FOLLOW US
Ιωάννης Μάλλιας

Ιωάννης Μάλλιας

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ο καταρράκτης είναι μία συνηθισμένη πάθηση των ματιών, η οποία συνίσταται στη θόλωση του κρυσταλλοειδούς φακού του οφθαλμού.

O καταρράκτης είναι ένα φυσικό αποτέλεσμα γήρανσης. Συνήθως εμφανίζεται μετά την 6η δεκαετία και η συχνότητα του αυξάνει στην 7η και 8η δεκαετία της ζωής. Σπανιότερα μπορεί να παρατηρηθεί σε νεαρούς ενήλικες ή ακόμη και σε παιδιά. Η εμφάνιση και η εξέλιξή  του διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Μπορεί να περάσουν μήνες ή και χρόνια μέχρι ο καταρράκτης να φθάσει σε σημείο που να επηρεάσει σημαντικά την όραση. Σπανιότερα μπορεί να αναπτυχθεί μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από τραυματισμό, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή άλλα μεταβολικά νοσήματα.

Τα συμπτώματα του καταρράκτη διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή. Σε μερικούς ασθενείς παρατηρείται μείωση της κεντρικής όρασης. Άλλοι ασθενείς αναφέρουν μειωμένη όραση τη νύχτα, ενώ κάποιοι διαμαρτύρονται για δυσκολία στην οδήγηση λόγω θάμβους από τα φώτα των αυτοκινήτων από το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ή έχουν δυσκολία στο διάβασμα και ευαισθησία στο φως του ήλιου. Άλλη ομάδα ασθενών παραπονιέται ότι τα χρώματα φαίνονται ξεθωριασμένα.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πότε πρέπει να γίνει η επέμβαση; Η παλιά άποψη,  που δυστυχώς ακόμη και σήμερα υπάρχει σε πολλούς ότι πρέπει ο καταρράκτης να ωριμάσει για να γίνει η επέμβαση, είναι λανθασμένη. Και τούτο γιατί η επέμβαση γίνεται με τη μέθοδο της φακοθρυψίας, κατά την οποία ένας μικροσκοπικός στυλεός εισέρχεται μέσα στον οφθαλμό δια μέσω μιας μικροσκοπικής τομής. Ο στυλεός αυτός με τη βοήθεια υπέρηχου θρυμματίζει τον καταρράκτη και με τη βοήθεια αναρρόφησης αναρροφώνται τα θραύσματα.  Όταν ο καταρράκτης παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να γίνει η επέμβαση, τότε σκληραίνει με αποτέλεσμα να απαιτείται μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια του υπερήχου για να θρυμματιστεί. Το αποτέλεσμα είναι να ταλαιπωρείται ο υπερκείμενος κερατοειδής χιτώνας από το ακουστικό κύμα των υπερήχων και να εμφανίζεται οίδημα του κερατοειδούς. Το οίδημα του κερατοειδούς προκαλεί θαμπάδα τις πρώτες μετεγχειρητικές μέρες και μετά σταδιακά υποχωρεί. Γενικά όμως, ο παραμελημένος καταρράκτης κάνει την επέμβαση πιο εργώδη και αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης επιπλοκών.

Tα τελευταία 2 χρόνια η τεχνολογία έχει προχωρήσει ακόμη περισσότερο και σε πολλά κέντρα γίνεται η επέμβαση του καταρράκτη με ακόμη μικρότερη τομή 1,8 mm σε αντίθεση με την ευρέως χρησιμοποιούμενη τομή των 3 mm. Με τη μέθοδο αυτή επιτυγχάνονται τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, αφού η τομή επουλώνεται γρηγορότερα, ο μετεγχειρητικός αστιγματισμός μειώνεται και η πιθανότητα μόλυνσης μειώνεται περαιτέρω. Με τη μέθοδο αυτή είναι ωφέλιμο να γίνεται η επέμβαση έγκαιρα πριν σκληρύνει ο καταρράκτης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει αμέσως μετά την αρχική διάγνωση του καταρράκτη να γίνεται η επέμβαση. Ο οφθαλμίατρος θα κρίνει κατά πόσο ο καταρράκτης μειώνει την οπτική οξύτητα του ασθενούς, το πόσο σκληρός είναι ο καταρράκτης (ο πυρηνικός καταρράκτης είναι συνήθως πιο σκληρός από τον φλοιώδη) και την συνύπαρξη και άλλων παθήσεων (διαβήτης, ωχροπάθεια, γλαύκωμα) και θα συμβουλεύσει κατάλληλα τον ασθενή για το πότε πρέπει να γίνει η επέμβαση.

 

Ιωάννης Α. Μάλλιας είναι Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, Μετεκπαιδευθείς στην Οφθαλμολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Columbia των ΗΠΑ, Διευθυντής της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Mediterraneo Hospital.

«Τα εξοφθάλμια μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα, μπορούν ενδεχομένως να αποτελέσουν εναλλακτική λύση στην κλασική μεταμόσχευση κερατοειδούς σε ασθενείς με προχωρημένο κερατόκωνο».

Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2017 στο έγκριτο οφθαλμολογικό περιοδικό Cornea από την ομάδα του Dr Jorge Alio γίνεται λόγος για τη χρήση μεσεγχυματικών βλαστικών κυττάρων για την κυτταρική θεραπεία του κερατοειδικού στρώματος, και συγκεκριμένα σε ασθενείς που επρόκειτο να υποβληθούν σε επέμβαση μεταμόσχευσης κερατοειδούς λόγω προχωρημένου κερατοκώνου.

Η κυτταρική θεραπεία του κερατοειδικού στρώματος ερευνάται ακόμη και σαν πιθανή θεραπεία για τις περιπτώσεις όπου το στρώμα παρουσιάζει θολερότητες. Τα εξοφθάλμια μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα (τα οποία προκύπτουν από λιπώδη ιστό ενήλικα) είναι η ιδανική πηγή για αυτόλογα βλαστικά κύτταρα, μιας και ο ιστός αυτός είναι εύκολα προσβάσιμος, υπάρχει υψηλή απόδοση ανάκτησης κυττάρων και τα κύτταρα αυτά μπορούν να διαφοροποιηθούν σε πολλούς τύπους (κερατοκύτταρα, οστεοβλάστες, χονδροβλάστες, μυοβλάστες, υπατοκύτταρα, νευρώνες, κ.ά).

Έχουμε δει πως τα οφθαλμικά και τα εξοφθάλμια μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα είναι ικανά, όχι μόνο να επιβιώνουν και να διαφοροποιούνται σε ανθρώπινα κερατοκύτταρα ενηλίκου όταν ενύονται μέσα στο στρώμα του κερατοειδούς χωρίς να προκαλείται φλεγμονώδης αντίδραση. Επίσης έχει παρατηρηθεί η παραγωγή νέου κολλαγόνου μέσα στο στρώμα-δέκτη αυτών.

Τα κύτταρα αυτά μπορούν επίσης να εξομαλύνουν ήδη υπάρχουσες θολερότητες, διαμορφώνοντας ανάλογα το κερατοειδικό στρώμα και βελτιώνοντας έτσι την κερατοειδική διαύγεια σε πειραματόζωα με κερατοειδικές δυστροφίες που οφείλονταν στην αναδιοργάνωση του κολλαγόνου καθώς και πειραματόζωα με μεταβολικές παθήσεις από τον καταβολισμό συσσωρευμένων πρωτεϊνών.
Η ομάδα του Dr Alio, διεξήγαγε και πρόσφατα δημοσίευσε την πρώτη κλινική δοκιμή σε ανθρώπους, σχεδιασμένη να αξιολογήσει αρχικά την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των κυτταρικών θεραπειών με εξοφθάλμια μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα για το κερατοειδικό στρώμα. Η έρευνα αυτή ήταν μια μη τυχαιοποιημένη και ανοιχτή κλινική δοκιμή, η οποία συμπεριέλαβε ασθενείς με προχωρημένο κερατόκωνο, οι οποίοι ήταν ήδη υποψήφιοι για μεταμόσχευση κερατοειδούς με σκοπό την οπτική τους αποκατάσταση.

Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν πέντε ασθενείς. Ένα εναιώρημα 1ml που περιείχε αυτόλογα, προερχόμενα από λιπώδη κύτταρα, ενήλικα βλαστοκύτταρα (ADASC=Autologous Adipose-Derived Adult Stem Cells) σε μια ενδοστρωματική «τσέπη» μέσα στον κερατοειδή χιτώνα, η οποία προηγουμένως είχε δημιουργηθεί με τη χρήση του femtosecond laser. Η διάμετρος της τσέπης ήταν 9,5mm. Όλες οι επεμβάσεις διεξήχθησαν κάτω από τοπική αναισθησία και χωρίς να χρειάζονται ράμματα στον κερατοειδή. Το λίπος το οποίο περιείχε τα βλαστοκύτταρα είχε ληφθεί με επιλεκτική λιποαναρρόφηση (υπό τοπική αναισθησία) και ακολούθως υποβλήθηκε σε επεξεργασία στο εργαστήριο προκειμένου να απομονωθούν τα αυτόλογα ADASC.

Σύμφωνα με την ομάδα που διεξήγαγε την έρευνα, δεν παρουσιάστηκαν διεγχειρητικές ή μετεγχειρητικές επιπλοκές. Η διαύγεια του κερατοειδούς αποκαταστάθηκε πλήρως μέσα σε 24 ώρες. Στο τέλος του χρόνου παρακολούθησης, σε όλους τους ασθενείς παρατηρήθηκε βελτίωση της όρασης: η μέση βελτίωση ήταν 1 γραμμή στην οπτική οξύτητα τόσο με όσο και χωρίς γυαλιά και 2 γραμμές σε όσους ασθενείς έκαναν χρήση ημίσκληρων φακών επαφής.

Δεν υπήρξε αλλαγή στη διάθλαση, ούτε στην τοπογραφία του κερατοειδούς. Παρατηρήθηκε επίσης, μια μικρή αύξηση του πάχους του κεντρικού κερατοειδούς, της τάξης των 16,5μm η οποία διαπιστώθηκε, με τη χρήση OCT προσθίου ημιμορίου και η οποία αποδόθηκε στο σχηματισμό νέου κολλαγόνου από τα κερατοκύτταρα. Το νεοσχηματισμένο κολλαγόνο παρατηρήθηκε ως υπερανακλαστικές περιοχές στο επίπεδο του στρώματος όπου είχε δημιουργηθεί η «τσέπη».

Η επιβίωση των εμφυτευμένων ADASC επιβεβαιώθηκε με συνεστιακή βιομικροσκοπία (HRT-3, Heidelberg), όπου παρατηρήθηκαν στρογγυλού σχήματος κύτταρα στο επίπεδο της επέμβασης σε όλα τα περιστατικά, κατά τον τρίτο μετεγχειρητικό μήνα. Κατά τον έκτο μετεγχειρητικό μήνα, τα κύτταρα αυτά παρουσίασαν ατρακτοειδές σχήμα και δε παρουσίαζαν καμία διαφορά σε σχέση με εκείνα που παρατηρούνταν σε άλλα επίπεδα του στρώματος, υποθέτοντας έτσι ότι η μορφολογική αλλαγή των κυττάρων αυτών είναι πιθανό σημάδι διαφοροποίησης των εμφυτευμένων κυττάρων σε ενήλικα κερατοκύτταρα.

Ένα ενδιαφέρον εύρημα ήταν η μικρή κλινική βελτίωση προεγχειρητικών προσθίων κερατοειδικών ουλών σε έναν ασθενή. Το εύρημα αυτό συμφωνεί με τον Dr James Funderburgh και άλλους συγγραφείς οι οποίοι είχαν παρόμοια ευρήματα στις έρευνές τους.

Η δημοσίευση του Dr Alio, είναι η πρώτη που αναφέρει κλινική χρήση βλαστοκυττάρων στο κερατοειδικό στρώμα. Παρ’ όλα αυτά, τα αποτελέσματα θα πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά, καθώς η συγκεκριμένη μελέτη είναι πιλοτική. Παρόλα αυτά έχουν παρατηρηθεί ενθαρρυντικά αποτελέσματα τα οποία δίνουν τη δυνατότητα για έρευνα τα ερχόμενα χρόνια.

Όλοι οι ασθενείς κέρδισαν όραση και στο μικρό δείγμα μελέτης της έρευνας αυτής η χρήση μεσεγχυματικών βλαστοκυττάρων έχει αποδειχθεί ασφαλής.

 

Ιωάννης Α. Μάλλιας είναι Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και Clinical Fellow της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης.

 

Η Παγκόσμια Οργάνωση Γλαυκώματος (World Glaucoma Association) και η Παγκόσμια Ένωση Πασχόντων από Γλαύκωμα (World Glaucoma Patient Association) συνεχίζουν από κοινού το στόχο τους που είναι η αύξηση της αναγνωρισιμότητας για τον «ύπουλο κλέφτη της όρασης», δηλαδή το γλαύκωμα και ξεκινούν την μεγάλη καμπάνια με την ονομασία BIG (Beat Invisible Glaucoma).

Το γλαύκωμα είναι μία πάθηση κατά την οποία προσβάλλονται τα οπτικά νεύρα, τα οποία είναι υπεύθυνα για την μετάδοση των οπτικών ερεθισμάτων από τα μάτια στον εγκέφαλο και συγκεκριμένα στον ινιακό λοβό του εγκεφάλου, όπου εδρεύει το κέντρο της όρασης με ταυτόχρονη απώλεια των οπτικών ινών του οφθαλμού. Η πάθηση εμφανίζεται συνήθως σε ασθενείς της 3ης ηλικίας, αν και σπανιότερα μπορεί να εμφανιστεί σε νέους ανθρώπους καθώς επίσης και σε παιδιά. Η κυριότερη αιτία για την προσβολή του οπτικού νεύρου στους γλαυκωματικούς ασθενείς είναι η αυξημένη ενδοφθάλμιος πίεση (EOΠ). Η νόσος αν παραμείνει ανεξέλεγκτη, συχνά οδηγεί σε τύφλωση. Συχνά ονομάζεται «ύπουλος κλέφτης της όρασης», διότι η ασθένεια αυτή στα αρχικά σταδία δεν προκαλεί συμπτώματα. Σε πολλές περιπτώσεις οι ασθενείς παραμένουν ασυμπτωματικοί μέχρις ότου συμβεί σοβαρή απώλεια της όρασης. Και δυστυχώς, όταν η βλάβη έχει ήδη επέλθει, είναι μη αναστρέψιμη. Για τον λόγο αυτό η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η έγκαιρη θεραπεία είναι καθοριστικής σημασίας. Όταν τα οπτικά νεύρα πάθουν βλάβη από την υψηλή ενδοφθάλμια πίεση, τότε ένα μέρος των οπτικών ερεθισμάτων δεν μεταδίδεται από τα μάτια στον εγκέφαλο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την απώλεια ενός τμήματος του οπτικού πεδίου. Στα αρχικά στάδια η απώλεια του οπτικού πεδίου αφορά την περιφερική όραση (γι’ αυτό και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή από τον ασθενή), ενώ στα τελικά στάδια προσβάλλεται και η κεντρική όραση με τελική κατάληξη την τύφλωση.

 

Ποιοι παράγοντες προδιαθέτουν για την ανάπτυξη γλαυκώματος:

  1. Ηλικία άνω των 40 ετών
  2. Κληρονομικό ιστορικό γλαυκώματος
  3. Μυωπία
  4. Μακροχρόνια τοπική ή συστηματική χρήση κορτιζόνης
  5. Ιστορικό οφθαλμικού τραύματος
  6. Αρτηριακή υπέρταση και σακχαρώδης διαβήτης
  7. Μαύρη φυλή

 

Είναι σημαντικό για όλους μας να εξεταζόμαστε προληπτικά από οφθαλμίατρο μία φορά τον χρόνο, για να μετρά ο οφθαλμίατρος την ενδοφθάλμιο πίεση και να ελέγχει την κατάσταση των οπτικών νεύρων. Σε περιπτώσεις που ο γιατρός έχει την υποψία ότι ο ασθενής βρίσκεται σε αρχικά στάδια γλαυκώματος, τότε συστήνει την διενέργεια πιο εξειδικευμένων εξετάσεων, οι οποίες είναι:

1) Οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) του οπτικού νεύρου: Με την εξέταση αυτή ελέγχεται το πάχος των οπτικών ινών και βοηθάει τον οφθαλμίατρο να ανιχνεύσει πρώιμα την πιθανή ύπαρξη γλαυκώματος.

2) Αναλυτής της οπτικής θηλής: Με την εξέταση αυτή ο γιατρός ελέγχει την τοπογραφία του οπτικού νεύρου, την ύπαρξη δηλαδή γλαυκωματικής κοίλανσης, καθώς επίσης και την πορεία της πάθησης.

3) Καταγραφή των οπτικών πεδίων με αυτοματοποιημένη περιμετρία: Με την εξέταση αυτή γίνεται η διάγνωση της πάθησης, καθώς επίσης γίνεται η παρακολούθηση της εξέλιξής της και η ανταπόκριση στην θεραπεία.

4) Παχυμετρία κερατοειδούς: Γίνεται μέτρηση του πάχους του κεντρικού κερατοειδούς, το οποίο παίζει ρόλο στην σωστή μέτρηση της ενδοφθαλμίου πιέσεως. Σε ασθενείς με αυξημένο πάχος κερατοειδούς γίνεται υπερεκτίμηση της ΕΟΠ, ενώ σε ασθενείς με ελαττωμένο πάχος του κερατοειδούς γίνεται υποεκτίμηση της ΕΟΠ. Από στατιστικές μελέτες έχει βρεθεί ότι ασθενείς με λεπτό κερατοειδή εμφανίζουν μεγαλύτερη προδιάθεση για την ανάπτυξη γλαυκώματος.

 

Πώς αντιμετωπίζεται το γλαύκωμα;

Η μείωση της ΕΟΠ είναι το κυριότερο όπλο για την αντιμετώπιση του γλαυκώματος. Σε αρχικά στάδια γίνεται προσπάθεια μείωσης της ΕΟΠ με κολλύρια. Σε περιπτώσεις που η ΕΟΠ δεν μπορεί να ρυθμιστεί με τα κολλύρια, τότε υπάρχει ένδειξη για επεμβατική αντιμετώπιση. Ο θεράπων ιατρός ορίζει την πίεση στόχο για κάθε ασθενή, η οποία εξαρτάται από την βαρύτητα της προσβολής των οπτικών νεύρων. Όσο πιο μεγάλη είναι η βλάβη στα οπτικά νεύρα, τόσο χαμηλότερη χρειάζεται να είναι η ΕΟΠ, για να μην προχωρήσει η βλάβη περαιτέρω.

Σε περιπτώσεις ασθενών οι οποίοι παρουσιάζουν δυσανεξία στην χρήση των κολλυρίων ή δεν συμμορφώνονται με τη θεραπευτική αγωγή που τους χορηγεί ο γιατρός, ειδικό laser (Selective Laser Trabeculoplasty) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μειώσει την ΕΟΠ στους ασθενείς αυτούς. Τo laser δρα αυξάνοντας την αποχέτευση του υδατοειδούς υγρού από τις ήδη υπάρχουσες αποχετευτικές οδούς του οφθαλμού.

Σε περιπτώσεις ασθενών, όπου δεν είναι δυνατή η ρύθμιση της ΕΟΠ με φάρμακα, υπάρχει ένδειξη για χειρουργική αντιμετώπιση. Η συνηθέστερα πραγματοποιούμενη επέμβαση ονομάζεται τραμπεκουλεκτομή και σκοπό έχει τη δημιουργία μιας παράκαμψης της αποχέτευσης του υδατοειδούς υγρού από τον πάσχοντα οφθαλμό, με σκοπό την μείωση της ΕΟΠ. Η επέμβαση αυτή γίνεται με μικροχειρουργική στο χειρουργείο. Σε περιπτώσεις που έχουν προηγηθεί άλλες επεμβάσεις στον οφθαλμό, και η πιθανότητα επιτυχίας της τραμπεκουλεκτομής κρίνεται από τον γιατρό ότι είναι μειωμένη, μπορεί να γίνει αντιγλαυκωματική επέμβαση με τοποθέτηση αντιγλαυκωματικής βαλβίδας. Οι επεμβάσεις αυτές μπορούν να πραγματοποιηθούν σε χειρουργείο μιας ημέρας και απαιτούν συχνή οφθαλμολογική παρακολούθηση από τον θεράποντα οφθαλμίατρο, για τη διάγνωση και αντιμετώπιση πιθανών επιπλοκών.

Από μελέτες που έχουν γίνει, το περπάτημα και η αερόβιος άσκηση δρουν ευεργετικά στην μείωση της ΕΟΠ, ενώ αντιθέτως η συστηματική άρση βαρών μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της ενδοφθαλμίου πιέσεως. Είναι σημαντικό για όλους μας η προληπτική οφθαλμολογική εξέταση και κρίνεται επιβεβλημένη σε όσους έχουν κληρονομικό ιστορικό γλαυκώματος.

 

* Ο Ιωάννης Α. Μάλλιας είναι Χειρουργός Οφθαλμίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Clinical Fellow της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης.

Γράφει ο ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΜΑΛΛΙΑΣ* 

Προσοχή στις εξορμήσεις στην ύπαιθρο κατά την διάρκεια του Πάσχα, αλλά και ολόκληρη την άνοιξη, συνιστούν οι οφθαλμίατροι καθώς καιροφυλακτούν οι αλλεργίες. Η αλλεργική επιπεφυκίτιδα κάνει θραύση την εποχή αυτή, είναι ιδιαίτερα ενοχλητική και μπορεί να διαρκέσει και πάνω από μια εβδομάδα.

Όσοι υποφέρουν από αλλεργική επιπεφυκίτιδα και το γνωρίζουν, θα πρέπει προληπτικά να πάρουν τα φάρμακα τους πριν από την εξόρμηση τους. «Η χρήση των γυαλιών ηλίου και το συχνό πλύσιμο των χεριών μπορούν να μας προφυλάξουν από την αλλεργική επιπεφυκίτιδα».

Τα βασικά συμπτώματα της αλλεργικής επιπεφυκίτιδας είναι:

- Κοκκίνισμα των ματιών.

- Οίδημα ή πρήξιμο στα βλέφαρα και στον επιπεφυκότα.

- Δακρύρροια.

- Φαγούρα (είναι τόσο έντονη που δύσκολα μπορούμε να αντισταθούμε από το να τρίψουμε τα μάτια μας και φυσικά αυτό επιδεινώνει την κατάσταση).

- Τσούξιμο, αίσθημα ξένου σώματος.

- Πολλές από τις αλλεργικές εκδηλώσεις των ματιών συνοδεύονται από αλλεργικές εκδηλώσεις άλλων οργάνων, όπως η μύτη με τη μορφή της αλλεργικής ρινίτιδας.

Αντιμετώπιση επιπεφυκίτιδας

Οι κρύες κομπρέσες και το πλύσιμο των ματιών με άφθονο κρύο νερό από τη βρύση μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα και αυτός είναι ένας απλός τρόπος πρώτης αντιμετώπισης των συμπτωμάτων. Επίσης τα τεχνητά δάκρυα μπορούμε να τα χρησιμοποιούμε άφοβα και συχνά γιατί ξεπλένουν τα μάτια από τα αλλεργιογόνα, προστατεύουν τον κερατοειδή χιτώνα και ανακουφίζουν από το αίσθημα ξένου σώματος.

Αν τα συμπτώματα δεν υποχωρήσουν, χρειάζεται να χορηγηθεί θεραπεία από οφθαλμίατρο.

Υπάρχουν πολλών ειδών σκευάσματα σε μορφή κολλυρίων που μπορούν να δοθούν για την φαρμακευτική αντιμετώπιση των οφθαλμικών αλλεργιών. Οι κύριες κατηγορίες φαρμάκων είναι τα αντιισταμινικά, οι σταθεροποιητές των μαστοκυττάρων και τα κορτικοστεροειδή (κορτιζόνη).

Τα αντιισταμινικά αναστέλλουν τη δράση της ισταμίνης και κατά συνέπεια τη φαγούρα, το πρήξιμο (οίδημα), το κοκκίνισμα κτλ.. Οι σταθεροποιητές των μαστοκυττάρων δρουν προληπτικά ώστε όταν περάσει η δράση του αντισταμινικού και ξαναεκτεθούμε στο αλλεργιογόνο, να μην εμφανιστούν τα συμπτώματα καθόλου ή σε πολύ μικρότερο βαθμό.

Σήμερα υπάρχουν νέα και πολύ αποτελεσματικά αντιαλλεργικά φάρμακα που συνδυάζουν σε ένα κολλύριο και το αντισταμινικό και τον σταθεροποιητή των μαστοκυττάρων. Έτσι με την χρήση των σταγόνων αυτών δυο φορές την ημέρα, έχουμε μια καταπληκτική βελτίωση των συμπτωμάτων και της κλινικής εικόνας.

Τα παραπάνω φάρμακα και οι ειδικά οι σταθεροποιητές των μαστοκυττάρων μπορούν να δοθούν προληπτικά λίγο καιρό πριν ξεκινήσει η εποχή που εμφανίζεται η αλλεργία αν υπάρχει μια εποχιακή αλλεργική επιπεφυκίτιδα που μας κάνει να υποφέρουμε κάθε χρόνο. Η προληπτική αγωγή βοηθά στο να μην εκδηλωθεί η αλλεργία όταν εκτεθούμε στο αλλεργιογόνο».

Τα αντιισταμινικά από το στόμα σε μορφή χαπιών, είναι άλλο ένα όπλο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι οφθαλμίατροι, ειδικά σε άλλες μορφές αλλεργίας που αφορούν και άλλα όργανα, όπως η αλλεργική ρινίτιδα. Η δράση των χαπιών αυτών είναι αποτελεσματική και στις αλλεργικές επιπεφυκίτιδες αλλά είναι λιγότερο αποτελεσματική από την τοπική θεραπεία. Η τοπική θεραπεία αντίθετα, μπορεί να είναι αποτελεσματική και στην αλλεργική ρινίτιδα που συνοδεύει πολύ συχνά την αλλεργική επιπεφυκίτιδα καθότι τα κολλύρια περνούν στη μύτη μέσω του δακρυϊκού πόρου και την δακρυϊκής οδού.

Σύμφωνα με τους οφθαλμιάτρους, με τη σωστή διάγνωση και την κατάλληλη θεραπεία της οφθαλμικής αλλεργίας οι διαταραχές μπορούν να αντιμετωπισθούν και να βελτιωθούν σε σημαντικό βαθμό. Τα αλλεργικά άτομα είναι καλό να επισκέπτονται προληπτικά τον οφθαλμίατρό τους ώστε να προλάβουν και να θεραπεύσουν έγκαιρα τα συμπτώματά τους πριν αυτά γίνουν σημαντικά και ενοχλητικά.

 

* Ο Ιωάννης Α. Μάλλιας είναι Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Clinical Fellow της Οφθαλμολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top