FOLLOW US
Ντέπη Χατζηκαμπάνη

Ντέπη Χατζηκαμπάνη

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Σάββατο, 09 Ιουνίου 2018 10:44

Ζωές στην πρίζα

.Σε θυμάσαι;

Ήσουν παιδάκι ανέμελο κι έπαιζες κυνηγητό στους δρόμους, μπάλα στις αλάνες, κούκλες με τις φίλες σου, μακριά γαϊδούρα στις πλατείες

Πήγαινες σχολείο κι όλα σου τα μαθήματα τα έκανες με βιβλία και με τετράδια, στα διαλείμματα έπαιζες ξέφρενα με τους φίλους σου μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι.

Στο γυρισμό για το σπίτι τάιζες όλα τα αδέσποτα που έβρισκες στον δρόμο και μετά περνούσες ώρες πολλές στο σαλόνι συζητώντας με την οικογένεια σου.

Έπειτα ήρθε η εφηβεία.

Ερωτευόσουν τον συμμαθητή, τον γείτονα κάποιες φορές και τον καθηγητή σου, τους έστελνες και ραβασάκια.

Πηγαίνατε για καφέ με την παρέα σου και κουβεντιάζατε για τα πάντα ακατάπαυστα, πόσο γελούσατε Θεέ μου.

Τα βράδια άκουγες μουσική στο ραδιόφωνο και έκλαιγες επειδή έμπαιναν τυχαία κάποιες μπαλάντες που σου θύμιζαν τον πρώτο σου έρωτα.

Μάζευες λεφτά για να αγοράσεις βιβλία που μαζί τους ξενυχτούσες και κασέτες των αγαπημένων σου τραγουδιστών και συγκροτημάτων. Αργότερα cd.

Πήγαινες σε συναυλίες και χόρευες, άναβες αναπτήρες, αγκάλιαζες τον διπλανό και τα έδινες όλα όταν έπαιζαν το αγαπημένο σου κομμάτι.

Πήγαινες στα Club, φλέρταρες, σε φλέρταραν, σε κερνούσαν σφηνάκια, σε πλησίαζαν, σου μιλούσαν, έριχνες άκυρα, έδινες μεθυσμένα φιλιά στα κρυφά και κάποιες άλλες φορές που δεν ήσουν καλά πήγαινες στο στέκι σου και ο μπάρμαν γινόταν ο καλύτερος ψυχολόγος.

Και ξαφνικά...

Μεταλλάχτηκες.

Φόρεσες καλώδια και έγινες πιόνι στο γυάλινο σκάκι.

Δε πρόλαβες καν να το καταλάβεις.

Ξυπνάς το πρωί και πριν ακόμα σηκωθείς από το κρεβάτι , πιάνεις το κινητό για να στείλεις άχρωμες καλημέρες σε αγνώστους, να διαβάσεις από την οθόνη όλα όσα κάποτε διάβαζες στην εφημερίδα κι αν υπάρχει χρόνος να παίξεις και κανένα παιχνίδι.

Έπειτα πας στη δουλειά για να περάσεις όλη σου την ώρα μπροστά σε έναν υπολογιστή.

Σχολάς και κατευθύνεσαι προς το μηχάνημα ανάληψης για να σηκώσεις λεφτά, πας για καφέ, μπαίνεις στο facebook , ενημερώνεις τους πάντες που πίνεις καφέ και σκάει μύτη στο τραπέζι σου και παρέα. Περνάτε τέλεια ανταλλάσσοντας πέντε μόνο κουβέντες και μετά χάνεστε όλοι ξανά πίσω από τις οθόνες των κινητών σας. Εννοείται πως πριν φύγετε βγάζετε είκοσι selfies και άλλες τόσες κανονικές που φωνάξατε τον σερβιτόρο να σας τραβήξει, για να επιλέξετε μία και να την ανεβάσετε στο Instagran.

Μετά πας να καθίσεις σε κάποιο ταβερνάκι, πριν παραγγείλεις θα ψάξεις αγχωμένος για τραπέζι κοντά σε πρίζα διότι έχεις μόνο 3% μπαταρία και πως θα μπορέσεις να ποστάρεις δημόσια όλα όσα θα φας και θα πιεις; Ποιος ο λόγος βασικά να φας μεζεδάκια και να πιεις ένα ποτήρι ούζο αν δε το μοιραστείς με τους άλλους;

Και έρχεται η ώρα να επιστρέψεις σπίτι, θα πετάξεις ένα χάδι κι ένα πιάτο φαγητό στο σκυλί σου και θα τρέξεις να ξαπλώσεις για να ασχοληθείς επί ώρες με τα διαδικτυακά σου ζώα της διαδικτυακής σου φάρμας.

Νύχτωσε, πας για ποτό, άνοιξε καινούριο μπαράκι, μπαίνεις και ζητάς επιτόπου το wifi του, παραγγέλνεις ένα σούπερ κοκτέιλ, το δημοσιεύεις και μετά παραγγέλνεις και μια μπύρα για να δροσιστείς. Αυτή στα κρυφά, για πάρτι σου φυσικά.

Παίζεις τα παιχνίδια σου, δε μιλάς με κανέναν και φεύγεις, περνάς από το διπλανό μαγαζί που έχει συναυλία ένας διάσημος έντεχνος τραγουδιστής, κάνεις μια live μετάδοση για να δουν όλοι ότι πήγες και τραβάς για το σπίτι σου.

Αλλάζεις, ξαπλώνεις και βάζεις στο «utube» να ακούσεις τον νέο δίσκο του αγαπημένου σου συγκροτήματος, τον κατεβάζεις πειρατικά και κατεβάζεις κι ένα βιβλίο στο Laptop σου.

Στην πέμπτη σελίδα το κλείνεις διότι πόνεσαν τα μάτια σου από τον φωτισμό.

Αλήθεια, θυμάσαι πόσο όμορφα μύριζαν τα βιβλία;

Κοντεύει ξημέρωμα, ήρθε η ώρα να μιλήσεις με το νέο σου αίσθημα.

Φουλ καψούρα, δε μπορείς να ελέγξεις τον έρωτα σου, πρώτη φορά νιώθεις έτσι.

Τι κι αν δεν τον έχεις δει ποτέ από κοντά;

Το ξέρεις πως είναι αυτός που πάντα περίμενες.

Ερωτόλογα, cyber sex, μετά καρδούλες για καληνύχτα και ώρα για ύπνο.

Φορτίζεις όλες τις ηλεκτρονικές σου συσκευές, φορτίζεις το ηλεκτρονικό σου τσιγάρο, φορτίζεις και το μυαλό σου έτσι ώστε να είναι όλα έτοιμα μόλις ξυπνήσεις ξανά.

Θυμάσαι άραγε;

Θυμάσαι;

Κάποτε ζούσαμε.

Δε θυμάσαι; Έλα να σου κάνω reset.

 

Ντέπη Χατζηκαμπάνη ζει και μεγαλώνει στη Λέσβο. Πλέκει στίχους με το βελονάκι της ψυχής

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018 10:58

Λέσβος, η αυλή των Θεών

Της ΝΤΕΠΗΣ ΧΑΤΖΗΚΑΜΠΑΝΗ*

 

Ήταν κατακαλόκαιρο τότε που μια ριπή καυτού, θερινού ανέμου με φύσηξε στη ζωή και άνοιξα τα μάτια μου για να αντικρύσω πρώτη φορά αυτόν τον κόσμο.

Οι πρώτες ανάσες μου μύριζαν θάλασσα και πανσέδες, το πρώτο μου κλάμα το αφιέρωσα στον καταγάλανο ουρανό.

Έκανα τα πρώτα μου βήματα ξυπόλυτη πατώντας το καστανό χώμα του χωριού μου και τα πρώτα αυτά βήματα καθόρισαν τα βήματα όλης μου της ζωής, είπα από μέσα μου πως χώμα Μυτιληνιό θέλω για πάντα να πατώ, στο χώμα ετούτο θα φυτέψω τα όνειρά μου και στο χώμα αυτό την στερνή μου πνοή θα αφήσω.

Μεγάλωνα ήσυχα και όμορφα σε μια γειτονιά που όλους τους γνώριζα και όλοι με φώναζαν με το μικρό μου όνομα. Έπαιζα στους δρόμους της κυνηγητό με το μέλλον μου και τα βράδια κοιμόμασταν ανέμελα δίχως να σφαλίζουμε τις πόρτες των σπιτιών μας.

Οι χειμώνες μύριζαν τζάκι και κάστανα ψητά και τα καλοκαίρια ήταν όμορφα και μοσχοβολούσαν σαν κρίνα.

Στην εφηβεία είχα την πρώτη μου επαφή με τα βιβλία και γνώρισα τους τεράστιους προγόνους μου.

Το πρώτο βιβλίο που άνοιξα ήταν της Σαπφούς, η οποία μου έμαθε παρωπίδες να μη φορώ και αποφάσισα πως θέλω ποιήτρια να γίνω σαν μεγαλώσω.

Τα επόμενα βράδια ερχόντουσαν για να γνωριστούμε ο Ελύτης, ο Μυριβήλης, ο Αλκαίος, ο Βενέζης και πίνακες του Θεόφιλου κρέμασα για ντεκόρ στην καρδιά μου.

Άνοιξα τις σκέψεις του Μπωντλαίρ και μέσα από αυτές μια νέα Λέσβο γνώρισα.

Κάποιους στίχους που στον Μόλυβο ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε σκαρώσει, τραγούδησα στον πρώτο μου έρωτα.

Θυμάμαι κάποια βράδια σε ένα καφενείο στα Κεραμειά, παρέα με τον παππού μου να μαθαίνω την ιστορία του νησιού και πως πρέπει ως πρόσφυγες που είμαστε, τους πρόσφυγες να σεβόμαστε.

Και μετά ήρθε η ώρα που μεγάλωσα και αποφάσισα πως τραγούδι θα κάνω τη ζωή και βιβλία θα γράφω τα όνειρα για να υμνώ.

Το έκανα.

Παρέα με τις λέξεις μου ταξίδεψα πολύ, σε γκρίζες πόλεις και σε χλωμές πρωτεύουσες, σε μέρη που οι άνθρωποι απλά υπάρχουν, δε ζουν.

Πολλά εδέσματα και ποτά με τράταραν, κανένα όμως δε συγκρινόταν με το ούζο και τους μεζέδες του.

Όπου κι αν πήγα πάντα στις ρίζες μου επέστρεφα, όπου κι αν πάω πάντα στις ρίζες μου θα επιστρέφω.

Εδώ θέλω για πάντα να ζω, το πέλαγος του Αιγαίου να αγναντεύω και στα κύματά του τις χαρές και τις λύπες μου να ακουμπώ.

Όλα ωραία ήτανε μα ήρθε ο καιρός που η θάλασσα, η δική μας ευλογημένη θάλασσα, έπαψε γαλάζια να είναι και έγινε μαύρη και κόκκινη, το κόκκινο του αίματος, γέμισε η πλάτη της με βάρκες γεμάτες με ψυχές σακατεμένες, ψυχές αδέσποτες, ψυχές ακρωτηριασμένες και πτώματα ξεβραζόταν στις ακτές μας.

Πήρα ξανά το πινέλο και τις μπογιές μου και θέλησα όσο ποτέ άλλοτε δεν το θέλησα να βάψω ξανά γαλάζια τη θάλασσα.

Από τότε πέρασε καιρός μα τα νερά ακόμα μολυσμένα μένουν και θαμπά και εγώ στέκω ακόμα αντίκρυ τους να τα κοιτάω με το ίδιο όραμα στο βλέμμα, με το ίδιο σύνθημα στην καρδιά.

Φεύγουν τα χρόνια και εξακολουθώ να μένω πεισματικά εδώ, χάνοντας φίλους, δουλειές κι αγάπες. Πετάνε μακριά μου σαν να είναι αποδημητικά πουλιά κι εγώ μένω εδώ κι η αγκαλιά μου φάρος αναμμένος για να τα καλωσορίσω αν θελήσουν ποτέ να επιστρέψουν.

Κι εγώ εδώ, να κοιτάω τον ορίζοντα χαμογελώντας, δίχως να με νοιάζει αν χάνω πολλά αφού εδώ δε χάνω ποτέ εμένα.

 

Ντέπη Χατζηκαμπάνη ζει και μεγαλώνει στη Λέσβο. Πλέκει στίχους με το βελονάκι της ψυχής.

 

 

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top