FOLLOW US
Στρατής Χαραλάμπους

Στρατής Χαραλάμπους

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Του Στρατή Χαραλάμπους*

Η τουρκάλα καθηγήτρια ανθρωπολογίας και κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Σαπαντζή της Κωνσταντινούπολης Leyla Neyzi (11), πραγματοποίησε τέσσερις συναντήσεις μεταξύ 2001-2003 με την Gülfem Kaatçılar İren (οικογένεια Katipzade) που είχε γεννηθεί το 1915 και βίωσε σαν παιδί μιας πλούσιας μουσουλμανικής οικογένειας της Σμύρνης που ζούσε στο Κορδελλιό (Karşıyaka), όλα τα γεγονότα από το 1919 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1922.

Τη ψυχή της μικρής Iren σημάδεψαν, πριν την πυρκαγιά της Σμύρνης, δύο τραγικά γεγονότα. Πρώτο ήταν ο θάνατος του πατέρα της από πνευμονία την άνοιξη του 1922, την οποία « άρπαξε» λόγω άρνησης των ελληνικών αρχών να του δώσουν άδεια να ταξιδέψει με το τρένο στη Μαγνησία, όπου ήταν τα κτήματα του και αναγκάστηκε να πάει με τα πόδια.

Δεύτερο, με τη διάσπαση του μετώπου πήγαν οικογενειακώς στη Μαγνησία για ασφάλεια και έζησε την πυρπόληση της πόλης από τους «φυγάδες» έλληνες στρατιώτες.

Στην ερώτηση για το ποιος ευθύνεται για την πυρκαγιά της Σμύρνης, πότε έριχνε τα βάρη στους έλληνες, πότε στους ρωμιούς και τελικά στους τούρκους. Αναπολούσε αλλά και κατηγορούσε τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της Σμύρνης. Ανατράφηκε με αρμένιους, ρωμιούς, λεβαντίνους και εβραίους, τους οποίους θεωρούσε ότι «ανήκαν στη γη της Σμύρνης μαζί με τους τούρκους».

Η προσέγγιση της για την μεγάλη καταστροφή που προκάλεσε η πυρκαγιά της Σμύρνης έχει δύο διαστάσεις:

Την εθνικιστική, βάσει της οποίας ήταν αναγκαία η πυρκαγιά για να καθαριστεί η «βρωμιά». Επαναλάμβανε τη φράση «pişliği temizlemek - καθαρισμός της βρωμιάς», αυτοί (τούρκοι) έβαλαν τη φωτιά στην αποθήκη πυρομαχικών και όπλων …ήταν ο μόνος τρόπος να καθαριστεί η βρωμιά, διαφορετικά θα τους κυνηγούσαν από πόρτα σε πόρτα… Ήταν όμως σωστό ή λάθος;»

υνεχίζοντας η Iren συμπλήρωσε, «… όπου είναι τώρα η έκθεση ζούσαν χιλιάδες αρμένιοι και έλληνες, ο καθαρισμός ήταν απαραίτητος για να ιδρυθεί η τουρκική δημοκρατία, δεν υπήρχε άλλη επιλογή, δεν μπορούσαμε να έχουμε μια τέτοια κοσμοπολίτικη δημοκρατία…».

Η εθνικιστική αυτή προσέγγιση, κατά τη συγγραφέα, δείχνει αφενός την απελπισία και το μίσος που φώλιασε στις ψυχές των ηττημένων τούρκων του Α’ Π. Π. οι οποίοι έβλεπαν να διαλύεται η αυτοκρατορία τους και αφετέρου το συναίσθημα της κατωτερότητας, που χαρακτήριζε τους μουσουλμάνους της Σμύρνης σε σχέση με τις λοιπές εθνότητες, οι οποίες κυριαρχούσαν στην πολιτιστική και οικονομική ζωή της πόλης.

Η δεύτερη προσέγγιση της Σμυρνιάς τουρκάλας, που αναπολούσε το χαμένο κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της παλιάς Σμύρνης που θάφτηκε μέσα στις στάχτες, είχε σχέση με την αναγκαιότητα ή όχι της μεγάλης καταστροφής. Συμμερίζεται τον πόνο των εθνοτήτων που «εξαφανίστηκαν» από την πόλη και προσθέτει, «τις παλιές μέρες μουσουλμάνοι, έλληνες, αρμένιοι και εβραίοι εμπιστευόμασταν ο ένας τον άλλον. Η γη ανήκε σε αυτούς όπως και σε εμάς».

Στο τέλος η Iren συμπλήρωσε: «Ξέρεις τι με θυμώνει; Κανένας δεν ψάχνει τις αιτίες για αυτή τη λυπητερή ιστορία. Την έθαψαν. Ο κόσμος αισθάνεται ότι ήταν ένα καλό πράγμα το οποίο διαλευκάνθηκε, αλλά κανείς δεν θέλει να μιλήσει για αυτό. Δεν έπρεπε να συμβεί. Χάθηκαν εβδομήντα πέντε χρόνια».

Επίλογος

Υπάρχουν και άλλοι τούρκοι δημοσιογράφοι, συγγραφείς και ιστορικοί, που στηλίτευσαν άλλοι με παρρησία και άλλοι εμμέσως με υπονοούμενα την τουρκική ενοχή και κυρίως την τουρκική «απραξία», κατά την εξέλιξη της πυρκαγιάς.

Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ονόματα τους: Engin Ardıç (Sabah), Hasan Bülent Kahraman (Sabah), Emre Aköz (Sabah), Fahri Alem (tümgazateler.com), Hadi Uluengin (Hurriyet) και φυσικά ο Etyen Mahçupyan (Karar) που διετέλεσε και σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού Davutoğlu.

Μετά το «σάλο» που δημιουργήθηκε το 2010 η επίσημη Τουρκία ΤΤΚ- Δήμος Σμύρνης κλπ) αρνήθηκαν «να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια» και να κινηθούν στην κατεύθυνση της ανεξάρτητης μελέτης από πανεπιστημιακούς ιστορικούς, τούρκους, έλληνες, αρμένιους, εβραίους και από τη Δύση, όλων των πηγών γνωστών και μη (όχι των μετέπειτα κατασκευασμένων), προκειμένου να βρεθεί η αλήθεια. Αντίθετα ξεκίνησαν μια «βιομηχανία» παραγωγής ντοκυμαντέρ, εκδόσεων, μελετών, συνεδρίων κλπ, για να στηρίξουν τη νέα επίσημη θέση της Χώρας, δηλαδή ότι «αρμένικη επαναστατική οργάνωση έβαλε τη φωτιά».

Δεν αμφιβάλω ότι και στην ελληνική πλευρά υπάρχουν «ακραίες φωνές» από ιστορικούς, συγγραφείς και δημοσιογράφους, που ασχολούμενοι με τα τραγικά γεγονότα της περιόδου 1919-22 στη Μικρά Ασία, παραγνωρίζουν ή υποβαθμίζουν τις δικές μας «ακρότητες» και υπερτονίζουν τα λάθη και τις βάρβαρες πράξεις της άλλης πλευράς. Προσπάθεια αυτών των ακραίων δεν είναι η ανακάλυψη της αλήθειας αλλά η υποδαύλιση της «εθνικιστικής έξαρσης» του λαού σε μία δύσκολη οικονομική περίοδο και με μία τουρκική κυβέρνηση και έναν πρόεδρο, τον Ερντογάν, που ακολουθούν μία επιθετική πολιτική στις σχέσεις με τη χώρας μας, με διακυμάνσεις και ανάλογα με τις εσωτερικές συνθήκες στην Τουρκία και στο διεθνές περιβάλλον.

Αυτό το πνεύμα (zihniyet) της επιθετικότητας της ηγεσίας της Τουρκίας, είναι ένα «κράμα» του οθωμανικού εθνικισμού, «μπολιασμένου» με την αναθεωρητική ιδεολογία των Νεότουρκων (İttihat ve Terraki Cemiyeti) και τον «κεμαλικό εθνικισμό», μέσα σ’ ένα περιβάλλον αργής αλλά σταθερής επέκτασης του «πολιτικού Ισλάμ». Είναι το ίδιο που οδήγησε στην καταστροφή της κοσμοπολιτικής Σμύρνης ή τουλάχιστον δεν έκανε κάτι να την σταματήσει ή να την μειώσει.

Είναι το ίδιο πνεύμα που οργάνωσε τα τάγματα εργασίας (amele taburu), επέβαλλε τον εξοντωτικό φόρο περιουσίας (varlık vergisi), οργάνωσε και εκτέλεσε τα Σεπτεμβριανά (5-6 Σεπ 1955) κατά των ελλήνων της Πόλης και άλλα πολλά, που οδήγησαν στο μαρασμό της ελληνικής κοινότητας στην Τουρκία.

Όπως χαρακτηριστικά τόνισε o Emre Aköz σε άρθρο του στην εφημερίδα Sabah της 8 Απριλίου 2010 με τίτλο «Η εξομολόγηση ενός Κεμαλιστή», «ξέρουμε 90% ποιος έβαλε τη φωτιά, αλλά επειδή δεν είναι 100%, είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουμε το υπόλοιπο 10% που επέβαλε η λογοκρισία από την παιδική μας ηλικία. Ξέρουμε όμως 100% ποιος δεν την έσβησε».

 

 

Στρατής Χαραλάμπους - Αντγος ε.α.

Μέλος της «Εταιρίας Λεσβιακών Μελετών»

 

 

Σημειώσεις


11. Η μελέτη της Leyla Neyzi, με βάση την προφορική ιστορία της Gülfem Kaatçılar İren, δημοσιεύτηκε με τον τίτλο «Remembering the Smyrna», στο περιοδικό «History and Memory» τεύχος Φθινόπωρο/Χειμώνας 2008.

Συμπληρώθηκαν 96 χρόνια από το τραγικό γεγονός της καταστροφής της Σμύρνης, σχεδόν ένας αιώνας, αλλά ακόμη υπάρχουν εύλογες απορίες για τους αίτιους και κυρίως για τους λόγους αυτής της μεγάλης συμφοράς. Η πυρκαγιά της Σμύρνης ήταν η «χαριστική βολή» σε μια κοινωνία όπου συμβίωναν, παρά τις αντιθέσεις τους, διαφορετικές εθνότητες με διαφορετική θρησκεία, γλώσσα, κουλτούρα και οικονομική επιφάνεια. Το μοντέλο συνύπαρξης και ανάπτυξης σ’ αυτή τη γωνιά της Ιωνίας, με εμφανή τη δυτική επιρροή δεν υπήρχε σ’ άλλη πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αυτός ο τρόπος ζωής μοιραία προκαλούσε το «φθόνο» της πλειοψηφίας του τουρκικού λαού, επηρεασμένου, από τα εθνικιστικά συνθήματα των Νεότουρκων που σχεδόν για μια δεκαετία (1908-1918) επέβαλαν στη χώρα την πολιτική τους και από την κατάρρευση της αυτοκρατορίας κατά τον Α΄ Π. Π. Τα συνθήματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση της ιδεολογίας του «κεμαλικού εθνικισμο», που αναδύθηκε και γιγαντώθηκε μέσα από τα πεδία των μαχών της Ανατολής και κορυφώθηκε πάνω στα αποκαΐδια της «Νύφης της Φωτιάς». (1)

Για το ποιός ευθύνεται για τη μεγάλη πυρκαγιά της Σμύρνης (13-16 Σεπ 1922) αναφέρθηκα αναλυτικά στα άρθρα μου στο «ΕΜΠΡΟΣ» της 15 Σεπ 2010 και 16 Σεπ 2016. Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσω να καταγράψω τις απόψεις των τούρκων ιστορικών και αρθρογράφων οι οποίοι, στην «αναζωπύρωση» του θέματος το 2010 και μετέπειτα, προσπάθησαν να εκφέρουν άποψη διαφορετική από την επίσημη (Ίδρυμα Τουρκικής Ιστορίας - Türk Tarih Kurumu-TTK) και σε αντίθεση με τη «στρατευμένη» δημοσιογραφία.

Τουρκική μεταστροφή

Η τουρκάλα δημοσιογράφος Αϊσέ Χιούρ (Ayse Hür) (2) με μία εκτεταμένη ανάλυση προσπάθησε να αντικρούσει τις πηγές, τις οποίες επικαλείται η τουρκική πλευρά στην προσπάθεια της να αποποιηθεί των ευθυνών της και τονίζει:

Την επί χρόνια επίσημη τουρκική άποψη, με την οποία κατηγορούνταν για την έναρξη της πυρκαγιάς ο ελληνικός στρατός σε συνεπικουρία με του Έλληνες της Σμύρνης. Η οποία ξαφνικά το 1980, λόγω των διπλωματικών προσπαθειών της Αρμενίας για την αναγνώριση της γενοκτονίας του λαού της το 1915, μεταστράφηκε και έκτοτε θεωρεί ως υπεύθυνους, για το ξεκίνημα της φωτιάς, τους Αρμένιους και κυρίως το Αρμενικό κομιτάτο με αρχηγό τον Τασνάκ.

Μετά την είσοδο στη Σμύρνη του τουρκικού στρατού και των άτακτων (τσέτες του Τυφλού Πεχλιβάνη - Kör Pehlivan) στις 9 Σεπ. 1922 ημέρα Σάββατο, ακολούθησε συστηματική λεηλασία, αρπαγή περιουσιών, βιασμοί κ.λπ. με το πρόσχημα της έρευνας για τον εντοπισμό όπλων κ.λπ. στα σπίτια των ελλήνων και των αρμενίων. Ακολούθησε στις 12 Σεπ. ο αποκλεισμός της αρμένικης συνοικίας από τον τουρκικό στρατό και τις μεταμεσημβρινές ώρες της 13 Σεπ. 1922 ξεκίνησε η φωτιά στο Basmane (σημερινό εκθεσιακό κέντρο), η οποία με τη βοήθεια του ανέμου γρήγορα επεκτάθηκε. Την επόμενη μέρα κινήθηκε δυτικά καίγοντας τα πάντα στο πέρασμα της, σπίτια, σχολεία, κέντρα, ξενοδοχεία, εκκλησίες, μαγαζιά κ.λπ., στις συνοικίες των αρμένιων, των ελλήνων και των φράγκων. Ταυτόχρονα δεκάδες χιλιάδες έλληνες, αρμένιοι και λεβαντίνοι με τις οικογένειες του κινήθηκαν αναγκάστηκα προς την παραλία διότι προς την τούρκικη συνοικία (νότια -δες το χάρτη) (3) οι δρόμοι είχαν αποκλειστεί.

Η φωτιά σβήστηκε ολοσχερώς στις 18 Σεπ. 1922 κάνοντας στάχτη 2,6 εκ. τ.μ. αστικής γης και πάνω από 20 χιλ ακίνητα, με συνολικό ύψος ζημιών 3,5 εκ. χρυσές λίρες (4). Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι με βάση τους αριθμούς έχασαν τη ζωή τους πάνω από 180 χιλ. άτομα, αν ληφθεί υπόψη ότι στην πόλη ζούσαν περίπου 500 χιλ. έλληνες και αρμένιοι τα δε πλοία παρέλαβαν μόνο 320 χιλ.

Δηλαδή η Σμύρνη «καθαρίστηκε», απαλλάχτηκε από τις εθνότητες που έδιναν ζωή και πρόοδο και άρχισε να δημιουργείται μια πόλη με ανατολίτικη νοοτροπία, που τίποτα δεν θα θύμιζε την παλιά Σμύρνη.

 

Συμπεριφορά Ξένων Ανταποκριτών και Αποστολών

Οι ξένοι ανταποκριτές (Άγγλοι-Γάλλοι-Αμερικάνοι και Ιταλοί) στη Σμύρνη ήταν διστακτικοί στις αρχικές ανταποκρίσεις των και κυρίως κινήθηκαν στα πλαίσια της πολιτικής της Χώρας τους, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Η Αϊσέ Χιούρ (Ayse Hür) καταγράφει τις αντιθέσεις που παρουσίασαν οι ανταποκρίσεις ορισμένων δημοσιογράφων με τις μετέπειτα αναλύσεις και τις αναφορές τους:

Στις 16 Σεπ. 1922 οι Times του Λονδίνου έγραφαν ότι «η φωτιά ξεκίνησε μετά την κατάληψη της πόλης από του άτακτους τούρκους (başıbozuklar), αλλά ο τακτικός στρατός δεν έκανε τίποτα εναντίον τους ούτε και κατά της φωτιάς». Στις 6 Οκτ. 1912 η ίδια εφημερίδα γράφει ότι «δεν υπάρχουν αποδείξεις αλλά υπάρχει κοινή άποψη ότι την έβαλαν οι έλληνες και οι αρμένιοι».

Η γαλλική Figaro κατηγορεί για τη φωτιά τους τούρκους, η Le Temps τους έλληνες και η Le Matin τους αρμένιους. Γενικά ο γαλλικός τύπος ακολούθησε φιλοτουρκική στάση, καίτοι τα καραβάνια προσφύγων που έφταναν στη Μασσαλία περιέγραφαν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τις τραγικές στιγμές που έζησαν, πιστός στην πολιτική που χάραξε η γαλλική κυβέρνηση της εποχής (Γάλλο-τουρκική συνθήκη της 20 Οκτ. 1921- Συνθήκη Άγκυρας-Φραγκλίν Μπουγιόν).

Οι New York Times «αναρωτιούνταν αν τη φωτιά την έβαλαν οι τούρκοι για να εκδικηθούν τους ρωμιούς και τους αρμένιους, που συνεργάστηκαν με τον Ελληνικό Στρατό». Επίσης η Portsmouth Daily Times, στήριξε τη θεωρία ότι «τη φωτιά την έβαλαν οι τούρκοι για να καλύψουν τις θηριωδίες τους».

Η θέση της Γαλλίας για τους υπεύθυνους της φωτιάς παρουσιάζει μια αντιφατικότητα και συγκεκριμένα, αντί να ληφθούν υπόψη οι αναφορές και τα τηλεγραφήματα του διπλωμάτη Michel Graillet που αναπλήρωνε τον γενικό πρόξενο Lucien Laporte και είχε προσωπική αντίληψη των τραγικών γεγονότων, λήφθηκαν υπόψη οι αναφορές του στρατηγού Pelle και του ναυάρχου Dumesnil. O πρώτος ήταν ύπατος αρμοστής στην Πόλη και στάλθηκε από το γάλλο πρωθυπουργό Poincare στη Σμύρνη και συνέταξε σχετική έκθεση. Ο δεύτερος ήταν διοικητής του συμμαχικού στόλου στον κόλπο της Σμύρνης και συνέταξε την έκθεση του από μαρτυρίες και από δύο σημαντικές συναντήσεις που είχε:

Η πρώτη ήταν στις 11 Σεπ. 1922 στο διοικητήριο (Konak) με το Nureddin Paşa, πρώην στρατιωτικό διοικητή Σμύρνης (πριν το Μάιο του 1919) και διοικητή της 1ης τουρκικής στρατιάς, που είχε το βάρος της κύριας επίθεσης κατά του ελληνικού στρατού στο μέτωπο του Αφιόν και είχε εισέλθει θριαμβευτής στη Σμύρνη στις 9 Σεπ. 1922. Η δεύτερη με τον Κεμάλ στις 15 Σεπ. 1922 (η πυρκαγιά συνεχιζόταν) στη βίλλα της μετέπειτα συζύγου του Latife hanim στο Göztepe (στη νότια πλευρά της πόλης-δες το χάρτη). Στις δύο συναντήσεις πρακτικά τηρούσε ο διοικητής κορβέτας Moreau.

Από το Νουρεντίν ο γάλλος ναύαρχος ζήτησε, να περιοριστεί ο εκτοπισμός των ανδρών ελλήνων και αρμένιων, που είχε διατάξει ο ίδιος, μόνο σε όσους αποδεδειγμένα είχαν συνεργαστεί με τον Ελληνικό Στρατό. Αυτός αρνήθηκε και απάντησε «πολλοί μας βασάνισαν -bize çok çektirtiler».

Στο Κεμάλ μετέφερε τις μαρτυρίες «βάσει των οποίων οι τούρκοι έβαλαν τη φωτιά και ότι μάρτυρες είδαν τούρκους στρατιώτες να ρίχνουν πετρέλαιο» και ότι ο Άγγλος ναύαρχος πιστεύει ότι «υπεύθυνοι για τη φωτιά είναι οι τούρκοι». Ο Κεμάλ κατηγόρησε τους αρμένιους και υποσχέθηκε τη διεξαγωγή έρευνας από επιτροπή του επιτελείου του.

Για την έκθεση (που επικαλείται η τουρκική πλευρά) του αμερικάνου μηχανικού στην οργάνωση «Near East Relife ark Prentiss έχω αναφερθεί στις 15 Σεπ. 2010. Επί πλέον η τουρκάλα δημοσιογράφος Αϊσέ Χιούρ αποκαλύπτει ότι η έκθεση που συντάχθηκε κατά παραγγελία του ναυάρχου των ΗΠΑ Bristol τον Ιανουάριο του 1923, βασίστηκε σε δύο συναντήσεις του μηχανικού στις 10 και 13 Σεπ 1922 με τον πιο αμφιλεγόμενο μάρτυρα, το διοικητή της ιδιωτικής πυροσβεστικής εταιρείας (αυστριακών συμφερόντων) Paul Gresovich. Ο τελευταίος μεταξύ των άλλων τόνισε ότι «πάντα ξεσπούσαν φωτιές την εποχή εκείνη αλλά πολλές ταυτόχρονα πρώτη φορά, η δύναμη της πυροσβεστικής από 100 άτομα είχε πέσει στους 37 λόγων της απόλυσης από το νομάρχη Kazım Paşa των ρωμιών πυροσβεστών. Ζήτησα ενίσχυση από τους τούρκους αλλά μου έστειλαν μόνο 100 άτομα τα οποία από τις 8 το βράδυ της 13 Σεπ βομβάρδιζαν τα σπίτια για να μην εξαπλωθεί η φωτιά. Επίσης ο Greskovich ανέφερε ότι «το πρωί της 13 Σεπ (πριν ξεσπάσει η φωτιά) μερικές χιλιάδες γυναικόπαιδα αρμενίων με επικεφαλής δύο ιερείς βγήκαν από το αρμένικο σχολείο και την εκκλησία του Αγίου Δομίνικου και κινήθηκαν προς τη θάλασσα. Σε έρευνα εντός του σχολείου εντοπίστηκαν στουπιά με πετρέλαιο». (Σημείωση: Η προσπάθεια διάσωσης των γυναικόπαιδων των αρμενίων πριν τη φωτιά, αποδεικνύει περίτρανα τις λεηλασίες και τις θηριωδίες που εξελίσσονταν στη συνοικία τους και όχι μόνο).

Το κυριότερο όμως για την αναφορά Prentiss είναι ότι έρχεται σε αντίθεση με:

Tην ανταπόκριση του ιδίου που δημοσιεύτηκε στις 18 Σεπ 1922 στους New York Times.

Τη μαρτυρία του βοηθού προξένου Barnes ότι «είδε τούρκους να βάζουν φωτιά στο τελωνείο και το γραφείο ελέγχου διαβατηρίων».

Τη μαρτυρία του υπευθύνου του Ερυθρού Σταυρού, Davis Claufen ότι «είδε τούρκους στρατιώτες να καίνε σπίτια» και της περιπόλου του ναυτικού των ΗΠΑ ότι «οι φωτιές γύρω από το Αμερικάνικο σχολείο μπήκαν από τούρκους».

 

Το Β΄Μέρος:Η Συμπεριφορά της Ανώτατης Στρατιωτικής Τουρκικής Ηγεσίας.

 

 

  1. Ο τίτλος είναι από το βιβλίο του συγγραφέα Mehmet Coral - Ateşin Gelini Gavur İzmir- εκδοτικός οίκος Doğan, 2008.

 2.Μελέτη στην εφημερίδα «Taraf» της 9 Σεπ 2012. Η εφημερίδα κλείστηκε διότι αντιπολιτευόταν το καθεστώς Ερντογάν.

  1. Χάρτης της Σμύρνης κλίμακας 1/30000 της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ.
  2. Εφημερίδα «İleri-Μπροστά» της 30 Οκτ 1922.

 

Μυτιλήνη 5 Σεπ 2018

Στρατής Χαραλάμπους - Αντγος ε.α.

Μέλος της «Εταιρίας Λεσβιακών Μελετών»

β΄Μέρος

Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η ανώτατη τουρκική στρατιωτική ηγεσία (ο επιτελάρχης Fevzi Çakmak Paşa, ο διοικητής του δυτικού μετώπου İşmet İnönü και άλλοι) με επικεφαλής το Μουσταφά Πασά έφθασαν στη Σμύρνη στις 10 Σεπ 1922 (μία μέρα μετά την είσοδο του Nureddin Paşa- διοικητού της 1ης Στρατιάς). Ήταν μάρτυρες όλων των λεηλασιών και των θηριωδιών καθώς και της τρομερής πυρκαγιάς που κατέστρεψε τα πάντα.

Εύλογα γεννάται η απορία σ’ ένα αντικειμενικό παρατηρητή γιατί δεν έκαναν κάτι, για να περιορίσουν τη ζημιά και να γλυτώσουν από το θάνατο χιλιάδες αθώες ψυχές, που είχαν πάρει στο δρόμο του ξεριζωμού; Εξάλλου ο στρατιωτικός αντίπαλος τους, ο ελληνικός στρατός είχε αναχωρήσει από την πόλη στις 8 Σεπ κινούμενος για το Τσεσμέ, προκειμένου να εγκαταλείψει τη γη της Ιωνίας.

Οι διάφοροι τούρκοι στρατιωτικοί της εποχής καθώς και ο επιστήθιος φίλος του Κεμάλ Falih Rifki Atay στα απομνημονεύματα τους, προσπάθησαν να περιγράψουν «τη λύπη του Κεμάλ», του απέδωσαν φράσεις θυμού και απογοήτευσης προς το πρόσωπο του Νουρεντίν Πασά, που τελικά έγινε ο «αποδιοπομπαίος τράγος» και φορτώθηκε όλες τις «αμαρτίες» της τουρκικής ηγεσίας και πρώτου του Αρχιστρατήγου Μουσταφά Κεμάλ. Το ερώτημα είναι αν ενεργούσε μόνος του ή με εντολές βάσει σχεδίου.

Ο Κεμάλ στις 10 Σεπ αρχικά έστησε το στρατηγείο του στο ξενοδοχείο  «Κράμερ Παλλάς δες το χάρτη» και το βράδυ διανυκτέρευσε για λόγους συμβολικούς, στη βίλα της οικογένειας İplikçizade στην περιοχή Karşıyaka (Κορδελλιό) όπου είχε διαμείνει το καλοκαίρι του 1921 ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος. (5)

Τις υπόλοιπες νύκτες μέχρι το πρωί την 13η Σεπ 1922 (ημέρα έναρξης της πυρκαγιάς) δεν διασαφηνίζεται αλλά κατά πάσα πιθανότητα άλλαζε σπίτια για λόγους ασφαλείας. Γεγονός είναι ότι το απόγευμα της 13ης Σεπ καθώς η φωτιά πλησίαζε την παραλία και το ξενοδοχείο Κράμερ μεταφέρθηκε εσπευσμένα μέσα σε ανοικτό αυτοκίνητο στη βίλα της οικογένειας Uşakizade στην περιοχή Göztepe (Γκιόζτεπε - νότια της πόλης) καλεσμένος της Latife Hanım, που στη συνέχεια έγινε σύζυγος του.

Ο Κεμάλ στις 13 Σεπ το βράδυ από το μπαλκόνι της βίλας που έμενε, βλέποντας τις φλόγες να υψώνονται στον ουρανό της Σμύρνης, είπε στους αξιωματικούς «…παιδιά κοιτάξτε καλά αυτή τη θέα, αυτές οι φλόγες σηματοδοτούν το τέλος μιας περιόδου και την αρχή μιας νέας. Ενώ οι αμαρτίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας τον τελευταίο αιώνα «καθαρίζονται» με αυτή τη φωτιά, η οποία παράλληλα ανακοινώνει στον κόσμο την άνοδο του τουρκικού έθνους και την ίδρυση του τουρκικού κράτους.» (6)

Την επόμενη ημέρα ενώ η φωτιά έτρωγε τα σωθικά της πόλης, παρατέθηκε γεύμα στη βίλα με παρόντες την ηγεσία, την οικογένεια και άλλους. Ο υπασπιστής του Κεμάλ Salih Bozοk γράφει, «.. όλοι γέμιζαν με ευχαρίστηση τα ποτήρια τους και έτρωγαν τους μεζέδες, πλην του Fevzi Paşa που δεν έπινε οινόπνευμα αλλά καταβρόχθιζε με βουλιμία τα καλαμάρια της Σμύρνης ...» (7)

Μετά έμειναν μόνοι στο λιακωτό της βίλας ο Κεμάλ με τη Λατιφέ και παρατηρούσαν τη φωτιά, παραπέρα δε ήταν οι υπασπιστές. Ο Bozok γράφει, «... η Λατιφέ μιλούσε για τις επιχειρήσεις της οικογένειας και ο Κεμάλ για τη μάχη του Αλή Βεράν. Σε ερώτηση του Κεμάλ αν υπάρχουν ακίνητα της οικογένειας στην περιοχή που καιγόταν, αυτή απάντησε θετικά και συμπλήρωσε «Ας καούν όλα Πασά μου αρκεί που εσείς είστε υγιής, ποια η αξία των περιουσιακών στοιχείων για κάποιον που ζει αυτές τις ένδοξες μέρες. Η Πατρίδα σώθηκε και στο μέλλον θα τα φτιάξουμε καλύτερα». Η απάντηση ικανοποίησε τον Κεμάλ και πρόσθεσε, «Evet, Yaksın ve Yıkılsın. Hepsi telafisi mümkündür - Ναι, όλα ας καούν και ας καταστραφούν! Όλα ξαναγίνονται!!!».(8)

Ο επιτελάρχης Fevzi Paşa στα δικά του απομνημονεύματα περιγράφει με τα χειρότερα λόγια το Νουρεντίν και συμπληρώνει, «αυτός ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για δυο γεγονότα που τελείωσαν με πόνο, την πυρκαγιά της Σμύρνης και τη διαμονή του Κεμάλ στο Κράμερ, απ’ όπου λόγω της φωτιάς κατέληξε μόνιμος μουσαφίρης στη βίλα στο Γκιόζτεπε ...» (9) Ο Κεμάλ έμεινε στο σπίτι της Λατιφέ μέχρι τις 29 Σεπ 1922, από εκεί επέστρεψε την επομένη στην Άγκυρα και παρέμεινε στην εξουσία μέχρι την ημέρα του θανάτου του. (10 Νοε 1938).

Ο «Αποδιοπομπαίος Τράγος» Nureddin Paşa

Ο τούρκος δημοσιογράφος Tamer Çilingir (10) σε άρθρο του με τίτλο «Tη Σμύρνη την έκαψε ο Μουσταφά Κεμάλ και οι στρατιώτες του», αφού αναφέρει στα κενά που παρουσιάζει η επίσημη θέση της Τουρκίας για την πυρκαγιά καταλήγει στις εξής διαπιστώσεις, για το πρόσωπο του Νουρεντίν πασά για τον οποίον έχουν γραφτεί πολλά για τη μοχθηρία, τη σκληρότητα και την πονηριά. Τα χαρακτηριστικά αυτά φάνηκαν σε όλη την έκταση τους στον τρόπο που μαρτύρησε ο Μητροπολίτη Σμύρνης εθνομάρτυρας Χρυσόστομος:

- Οι ιστορικοί για να αθωώσουν τον Κεμάλ, ρίχνουν όλα τα βάρη στο Νουρεντίν.

- «Από ποιόν πήρε διαταγές ο Νουρεντίν, για να εξολοθρεύσει την κουρδική φυλή Koçgiri η οποία αρνήθηκε να υποταχθεί και τους έλληνες του Πόντου».

- «Τότε ήταν αρεστός και εκτελούσε τις διαταγές του Κεμάλ ενώ στη Σμύρνη έγινε απεχθής και αχώνευτος».

- Για την υπευθυνότητα του Νουρεντίν έχουν γράψει ο Ισμέτ Ινονού και ο Ριφκί Αταϊ, τι έλεγε όμως ο ίδιος για του Ρωμιούς «... σ’ όλους τους ρωμιούς υπάρχει το όνειρο του κράτους. Πιστεύουμε ότι οι ρωμιοί για την πατρίδα μας είναι ένα φίδι, το δηλητήριο αυτού του φιδιού είναι οι γυναίκες ….» (10)

- Οι πράξεις αυτού του «πιστού στρατιώτη του Κεμάλ» και οι θηριωδίες του στον Πόντο και στο Koçgiri συζητήθηκαν σε κλειστές συνεδριάσεις της βουλής της 11 Αυγούστου και της 4 Οκτ 1921. Μερικοί ζήτησαν να καθαιρεθεί αλλά ο Κεμάλ τον υπερασπίστηκε και τον γλύτωσε μέσω της  «σύστασης εξεταστικής επιτροπής».

- «Τελικά στις 29 Ιουνίου 1922 ο Κεμάλ τον επιβράβευσε, τον προήγαγε και του ανέθεσε της διοίκηση της 1ης Στρατιάς. Πως αυτός μετά από 2,5 μήνες έγινε «απεχθής»; Πως θα ενεργούσε ο πιστός αυτός στρατιώτης χωρίς διαταγές του Κεμάλ; Όσοι το υποστηρίζουν έχουν «πάθει ατροφία στο μυαλό» και θέλουν να προστατεύσουν τον Κεμάλ».

 

 Στο επόμενο το γ΄μέρος (τελευταίο) : Μια Σμυρνιά Τουρκάλα «Εξομολογείται»

 

Στρατής Χαραλάμπους - Αντγος ε.α.

Μέλος της «Εταιρίας Λεσβιακών Μελετών»

 

Σημειώσεις

  1. Η βίλα αυτή αγοράστηκε από την οικογένεια İplikçizade το 1919, από την ιταλική οικογένεια Αλατίνη, η οποία εγκατέλειψε τη Σμύρνη και εγκαταστάθηκε στη Ρόδο.
  2. «Από τη γέννηση του μέχρι το θάνατο: Ημερολόγιο του Ατατούρκ από διάφορες πηγές». Έκδοση του Utkan Kocatürk, Κέντρο Μελετών του Ατατούρκ στην Άγκυρα 1999.
  3. «Ανάμεσα σε δυο αγάπες τη Λατιφέ και τη Φικριγέ» του İsmet Bozdağ με βάση τις αφηγήσεις του υπασπιστή του Κεμάλ Salih Bozok, έκδοση Truva σελ. 81-82.
  4. Ο Salih Bozok αφηγείται, εφημερίδα Cumhuriyet 30 Ιαν 1939.
  5. «Η Στρατιωτική και Ιδιωτική Ζωή του στρατηγού Fevzi Çakmak», Süleyman Külçe 1ος τόμος, 1953 σελ. 236.
  6. «Οι δύο Ανταρσίες του Πόντου και του Koçgiri, Ένας Πασάς ο Νουρεντίν», Mustafa Balcıoğlu εκδόσεις Nobel, Άγκυρα 2000.
Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018 12:12

ΣΥΝΘΗΚΗ ΣΕΒΡΩΝ - ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΣΚΟΠΙΑ

Πριν περίπου 98 χρόνια, στις 10 Αυγούστου 1920, σε μία μικρή κωμόπολη της Γαλλίας τις Σέβρες, υπεγράφη η ομώνυμη Συνθήκη με την οποία οι νικητές του Μεγάλου Πολέμου, εν μέσω αντικρουόμενων συμφερόντων και πολεμικών στόχων, υπέγραψαν την Συνθήκη διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε συνεργασία με την κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, αγνοώντας επιδεικτικά το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ που βαθμιαία δυνάμωνε και με το οποίο άλλοι κρυφά και άλλοι φανερά είχαν αρχίσει επαφές .

Ο πρωτεργάτης της Συνθήκης αυτής ο Ελευθέριος Βενιζέλος, «ο δημιουργός της Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών»,  γνώριζε τις δυσκολίες επικύρωσης της Συνθήκης από τα συμβαλλόμενα μέρη και είχε επιπρόσθετα δεσμευτεί στον Άγγλο πρωθυπουργό Λ. Τζώρτζ (ο οποίος ανησυχούσε για την προάσπιση των συμφερόντων της χώρας του εξ αιτίας του Κεμάλ) στις αρχές Ιουνίου 1920 ότι, «Με τη δύναμη των ελληνικών όπλων θα επέβαλε τη Συνθήκη στους εθνικιστές της Άγκυρας» .

Νομίζοντας ο Βενιζέλος ότι η ανεφάρμοστη Συνθήκη θα του εξασφάλιζε την εκλογική νίκη, αγνοώντας δε πλήρως την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα και παρά τις προειδοποιήσεις των συνεργατών του κατήργησε τον στρατιωτικό νόμο και προκήρυξε εκλογές για την 1η Νοεμβρίου 1920, στις οποίες υπέστη τέτοια ήττα που ακόμη και ο ίδιος δεν εξελέγη βουλευτής. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά, η αντιπολίτευση ενώ άλλα έλεγε προεκλογικά μόλις ανέλαβε την εξουσία συνέχισε την πολιτική Βενιζέλου (αυτή που κατηγορούσε ) και φθάσαμε το 1922 στην καταστροφή .

Η Συμφωνία Τσίπρα - Ζάεφ

Ας έλθουμε στο σήμερα, η παρούσα κυβέρνηση με πρωτεργάτη τον πρωθυπουργό κύριο Τσίπρα, σίγουρα πιεζόμενος από ΕΕ (κυρίως από τη Γερμανία) και από το ΝΑΤΟ (κυρίως από τις ΗΠΑ) για την επίλυση του Σκοπιανού ζητήματος και για την εν συνεχεία άρση των εμποδίων και την ένταξη των Σκοπιών στις δυτικές δομές, συμφώνησε κατ’ αρχήν με τον Σκοπιανό ομόλογο του σε ένα πλαίσιο συμφωνίας.

Δεν είναι γνωστές ακόμη οι λεπτομέρειες αλλά αυτό έχει μικρή σημασία το βασικό είναι ότι, η επίλυση του ονοματολογικού, βαφτίζοντας Μακεδόνες του Σλάβους που ήλθαν τον 6ο αιώνα μ.Χ. στην περιοχή και η πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων του κράτους των Σκοπίων με τη χώρα μας, κυρίως εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ξένων (δεν είναι τυχαίοι οι έπαινοι των διεθνών ΜΜΕ και των ξένων κυβερνήσεων με εξαίρεση τη Ρωσία που βλέπει να περιορίζεται η επιρροή της στη Βαλκανική) και δίνει προσωρινή σταθερότητα στη εύθραυστη Σκοπιανή κρατική οντότητα.

Σίγουρα μένει να δούμε αν θα έχει η σημερινή κυβέρνηση την τύχη της κυβέρνησης Βενιζέλου, οπωσδήποτε οι δύο Συνθήκες είναι διαφορετικές και μη συγκρίσιμες αλλά έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά:

- Είναι αμφίβολο αν θα επικυρωθούν στην Αθήνα και στα Σκόπια.

- Επιβάλλονται στη χώρα μας από το εξωτερικό, όπως τότε η Αγγλία ζητούσε έναν πρόθυμο στρατό να προστατέψει τα κεκτημένα της από τον Μεγάλο Πόλεμο έτσι και σήμερα οι ξένοι ζητούν από τη χώρα μας να συμβάλλει στη σταθερότητα του κρατιδίου και να προστατέψει έμμεσα τα συμφέροντα τους.

- Το 1920 μας έδιναν τη Δυτική Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη και παράλληλα ενίσχυαν τον Κεμάλ για να μας νικήσει στο πεδίο της μάχης, ενώ τώρα μας υπόσχονται αόριστα μείωση του χρέους και πιθανή επανάκτηση της απολεσθείσης ευημερίας του Ελληνικού λαού και σε αντιστάθμισμα μας «κλέβουν» την ιστορία μας και την πολιτιστική μας κληρονομιά.

- Η Συνθήκη των Σεβρών χρησιμοποιήθηκε από το Βενιζέλο για να επιτύχει εκλογική νίκη ενώ είχε τη δυνατότητα λόγω της εκστρατείας να αναβάλει τις εκλογές (ορισμένοι αναφέρουν ότι βλέποντας το αδιέξοδο στην Μικρά Ασία επιχείρησε να διαφύγει και να αφήσει «το φλέγον θέμα» στην «Ηνωμένη Αντιπολίτευση» .

- Μένει να δούμε σήμερα ποιες θα είναι οι κινήσεις του κυρίου Πρωθυπουργού.

Σημείωση: Δεν υπάρχει βέβαια καμία ομοιότητα μεταξύ των δύο πολιτικών ανδρών, είναι διαφορετικές οι περιστάσεις και δεν είναι σίγουρο ότι ο σημερινός πρωθυπουργός θα έδειχνε τον αλτρουισμό του Εθνάρχη, ο οποίος αρνήθηκε να διασπάσει την εκλογική περιοχή της Αττικοβοιωτίας, παρά τις συστάσεις του υπουργού εσωτερικών Ρέπουλη, ώστε να εκλεγεί βουλευτής. 

Εθνολογική σύσταση Σκοπίων

 Απευκταίο Σενάριο

Πως θα εξελιχθεί πολιτικά το θέμα στο εσωτερικό δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου και προσωπικά δεν με αφορά, θα σκιαγραφήσω όμως ένα σενάριο που πιθανόν να λάβει χώρα στο απώτερο μέλλον:

- Επιλύεται το θέμα, ομαλοποιούνται οι σχέσεις των δύο χωρών και σταδιακά επιστρέφουν και εγκαθίστανται στη γη των προγόνων τους οι απόγονοι αυτών που εγκατέλειψαν την Μακεδονία, εκούσια και ακούσια, μετά από αιματηρά γεγονότα.

- Στη συνέχεια αρχίζουν δικαστικά να ζητούν τις περιουσίες των προγόνων τους (οι συγκυρίες τους βοηθούν) και βρίσκουν δικαίωση.

- Σε μία μελλοντική στιγμή (πάντα με τη βοήθεια αυτών που απεργάζονται σχέδια σε βάρος των μικρών κρατών) η αλβανική εθνότητα των Σκοπίων κάνει δημοψήφισμα και ζητά αυτοδιάθεση και ένωση με την Αλβανία ή το Κόσσοβο ή τη Νότια Σερβία.

- Τότε οι «Βορειομακεδόνες» τι θα κάνουν; Το πιθανότερο θα ζητήσουν την ένωση με τη «Νότια Μακεδονία» (θα έχει προετοιμαστεί το κλίμα από διαμορφωτές γνώμης και υποκινητές από το εξωτερικό) για να ανασυσταθεί η αρχαία Μακεδονία.

Εύχομαι το παραπάνω σενάριο να μην λάβει σάρκα και οστά και να είναι αποκύημα της φαντασίας μου, αλλά περίπου την ίδια θεωρία για δήθεν απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον Οθωμανικό ζυγό χρησιμοποίησαν και οι οργανώσεις των «Εξαρχικών» υποκινούμενοι από τη Βουλγαρία και έκαναν στην περιοχή του Μοναστηρίου στις 20 Ιουλίου 1903 την επανάσταση του Αγίου Ηλία (Ίλιντεν) την οποία στήριξαν άθελά τους και αρκετοί Έλληνες. Ευτυχώς την επόμενη χρονιά άρχισε να φουντώνει ο Μακεδονικός αγώνας και μέχρι το 1908 (που ξέσπασε η επανάσταση των Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη) μειώθηκε η βουλγαρική επιρροή ώστε το 1912 να είναι έτοιμες οι Συνθήκες για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον Ελληνικό Στρατό.

 

 Μυτιλήνη 14 Ιουνίου 2018

 Στρατής Χαραλάμπους

 Αντ/γος (ΠΒ) ε./α

Είναι γνωστή η φράση «Αν θες ειρήνη να ετοιμάζεσαι για πόλεμο» (Si vis pacem para bellum) και νομίζω ότι θα πρέπει να αποτελέσει από εδώ και στο εξής «εθνική προτεραιότητα» για τη χώρα μας, παρά την οικονομική δυσπραγία στην οποία μόνοι μας οδηγηθήκαμε. Αρχικά θέλω να προφτάσω τις κατηγορίες του τύπου «πολεμοκάπηλε, στρατοκράτη, κλπ.» και να επισημάνω ότι μετά τις τελευταίες ενέργειες της Τουρκίας είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρήσουμε την ειρήνη στην περιοχή και την ακεραιότητα της εθνικής επικράτειας.

Η πολιτική της Τουρκίας είναι γνωστή και σταθερή εδώ και δεκαετίες και συνίσταται στην επέκταση σε βάρος των γειτόνων της ακολουθώντας πιστά τον «Εθνικό όρκο» (Misak-i Milli), που συνέταξε ο Κεμάλ και ψήφισε στις 28 Ιανουαρίου του 1920, η τελευταία Οθωμανική Βουλή (Mebusan Meclisi). Προς τούτο διατηρεί τεράστιο στρατό υπό τα όπλα (αριθμητικά το δεύτερο εντός του ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ) και παράλληλες εξοπλισμένες δυνάμεις ασφαλείας διαφόρων κατηγοριών, οι οποίες ενεργούν προς υποστήριξη του έργου του στρατού πλαισιωμένες από παραστρατιωτικές ομάδες («Γκρίζοι Λύκοι» - Grı Kurtlar, «Τουρκικές Ομάδες Θανάτου» - Türk Ölüm Timleri, «Εστίες Οθωμανών» - Osmanlı Ocakları). Τις ένοπλες δυνάμεις τούτες αλλά και τα διάφορα παρακλάδια τους, τις εξοπλίζει συνεχώς με οπλικά συστήματα που η ίδια παράγει ή με συμπαραγωγές στα δικά της εργοστάσια και φυσικά και με προμήθειες από το εξωτερικό (S-400).

Δεν πρόφτασε να καταλαγιάσει η «σκόνη» από την «ορδή» του Τούρκου προέδρου μετά την τελευταία επίσκεψη σε Αθήνα και Κομοτηνή και η Τουρκία έδειξε καθαρά πώς αντιλαμβάνεται το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες:

- Επιπρόσθετα από τις καθημερινές παραβάσεις του FIR των Αθηνών, τις παραβιάσεις του Εναερίου χώρου και των Χωρικών Υδάτων και της αμφισβήτησης της υφαλοκρηπίδας των Νησιών του Αιγαίου και στην Ανατολική Μεσόγειο, προχώρησε σε καθαρά εχθρική ενέργεια εμβολίζοντας το περιπολικό του Λιμενικού Σώματος στην περιοχή των Ιμίων. Στην περιοχή αυτή παρενοχλεί τις πτήσεις των δικών μας εναερίων μέσων και έχει συνεχώς τα Ίμια κάτω από ναυτικό αποκλεισμό και τελευταία υπό συνεχή επιτήρηση με ραντάρ από την απέναντι Μικρασιατική ακτή.

- Εκδίδει συνεχώς αγγελίες για έρευνες στο θαλάσσιο χώρο από το Αιγαίο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο (Κύπρος) και διπλωματικά προσπαθεί να «μπλοκάρει» τις ενέργειες της Χώρας μας για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας με τα γειτονικά κράτη.

- Βλέποντας την άνοιξη του 2017 η Τουρκία ότι το Ισλαμικό κράτος τείνει να νικηθεί και με το πρόσχημα της δημιουργίας ζώνης ασφαλείας 5 χλ τετρ. χλμ. για τους πρόσφυγες, εισέβαλε στο Συριακό έδαφος δυτικά του Ευφράτη ποταμού και προχώρησε μέχρι 20 χλμ. από την συριακή πόλη El-Bab, σε συνεργασία με τον «Ελεύθερο Συριακό Στρατό» (Özgür Suriye Ordusu) -μια δύναμη που η ίδια δημιούργησε από σουνίτες Άραβες, μέλη διαφόρων ισλαμικών οργανώσεων και μέλη της Συριακής αντιπολίτευσης. Πραγματικός στόχος της επιχείρησης («Ασπίδα του Ευφράτη») ήταν η αποτροπή συνένωσης των κουρδικών καντονιών που βαίνουν παράλληλα με την όριο γραμμή με τη Συρία, από τη Μεσόγειο μέχρι το τριεθνές Συρίας - Ιράκ - Τουρκίας.

- Συνέχεια της παραπάνω επιχείρησης και στο πνεύμα της Συμφωνίας της Αστάνα (στοχεύει στην επίλυση της συριακής κρίσης παραμερίζοντας τις ΗΠΑ και διατηρώντας στην εξουσία έστω και μεταβατικά τον Άσαντ) μεταξύ Ρωσίας - Ιράν και Τουρκίας για τις εξελίξεις στη Συρία με την έγκριση της Ρωσίας (άνοιξε τον συριακό εναέριο χώρο και απρόσκοπτα επιχειρεί η τουρκική αεροπορία) και την σιωπηλή ανοχή των ΗΠΑ, την 20η Ιανουαρίου του 2018 εισέβαλε με παρόμοιο τρόπο στο συριακό έδαφος για κατάληψη εντός τριών ημερών της πόλης του Αφρίν, πρωτεύουσα του ομώνυμου κουρδικού καντονιού. Αν και μπαίνουμε στο δεύτερο μήνα από την έναρξη της επιχείρησης («Κλάδος Ελαίας» - Zeytin Dalı) οι σκληρές μάχες συνεχίζονται με απώλειες και στις δύο πλευρές και βέβαια τις περισσότερες στον άμαχο πληθυσμό.

 - Στο οικόπεδο «3» της Κυπριακής ΑΟΖ έφτασε το ιταλικό γεωτρύπανο για έρευνες και το τουρκικό Ναυτικό με συνεχή παρουσία μεγάλου αριθμού πλοίων και με την απειλή του εμβολισμού, ανάγκασε το γεωτρύπανο να εγκαταλείψει την περιοχή παρά τις διπλωματικές προσπάθειες της Ελλάδας και της Κύπρου και τις «χλιαρές» αντιδράσεις των ΗΠΑ - Ρωσίας - Ε.Ε..

 

Το «δίκαιο του ισχυρού»

Όλα τα παραπάνω και άλλα πολλά στον διπλωματικό τομέα, αποδεικνύουν περίτρανα ότι πάντα επικρατεί το «δίκαιο του ισχυρού», ο οποίος επιβάλει τη θέληση του με την απειλή χρήσης βίας και τελικά αν αναγκαστεί καταφεύγει σε αυτή, προκειμένου να προστατέψει τα «συμφέροντά του». Στις περιπτώσεις αυτές και με γείτονα όπως την Τουρκία, η οποία πέρα από τις συνεχείς προκλήσεις και τις απειλές για χρήση βίας και διπλωματικά παρακινεί τους γείτονες στα βόρεια σύνορα μας (Αλβανία - Σκόπια), οι διπλωματικές αυστηρές διακοινώσεις και τα αυστηρά μηνύματα και η αναζήτηση βοήθειας από ξένους δεν επαρκούν. Η βοήθεια από τους ξένους είναι μόνο στα «λόγια» διότι υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα στην περιοχή και δυστυχώς η «πλάστιγγα» γέρνει πάντα προς το μέρος της Τουρκίας, η οποία εκμεταλλεύεται άριστα την στρατηγική της θέση και τις δυνατότητες της.

Είναι σε όλους γνωστό ότι ο συριακός εμφύλιος είναι δημιούργημα του ανταγωνισμού των δύο μεγάλων δυνάμεων, στην προσπάθεια τους να ελέγξουν τα εδάφη από τα οποία θα περάσουν στο μέλλον οι αγωγοί πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Μεσόγειο και στη συνέχεια στη εξαρτημένη ενεργειακά από τη Ρωσία, Ευρώπη.

Η Τουρκία με τη καθοδήγηση του προέδρου Ερντογάν, μετά την ήττα του Ισλαμικού Κράτους στη Ράκκα με τη συνεργασία των ΗΠΑ, των δυνάμεων των Κούρδων της Βόρειας Συρίας και των «Συριακών δημοκρατικών δυνάμεων» (μείγμα σουνιτών Αράβων και άλλων φυλών της Συρίας), φοβούμενη την ενδυνάμωση και των εξοπλισμό του Στρατού των Κούρδων της Συρίας και την πιθανή δημιουργία κουρδικής κρατικής οντότητας στη Βόρεια Συρία, ενεπλάκη στον πόλεμο. Αφενός διότι θέλει να έχει «θέση» στο μελλοντικό τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την ένοπλη παρουσία της στην περιοχή και αφετέρου διότι η συνεχής πολεμική εγρήγορση και το «άνοιγμα» μετώπων με όλους τους γείτονες και η ανά τρίμηνο παράταση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, εξυπηρετεί τα πολιτικά σχέδια του Τούρκου προέδρου για επικράτηση στις προεδρικές εκλογές του 2019.

Αναλυτές επιμένουν ότι η Τουρκία παρασύρθηκε από τις ΗΠΑ και τη Ρωσία στο «συριακό κυκεώνα» με στόχο, για τις πρώτες να αποτρέψουν τη δημιουργία «ρήγματος» μέσα στο ΝΑΤΟ και να απαλλαγούν από τον ενοχλητικό Ερντογάν και για τη δεύτερη να επιτύχει το «ρήγμα» να διατηρήσει το καθεστώς του Άσαντ στην εξουσία, να διατηρήσει τις βάσεις της στη Συρία και να «επηρεάζει» τα σχέδια των αγωγών.

Ένα είναι σίγουρο, ότι τελικά θα την «πληρώσουν» οι αδύνατοι δηλαδή οι Κούρδοι, που σκορπισμένοι στα τέσσαρα κράτη θα δουν το όνειρο του «κράτους» να απομακρύνεται, η Κύπρος αν επιτύχει ο τουρκικός εκβιασμός και δεχθεί η Κυπριακή κυβέρνηση από τώρα «το μοίρασμα» των εσόδων από τα αποθέματα φυσικού αερίου στην ΑΟΖ της και η Ελλάδα αν συνεχίσει στις τουρκικές προκλήσεις και τις εχθρικές ενέργειες να απαντά στέλνοντας «αυστηρά μηνύματα» στην Τουρκία, η οποία στο διάβα της ιστορίας της έχει αποδείξει ότι καταλαβαίνει μόνο από τη «δύναμη των όπλων».

 

Να προετοιμαστούμε…

Αμέσως τίθεται το ερώτημα τι πρέπει να γίνει… Να κάνουμε πόλεμο; Φυσικά όχι αλλά πρέπει να ετοιμαστούμε ως Κράτος και ως Έθνος για τον πόλεμο και να έχουμε την πολεμική ετοιμότητα και οπωσδήποτε την πολιτική αποφασιστικότητα, διότι μόνο τότε ο γείτονας δεν θα αποτολμήσει να επιτεθεί ή να επιχειρήσει τη δημιουργία τετελεσμένων γεγονότων.

Για να επιτευχθούν τα παραπάνω πρέπει να επανεξεταστεί όλη η ακολουθούμενη πολιτική και κυρίως:

- Τα πολιτικά κόμματα να συμφωνήσουν για αύξηση της στρατιωτικής θητείας τουλάχιστον στους 12 μήνες και να μην «υπακούουν» στις πολιτικές νεολαίες τους.

- Να «περάσει» μέσω της εκπαίδευσης σε όλα τα στάδια η «ανάγκη» επιβίωσης του Έθνους και να πειστούν πρώτα οι πολιτικοί και μετά ο λαός ότι «από μηχανής θεός» δεν θα υπάρξει την κρίσιμη στιγμή, θα πρέπει να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις για να επιβιώσουμε.

- Η προετοιμασία της κρατικής μηχανής θα πρέπει να γίνει με σχέδιο και πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες και κομματικές καταβολές. Ιδιαίτερα στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων τα βήματα πρέπει να είναι προσεκτικά. Όπως έλεγε ένας παλιός διοικητής μου «η διάλυση μιας Μονάδος ή Υπηρεσίας είναι θέμα πέντε λεπτών, δηλαδή όσο απαιτείται για την έκδοση της διαταγής, αλλά για να συσταθεί η Μονάδα απαιτείται πολύς χρόνος, χρήμα και εργασία».

- Να παρακινηθούν οι «πλούσιοι» του Έθνους να συνεισφέρουν στην προσπάθεια αυτή , όπως έκαναν παλαιότερα οι μεγάλοι ευεργέτες (Αβέρωφ κλπ.) και φτάσαμε στην εποποιία των βαλκανικών πολέμων και στο διπλασιασμό της Ελλάδας.

- Μέσα στην οικονομική δυσπραγία, πρώτα να πεισθούν οι δανειστές - εισπράκτορες τόκων για την ανάγκη του εγχειρήματος και μετά ο απλός πολίτης για να συνεισφέρει ανάλογα με τις δυνάμεις του και με τον ασφαλή τρόπο που θα καθορίσει το Κράτος.

Εάν συνεχίσουμε, κυβέρνηση και λαός, αυτή την «παθητική στάση» και την αναζήτηση «προστασίας» από τους μεγάλους, μπορεί προς παρόν να αποτρέψει μία δυσμενή εξέλιξη και το χειρότερο να δημιουργήσει την εσφαλμένη εικόνα ότι «πάντα έτσι θα γίνεται». Αλλά είναι σίγουρο ότι στην πραγματική κατάσταση θα βρεθούμε εντελώς μόνοι μας και φυσικά απροετοίμαστοι, με δυσμενείς συνέπειες για το Ελληνικό Έθνος.

Ο Βενιζέλος δήλωσε στον Γερμανό πρέσβη στην Αθήνα ότι μόνη διέξοδος είναι ο ναυτικός πόλεμος και ο αποκλεισμός της Σμύρνης. Εντωμεταξύ, το Επιτελείο (Μεταξάς-Δούσμανης) είχε προετοιμάσει πλήρες σχέδιο εκπόρθησης των Στενών. Αλλά στο αίτημα του Βενιζέλου για βοήθεια προς τη Σερβία η απάντηση ήταν αρνητική και με δεδομένο την αρνητική στάση των Μεγάλων Δυνάμεων ο πρωθυπουργός μετέβαλε γνώμη και αναγκάστηκε, για την ισορρόπηση της κατάστασης στη θάλασσα, να προβεί στην αγορά δύο παλιών αμερικάνικων καταδρομικών αντί 12,5 εκατ. δολαρίων, χαμηλών επιχειρησιακών δυνατοτήτων, τα οποία ονομάστηκαν «Κιλκίς» και «Λήμνος».

Τέλη Μαΐου του 1914, ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα Γκαλήπ πρότεινε την ανταλλαγή των μουσουλμάνων της Μακεδονίας με τους χριστιανούς της περιοχής της Σμύρνης. Η ελληνική πλευρά δέχθηκε την ανταλλαγή των μουσουλμάνων της Θράκης με μέρος των χριστιανών της Σμύρνης. Δημιουργήθηκαν επιτροπές στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε έντονα και κήρυξε το Γένος υπό διωγμό, ο δε Νομάρχης της Σμύρνης εξόρισε τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο στην Πόλη. Πού να το φανταζόταν ο Μάρτυρας Ιεράρχης ότι μετά από μερικά χρόνια θα ζούσε ο ελληνισμός το πιο βίαιο διωγμό και ο ίδιος θα «σερνόταν» ημιθανής από τους βασιβουζούκους στους δρόμους της Σμύρνης.

 

Μυστική διπλωματία

Τελευταία διέξοδος για το Βενιζέλο ήταν η μυστική διπλωματία και προς τούτο έστειλε τον ανταποκριτή στην Αθήνα της «Daily Telegraph» Joseph Dillon στη Σμύρνη και συναντήθηκε, τέλη Ιουνίου 1914, με τον υπουργό εσωτερικών Ταλάτ Πασά. Η πρόταση περιλάμβανε αναγνώριση της ελληνικής κυριαρχίας, υπογραφή συνθήκης εγγύησης του status quo της κάθε χώρας και ανταλλαγή πληθυσμών στο μέλλον. Συμφωνήθηκε δε και συνάντηση Βενιζέλου-Ταλάτ σε ουδέτερο έδαφος.

Αφού γύρισε ο Ντίλλον στην Αθήνα, η ελληνική κυβέρνηση προετοίμασε το σχέδιο της πρότασης με βάση το οποίο τα νησιά Λέσβος, Χίος και Σάμος θα αποτελούσαν μια Γενική Διοίκηση στην οποία η Ελλάδα θα είχε την εσωτερική ευθύνη και ο Διοικητής (δευτερότοκος γιος του Βασιλέα) θα διοριζόταν από τον Σουλτάνο και τον Βασιλέα. Η αμυντική συνθήκη θα στρεφόταν κατά της Βουλγαρίας. Η πρόταση επιδόθηκε από το Ντίλλον στις 12 Ιουλίου 1914 στην Κωνσταντινούπολη και η Οθωμανική κυβέρνηση, όπως ήταν αναμενόμενο, την απέρριψε. Συμφωνήθηκε όμως συνάντηση των δύο πρωθυπουργών στις Βρυξέλλες.

Ο Βενιζέλος ξεκίνησε για τις Βρυξέλλες και μετά από λίγο ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, τότε αναγκάστηκε να επιστέψει στην Αθήνα. Τα δεδομένα άλλαξαν, άρχισαν να διαμορφώνονται τα αντίπαλα στρατόπεδα και οι Νεότουρκοι περίμεναν με ανυπομονησία τα νέα θωρηκτά.

Τελευταία διπλωματική προσπάθεια με πρωτοβουλία της Ρουμανίας ήταν η συνάντηση των Στρέιτ-Πολίτη με τους Ταλάτ-Χαλίμ στις 26 Αυγούστου 1914 στο Βουκουρέστι. Κατά τη διαπραγμάτευση, οι Τούρκοι επέμειναν στην οθωμανική κυριαρχία στα νησιά και τον διορισμό του Γενικού Διοικητή μόνο από το Σουλτάνο. Η ελληνική πλευρά την απέρριψε και ως τελευταία λύση πρότεινε την επιστροφή της Λέσβου και της Χίου στη Οθωμανική κυριαρχία και τη μακροχρόνια εκμίσθωση στην Ελλάδα. Η τουρκική πλευρά ζήτησε να ισχύσει το ίδιο για τη Λήμνο και για τη Σάμο, με αποτέλεσμα να αποτύχει η συνάντηση.

Ευτυχώς, αρχές Αυγούστου 1914 ο Άγγλος υπουργός ναυτικών Τσώρτσιλ κατάσχεσε τα δύο τούρκικα θωρηκτά. Όμως πριν από μερικές ημέρες, στα τέλη του Ιουλίου, δύο γερμανικά καταδρομικά, τα «Γκαιμπέν» και «Μπρεσλάου, κυνηγημένα από τον αγγλικό στόλο, έφθασαν στα ελληνικά χωρικά ύδατα και με την έγκριση του Βενιζέλου πραγματοποιήθηκε η ανθράκευσή τους στο νησί Δονάση της Νάξου. Στη συνέχεια, κατόρθωσαν στις 29 Ιουλίου να εισέλθουν στα Στενά, την επόμενη δε ημέρα πουλήθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και μετονομάστηκαν σε «Yavuz Sulatan Selim» και σε «Midilli - Μυτιλήνη». Ο Βενιζέλος ουδέποτε έδωσε πειστικές εξηγήσεις για το γεγονός της ανθράκευσης, σίγουρα όμως δεν θα έκανε κάτι χωρίς να ενημερώσει τον Άγγλο πρέσβη στην Αθήνα.

 

Επίλογος

Από την έναρξη του πολέμου οι δύο συμμαχίες με φανερή και μυστική διπλωματία, με εκβιασμούς για τα εκκρεμή ζητήματα και με αβέβαιες υποσχέσεις για αποσχίσεις εδαφών που κερδήθηκαν με αίμα, προσπάθησαν να πάρουν με το μέρος τους τα βαλκανικά κράτη. Κυρίαρχο πάντα ζήτημα ήταν η εξυπηρέτηση των δικών τους πολεμικών στόχων.

Δυστυχώς, η χώρα μας οδηγήθηκε μέσα από τον εθνικό διχασμό (πολιτικό, κοινωνικό και εδαφικό) στη Μικρασιατική περιπέτεια και την εθνική καταστροφή και από νικήτρια τον Οκτώβριο του 1918 βρέθηκε στη Λωζάννη τον Ιούλιο του 1923 στο «εδώλιο» του ηττημένου.

Μόλις άρχισε η συζήτηση του θέματος των Νησιών του Β.Α. Αιγαίου, ο Ισμέτ Πασάς επέμεινε στις ίδιες θέσεις των Νεότουρκων του 1914, ευτυχώς οι Μεγάλες Δυνάμεις επέμειναν στην απόφασή τους του Φεβ. 1914 και, διά στόματος του πρόεδρου της διάσκεψης και υπουργού εξωτερικών της Αγγλίας λόρδου Κώρζον, αναγνώρισαν «την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του Β.Α. Αιγαίου, πλην Ίμβρου και Τενέδου», που de facto είχε επιβληθεί διά των ελληνικών όπλων το 1912.

Το χρήσιμο δίδαγμα που βγαίνει από την παραπάνω μακροχρόνια διπλωματική προσπάθεια (φανερή και μυστική) είναι ότι όταν διαπραγματεύεσαι θα πρέπει να είσαι ισχυρός στρατιωτικά και οικονομικά. Σε αντίθετη περίπτωση, εφόσον οι συνθήκες σε οδηγούν σε αναγκαστική διαπραγμάτευση, προσπαθείς να εξασφαλίσεις από άλλους ισχυρότερους την αναγκαία υποστήριξη, διαφορετικά θα οδηγηθείς σε λάθη και θα αναγκαστείς να δεχθείς λύσεις που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της Πατρίδας και του Έθνους.

Τούτο ας αποτελέσει ένα μήνυμα από την ακριτική Λέσβο, που γιορτάζει την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, προς την ηγεσία της Χώρας μας, η οποία ετοιμάζεται να υποδεχθεί στην Αθήνα τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, το βασικό «αμφισβητία» της Συνθήκης της Λωζάννης η οποία έφερε την ειρήνη στην περιοχή για περίπου έναν αιώνα.

Ως γνήσιος απόγονος των Νεότουρκων (εξάλλου προσωπικά φρόντισε να μεταφερθούν τα οστά των ηγετών της τριανδρίας του κομιτάτου στην Τουρκία από τα μέρη που ενταφιάστηκαν), οι οποίοι αποτέλεσαν τη συνέχεια των νέο-οθωμανών (Yeni Osmanlilar) του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα, ακολουθώντας ένα ιδιότυπο ισλαμό-εθνικισμό προσπαθεί να επιβληθεί ως «περιφερειακός ηγέτης» και ως «προστάτης» των απανταχού Μουσουλμάνων.

Η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, που επέβαλε την ειρήνη στην περιοχή, ουδέποτε τουλάχιστον επίσημα μέχρι τώρα, αμφισβητήθηκε από την τουρκική πολιτική ηγεσία και πώς θα μπορούσε άλλωστε αφού η ίδια η συνθήκη αποτελεί «τον θεμέλιο λίθο» της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας. Αυτό το καθεστώς προσπαθεί να «αλλάξει εκ βάθρων» ο Τούρκος πρόεδρος και να το μετατρέψει σε «μια ισλαμική δημοκρατία» με δυτικό μανδύα.

Αν θα το επιτύχει, λίγο ενδιαφέρει τη Χώρα μας, αυτό που θα πρέπει να την απασχολεί είναι ότι ο Τούρκος πρόεδρος θέλει να παρουσιάσει «επιτυχίες» στο εσωτερικό για να κερδίσει τις εκλογές του 2019. Επιτυχίες που, λόγω αδυναμίας στα άλλα μέτωπα, προσπαθεί να τις εξασφαλίσει από τη δικιά μας πλευρά.

Οι επιτροπές των εμπειρογνωμόνων των δύο Χωρών έχουν συναντηθεί πάνω από εκατό φορές και ουσιαστική πρόοδος δεν έχει φανεί στον ορίζοντα. Αντίθετα, τίθενται συνεχώς διάφορα θέματα στο τραπέζι από την τουρκική πλευρά, η οποία με «μοχλό» το προσφυγικό προσπαθεί να κερδίσει σε άλλα θέματα.

Ας κληθεί λοιπόν ο Τούρκος πρόεδρος (αν τελικά έλθει στην Αθήνα) να δηλώσει επίσημα και «κάτω από την Ακρόπολη» ότι η Χώρα του σέβεται και θα σέβεται τη Συνθήκη της Λωζάννης, διαφορετικά η επίσκεψη αυτή την περίοδο για την Ελλάδα και το Έθνος δεν έχει κανένα νόημα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-       Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΕ, Εκδοτική Αθηνών, 1974-78

-       Λεσβιακά, τόμος ΚΔ , Μυτιλήνη 2014

-       Διεθνείς Πολιτικές και Στρατιωτικές Συνθήκες, ΔΕΚ/ΓΕΣ Αθήνα 1980

-       Η Ελλάδα στο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, Γ. Λεονταρίτη, ΜΙΕΤ

-       Η Ιστορία του Εθνικού Διχασμού (1915-35), Εθνικός Κήρυκας, Αθήνα 1953

-       Ο Εθνικός Διχασμός 1915-16, Γ. Μαυροκορδάτου, Αθήνα 2016

-       Η Πολιτική του Κινήματος «Ένωση και Πρόοδος» για τις Μειονότητες, Πανεπιστήμιο 9ης Σεπτεμβρίου, Σμύρνη

-       Οι Διωγμοί των Ελλήνων στη Θράκη και Μικρά Ασία, Οικουμενικό Πατριαρχείο, 1919

 

* Ο κ. Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντ/γος ε.α., μέλος της «Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών». 

Συμπληρώνονται 105 χρόνια από την ένδοξη περίοδο του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του 1912 , όταν «φύσηξε ο άνεμος της ελευθερίας» στη βορειανατολική γωνιά του Αιγαίου πελάγους και διαδοχικά απελευθερώθηκαν από τη σκλαβιά, που κράτησε για περίπου τέσσερις και πλέον αιώνες, και κυμάτισε η γαλανόλευκη στα νησιά Λήμνο-Ίμβρο-Θάσο-Σαμοθράκη-Ψαρά-Τένεδο-Ικαρία- Λέσβο και Χίο.

 Στη Μυτιλήνη η γαλανόλευκη υψώθηκε στο Διοικητήριο (σημερινή Γραμματεία Αιγαίου) τις μεταμεσημβρινές ώρες της 8ης Νοεμβρίου, ημέρα Πέμπτη, από άγημα του πολεμικού ναυτικού και διαδοχικά, μετά από ανάπαυλα περίπου ενός μηνός, σ’ όλη τη λεσβιακή γη μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 1912. Προηγήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου η ήττα του οθωμανικού στρατού στη μάχη του Κλαπάδου από τον ελληνικό στρατό και η παράδοση του νησιού από τον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή.

Ενώ στρατιωτικά η απελευθέρωση των νησιών ήταν εύκολη υπόθεση, λόγω έλλειψης σοβαρής αμυντικής θωράκισης εκ μέρους της οθωμανικής αυτοκρατορίας και λόγω της υπεροχής του ελληνικού πολεμικού ναυτικού (πρόσκτηση θωρηκτού «Αβέρωφ»), δεν συνέβηκε το ίδιο με τη νομική κατοχύρωση (De jure ) της ελληνικής κυριαρχίας, που De facto επιβλήθηκε με τα ελληνικά όπλα.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία από το 1908 πολιτικά κυριαρχούσε το κίνημα «Ένωση και Πρόοδος - Ittihat ve Terakkı Cemiyeti», γνωστό και ως κίνημα των Νεότουρκων-Jon Turkler, το οποίο ανάγκασε το 1908 το Σουλτάνο Αβδούλχαμιτ να θέσει σε ισχύ το Σύνταγμα του 1876 (II. Mesrutiyet). Μετά τη λήξη των βαλκανικών πολέμων το 1913, το Κομιτάτο ανέλαβε πλήρως την εξουσία (κυβέρνηση από μέλη του κινήματος με πρωθυπουργό τον Said Halim Pasa) και πέτυχε την ανακατάληψη της Ανατολικής Θράκης, μετά τη ήττα της Βουλγαρίας στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο. Παράλληλα, προσκάλεσε γερμανική στρατιωτική αποστολή με επικεφαλής τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς για την αναδιοργάνωση του στρατού και παρήγγειλε σε αγγλικά ναυπηγεία το τελειότερο θωρηκτό της εποχής, το «Sultan Osman» μαζί με το θωρηκτό «Resadiye». Στόχος, σύμφωνα με τις δηλώσεις των Τούρκων αξιωματούχων, ήταν η ανακατάληψη των νησιών του ΒΑ Αιγαίου, τα οποία έκριναν ως απαραίτητα για την άμυνα των Στενών και της Ανατολής (Μικράς Ασίας).

 

Τουρκική κωλυσιεργία

Κατά τη σύναψη της Συνθήκης του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913), με την οποία τερματίστηκε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος, η Οθωμανική αυτοκρατορία αρνήθηκε να συζητήσει το θέμα των νησιών και τελικά με τη σύμφωνη γνώμη των συμβαλλόμενων μερών (Βαλκανικά κράτη - Οθωμ. Αυτοκρατορία), με το άρθρο 5, ανέθεσε στις Μεγάλες Δυνάμεις να αποφασίσουν για το καθεστώς των νησιών, πλην της Κρήτης και του Αγίου Όρους. Φάνηκε όμως η πρόθεση των Μεγάλων Δυνάμεων να συνδέσουν το θέμα με το Βορειοηπειρωτικό (δημιουργία αλβανικού κράτους).

Η άρνηση της Τουρκίας να συζητήσει το θέμα συνεχίστηκε και κατά τη σύναψη της Συνθήκης των Αθηνών (14 Νοε 1913), με την οποία τερματίστηκε η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Ελλάδος. Άλλα ούτε και στις ξεχωριστές συνθήκες των βαλκανικών κρατών με την Υψηλή Πύλη τέθηκε το θέμα των νησιών. Ήταν πασιφανές ότι η τουρκική πλευρά προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο και να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που θα επέτρεπαν την ανακατάληψη των νησιών. Παράλληλα, προετοίμαζε το σχέδιο εκδίωξης των χριστιανικών πληθυσμών από τα εδάφη της με στόχο να πετύχει την εθνική ομοιογένεια.

 

Διπλωματικές ενέργειες της Αθήνας

Στην Αθήνα ήταν έκδηλη η ανησυχία του πρωθυπουργού Βενιζέλου, ο οποίος παράλληλα με την ένταξη των απελευθερωθέντων εδαφών στον εθνικό κορμό (αυξήθηκε το έδαφος κατά 93% και ο πληθυσμός κατά 77%) και την επίλυση των θεμάτων που ανέκυψαν (απαλλοτρίωση τσιφλικιών κ.λπ.), επειγόταν να κλείσει το Νησιωτικό λόγω της επικείμενης απώλειας της ναυτικής υπεροχής στο Αιγαίο. Ο πρωθυπουργός προτιμούσε τις προσωπικές επαφές για τη διευθέτηση των προβλημάτων και για τούτο ξεκίνησε περιοδεία από 6 Ιαν μέχρι 14 Φεβ. 1914 σε Ρώμη, Παρίσι, Λονδίνο, Βερολίνο, Βιέννη, Αγία Πετρούπολη, Βελιγράδι και Βουκουρέστι, με στόχο την προμήθεια πολεμικών σκαφών από την Αγγλία και την πραγματοποίηση ναυτικής επίδειξης στο Αιγαίο από τους Στόλους των Μεγάλων Δυνάμεων σε συνεργασία με το ελληνικό, ώστε να αναγκαστούν οι Τούρκοι να συμβάλουν στην επίλυση του θέματος των Νησιών.

Τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά, διότι ούτε υπήρχαν πλοία άμεσα διαθέσιμα και ούτε ήταν διατιθέμενες οι Μεγάλες Δυνάμεις να διακινδυνέψουν τα εμπορικά τους συμφέροντα με το κλείσιμο των Στενών. Με τη λήξη της περιοδείας του Βενιζέλου στις 13 Φεβ. 1914, οι Μεγάλες Δυνάμεις γνωστοποίησαν σε Κωνσταντινούπολη και Αθήνα την απόφασή τους για τα Νησιά. «Όλα τα καταληφθέντα νησιά παραχωρούνται στην Ελλάδα πλην Ίμβρου, Τενέδου και Καστελόριζου, με την προϋπόθεση της εκκένωσης της Βορείου Ηπείρου και του νησιού Σάσων…». Η Βόρειος Ήπειρος το 1913 είχε καταληφθεί από την Ελλάδα και τώρα εκβιαζόμενη αναγκαζόταν να την εγκαταλείψει, προκειμένου να δημιουργηθεί αλβανικό κράτος που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Ιταλίας και της Αυστρο-Ουγγαρίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η τουρκική πλευρά δεν αποδέχθηκε την απόφαση σε αντίθεση με την ελληνική πλευρά και στην προσπάθειά της να κερδίσει χρόνο ο πρωθυπουργός Said Halim Pasa, στις αρχές Μαρτίου 1914, πρότεινε την ανταλλαγή της Χίου και της Λέσβου με τα νησιά Ψαρά-Ικαρία-Λεβίδα-Αστυπάλαια-Κάρπαθο-Κάσο και Σάμο. Η τελευταία είχε κερδίσει μόνη της την αυτονομία και τα Δωδεκάνησα κατέχονταν από την Ιταλία, η οποία αρνιόταν να τα παραχωρήσει. Ο Βενιζέλος απέρριψε την απαράδεκτη πρόταση και αντιπρότεινε “η ελληνική κυριαρχία στα νησιά να μην αμφισβητηθεί και να παραμείνουν Οθωμανοί επίτροποι αντί πρόξενοι», όπως ήταν φυσικό απορρίφτηκε από τη κυβέρνηση των Νεότουρκων.

Τον Απρίλιο του 1914, κατόπιν παράκλησης του Βενιζέλου, η Ρουμανία ανέλαβε πρωτοβουλία για επίλυση του θέματος. Ο Βενιζέλος ζήτησε από την τουρκική πλευρά να προτείνει νησιά ίσης έκτασης, πληθυσμού και εισοδημάτων με τη Χίο-Λέσβο και θα προσπαθούσε να περάσει η ανταλλαγή από το υπουργικό συμβούλιο. Ευτυχώς η πρόταση από την Κωνσταντινούπολη δεν έφθασε ποτέ και η προσπάθεια του Ρουμάνου στρατηγού Κοάντα απέτυχε.

Είναι άξιο διερεύνησης με πόση ευκολία οι κυβερνώντες και εν προκειμένω ο επιτυχημένος πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος προτείνουν ανταλλαγές εδαφών και πληθυσμών. Μόνη εξήγηση για τον Εθνάρχη Βενιζέλο είναι ότι πιθανόν είχε πληροφόρηση για τον επικείμενο πόλεμο και ήθελε να ευρεθεί η Ελλάδα με λυμένα τα προβλήματα, προκειμένου να ταχθεί στο πλευρό εκείνο που θα τη βοηθούσε να εκπληρώσει τη Μεγάλη Ιδέα.

 

Γερμανική πρωτοβουλία

Την ίδια περίοδο, με την ευκαιρία της διαμονής του Κάιζερ και του Γερμανού καγκελάριου στην Κέρκυρα, ξεκίνησε η γερμανική πρωτοβουλία για την επίλυση του Νησιωτικού. Στο νησί βρέθηκαν και οι Γερμανοί πρέσβεις σε Αθήνα και Κωνσταντινούπολη καθώς και η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της Ελλάδας και ο ΥΠΕΞ Στρέιτ. Η Γερμανία, έχοντας καταστρώσει τα επεκτατικά της σχέδια, θέλησε να μεσολαβήσει με την προοπτική να εντάξει και τις δύο χώρες στη συμμαχία της. Ο Κάιζερ πρότεινε «την αναγνώριση της οθωμανικής επικυριαρχίας» και ο Βενιζέλος υποσχέθηκε να πείσει το υπουργικό συμβούλιο και τη κοινή γνώμη, με την προϋπόθεση να υπογραφεί μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αμυντική συνθήκη συμμαχίας διάρκειας 5, 10 ή 15 χρόνων, με την οποία θα εγγυόταν οι δύο χώρες τα εδάφη τους στη Βαλκανική.

Η Γερμανία δεν κατάφερε να πείσει την τουρκική κυβέρνηση για την πρόταση, εξάλλου νέα δεδομένα προέκυψαν που χειροτέρεψαν τις σχέσεις των δύο χωρών. Οι Νεότουρκοι έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιό τους (πολλοί ιστορικοί αναφέρουν ότι εμπνευστής ήταν ο Λίμαν φον Σάντερς) για εκδίωξη των Ελλήνων αρχικά από την ανατολική Θράκη και στη συνέχεια από τα Στενά, Σμύρνη, Αϊβαλί, Αδραμύττιο κ.λπ.

Οι πρόσφυγες συνωστίζονταν στα νησιά του Αιγαίου και στα αστικά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας και αποτέλεσαν ακόμη ένα πρόβλημα για την ελληνική κυβέρνηση, η οποία, πλέον των αναγκών στέγασης και διατροφής, «φαινόταν ανίκανη» να τους προστατέψει από τη μανία των Τούρκων. Ο αριθμός των εκτοπισθέντων από την ανατολική Θράκη και τη δυτική Μικρά Ασία κατά το λεγόμενο πρώτο διωγμό, σύμφωνα με τις τουρκικές πηγές, ανέρχεται σε 140 χιλ. περίπου. Σύμφωνα με έκθεση του Άγγλου προξένου Σμύρνης, από τη δυτική Μικρά Ασία εκδιώχθηκαν 134 χιλ. Έλληνες και, αν προστεθούν και οι περίπου 60 χιλ. - 70 χιλ. της ανατολικής Θράκης, υπερβαίνουμε τις 200 χιλ.

Εντωμεταξύ, συνεχίστηκε η γερμανική πρωτοβουλία, με την ελληνική πλευρά να συμφωνεί να τεθούν τα νησιά υπό την οθωμανική επικυριαρχία, ενώ η άλλη πλευρά επέμεινε στην κυριαρχία και με ανταλλαγές νησιών με τη Χίο και τη Λέσβο να επιστρέφουν πάντα στην οθωμανική επικράτεια. Στις 19 Μαΐου 1914 και ενώ οι διωγμοί των Ελλήνων συνεχίζονταν, ο Γερμανός πρέσβης στην Πόλη πρότεινε στην ηγεσία των Νεότουρκων να παραμείνει «παγωμένο» το θέμα για πέντε χρόνια. Οι Said Halim, Talat και Cemal Pasa απάντησαν ότι δεν έχει νόημα διότι «μόλις παραληφθούν τα νέα πολεμικά πλοία, οι Έλληνες μόνοι τους θα εγκαταλείψουν τα νησιά».

 

* Ο κ. Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντ/γος ε.α., μέλος της «Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών».

 

Αυτές τις μέρες (13/26 Αυγούστου, π. η. /ν. η.) συμπληρώνονται 95 χρόνια από τη μεγάλη τουρκική επίθεση που οδήγησε στην κατάρρευση του μετώπου του Αφιόν Καραχισάρ1 και στην εγκατάλειψη της Μικράς Ασίας από τον Ελληνικό Στρατό, με όλα τα επακόλουθα.

Ο Κεμάλ, καίτοι το 1923 στην προσπάθειά του να ιδρύσει το σύγχρονο τουρκικό κράτος κατάργησε το Χαλιφάτο της Κωνσταντινούπολης, κρέμασε θρησκευτικούς ηγέτες (κυρίως ηγέτες θρησκευτικών ταγμάτων) και περιόρισε τον ρόλο της θρησκείας στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της νέας Τουρκίας, εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη θρησκεία για να επιτύχει τη μεγάλη στρατιωτική νίκη.

Στη μουσουλμανική θρησκεία οι πεσόντες κατά τη μάχη αποκαλούνται μάρτυρες (sehitler) και οι τραυματίες και γενικά όλοι όσοι επιζούν από τη μάχη αποκαλούνται ήρωες (gaziler), πρακτική που ακολουθείται και σήμερα στην Τουρκία.

Γνωρίζοντας ο Κεμάλ τη μεγάλη ηθική δύναμη που δίνει η θρησκεία στο μαχητή, αν και για τον ίδιο υπάρχουν αντικρουόμενες πληροφορίες για τα θρησκευτικά του πιστεύω, ζήτησε από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση αρκετές μέρες πριν από την επίθεση να κινητοποιηθεί και να ζητήσει τη στήριξη του αγώνα από τους τότε κατά τόπους θρησκευτικούς λειτουργούς. Επισημαίνεται ότι ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Σεϊχουισλάμης ήταν στην Κωνσταντινούπολη και υπάκουε πλήρως στον τελευταίο Χαλίφη Σουλτάνο Vahideddin, άρα δεν μπορούσε να εκδώσει εγκύκλιο (Fetva) και να κηρύξει ιερό πόλεμο (Cihat) κατά των Ελλήνων.

 

Οι ενέργειες της τουρκικής εθνοσυνέλευσης κατευθύνθηκαν σε τρεις άξονες:2

 - Στις 14/27 Αυγούστου, μία μέρα μετά την επίθεση, ζήτησε από τους κατά τόπους Μουφτήδες να γίνουν προσευχές στα τζαμιά για την τελική νίκη του τουρκικού στρατού. Χαρακτηριστική είναι η φράση στην εγκύκλιο του Μουφτή της Άγκυρας Κεμάλ Μπέη, που έστειλε σ’ όλους τους Μουφτήδες της Ανατολής στις 15/28 Αυγούστου: «…Όπως αυτοί σας πέταξαν έξω από τα σπίτια σας, έτσι και σεις να τους πετάξτε έξω από τις θέσεις των…».

Σε κάθε πόλη και χωριό που εγκατέλειπε ο ελληνικός στρατός στο τζαμί γινόταν προσευχή και οι χοτζάδες δόξαζαν τον Αλλάχ από τους μιναρέδες. Κάθε νίκη του τουρκικού στρατού στο πεδίο της μάχης γιορταζόταν στα τζαμιά όλης της Ανατολής. Επίσης, οι Μουφτήδες με τα κηρύγματά τους έδωσαν το νόημα του θρησκευτικού καθήκοντος στην υλική βοήθεια προς τις οικογένειες των πεσόντων και των τραυματιών κατά τη μάχη.

- Άλλος τομέας δράσης για την ανύψωση του ηθικού του τουρκικού στρατού μέσω του θρησκευτικού συναισθήματος ήταν ο Τύπος της εποχής, που ελεγχόταν από την κυβέρνηση της Άγκυρας. Πριν από την επίθεση αλλά και κατά τη διάρκειά της οι αρθρογράφοι της εποχής (kose Yazarlari) συνεχώς τόνιζαν την ιερότητα του σκοπού του πολέμου (ilahi bir amac) και προσπαθούσαν να φανατίσουν τον Τούρκο στρατιώτη.

 

Μάχη της Ημισελήνου κατά του Σταυρού

Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια του αρθρογράφου Ismail Sevuk της εφημερίδας «Ανοικτός Λόγος - Aciksoz» στο άρθρο του της 15/28 Αυγούστου με τίτλο «Στον Προελαύνοντα Στρατό- Ilerleyen Orduya» να παρομοιάσει την αντιπαράθεση των δύο λαών στα πεδία των μαχών ως μάχη της ημισελήνου κατά του Σταυρού. Ως πειστήριο χρησιμοποίησε τη φωτογραφία του Βασιλέα Κωνσταντίνου που φιλούσε τον Σταυρό στο χέρι του Εθνομάρτυρα Σμύρνης Χρυσοστόμου, όταν πατούσε το πόδι του στην προβλήτα του λιμανιού της Σμύρνης τον Μάιο του 1921.

Την ίδια μέρα στην ίδια εφημερίδα ο Abdulmecit Nuri Bey τόνιζε ότι «….η πολιτική που ακολουθούν τα κράτη της Αντάτ, δηλαδή οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στοχεύει στην εξαφάνιση της μουσουλμανικής θρησκείας και για τον σκοπό αυτό επέλεξαν την Ελλάδα».

- Τρίτος άξονας δράσης της τουρκικής εθνοσυνέλευσης αποτέλεσε η υποδαύλιση των άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων κατά της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η εβραϊκή κοινότητα στην προσπάθεια της εθνικιστικής κυβέρνησης της Άγκυρας να επιτύχει διεθνή αναγνώριση και να υποσκελίσει την κυβέρνηση του Σουλτάνου. Ο πρώην αρχιραβίνος (Hahambası) Hayin Naum Efendi, επί δυόμισι χρόνια, δηλαδή αμέσως μετά την απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, πραγματοποιούσε περιοδείες σε Ευρώπη και Αμερική ασκώντας προπαγάνδα κατά της Ελλάδας με συνεντεύξεις, ομιλίες και επαφές με ξένους ηγέτες και με ηγετικά στελέχη του εβραϊκού λόμπυ. Όταν τον Ιούλιο του 1922 επέστρεψε στην Άγκυρα, δέχθηκε τις ευχαριστίες της τουρκικής κυβέρνησης και του λαού. Ο ίδιος περιέγραψε με τα εξής λόγια τις τουρκικές φιλοφρονήσεις στις τοπικές εφημερίδες: «…Οι οικονομικοί υπάλληλοι, οι υπάλληλοι της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο λαός, οι μαθητές σε κάθε μέρος μού δείχνουν απεριόριστη εκτίμηση και εύνοια, πώς θα ανταποδώσω αυτήν την εύνοια...».

Γνωρίζοντας η κυβέρνηση της Άγκυρας τον ηγετικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις ορθόδοξες κοινότητες της Ανατολής και την επίδραση που ασκούσε, χρησιμοποίησε ως όχημα την τουρκική3 ορθόδοξη κοινότητα της Καισαρείας (Kayseri) για να διασπάσει αυτήν τη σχέση. Με την υποκίνηση της τουρκικής κυβέρνησης η κοινότητα στις 22 Ιουλίου 1922, δηλαδή λίγο πριν από την επίθεση, εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα «Η Φωνή της Ορθοδοξίας στην Ανατολή - Anadolu’da Ortodoksluk Sadası), μέσω της οποίας ασκούσε προπαγάνδα κατά της Ελλάδας και κυρίως κατά του Πατριαρχείου. Στις 18 Ιουλίου 1922 διέκοψε τις σχέσεις με το Φανάρι και στις 30 Ιουλίου ζήτησε από τις ορθόδοξες κοινότητες της Ανατολής να κάνουν το ίδιο. Αργότερα η κοινότητα αυτή και άλλοι ορθόδοξοι, υποκινούμενοι από υλικά κίνητρα, αποτέλεσαν το Ορθόδοξο Τουρκικό Πατριαρχείο, που αποτέλεσε το μέσο για τη μείωση της Οικουμενικότητας του Φαναρίου, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Παράλληλα, η κυβέρνηση της Άγκυρας ζήτησε και έλαβε από τις τότε θρησκευτικές μουσουλμανικές ηγεσίες άλλων χωρών την ηθική υποστήριξη στον αγώνα κατά του Ελληνικού Στρατού (Αφγανιστάν, Ιράν, Αζερμπαϊτζάν, Ινδία κ.λπ.). Ο Σεϊχουισλάμης της Αλεξάνδρειας με εγκύκλιό του ζήτησε, αντί τη θυσία κάποιου ζώου στο Kurban Bayrami, να προσφέρουν οι πιστοί μουσουλμάνοι τα χρήματα για την περίθαλψη των τραυματιών και την ενίσχυση των οικογενειών των πεσόντων Τούρκων.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τη μεγάλη τουρκική επίθεση καθημερινά στις μονάδες γινόταν προσευχή και η τελευταία έγινε τη νύκτα 12/13 (26/27) Αυγούστου στους χώρους εξόρμησης πριν δοθεί το σύνθημα για την έναρξη της επίθεσης. Η ανύψωση του ηθικού του Τούρκου στρατιώτη, με την υποκίνηση του θρησκευτικού μίσους κατά του αντιπάλου, φάνηκε ολοκάθαρα το πρωί της 13/26 Αυγούστου 1922 όταν με πάθος και αυταπάρνηση χωρίς να υπολογίζει τα μαζικά ελληνικά πυρά επιτίθετο κατά των κέντρων αντίστασης της γραμμής του Αφιόν Καραχισάρ.

 

Η περιγραφή του Λ. Παρασκευαΐδη

Η εικόνα αυτή περιγράφεται έναν χρόνο πριν με γλαφυρότητα από τον στρατιώτη Λευτέρη Γ. Παρασκευαΐδη στη σελίδα 213 του βιβλίου του4: Το πρωί της 28 Αυγούστου 1921 στο Πολατλί λίγο πριν από την Άγκυρα ο στρατιώτης από τη Μυτιλήνη της VII Μεραρχίας Πεζικού (πρώην Αρχιπελάγους και νυν 98ΑΔΤΕ) γράφει: «…Μόλις πλησίασαν τα υψώματα άρχισαν τους αλαλαγμούς Αλλάχ... Αλλάχ και με εφ’ όπλου λόγχη σκαρφάλωναν στα υψώματα αψηφώντας τα πάντα. Τα πολυβόλα, οι χειροβομβίδες και ακόμα οι οβίδες του πυροβολικού πέφτουν βροχή κατ’ επάνω τους χωρίς αποτέλεσμα. Δεν δίνουν σημασία στους νεκρούς και τραυματίες που πέφτουν δίπλα τους. Κείνοι ατάραχοι προχωρούν και ανεβαίνουν το ύψωμα...».

Το θρησκευτικό συναίσθημα είναι τόσο ισχυρό και κατάλληλα χρησιμοποιούμενο από τους ειδικούς του ψυχολογικού πολέμου μπορεί να οδηγήσει έναν στρατό ή γενικά ένα εξοπλισμένο τμήμα ή και μεμονωμένα άτομα να προβούν σε ενέργειες (θετικές και αρνητικές) που υπό κανονικές συνθήκες είναι αδύνατον να πραγματοποιηθούν. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν αναρίθμητα στην ιστορία αλλά και στη σημερινή εποχή στις πολλαπλές συγκρούσεις που εξελίσσονται, που ανάλογα με το πρίσμα που τις βλέπει κάποιος τις «βαφτίζει» απελευθερωτικό αγώνα ή τρομοκρατία.

Το συμπέρασμα είναι ότι είναι αδύνατον να «εκριζώσεις» το θρησκευτικό συναίσθημα ενός λαού, όποια μέσα και να χρησιμοποιήσεις, διότι είναι έμφυτο και ψυχολογική ανάγκη στον άνθρωπο από της εμφανίσεώς του στη γη να πιστεύει σε κάτι «ανώτερο».

Τρανή απόδειξη τούτου αποτελεί η θεωρία του Μαρξισμού-Λενινισμού, η οποία χαρακτήρισε τη θρησκεία ως «όπιο του λαού», που όμως, παρά τις διώξεις και την περιθωριοποίησή της, στα κράτη όπου επικράτησε ο κουμμουνισμός ως πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης μετά το 1989 εμφανίστηκε στο προσκήνιο ακόμη πιο δυνατή, αν και είχαν περάσει περίπου πάνω από ογδόντα χρόνια.

 

  1. Σχετικό άρθρο μου με τίτλο «Η Διάσπαση του Μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ. Η Αρχή του τέλους της Ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία» Εφημ. «ΕΜΠΡΟΣ», 12 Σεπ 2014.
  2. Μελέτη του Ugur Ucuncu «Turk Basınına gore Buyuk Taarruzda Din Olgusu - Το στοιχείο της Θρησκείας κατά τη μεγάλη επίθεση σύμφωνα με τον τουρκικό Τύπο», Πανεπιστήμιο Kocatepe o Afyon.
  3. Αναφέρεται ως τουρκική, αλλά κατά μεγάλη πλειοψηφία ήταν Έλληνες που μιλούσαν Τουρκικά. Ηγέτης υπήρξε ο Παύλος Καραχισαρίδης, που το 1912 χειροτονήθηκε διάκος και το 1915 παπάς με το όνομα Ευθύμιος και το 1923 χρίστηκε από τον Κεμάλ Πατριάρχης των Ορθοδόξων Τούρκων.
  4. Λευτέρη Γ. Παρασκευαΐδη, «Αδελφή Στρατιώτου», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη 2008.

 

* Ο Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντγος (ΠΒ) ε.α. και μέλος της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών.

 

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017 13:10

Το «μετέωρο βήμα» της Τουρκίας

Ο υπουργός Παιδείας της Τουρκίας πριν από δύο ημέρες ανακοίνωσε το νέο ωρολόγιο πρόγραμμα που θα εφαρμοστεί πιλοτικά σε μερικά σχολεία και στις τάξεις πρώτη, πέμπτη και ενάτη (στη γειτονική χώρα η υποχρεωτική εκπαίδευση είναι από το 2012 συνολικά 12 χρόνια ανά 4 σε Δημοτικό-Γυμνάσιο-Λύκειο).

Το πιλοτικό πρόγραμμα είναι ένα βήμα για τη σταδιακή «ισλαμοποίηση» της τουρκικής κοινωνίας και τη μείωση του «Ατατουρκισμού», που αποτέλεσε και αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της σύγχρονης τουρκικής δημοκρατίας. Σε γενικές δε γραμμές το νέο πρόγραμμα περιλαμβάνει τα παρακάτω:

- Την καθιέρωση των θρησκευτικών ως υποχρεωτικού μαθήματος.

- Την κατάργηση του μαθήματος των κατακτήσεων του Ατατούρκ από τις τρεις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και τη μερική διδασκαλία στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο.

- Τη διδασκαλία για τη Συνθήκη της Λωζάννης (σαν συνθήκη διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι σαν βάση για τη δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας) .

- Την απάλειψη του μαθήματος για τις κατακτήσεις του Ισμέτ Ινονού.

- Την κατάργηση της θεωρίας της εξέλιξης του ανθρώπου (Δαρβινισμός) ως αντίθετης με το Ισλάμ.

- Τη διδασκαλία της έννοιας της Τζιχάντ (Cihat-ως προσπάθεια του ανθρώπου για δημιουργία) και των εννοιών Πατρίδα-Έθνος-Δημοκρατία. Γίνεται προσπάθεια τουρκοποίησης των λαών και ιδιαίτερα των Κούρδων, είναι γνωστό το σύνθημα του Ερντογάν, δάνειο από τους «Γκρίζους Λύκους»: «Ένα Έθνος - Ένα Κράτος - Μία Πατρίδα και Μία Σημαία».

- Τη διδασκαλία σχετικά με τις τρομοκρατικές οργανώσεις PKK (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν), ISID (Ισλαμικό Κράτος Συρίας-Ιράκ) και FETO (Fetullahco Teror Orgutu-Τρομοκρατική Οργάνωση του Φετουλάχ Γκιουλέν).

- Τη διδασκαλία της «Νίκης της Δημοκρατίας της 15ης Ιουλίου», δηλαδή του αποτυχημένου στρατιωτικού πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, καθώς και την καθιέρωση της ίδιας ημερομηνίας ως «Miili Birlik Gunu» («Ημέρα Εθνικής Ενότητας»).

 

Στόχευση του Ερντογάν

Είναι φανερό ότι η προσπάθεια του κυβερνώντος κόμματος στην Τουρκία, με καθοδηγητή τον Πρόεδρο Ερντογάν και υποστηρικτή, όποτε απαιτείται ισχυρή πλειοψηφία (3/5 της Βουλής των 550), τον εθνικιστή-γκρίζο λύκο, αρχηγό του Εθνικιστικού Κόμματος (MHP) Μπαχτελί (Bahceli), τείνει στην κατάργηση της παράδοσης περίπου εκατό χρόνων, που θέλει τον «Ατατουρκισμό» (δηλαδή τις ιδέες που καθιέρωσε ο Κεμάλ) κυρίαρχο στοιχείο της συνταγματικής, πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής πραγματικότητας.

Η θρησκεία, όχι με τις ακραίες εκφάνσεις της, αποτελεί βασικό στοιχείο της ζωής του ανθρώπου και συνεκτικό στοιχείο της κοινωνίας και του Έθνους. Κρίνοντας από τα αποτελέσματα στη γειτονική χώρα, διαπιστώνουμε ότι η τουρκική κοινωνία (στην πλειοψηφία της) είναι θρησκευόμενη και εδώ απέτυχε ο «Ατατουρκισμός» και το κατεστημένο που κυβέρνησε μέχρι το 2002. Η άνοδος του κόμματος του Ερντογάν στην Τουρκία και η συνεχής παραμονή στην εξουσία για μια δεκαπενταετία είναι αποτέλεσμα κυρίως της χρησιμοποίησης της θρησκείας και του εθνικισμού, με παράλληλη αύξηση του βιοτικού επιπέδου αποκλεισμένων μέχρι τότε στρωμάτων του λαού.

Το ερώτημα που τίθεται επιτακτικά είναι αν η Τουρκία θα συνεχίσει ως ένα λαϊκό κράτος ή σταδιακά θα διολισθήσει και θα μετατραπεί σε μια χώρα της Μέσης Ανατολής, επιτρέποντας το Ισλάμ να καταστεί ρυθμιστής όχι πια μόνο του τρόπου ζωής αλλά και της πολιτικής διακυβέρνησης (πολιτικό Ισλάμ).

Το 1945, όταν έληξε η περίοδος του μονοκομματικού κράτους, το Δημοκρατικό Κόμμα με ηγέτη τον Μεντερές έκανε μια παρόμοια προσπάθεια χρησιμοποίησης της θρησκείας στον πολιτικό στίβο και κατέληξε στην αγχόνη.

 

Το δίλημμα της τουρκικής κοινωνίας

Αυτό το μετέωρο βήμα της γειτονικής χώρας υπάρχουν ενδείξεις ότι θα κατευθυνθεί προς τη Δύση και όχι προς την Ανατολή:

- H μικρή ποσοστιαία επικράτηση του «ΝΑΙ» στο δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου 2017 και η επικράτηση του «ΟΧΙ» στις αστικές κοινωνίες των μεγαλουπόλεων (Κωνσταντινούπολης - Άγκυρας - Σμύρνης) και των δυτικών παραλίων δείχνει τον διχασμό που έχει επέλθει στην τουρκική κοινωνία.

- Η «κόπωση» του εκλογικού σώματος και ιδιαίτερα της νεολαίας από τον συγκεντρωτικό τρόπο διακυβέρνησης, τον πλήρη έλεγχο της δικαστικής εξουσίας, τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών με τη συνεχιζόμενη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης από πέρυσι τον Ιούλιο.

- Η επιτυχημένη πορεία, με μοναδικό σύνθημα την αναζήτηση της δικαιοσύνης (Adalet), του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης (CHP) από την Άγκυρα στην Κωνσταντινούπολή και η επιτυχημένη συγκέντρωση των οπαδών του.

- Η πρόθεση για συνεργασία του κουρδικού κόμματος (HDP) με την αξιωματική αντιπολίτευση στις επόμενες προεδρικές εκλογές του 2019.

- Οι διεργασίες μετά τη διάσπαση του εθνικιστικού κόμματος και η προσπάθεια δημιουργίας νέου κεντροδεξιού κόμματος στηριζόμενου στην εκλογική βάση των εθνικιστών, γεγονός που πιθανόν να στερήσει την είσοδο του MHP στη Βουλή.

Πλέον των παραπάνω, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή (Συρία - Ιράκ) είναι δυνατόν να επηρεάσουν αρνητικά τα σχέδια του Ερντογάν για τη δεύτερη νίκη στις προεδρικές εκλογές του 2019 που θα του επιτρέψει να είναι πρόεδρος το 2023, όταν η Τουρκική Δημοκρατία θα συμπληρώνει έναν αιώνα ζωής.

Αν δεν πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2017 το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία και απόσχιση από το Ιράκ που έχει προκηρύξει ο Μπαρζανί στο αυτόνομο Βόρειο Ιράκ και συσταθεί το ανεξάρτητο Κουρδιστάν, θα δημιουργηθεί νέα δυναμική σε συνδυασμό με την επερχόμενη ολοκληρωτική ήττα του Ισλαμικού Κράτους και την αποκατάσταση της συνοριακής τάξης μεταξύ Ιράκ και Συρίας.

Μετά από επτά χρόνια πολέμου στη Συρία, που είχε ως στόχο την ανατροπή του Άσαντ, με 450 χιλ. πολίτες νεκρούς, εκ των οποίων 15 χιλ. παιδιά, 130 χιλ. νεκρούς στρατιωτικούς σε ένα σύνολο 400 χιλ. στρατού, τη δημιουργία κυμάτων προσφύγων και την πλήρη διάλυση της υποδομής της, ο Άσαντ παραμένει στην εξουσία και το πρόβλημα που τίθεται προς λύση είναι τι μορφή θα πάρει το κράτος. Θα δοθεί αυτονομία στους Κούρδους του Βορρά που πολέμησαν και πολεμούν παρέα με τις δυνάμεις των ΗΠΑ ή θα υπάρξει επαναπροσέγγιση Ερντογάν-Άσαντ με χαμένους τους Κούρδους της Συρίας;

Τυχόν παροχή αυτονομίας στα κουρδικά καντόνια της Συρίας θα αποτελέσει πλήγμα για την τουρκική εξωτερική πολιτική και για τον Πρόεδρο Ερντογάν και θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο τον πόλεμο που διεξάγουν από το καλοκαίρι του 2015 οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κατά των Κούρδων του PKK.

 

Τουρκική αδιαλλαξία

Όλα τα παραπάνω δίνουν την εξήγηση για την αδιαλλαξία της Τουρκίας στο Κυπριακό και την επιθετική αναθεωρητική πολιτική της στο Αιγαίο. Μια λύση του Κυπριακού και η απομάκρυνση των κατοχικών στρατευμάτων από το «σταθερό αεροπλανοφόρο» που λέγεται Κύπρος θα αποστερήσει από τη γείτονα τη δυνατότητα ελέγχου στην ανατολική Μεσόγειο που γειτνιάζει με τη «φλεγόμενη» Μέση Ανατολή.

Επίσης, μια ομαλοποίηση των σχέσεων με τη χώρα μας θα στερήσει από τους εθνικιστές, που βρίσκονται σ’ όλα τα κόμματα, τον «αιώνιο εχθρό» που τάχα απειλεί την ύπαρξη της Τουρκίας. Εκτός και αν όλη η τουρκική κοινωνία αισθάνεται ξένη στα εδάφη της Μικράς Ασίας, καίτοι έχουν περάσει πάνω από οκτακόσια χρόνια από τότε που οι νομάδες Τούρκοι εισήλθαν και εγκαταστάθηκαν στα βυζαντινά εδάφη.

 

Ελληνική υποχρέωση

Σήμερα όπου συμπληρώθηκαν 43 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο είναι ευκαιρία για το Ελληνικό Έθνος και κυρίως για τους ιθύνοντες σε Ελλάδα και Κύπρο να αναλογιστούν τις ευθύνες τους και να λάβουν αποφάσεις με γνώμονα την επιβίωση του Έθνους και την παράλληλη ευμάρεια των πολιτών.

Ιδιαίτερα η Κυπριακή Κυβέρνηση και οι πολιτικοί σχηματισμοί στην Κύπρο θα πρέπει σε αγαστή συνεργασία με την Ελλάδα να αποφασίσουν αν οι υδρογονάνθρακες θα λύσουν το Κυπριακό ή η λύση του Κυπριακού θα διευκολύνει την εκμετάλλευση του υποθαλασσίου πλούτου προς όφελος όλων των Κυπρίων ( Ε/Κ-Τ/Κ).

Ένα είναι βέβαιο, ότι τίποτα από τα δύο δεν θα προχωρήσει ομαλά αν παραμένουν τα τουρκικά στρατεύματα στην Κύπρο. Αποτελεί, όμως, υποχρέωση της χώρας μας, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και των δυνατοτήτων της, να διευκολύνει τη γειτονική χώρα στο «μετέωρο βήμα» που θέλει να κάνει ώστε να κατευθυνθεί προς την πλευρά όπου επικρατούν οι αξίες της ελευθερίας σε όλους τους τομείς και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων.

Μυτιλήνη, 20 Ιουλίου 2017

 

* Ο κ. Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντ/γος ε.α. και μέλος της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών.

 

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017 12:17

Η Τουρκία σε κρίσιμο σταυροδρόμι

Σε λίγες μέρες, στις 16 Απριλίου, ενώ όλη η χριστιανοσύνη θα γιορτάζει την Ανάσταση του Κυρίου, ο τουρκικός λαός θα κληθεί να πάρει, ίσως τη κρισιμότερη απόφαση για το μέλλον του . Με ένα ΝΑΙ (Evet) ή ένα ΟΧΙ (Hayır) θα εγκρίνει ή θα απορρίψει αντίστοιχα την προτεινόμενη, από την κυβέρνηση και τον Πρόεδρο Ερντογάν σε συμμαχία με τους Εθνικιστές «Γκρίζους Λύκους», εκτεταμένη τροποποίηση του ισχύοντος από το 1982, Συντάγματος.

Δεν είναι του παρόντος να γίνει ανάλυση όλων των προτεινόμενων αναθεωρήσεων κατά άρθρο, το γενικό συμπέρασμα είναι ότι προτείνεται η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στα χέρια του εκλεγμένου ανά πέντε χρόνια Προέδρου της Χώρας, η περιθωριοποίηση της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και άλλες πολλές κρίσιμες αλλαγές, που στην ουσία θα επιφέρουν αλλαγή του συστήματος διακυβέρνησης, από κοινοβουλευτικό σε προεδρικό . Δηλαδή στην ουσία θα υπάρχει η «εξουσία ενός ανδρός» με τη λαϊκή υποστήριξη. Αν ανατρέξουμε στην ιστορία και άλλοι ηγέτες (Μουσολίνι, Χίτλερ) εκμεταλλευόμενοι τις δημοκρατικές διαδικασίες «άρπαξαν» την εξουσία και τελικά εξελίχθηκαν σε δικτάτορες.

Το κόμμα του Ερντογάν (AKP - Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) ανήλθε στην εξουσία το 2002 εκμεταλλευόμενο την καταστροφική πολιτική των αστικών κομμάτων, μέσα σε ένα κλίμα σκανδάλων, διασπάθισης του δημοσίου χρήματος και σχέσεις του οργανωμένου εγκλήματος με την εξουσία. Ο τουρκικός λαός τού πρόσφερε απλόχερα τη στήριξη του και εφαρμόζοντας μία άκρως φιλελεύθερη πολιτική, κατόρθωσε να ανορθώσει την οικονομία της Χώρας και να «δώσει ψωμί» σε αποκλεισμένα μέχρι την εποχή εκείνη λαϊκά στρώματα. Παράλληλα εκμεταλλευόμενο με επιτυχία το θρησκευτικό συναίσθημα, που μέχρι τότε είχε «κυνηγηθεί», παρουσίασε το μοντέλο του «ήπιου Ισλάμ», το οποίο στηρίχθηκε απόλυτα από τη Δύση πολιτικά και οικονομικά.

Δυστυχώς όμως, οι εξελίξεις απέδειξαν το αντίθετο, ο Ερντογάν «έπαιζε» με τους εξτρεμιστές Σουνίτες της Αιγύπτου, του Σουδάν και τελευταία με το αιμοσταγές μόρφωμα του Ισλαμικού Κράτους, που είναι αποτέλεσμα της αποτυχημένης πολιτικής της Δύσης και κυρίως των Η.Π.Α. στη Μέση Ανατολή. Με την εκλογή του, τον Αύγουστο του 2014, στη θέση του πρώτου εκλεγμένου πρόεδρου της Χώρας, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του για μετατροπή του συστήματος διακυβέρνησης με στόχο να παραμείνει στην προεδρική καρέκλα μέχρι το 2023, όταν θα συμπλήρωνε μία εκατονταετία η Τουρκική Δημοκρατία.

Στη συνέχεια η απώλεια της πλειοψηφίας στη Βουλή, κατά τις βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου του 2015, αποτέλεσε «καμπή» για αλλαγή πολιτικής στο Κουρδικό, για συμμαχία με τους «Γκρίζους Λύκους» - MHP και σταθερή διολίσθηση σε αντιδημοκρατικές πρακτικές, ενώ παράλληλα «φούντωνε» η κρίση στη Συρία και το προσφυγικό ήταν σε έξαρση, με πρώτο θύμα τη Χώρα μας και κυρίως το Νησί μας, τη Λέσβο. Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος το καλοκαίρι του 2016, αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να επιταχύνει την εφαρμογή του σχεδίου του, για αλλαγή του καθεστώτος και έκτοτε κυβερνά τη Χώρα με διατάγματα εφαρμόζοντας κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε όλη την τουρκική επικράτεια .

Σε όλη αυτή την «πορεία», το «θύμα» είναι ο τουρκικός λαός και τα δημοκρατικά δικαιώματα, που με τόσο κόπο και μετά από πολλά στρατιωτικά πραξικοπήματα είχε αποκτήσει. Ένα κλίμα φόβου διακατέχει την πλειονότητα της τουρκικής κοινωνίας, οι σχέσεις του με την Ευρώπη δέχθηκαν πλήγμα και αισθάνεται ότι «οδηγείται ανατολικά», όπου η δημοκρατία είναι ζητούμενο.

Μέχρι σήμερα οι δημοσκοπήσεις δεν είναι διαφωτιστικές σχετικά με το αν θα επικρατήσει το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ το βράδυ της Κυριακής, τούτο φαίνεται και από το «πάθος» και το «μίσος» που εκπέμπει ο λόγος του Ερντογάν, ο οποίος κατηγόρησε ακόμη και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης για σχέσεις με τους πραξικοπηματίες . Αν και έχει το 99% των ΜΜΕ με το μέρος του και η τουρκική διοίκηση προβάλει συνεχώς εμπόδια στους αντιπάλους του, δεν έχει κατορθώσει να πείσει τον τουρκικό λαό ότι είναι αναγκαία η προτεινόμενη αλλαγή του συστήματος διακυβέρνησης. Βέβαια πάντα στο τέλος της διαδρομής, οι Τούρκοι επιλέγουν τον δυνατό, διότι είναι μέσα στη ψυχοσύνθεση τους να τα έχουν καλά με το Κράτος (Devlet).

Σίγουρο είναι ότι η Δύση και κυρίως οι δύο υπερδυνάμεις ΗΠΑ - Ρωσία, επιθυμούν ένα ισχυρό, που να ελέγχει απόλυτα τα πράγματα στην Τουρκία και κυρίως τις πολυπληθείς Ένοπλες Δυνάμεις, με δεδομένο τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και κυρίως στη Συρία.

Το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα αν επικρατήσει το ΝΑΙ, η γείτονα Χώρα θα βαδίσει σταδιακά στην πλήρη επικράτηση ενός «αστυνομικού κράτους» με «ισλαμικό μανδύα». Οι αρχές του λαϊκού κράτους θα τεθούν σε αμφισβήτηση και βήμα προς βήμα η Χώρα θα μετατραπεί σε ένα «Πακιστάν» της Μεσογείου. Ο προτελευταίος δε Σουλτάνος Απτούλχαμίτ (II. Abdülhamit) θα έχει πάρει την εκδίκηση του για τον περιορισμό των εξουσιών του με την αναγκαστική το 1908 , κατόπιν πίεσης του Κινήματος «Ένωση και Πρόοδος» (II.Meşrütiyet), εφαρμογή του Συντάγματος του 1876, που ο ίδιος είχε αναστείλει το 1879.

Εάν επικρατήσει το ΟΧΙ, ο εκλεγμένος Πρόεδρος Ερντογάν, με διάφορα προσχήματα, θα συνεχίσει να κυβερνά με προεδρικά διατάγματα έξω από τον έλεγχο της Βουλής και οι διαφορές των δύο αντιπάλων θα λυθούν στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.

Ο μόνος χαμένος των εκλογών θα είναι ο τουρκικός λαός, που θα συνεχίσει να ζει κάτω από ένα αντιδημοκρατικό καθεστώς και θα απομακρύνεται από την Ευρώπη. Το κυριότερο όμως είναι ότι θα βαθαίνει το «χάσμα» που έχει δημιουργηθεί στην τουρκική κοινωνία και στο μέλλον, αν οι συνθήκες το επιτρέψουν, θα κάνει εμφανή τα αποτελέσματά του.

 

*Ο Στρατής Χαραλάμπους είναι Αντιστράτηγος ε.α..

 

 

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top