Κι ας ματώνω

01/07/2012 - 05:56
Μου αρέσει να ‘χω φιλαράκια, να λέμε τον πόνο μας, να καθόμαστε στο τζάκι να φιλοσοφούμε, να τσουγκρίζουμε κανένα ποτηράκι κι άμα το φέρει η ώρα, να ρίχνουμε και καμμιά στροφή. Να ομορφαίνουμε τη ζωή μας.
Μου αρέσει να ‘χω φιλαράκια, να λέμε τον πόνο μας, να καθόμαστε στο τζάκι να φιλοσοφούμε, να τσουγκρίζουμε κανένα ποτηράκι κι άμα το φέρει η ώρα, να ρίχνουμε και καμμιά στροφή. Να ομορφαίνουμε τη ζωή μας.
Μα για τούτανα, έχουμε λευτερία· απλώνουμε τις σκέψεις μας χωρίς φόβο, πότε συμφωνούμε και πότε όχι. Δε μανίζουμε, μηδέ λογομαχούμε. Απλά γιομίζουμε γνώση και μπόρεση. Χωρίς συμφέροντα.
Πήγαινα, που λέτε, στο μεγαλομπακάλικο, κι ως ανέβαινα τη ράμπα, να σου τρεχάτος ο Μανώλης, με χέρια, κεφάλι, πλάτες να μου θυμίζουν παιδική μαριονέτα. Είχε το σεβντά του. Να μου μιλήσει.
Καλός φίλος, απλός άνθρωπος, ζυμωμένος στη γνώση της ζωής. Και προβληματισμένος. Δεν έχω μάθει το επίθετό του. Δεν είναι αυτό που ζητάω. Με ενδιαφέρει το από μέσα του. Κι οι φορές που έχουμε μιλήσει, πολλές, αλλά τα λόγια πάντα λίγα και μεστά. Θαρρείς κι ίδια νήματα κινούν ψυχής τε και νου τις ταλαντώσεις μας.
Αλλά δεν είναι νήματα. Κύματα ηλεκτρομαγνητικά είναι που από πολύ μακριά σμίγουν.
Ο Μανώλης όλη μέρα καταχτυπιέται στη μεγάλη αποθήκη και μόνο όποτε πάω κάτι να πάρω τον ανταμώνω. Και κερδίζω. Γνώση. Αλλά κι από μακριά καμμιά φορά, με το χέρι, λέμε ένα «γεια», που όμως έχει βάθος.
Είναι αυτός, και μόνο αυτός, που, σαν ήρθα ένα βράδυ ολομάτωτος από τα κύματα που σπάγανε στο στήθος μου κι όλοι το κάνανε χάζι, με πήρε παράμερα, και με μάτια συμπόνια πλημμυρισμένα και χαρά, μου είπε.
- Κράτα γερά. Εδώ είμαστε κάνα δυο. Δίπλα σου! Μη χολοσκάς.
Μου έδωσε μετά μια μικρή τσάντα που κρατούσε, κι είπε:
- Ήφερά σου δυο μπουκαλάκια κρασί, να χαλαρώσεις σα θα πας σπίτι σου.
Πήγα να τον ευχαριστήσω, είχε στρίψει κι έφευγε βιαστικός. Μα γύρισε απότομα και συμπλήρωσε:
- Είναι από το δικό μου βαρέλι. Αγνό. Θα σου κάνει καλό.
Και εξαφανίστηκε μη με χασομερά.
Κι έτσι, που λέτε, όταν ξεχώρισα το Μανώλη να έρχεται τρεχάτος, εκεί στη ράμπα, πισωγύρισα, ανταμώσαμε καταμεσής τη στράτα. Πήρε μια ανάσα να ξελαχανιάσει και μου γέλασε.
- Τα διαβάζω όλα σου τα άρθρα. Μου αρέσουν. Μου θυμίζεις τους δημόσιους υπαλλήλους που δε δουλεύουν και, σπάνια, εμφανίζεται κανένας κουζουλός που δε σταματά λεπτό. Λες κι είναι σε δικιά του δουλειά. Κι οι άλλοι…
Γέλασε γλυκά με μάτια, χείλια και καρδιά κι έκανε να φύγει. Μα πάλι, όπως κείνο το βράδυ, πισωγύρισε.
- Καλά που υπάρχετε μερικοί.
Έξυσε μετά το κεφάλι του, συλλογίστηκε, πάλεψε ανάμεσα το ναι και όχι, και έκανε πράξη τη σκέψη του.
- Μη γράφεις για τους πολιτικάντηδες. Άκου που σου λέω.
Τούτη τη φορά, έφυγε κατακόκκινος. Είχε πει δύσκολη κουβέντα.
Κατάλαβα πιο πολλά σαν είδα κάτι άλλους, αλλιώτικους «φίλους», να μου μιλάνε με το ζόρι επειδή καυτηρίασα του δικού τους πολιτικού κάποια πράξη.
Γι’ αυτό λέω.
- Έχεις δίκιο, Μανόλη. Μήδε αλλάζει τίποτα, αποκτώ και έχτρητες. Άσε τα, λοιπόν, τούτα, για άλλους. Πιο ικανούς.
Γιατί, το νιώθω, το βλέπω πως ματώνω.
Κι ας γελάνε καμπόσοι. Αυτοί που δέχονται αλλιώτικα κύματα να χαϊδολογούν ή να γιομίζουν λάσπη την ύλη τους.
Πνευματική τροφή και προγόνων μας η ανάσα, θαρρώ, μου αρκούν για να τρέφομαι.

Γενική Ροή Ειδήσεων

PROUDLY POWERED BY CJ web | Copyright © 2017 {emprosnet.gr}
Made with love and a lot of coffee by CJ web, Creative web Journey