
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Ερώτηση κατέθεσαν βουλευτές της ΝΔ στην Κεραμέως
Αναγκαία η αναπροσαρμογή και η αποκατάσταση των αδικιών για τις συντάξεις χηρείας του πρώην ΟΓΑ είναι το θέμα της ερώτησης που θέτει ο βουλευτής Λέσβου του κυβερνώντος κόμματος Χαράλαμπος Αθανασίου μαζί με άλλους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας στην Υπουργό Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως.
Οι βουλευτές ζητούν την άμεση αποκατάσταση των αδικιών που υφίστανται οι χήρες και οι χήροι συνταξιούχων του πρώην ΟΓΑ, των οποίων ο θάνατος επήλθε πριν από τις 13/5/2016 (Νόμο Κατρούγκαλου). Ακόμη επισημαίνουν ότι οι συγκεκριμένοι δικαιούχοι μένουν εκτός των ευνοϊκών ρυθμίσεων, που ισχύουν μετά της 13/05/2016 και γι' αυτόν τον λόγο συνεχίζουν να λαμβάνουν πολύ χαμηλά ποσά, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται συνθήκες άνισης μεταχείρισης και κοινωνικής αδικίας.
Στο κείμενο σημειώνεται ότι οι εν λόγω συντάξεις του πρώην ΟΓΑ παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα καθώς, ο επιζών σύζυγος δικαιούται σύνταξη λόγω θανάτου η οποία ισούται με το μισό της κύριας σύνταξης του θανόντα ( π.χ. έστω ότι ο/η θανών/ούσα λάμβανε ποσό σύνταξης 300,00 ευρώ, και ότι το ποσό των 200,00 ευρώ αντιστοιχεί στη βασική σύνταξη και το ποσό των 100,00 ευρώ στην κύρια. Το ποσό σύνταξης που θα λάβει ο/η χήρος/α θα είναι 50,00 ευρώ), μόνο εφόσον δεν συνταξιοδοτείται από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένου και του ΟΓΑ και δυστυχώς δεν υφίσταται κατώτατο όριο.
Τα ποσά αυτά αντικατοπτρίζουν τις συνθήκες που διαβιούν στην δύση της ζωής τους οι άνθρωποι που στηρίζουν το πιο βασικό πυλώνα της οικονομίας της χώρας, αλλά και έναν ακόμη παράγοντα που οδηγεί τους νέους στην απομάκρυνσή τους από τον αγροτικό τομέα με ότι αυτό συνεπάγεται για τον πληθυσμό της υπαίθρου.
Το κείμενο καταλήγει με την ερώτηση αν το Υπουργείο Εργασίας προτίθεται να προχωρήσει σε σχετική νομοθετική ρύθμιση για την αποκατάσταση της αδικίας και την εξίσωση των παλαιών και νέων συντάξεων χηρείας.
Η ερώτηση
Θέμα: «Αναγκαία η αναπροσαρμογή και η αποκατάσταση των αδικιών για τις συντάξεις χηρείας του πρώην ΟΓΑ»
Με την θέσπιση των διατάξεων του ν. 4387/2016, γνωστού και ως «Νόμου Κατρούγκαλου», επήλθαν σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς χορήγησης συντάξεων λόγω θανάτου.
Σύμφωνα με το νέο ενιαίο πλαίσιο που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις θανάτων, που έχουν επέλθει από 13/5/2016 και εφεξής, ο επιζών σύζυγος δικαιούται το 70% της σύνταξης που ελάμβανε ή εδικαιούτο να λάβει ο θανών για μία τριετία, ενώ μετά το πέρας της τριετίας, εάν ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, η σύνταξη περιορίζεται στο ήμισυ, δηλαδή στο 35%.
Επιπλέον, με το άρθρο 1 του ν. 4499/2017 θεσπίστηκε κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου. Ως κατώτατο ποσό ορίσθηκε το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 του ν.4387/2016 για 20 χρόνια ασφάλισης, δηλαδή το ποσό των 384,00 ευρώ το οποίο από 1/1/2025 έχει αναπροσαρμοστεί στο ποσό των 436,40 ευρώ.
Ωστόσο, οι χήρες και χήροι συνταξιούχων του πρώην ΟΓΑ, των οποίων ο θάνατος επήλθε πριν την 13/5/2016, εξαιρούνται από τις ευνοϊκές προβλέψεις του νέου νόμου καθόσον εφαρμόζονται οι καταστατικές διατάξεις του Φορέα.
Συγκεκριμένα, οι εν λόγω συντάξεις του πρώην ΟΓΑ παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα καθώς, ο επιζών σύζυγος δικαιούται σύνταξη λόγω θανάτου η οποία ισούται με το μισό της κύριας σύνταξης του θανόντα ( π.χ. έστω ότι ο/η θανών/ούσα λάμβανε ποσό σύνταξης 300,00 ευρώ, και ότι το ποσό των 200,00 ευρώ αντιστοιχεί στη βασική σύνταξη και το ποσό των 100,00 ευρώ στην κύρια. Το ποσό σύνταξης που θα λάβει ο/η χήρος/α θα είναι 50,00 ευρώ), μόνο εφόσον δεν συνταξιοδοτείται από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένου και του ΟΓΑ και δυστυχώς δεν υφίσταται κατώτατο όριο.
ΕΠΕΙΔΗ, δημιουργούνται σοβαρές ανισότητες και αδικίες σε αυτούς τους συνταξιούχους που οι περισσότεροι είναι ευάλωτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, αυτός ο διαχωρισμός δημιουργεί την αίσθηση πολιτών δύο ταχυτήτων, η οποία αντιβαίνει στις αρχές της ισονομίας και ισοπολιτείας.
ΕΠΕΙΔΗ, οι ανάγκες και συνθήκες διαβίωσης των επιζώντων είναι οι ίδιες για όλους και δεν εξαρτώνται από την ημερομηνία θανάτου των συζύγων.
Ερωτάται η αρμόδια Υπουργός:
Οι Ερωτώντες Βουλευτές