Εκεί που είπα να αφήσω πια τα δεικτικά και να δω τι θα γίνει με τη σύνταξή μου που όλο και φυραίνει σαν τα ρούχα σε καυτή μπουγάδα, μου ήρθε καινούργιο καρφί στο μάτι. Ξέρω, τζάμπα θα ξοδέψω το μελάνι, μα θα τα πω μη σκάσω.
Εύθυμα, αλλά σοβαρά
Εκεί που είπα να αφήσω πια τα δεικτικά και να δω τι θα γίνει με τη σύνταξή μου που όλο και φυραίνει σαν τα ρούχα σε καυτή μπουγάδα, μου ήρθε καινούργιο καρφί στο μάτι. Ξέρω, τζάμπα θα ξοδέψω το μελάνι, μα θα τα πω μη σκάσω.
Έτυχε που λες η γυναίκα μου, μικρή είναι, μα της βγήκε προγεροντικός (κατ’ αυτήν προεφηβικός) καταρράκτης στο αριστερό μάτι.
Πάμε στο γιατρό.
«Πρέπει να γίνει η εγχείρηση, είναι έτοιμος, αλλά μπορούμε να περιμένουμε», είπε.
Πάμε για διασταύρωση στο νοσοκομειακό γιατρό, αυτός όλο κι έλειπε, τον πετύχαμε στην τέταρτη επίσκεψη, η οποία ήταν τσάμπα, αλλά χρειάστηκε να διασχίσουμε 70 Χ 2 = 140 χιλιόμετρα τέσσερις φορές και να χάσουμε άλλα τόσα μεροκάματα.
Θα μου πεις, γιατί μένεις τόσο μακριά από το νοσοκομείο; Σωστό.
Κι ακόμα, γιατί έχεις την απαίτηση να βρίσκεται κοτζάμ γιατρός στο νοσοκομείο που τον πληρώνουν; Κι αυτό σωστό.
Τέλος πάντων, στην επίσκεψη αυτή μας είπε:
«Είναι επείγον πρέπει να εγχειριστεί το συντομότερο. Ει δυνατόν εντός της εβδομάδας. Αλλιώς μπορεί και να το χάσει.»
Έπεσε πανικός ανάμεσά μας και φυσικά υπακούσαμε.
«Και πότε μπορούμε να κάνουμε την εγχείρηση;» Ρωτήσαμε.
«Είπαμε· σε δυο τρεις μέρες. Αν συμφωνείτε, να κλείσουμε ραντεβού τώρα.»
«Εδώ θα γίνει; Στο νοσοκομείο;»
«Όχι, βρε αδερφέ. Στην κλινική.»
«Και τι θα κοστίσει;»
«Ψιλοπράματα.»
Τα ψιλοπράματα ήταν ένα απαγορευτικό, αλλά κυρίως σπαστικό ποσόν για μας.
«Μα, δεν έχουμε τώρα ευχέρεια, απαντήσαμε. Δεν μπορούμε στο νοσοκομείο…»
Φανερά ενοχλημένος εκείνος μας είπε «ναι», αλλά διευκρίνισε ότι θα πρέπει να περιμένουμε πολλούς μήνες για τη σειρά μας κι ίσως μέχρι τότε χαθεί το μάτι.
Καινούργια απογοήτευση, μα σκεφτήκαμε ότι ζούμε Ελλάδα, πήγαμε ξανά στον ιδιώτη οφθαλμίατρο, μας καθησύχασε, μας είπε ότι δεν είναι τόσο επείγον, αλλά για να ξενοιάσουμε είπαμε και μας έκλεισε ημέρα και ώρα σε κλινική να γίνει η επέμβαση. Οι δαπάνες θα ήταν μισές από του προηγούμενου και στο κάτω-κάτω νόμιμες, μετά από συμφωνία, κι όχι φακελακίστικες, βρόμικες. Μας είπε μάλιστα να πάμε στο Ναυτικό τούτη τη φορά Νοσοκομείο, για να πάρουμε έγκριση ώστε ο ΟΓΑ να καλύψει τα έξοδα του φακού, ή κάτι τέτοιο.
«Κάθε Τρίτη και Πέμπτη είναι εκεί ο οφθαλμίατρος», μας κατατόπισε.
Οπότε την Τρίτη διασχίσαμε τα 70 χιλιόμετρα και στην ώρα μας, τσακ, περιμέναμε στην πόρτα του απ’ έξω. Μας είδε μια υπάλληλος, ρώτησε:
«Ποιον θέλετε;» (άκου ερώτηση!)
«Μα το γιατρό. Για έγκριση.»
«Λείπει με άδεια.»
«Ωχχ, τι κάνουμε τώρα; Υπάρχει άλλος;»
«Δυστυχώς όχι. Θα έλθετε την άλλη Τρίτη. Αλλά πάρτε τον πρώτα τηλέφωνο για σιγουριά.»
Στο τηλέφωνο όμως μας είπε πως και την άλλη Τρίτη θα έλειπε.
«Εξυπηρέτηση κάνω. Δεν μπορώ να αφήσω το ιατρείο μου», μας είπε εκνευρισμένος.
Εδέησε μετά από ένα ακόμα άπραγο ταξίδι 140 χιλιομέτρων κι αφού είχαμε αλλάξει ημερομηνία που θα γινόταν η εγχείρηση, τον πετύχαμε.
Μπήκαμε με αγωνία στο ιατρείο, κοίταξε επιπόλαια με έναν απλό φακό που χρησιμοποιούν οι γυναίκες για μακιγιάζ, είδε το λάθος μάτι της γυναίκας μου, κι αγριωπός έβαλε μια τζίφρα στο παραπεμπτικό, άνοιξε ο δρόμος, έφτασε επιτέλους η μέρα, έγινε η εγχείρηση με απόλυτη επιτυχία.
Η ταλαιπωρία, όμως, τα έξοδα πήγαινε έλα κι ο εκνευρισμός ήταν τόσα που είπαμε «γιατί βρε αδερφέ σε τούτη τη χώρα μισούν οι αρμόδιοι το ίδιο το κράτος, τον ίδιο τον εαυτό τους και μας ωθούν σε λάθος δρόμο;»
Θα μου πείτε, ψύλλοι στ’ άχυρα. Σωστό.
Κι ο κακοπροαίρετος
Νεκτάριος (κατά τα άλλα καλό παιδί) είπε πως αν ήμουνα μετανάστης, κυρίως παράνομος, θα ήταν όλα πιο εύκολα και τσάμπα.
Άκου τι λένε!
Γιώργος Καμβυσέλλης
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.