Στην υγειά μας

28/12/2023 - 11:30

Περασμένα μεσάνυχτα συζητάμε στο τηλέφωνο για το πολυτελές πάρτι με εσώρουχα που διοργανώθηκε στη Ρωσία, για τις κυνικές απαντήσεις των διοργανωτών και όσων συμμετείχαν στα αιχμηρά σχόλια που δέχτηκαν, καθώς ο πόλεμος με την Ουκρανία καλά κρατεί. Γελάμε γιατί τόσο τολμηρά ντυσίματα δεν πιστεύαμε ότι γίνονται, γελάμε με το σχόλιο «όταν ένας ενήλικας δείχνει τα οπίσθιά του σε τρίτους δεν πέφτει λόγος», ανταλλάσσουμε συνταγές, κλείνουμε εισιτήρια.

Εκείνη την ώρα χτυπά το κινητό μου. Στην άλλη άκρη μία αλλοιωμένη φωνή μου αραδιάζει συμπτώματα. «Να κοιμηθώ ή είναι καρδιά;» ρωτά. Είναι; Περασμένες δύο ξυπνάμε τον ξάδερφο, πανεπιστημιακό και μέγα καριερίστα, να έχουμε μία γνώμη. Δεν απαντά. «Κοιμάσαι, ρε;» «Μην ξαναπείς εμένα, ρε! Λοιπόν ντύνομαι και περνώ να σε πάρω. Θα πάμε από κει». Λίγο πριν τις τρεις χτυπάω το κουδούνι. «Ελάτε» ακούω στο θυροτηλέφωνο. «Πάρε την κάρτα της ασφάλειας και κατέβα» φωνάζει ο ξάδερφος για απάντηση. «Δεν μπορώ» «Άνοιξε». «Ασανσέρ μπορείς;» «Έχω αστάθεια και ζαλίζομαι». «Τότε πώς κατέβηκες τα σκαλιά της εισόδου;» Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο, ο άλλος το σανιδώνει «Πού πάμε;» μας ρωτά η ασθενής «Έχω κλείσει τραπέζι στον Ρέμο» απαντά ο άλλος. Όσο περνούμε τα φανάρια της παραλιακής θυμάμαι να παίζουμε κουβαδάκια ξένοιαστοι τα καλοκαίρια. Ο ήλιος έκαιγε, η θάλασσα ήταν λάδι, όλα καλά είναι όταν είσαι παιδί.

Μπαίνουμε στο νοσοκομείο, την παραλαμβάνει φορείο «Γιατί; Μια χαρά είμαι». «Εσύ μένεις στο κυλικείο και προσέχεις να απαντήσεις στο κινητό» «Να μην έρθω μαζί;» «Να κάνεις τι; Αρχαία;» Μια φορά του είχα φέρει το κουβαδάκι στο ξερό του το κεφάλι γεμάτο άμμο. Δυο μέρες με είχαν τιμωρία. Μωρέ, ήξερα εγώ τι έκανα! Τέσσερις παίζαμε κουβαδάκια. Ο ένας ταξίδεψε. Πάνε πέντε χρόνια. Τροχαίο.

Τρεις ώρες και κάτι τους βλέπω. Κατεβαίνουν. «Η ασθενής κοιμήθηκε στη διάρκεια της τελευταίας εξέτασης». Η άλλη είναι μουδιασμένη. Ο ξάδερφος γελαστός. «Λήξη συναγερμού». Προχωράμε αμίλητοι προς το αυτοκίνητο. «Θέλω ένα ποτό» αναστενάζει η ασθενής. «Ποτό; Ύστερα από όσα πέρασες;» «Ποτό, κυρία καθηγήτρια, ποτό είναι ό, τι πίνεται. Ποτό θέλει το κορίτσι; Πάμε για ποτό λοιπόν».

Είχα χρόνια να ζήσω χαράματα στον Φλοίσβο. Δύο μαλτ και ένα διπλό τσάι. «Ίδιο χρώμα έχουν όλα. Μη σκάτε» το πήρε απόφαση η ασθενής που άρχισε να κοιμάται στον ώμο μου. «Μου έλεγε πάνω το πρόγραμμά της το καθημερινό: Την περασμένη εβδομάδα παρακολουθούσε ταυτόχρονα τρεις διαδικτυακές. Χτυπά δεκατετράωρα καθημερινά». «Δεν πίνει, δεν καπνίζει». «Κάνει υγιεινή ζωή. Γι’ αυτό ζει ακόμα. Τώρα που τα συζητάμε έχω καιρό να ασχοληθώ με σένα. Άσε να πάει τρεις Γενάρη και θα σε περιλάβω. Τώρα έχεις περίοδο χάρητος». Η ασθενής άνοιξε τα μάτια της την κατάλληλη στιγμή. «Μήπως έχω ταχυκαρδία από ερωτική απογοήτευση; Είχα μία πρόσφατα!» «Δε χαμπαριάζεις εσύ. Όλους τους άντρες θα τους θάψεις. Κακό σκυλί είσαι!» «Να ακούς τον γιατρό!» «Θέλω ένα δεύτερο τσάι» είπε και σηκώθηκε. «Παραμονές Χριστουγέννων, αν δεν κάνω καταχρήσεις, πότε;» Γύρισε με ένα καυτό κύπελλο και μια φέτα λεμόνι στο χέρι. Οι δυο από τους τρεις με φόρμες, εκείνη με πυτζάμες και το πόντσο μου. Έκανε ψύχρα. Τα πόδια μας σχεδόν ακουμπούσαν στη θάλασσα. Από μακριά έφταναν φωνές γλάρων.

Χάραζε. «Κυρίες μου, ο άνθρωπος δουλεύει για να ζει. Δεν ζει για να δουλεύει». «Στον εαυτό σου να το πεις». «Έχει σημασία που σας το λέει ένας σαν εμένα. Το παρακάνετε». «Και δεν βγάζουμε ούτε για πλάκα όσα εσύ». «Ναι αλλά φτάνουν για να ζήσετε, να ζήσετε καλά. Δεν υπάρχει λόγος να πεθάνετε». Οι πρώτοι βιοπαλαιστές έβγαιναν στους δρόμους, μαζί με τις σκουπιδιάρες των δήμων, όταν γυρίζαμε σπίτι. «Εσείς, κυρία, όχι κόκκινο κρέας, όχι αλάτι, όχι ποτό, όχι ξηροκάρπια αυτές τις μέρες». Του έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. Χάθηκε πίσω από την πόρτα. «Όσο σκέφτομαι πως με μπουγέλωσες κάποτε». Άνοιξα την πόρτα. «Καλά Χριστούγεννα, ξάδερφε»!





Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey