FOLLOW US
×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 1

Πολιτισμός

  • «Το κοινό της περιφέρειας είναι πιο εξωστρεφές…»
Το «Ε», με το σεναριογράφο και ηθοποιό Αλέξανδρο Ρήγα

Έρχεται για δεύτερη φορά στη Μυτιλήνη, μετά από σχεδόν δυόμισι χρόνια. Στην προκειμένη περίπτωση, για την παράσταση «Τα παιδιά ‘ρθούνε στις οχτώ...», που ανεβάζει με τη Βασιλική Ανδρίτσου στο Κάστρο του Μολύβου αύριο Κυριακή και στο Κάστρο Μυτιλήνης τη Δευτέρα που μας έρχεται.

Έρχεται για δεύτερη φορά στη Μυτιλήνη, μετά από σχεδόν δυόμισι χρόνια. Στην προκειμένη περίπτωση, για την παράσταση «Τα παιδιά ‘ρθούνε στις οχτώ...», που ανεβάζει με τη Βασιλική Ανδρίτσου στο Κάστρο του Μολύβου αύριο Κυριακή και στο Κάστρο Μυτιλήνης τη Δευτέρα που μας έρχεται. Ο Αλέξανδρος Ρήγας, αγαπημένος σεναριογράφος και ηθοποιός, μιλάει στο «Ε» για την τηλεοπτική και θεατρική του πορεία, για τη σχέση του με το κοινό της περιφέρειας, αλλά και για την ίδια την παράσταση, που αναμένεται να διασκεδάσει το κοινό όσο δεν πάει…

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στη ΒΑΓΓΕΛΙΩ ΧΡΗΣΤΙΔΟΥ

 

Κύριε Ρήγα, να σας καλωσορίσουμε κατ’ αρχάς στη Μυτιλήνη. Έχετε να έρθετε στο νησί από την άνοιξη του 2011, οπότε και είχατε έρθει για την παράσταση «Αυτός ο αλήτης ο Κοέλιο έχει πάρει πολύ κόσμο στο λαιμό του», όπου παίζατε με την Εβελίνα Παπούλια. Πώς αισθάνεστε που ξανάρχεστε;

«Κατ’ αρχήν είναι η δεύτερη φορά που έρχομαι στο νησί ως ηθοποιός, αφού διάφορα έργα που έχω γράψει χωρίς να παίζω, έχουν έρθει κατά καιρούς. Αυτό που ακούγεται, είναι ότι οι Μυτιληνιοί αγαπούν πάρα πολύ το θέατρο, έτσι η Μυτιλήνη συστήνεται από τους παραγωγούς ως μια πόλη που στηρίζει πολύ τη θεατρική δημιουργία και είναι ένας πολύ δημοφιλής προορισμός. Είναι πολύ ωραίο που ξανάρχομαι, ήταν κάτι που το ήθελα από καιρό, γιατί έρχομαι και με μια παράσταση που αγαπώ ιδιαίτερα. Δυστυχώς δεν έχω καταφέρει ακόμη να έρθω για διακοπές στο νησί, παρ’ όλο που πολλοί φίλοι, μεταξύ αυτών και ο Στρατής ο Λιαρέλλης, μου έχουν πει τα καλύτερα. Δυστυχώς δουλεύω πολύ, δε σταματάω καθόλου και οι διακοπές είναι μια πολυτέλεια που δεν την έχω αφήσει πολύ στον εαυτό μου. Δεν το κάνω, γιατί θεωρώ ότι η δουλειά μου είναι ένας τρόπος να μαζεύω αποδοχή, την οποία έχω ανάγκη και μετά από τόσα χρόνια είναι ένας τρόπος για να υπάρχω, με τη θετική έννοια, αφού μου δίνει πολλή χαρά.

Πώς είναι για έναν ηθοποιό της πρωτεύουσας να περιοδεύει σε περιοχές της περιφέρειας και για τόσο καιρό; Τι εισπράττετε από το κοινό;

«Είναι η δεύτερη φορά που το κάνω. Δε θεωρώ την ηθοποιία την πρώτη μου ιδιότητα, αλλά το γράψιμο και τη σκηνοθεσία. Η υποκριτική είναι ένα κομμάτι που φέτος άρχισα να αγαπάω πολύ, αλλά λίγες είναι οι φορές που έχω εμφανιστεί στο θέατρο. Πάντα το ξεκίνημά μου ήταν από την περιφέρεια, αφού κι εγώ έχω μεγαλώσει στην Πελοπόννησο και από τις τρεις φορές που έχω ξεκινήσει για παράσταση, τις δύο έχω ξεκινήσει από την περιφέρεια. Μου αρέσει πολύ αυτό το ταξίδι, με ξεκουράζει, γιατί αλλάζω συνεχώς μέρη και το κοινό στην περιφέρεια είναι πολύ πιο εξωστρεφές από αυτό της Αθήνας, κι έτσι, όταν έχεις ανάγκη να εισπράξεις αποδοχή και αγάπη, αυτό το ζεις πιο έντονα στην περιφέρεια.»

Τηλεόραση και Θέατρο

Είστε ένας από τους πιο αγαπητούς σεναριογράφους, με σειρές που παίζονται και ξαναπαίζονται από τα τηλεοπτικά κανάλια, τις οποίες χαρακτηρίζει ένα ιδιαίτερο χιούμορ. Ποια από αυτές θεωρείτε τη σημαντικότερη επιτυχία σας;

«Η επιτυχία είναι κάτι πολύ σχετικό, ο καθένας βάζει τα δικά του κριτήρια. άλλο μπορεί να θεωρεί το κοινό, άλλο μπορεί να θεωρεί η AGB, άλλο μπορεί να θεωρεί ένα κανάλι, ένας επιχειρηματίας κι άλλο μπορεί να θεωρεί ένας δημιουργός. Επειδή είμαι σε μια διαδρομή που ελπίζω να κρατήσει κάποια χρόνια ακόμη γιατί το αγαπώ πάρα πολύ αυτό που κάνω, και συνήθως οι απολογισμοί γίνονται στο τέλος της διαδρομής, οπότε και μετράς τα εύσημα, τι έκανες καλά στη ζωή σου και τι όχι, τώρα δε θέλω να μπω στη διαδικασία να ξεχωρίσω κάποια δουλειά. Σίγουρα υπήρξαν κάποια πράγματα που αγάπησα περισσότερο, αλλά είναι τόσο μπερδεμένα στο μυαλό μου, που δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάτι. Όταν θα έχω βγει στη σύνταξη πλέον, θα έρθω να πιούμε ούζα μαζί και θα σας μιλήσω για τη δουλειά μου!»

Γίνατε ιδιαίτερα γνωστός μέσα από τους «Δύο ξένους». Πώς εμπνευστήκατε τους χαρακτήρες τού σήριαλ και τι απόηχο σας έχει αφήσει;

«Θεωρώ ότι και η προηγούμενη δουλειά μου, το “Ντόλτσε Βίτα”, ήταν πολύ μεγάλη επιτυχία, αλλά το “peak” το εμπορικό ήταν οι “Δύο ξένοι”, όπου έπαιζα κιόλας. Ωστόσο, το απόλυτο εμπορικό “peak” ήταν το “Τι ψυχή θα παραδώσεις, μωρή;”, που ήρθε αμέσως μετά και έκανε ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία. Γι’ αυτό και όλοι, κοινό και κανάλια, στενοχωρήθηκαν πολύ που το σταματήσαμε. Η έμπνευση είναι ένα πράγμα που όσο πιο τετραγωνισμένο είναι, τόσο και πιο “ανέμπνευστη” είναι κατά τη γνώμη μου. Αν υπήρχαν κάποιοι ρόλοι στα έργα μου που άρεσαν περισσότερο, ήταν επειδή κι εγώ ήξερα γιατί μου άρεσαν και βγήκαν στην πορεία του γραψίματος. Ήταν σα να άνοιγες ένα κομμάτι της ψυχής και του υποσυνείδητου και το χέρι να έβαζε χρώματα μόνο του σε ένα ζωγραφικό καμβά και να ζωγραφίζει έναν ήρωα. Ένας ρόλος είναι ένα χαρτί, από εκεί και πέρα ο τρόπος που σκηνοθετικά θα το ορίσεις και που ο ηθοποιός θα τον ερμηνεύσει, είναι και αυτό που θα καθορίσει και το εάν το κοινό θα τον αγαπήσει.»

Από πού «παίρνετε ιδέες» για τις δουλειές σας; Οι περισσότερες από αυτές έχουν και πολλά πολιτικά μηνύματα, που περνούν μέσα από τη σάτιρα…

«Ένα στόρυ μπορεί να είναι κάτι που μπορεί να έχεις “δανειστεί” από τα διαβάσματα της παιδικής ηλικίας, είτε από τον κινηματογράφο, είτε από πράγματα που ακούς από φίλους ή αφουγκράζεσαι από αγνώστους σε ένα μπαράκι ή που υποσυνείδητα θα ήθελες να τα ζήσεις και δεν έχεις μπορέσει ποτέ να τα εκφράσεις. Από εκεί και πέρα, είναι λογικό να ντύνεις αυτές τις ιστορίες-παραμύθια με πράγματα που έχουν να κάνουν με τη δική σου φιλοσοφία για τη ζωή και πράγματα, είτε πολιτικά, είτε σχόλια, είτε πράγματα που βασανίζουν και ταλανίζουν όλους τους ανθρώπους, όπως ο έρωτας, ο θάνατος, οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους, υπαρξιακά ζητήματα, τα οποία μπαίνουν στους ήρωές μας· όπως και πολλοί από αυτούς ντύνονται με πράγματα που θέλουμε να καυτηριάσουμε - πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις, της Ελλάδας που αγαπάμε και μας πληγώνει.»

Θέατρο ή τηλεόραση; Τι προτιμάτε, τι σας εκφράζει περισσότερο;

«Θα έλεγα και τα δύο. Όταν γίνονται με τους όρους που εγώ θεωρώ ότι είναι οι κατάλληλοι και με συνθήκες που είναι οι καλές κάθε φορά. Το θέατρο μπορεί να κερδίζει στα σημεία ακριβώς επειδή ένα πράγμα γεννιέται και πεθαίνει κάθε βράδυ με την παρουσία των θεατών, που σημαίνει ότι διαμορφώνεται και γεννιέται κάθε βράδυ, κι αυτό είναι μια επαφή πάρα πολύ γοητευτική, που γεμίζει τις ψυχές μας. Από την άλλη, η τηλεόραση σου δίνει τη δυνατότητα να φτιάξεις κάποιες ιστορίες οι οποίες εκ των πραγμάτων θα επικοινωνήσουν με πολύ μεγαλύτερο κοινό και κρύβουν μέσα τους, όπως η τηλεόραση και ο κινηματογράφος, τη ματαιοδοξία ότι μένουν λίγο παραπάνω στο χρόνο απ’ ό,τι μια παράσταση, που όταν σταματήσει να υπάρχει, μένει μόνο στη μνήμη των θεατών που έζησαν την εμπειρία για ένα συγκεκριμένο βράδυ.»

Από τις θεατρικές σας δουλειές, ποια θα ξεχωρίζατε;

«Από τις θεατρικές μου δουλειές σίγουρα την τωρινή, που την αγαπάω πολύ, παρ’ όλο που είναι πολύ κουραστική επειδή είμαστε οι δυο μας στη σκηνή. Άλλη μια δουλειά ήταν το “Παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας”, που ανεβάσαμε πριν από τέσσερα χρόνια στο θέατρο “Κάτια Δανδουλάκη”, μια μαύρη κωμωδία-μιούζικαλ, ένα σουρεαλιστικό κείμενο στα όρια του μεταφυσικού, με πρωταγωνιστές την Κάτια Δανδουλάκη, το Γιώργο Μαρίνο, την Κατιάνα Μπαλανίκα, τον Κώστα Σπυρόπουλο, με μουσική και τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, που λόγω του κόστους δεν καταφέραμε ποτέ να τη βγάλουμε εκτός Αθήνας.»

Η τωρινή παράσταση

Μιλήστε μας λίγο για την παράσταση «Τα παιδιά θα ‘ρθούνε στις οχτώ...». Πώς συνδυάζονται το χιούμορ και ένα σενάριο που θυμίζει θρίλερ;

«H παράσταση έχει να κάνει με τον εγκλωβισμό δύο μεσοαστών Ελλήνων στο υπόγειο του σπιτιού τους, από δύο ληστές που βρίσκονται στο πάνω μέρος του σπιτιού, τη στιγμή που θα έφευγαν για μια κοινωνική-πολιτική εκδήλωση. Δύο άκρως αντίθετοι χαρακτήρες, ο σύζυγος ένας τυχοδιώκτης αρνητικός καθ’ όλα, ένας άνθρωπος που αποφάσισε να επιβιώσει μπαινοβγαίνοντας σε διάφορους πολιτικούς οργανισμούς και εξαντλώντας όλο του το μυαλό στο πώς θα μπορέσει να κερδίσει πράγματα χωρίς να έχει κάτι να δώσει σε όλο αυτό, η γυναίκα του ένα πολύ συνειδητό θύμα του λάιφ στάιλ, ξιπασμένη, εντελώς άδεια και κενή, που προβληματισμός της είναι μόνο το ντύσιμο, οι διακοπές, το ακριβό αυτοκίνητο και απλώς το να κάνει ένα παιδί για να παίξει λίγο το ρόλο της μάνας. Αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο του να πεθάνουν εκείνο το βράδυ, αφού πρώτα κάνουν ό,τι πιο ακραίο και σουρεαλιστικό μπορεί να φανταστεί κανείς για να διασωθούν από τους ληστές και να διαφύγουν από το υπόγειο-φυλακή τους ή ακόμη και να εξοντώσουν τους ανθρώπους που έχουν μπει στο σπίτι τους, στη συνέχεια ουσιαστικά ξετυλίγουν το γαϊτανάκι όλης τους της ζωής και παρουσιάζουν μπροστά στα μάτια του θεατή όλη την αρρώστια της σχέσης τους. Βλέπουμε τον τρόπο που μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά τα τελευταία 20 χρόνια, τη σχέση μας με την πολιτική, το πώς αντιλαμβανόμαστε τις ανθρώπινες σχέσεις, τη ζωή, την αγάπη μας για τους συντρόφους, τα παιδιά και τους γονείς και, το σημαντικότερο, το πώς διαχειριζόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό. Γίνεται ένα πολύ μεγάλο ξεκαθάρισμα εκείνο το βράδυ, οι δύο ήρωες φτάνουν στα όριά τους, στο ότι δεν μπορούν πλέον να πληγώσουν άλλο ο ένας τον άλλο και τους δίνεται η ευκαιρία να αποφασίσουν για το εάν θα προχωρήσουν μπροστά καθαροί πια ή εάν θα μείνουν στο παρελθόν τους και θα τα χάσουν όλα - τη σχέση μεταξύ τους και τη σχέση με τον εαυτό τους…»

Η συνεργασία σας με τη Βασιλική Ανδρίτσου κρατά εδώ και κάποια χρόνια, από το «Κόκκινο Δωμάτιο», αν δεν κάνω λάθος. Τι είναι αυτό που έχει «δέσει» μεταξύ σας;

«Την είχα δει σε μια προηγούμενη σειρά όπου είχε ένα μικρό ρόλο, και όταν έκανα το “Κόκκινο Δωμάτιο”, της έκανα πρόταση να παίξει. Έκτοτε, έχουμε συνεργαστεί πάρα πολλές φορές. Η Βασιλική είναι ένα ζυμάρι, που όταν το πιάνω στα χέρια μου, μπορώ να του δώσω με τη συγκατάθεσή της ό,τι σχήμα θέλω. Έχει ειδικά στο θέατρο ένα ιδιαίτερο ταλέντο, το ευλογημένο χάρισμα της επικοινωνίας με το κοινό, και το τιμάει κάθε βράδυ, το “ματώνει”, όπως λέμε εμείς στη γλώσσα μας, χωρίς να κάνει καμμία έκπτωση. Αυτό με βοηθά, με γοητεύει και με συγκινεί.»

Θα θέλατε να στείλετε ένα μήνυμα στους αναγνώστες μας πριν την παράσταση;

«Μέσα από την παράσταση είμαι σίγουρος ότι ο καθένας ανεξαρτήτως ηλικίας θα δει πράγματα από τον εαυτό του, ενδεχομένως και πράγματα που θα τον προβληματίσουν, και αν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, έχω την αίσθηση ότι μπορεί φεύγοντας από το θέατρο να αισθανθεί ότι κέρδισε κάτι για… δουλειά στο σπίτι, πέρα από το γεγονός ότι θα γελάσει και θα ψυχαγωγηθεί πάρα πολύ. Είναι μια πάρα πολύ εξωστρεφής κωμωδία κι έχω την αίσθηση ότι ένα δίωρο θα μπει το κοινό σε έναν άλλο κόσμο, ουσιαστικά θα είναι όλος ο κόσμος δικός του…»

 

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top