Γράφει ο Χρήστος Αν. Σταυράκογλου 

Βασίλη Ψαριανού Ποιήματα

03/11/2021 - 10:43 Ενημερώθηκε 03/11/2021 - 10:51

Κρατώντας με από τη φτέρνα 

σαν την μάγισσα Θέτιδα 

η μάνα μου με έψησε σε σιγανή φωτιά. 

Ύστερα, ως καλώς οπτημένο πηλό,  

με παρέδωσε στα χέρια του Ησιόδου, 

να μου μάθει να σκάβω και να φυτεύω. 

Στην ηλικία των τεσσάρων εποχών, 

πήρα το πρώτο βαπόρι και βγήκα στο λιμάνι, 

κι από κει πεζοπορώντας 

έφτασα στο μαντείο των Δελφών. 

Και να’ με μασώντας πικροδάφνες 

και φτύνοντας φαρμάκι, να παιδεύομαι, χρόνια 

να ξεδιαλύνω τον χρησμό «θα πας, θα γυρίσεις, 

δεν θα καταλήξεις», 

ώσπου να καταλάβω ότι ο δρόμος που έκανα 

και η σκόνη που μάζεψα περπατώντας, 

αυτό είναι και ό,τι μου αναλογούσε στη ζωή 

κι αυτή ήταν η ανταμοιβή μου! 

 

Οι ποιητές μας, απ’ όσο γνωρίζω, δε συνηθίζουν να γράφουν αυτοβιογραφικά ποιήματα. Ίσως γιατί θεωρούν ότι το θέμα δεν προσφέρεται για καλλιτεχνική επεξεργασία. Μιλούν στα ποιήματά τους για τη ζωή τους, αλλά όταν και όπου το φέρει o ποιητικός τους οίστρος. Ο Βασίλης Ψαριανός πρωτοτυπεί, μπορούμε να πούμε, ως προς αυτό, και χρησιμοποιώντας αριστοτεχνικά ως κύριο εκφραστικό μέσο την αλληγορία μας δίνει ένα εξαιρετικό ποίημα, που το θεωρώ αντιπροσωπευτικό της ποιητικής του συλλογής που πρόσφατα μας παρουσίασε με τον τίτλο «Ανιχνευτής Μετάλλων”. Από το ποίημα αυτό κρατώ τους τελευταίους στίχους που νομίζω ότι κρύβουν και το βαθύτερό του νόημα :…. ο δρόμος που έκανα/ και η σκόνη που μάζεψα περπατώντας,/ αυτό είναι και ό,τι μου αναλογoύσε στη ζωή/ κι αυτή ήταν η ανταμοιβή μου.) 

Όσοι γνωρίζουμε από κοντά και από παλιά το Βασίλη έχουμε να πούμε πολλά γι’ αυτό του το «δρόμο» και για τη «σκόνη» που μάζεψε περπατώντας τον. Είναι ένας δρόμος πλούσιας πνευματικής δημιουργίας και αδιάκοπων κοινωνικών αγώνων που τον ξεκίνησε από την πρώιμη νεότητά του και, ακούραστος στρατοκόπος, τον συνεχίζει ως σήμερα με την ίδια νεανική ορμή και θαυμαστή ψυχική και διανοητική δύναμη και συνέπεια. Ένας αγώνας που στον ίδιο πρόσφερε και συνεχίζει να προσφέρει πολλές εμπειρίες, πολλές συγκινήσεις, μεγάλη ικανοποίηση και αυτοεκτίμηση και στους άλλους, στους αναγνώστες των βιβλίων του, στις γενιές των μαθητών του και στους συγχωριανούς και φίλους του απεριόριστη εκτίμηση και θαυμασμό. Σκόνη τη αποκαλεί ο ίδιος με ποιητικούς όρους και με άκρα μετριοφροσύνη. Χρυσόσκονη θα την πούμε εμείς, που στολίζει τη λευκασμένη κόμη του και θα τον περιβάλλει, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι κοινωνοί των έργων του. 

Η ποίηση του Β. Ψ. ισορροπεί ανάμεσα στην παραδοσιακή και τη νεωτερική ποίηση. Από τη δεύτερη κρατά τα περισσότερα, όπως τον ελεύθερο στίχο, την απουσία του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας. Ξεκινώντας από τα εξωτερική γνωρίσματα θα παρατηρούσαμε ότι οι στίχοι του δεν οργανώνονται σε στροφές σταθερής μορφής, αλλά δημιουργούν σύνολα με άνισο ποιητικό ανάπτυγμα. Στίχοι πολύλεξοι, ολιγόλεξοι ή και μονόλεξοι δημιουργούν σύνολα που θυμίζουν σε κάποιες περιπτώσεις γεωμετρικά σχήματα και δίνουν στο ποίημα αξιοπρόσεχτη εξωτερική εικόνα. Οπωσδήποτε αποφεύγει τις ακρότητες του σουρεαλισμού Έτσι τα περισσότερα από τα ποιήματά του γίνονται εύκολα κατανοητά. Υπάρχουν όμως και άλλα που αντιστέκονται. Που κρύβουν τη βαθύτερη ουσία τους. Τότε ο αναγνώστης προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τα νοήματα που κρύβονται κάτω από τις λέξεις. Αναλαμβάνει μια προσπάθεια που εξελίσσεται σε δημιουργική ανάγνωση, σε πνευματική άσκηση. Νιώθει συνδημιουργός. Ομοτράπεζος και συμπότης στην ποιητική πανδαισία. Και όσο πιο σθεναρή είναι «η αντίσταση» του ποιήματος τόσο μεγαλύτερη είναι και η καλαισθητική απόλαυση με την οποία ανταμείβεται.  

Διάβασα πολλές φορές τα ποιήματα του Βασίλη, όχι μόνο γιατί το καλούσε η ανάγκη αυτής της παρουσίασής τους, αλλά και από καθαρά φιλολογικό ενδιαφέρον. Είναι πράγματι ποιήματα που απαιτούν πολλές και επιμελημένες αναγνώσεις, καθώς καθεμιά σου αποκαλύπτει νέα στοιχεία, νοηματικά και μορφικά και σου χαρίζει πλούσια καλαισθητική εμπειρία. 

Με τις πρώτες αναγνώσεις απολαμβάνεις τον πλούτο των λέξεων. Ο Β. αξιοποιώντας τον βαρύ φιλολογικό οπλισμό του και το καλλιεργημένο γλωσσικό του αισθητήριο επιλέγει για τα ποιήματά του μια πλατιά κλίμακα λέξεων που καλύπτουν όλη σχεδόν τη γλωσσική μας παράδοση. Συνυφαίνει με τέχνη λέξεις και στερεότυπες φράσεις της λόγιας γλώσσας με λέξεις της καθομιλουμένης με φιλοπαίγμονα διάθεση δημιουργώντας την αίσθηση λεπτού χιούμορ, το οποίο εξ άλλου χιούμορ παρουσιάζεται διάχυτο σε πολλά από τα ποιήματά του: Σε βαθμό τελειότητας/ είχε αναγάγει την υποκριτικήν Τέχνη./ Το πάθος για το θέατρο/ τον ενέπνεε, παιδιόθεν!/ Και πάντα επί σκηνής , απολάμβανε,/ θερμό κι ενθουσιώδες,/ το χειροκρότημα των θεατών./ Μεγάλως ετιμάτο/ στον κόσμο του θεάτρου και ως δάσκαλος της υποκριτικής./ Κανείς δεν ήξερε για το άλλο,/ το ολέθριό του πάθος,/ που απέκρυπτε με την τέχνην / της απεχθούς υποκρισίας,/ ωσότου, «αμφί πλήθουσαν αγοράν», εβόησεν η σιωπή!  

Γενικά χρησιμοποιεί λέξεις ποιητικές, συνδηλωτικές, με βαρύ αισθητικό φορτίο. Αλλά και αντιποιητικές, καθημερινές, ξεθωριασμένες απ’ την πολλή χρήση, που όμως με τους κατάλληλους συνδυασμούς τους, μέσα στο κατάλληλο γλωσσικό περιβάλλον των συμφραζομένων που αριστοτεχνικά συνθέτει, παίρνουν καινούργια λάμψη και γοητεία, αποκτούν καινούργια αισθητική και νοηματική ταυτότητα.  

Επιλέγω απ’ τα ποιήματά του μερικούς τέτοιους συνδυασμούς λέξεων, για να γίνω περισσότερο σαφής και πειστικός : το πρωινό αχνίζει σαν ζεστό ψωμί, τα όνειρα μοσχοβολούν, οι πόθοι ξαγρυπνούν στο κατώφλι της απόφασης, τα όνειρα δεν αντέχουν το φως της ημέρας, οι ξωχάρηδες που πότισαν με τις χούφτες τους τα διψασμένα χωράφια, τα κορίτσια που θηλάζουν τους αγέννητους έρωτες. Η ανάσα του θυμαριού, η ανασαιμιά της καλαμιάς, η μνήμη του χιονιού, ο υμέναιος της βροχής, τα χλοερά λειμωνάρια της μνημοσύνης, οι ερωτικοί σπασμοί των βοτσάλων, το μονοπάτι του λαγού, το κουμάσι του χοίρου, η πανδημία των ηλιόλουστων ημερών , το καραβάνι των τύψεων, η οδύνη των μαρμάρων, το παγωμένο μειδίαμα των κούρων,  

Στάθηκα πολύ, ίσως, στις λέξεις γιατί πιστεύω σ’ αυτό που υποστηρίζουν οι θεωρητικοί της ποίησης, αλλά και οι ίδιοι οι ποιητές, ότι οι λέξεις είναι η περιουσία των ποιητών. Ότι δηλαδή χωρίς την επιλογή των κατάλληλων λέξεων ποιήματα δε γράφονται. Κάποιοι μάλιστα υπερτονίζουν τη σημασία των λέξεων έναντι των ιδεών, όπως ο Μαλλαρμέ, ο βασικός εκπρόσωπος των συμβολιστών, οποίος λέγει ότι τα ποιήματα δεν φτιάχνονται με ιδέες, αλλά με λέξεις.  

Στα ποιήματα ωστόσο του Ψαριανού βρίσκουμε τόσο λεξιλογικό πλούτο, όσο και πλούτο αλλά και βάθος ιδεών σε μια αρμονική συζυγία, σε μια αδιάσπαστη ενότητα μορφής και περιεχομένου. Κάθε ποίημά του κρύβει και ένα βαθύ νόημα που αποκαλύπτεται συνήθως στο τέλος. Ο Βασίλης έζησε μια πλούσια συναισθηματική ζωή από την παιδική του ηλικία ως τα φοιτητικά και τα χρόνια της ωριμότητας. Τα βιώματα που γνώρισε του έδωσαν τα πρώτα σκιρτήματα της καρδιάς και τα θαρραλέα πετάγματα του νου και έγιναν δομικά στοιχεία του ψυχισμού και της κοσμοθεωρίας του. Αυτά αποτελούν ως σήμερα πηγή έμπνευσης σε όλο το συγγραφικό του έργο, και κυρίως σ’ αυτό, το ποιητικό, που εδώ παρουσιάζουμε.  

Τον απασχολούν τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα που πάντα βασανίζουν τους θνητούς. Η εκμετάλλευση των αδύναμων από εκείνους με τα μαύρα γυαλιά και τα ημίψηλα/ καπέλα που εμφιαλώνουν το νερό/ της Κασταλίας Κρήνης, /που αγοράζουν «επί πιστώσει» και πουλάν «τοις μετρητοίς/ αυτούς που «επί τον ιματισμόν ημών έβαλον κλήρον». Στηλιτεύει την απληστία και την υποκρισία των μεγαλόσχημων. Ανησυχεί για τους κινδύνους που εγκυμονεί η φρενήρης ανάπτυξη και η αλόγιστη χρήση των μέσων της σύγχρονης τεχνολογίας. Υμνολογεί την ειρήνη και καλεί τους πιστούς όλων των φυλών να ενώσουν τα χέρια στην ιερουργία του κόσμου. Δηλώνει παρών και ακόμα στρατευμένος στους ιδεολογικούς αγώνες που υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή: Όσο κι αν χτυπάει η σιωπή την πόρτα μας,/ δεν θα την ανοίξουμε./ Δεν θα παραδοθούμε στη νάρκη του βρύου. Θα μείνουμε όρθιοι/ πάνω στο χάσμα του χρόνου,/ να μασουλάμε τα φύλλα της πικροδάφνης και να μαντεύουμε τα μελλούμενα./ Θα συνεχίσουμε να διεκδικούμε/ το μερίδιό μας στο πράσινο και το γαλάζιο, κι όσο οι μέρες μας θα σκοτεινιάζουν,/ εμείς θ’ ανοίγουμε ακόμα ένα παράθυρο,/ απ’ τη μεριά της θάλασσας…..  

Μεγάλο μερίδιο στην ποίησή του έχει η γενέθλια γη, ως φύση και ως ανθρώπινη κοινωνία, όπου εξ άλλου βλέπουμε και τη μεγάλη του τέχνη να μεταβάλλει τις εικόνες της φύσης σε ποιητικές εικόνες. Νοσταλγεί να περπατήσει στους λιώνες και τους πευκώνες της Βρίσας. Να λειτουργηθεί στα ξωκλήσια της. Ν’ ανέβει στους λόφους της, όπου οι άγιοι κουβεντιάζουν με τους αρχαίους ήρωες και τους θεούς. Να δροσιστείς στ’ ακροθαλάσσια των Βατερών και ν’ απολαύσει τις μαγικές φεγγαροβραδιές. Στη φύση, γενικά, αποζητά τη γαλήνη. Απ’ αυτή αντλεί αισιοδοξία και στην απόλαυση των απλών στοιχείων της βρίσκει το νόημα της ζωής: Διώξε τους εφιάλτες που σε τυράννησαν τη νύχτα./ Άνοιξε το παράθυρο και χαιρέτησε τα δέντρα/ που επιμένουν στο πράσινο,/ τη βροχή που ξυπνά στο χώμα τους κοιμισμένους σπόρους,/ τα γαλάζια λιβάδια της θάλασσας,/ όπου βόσκουν τα κοπάδια των γλάρων/ …να μαζέψεις μπόλικο ήλιο,/ να σε ζεσταίνει το χειμώνα. 

Ηρωοποιεί, τέλος, τους ανθρώπους της, ανάμεσα στους οποίους πρώτοι και καλύτεροι οι γονείς του, που μοχθούν για τον επιούσιο και για ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά τους. Ηχεί ακόμα στ’ αφτιά του το αγκομαχητό των ξωμάχων. Με κάθε αναστεναγμό τους γεννιέται και ένα ποίημα, όπως λέει στην εισαγωγή του. Και με κάθε ποίημά του, θα πούμε εμείς, ανεβαίνει απ’ τα στήθια του ένας ανασασμός. Λυτρωτικός ανασασμός σαν αυτούς που μόνο η τέχνη ξέρει να χαρίζει στους άξιους λειτουργούς της. 

Ο Βασίλης Ψαριανός ευνοήθηκε από τη φύση να έχει το χάρισμα του λόγου. Ενός λόγου καθαρού, κριτικού, φιλοσοφικού, ποιητικού. Όσα διανοείται, στοχάζεται, συναισθάνεται τα περνά με θαυμαστή δεξιοτεχνία και ενάργεια στο χαρτί και τα παραδίδει κτήμα στους συμπολίτες του. Έτσι έχει δημιουργήσει ένα συγγραφικό έργο μοναδικό σε ποιότητα και θεματική που τον φέρνει στην κορυφή της σύγχρονης λεσβιακής διανόησης. Η ποιητική συλλογή που παρουσιάσαμε θεωρώ ότι έχει ξεχωριστή θέση στο έργο του και στην καρδιά του. Καθώς αυτή του ανοίγει την πύλη της εξομολόγησης , της έκφρασης του εσώτερου είναι του. Του έδωσε τη δυνατότητα να ξεδιπλώσει τις βαθιές πτυχές της ψυχής του να στάξει το ξεχείλισμα της καρδιάς, πικρό ή γλυκό, πάνω στο χαρτί. Να γράψει, με άλλα λόγια, ποιήματα σαν αυτό που έγραψε για τη αγαπημένη σύντροφό του, που πρόωρα στερήθηκε, και να εισπράξει την κάθαρση, την υψηλότερη λειτουργία της Τέχνης.  

 

Το χαμόγελό σου που χάθηκε, 

πίσω την χρυσή προσωπίδα του Αγαμέμνονα,  

η πιο βαθιά πληγή της μοναξιάς μου. 

Τώρα, πια, θα ρωτώ τις παλιές φωτογραφίες μας, 

Για να μου πουν πόσο με αγάπησες. 

Τώρα θα ανασαίνω το άρωμά σου, 

Όταν ανθίζουν οι λεμονιές στον κήπο μας. 

Τώρα, όταν φοβάμαι, θα θυμάμαι 

Που μου ‘λεγες πως αύριο θα είναι μια άλλη μέρα. 

Τώρα, πια, θα σου λέω πόσο σ’ αγάπησα μόνο 

μέσα στα όνειρά μου. 

 

Χρήστος Αν. Σταυράκογλου  

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey