FOLLOW US

Κοινωνία

  • Το «Ε» με την τέως διευθύντρια της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Μυτιλήνης, Μύρνα Μπλάνη
«Οι άνθρωποι είναι που τιμούν τη δουλειά τους με την αξία τους…»

Τη Μύρνα την Μπλάνη την γνωρίζαμε μέχρι πρότινος ως την τέως διευθύντρια της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Μυτιλήνης, μια γυναίκα δυναμική και με μεγάλη αγάπη για τη δουλειά της, που πάσχιζε, πριν να βγει στη σύνταξη πριν από ενάμιση περίπου χρόνο, να αφήσει το χώρο αυτό σε καλά χέρια. Όταν πριν από λίγες μέρες μάς δέχτηκε στο σπίτι της χάριν του συγκεκριμένου αφιερώματος, γνωρίσαμε καλά όλες τις πλευρές της.

Τη Μύρνα την Μπλάνη την γνωρίζαμε μέχρι πρότινος ως την τέως διευθύντρια της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Μυτιλήνης, μια γυναίκα δυναμική και με μεγάλη αγάπη για τη δουλειά της, που πάσχιζε, πριν να βγει στη σύνταξη πριν από ενάμιση περίπου χρόνο, να αφήσει το χώρο αυτό σε καλά χέρια. Όταν πριν από λίγες μέρες μάς δέχτηκε στο σπίτι της χάριν του συγκεκριμένου αφιερώματος, γνωρίσαμε καλά όλες τις πλευρές της. Αυτήν της πάντα αφοσιωμένης στη δουλειά της υπαλλήλου και στη συνέχεια προϊσταμένης, της μητέρας που λατρεύει τα παιδιά της, της χρόνια ερωτευμένης συζύγου, αλλά και της γυναίκας με ζωντάνια και χιούμορ, που ξέρει να χαίρεται τη ζωή της ως συνταξιούχος πλέον, παρ’ όλο που ακόμη πονάει για το «τέταρτο παιδί» της, αυτό που φρόντισε να «μεγαλώσει» και να «ωριμάσει», για πάνω από 25 χρόνια.

Γεννημένη στη γειτονιά της Χρυσομαλλούσας το 1962 ως Μύρνα Παπαδοπούλου, μεγάλωσε έχοντας συνεχώς γύρω της μέλη της οικογένειάς της, που κατοικούσαν και συνεχίζουν να κατοικούν στα σπίτια γύρω από το δικό της, όπως η αδελφή της η Ράνια, αλλά και οι ξαδέλφες της. Ο πατέρας της, Μανώλης, εργαζόταν στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών και η μητέρα της, Πιπίτσα, αγαπούσε πολύ ό,τι είχε σχέση με τα οικοκυρικά.

Οι γονείς της, Πιπίτσα και Μανώλης, αρραβωνιασμένοι, το 1961

Όπως η ίδια λέει, έπρεπε να φτάσει στη σημερινή ώριμη ηλικία για να μπορέσει να εκτιμήσει τα πολύ καλά παιδικά χρόνια που έζησε. «Είχα μια πολύ ωραία οικογένεια», θυμάται συγκινημένη. «Έναν καταπληκτικό πατέρα και μια πολύ καλή μάνα, αγαπημένες ξαδέλφες που όλες μεγαλώσαμε ελεύθερα και μάθαμε να μη φοβόμαστε τίποτα, αλλά και να μην ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους από πράγματα που δεν έπρεπε να τους ξεχωρίζουμε. Ήμασταν ελεύθερες, παρ’ όλο που μεγαλώσαμε αυστηρά. Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ δίκαιος άνθρωπος και πάντα μού έλεγε πως δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει το μέρος μου αν έκανα κάποια χαζομάρα.»

Στο σπίτι πάντα έπαιζε μουσική κάθε είδους, ενώ η οικονομική άνεση που έδινε στην οικογένεια η καλή θέση του πατέρα της στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών, ήταν αυτή που έφερε και πολλά ταξίδια σε όλη την Ευρώπη.


Σε ηλικία 9 μηνών, με τη μητέρα της

Ο γάμος με το Στράτο Μπλάνη
Από τους γονείς της έμαθε και να διαβάζει. Βιβλία πολλά, μερικά από τα οποία τα έχει κρατημένα ακόμη και σήμερα, κείμενα του Σαίξπηρ, του Όσκαρ Ουάιλντ και του Καζαντζάκη, που διάβαζε ήδη από το γυμνάσιο και τα οποία τώρα ξαναδιαβάζει και πάντα κάτι καινούργιο έχει να πάρει. Πολλά από αυτά, αγορασμένα για την ίδια από τον πατέρα της, που ήξερε την «τρέλα» της και τα προμηθευόταν από πλανόδιο πωλητή. Τα πολλά βιβλία στο σπίτι ήταν και ο λόγος που τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Μυτιλήνης την ήξερε, ως μαθήτρια, μόνο… απ’ έξω, και αυτό γιατί ακριβώς δίπλα ήταν το Φροντιστήριο που μάθαινε αγγλικά.

Τόσο διάβασμα δεν πήγε χαμένο, είχε την τύχη να έχει και πολύ καλούς καθηγητές στο Παρθεναγωγείο όπου φοίτησε και οι επιδόσεις της στο σχολείο ήταν άριστες, μέχρι που ήρθε στη ζωή της ένα όνομα από τα… παλιά, για να φέρει τα πάνω κάτω.

«Από μικρή που ήμασταν κι ερχόταν η Κατίνα η μαμή στο σπίτι μας να μας φροντίσει, όπως συνηθιζόταν τότε στις μεσοαστικές οικογένειες, πάντα την άκουγα να λέει στη μαμά μου τα νέα του μικρού Στράτου, που ήταν το μωρό που φρόντιζε πριν έρθει σε εμάς. Άκουγα συνέχεια αυτό το όνομα κι έτσι υπήρχε ένας Στράτος στη ζωή μου πριν ακόμη τον γνωρίσω», λέει η ίδια.

Ράνια και Μύρνα Παπαδοπούλου (1969 - 1970)

Τον γνώρισε τελικά από κοντά στο λύκειο, στα 16 της, και ο έρωτας ήταν «κεραυνοβόλος». «Ήταν αυτό που ξέρεις πως δε θα το ξανανιώσεις…», θυμάται γελώντας όσο λέει για τις συμμαθήτριες και τους συμμαθητές του που ήθελαν να τους τα «φτιάξουνε» πάση θυσία. «Ξεκίνησε ως κάτι παιδιάστικο και πώς το παιδιάστικο έγινε τόσο σοβαρό, δεν το καταλάβαμε», συνεχίζει. «Αν δε γνώριζα το Στράτο, δεν ξέρω τι άνθρωπος θα ήμουν. Μάλλον καμμία μονόχνοτη καθηγήτρια πανεπιστημίου. Η μάνα μου μού έλεγε: “Μωρό μου, αυτό το παιδί μας έσωσε…!”»

Όταν στα 19 της έμεινε έγκυος, δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη. Αποφάσισε πως η ζωή της όπως την ήξερε, με τις παρέες και τα ξενύχτια, δε θα υπήρχε πια και τάχθηκε σε αυτό που είχε αποφασίσει πως θέλει, χωρίς να μετανιώσει ποτέ για τίποτα.

Ο γάμος τους έγινε το 1981 και στη συνέχεια το ζευγάρι έφυγε για σπουδές στην Αθήνα. Σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων για να μπορέσει να στηρίξει την ξενοδοχειακή επιχείρηση της οικογένειας Μπλάνη, κι εκεί έφερε στον κόσμο και τη μεγάλη της κόρη, την Κατερίνα.


Με το σύζυγό της, Στράτο, κατά το γάμο τους

Μια ζωή στη Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης
Τελείωσε τη σχολή στα τέσσερα χρόνια, αλλά δεν αναγνώρισε ποτέ το πτυχίο της. Δεκέμβριο του ’84, δίνει εξετάσεις στο ΑΣΕΠ με ένα νόμο τού Τρίτση, περνάει με το «σπαθί» της και τις πολύ καλές γνώσεις αγγλικών που είχε, και τον Ιούνιο του ’85 αναλαμβάνει ως υπάλληλος στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Μυτιλήνης. Ξεκινάει έτσι μια πορεία 25 χρόνων, γεμάτη αγωνίες, αλλά και χαρές, πολλή δουλειά, αλλά και μεγάλο κέρδος σε ανθρώπινες σχέσεις με τους συναδέλφους, τους προϊσταμένους και τους υφισταμένους της. Θυμάται ακόμη τον κυρ-Γιάννη τον κλητήρα, την «ψυχή της Βιβλιοθήκης» όπως τον λέει, τον Μπάμπη το Γιαννέλη, που ήταν διευθυντής πριν από αυτή, αλλά και την Αθανασία την Πάλλη, που τους έμαθε όλους να είναι «υπάλληλοι», μη σηκώνοντας μύγα στο σπαθί της σε περίπτωση αργοπορίας.

«Σιγά - σιγά, την ερωτεύτηκα αυτήν τη δουλειά», λέει η Μύρνα Μπλάνη. «Με τους συναδέλφους μου είχαμε φτάσει σε σημείο τέτοιας συνεργασίας, που δε χρειαζόταν να μιλάμε, παρά μόνο να κοιταζόμαστε.»

Λίγα χρόνια αργότερα, χάρη στη βοήθεια δύο φίλων, του Μανώλη Αργυρόπουλου και του Νίκου Χατζηγιαννάκη που άνοιξαν το πρώτο μαγαζί με υπολογιστές στη Μυτιλήνη, αλλά και σε ένα Γάλλο λάτρη της Σαπφούς, που πραγματοποιούσε για καιρό έρευνα για τη Λέσβια ποιήτρια, η τεχνολογία μπήκε και στη Βιβλιοθήκη. Έτσι ξεκίνησε και το στήσιμο του πρώτου προγράμματος για δανεισμό, για να εκσυγχρονιστεί το χειρόγραφο σύστημα που υπήρχε μέχρι τότε.

Στη γαμήλια δεξίωση, με το σύζυγό της Στράτο και τους γονείς της, Μανώλη και Πιπίτσα. Για τον πατέρα της, που «έφυγε» πριν από κάποια χρόνια, ακόμη μιλάει συγκινημένη

Κατά τα χρόνια που ήταν υπάλληλος στη Βιβλιοθήκη, η Μύρνα Μπλάνη ξεκίνησε μαζί με τους συναδέλφους της το ξεκαθάρισμα βιβλίων σε κατηγορίες, τις καταλογογραφήσεις των πολύτιμων βιβλίων του Βερναρδάκη, ενώ το 1996 ήταν αυτή που συμμετείχε στο πρόγραμμα επιμόρφωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, πάνω στο νέο πρόγραμμα καταλογογράφησης των βιβλιοθηκών που είχε αποφασίσει το Υπουργείο Παιδείας, το λεγόμενο ΑΒΕΚΤ (Αυτοματισμοί Βιβλιοθηκών Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης). Όλα έγιναν βάσει του διεθνούς προτύπου που θα έπρεπε να ακολουθήσουν όλες οι βιβλιοθήκες της Ευρώπης, πάνω στη λογική τού ότι ήταν οι κοιτίδες και ο χώρος όπου φυλάσσονταν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Ακολούθησε το ίντερνετ το 1998 και το πρόγραμμα Απομακρυσμένης Βοήθειας (το… «Τιμπουκτού», όπως το έλεγαν τότε όλοι χαριτολογώντας) μέσα από συνεργασία της Βιβλιοθήκης με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, η Κινητή Βιβλιοθήκη και πολλά προγράμματα χρηματοδότησης, που ως διευθύντρια έφερε εις πέρας όσο καλύτερα γινόταν.

Και όταν συνταξιοδοτήθηκε το Δεκέμβριο του 2010, αυτό που προσπάθησε ήταν να αφήσει πίσω της μια πολύ καλή διαδοχή, και για το λόγο αυτό επέμεινε πολύ για τη σημερινή διευθύντρια, τη Μαρία Γρηγορά, για την οποία επέμεινε πολύ στο Υπουργείο.

Στη βάπτιση της μεγάλης της κόρης, Κάτιας, στον Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου Καλυβίτου (Οκτώβριος 1981). Από αριστερά προς δεξιά: Μανώλης Παπαδόπουλος, Πιπίτσα Παπαδοπούλου, Βασίλης Ανδρούτσος (νονός), Μύρνα και Στράτος Μπλάνη με τη μικρή τους, Ράνια Παπαδοπούλου και οι πεθεροί της, Κάτια Κατσικαδέλλη και Παναγιώτης Μπλάνης

«Είμαι πολύ ισχυρός χαρακτήρας και τη Μαρία τη μεγάλωσα, την είχα από δευτεροετή φοιτήτρια στη Βιβλιοθήκη, που ερχόταν κι έκανε τις πρακτικές της», λέει η Μύρνα Μπλάνη. «Ήξερα πως την πονάει πολύ τη Βιβλιοθήκη και πως την ήξερε εκ των έσω. Ξέρει τι πρέπει να διαφυλάξει, τι πρέπει να προσέξει. Αν δε βρισκόταν κατάλληλος άνθρωπος όπως αυτή, δε θα έφευγα. Οι συνάδελφοι στο Υπουργείο, όμως, και η ίδια η υπουργός στάθηκαν κολώνα. Δε με ήξεραν, αλλά έβλεπαν έναν άνθρωπο που δεν είχε κανένα προσωπικό όφελος, αλλά είχε υπομονή και επιμονή. Κι αν είναι ένα πράγμα που έχω μάθει, είναι πως η θέληση μετακινεί βουνά. Έμαθα πως ούτε τα χρώματα μετρούν, ούτε οι πεποιθήσεις. Έβλεπε ο άλλος το μάτι σου να γυαλίζει, καταλάβαινε πως αυτό ήταν σωστό να γίνει. Πάντα πίστευα πως δεν είναι η δουλειά που δίνει αξία στους ανθρώπους, αλλά αυτοί που τιμούν τη δουλειά τους με αυτό που είναι και κάνουν εκεί. Εγώ ήμουν εγώ. Δε με ενδιέφερε τόσο να είμαι διευθύντρια, όσο το να κάνω καλά τη δουλειά μου. Γι’ αυτό και απορροφήθηκαν πολλά λεφτά κι έκλεισα όλα τα προγράμματα με πολύ καλό αποτέλεσμα.»


Η Μύρνα Μπλάνη, σήμερα, με έναν από τους δύο αγαπημένους της γάτους

«Θέλω μόνο να γίνω γιαγιά…»
Τώρα, ως συνταξιούχος πλέον, απολαμβάνει τις χαρές της ξένοιαστης ζωής και τα χόμπυ που πάντα διατηρούσε: το μαγείρεμα, το κέντημα, το διάβασμα, οι εκδρομές στη φύση του νησιού, με εξαίρεση τα ταξίδια που, αν και υπήρξαν πολλά στο παρελθόν, λόγω της οικονομικής κατάστασης έχουν πλέον σταματήσει. Παρά τα 30 χρόνια έγγαμου βίου, χάρη στα ισχυρά αισθήματα που πάντα είχαν ο ένας για τον άλλον, με τον άντρα της παραμένουν ακόμη ερωτευμένοι, καταφέρνοντας να κρατήσουν τη φλόγα ζωντανή παρά τις διάφορες τρικλοποδιές της ζωής.

Ποτέ δεν άφησε τα παιδιά της, παρ’ όλο που η δουλειά της δεν της επέτρεπε να περνάει πάρα πολύ χρόνο μαζί τους. «Η οικογένεια και η Βιβλιοθήκη ήταν όλη μου η ζωή. Μακάρι να μπορέσω να δώσω στα παιδιά μου το ένα δέκατο από αυτά που μου έδωσε εμένα η οικογένειά μου», λέει, αναγνωρίζοντας πως η ίδια έλειπε πολύ από το σπίτι.

Διατηρεί ακόμη επαφές με παλιές συμμαθήτριές της, που τις θεωρεί «αδελφές» της και λατρεύει ακόμη και σήμερα, θεωρώντας πως η «φουρνιά» που πέρασε εκείνα τα χρόνια από τα σχολεία και τα φροντιστήρια της Μυτιλήνης, ήταν η καλύτερη.

Κολυμπώντας με δελφίνια, σε πισίνα τού Κουσάντασι

Μόνο από τη Βιβλιοθήκη δεν έχει περάσει από τότε που έφυγε, γιατί την πονάει πολύ ακόμη ο αποχωρισμός.

«Έκανα όλα όσα ήθελα στη ζωή μου και δε μετανιώνω για τίποτα, παρ’ όλο που κουράστηκα πολύ», λέει η Μύρνα Μπλάνη. «Όσον αφορά στη Βιβλιοθήκη, θα ήθελα μόνο να είχα μπορέσει να διδάξω όσα ήξερα και σε άλλους, να γίνουν περισσότερα πράγματα. Όσον αφορά στην προσωπική μου ζωή, το μόνο που θέλω είναι να γίνω γιαγιά. Είναι όμως κάτι που δεν μπορώ να ελέγξω. Και είναι πολύ ωραίο, γιατί πάντα στη ζωή μου ήλεγχα τα πάντα, ήμουν στρατηγός. Τώρα, ξεκουράζομαι…»

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top