Τρανές οι μέρες / Και ψάχνουμε / για ευχές

01/07/2012 - 05:56
Το να πας από τη μιαν άκρη στην άλλη αυτής της χώρας, είναι ολόκληρη ιστορία. Έξι ώρες με το αεροπλάνο από Ανατολή σε Δύση, τουτέστιν Νέα Υόρκη - Σαν Φραντσίσκο χωρίς να λογαριάσουμε τη Χαβάη, που θέλεις άλλες πέντε, και τέσσερις από Βορρά στο Νότο, δηλαδή Βοστόνη -­ Κι Γουέστ.
Πρωτοχρονιάτικες μπαλάντες

Το να πας από τη μιαν άκρη στην άλλη αυτής της χώρας, είναι ολόκληρη ιστορία.
Έξι ώρες με το αεροπλάνο από Ανατολή σε Δύση, τουτέστιν Νέα Υόρκη - Σαν Φραντσίσκο χωρίς να λογαριάσουμε τη Χαβάη, που θέλεις άλλες πέντε, και τέσσερις από Βορρά στο Νότο, δηλαδή Βοστόνη -­ Κι Γουέστ.
Κι αν είναι κανένας κουζουλός άφραγκος και «στεριοπόρος» (από θαλασσοπόρος), μπορεί να πάει και με το λεωφορείο, μόνο που τότε θα χρειαστεί 78 ώρες, ό εστί μεθερμηνευόμενο, τρεις μέρες, τρεισήμισι νύχτες και κάτι ψιλά, σερί, όπως το έκανε ο αρθρογράφος σας το 1995, για τον πρόσθετο λόγο, να γνωρίσω μονοκοπανιάς και διασχίζοντάς τες, δέκα πέντε από τις 51 πολιτείες.
Γιατί σας τα λέω αυτά; Να· γιατί εκεί δυτικά, νότια της Σάντα Μπάρμπαρα, κοντά σε ένα όμορφο μέρος που λέγεται Καρπιντερία, πιο πέρα από το περίφημο Γκραν Κάνυον, το προστατευόμενο απέραντο άγριο πάρκο, υπάρχει το μοναδικό χωριουδάκι του Αϊ Βασίλη (Santa Claus village).
Κι επειδή, ως γνωστόν, η τρέλα δεν πάει στα βουνά, πήγε η αφεντιά μου, μόνο και μόνο για να στείλω μια κάρτα στη γυναίκα μου και το αναμνηστικό φάκελο με του Αϊ Βασίλη την ειδική, τη μοναδική στο κόσμο, σφραγίδα, που τη χρησιμοποιούν μόνο μια μέρα, την πρώτη μέρα του κάθε χρόνου.
Το μικρό ταχυδρομείο, όπως κάθε Πρωτοχρονιά, ήταν ανοιχτό και …ουρά, οι κουζουλοί.
Στο κουκλίστικο αυτό χωριό του Αϊ Βασίλη, που είναι ένα αστραφτερό ζωντανό κοχυλάκι, ασφυχτικά αγκαλιασμένο από το τεχνολογικό τέρας της Αμερικής, εκτός από τις ευχές για τον καινούργιο χρόνο σε όλες τις γλώσσες, γραμμένες, ζωντανοί, σπαρταριστοί Αϊ Βασίληδες ήτανε στις βιτρίνες και στους δρόμους, με μπάντες, δώρα, μπαλόνια και τραγουδούσαν. Άλλοι πάλι, κερνούσαν ζαχαρωτά, τρούφες, και… ουάα!
Μελομακάρονα, κουραμπιέδες, που μια Καρυάτιδα τα μοίραζε και με ένα τρίγωνο στο χέρι, σκορπούσε, σκέτο Ελλάδα! «Πάει ο παλιός ο χρόνος… Ήρθ’ ο νέος με τα δώρα, με τραγούδια με χαρά…».
Τρελάθηκα φίλε μου, έκανα ένα πήδο, δρασκέλισα πανέρια κι αθρώπους, την άρπαξα αγκαλιά, κι αφέθηκα να ονειροπολώ!
Μισό αιώνα πίσω, τότε που με ένα μαντήλι ή μια μικρή πετσέτα στο χέρι, δεμένη με τις τέσσερις γωνίες σταυρωτά, και το τρίγωνο στο άλλο, ανταμώναμε όλα τα γειτονάκια, αδερφάκια και ξαδερφάκια, να τουρτουρίζουμε και να μας ζεσταίνει η ανάσα μας κι η ομορφιά της μεγάλης μέρας που θα ξημέρωνε, και ξεχυνόμασταν.
Χαρά μεγάλη παίρναμε σα μας δίνανε γλυκά, μανταρίνια, πού και καμιά καραμέλα. Όλα τα βάναμε στη πετσέτα. Και γιόμιζε. Ξεχειλούσε. Κόντευε να εκραγεί απ’ το πολύ το φως και την αγάπη. Κι οι πιο χουβαρντάδες μάς δίνανε καμιά δεκάρα· μπορεί και δραχμή ή τάλιρο. Μ’ αυτά θα παίρναμε τετράδια για το σκολειό! Να μας έλεγε μπράβο η κυρά Λένη η δασκάλα. Που έμοιαζε με θεά!
Γυρίζαμε όλους τους μαχαλάδες, ως πέρα την κορφή με το μπεντένι και το μαρμαρένιο λιοντάρι να βγάνει παγωμένο απ’ το στόμα του, το νερό. Καμιά φορά, σαν έσφιγγε για καλά το κρύο, παίζαμε με τα μουστάκια του τα λιονταρίσια, που κρέμονταν σαν κομπολόγια, κρύσταλλα καμωμένες οι σταγόνες. Και γελούσαμε. Με την καρδιά μας. Γιατί, ναι, τότες, γελούσαμε. Όλοι. Δε φοβόμασταν. Ήμασταν λεύτεροι.
Κι ανοίγανε πόρτες, γνωστές κι άγνωστες· μα όλες γνωστές γινόντουσαν. Όλοι μαζώνανε χαρά κι ευχές, τραγούδια και κάλαντα σκορπισμένα απλόχερα. 
Μπορεί νάμασταν ξυπόλυτοι. Μα δεν κρυώναμε.
Μπορεί να μην είχαμε πλούσια σπίτια και διαλεχτά φαγιά, μα δεν πεινάγαμε.
Μπορεί να μην είχαμε ακριβά ρούχα μα ήταν καθαρά.
Δεν ξέραμε τι θα πει κινητά και κομπιούτερ και ναρκωτικά.
Ξέραμε όμως τι θα πει θαλπωρή και κάστανα στο τζάκι και γλυκά της μάνας μας, τα διαλεχτά.
Ξέραμε τι θα πει ξενοιασιά, ασφάλεια κι ευτυχία. Και σκολειό. Και, γράμματα σπουδάσματα, του Θεού τα πράματα.
Δε χτυπούσαμε πόρτες. Μυρωδάτη ομορφιά ήταν πλημμυρισμένο το χωριό ολάκερο. Και καλέσματα:
- Πέστε τα, πέστε τα.
Χαίρονταν μαζί μας.
Γιατί ξετρυπώνανε απ’ την καρδιά μας, ευχές, μπαλάντες, καλωσορίσματα και κανακέματα για τον καινούργιο χρόνο.
Άσβηστο απομένει το ολιγόστιχο που μάθαμε με το πρώτο άνοιγμα των ματιών μας. Σε όλη την παρέα.
Το Άγιο Βασιλιάτικο ευχητάρι. Όχι στην Καλιφόρνια, μα στο ορεινό κεφαλοχώρι της βορειοδυτικής Λέσβου, την Άντισσα, με τα όμορφα σπίτια και τους ζεστούς ανθρώπους.
Όλοι μαζί το λέγαμε, όλοι μαζί ας το πούμε στη ντοπιολαλιά μας.
Καλημέρα τσι τ’ Αγιού Βασλιού
γειας χαρά γειας Βασίλ
καλουσύν μαλουσύν
ούλου μάλαμα κι ασήμ.


                                Γιώργος Καμβυσέλλης
                                Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey