στην ύπαιθρο. Έναν πελαργό με σπασμένα φτερά που βρήκε, τον περιέθαλψε ο ίδιος στο σπίτι του, κάνοντας παρατηρήσεις πάνω του για δύο χρόνια, ήταν η αφορμή για ένα άρθρο στα «Κυνηγετικά Νέα» στην Αθήνα, στο οποίο συνέχισε να γράφει τους «Βίους των πουλιών», άρθρα που όπως λέει ήταν σοβαρά και θεωρεί πολύτιμα.


Η συλλογή από πουλιά και έντομα που από μικρός διατηρούσε σε μια ντουλάπα στο σπίτι του (αριστερά). Υπηρετώντας στο Στρατό (δεξιά)

Από την Κτηνιατρική στην Ιατρική

Κάπως έτσι αποφάσισε πως θέλει να σπουδάσει Γεωπονία. Ο πατέρας του όμως είχε, όπως φαίνεται, αντίθετη γνώμη και κατάφερε να κάνει το γιο του να συνειδητοποιήσει ότι η επιστήμη αυτή δεν είχε καμμία σχέση με αυτό που ο ίδιος είχε στο νου του, κάνοντας μια επίσκεψη σε ένα φίλο του γεωπόνο. Έτσι, ο Μάκης Αξιώτης αποφασίζει να γίνει κτηνίατρος. Χάρη στη βοήθεια ορισμένων καθηγητών του και ιδιαίτερα του μαθηματικού Παναγιώτη Βαλλίνα, που έκανε στον ίδιο και σε άλλους συμμαθητές του δωρεάν φροντιστήρια, το 1968 περνάει στο Τμήμα Κτηνιατρικής της Θεσσαλονίκης με υποτροφία. Παρ’ όλο που μπήκε στη σχολή καθυστερημένος, λόγω του ότι είχε αρρωστήσει με ηπατίτιδα, καταφέρνει να πάρει υποτροφία δύο συνεχόμενες χρονιές. Ωστόσο, την τρίτη πλέον χρονιά που είναι πλέον δικαιούχος για υποτροφία του ΙΚΥ για την Αγγλία, ορισμένα περιστατικά τον κάνουν να αλλάξει πορεία και να ζητήσει μετεγγραφή στην Ιατρική.
«Το πρώτο χτύπημα είχε έρθει το προηγούμενο καλοκαίρι, με μια κατσίκα που είχαμε σπίτι μας, την οποία γιάτρευα κάθε τόσο από πνευμονική ανεπάρκεια, μέχρι που ένα πρωί την έστειλαν σε ένα χασάπη… Οι επισκέψεις στα ζώα στα πλαίσια της σχολής εκείνη τη χρονιά με έκαναν να δω ότι δεν επρόκειτο περί ιατρικής, αλλά περί οικονομικής επιστήμης, όπου τα ζώα σφάζονταν αν δε συνέφεραν πλέον», εξηγεί ο ίδιος.


Υπηρετώντας στο Στρατό (αριστερά). Στο προεδρείο του Συλλόγου της Ιατρικής Θεσσαλονίκης κατά τις πρώτες εκλογές μετά τη Χούντα (Φεβρουάριος 1976) (δεξιά)

Τα χρόνια της πολιτικοποίησης

Ήταν τα χρόνια της Χούντας. Και παρ’ όλο που τα πρώτα τρία έτη συναναστροφής του με άλλους φοιτητές δεν κατάφεραν να τον αποσπάσουν από τη μεγάλη του αγάπη, τη βιολογία, αφού είχε μεν δημοκρατικές αρχές από τον πατέρα του αλλά ήταν «απολιτικοποίητος από το χωριό», όπως λέει, με το που πέρασε στην Ιατρική ο Μάκης Αξιώτης, τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή.
Ορισμένα επεισόδια τον οδήγησαν στο να ανατραπεί όλη η αντίληψή του για τα πράγματα, αφού ένιωθε «να πνίγεται». Ως αντίδραση, μη ξέροντας τι να κάνει, ξεκολλούσε τακτικά το οδόσημο της «21ης Απριλίου» από τον τοίχο του Κάστρου της Θεσσαλονίκης στο Βαρδάρη. Μετά τις δίκες των στρατευμένων φοιτητών, τον προσέγγισαν κάποιοι πολιτικοποιημένοι συνάδελφοί του. «Δεν ήξερα ποιοι ήταν, ήξερα μόνο ότι δρούσαμε για μια οργάνωση. Μετά από χρόνια έμαθα ότι ήμουνα οργανωμένος σε παρακλάδι του “Ρήγα Φεραίου”. Στα προοίμια του Πολυτεχνείου, γέμισαν το αμφιθέατρο του Πολυτεχνείου μέχρι επάνω για να μας παρουσιάσουν τους συλλόγους που είχαν διοριστεί από τη Χούντα. Εκεί μια μερίδα από εμάς διέκοψε τις ομιλίες τους, βγάλαμε προεδρείο μέσα στην αίθουσα και αρχίσαμε να κάνουμε συνέλευση. Όταν κατάλαβαν ότι έχαναν το παιχνίδι, ότι ήταν η πρώτη αντίσταση, βγήκαν άρον-άρον και έχωσαν μέσα φοιτητές της Στρατιωτικής Ιατρικής και Κτηνιατρικής με πολιτικά και το 3ο Σώμα Στρατού, που άρχισαν να μας χτυπάνε. Έξω είχε μια τεράστια καθιστική διαδήλωση.» Μετά και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου της Θεσσαλονίκης, τα οποία θυμάται και περιγράφει με λεπτομέρειες σα να έγιναν χθες, ο Μάκης Αξιώτης κρύβεται για δυο μήνες στα Γιάννενα και γυρίζει όταν ανατρέπεται η κατάσταση.
Με τη μεταπολίτευση του 1974, γίνεται ο πρώτος πρόεδρος έτους διά βοής. Στις πρώτες εκλογές «βγαίνει» στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο της Ιατρικής με το ΠΑΣΟΚ, από το οποίο διαγράφεται αργότερα, στο πρώτο Πανσπουδαστικό Συνέδριο στην Πάντειο, όπου γίνεται και η μεγάλη ζύμωση και κριτική στο κόμμα. Μετά τη διαγραφή του περνάει από διάφορες αριστερίστικες ομάδες. «Δρούσαμε σε σπίτια και εργοστάσια, ήμασταν οι πρώτοι που κάναμε εργοστασιακό συμβούλιο μέσα στο εργοστάσιο της Χαρτοποιίας Θεσσαλονίκης», λέει για τα χρόνια εκείνα της οργάνωσης.


Ο πατέρας του Μάκη Αξιώτη, ζωγράφος Στρατής Αξιώτης, που έφυγε από τη ζωή στις 28 Νοεμβρίου του 1994 (αριστερά). Στο γραφείο του στο σπίτι του, το Μάρτιο του 1998 (δεξιά)

Εξερευνώντας τη Μυτιλήνη
Το 1976 τελειώνει τη σχολή και πηγαίνει στο Στρατό, όπου και θα «πληρώσει» τη μέχρι τότε πολιτική του δράση, αφού στέλνεται στον Έβρο. Εκεί αναπτύσσει ιδιαίτερα καλές σχέσεις με τους Πομάκους, τους οποίους, όπως λέει, «έβλεπε ως δικούς του», ενώ στη συνέχεια μετατίθεται στο Υγειονομικό, για να απολυθεί τελικά από την Παγανή της Μυτιλήνης.
Το 1979 παντρεύεται τη γυναίκα του Βούλα και φεύγουν μαζί για τη Θεσσαλονίκη, όπου κάνει το διδακτορικό του στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο και στη συνέχεια την ειδικότητά του στο «Αγία Όλγα». Το 1981 και 1983 γεννιούνται και τα δυο του παιδιά, Στρατής και Βαγγέλης αντίστοιχα. Το 1985 διορίζεται στο Χειρουργικό Τμήμα του Βοστάνειου Νοσοκομείου Μυτιλήνης, του οποίου από φέτος είναι διευθυντής. Για την ειδικότητά του, την Ιατρική, λέει: «Είναι κάτι που μπαίνει μέσα στο πετσί σου, κάτι που παρακολουθείς θέλεις δε θέλεις και το καλό είναι ότι δε μένεις πίσω από ένα γκισέ, αλλά σου δίνει προβλήματα να λύσεις. Σε διατηρεί ζωντανό, πλησιάζεις τον άνθρωπο πάρα πολύ, στη χειρότερη περίπτωση κοντά στο θάνατο, και αν το εκμεταλλευτείς αλλιώς, σε βάζει να πλησιάσεις φιλοσόφους, να αναζητήσεις την ύπαρξη…»
Από τότε που επέστρεψε στη Μυτιλήνη, έχει αναπτύξει μια πολύπλευρη και πολύ σημαντική δραστηριότητα, που αγγίζει πολλούς και διαφορετικούς τομείς.
Ένα ανάγλυφο μάρμαρο από τον αρχαιολογικό χώρο της Γέρας, που είδε το 1983 στο φαρμακείο ενός φίλου του, στάθηκε η αφορμή να «δει» και πέρα από τη φύση. «Μέχρι τότε ήμουν στραμμένος στη βιολογία, οτιδήποτε έβλεπα γύρω μου ήταν έντομα, φυτά κ.λπ.. Τα μνημεία δεν τα έβλεπα, δεν υπήρχαν για μένα. Βλέποντας αυτό το μάρμαρο, που είχε βρεθεί στον αρχαιολογικό χώρο “Μάνα” της Γέρας, πήγα μέχρι εκεί και είδα το χώρο με άλλο μάτι. Είδα τις πέτρες, εντυπωσιάστηκα και έκανα την πρώτη μου έρευνα πεδίου.»
Με το υλικό που μάζεψε και τα στοιχεία που πήρε από το Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης, έγραψε το πρώτο άρθρο του με τίτλο «Η Μάνα της Γέρας», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η Γέρα» και στη συνέχεια στο «Δημοκράτη Μυτιλήνης». Ακολούθησε άρθρο για τα Λουτρά της Γέρας και άλλα αντίστοιχα κείμενα, ενώ μετά από έρευνα το 1987 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο με κείμενα, σκίτσα και χάρτες δικούς του και τίτλο «Τα χνάρια τα παλιά». Σημαντικά έργα του ακολούθησαν έκτοτε, το βιβλίο «Περπατώντας στη Λέσβο» (1993) που δημοσιεύτηκε και σε έντυπα της Αμερικής, το «Πυρραίων Χώρα» που αφορά στο δήμο Πολιχνίτου, «Οι βρύσες της Λέσβου», «Τα γεφύρια της Λέσβου» και «Η ερπετοπανίδα της Λέσβου».
Μαζί με την έρευνα πεδίου συμπλέουν και οι φωτογραφίες του, χάρη σε μια φωτογραφική μηχανή «Zenit» που του χάρισε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο αδελφός του.


Με τους καθηγητές του στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (αριστερά). Με φίλους του στο «Μουσικό Καφενείο» (δεξιά)

Μια ζωή δραστήρια και δημιουργική…

Σήμερα, το αρχείο του Μάκη Αξιώτη αριθμεί περίπου 40.000 φωτογραφίες. Εδώ και 18 χρόνια έχει τη δική του εκπομπή στην τηλεόραση της Μυτιλήνης, το «Οδοιπορικό στη Λέσβο», όπου παρουσιάζει σε ενότητες το έργο του, ενώ ασκεί και μια πολιτική κριτική στον πολιτισμό του νησιού. Παράλληλα συνεργάζεται με το «Ε», με τη στήλη για τις διαδρομές στη Λέσβο, ενώ συνεχίζει με την εφημερίδα «Νέα της Λέσβου» την πολιτική του στήλη που είχε στα «Αιολικά Νέα», με τον τίτλο πλέον «Κυνόδοντες».
Από το 1991, εκδίδει επιπλέον τη δική του σατιρική φυλλάδα «Μασέλα ή Ναυς», που ξεκίνησε με αφορμή μια επιγραφή στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης και έχει ως σκοπό της να θίξει τα τοπικά θέματα μέσα από προσωπικό σκίτσο και ντοπιολαλιά.
Και είναι και η ποίηση, που ήταν μεταγενέστερη της ζωγραφικής του. Τα πρώτα του ποιήματα ήταν καθαρά πολιτικά και ξεκίνησαν όσο ήταν ακόμη στο Πανεπιστήμιο. Τα συγκέντρωσε και το 1983 εξέδωσε στη Μυτιλήνη τα «Κιτρινισμένα φύλλα», μια μικρή συλλογή με 80 περίπου «υπαρξιακά» ποιήματα, χωρισμένα σε «κυανά», «μωβ» και «ερυθρά» (ερωτικά), τα οποία δημοσιεύονταν σε τοπικές εφημερίδες. Στη συνέχεια κυκλοφόρησαν οι «Ακτογραμμές», μια πολύ μικρή συλλογή ποιημάτων.
«Τα πρώτα μου ποιήματα γράφτηκαν από ανάγκη πολιτικής έκφρασης, γιατί με τη ζωγραφική δεν μπορούσα να εκφράσω αυτές τις ανησυχίες, δεν μπορούσε να μου δώσει απαντήσεις σχετικά με την ύπαρξη. Η ποίηση είναι για μένα κάτι που σου ανοίγει μια δικλίδα, βλέπεις το ερώτημα ή το πρόβλημα γραμμένα σε χαρτί και παύουν να υπάρχουν», λέει ο ίδιος.
Το 2009 ο Μάκης Αξιώτης ορκίστηκε διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου μετά από διδακτορικό που εκπονούσε επί έξι χρόνια στο Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας, με θέμα τους υδρόμυλους της Λέσβου. Αυτήν τη στιγμή συνεργάζεται άτυπα με το Τμήμα, ενώ κάθε τόσο πραγματοποιεί σεμινάρια και διαλέξεις τόσο εκεί, όσο και σε άλλα τμήματα.


Μπροστά από αφίσα συνεδρίου που φιλοτέχνησε ο ίδιος

… που συνεχίζεται ακόμη
Μετά από τις εκθέσεις ζωγραφικής που έκανε στη Μυτιλήνη το 1985 και το 1995 και τον χαρακτήρισαν, καθώς και τις δύο εκθέσεις του μέσα στην περασμένη χρονιά, ο Μάκης Αξιώτης φέτος θα συμμετέχει και πάλι στις εκδηλώσεις στο Αρχοντικό Γεωργιάδη. Μέσα στον Αύγουστο, θα παρουσιάσει ακόμη στα Βασιλικά του δήμου Πολιχνίτου ένα βιβλίο για το χωριό, ενώ τον ερχόμενο Σεπτέμβριο θα κάνει ανακοίνωση με θέμα «Τοπωνύμια της Λέσβου και έρευνα πεδίου» στο Συνέδριο που διοργανώνεται στο πλαίσιο της Ιστορικής Γεωγραφίας από το Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Αυτό που ο ίδιος θεωρεί πιο σημαντικό σταθμό στη ζωή του είναι η γέννηση των δύο γιων του. Θεωρεί, όμως, τον εαυτό του τυχερό και για το ότι σπούδασε την τόσο κρίσιμη εκείνη για τη χώρα εποχή. «Το ότι συμμετείχα στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όλη η πολιτικοποίησή μου στο Πανεπιστήμιο, ήταν για μένα πολύ σημαντικό γεγονός. Άλλαξε όλο τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα και από τότε αυτό δεν αλλάζει ξανά. Αν με ρωτήσεις τι θέλω από εδώ και πέρα, δε βάζω κανένα σκοπό. Ωστόσο, τα τελευταία μου άρθρα δείχνουν πια μια οργισμένη σκέψη για τον κόσμο και την κοινωνική αδικία. Έχω προτάσεις πολιτικές, θα πρέπει να ξυπνήσουμε τον πολίτη και να γίνει πολίτης στη Βουλή. Οποιοσδήποτε μπορεί να το κάνει…»
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top