Ρίζες...

20/10/2021 - 13:30 Ενημερώθηκε 20/10/2021 - 13:05

Γράφει ο Γιάννης Μανούκας

 

Παιδιά  που μεγάλωσαν μέσα στα απόνερα της προσφυγιάς και της χρεωκοπίας, με την πολιτική αστάθεια του τόπου, τη Μεταξική δικτατορία, τον Πόλεμο, την Πείνα  και τον Εμφύλιο. Γεγονότα που βίωναν καθημερινά, με πρόσφυγες κατατρεγμένους απ΄ τη Σμύρνη, τη Μαινεμένη, το Φρένελι…  που ήρθαν στο χωριό να μοιραστούν την πείνα τους. Έφηβοι που βίωσαν το Αλβανικό με συγγενείς και φίλους στο μέτωπο -γι΄αυτούς ήταν νωρίς ακόμα- τον Εμφύλιο με το μίσος να σταλάζει, με Μπουραντάδες και Μάυδες, που ήρθαν λέει να επιβάλουν την τάξη στο χωριό. Και σώπαιναν, γιατί δεν ήξεραν να πουν, παραδομένοι απ’ τα μικράτα τους  χωρίς Κυριακή και σκόλη  στην καθημερινότητα του μόχθου τους στα  άγονα χωράφια  και μπαΐρια του χωριού τους.

Παραδομένοι στη μοίρα τους και με μια πρωτόγονη αντίληψη της κοινωνικής ανισότητας και αδικίας που αδυνατούσαν να εξηγήσουν, ίσως και να μην πρόφταιναν,  δειλά -δειλά ζέσταιναν στην καρδιά τους  την ελπίδα πως μετά από αυτή τη δοκιμασία του τόπου και του κόσμου, όταν περάσουν όλα τούτα, κάτι προς το καλύτερο θα άλλαζε στη ζωή τους. Κάποιοι, βέβαια βρήκαν μερικές απαντήσεις δασκαλεμένοι από μεγαλύτερους συμβουλάτορες και ο πόθος τους γινόταν εντονότερος.  Και σαν ήλθε η ειρήνευση στον τόπο  με τραύματα νωπά  και στιγματισμούς με φακέλους,  οικτρά διαπίστωσαν, εκεί στις αρχές της δειλής δεκαετίας του ΄50, πως τίποτε δε θ’ άλλαζε προς το καλύτερο τη ζωή τους. Και η φτωχή Αλεξάνδρειά τους δεν είχε τίποτε να τους δώσει πιά…

Κι είχαν οι σειρήνες αρχίσει το μαγικό τους τραγούδι για λωτούς και λωτοφάγους.  Στην Αυστραλία, Βενεζουέλα, Αμερική, Καναδά… Φαμίλιες ολάκερες ξεσπιτώθηκαν κι ερήμωσαν τα σπίτια,  νιοι και νιες ακολουθούσαν. Οι πρώτοι που έφτασαν σιγοντάροντας το τραγούδι των σειρήνων έστελναν προσκλητήρια και το χωριό ορφάνευε από τα νιάτα. Το σήμερα γι΄ αυτούς στο  χωριό δεν είχε πια όπλα  ν’ αντιτάξει στο αύριο της ελπίδας.   Κι όμως το τραγούδι εκείνο των σειρήνων δε μάγεψε όλους. Ήταν βλέπεις και η Αθήνα, η φτωχομάνα για τους πολλούς. Εκεί γι΄ αυτούς το όνειρο, μιας και δε θέλησαν να αποκοπούν από το χωριό,  τους γέρους τους  και τους παλιόφιλους. Εργάτες με κουτουράδα μεροκάματα στην οικοδομή, τότε που στο κλεινόν άστυ άρχιζε η εποχή της πολυκατοικίας και του λαθρόχτιστου  σε κάποιο οικόπεδο αγορασμένο με τον πήχη, ραφτάκια ρούχων και πουκάμισων και ό, τι άλλο θα μπορούσε να τους προσφέρει το μεροδούλι τους. Για νοίκι  σε χαμόσπιτα και υπόγεια, για φαγητό, ένα ρούχο, λίγη διασκέδαση με φίλους σε ταβερνάκι, ακόμη και για σινεμά.

Λίγα χρόνια πέρασαν, δεν πλούτισαν, αλλά με τις οικονομίες τους άρχισαν να κάνουν κάποια κατάσταση, που λένε. Και το χωριό να τους λείπει κι οι ρίζες ζωντανές να τους καλούν. Γιατί κανείς  από αυτούς με τη φυγή του δεν πήρε μαζί με τις φτωχές αποσκευές του καμιά πίκρα γι΄αυτό. Ήξεραν πως άλλοι έφταιγαν για το ξεριζωμό τους κι όχι το χωριό.

Τότε πια άρχιζαν κάθε χρόνο να το προγραμματίζουν το ταξίδι της πρόσκαιρης , έστω, επιστροφής  κάθε καλοκαίρι στη γενέτειρα. Να δουν τους γέρους τους, αδέρφια, συγγενείς και φίλους. Να ανασκαλέψουν τις μνήμες των παιδικών και εφηβικών χρόνων και να νιώσουν στα τρίσβαθά τους τη δικαίωση της επιλογής να φύγουν από το χωριό, μέσα τους μα και στα πρόσωπα των συγχωριανών τους. Και οι καραβιές πια κάθε καλοκαίρι να τους πηγαινοφέρνουν απ’ την Αθήνα στο χωριό. Κανάρης, Κολοκοτρώνης, Έλλη Τόγια, Άδωνις, Κρήτη, Σαπφώ, Μυτιλήνη….

Και μεις οι μικροί που μέναμε ακόμα στο χωριό τούς βλέπαμε να κάνουν την εμφάνιση τους στην αγορά με το έμπα του Αύγουστου. Ριζική αλλαγή στην εμφάνιση, στο πρόσωπο στα ρούχα, με  το άσπρο ή μαυρόασπρο παπούτσι, την κουστουμιά με τη γραβάτα. Και συχνά τους ακολουθούσαμε και ρωτούσαμε για τη ζωή στην Αθήνα ακόμα και για κείνο το …μυστηριώδες για μας, της γυναίκας της πόλης. Μαζώξεις για ούζο τα μεσημέρια της Κυριακής, βόλτα στο Μάκρυνα για να δουν τα κορίτσια κι ίσως μια παλιά αγάπη. Και στα πανηγύρια πρώτοι στο χορό…  Και όχι μόνο. Σιγά-σιγά θα αρχίζουν να φτιάχνουν και να εκσυγχρονίζουν τα πατρικά σπίτια για τους κάνουν πιο άνετη, έστω και όχι μόνιμη, τη ζωή στο χωριό. Για τους ίδιους μα και για τα παιδιά τους που μέσα από τις δικές τους μνήμες γαλουχούσαν την αγάπη για το χωριό τους.

Και τούτο το πήγαινε- έλα καλά κρατεί εδώ και 70 πάνω- κάτω χρόνια. Τα παλικαρόπουλα  γερνούν και χρόνο με το χρόνο και μας αφήνουν χρόνους. Ελάχιστοι παραμένουν στο άστυ ανήμποροι πια στο κρεβάτι, έχοντάς  το πάρει απόφαση πως  δε θα ξαναδούν το χωριό. Μένουν με τις μνήμες ν΄ αναπολούν τα περασμένα, άντε και κανένα τηλεφώνημα σε συγγενή ή φίλο στο χωριό για νέα…

Και το χωριό τα τελευταία χρόνια  σε κάθε καλοκαιρινό προσκλητήριο να μετρά απώλειες  και οι καρέκλες  κάτω από τον πλάτανο του καφενέ να μη μπορούν  να καταλάβουν το λόγο της απουσίας τους. Ελάχιστοι από αυτούς ήρθαν εφέτος στο χωριό, σίγουρα  οι κάπως νεότεροι. Στη θέση τους τα παιδιά τους με τα εγγόνια που ήρθαν να πλημμυρίσουν με φωνές τα ορφανεμένα σπίτια.

Μα ο Γρηγόρης με την Ελένη του, τη συγχωριανή του, τα κατάφερε και φέτος. Μόνο  πέρυσι τους εμπόδισε ο κορονοϊός. Για το Γρηγόρη ρεκόρ των εποχών. Έρχεται αδιαλείπτως με τη σύζυγο εδώ και πενήντα χρόνια και  μόνος  σκάρτα  άλλα είκοσι.Κι ο άλλος ο Γιάννης, που μάς έφυγε πρόσφατα πιστεύοντας ακόμα  πως θα κατέβει στο χωριό και τούτο το καλοκαίρι.  Δεν πρόκαμε. Ξεψυχώντας κάτι ψιθύρισε, ίσως και τη λέξη Βατούσα. Η μοίρα όμως  του τα’ φερε να τον δεχτούν τα χώματα του χωριού του, ως έσχατη κατάθεση αγάπης , εκεί που οι ρίζες του τον πρόσμεναν κάθε καλοκαίρι…

Νέα Σμύρνη 10-10-21  

                                                                                                             

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey