FOLLOW US
Ντέπη Χατζηκαμπάνη

Ντέπη Χατζηκαμπάνη

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Δευτέρα, 09 Ιουλίου 2018 11:17

Η ιστορία ενός σκύλου

Γεια σας άνθρωποι, είμαι ο Μπούμπης και θέλω να σας διηγηθώ την ιστορία μου.

Γεννήθηκα στην αυλή ενός σπιτιού μαζί με τα άλλα 8 αδερφάκια μου, ήμασταν ευτυχισμένα, παίζαμε όλη την μέρα και το βράδυ κοιμόμασταν δίπλα στην μαμά μας.

Οι στιγμές της ευτυχίας μας κράτησαν περίπου δύο μήνες κι ένα απόγευμα ακούσαμε το αφεντικό μας να λέει στην γυναίκα του:

«Ήρθε η ώρα, μεγάλωσαν, βάλε τα σε μια σακούλα και πάμε να τα παρατήσουμε στο παραδίπλα χωριό. Κράτησε μόνο το άσπρο, το όμορφο διότι το θέλει ο εγγονός μας για να παίζει».

Μας στρίμωξαν λοιπόν σε μια μεγάλη σακούλα και μας παράτησαν δίπλα σε έναν κάδο σκουπιδιών.

Ένας θεός μόνο ξέρει πως δε σκάσαμε, έφυγαν βιαστικά και ξέχασαν να λύσουν τον κόμπο που μας είχαν δέσει. Για καλή μας τύχη μια περαστική κοπέλα άκουσε τα κλάματα μας και μας έβγαλε έξω, ήταν φιλόζωη, μας πήρε μαζί της και μας έβαλε στην αποθήκη του σπιτιού της, μας έδωσε φαγητό και νερό και περάσαμε εκεί όλη την νύχτα. Δεν μπορούσε όμως να μας κρατήσει διότι είχε ήδη δύο σκύλους κι έτσι την επόμενη μέρα μας πήγε σε μια φιλοζωική.

Εκεί μας πρόσεχαν πολύ, μας έδιναν πολύ φαγητό, μας έβαζαν φρέσκο νερό και μας καθάριζαν. Μας έκαναν και πολλές αγκαλιές.

Όλη μέρα μας έβγαζαν φωτογραφίες και εκεί έμαθα την λέξη προώθηση.

Έμεινα εκεί μέρες αρκετές ώσπου ένα απόγευμα με πλησίασε ένα κοριτσάκι, με κοίταξε στα μάτια κι άρχισε να φωνάζει: «Μαμά, μαμά αυτό θέλω, θα το ονομάσω Μπούμπη».

Κι έτσι ξεκίνησαν όλα.

Με έβαλαν στο αμάξι τους και πρώτα με πήγαν σε έναν γιατρό, με εξέτασε κι αφού με βρήκε καλά στην υγεία μου, μου έκανε ένα εμβόλιο και φύγαμε.

Μου αγόρασαν κι ένα όμορφο σιέλ λουράκι με μια καδένα που έγραφε το όνομα μου.

Μπήκαμε ξανά στο αμάξι και φτάσαμε στο νέο μου σπίτι, μου βάλανε να πιώ γάλα και με καλωσόρισαν με αγκαλιές και φιλιά τα δύο άλλα μέλη της οικογένειας, ο μπαμπάς κι ένα μικρό αγοράκι.

Το κρεβατάκι μου ήταν δίπλα σε ένα τζάκι και δεν ήξερα πως να την χειριστώ τόση χαρά.

Πέρασαν μήνες αρκετοί, όλα κυλούσαν τέλεια, δε φοβόμουν πια και είχα γίνει ένα πολύ ζωηρό κουταβάκι. Ένα απόγευμα πάνω στο παιχνίδι κατέστρεψα μια παντόφλα, τότε ο μπαμπάς ήρθε δίπλα μου ουρλιάζοντας και μου έδωσε μια κλωτσιά. Πόνεσα πολύ αλλά δεν έβγαλα κιχ, έσκυψα το κεφάλι μου κι έφυγα.

Κάπου εκεί κοντά ένα πρωινό που τα παιδιά είχαν πάει στο σχολείο, οι γονείς άρχισαν να καυγαδίζουν, φοβήθηκα πολύ από τις φωνές του και από τον φόβο μου έβρεξα το πάτωμα.

Μόλις το είδε αυτό ο μπαμπάς έλαβα άλλη μια δυνατή κλωτσιά και μετά με άρπαξε απότομα, με έβγαλε έξω και με έδεσε σε ένα δέντρο.

Έκλαιγα όλη τη νύχτα και κρύωνα αλλά δε νοιάστηκε κανένας.

Την επόμενη μέρα μου έφεραν ένα μικρό, ξύλινο σπιτάκι και μου είπαν ότι εκεί θα έμενα πλέον, δε μπήκε κανένας στον κόπο να με λύσει.

Στο σπιτάκι αυτό έμεινα περίπου έναν χρόνο, τον χειμώνα με τσάκιζαν οι βροχές, οι άνεμοι και τα χιόνια και το καλοκαίρι έλιωνα από τη ζέστη.

Μου έφερναν ένα πιάτο φαγητό και ένα μπολ νερό και νόμιζαν ότι είμαι ευτυχισμένο.

Κάποια στιγμή, μάλλον από τη θλίψη μου αρρώστησα, άρχισα να μαδάω και να βγάζω εξανθήματα.

Το αφεντικό τότε με έλυσε και με έβαλε στο αμάξι, χάρηκα πολύ, νόμιζα ότι νοιάζονται ακόμα για μένα ότι θα με πήγαινε στον γιατρό αλλά που τέτοια τύχη.

Με πήγε και με εγκατέλειψε σε ένα άλλο χωριό, μπήκε στο αμάξι, πάτησε γκάζι κι έφυγε.

Τον κυνηγούσα ώρα πολύ από πίσω, έκλαιγα κι αυτός ούτε που γύρισε να κοιτάξει.

Ένιωθα σαν χαμένος.

Κάπως έτσι ξεκίνησε η κόλαση μου.

Πεινούσα κι έψαχνα για φαγητό στα σκουπίδια, έπαιρνα από πίσω τους περαστικούς κι αυτοί μου φώναζαν: «Ουστ, ψωριάρη».

Έκανα όμως καινούριους φίλους, κάτι αδύνατα σκυλάκια που όταν τα ρώτησα πως τα λένε ξαφνιάστηκα διότι είχαν όλα το ίδιο όνομα. Τα έλεγαν αδέσποτα!

Κάναμε πολύ παρέα, παίζαμε και ψάχναμε μαζί για φαγητό.

Κάποιοι καλοί κύριοι που άραζαν στους καφενέδες που και που μας έριχναν ένα μεζεδάκι και κάποιοι άλλοι μας μισούσαν και μας έδερναν δίχως λόγο.

Στο χωριό αυτό υπήρχαν και κάποια κοριτσάκια που μας πρόσεχαν όσο μπορούσαν και έπαιζαν μαζί μας.

Ένα απόγευμα καθώς ψάχναμε στα σκουπίδια για τροφή με τον καλύτερο μου φίλο, που του είχα δώσει το όνομα ψηλός, μας πλησίασε ένας κακός κύριος από αυτούς που μας χτυπούσαν, εμείς πήγαμε να εξαφανιστούμε όμως μας φώναξε κοντά του με γλυκιά φωνή και μας πρόσφερε από ένα λουκάνικο. Κάναμε πολύ χαρά και του κουνούσαμε τις ουρές μας.

Μόλις φάγαμε τα λουκάνικα μας κοίταξε με ένα βλέμμα ψυχρό σαν ατσάλι και είπε χαιρέκακα:

«Στα ανάθεμα κοπρόσκυλα».

Έφυγε γελώντας.

Ξαφνικά αρχίσαμε να τρέμουμε, να βγάζουμε αφρούς και να ουρλιάζουμε από πόνο. Ο ψηλός έφυγε τρέχοντας κι εγώ έμεινα εκεί μόνος μου, δεν μπορούσα καν να κουνηθώ.

Τους πόνους που ένιωθα εύχομαι να μη τους νιώσει ποτέ κανένας.

Άρχισα να έχω σπασμούς. Φοβόμουν πολύ.

Για καλή μου τύχη πέρασε από μπροστά μου ένα από τα κοριτσάκια που με αγαπούσαν, με χάιδεψε και είπε:

« Κάνε λίγη υπομονή θα σε σώσω».

Έφυγε τρέχοντας και επέστρεψε σε δυο λεπτά με την μαμά του, μου έκαναν μια ένεση κι άρχισα να κάνω εμετό. Έβγαλα όλο το δηλητήριο.

Ο ψηλός δυστυχώς με είχε την ίδια τύχη. Δεν τον προλάβανε και Πέθανε με θάνατο φριχτό.

Το κοριτσάκι με την μαμά του με πήρανε σπίτι τους όπου ζω ευτυχισμένος εδώ και τρία χρόνια.

Είμαι ο Μπούμπης και θέλω να σας στείλω ένα μήνυμα:

«Όλοι έχουμε δικαίωμα στη ζωή, όλοι έχουμε δικαίωμα στην αγάπη. Δε χρειαζόμαστε αλυσίδες ούτε μόνο ένα πιάτο φαγητό.

Χρειαζόμαστε αγάπη και χάδια. Όπως πονάτε εσείς πονάμε κι εμείς, όπως φοβόσαστε έτσι φοβόμαστε, όπως κρυώνετε έτσι κρυώνουμε. Μη μας κακοποιείται, μη μας ρίχνετε φόλες.

Αφήστε να μας να ζήσουμε, δώστε μας αγάπη και θα την λάβετε διπλή. Γαβ».

 

Ντέπη Χατζηκαμπάνη ζει και μεγαλώνει στη Λέσβο. Πλέκει στίχους με το βελονάκι της ψυχής.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018 16:49

Η πολύτιμη λήθη

Έξω βρέχει, είναι Ιούνης αλλά δεν είναι Καλοκαίρι.

Αφουγκράζομαι τα λόγια της βροχής και τα μυστικά της, τα κάνω στίχους και τους αραδιάζω σε ένα λευκό χαρτί.

Φτιάχνω καφέ ελληνικό και βάζω έναν δίσκο του Bob Dylan να παίζει, ταιριάζει αφάνταστα ο Dylan και ο Ελληνικός καφές με την βροχή.

Τριγυρνάνε ξυπόλυτες στο μυαλό μου διάφορες αναμνήσεις, βρέχει και μέσα στο μυαλό μου τώρα. Θυμάμαι κάποιες σπασμένες αγκαλιές, κυνηγάω χαμένες λέξεις, χάνομαι σε κάποια ξεχασμένα σ’ αγαπώ που μείναν μονάχα τους σε κάποιες ερημικές παραλίες και έγιναν βότσαλα, βότσαλα που προσμένουν μήπως τα μαζέψουν ένα μεσημέρι τα παιδιά και αναστηθούνε ξανά.

Βρέχει πολύ και δεν είναι το ότι μου λείπεις είναι ότι φέρνω στο μυαλό μου αυτό το βαλς που μου είχες υποσχεθεί ότι θα χορεύαμε κάτω από την βροχή αλλά δεν το χορέψαμε ποτέ. Ποτέ δεν ανάψαμε παρέα τσιγάρο από έναν κεραυνό, ο κεραυνός έπεσε επάνω μας και μας έκαψε, δεν άφησε τίποτα, ούτε καν τις στάχτες μας.

Να θυμηθώ να φυτέψω στο υπόγειο μου αργότερα ελπίδες, είναι ο καιρός τους και μπορεί να βγάλουν ρίζες, να φυτρώσουν, να ανθίσουν και να γίνουν πραγματικότητα.

Προς το παρόν κοσκινίζω τις αναμνήσεις μας, τις βάφω κιόλας, στο χρώμα των χρυσάνθεμων.

Μην έρθεις όμως ξανά, θέλω να είσαι μόνο ανάμνηση, παρελθόν μόνο.

Νοσταλγώ την θάλασσα αλλά δε μου λείπει, θα με περιμένει, έχει τεράστια υπομονή, η βροχή πάλι όχι. Εξάλλου και η βροχή θάλασσα είναι, με άλλη μυρωδιά.

O Dylan συνεχίζει το τραγούδι του:

 

''Senor, Υπάρχει ένας κακός αέρας

ακόμα φυσάει σε εκείνο το ανώτερο κατάστρωμα

υπάρχει ένας σιδερένιος σταυρός

ακόμα κρεμασμένος γύρω από το λαιμό του.

Υπάρχει μία μπάντα σε πορεία

που ακόμη παίζει σε εκείνο το άδειο μέρος,

Όπου αυτός με κράτησε στην αγκαλιά του

ένα καιρό και είπε, "Μη με ξεχάσεις"

 

Κι αναρωτιέμαι, μπορεί άραγε να ξεχάσει κανείς;

Εσύ πάντως μη φοβάσαι, δε θα σε ξεχάσω, θα σε φέρνω στο μυαλό μου που και που, ειδικά την εποχή που βγαίνουν τα χρυσάνθεμα.

Κρατάω στο ένα μου χέρι ένα όνειρο και στο άλλο μου χέρι έναν αέρα, θα αφήσω τον αέρα ελεύθερο και μετά θα αφήσω και το όνειρο να ταξιδέψουν παρέα.

Περίεργη μέρα.

Κοιτάω από το παράθυρο τους περαστικούς, αυτή είναι η σωστή λέξη για την ζωή μας.

Περαστικοί, από όλα, περνάμε, φεύγουμε, επιστρέφουμε για να φύγουμε ξανά.

Όλα είναι μια πορεία, ένα ταξίδι κι εμείς διαβάτες περαστικοί.

Πουλιά…

Που πετάμε μακριά με μια κρυφή ελπίδα να συναντήσουμε κάποιον ποιητή μήπως και μας κάνει τραγούδι.

Κι αναρωτιέμαι ξανά, μπορεί να ξεχάσει κανείς;

Ποιο το νόημα να ζούμε, να αγαπάμε, να δίνουμε τα αισθήματα μας αν είναι για να ξεχαστούμε;

Η λήθη…

Η πολύτιμη λήθη.

Κατάρα και ευλογία μαζί.

Η βροχή σταμάτησε, ο καφές μου τελείωσε, μόνο o Dylan συνεχίζει ακούραστα.

''Senor, senor,

ξέρετε οι καρδιές τους είναι σκληρές σαν δέρμα.

Καλά, δώστε μου ένα λεπτό.

Απλά πρέπει να μαζέψω τον εαυτό μου από το πάτωμα.

Για πόσο ακόμη θα ταξιδεύουμε;

Για πόσο ακόμη θα πρέπει να κρατήσω

τα μάτια μου κολλημένα στην πόρτα;''

 

Ντέπη Χατζηκαμπάνη γεννήθηκε και μεγαλώνει στη Λέσβο. Πλέκει στίχους με το βελονάκι της ψυχής

Σάββατο, 09 Ιουνίου 2018 10:44

Ζωές στην πρίζα

.Σε θυμάσαι;

Ήσουν παιδάκι ανέμελο κι έπαιζες κυνηγητό στους δρόμους, μπάλα στις αλάνες, κούκλες με τις φίλες σου, μακριά γαϊδούρα στις πλατείες

Πήγαινες σχολείο κι όλα σου τα μαθήματα τα έκανες με βιβλία και με τετράδια, στα διαλείμματα έπαιζες ξέφρενα με τους φίλους σου μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι.

Στο γυρισμό για το σπίτι τάιζες όλα τα αδέσποτα που έβρισκες στον δρόμο και μετά περνούσες ώρες πολλές στο σαλόνι συζητώντας με την οικογένεια σου.

Έπειτα ήρθε η εφηβεία.

Ερωτευόσουν τον συμμαθητή, τον γείτονα κάποιες φορές και τον καθηγητή σου, τους έστελνες και ραβασάκια.

Πηγαίνατε για καφέ με την παρέα σου και κουβεντιάζατε για τα πάντα ακατάπαυστα, πόσο γελούσατε Θεέ μου.

Τα βράδια άκουγες μουσική στο ραδιόφωνο και έκλαιγες επειδή έμπαιναν τυχαία κάποιες μπαλάντες που σου θύμιζαν τον πρώτο σου έρωτα.

Μάζευες λεφτά για να αγοράσεις βιβλία που μαζί τους ξενυχτούσες και κασέτες των αγαπημένων σου τραγουδιστών και συγκροτημάτων. Αργότερα cd.

Πήγαινες σε συναυλίες και χόρευες, άναβες αναπτήρες, αγκάλιαζες τον διπλανό και τα έδινες όλα όταν έπαιζαν το αγαπημένο σου κομμάτι.

Πήγαινες στα Club, φλέρταρες, σε φλέρταραν, σε κερνούσαν σφηνάκια, σε πλησίαζαν, σου μιλούσαν, έριχνες άκυρα, έδινες μεθυσμένα φιλιά στα κρυφά και κάποιες άλλες φορές που δεν ήσουν καλά πήγαινες στο στέκι σου και ο μπάρμαν γινόταν ο καλύτερος ψυχολόγος.

Και ξαφνικά...

Μεταλλάχτηκες.

Φόρεσες καλώδια και έγινες πιόνι στο γυάλινο σκάκι.

Δε πρόλαβες καν να το καταλάβεις.

Ξυπνάς το πρωί και πριν ακόμα σηκωθείς από το κρεβάτι , πιάνεις το κινητό για να στείλεις άχρωμες καλημέρες σε αγνώστους, να διαβάσεις από την οθόνη όλα όσα κάποτε διάβαζες στην εφημερίδα κι αν υπάρχει χρόνος να παίξεις και κανένα παιχνίδι.

Έπειτα πας στη δουλειά για να περάσεις όλη σου την ώρα μπροστά σε έναν υπολογιστή.

Σχολάς και κατευθύνεσαι προς το μηχάνημα ανάληψης για να σηκώσεις λεφτά, πας για καφέ, μπαίνεις στο facebook , ενημερώνεις τους πάντες που πίνεις καφέ και σκάει μύτη στο τραπέζι σου και παρέα. Περνάτε τέλεια ανταλλάσσοντας πέντε μόνο κουβέντες και μετά χάνεστε όλοι ξανά πίσω από τις οθόνες των κινητών σας. Εννοείται πως πριν φύγετε βγάζετε είκοσι selfies και άλλες τόσες κανονικές που φωνάξατε τον σερβιτόρο να σας τραβήξει, για να επιλέξετε μία και να την ανεβάσετε στο Instagran.

Μετά πας να καθίσεις σε κάποιο ταβερνάκι, πριν παραγγείλεις θα ψάξεις αγχωμένος για τραπέζι κοντά σε πρίζα διότι έχεις μόνο 3% μπαταρία και πως θα μπορέσεις να ποστάρεις δημόσια όλα όσα θα φας και θα πιεις; Ποιος ο λόγος βασικά να φας μεζεδάκια και να πιεις ένα ποτήρι ούζο αν δε το μοιραστείς με τους άλλους;

Και έρχεται η ώρα να επιστρέψεις σπίτι, θα πετάξεις ένα χάδι κι ένα πιάτο φαγητό στο σκυλί σου και θα τρέξεις να ξαπλώσεις για να ασχοληθείς επί ώρες με τα διαδικτυακά σου ζώα της διαδικτυακής σου φάρμας.

Νύχτωσε, πας για ποτό, άνοιξε καινούριο μπαράκι, μπαίνεις και ζητάς επιτόπου το wifi του, παραγγέλνεις ένα σούπερ κοκτέιλ, το δημοσιεύεις και μετά παραγγέλνεις και μια μπύρα για να δροσιστείς. Αυτή στα κρυφά, για πάρτι σου φυσικά.

Παίζεις τα παιχνίδια σου, δε μιλάς με κανέναν και φεύγεις, περνάς από το διπλανό μαγαζί που έχει συναυλία ένας διάσημος έντεχνος τραγουδιστής, κάνεις μια live μετάδοση για να δουν όλοι ότι πήγες και τραβάς για το σπίτι σου.

Αλλάζεις, ξαπλώνεις και βάζεις στο «utube» να ακούσεις τον νέο δίσκο του αγαπημένου σου συγκροτήματος, τον κατεβάζεις πειρατικά και κατεβάζεις κι ένα βιβλίο στο Laptop σου.

Στην πέμπτη σελίδα το κλείνεις διότι πόνεσαν τα μάτια σου από τον φωτισμό.

Αλήθεια, θυμάσαι πόσο όμορφα μύριζαν τα βιβλία;

Κοντεύει ξημέρωμα, ήρθε η ώρα να μιλήσεις με το νέο σου αίσθημα.

Φουλ καψούρα, δε μπορείς να ελέγξεις τον έρωτα σου, πρώτη φορά νιώθεις έτσι.

Τι κι αν δεν τον έχεις δει ποτέ από κοντά;

Το ξέρεις πως είναι αυτός που πάντα περίμενες.

Ερωτόλογα, cyber sex, μετά καρδούλες για καληνύχτα και ώρα για ύπνο.

Φορτίζεις όλες τις ηλεκτρονικές σου συσκευές, φορτίζεις το ηλεκτρονικό σου τσιγάρο, φορτίζεις και το μυαλό σου έτσι ώστε να είναι όλα έτοιμα μόλις ξυπνήσεις ξανά.

Θυμάσαι άραγε;

Θυμάσαι;

Κάποτε ζούσαμε.

Δε θυμάσαι; Έλα να σου κάνω reset.

 

Ντέπη Χατζηκαμπάνη ζει και μεγαλώνει στη Λέσβο. Πλέκει στίχους με το βελονάκι της ψυχής

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018 10:58

Λέσβος, η αυλή των Θεών

Της ΝΤΕΠΗΣ ΧΑΤΖΗΚΑΜΠΑΝΗ*

 

Ήταν κατακαλόκαιρο τότε που μια ριπή καυτού, θερινού ανέμου με φύσηξε στη ζωή και άνοιξα τα μάτια μου για να αντικρύσω πρώτη φορά αυτόν τον κόσμο.

Οι πρώτες ανάσες μου μύριζαν θάλασσα και πανσέδες, το πρώτο μου κλάμα το αφιέρωσα στον καταγάλανο ουρανό.

Έκανα τα πρώτα μου βήματα ξυπόλυτη πατώντας το καστανό χώμα του χωριού μου και τα πρώτα αυτά βήματα καθόρισαν τα βήματα όλης μου της ζωής, είπα από μέσα μου πως χώμα Μυτιληνιό θέλω για πάντα να πατώ, στο χώμα ετούτο θα φυτέψω τα όνειρά μου και στο χώμα αυτό την στερνή μου πνοή θα αφήσω.

Μεγάλωνα ήσυχα και όμορφα σε μια γειτονιά που όλους τους γνώριζα και όλοι με φώναζαν με το μικρό μου όνομα. Έπαιζα στους δρόμους της κυνηγητό με το μέλλον μου και τα βράδια κοιμόμασταν ανέμελα δίχως να σφαλίζουμε τις πόρτες των σπιτιών μας.

Οι χειμώνες μύριζαν τζάκι και κάστανα ψητά και τα καλοκαίρια ήταν όμορφα και μοσχοβολούσαν σαν κρίνα.

Στην εφηβεία είχα την πρώτη μου επαφή με τα βιβλία και γνώρισα τους τεράστιους προγόνους μου.

Το πρώτο βιβλίο που άνοιξα ήταν της Σαπφούς, η οποία μου έμαθε παρωπίδες να μη φορώ και αποφάσισα πως θέλω ποιήτρια να γίνω σαν μεγαλώσω.

Τα επόμενα βράδια ερχόντουσαν για να γνωριστούμε ο Ελύτης, ο Μυριβήλης, ο Αλκαίος, ο Βενέζης και πίνακες του Θεόφιλου κρέμασα για ντεκόρ στην καρδιά μου.

Άνοιξα τις σκέψεις του Μπωντλαίρ και μέσα από αυτές μια νέα Λέσβο γνώρισα.

Κάποιους στίχους που στον Μόλυβο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε σκαρώσει, τραγούδησα στον πρώτο μου έρωτα.

Θυμάμαι κάποια βράδια σε ένα καφενείο στα Κεραμειά, παρέα με τον παππού μου να μαθαίνω την ιστορία του νησιού και πως πρέπει ως πρόσφυγες που είμαστε, τους πρόσφυγες να σεβόμαστε.

Και μετά ήρθε η ώρα που μεγάλωσα και αποφάσισα πως τραγούδι θα κάνω τη ζωή και βιβλία θα γράφω τα όνειρα για να υμνώ.

Το έκανα.

Παρέα με τις λέξεις μου ταξίδεψα πολύ, σε γκρίζες πόλεις και σε χλωμές πρωτεύουσες, σε μέρη που οι άνθρωποι απλά υπάρχουν, δε ζουν.

Πολλά εδέσματα και ποτά με τράταραν, κανένα όμως δε συγκρινόταν με το ούζο και τους μεζέδες του.

Όπου κι αν πήγα πάντα στις ρίζες μου επέστρεφα, όπου κι αν πάω πάντα στις ρίζες μου θα επιστρέφω.

Εδώ θέλω για πάντα να ζω, το πέλαγος του Αιγαίου να αγναντεύω και στα κύματά του τις χαρές και τις λύπες μου να ακουμπώ.

Όλα ωραία ήτανε μα ήρθε ο καιρός που η θάλασσα, η δική μας ευλογημένη θάλασσα, έπαψε γαλάζια να είναι και έγινε μαύρη και κόκκινη, το κόκκινο του αίματος, γέμισε η πλάτη της με βάρκες γεμάτες με ψυχές σακατεμένες, ψυχές αδέσποτες, ψυχές ακρωτηριασμένες και πτώματα ξεβραζόταν στις ακτές μας.

Πήρα ξανά το πινέλο και τις μπογιές μου και θέλησα όσο ποτέ άλλοτε δεν το θέλησα να βάψω ξανά γαλάζια τη θάλασσα.

Από τότε πέρασε καιρός μα τα νερά ακόμα μολυσμένα μένουν και θαμπά και εγώ στέκω ακόμα αντίκρυ τους να τα κοιτάω με το ίδιο όραμα στο βλέμμα, με το ίδιο σύνθημα στην καρδιά.

Φεύγουν τα χρόνια και εξακολουθώ να μένω πεισματικά εδώ, χάνοντας φίλους, δουλειές κι αγάπες. Πετάνε μακριά μου σαν να είναι αποδημητικά πουλιά κι εγώ μένω εδώ κι η αγκαλιά μου φάρος αναμμένος για να τα καλωσορίσω αν θελήσουν ποτέ να επιστρέψουν.

Κι εγώ εδώ, να κοιτάω τον ορίζοντα χαμογελώντας, δίχως να με νοιάζει αν χάνω πολλά αφού εδώ δε χάνω ποτέ εμένα.

 

Ντέπη Χατζηκαμπάνη ζει και μεγαλώνει στη Λέσβο. Πλέκει στίχους με το βελονάκι της ψυχής.

 

 

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top