Βιβλιοπαρουσίαση

«Ανάμεσα στο μύθο και στη θύμηση» του Τ. Ιορδάνη

23/04/2022 - 17:00

Πριν από λίγο καιρό, είχα μια συνάντηση με τον φίλτατο Τάκη Ιορδάνη και μου πρόσφερε, με ιδιαίτερη χαρά και περηφάνια το δεύτερό του βιβλίο με τίτλο Ανάμεσα στο μύθο και στη θύμηση. 

Το βιβλίο του αυτό περιλαμβάνει μια σειρά από πεζογραφήματα, τα οποία αποτελούν και το «βάφτισμα του πυρός» για τον Τάκη στον τομέα της λογοτεχνίας αυτής καθ’ εαυτή. 

Βέβαια ο Τάκης Ιορδάνης δεν είναι αμαθής της γραφίδας και οι λογοτεχνικές του ικανότητες ήταν ήδη γνωστές, από διάφορα δημοσιευμένα άρθρα του, πολιτικού περιεχομένου ή με κοινωνικά θέματα καθώς και διάφορα άλλα επιστημονικού ενδιαφέροντος, που έχουν κοσμήσει κατά καιρούς τις στήλες Λεσβιακών εφημερίδων (Δημοκράτης, Λεσβιακός Κήρυξ, Εμπρός κλπ.) καθώς και από άλλη αρθρογραφία του στην πολιτική εφημερίδα Εξόρμηση της δεκαετίας του εβδομήντα και του ογδόντα. Ήδη δε από την δεκαετία του ογδόντα έχει καταξιωθεί και ως συγγραφέας με το πρώτο του βιβλίο με τίτλο : Πολιτικές ιδέες και κείμενα, αναλόγου πολιτικού περιεχομένου. 

Άρα ώριμος τώρα, «σαν έτοιμος από καιρό» (για να θυμηθούμε και λίγο την «Αλεξάνδρεια» του Καβάφη) … εισβάλλει εντελώς φυσιολογικά και στη μεγάλη, όπως ο ίδιος ομολογεί, αγάπη του, την καθαρή λογοτεχνία, με αφηγήσεις, νουβέλες και πεζογραφήματα, που από χρόνια είχε αποθησαυρίσει στη μνήμη του και στη μνήμη του ηλεκτρονικού του υπολογιστή. 

Με ξάφνιασε όμως ευχάριστα κατ’ αρχήν η αφιέρωση του βιβλίου του σε μένα , που αρχίζει ως εξής : « Στον λογοτεχνικό μου σταυράδελφο Γιάννη Παπάνη και …..». Στην εύλογη μου δε απορία, γιατί «σταυράδελφο», η απάντηση του εντελώς αφοπλιστική: « Πώς αλλιώς να σε αποκαλέσω, αφού έχουμε τον ίδιο λογοτεχνικό “νονό”, τον μέγα ποιητή και λογοτέχνη Δημήτρη Νικορέτζο;» 

Και πράγματι, όπως διαβάζουμε στο «Εισαγωγικό προαύλημα» (όπως τόσο εύστοχα ονοματίζει τον πρόλογο του στο παρουσιαζόμενο βιβλίο, ο Δημήτρης Νικορέτζος), ως μέλισμα αρχαίου αυλού, για όσα … μουσικά όντως αφηγήματα θα ακολουθήσουν, γράφει : «Υποδέχομαι, λοιπόν, ως λογοτεχνικός του ανάδοχος, με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, στο «πρώτο σκαλί» της τέχνης, τον νέο εν λογοτεχνία συνάδελφο, Τάκη Χ. Ιορδάνη, μολονότι ήρθε να μας συναντήσει σε μάλλον προβεβηκυία ηλικία, με την προσδοκία - στο νέο του αυτό … συγγραφικό καταπίστευμα - να είναι μακρύς ο δρόμος του, κατά το ρήμα του μεγάλου Αλεξανδρινού (Καβάφη) ….» 

Κάπως έτσι είχε υποδεχθεί ο Δημήτρης Νικορέτζος και μένα, ως «φιλιότσο» του, που στην Κρητική διάλεκτο σημαίνει αναδεξιμιός, όταν του παρουσίασα το πρώτο μου πόνημα στη «στιχουργική» και δέχτηκε με πολλή χαρά να το προλογίσει.  

Ας περάσουμε όμως τώρα λίγο πιο περιεκτικά στο επίσης ευχάριστο ξάφνιασμα μου, από την ανά-γνώση του παρουσιαζόμενου βιβλίου του φίλου Τάκη Ιορδάνη: Ανάμεσα στο μύθο και στη θύμηση. 

Πρόκειται για μια σειρά από εννιά αυτόνομες διηγήσεις, που δεν είναι καθόλου … «μύθος» αλλά ολοζώντανες ρεαλιστικές αφηγήσεις, που ξεπηδούν απευθείας από τις μνήμες και τα προσωπικά βιώματα του ίδιου του συγγραφέα, όπως ακριβώς τα έζησε στα νεανικά του χρόνια στο χωριό του την Άντισσα της Λέσβου. Μάλιστα οι δυο τελευταίες αφηγήσεις του με τίτλους : «Για φαντάσου, ο γιος ενός αγρότη στο …Μετσόβιο!» και «Γιατί τα Γαλλικά μας είναι καλύτερα από τα Αγγλικά μας;» είναι καθαρά αυτοβιογραφικές αλλά και όλες οι υπόλοιπες είναι γεμάτες από μνήμες της παιδικής του ηλικίας, που αποτελούν υπόδειγμα ηθογραφικής παρουσίασης της ζωής του χωριού του, της Άντισσας, τα δύσκολα προπολεμικά αλλά και μεταπολεμικά χρόνια, όπως ακριβώς τα ζήσαμε εμείς οι της γενιάς του πολέμου, της «κατοχής» και του εμφύλιου μετά αλληλοσπαραγμού. 

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα γνωρίσουμε παραστατικότατα τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις της Λεσβιακής (και θά ΄λεγα λίγο-πολύ και της πανελλήνιας γενικώς υπαίθρου ) της συγκεκριμένης εκείνης εποχής, που όλοι οι συνομήλικοι του την ζήσαμε στα χωριά μας, πριν αστικοποιηθούμε με την κοινωνική εξέλιξη και την πάροδο του χρόνου. 

Ο Τάκης στη συγκεκριμένη του προσπάθεια δεν θα δυσκολευτεί καθόλου να επιλέξει τους ήρωες των αφηγήσεων του, αφού έχει στα χέρια του εξ «απαλών ονύχων», ένα πλουσιότατο πρωτογενές υλικό αποτελούμενο από αυθεντικούς ανθρώπους του καθημερινού μόχθου και του αγώνα για την επιβίωση, των συγχωριανών του με τα «ροζιασμένα χέρια της αγροτιάς», σε μια ιδιαίτερα κακοτράχαλη και άγονη γη, όπως είναι το ηφαιστειακό και βραχώδες φυσικό περιβάλλον του χωριού του. Μιας «γης ποτισμένης με ιδρώτα» (για να θυμηθούμε και την πασίγνωστη ομότιτλη Ινδική ταινία της εποχής του 70 ), που πάλευαν απεγνωσμένα οι ξωμάχοι να την κάνουν να καρπίσει και να θρέψει τους κατοίκους της. 

Οι χαρακτήρες του δεν έχουν ανάγκη από κανένα φτιασίδωμα, γιατί είναι γνήσια «Παπαδιαμαντικά» πρόσωπα, που ξεπηδούν εντελώς ρεαλιστικά μέσα από τους διαλόγους τους και ζωγραφίζουν με ζωηρά χρώματα τα βάσανα, τους πόνους, τις ανάγκες, τις σκοτούρες αλλά και τα «πιστεύω» τους καθώς και τις κουτοπονηριές τους καμιά φορά παράλληλα με τη ντομπροσύνη και λεβεντιά των ανθρώπων της Ελληνικής υπαίθρου. 

Ο Τάκης με απαράμιλλη μαστοριά θα δώσει μια εντελώς πραγματιστική εικόνα της καθημερινότητας της εποχής, όπως την έζησε και ο ίδιος, ως γιος αγρότη, μέσα στις αντίξοες συνθήκες του περιβάλλοντος του τόπου του. 

Ο κοινός βέβαια αναγνώστης και κυρίως ο κάποια ηλικίας, θα αναγνωρίσει, μέσα από τους αυθόρμητους φυσικούς διαλόγους της Λεσβιακής ντοπιολαλιάς, με τις γλωσσικές ιδιαιτερότητες των βορείων και δυτικών χωριών του νησιού, όλους αυτούς τους συντοπίτες του και θα τους ταυτίσει με ανθρώπους, που γνώρισε και κείνος από κοντά στο ίδιο ή παρόμοιο πολιτιστικό κλίμα της υπαίθρου. 

Μερικές δε φορές ο αναγνώστης, αν δεν είναι εξοικειωμένος με το Λεσβιακό ιδίωμα, θα δυσκολευτεί να αναγνωρίσει κάποιες λέξεις και εκφράσεις, που όμως δίνουν ζωντάνια και αυθεντικότητα στους ήρωες και στους χαρακτήρες τους. Θα κλείσω το σύντομο αυτό «κριτικό» σημείωμα με ένα μόνο γλαφυρό απόσπασμα από την όμορφη πένα του φίλου και «σταυράδελφου» Τάκη, από την αφήγηση του με τίτλο «Ο Ντερτιλής, ο κουφός», σελ. 54-55 του βιβλίου του. 

« … Του άρεσε η θάλασσα και το κάθε λογής ψάρεμα. Το πυροφάνι, αλλά και τα τορπίλια (ψάρεμα με δυναμίτη) ήταν μέσα στην προτεραιότητα των ενδιαφερόντων του. Έτσι, όταν δεν ήταν δεσμευμένος με κάποια δουλειά και έβλεπε απέναντι του τη μαγεύτρα θάλασσα να τον καλεί, μια και δυο καβάλα στο μουλαράκι του, τον Κοκκίνη του, όπως τον φώναζε, με το καμάκι στο πλάι του σαμαριού δεμένο, τις πετονιές του και κάποιες φορές με τα «τορπίλια» στον τρίχινο τορβά στον ώμο του, τραβούσε προς τον ψαρότοπο, που ήταν κατάλληλος για κείνη τη μέρα.. Ανάλογα από πού φυσούσε ο αγέρας. Όταν η θάλασσα ήταν φρεσκοθαλασσιά απ’ τον βοριά, πήγαινε εκεί κοντά, στα Αρφίκια, στου Πίτα το ακρωτήρι για να ψαρέψει μελανούρια και σαργούς. Όταν η θάλασσα ήταν μπουνάτσα και είχε μια ρεντίνα από τον ήλιο μεριά, για χταπόδια, μουγκριά και σμέρνες ή και για γιάλεμα γενικά πήγαινε προς τον μπάτη μεριά, πίσω από την Πόχη, στο Σωρό ή λίγο πιο πέρα στου Αμαγιανού τη βρύση…» 

Αρκετά θαρρώ αυτά τα λίγα λόγια, για να πούμε: «Εξ όνυχος τον λέοντα» και να ευχηθούμε ολόψυχα: 

«Τάκη μου, καλώς όρισες στον «φυσικό» σου χώρο της λογοτεχνίας, ακολουθώντας «φυσικά» τα χνάρια του νονού σου, «Φυσικού» Νικορέτζου, και, ως λάτρης και συ των «Φυσικών επιστημών», είναι ώρα σου να κολυμπήσεις στα «αφύσικα» ( «α-φύσικα», ακριβώς λόγω της εξοικείωσης σου με τις «Φυσικές επιστήμες»), νερά της Λεσβιακής και όχι μόνον, λογοτεχνικής παράδοσης μας, που παρεμπιπτόντως λατρεύει και έχει υμνήσει δεόντως τη «Φύση» και το μεγαλείο της!. 

Καλοτάξιδος λοιπόν και περιμένουμε και άλλα τέτοια!» 

Γιάννης Δ. Παπάνης,  

φιλόλογος, μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. 

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey