FOLLOW US
Γιώργος Καμβυσέλλης

Γιώργος Καμβυσέλλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019 16:59

Διακοπάζουμε, ολέε!

Εύθυμα αλλά σοβαρά

Φαίνεται πως είμαι γκαντέμης. Όλα τα στραβά από τα στραβά και ανάποδα, μου λαχαίνουν, και δυσκολεύομαι να τα καταπιώ.

Διάβαζα που λες τις προάλλες, πως ένας μάλλον κονομημένος (αφού αντίθετα από τους πολλούς σαν εμάς διαθέτει και σκάφος αναψυχής) συμπολίτης μας, έκανε διακοπές στο όμορφο νησί της Σαπφούς, και να φανταστείτε πήγε ο καημένος με τη φαμίλια του να κάνει μπάνιο, απρόσκλητος και θρασύτατος, σε κάποια ιδιωτική πλαζ, και θέλανε λέει να τον πάρουν με τις πέτρες αντί να προθερμάνουν το νερό και να του παραχωρήσουν όλες τις ανέσεις.

Αναρωτιέμαι όμως αν στη δική του αυλή κατασκήνωναν μερικοί ανεπιθύμητοι, θα τους ανεχόταν;

Δε λέω, έπρεπε κι ο ιδιοκτήτης να ήταν πιο ευγενής, αλλά κανείς δεν ξέρει, τι τραβάει όλη μέρα και ίσως κάθε μέρα.

 

Διάλεξα ένα ερημικό κομμάτι γης να σάξω κι εγώ το σπιτικό μου. Όχι εξοχικό. Πρώτη και μοναδική κατοικία. Μπροστά, η θάλασσα. Συχνά το καλοκαίρι έρχονται άγνωστοι και θρονιάζονται στη πόρτα μου μπροστά που έχει ένα αρμυρίκι φυτεμένο από τα χέρια μου. Επειδή όμως φημίζομαι για την μη κοινωνικότητά μου και μ’ αρέσει να κάνω τον ερημίτη, έχω την υπομονή και ηρεμία και πάω παραπέρα, για να απολαύσει αυτός αντ’ εμού τον δικό μου χώρο. Αν όμως αυτό γίνεται συχνά, έχει ο άλλος τόση υπομονή;

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο περί ού ο λόγος «φουκαράς», είχε κι άλλη περιπέτεια.

Ένας επαγγελματίας ψαράς λέει, που ήθελε να ρίξει δίχτυα, του μίλησε άσχημα, και δεν ντράπηκε που ήταν και παππούς, (γιατί και το εγγόνι του μίλησε απότομα), και τον ανάγκασε να πάρει το σκάφος του από τον τόπο όπου αυθαίρετα είχε αγκυροβολημένο προκειμένου να απολαύσει το θαυμάσιο μενού στη διπλανή ταβέρνα!

Τώρα, τη δουλειά του και το ψωμί των παιδιών του έπρεπε να κοιτάει ο γεροντάκος, ή την αλαζονική διασκέδαση του «ματσό» παραθεριστή;

 

Το ηθικό δίδαγμα από την θλιβερή τούτη καταγγελία του επι(εκ)δρομέως είναι, ότι «βασιλικιά διαταγή και τα σκυλιά δεμένα». Όλοι να σταματήσουν τις δουλειές τους για την καλοπέραση τη δική του. Δημοκρατικά πράματα δηλαδή!

Στο δε χωριό μου το λένε «ήρθαν τα άγρια να διώξουν τα ήμερα».

Αν όμως αγαπητέ μου διαμαρτυρόμενε είχες τέτοιες απαιτήσεις εδώ στα μέρη μας, Χανιά ή Ρέθυμνο μεριά, θα έφευγες νύχτα κι ίσως με το σκάφος σου βουλιαγμένο. Και μην μου πεις ότι η Κρήτη δεν έχει τουρισμό; Ή ότι είναι αγριανθρώποι οι Κρητικοί; Απλά απαιτούν να υπολογίζει και να σέβεται ο άλλος τον ιδρώτα τους.

Κι απορώ όταν διαβάζω στη συνέχεια να απειλεί ο ίδιος, ότι αν συνεχιστούν να συμβαίνουν τέτοιες εις βάρος του «εγκληματικές ενέργειες», θα γίνει λέει πρώτη είδηση στο CNN (όπα ρε μεγάλε!) και στον διεθνή τύπο! Αυτό σημαίνει φονικό με ποταμάκι το αίμα να ρέει εν είδει αρτεσιανού!

Μα είναι σοβαρά λόγια αυτά κύριέ μου;

Να σου πω κάτι; Αν εσύ δεν μας πας και μας απειλείς πως δεν θα ξανάρθεις, κι εμείς, τέτοιους τουρίστες, δεν τους θέλουμε. Δεν είναι μπορετό να σκύψουμε για να μας …

Και διερωτώμαι πάλι. Αν μόνο σ’ αυτόν τον επισκέπτη ανάμεσα στις χιλιάδες άλλους, τύχανε τρία «φρικτά» περιστατικά, ποιος άραγες φταίει;

 

Ξέρετε ποιο ήταν το τρίτο; Δεν τον άφησαν, λέει, να ρίξει, (αν είναι δυνατόν!) το παραγάδι του εκεί που γούσταρε, γιατί φευ, ήταν η θέση που θα το έριχναν οι ντόπιοι ψαράδες!

 

Προσωπικά έχω την άποψη ότι οι νησιώτες μας είναι ευγενικοί και άνθρωποι με κουλτούρα, φτάνει να βρουν παρόμοια χαρακτηριστικά απέναντί τους.

Και νομίζω πως δυσφημίζεται ο τόπος μας με τέτοιες ανακοινώσεις στον τύπο.

Συμπίπτει βλέπετε να διαβάζουν κι άλλοι την εφημερίδα!

 

Κάτι ακόμα. Όπως ο τουρίστας θέλει να βρει πολιτισμό εκεί που πάει, το ίδιο κι οι ντόπιοι βιοπαλαιστές θέλουν οι τουρίστες να έχουν επίσης πολιτισμό.

Χρειάζεται κι από τις δυο πλευρές ένα πράμα σα συσπανσιόν, ή σα τα λάστιχα που βάζουν στα πλάγια της βάρκας, για να απορροφούν τους κραδασμούς και να απαλύνουν τα δυνατά χτυπήματα!

Αυτό το δυσεύρετο δώρο Θεού, το λέμε, ευγένεια!

 

Ως πότε,

τον πόνο μας,

αγύρτες

θα πουλάτε;

Τα ξέρετε, μα ας θυμηθούμε τους Αχαιούς που χρόνια πολιορκούσαν την Τροία, πρωτεύουσα της Τρωάδας, κι ήταν απόρθητη.

Ο πολυμήχανος όμως Οδυσσέας επινόησε την κατασκευή ενός ξύλινου αλόγου μέσα στο οποίο μπήκαν οι πιο γενναίοι πολεμιστές και το άφησαν έξω από τα τείχη, ενώ οι υπόλοιποι προσποιήθηκαν ότι έφευγαν. Είδαν οι Τρώες το ξύλινο άλογο, το θαύμαζαν, νόμισαν πως ήταν αφιέρωμα των Ελλήνων προς τους Θεούς, σκέφτηκαν να το πάρουν μέσα, αλλά ο Λαοκόων, ιερέας του Απόλλωνα, φοβήθηκε μπας κι είναι παγίδα, χτύπησε με ένα δόρυ τα πλευρά του αλόγου, και κατάλαβε ότι μέσα ήταν κούφιο. Οι Θεοί των Αχαιών τότε, έστειλαν αμέσως δράκοντες και τον σκότωσαν μαζί με ένα γιο του. Οι Τρώες το θεώρησαν θεία, για τη δυσπιστία του, τιμωρία, κι αφού γκρέμισαν ένα μέρος από τα τείχη, έβαλαν μέσα στην πόλη τον Δούρειο Ίππο. Κι ήρθε η νύχτα, με τους Τρώες να πανηγυρίζουν, τους Έλληνες να επιστρέφουν με τα καράβια, τους γενναίους πολεμιστές να βγαίνουν από την κοιλιά του αλόγου και την Τροία να κυριεύεται από τους Αχαιούς…

Θα μου πείτε, πού κολλάει αυτό μέσα στην ακμάζουσα βιομηχανία μας, την ανεξαρτησία κι ευημερία μας, την έξοδό μας από την κρίση και τις απανωτές, σαν τρωική καταιγίδα, υποσχέσεις που μας ανακοινώνουν οι κυβερνώντες μας, και τις αλλότριες διαπιστώσεις ότι όλα στην Ελλάδα μας πάνε παραπάνω από καλά; Ακόμα κι οι κότες μας, κατά τα λεγόμενα τους, γεννάνε χρυσά αυγά.

Σωστά. Είμαι φαίνεται από άλλο ανέκδοτο.

Κι η κακοπιστία μου, η φοβία μου, με κάνουν μύωπα.

Δεν βλέπω επί τέλους την μεγάλη ιστορική στιγμή; Την για πρώτη φορά στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας μεγάλη μέρα που επιμένουν ότι μας κάνει υπερήφανους σαν Έλληνες, γιατί πουλήσαμε την ελευθερία και περιουσία μας, υποθηκεύσαμε την εθνική μας κυριαρχία και το μέλλον των παιδιών μας για να πληρώσουμε τους τόκους των δανείων;

Σωστά! Ουδεμία αμφιβολία ότι πρόκειται για ιστορική περίοδο. Όχι προεκλογική. Όχι, προς Θεού. Εξ άλλου πολλές ιστορικές μέρες υπάρχουν για την πατρίδα μας, χωρίς να είμαστε και υπερήφανοι για όλες.

Ακούμε τυμπανοκρουσίες, ντουντούκες και καραμούζες, διαγγέλματα και συνεντεύξεις εθνοπατέρων, αναγγελία έργων μελλοντικών, πλεονάσματα και τον τελάλη να φωνάζει.

«Γιορτάστε κόσμε! Δεν πτωχεύσαμε ακόμη!».

Ζητωκραυγάζουν, χωρίς να το πολυπιστεύει ο πολίτης, ότι σωθήκαμε.

Και οι ευρωπαίοι, που τρέμει το φυλλοκάρδι τους για τα φιλικά τους κόμματα μη βυθιστούνε, βάλανε κι αυτοί προσωπίδες, οι μασκαράδες, μας αναβαπτίσανε, κι από τη μια στιγμή στην άλλη, από κλέφτες, τεμπέληδες, διεφθαρμένοι, ασυνεπείς και κατακριτέοι που ήμασταν, (που μας βάλανε επιστάτες με βούρδουλα για να πληρώνουμε τις τοκογλυφικές δόσεις) γίναμε τίμιοι, συνεπείς, τα καταφέραμε, λένε, είμαστε οι πιο σωστοί ευρωπαίοι, πετάνε και κάτι χαζά ελληνικά να πιστέψουμε πως είναι φίλοι μας, και παράλληλα εκφέρουν υπογείως την επιθυμία (προσταγή) τους, ποιο κόμμα θέλουν και πρέπει να εκλέξουμε για να μας κυβερνήσει, χωρίς τη δική τους καθοδήγηση.

Με άλλα λόγια, από αγάπη, ωμή, απροκάλυπτη παρέμβαση στην πολιτική μας ζωή.

Πέστε τους όμως, πως δεν πουλάει πια αυτό το παραμύθι. Ας σταματήσουν να φιλάνε ή να γλύφουν (διάλεξε) τώρα, αυτό που μέχρι χτες δάγκωναν, για να κρατήσουν υπό κατοχή τον ελληνικό λαό.

Όχι κύριοι, δεν παραπλανόμαστε άλλο.

Δεν ανοίγουμε τις καστρόπορτες της πατρίδας μας, της ψυχής μας, να μπει μέσα ο σύγχρονος Δούρειος Ίππος, γιατί οι Έλληνες έχουμε και ψυχή άμα θέλουμε, και τώρα, το θέλουμε,. Είναι φτηνή απομίμηση, πέστε τους.

Φίλε αναγνώστη, σαν έρθει η ώρα, σκέψου, και γίνε Λαοκόων και χτύπα το δόρυ στα πλευρά του αλόγου. Μπας κι είναι γεμάτο πολεμιστές με δώρα, αερόλογα και ψεύτικα χαμόγελα;

 

Κυριακή, 28 Απριλίου 2019 12:11

Κείνο το Πάσχα… με τον Στέφανο…

Χρόνια πολλά ήντονε φευγάτοι και να λαχταρούσαν την πατρίδα.

Η Λένη, γεννημένη Αμερική, μεγαλωμένη με βάσανα κι αγώνα από τους δυο γονιούς της, Γιώργη και Μιχαλία. Είκοσι χρόνια αυτοί ήντουσαν στη Νέα Υόρκη ερχομένοι από χωριό της Καλαμάτας. Σε δρόμους διαλεγμένους, πολυσύχναστους στεκόντουσαν μαζί μ’ ένα τροχήλατο καρότσι με κάρβουνα και διάφορα φαγώσιμα γιομάτο. Αναμμένα κάρβουνα είχανε και ψήνανε καλαμπόκια, χάμπουρκερ, λουκάνικα και λαχταριστά για τους Αμερικάνους σουβλάκια. Κρύο, χιονιάς και ζέστη, με υγρασία, δυσβάσταχτες μέρες στεκόντουσαν στο πεζοδρόμιο το ευρύχωρο και στη θράκα ψήνανε. Μοσκομύριζε απ’ άκρη ως άκρη ο δρόμος και γύρω τα μεγάλα σπίτια. Πολύ δουλειά, σκληρή δουλειά, μα και τα δολάρια μαζεμένα κάθε μέρα.

Κι ο Γιακουμής, από Ελλάδα ερχομένος όχι και πολλά χρόνια, στο μεγάλο χωνευτήρι, τη Νέα Υόρκη, από ανέχεια που η μικροχήρα μάνα του τον έβαλε μαθητευόμενο τσαγκάρη γιατί μπάλα έπαιζε σαν παιδί κι απόμεινε μετεξεταστέος. Κι ο νόμος ο δικός της απαράβατος. «Όποιος χάσει μαθήματα, θα σταματήσει το γυμνάσιο και πρόβατα θα βόσκει» έλεγε, το πίστευε κι εφάρμοσέ το στο φουκαρά το Γιακουμή, που ως τα βαθιά γεράματά του με παράπονο έλεγε, «είμαι αδερφός δευτέρας κατηγορίας» στους άλλους τρεις που, μπάλα δεν πέσανε και σκολειά πολλά τελειώσανε.

Σε εργοστάσιο δούλευαν κι οι δυο, ο Γιακουμής κι η Λένη. Γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν και βάλανε το στεφάνι. Δουλειά πολλή, δολάρια πολλά, καλή ζωή κι ένα κοπέλι εκάμαν.

Λαχτάρισαν πολύ, πατρίδα και μητέρα, κι αποφασίσανε να έρθουνε για Πάσχα στην πατρίδα. Γύρω στο 1970.

Στου αδερφού τους, του Φάνη, με τα λεφτά τα μπόλικα, θα μένανε, μα ζήτησαν στου πιο μικρού, του φουκαρά του Στέφανου, να κάνουνε Ανάσταση, μια και νοικοκύρης ήτανε και κρατούσε την παράδοση που από πολύ μικροί, όλοι μαζί, διπλοποδισμένοι στο χαμηλό σοφρά τρώγανε μετά απ’ την Ανάσταση συκώτι τηγανητό, αυγά κόκκινα και το πιο νόστιμο κι ελκυστικό, πανέμορφη πατσά με αυγολέμονο. Και πού το θυμηθήκανε, οι ευλογημένοι!

Στέφανε εσύ μονάχα ξέρεις να κάνεις πατσά να φάμε της Ανάστασης το βράδυ, του είπανε λαχταριστοί κι ανυπόμονοι.

Έξυσε το κεφάλι του, συμφώνησε ο μικρός αδερφός, Μεγάλη Πέμπτη απόγεμα, μια και δυο, στην κεντρική αγορά για εντόσθια, σκόρδα κι όλα τα χρειαζούμενα. Τα έβαλε ψυγείο, πέρασε η νύχτα, την άλλη μέρα πρωί-πρωί, στο υπουργείο υπάλληλος που ήτανε κάτι να κάνει και γρήγορα γύρισε τρεχάτος να τα ετοιμάσουν όλα, μαζί με τη γυναίκα του την Ερωφίλη, μια και μόνη της, δεν τα κατάφερνε στην πατσά, λέει.

Μα ως πήγε σπίτι, βλέπει τη γυναίκα και τη μικρή κόρη τους με πυρετό στο κρεβάτι. Στεναχωρέθηκε πολύ, μα και το χατίρι του Γιακουμή να χαλάσει χρονιάρες μέρες, δεν μπορούσε. Βάλθηκε, ολόμονος, μια να τρέχει στους αρρώστους και μια στην κουζίνα. Έπλυνε σχολαστικά κοιλιά και εντεράκια, κι ας έλεγαν πως νόστιμη βγαίνει η πατσά πολύ καθαρή αν δεν ήταν. Αυτός, λεπτομερώς τα καθάρισε τα έπλυνε και τα ’βαλε στη χύτρα μια και βιαζόταν να τελειώσει να πάει και στο φαρμακείο. Μεγάλη Παρασκευή απόψε, κοντοζύγωνε το μεσημέρι, έπρεπε ως το βράδυ να τελειώσει. Την άλλη μέρα, ο Γιακουμής κι η Λένη, θα ερχόντουσαν, να παν και στην εκκλησιά μαζωμένοι.

Μα ξάφνου, σεισμός λες κι έγινε, μια έκρηξη κούνησε το σπίτι ολάκερο, θαρρείς, και σαν τρελός τρέχει στην κουζίνα. Τι να δει. Η χύτρα με τα πολλά εντόσθια και λίγο το νερό, έφραξε, κι η βαλβίδα ανακούφισης, μπααμ, πετάχτηκε ως το ταβάνι μετατρέποντας την κουζίνα σε θάλαμο αερίων.

Τι να κάνει ο φουκαράς, γυναίκα και κοριτσάκι άρρωστα, και περιμένανε αντιβιοτικό ως τους συμβούλεψε η γειτόνισσά τους, η Πούπα, Ιταλιάνα από τη Φλωρεντία, χρόνια παντρεμένη με αρχιτέκτονα καλοβαλμένο στην Αθήνα.

Αφήκε όλα να στάζουν και να μυρίζουν πατσαλίκια χωρίς το σκορδοστούπι, τρέχει στο φαρμακείο, παίρνει τα φάρμακα και πίσω στην κουζίνα να καθαρίσει. Μα τι να καθαρίσει που καθαρισμό δεν είχαν, κι αυτός άμαθος στη δουλειά ετούτη; Θέλησε η γυναίκα του να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι να βοηθήσει δεν την άφησε.

Εσύ κι η μικρή εδώ, πάρτε τα φάρμακα και μην κουνήσετε. Αύριο θα έρθει ο Γιακουμής με τη Λένη, να είστε καλά για την Ανάσταση.

Κι έτσι, μονάχος του, λέρωνε και καθάριζε, σκούπιζε κι ασκούπιστα απομένανε, τα φασκελοκουκούλωσε, πήρε το μισάδειο πορτοφόλι, άντε πάλι στην κεντρική κρεαταγορά στην οδό Αθηνάς, για καινούργια πατσαλίκια.

Μην τα πολυλογώ, βράδιασε, γυναίκα και κοριτσάκι κοιμήθηκαν, αυτός έφαγε λίγο χαλβά και πετιμέζι με λάδι, ανασκουμπώθηκε όχι για να μαλώσει, μα για να βαλθεί πάλι σε καινούργιο καθάρισμα, πλύσιμο ξαναπλύσιμο (κι ας του λέγανε πως η πατσά είναι πιο νόστιμη αν είναι λίγο βρώμικη, δεν τον πείθανε) τρίψιμο και ξανατρίψιμο, γινήκανε άσπρα αστραφτερά σαν τα μαυρισμένα δόντια του. Δεν τα ξανάβαλε στη χύτρα, που σκεφτότανε να την πετάξουν την άλλη μέρα αν δεν γρίνιαζε η γυναίκα του, και βολεύτηκε με την συνηθισμένη κατσαρόλα. Το πόσες ώρες βράζανε δε θυμότανε να μου πει, όμως θυμότανε καλά, πως όλη την νύχτα δεν έκλεισε μάτι, γιατί ο μεγαλύτερός του αδερφός ο Γιακουμής ήθελε πατροπαράδοτη πατσά να φάει και δεν του ήτανε, του φουκαρά, δυνατόν χατίρι να του χαλάσει. Ας του έλεγε κι ο Γιακουμής περιφρονητικά, πως ήτανε «αδερφός δεύτερης κατηγορίας» με τα πολλά όμως, μάτσο, τα δολάρια στην τσέπη του.

Έδωκε ο Θεός, σβήσανε του ουρανού τα καντηλέρια, αχνόφεξε, ξημέρωσε για καλά, κι ίσα που κοπάναγε τα σκόρδα να τα ανακατώσει με το ξύδι κι υστερνά το αυγολέμονο, να αποτελειώσει τον ιστορικό ετούτον πατσά για να ευχαριστήσει τον αδερφό του και τη γυναίκα του που τόσα μίλια διασχίσανε για να έρθουν από Αμερική να φάνε πατσά, όπως, τότε, πριν τριάντα χρόνια, διπλοπόδι στο σοφρά, πέντε παιδιά να βουτάνε στην ίδια γαβάθα με πατσά κι ό,τι προλάβει ο καθένας.

Φάγανε, λοιπόν, φχαριστηθήκανε, μόνο που λίαν ευγενικά του είπανε ότι στην εκκλησία, όλοι οι πιστοί κοιτούσανε τον Στέφανο και βαστούσανε τη μύτη τους γιατί, ως φαίνεται, δεν μπορούσανε να αντέξουν την σκορδοστουπίλα που μύριζε ολάκερος σαν καλοβρασμένη πατσά.

Καλή Ανάσταση,

σας εύχομαι φίλοι μου και καλή όρεξη σε μαγειρίτσα ή πατσά αν προτιμάτε φτιαγμένη από, τον γηραιό πλέον, μα ακμαίο ακόμα Στέφανο, στο σπίτι του. Αν μπορείτε βοηθήστε να καθαρίσει κι η κουζίνα του!

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019 15:32

Αποκλεισμένος κοντά ένα μήνα

Βδομάδες τρεις περασμένες ολότελα ήτανε, που είχε γιομίσει μαυροσύννεφα παχιά κι αγριεμένα, να πυκνώνουν, να πυρακτώνονται, να ανάφτουν ως καταχτυπιόντουσαν με αστραποβρόντια, κι όλο φοβέρα και κίντυνο για τους θνητούς, που κακοποιούμε το περιβάλλον και τούτο με τη σειρά του μας εκδικείται, κι είναι καιρός σοφότερα να σκεφτούμε και πράξουμε, τα μαύρα σύννεφα, λέω, δεν αντέχανε τόσο νερό να κουβαλούνε και ώρες πολλές το ρίχνανε μαζωμένο στη γης, που δεν πρόφταινε να το καλοδεχτεί μέσα της, να το τραβήξει, και γίνηκε ρυάκια, μικροποταμάκια και χείμαρροι ορμητικοί κι επικίνδυνοι. Κρεμασμένοι, θυμάμαι, όλοι στα ερτζιανά κύματα με την ανάσα κομμένη απαντέχαμε τι γίνανε να μάθουμε, πέρα στο Ηράκλειο, το παλικάρι κι οι κοπελιές που γυρνάγανε από γάμο χαρούμενοι και στο διάβα τους από τέτοιο φονιά χείμαρρο παρασυρθήκανε. Κλάψαμε σαν ήρθε το φοβερό μαντάτο. Κι οι τέσσερεις, ω Θε μου, πνιγμένοι βρεθήκανε. Φρίκη! Σ’ όλη την επικράτεια απλώθηκε ο πόνος ο δυσβάσταχτος.

Και να. Ίσα που πάσκιζα όλα τούτα στο νου μου να τα παραμερίσω, πάλι από βοριά ερχόμενα μαυρισμένα, όλο φοβέρα και θάνατο τα σύννεφα, αδειάσανε το πολύτιμο σε καιρό λειψυδρίας φορτίο τους πάλι εδώ στην Κρήτη. Γιομίσανε δρόμοι και βουνά ρυάκια και μικρομέγαλους χειμάρρους.

Κι αρχίνιξε το δαιμόνιο μαντατοφόρο τρυποκάρδι να ροκανίζει νιόβγαλτα φτέρουγα στ’ απανώχειλό μου και στης καρδιάς το δίχασμα, σαν ένοιωθα να βομβαρδίζεται διαδίκτυο και τηλεόραση, «νέα εισβολή προβλέπεται σε τρεις μέρες με έντονες βροχοπτώσεις, αέρα και κρύο τσουχτερό…», λέγανε ,και μας έβρισκε ανέτοιμους να το δεχτούμε. Τρεις μέρες είχανε ολότελα περάσει με τη μεγάλη νεροποντή και μια νύχτα ολάκερη πάλι έβρεχε και με το που άνοιξα τα μάτια μου το πρωί ανατριχιαστικά κουδούνισε το τηλέφωνο.

Λέγετε…

Είστε καλά κύριε Γιώργο, ακούστηκε τρομαγμένη η φωνή της Ειρήνης από τον πάνω μαχαλά, αγαπημένης γυναίκας του Δημήτρη, με πολύ εχτίμηση από μέρους μας στη φαμίλια τους ολάκερη.

Τι συμβαίνει, ρώτησα ανήσυχος.

Δίπλα σας τα χωράφια είναι μια λίμνη. Κι εμείς αποκλεισμένοι είμαστε, δεν ξέρω στα ζωντανά τα κακόμοιρα πως θα πάμε να τα ταΐσουμε…

Σχεδόν κρεμάστηκε το ακουστικό στο χέρι μου κι ίσα που πρόκανα να την ευχαριστήσω.

Έριξα το πανωφόρι βιαστικά στους ώμους μου, ξεπόρτισα βιαστικός, θόλωσε ο νους μου, τα γόνατά μου λύγισαν. Ομορφοφτιαχμένο, με μεράκι, κόπο κι έξοδα δυσβάσταχτα ο γείτονάς μου ο Φειδίας, αμπελάκι ορεξάτο είχε πριν δυο χρόνια φυτεμένο και σήμερα ήτανε μια λίμνη και το νερό σαν χείμαρρος να τρέχει. Δυο σειρές κλήματα είχανε απομείνει και το νερό και στο δικό μας χωράφι με κλήματα, ξινόδεντρα κι ελιές φυτεμένο και στη μέση το σπιτικό μας είχε ορμήσει. Κι η μεγάλη ξώπορτα, σίδερο και ξύλο γερό φτιαγμένη, κείτονταν στη λασπωμένη γης.

Φάνηκε κι η συμβία μου λιπόψυχη κι ευαίσθητη, μόναχα που δεν έκλαιγε.

Δοξάσαμε τον Θεό που δε γίνανε τα χειρότερα κι ας μην μας είχε μείνει δρόμος να περάσουμε, να βγούμε από το υποστατικό μου. Ήρθε ο εργάτης, έφτιαξε πρόχειρα την πόρτα. Κι αφήσαμε τα υπόλοιπα για στερνότερα. Να περάσουν οι βροχές. Κι ήρθε πάλι από την τηλεόραση το άλλο φριχτό μαντάτο πως ένας κτηνοτρόφος, τα ζωντανά του να ταΐσει πήγαινε, κι ο δυστυχής παρασύρθηκε από το χείμαρρο, πάει, ορφάνεψε μια οικογένεια ακόμα.

Κι ο κίντυνος θαρρέσαμε πως, πάει, πέρασε. Πολλές βροχές, φχαριστούμε Θεέ μου, γιομίσανε οι δεξαμενές όλες της γης, από παντού αναβλύζει το νερό, φτάνει, παρακαλώ Σε, για φέτος.

Μα πάλι κάτι έδειξε ο δορυφόρος, να, καινούργια προειδοποίηση της Μετεωρολογικής Υπηρεσίας: «Ψυχρό μέτωπο, με κρύο βροχές και καταιγίδες. Προσοχή…».

Άδικα πάσκιζα να ξεδιαλύνω όνειρο ή όραμα ή ξυπνητός για, κοιμισμένος ήμουνα με τα μάτια ορθάνοιχτα, γιομάτα τρόμο μην και κατέβει ορμητικό χιλιάδες τόνοι το νερό απ’ τα βουνά και βρεθούμε μεσ’ στο σκοτάδι κυλισμένοι προς το αγριεμένο θαλασσόνερο που γυάλιζε μακάβρια στο πηχτό σκοτάδι. Κι απόμεινα μπροστά στα αγιασμένα με το φωτοστέφανο πρόσωπα του Χριστού, της Παναγιάς και των Αγίων, που με παρηγορούσανε στην ανατολική μεριά της κάμαρης. Κι ο νους μου αλλού. Χιλιάδες μίλια προς τα δυτικά. Εκεί, στο μακρινό Μαϊάμι που κρεμασμένη στο τηλέφωνο η στερνοθυγατέρα μας, βουτηγμένη στο δυνατό τέντωμα των νευρώνων, βαριανάσαινε και χαλάρωνε τη φωνή της μην και μας δώσει πιότερο φόβο στον τρόμο μας.

Κι ο ποταμός, γιομάτος νερό λάσπη ξύλα κι ό,τι εύρισκε ομπρός του κουβαλημένα, να μη χωρεί στο καινούργιο γεφύρι να σκαρφαλώνει από πάνω, να παρασέρνει ελιές στο διάβα του, να φτάνει προς τη θάλασσα μαζί με σύγκορμα αρμυρίκια εκεί στο δρόμο τον ασφαλτοστρωμένο και μπογιάντιζε καφετιά τη θάλασσα. Και να μουγγρίζει στο διάβα του. Και τα νεύρα μας παράλυτα να μας βυθίζουν στο χάος.

Κι αν σπάσει πάλι ο ποταμός; Γρύλισε έντρομη από δίπλα η γυναίκα μου.

Μη φοβάσαι το σπίτι στέρεο είναι, πάσκισα να της δώσω θάρρος.

Μα για να δώσεις θάρρος πρέπει να το έχεις μέσα σου και να το μεταλαμπαδέψεις. Για τούτο και την άρπαξα από το δεξί το χέρι. Πού να το βρω το θάρρος μπροστά στον άμεσο τον κίνδυνο;

Πάμε.

Τρελάθηκες; Πού να πάμε.

Απέναντι. Στο άλλο το σπίτι με τα πιο δυνατά θεμέλια με τα δυο μέτρα τα πέδιλά του μέσα στη γης. Αυτό δεν κινδυνεύει σαν ετούτο στο μάτι το κυκλώνα στο μέρος που πρώτα θα χτυπήσει του νερού η δύναμη. Δεν έχει γερά θεμέλια. Μπορεί και να το ξηλώσει ολάκερο.

Μα αυτή, πιο φοβητσιάρα και συντηρητική, δυσκολευότανε την απόφαση να πάρει. Όμως έπρεπε. Για πιότερη ασφάλεια. Περιθώρια σκέψης κι αλλιώτικης αντίδρασης δεν υπήρχανε, την αρπώ δυνατά από το χέρι, την αγκάλιασα, τη φίλησα, «πάμε αγάπη μου» της είπα προσποιητά ήρεμα και την τράβηξα ελαφρά ώσπου το αποφάσισε, και μεσ’ στη βροχή, με την ομπρέλα να αναποδογυρίζει στον δυνατόν αγέρα, βρεθήκαμε, ολόβρεχτοι, είκοσι μέτρα μακριά, ανεβήκαμε τα λιγοστά σκαλιά και μπήκαμε στο πετρόχτιστο υπερυψωμένο σπίτι που μένει όταν έρχεται η θυγατέρα μας, ετούτη που κρεμότανε στο τηλέφωνο να μας ενθαρρύνει ψυχικά από το μακρινό Μαϊάμι.

Κι ως έριξα λίγα λιόκλαδα στο τζάκι, ως έβαλα δαδί για προσάναμμα κι έριξα σπίρτο αναμμένο, τσακ, σβήνει το φως. Κι απομείναμε στο αντιφέγγισμα των ξύλων που βρεμένα κι αυτά δυσκολευότανε να ανάψουν κι ένα κερί που βρέθηκε στο τραπέζι.

Πολλά τα νερά, δυο μέτρα πάνω κάτω βροχή έπεσε, δε χώραγε στη γης, γινήκανε ποτάμια όλα τριγύρω. Πάει κι ο πετρόχτιστος ο τοίχος, δεν άντεξε, ευτύχημα που το σπίτι σώθηκε και προ παντός εμείς κι ας μην είχαμε φως για δυο μέρες και τηλέφωνο και ιντερνέτ για κοντά ένα μήνα. Φάρμακα, ταχυδρομικό περιστέρι ο Παναγιώτης, μας τα έφερνε, συνταγές τηλεφωνικά, με το κινητό οι γιατροί μας τις δίνανε κι ο φαρμακοποιός όταν βγήκαμε από δω, τότε πληρώθηκε. Ας είναι καλά ο κόσμος. Κατά δύναμη νοιαστήκανε, δεν έχω παράπονο και ξεχωρίζω τον ψαρά και κτηνοτρόφο το Γιώργη που επέμενε «Ό,τι ώρα με χρειαστείς, Γιώργο, πάρε με να τρέξω» έλεγε και το πίστευε. Και το Γιάννη τον ταβερνιάρη φχαριστώ. Τρεις φορές πέρασε κι ας μην τον ακούσαμε όταν φώναζε.

Δοξάζω τον Θεό, ετούτα ήτανε τα παθήματά μας, αμελητέα μπρος τα χειρότερα, τον ευχαριστώ που μας αγαπάει και μας προστάτεψε.

Κι ας ήμασταν αποκλεισμένοι ένα σχεδόν μήνα χωρίς δρόμο και τηλέφωνο. Ήρθε ο Δήμαρχος ο Σταθάκης, δυο φορές, με τις γαλότσες, μας έδωσε κουράγιο κι αγάπη, απ’ έξω, πώς να μπει στο σπίτι; Δεν μπορούσε. Φρόντισε, κάνανε προσωρινά δρόμο μέσα από το διπλανό αμπέλι που τώρα είναι πέτρες και χαλίκια, κυκλοφορώ, τον ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά.

Κι η ζωή συνεχίζεται. Όμορφη όπως πάντα, με αισιοδοξία και όνειρα, βλέποντας το ποτήρι πάντα μισογεμάτο, ποτέ μισοάδειο.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019 16:39

Π’ έφνα βρε βόδ! (ή του καλουσόρσμα)

H Μυτιλήν μας είνει ένα τρανό χουργιό, τσ’ όμουρφου, τσι πουλύ του απουθύμσα που ‘χα κουσουχτώ στρουτζλά τς ουλόκληρα χρουνέλια να ρθου έφτου, να του ξιλαχταρήξου τσι να φλίσου του χουματέλι τς του αγιασμένου, ν’ ανισκθώ.

Μή κακουβάλτει για κι αφιντιά μ’, μη πα τσι μι ξιλουγιάσαν οι παστριτσές μεσ’ τσ’ Αθήνας τα ρουπάτσια, τσι απαρνήθκα κι η θειά μ’ κι Αμειρσούδα μι τα βρατσιά τα τρία τα όμουρφα, τσινούργια τσι μιγάλα-μιγάλα, μέχρι να βγάλ του ένα τα δυό τα κατουρεί. Άϊ βρε, πού να βρω σ τς οι προυτιβουσιάνεις βρατσί: Ριμνώ, λουγιάζου, κίπουτα. Μού ‘παν για έφτο του, τι λουγιά του λεν βρε μουρέλια μ’; …τάνγκα δε του λέν; Έϊδετς όμους που ‘μει κουματέλ ζαβακλής, α πα να του πιάσου, α μπιρδιφτώ, μπουρεί τσι να του πειράσου για σβιντόνα, α πάγου για κουτσίφ(ια)…

Γι’ αυτό, λέγου πράμα απ’ του τόπους, κι ας ειν’ τσι μπαλουμένου. Πήγα στου χουριό μ’ τα Τιλώνια, είπα του καμό μ’, ήμνταν τσι κουματέλ αβτζής δε μι πστέφκαν, μού ‘παν, σα δε πδήκ’ς τουν Ησαΐα, δεν έχ’ η νύχτα μιγαλεία, τι να κάνου; Τουν πήδξα, έβαλα κι κουλούρα, μ’ κι η δώκαν. Του Φιφέλ{ι}. Ένα κουρτσέλ{ι}!! να του πιεις μες του πουκήρ.. Καλή πρεπ’ να ‘νει, γιατί σαράντα τρία χρόνια μη παλαίβγ, τσι δε λεγ να μι σκείλ’ π’ έφτου π’ ούρθα. Για, πουλύ καλή είνει, για, θελ ν’ αγιάσ(ει).

Ήθιλα η κατσπουδγιάρς να κάθουμει έφτου, να σουλατσάρου, τσήπους τσι μακρύ γυαλός, τς Μυτιλήνς μας γι αφαλός, αμ, παράδεις εν είχα, δλιά εν είχα, γίνκα τσι γω, σύντεκνος επα έ, μ’ δώκαν δλιά τσι παράδες∙ λιγ{οι} ήνταν, αλλά πουρεύουμ’∙ δε μ’ δίναν όμους άδεια! γιοκ πατρίδα. Κάναμει τσι δυό μπασταρδέλια, κνίστα -κνίστα κουματέλ σα βαρκούλα σα καϊκέλ, άϊντι να μεγαλώσουν να βγούν π του λαγκόν μας, τρώγαμει απ’ αλάργα τς’ σαρδιλούδεις τσι τα χτένια τς’ Καλλουνής. Μας έστειρνει τς η Μάρκους κανένα κασκαβάλ, του ρίχναμει μες του λάδ, ξιχμουνιάζαμει. Πέρνα η τσιρός, λέγαμει, άϊ τ χρόν του καλουτσέρ θα κουλμπούμει ‘πκιάλ’ μπάντα τ’ αφαλού, στα τσαμάκια.

«Άλλαι αι βουλαί ανθρώπων» όμους, Μάης τσι φουσκουδιντριές, πειτάξαμει του στειρνουβύζ, αϊντι πάλιιι, γω του κνώ τσι τσίνου σκούζ, κόντηψα α του σκάσου σα καρπούζ. Φτου τσι πκι αρχή.

Μαθαίναμει πτα τέλια, πως πια σκη Μυτιλνούλα μας, αρχόγκ τσι φουκαράδεις, δε ζουν πια ακρυφά πτου Θγιό, τσι μ’ λέγαν τσι γι αθρώπ’ τσι μεις πιο καλά πειρνούμει. Ζλεύγαμει πούχειτει τς’ έφτου ξιβράκουτεις τουρίστριεις, αμ, κεί λουγιά μαθέ να ρθούμει; Θμήθκαμει που τς η μπάρμπας ειμ η Νκόλας έχασει δυό καακνιά, λέμει, μες τσοι γυμνίστριγεις ‘φτός θα λιώνταν τσι θα τα γύριβγει, τς άλλους, έφκη η νσκιά π’ δεν είχει να βάλ(ει) ένα παντιλόν τς προυκουπής, έφκη η πουνηρή θα τα μαγείρηβγει∙ είπαμει, άϊ, να κόψουμει του βραδυνόοο, α κάνουμει κουμπόδειμα, ήνταν ξιπηταμένου τσι του μκρέλ{ι) του μουρέλ, α πάμει, μπά τσει προλάβουμει να γλύψουμει τσι μεις κανένα κουκαλέλ(ι).

Μη χασουμηρούμει μες τσι δρόμ, τίμιλι η άδεια πέντι μέρεις, λέμει α πάρουμει τα γλήγουρα που τρέχουν σα του μουρέλι μ του Κιντέρ, τσι φτσή μ’ νά ‘χ(ει), ας έκανει τσι κι η κατσπουδιάτ, σα π’ λέν.

Έξυπν γναίκα η ‘θτσά μ’, πήρει τηλέφουνα, δλέψαν φάξια μάξια,

―Θα ΄ν είνει λέγ τ’ αυτουκίνητου, μεσ’ του μπουτζακέλ(ι), καρσί στου Βαπόρ..

Ρίξαμει ντουμπλιδιά, του πουρνό είμηστει Χανιά, δυό ώρεις μιτά τα μισάνχτα σκ Μυτιλήν. Μ’ θύμσει τουν ουκνό, που απ του καναπέ, έκανει ένα ντούμ, κάτσει σκ καρέγλα, τσι είπει: «Σα του πλελ είνει γι άθρουπους. Πότει ήμνταν στου καναπέ, τσι πότει ήρθα σκ καρέγλα!!.»

Ήβγαμει π’ λέγς σκ προυκυμαία, αλλαγμέν μ’ φάντσει ύστηρ’ απ’ κουσουχτώ χρουνέλια, ηύραμει του αυτουκινητέλ μας, μι τα κλειδιά κάτου απ’ του χραμέλ, είμπαμει μέσα, τζέγκσα, λαλήσαμει.

Ούλ’ οι δρόμ αλαγμέν, τς οι καφινέδεις οι πιο πουλοί σφαλτοί, πού να πάμει τώρα;

Στου Γαββαθά μπάντειχει η κουνιαδούλα μ’, η Παναγιουτίτσα μι τ’ όνουμα, μι του δίσκου έτοιμου, τσι τα γιαπρακέλια ν’ αχνίζουν. Αλήθεια έχειτει φα σουτζουκέλια τσ’ Παναγιουτίτσας; Οχ(ι); χάνιτει... Απ’ του Γαβαθά, σκ Μυτιλήν μυρίζαν.

Πάτουμ γκάζ να λαλείσ’ γλήγουρα του ντπανιάρκου του φιατέλ(ι), αυτό σα τ’ χειλώνα. Μπηρδεύκα τσι κουματέλ, ούλα αλλαμένα είπαμει, τσι βράδ’ τσι νυσταγμέν τσι πνασμέν, έφταξα καμιά φουρά έφτου σκη Νουμαρχία. Ουλόϊδια ήνταν∙ σα π’ κι άφσα.

Έ νει καλόβλειπα πκη νύστα, έφτου στου τρίγουνέλ, ξέρς εισύ, είνει ένα δρουμέλ καμιά εικουσαριά μέτρα, που ‘νει τσι μουνόδρουμους.,

Κουντά τρεις μιτά τα μισάνχτα, οι δρόμ καλά-καλά αδειανοί. Χουρίς να του πουλυσκηφτώ π’ λέγς, είμπα ανάπουδα στου ντπανιάρκου του δρουμέλ, να κόψου δρόμου. Γκιουστιρμέ.

Ούλ(οι) τσμούνταν. Ψχή δε φαίνηνταν. Η τρισκατάρατους όμους έβαλει κι ουρά τ’ τσι φάνκει καρσί ένα παλκαρέλ(ι), καμιά κουσαργιά χρουνώ νά ‘ρχητει μι του πάτ-πάτ, θαρρώ Σούνταπ κατουχρουνίτκου ήνταν τσι η ηξάτμης σπασμέν. Σα νει κόντιψει, μη πέρασει για τουρίστα φαίνητει, άπλουσει του ζιρβό τ του χέρ, μού ‘δ(ει)ξει του σουστό δρόμου τσι μ’ φώναξει δυνατά, σι άπτηστα Μυτιληνιά:

―Π’ έφνα βρε βοδ..!!

Δικαπέντι χρουνέλια πειράσαν, τσι κόμα θμούμει τσι γειλώ μι του καλουσόρσμα που μ’ όκανει ύστηρα απ’εικουσουχτώ χρόνια ξηνιτιά.

 

 

 

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019 12:59

Τση Φερνάντας τα καμώματα

Ήτανε η αρχή στο μήνυμα, που μια ώρα πριν τα μεσάνυχτα, κουρασμένος και παγωμένος, με μόναχα πανταλόνι και παντόφλες να έχω πετάξει μην κολλάνε απάνω μου με τον παγωμένο αγέρα και τους 7 βαθμούς Κελσίου μια και φέτος κρύο, βροχές, χαλάζι κι αψηλά τα χιόνια δε λένε να σταματήσουνε, ήτανε, λέω, οι πρώτες λέξεις στο μήνυμα που θα έστελνα στη δευτεροκόρη μου την Μάχη, πέρα στο Μαϊάμι. Και συνέχισα.

«Πάω όσο έφεγγε να κλείσω τις κοκόνες, έλειπε η κοπελιά. Έ, λέω, βόλτες κόβει ακόμα, θα τις κλείσω αργότερα. Τέλειωσα το περπάτημα μιας ώρας που μου έγραψε ο γιατρός στην μη φαρμακευτική αγωγή μου, πάω, έλειπε. Αμάν. Παίρνω φακό, κοιτάω προσεχτικά, όλος ο πληθυσμός κοιμόταν, αυτή πουθενά. Δυο φορές αμάν, αμάν. Τι γίνεται τώρα; Η Φωτεινή, ιδέα δεν είχε. Δεν της είπα μην στεναχωρεθεί κι ανέβει η κρεατινίνη(!) της. Παίρνω σβάρνα ψάχνοντας κάτω από τα δέντρα, σε κάθε γωνιά, έξι στρέμματα χωράφι, πουθενά. Και να ψιλοβρέχει. Φερνάντααα!! Φερνάνταααααα… φώναζα σαν τον κουζουλό, τίποτα».

Φώναζα χωρίς να ξέρω αν καταλαβαίνει Ελληνικά κι αν αναγνωρίζει το όνομα που της είχε δώσει με γιορτές και φαγοπότι τρικούβερτο πάλι η στερνιά η θυγατέρα μου η Μάχη το καλοκαίρι σαν είχε έρθει με τον άντρα της και κάθισε 2-3 μήνες. Έχει κι αυτή την καλή της την τρέλα. Αγαπάει τρομερά τους ανθρώπους και τα ζώα. Να ‘χει την ευκή μου.

«Φαίνεται», συνέχισα στο μήνυμα, «δεν ξέρει το όνομά της αυτή η χαζή σκεφτόμουνα κι αποφάσισα να γυρίσω άπραγος στο σπίτι μην αρπάξω και καμιά πούντα νυχτιάτικα. Άξαφνα, ακούω την άλλη κοπέλα την Κύρα στην άκρη του χωραφιού, προς Μπαλαδόγιαννη μεριά, να γαυγίζει. Άα, λέω, την ανακάλυψε ο Κρητικός Ιχνηλάτης μας. Τρέχω νυχτιάτικα, στα σκοτεινά, βλέπω προσεχτικά, τι να δω. Είχε βγάλει σκαντζόχοιρο και με φώναζε να τον πάω έξω από το κτήμα μην καταστρέψει τα λαχανίδια μας Φτου. Και νόμιζα πως ήταν η Φερνάντα! Τι να κάνω, πάω παίρνω τη μεγάλη λαβίδα από την ψησταριά, τον πιάνω, κι έξω από τα προστατευόμενα σύνορά μας. Πάει αυτός.

Ο νους μου, πίσω, στην κοπελιά. Λέω, λες; Λες να είναι πάνω στο ικρίωμα με το σκαλωμένο γιασεμί που είχε πάει ένα μεσημέρι και καθόταν να μας βλέπει αφ’ υψηλού; Ρίχνω το φακό ψηλά, και, νάτηνε η ανήθικη, η βρώμα η ιπτάμενη».

Γιατί ξέχασα να σας πω, το γλέντι και το φαγοπότι είχε γίνει για να «βαφτίσουμε» Φερνάντα, την όμορφη πάπια που αποκτήσαμε προ έτους.

«Μάχη, ηρέμησα που τη βρήκα, γέλασα, το φχαριστήθηκα, έμαθε κι η μαμά σου τα συμβάντα της νυκτός, δεν αγχώθηκε αποφασίσαμε ομόφωνα να την αφήσουμε εκεί ψηλά να διανυκτερεύσει σαν κοκότα του δρόμου. Πάει κι αυτό.

Είναι από τις ομορφιές του Σφηναριού. Σταματώ γιατί φωνάζει η Φωτεινή: Γιώργοοο, η τραχανόσουπα! θα κρυώσει. Τι γράφεις πάλι.

Αχ! τι τραβώ ο παντέρμος!

Αυτά και σας φιλώ.»

 

 

Αμ, δεεε. Άλλο μήνυμα, το ίδιο βράδυ. Αργά.

«Και που λες, κόρη μου, πριν λίγο, μια ώρα περασμένα μεσάνυχτα, αέρας!! βροχήηη! χαλασμός Κυρίου και να γράφω το άρθρο της εβδομάδας. Και ο νους μου αυτόματα φτερούγισε στην κοπελιά, όξω. Τι να κάνει η κακομοίρα με τέτοια κακοκαιρία. Έβαλα παντελόνι άλλο, μπουφάν του θείου μας, Θεός συχωρέσ' τον, πήρα ομπρέλα, πώς να ανοίξει με τέτοιον αγέρα, μα μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα, βγαίνω με το φακό μες το νυχτοβρόχι, λέω, δε βλέπει η πάπια νύχτα, θα την πάρω αγκαλιά. Η Μάχη πώς την παίρνει. Ανεβαίνω στο πεζούλι, άπλωσα τα χέρια, αμ δε. Δεν είμαι Μάχη, φρουστ, δίνει μια, προσγειώθηκε είκοσι μέτρα παρέκει στις ελιές από κάτω. Ωχ, λέω, θα τη βουτήξει καμιά ζουρίδα και τότε θα κηρυχθεί εθνικό πένθος σε Μαϊάμι και Σφηνάρι. Δεε. Πάρε φόρα μπάρμπα Γιώργο, ο βρεμένος τη βροχή δεν τη φοβάται, όρμα (όχι, λέων). Πάω, που λέτε, να την πιάσω, αδύνατο. Και να βρέχει! Κι η Φωτεινή να βλέπει όνειρα και να χαμογελάει, ίσως για τα πάθια μου. Δεν πιάνεται νύχτα με τη βροχή με μισάνοιχτη ομπρέλα και με φακό στο χέρι του διώκτη, μια πάπια. Δεν είναι κι ολότελα πάπια;

Οπότε την καθοδήγησα, μπήκε στο εξωτερικό κοτέτσι. Πάω να την βάλω μέσα να ασφαλίσω την πόρτα, την ώρα που έβγαζα τη γνωστή πέτρα την ενέχουσα θέση κλειδαριάς ασφαλείας για κότες, τσάαακ σβήνει ο φακός από μπαταρίες, γιατί τρεμόπαιζε τελευταία. Φτουου σου Ανδρέα! Τώρα; Κλείνω όπως-όπως την εξωτερική πόρτα στα σκοτεινά και με το φως της κολόνας, πίσω, και να στάζω. Πήγα σπίτι, σαν …πάπια, έβγαλα παντόφλες λασπωμένες βρεμένες, μπουφάν να στάζει, με τεράστια προσοχή, πάω στο κομοδίνο μου, παίρνω τον άλλο, τον καλό φακό. Κι η Φωτεινή, ρουχάλιζε. Τυχερή!! Ξανά όξω με λιγότερη βροχή, αλλά ήδη βρεμένος, και, στο κοτέτσι. Σαν καλή κι ηθική κοπελιά τώρα η Φερνάντα, η πάπια, μπήκε μέσα, πήρε τη θέση της δίπλα στις άλλες αναίσθητες κοκόνες που ουδεμία σημασία δώσανε στην πάπια ή τουλάχιστον σε μένα το προστάτη τους.

Αυτά, λοιπόν, συμβαίνουν μέρα νύχτα στο όμορφο υποστατικό μας.

Ωραία δεν είναι, αλήθεια, η ζωή; Όπως το πάρεις το κάθε πράμα.

Καιρός όμως, 2:34 πμ, πάω για ύπνο, όπως κάνει κάθε γνωστικός. Αύριο πρωί τελειώνω το άρθρο.

Φιλάκια. Κέφια είχα σήμερα έ;»

 

Έτσι φίλοι αναγνώστες, μοιράστηκα μαζί σας μια από τις ακραίες, μα όχι ασυνήθιστες περικοκλάδες της ζωής μας, όπως ακριβώς τα έγραψα στη θυγατέρα μου τη Μάχη, λάτρισσα του Σφηναρίου. Αυτή κι αν είναι ζωόφιλος! Ήτανε ικανή να έρθει από Μαϊάμι να προστατέψει τη φιλιώτσα της, τη Φερνάντα, την πάπια.

Κι αν δε με πιστεύετε σας λέω πως, πέρυσι, δυο μέρες σταμάτησε την εντατική δουλειά της προκειμένου να σώσει ένα σκυλάκι που είχε δραπετεύσει σαν τη Φερνάντα, καλή ώρα, και περιφερόταν στους πολυσύχναστους δρόμους τους Μαϊαμιώτικους με τα χιλιάδες αυτοκίνητα σε έξι λουρίδες να πηγαίνουν δαιμονισμένα.

Να κι η φωτογραφία. Καμαρώστε την. Ήθελε περισσότερη ελευθερία! Γνώρισμα κι αυτό των Σφηναριωτών.

Στον Ταυρωνίτη έδειξε, κοπέλ’ απ’τη Βατούσα,

φίλος καλός ’ποδείχτηκε, της Αιολίδας Μούσα.

Έρευνα έκανε σκληρή εις τη γενέτειρά του,

ιερό μας λέει ήτανε ,τρανή ’ναι η χαρά του.

Κι από καρδιάς του εύχομαι, σε όλα να προσμένει,

επιτυχία να μη παν, οι κόποι του χαμένοι.

 

 

«Είμαι ΑγιαΑναστασίτης κι εγώ», είπε με εμφατική περηφάνια ο Βασίλης, το 2009, Μάιο μήνα, όταν τον ρώτησα αν είχε ιδέα για το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική. Εκεί, το 1939, φευγάτος από το σπίτι του για να μην αναγκαστεί και γίνει παπουτσής, ακολουθώντας το επάγγελμα του αυταρχικού πατέρα του, επαναστάτησε ο θεατράνθρωπος Αλέκος Γαλανός και πήγε να παρακολουθήσει μαθήματα Γυμνασίου. Κι η επανάσταση τούτη είχε αποτέλεσμα, να μη γίνει τσαγκάρης, ούτε φιλόσοφος όπως ο ίδιος έλεγε, αλλά τουλάχιστον να γίνει Γεωπόνος και μετά ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας κι άλλα.

Με είδε παραξενεμένο ο Βασίλης, πρόστεσε.

―Δύσκολα χρόνια Γιώργο. Πού λεφτά για σκολειά. Με στείλανε και μένα, το 1957, οι γονείς μου με τη Μητρόπολη Καλλονής να τελειώσω εκεί το γυμνάσιο. Εκκλησιαστικό γυμνάσιο. Αρκετοί, ακολούθησαν τον ιερατικό κλάδο. Εγώ σπούδασα Θεολογία.

 

Τον είχα πρωτογνωρίσει το 2008. Οκτώβρη, 26.

Πήγαινα με τη γυναίκα μου για λίγες μέρες στο Γαβαθά, τότε που πήραμε το οικόπεδο να χτίσουμε. Ωραία χρόνια. Όταν μπαίναμε στη Βατούσα, κοντεύανε μεσάνυχτα γιατί είχε καθυστέρηση το βραδινό αεροπλάνο από Κρήτη μέσω Αθηνών. Καθώς περνούσαμε από τα Χάνια. με σταμάτησε ο πρωτοξάδερφός μου, κι αυτός Γιώργος Καμβυσέλλης. Του Ιωάννου. Εγώ του Παναγιώτη. «Σβήσε τη μηχανή, λάτε να πιούμε ένα ούζο», είπε, μα έφερα άκεφα τυπική άρνηση κι αυτός επέμενε με την καρδιά του. «Δε γίνεται. Χρόνια έχουμε να ανταμώσουμε.» Ήτανε ό,τι καλλίτερο μπορούσα να περιμένω με τόση κούραση και τέτοια ώρα. Τραβάτε με κι ας κλαίω, που λένε. Ψιλοσκεφτόμουν τάχα, μα κοίταξα την ταλαιπωρημένη γυναίκα μου που δεν τα αρέσει κάτι τέτοια, και με έκπληξή την είδα να χαμογελά ευγενικά. Κατάλαβα. Εκτιμάει τους συγγενείς μου, ποτέ δεν φέρνει αντίρρηση. Και με εγκαρδιότητα γνωστή χαιρέτησε τον ξάδερφο και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου που είχαμε νοικιασμένο. Τον είχα ειδοποιήσει, μας είδε όταν περνούσαμε σημειωτόν, κι είχε κατέβει να μας ξελαχταρίξει από κοντά, να μας προσκαλέσει.

Ανεβήκαμε λίγα σκαλιά, γεμάτα όλα τα τραπεζάκια. Στην αριστερή μεριά, μέσα-μέσα, ήτανε το δικό του. Το τραπέζι γεμάτο μεζέδες και φίλους, ποτηράκια και καραφάκια ούζο veto. Ήτανε το εξοχικό κέντρο του Τρύφωνα.

Το ένα ούζο έφερε δεύτερο, το δεύτερο τρίτο, εξελίχτηκε σε ένα υπέροχο γλέντι. Κάποια στιγμή, μέσα στο σαματά, ακούστηκε χαρούμενη φωνή, φάνηκε ένας πρόσχαρος άντρας σεμνός, γίνηκε σινιάλο, υπάκουσε. Γέμισε μια άδεια καρέκλα· απέναντί μου. Λιγοστά μαλλιά μισοάσπρα, γελαστό τετραγωνισμένο και ρυτιδιασμένο ελαφρά πρόσωπο, με ένα πλατύ χαμόγελο, πρόσχαρος, έτοιμος να σε αγκαλιάσει. Φαινότανε πολυμαθής και δραστήριος. Όταν περπατούσε, το κεφάλι του, γεμάτο σκέψεις φαίνεται, προπορευότανε και τα μάτια του εξερευνούσανε τα πάντα.

―Ο Βασίλης Μαλακέλλης. Συγγενής, Θεολόγος…. Είπε ο ξάδερφός μου ως μου τον σύστηνε.

Δίνοντας το χέρι μου να δείξω πως πράγματι χάρηκα για την καινούργια γνωριμιά, τον άκουσα με έκπληξη να μου λέει φανερά ικανοποιημένος:

―Αα, εσύ είσαι που γράφεις στην εφημερίδα! Διάβαζα το όνομά σου κι έλεγα ποιος να είναι στα Χανιώτικα μέρη. Πού να πάει ο νους μου πως από την Άντισσα Μυτιλήνης γίνηκες Κρητικός.

―Σφηναριώτης. Χανιώτης. Έκανα την επέμβασή μου.

Τότε σου, ανάμεσα σε κάτι ποτηράκια ούζο μου είπε ότι χρόνια πολλά μένει στον Ταυρωνίτη, λίγα χιλιόμετρα δώθε από τα Χανιά. Προς τα δυτικά.

Και να δεις, γινήκαμε καλοί φίλοι. Μια στο σπίτι μας, μια στο σπίτι τους, να μιλάμε, να φιλοσοφούμε, να πειραζόμαστε έντεχνα, να τρώμε τα νόστιμα της Φωτεινής ή της Ρένας, να πίνουμε και κανένα ποτηράκι να ξεδιψάνε νους και καρδιές. Οι καρδιές μας. Που απομείνανε ορθάνοιχτες του καθενούς για τον άλλονε. Κι ο νους μας. Κι αυτός βγήκε απ’ τα στενά σύνορά του, αντάμωσε του αλλουνού, γινήκανε ένα. Λέγαμε ό,τι σκευόμασταν, χωρίς σύνορα, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς παραπανίσιες ευγένειες.

Ώσπου ένα απομεσήμερο μου το έσκασε.

―Βρίσκομαι στο στάδιο της έρευνας. Θα πάω κι άλλες φορές ψηλά στον Κουρατσώνα γιατί εκεί υπάρχει δείγμα ότι πέρασε από το χωριό μας, ο Αχιλλέας. Το αναφέρει κι ο Όμηρος στην Ιλιάδα…

Είπε κι άλλα που τα καταλάβαινα ή όχι, μα όλα μου φαινόντουσαν σπουδαία και πιστευτά. Έβλεπα τη βεβαιότητα της σταράτης κουβέντας του, τα επιχειρήματά του πολλά και πειστικά, με εντυπωσίασε. Παρατηρούσα τον έρωτά του, τη λαχτάρα και το πάθος του για όσα έλεγε που δε γινόταν να μην τον βλέπω, να τον θαυμάζω κι ίσως να τον ζηλεύω αγαπησιάρικα για τις γνώσεις του, το κουράγιο και τη μεθοδικότητά του στην έρευνα. Τότε έμαθα πως εκτός από Θεολογίας είναι και Ιστορικής Αρχαιολογίας πτυχιούχος. Και σιγουρεύτηκα πως το αποτέλεσμα από την έρευνα του, ήτανε αληθινό κι αξιοθαύμαστο.

Και νάτος πριν λίγες μέρες, 22 Δεκεμβρίου 2018, σε τηλεφώνημά του, ενθουσιώδικα, μου είπε:

―Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως είναι πράγματι όπως τα γράφω. Φίλο απ’ τη Βατούσα, ενήμερο του όλου θέματος παρακάλεσα, κι ανέβηκε πρωί-πρωί στο κάστρο στον Κουρατσώνα. Κοίταξε με υπομονή, και πράγματι ο ήλιος βγαίνει κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο ακριβώς απ’ το ίδιο σημείο που περίμενα, όπως δηλαδή και τα περασμένα χρόνια, κι όλα τα χρόνια. Είναι όντως το Ιερό Ηλιακής Λατρείας, ηλικίας πάνω από πέντε χιλιάδες χρόνια.

Κι έκλεισε το τηλέφωνο ήσυχος, με την ελπίδα κάτι καλό να προκύψει και με την Αρχαιολογική Υπηρεσία Μυτιλήνης να προτείνουνε μια εκτενή και σε βάθος εξέταση του όλου θέματος. Και περιμένει.

Γιατί αρκετά χρόνια πέρασαν με τον φίλο μου το Βασίλη, να κάνει διασταυρώσεις γνώσεων, πληροφοριών κι επισημάνσεις θέσεων και αρχαιολογικών δεδομένων, μέχρι να το κάνει πράξη, ζηλευτή και σπουδαία. Να δώσει στη δημοσιότητα, και σε ειλικρινή διάλογο, όλα τα ευρήματα και συμπεράσματά του τα αρχαιολογικά και τα ιστορικά. Εξέδωσε ένα λιγοσέλιδο μα πανέμορφο και μεγάλου ειδικού βάρους, κατά τη γνώμη μου, βιβλίο με τον εκτυφλωτικό τίτλο «Ο Θεός Ήλιος».

Και να δεις, όλα ξεκίνησαν από μια τυχαία εξόρμηση με τον κοινό φίλο Βαγγέλη Γδοντέλη στον Κουρατσώνα για να δουν τη θέα κι απομεινάρια από ένα παλιό κάστρο τις πέτρες του οποίου χρησιμοποίησαν οι ντόπιοι για ντουβάρια και στάβλους. Εκεί, λοιπόν, πρόσεξε πολύ περίεργα σημάδια με πανάρχαιες κατασκευές, πήγε το μυαλό του στην προϊστορική εποχή και στην Ιλιάδα που είχε διαβάσει για τον Αχιλλέα πως πέρασε από Λέσβο κι άλλα πολλά. Ακολούθησαν κι άλλες πολλές άοκνες επισκέψεις, και συνδυάζοντας ό,τι έβλεπε με τις αρχαιολογικές κι ιστορικές γνώσεις του και με όσα σχετικά αναφέρει ο Όμηρος, κατέληξε στο εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι εκεί απάνω υπήρχε «Ιερό» όπου και ο Αχιλλέας, ερχόμενος από τα Λάψαρνα της Άντισσας, όπου είχε βγει, έκανε σχετικές ιεροτελεστίες. Κι άλλα πολλά γράφονται περιληπτικά στο βιβλίο του «Ο Θεός Ήλιος» που με ενδιαφέρον το διάβασα.

Σε κάποια συνάντησή μας απόρησα πώς βρέθηκε στη Λέσβο ο Αχιλλέας και προτού ρωτήσω, χαμογέλασε, ίσως για την ημιμάθειά μου, και σαν Κρητικός, είπε δυο μαντινάδες:

Μα ήτανε η Λέσβος μας σύμμαχος με την Τροία

κι οι Αχαιοί κυρίεψαν τη νήσο Μακαρία.

Απόβαση στα Λάψαρνα ο Αχιλλέας κάνει,

στο ιερό του Μάκαρος του Κουρατσώνα φθάνει.

Αλήθεια, με μαντινάδες γράφει στο βιβλίο του τον επίλογο.

Μετά απ’ όλα τούτα, οφείλω να συγχαρώ το φίλο μου Βασίλη Μαλακέλλη και να του ευχηθώ κάθε επιτυχία και υγεία, να συνεχίσει.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018 13:21

Ήτανε Χριστούγεννα

Παραμονές, κι η γιορταστική ατμόσφαιρα θύμιζε πως τούτα τα Χριστούγεννα θα γινόντουσαν όπως τα είχανε φανταστεί, όπως τα λαχταρούσανε χρόνια πολλά τώρα. Από τότε που οι βάρβαροι μπήκανε στο σπιτικό τους κι αρπάξανε το βιός τους μαζί και τον Σταύρακα. Είπανε πως ήτανε κατάσκοπος ή παρτιζάνος, κάτι τέτοιο, που δεν κατάλαβε η μικρή Ανθούλα μηδέ κι η άμοιρη γυναίκα του.

Διαβήκανε είκοσι χρόνια και καμιά είδηση· ούτε ζωντανό, μηδέ πεθαμένο τον βρήκανε. Είπανε πως τον πήγανε στο Άουσβιτς. Στερέψανε τα δάκρυά τους κι ο πόνος τρύπησε το μεδούλι, γίνηκε πληγή αγιάτρευτη. Το χωνέψανε πια, η μάνα πέταξε τα μαύρα κι ανάριεψε τους στεναγμούς. Η Ανθούλα, προικισμένη από τη φύση όμορφη κοπελίτσα, είχε τελέψει το σκολειό, καιρός πια, να βρεθεί ένα καλό παλικάρι, να την αγαπήσει.

Χριστούγεννα ανήμερα είχε πει πως θα ερχότανε. Κι ήταν όλα στην εντέλεια. Στολισμένο το δέντρο, ασπρισμένο μετά από τόσα χρόνια το σπίτι, κι οι κουρτίνες, κι αυτές, εισαγωγής είπανε πως είναι, το καλλίτερο ύφασμα. Το τραπέζι γιορταστικό και πλούσιο φέτος, το κρασί από τότες, πριν φύγει, παλιωμένο χρόνια στο βαρέλι κάτω στο υπόγειο, και τα κεριά στο ασημένιο κηροπήγιο πέντε· κόκκινα. Για πρώτη φορά τούτο το χρώμα. Το καλούσε η περίσταση βλέπεις. Είχανε βάλει κι ένα τραγούδι μοντέρνο στο κασετόφωνο, εκλογή της Ανθούλας, γίνηκε πιο χαρούμενο το σπίτι ολάκερο.

Ορθές κι οι δυο τον περιμένανε, κι οι ματιές τους, πονεμένες ξιφιές, σταυρώνανε μια στη πόρτα, και μια στο τηλέφωνο. Χαλαρώσανε τ’ ακρόνευρα σαν ακούστηκε φρενάρισμα και μηχανής το σταμάτημα. Γιόμισε η κάμαρη ανθούς, γκρεμιστήκανε τοίχοι, ταβάνια, ούλα γινήκανε ένα, μια λιόστρατη απλάδα, με το που προσπέρασε το κατωκάσι. Αψηλός, όμορφος, μαυριδερός, από φτωχιά οικογένεια, στάθηκε άξιος, τον κόσμο όλο γύρισε, και καταστάλαξε στη πατρίδα των γονιών του, εδώ στην Αθήνα, καλοπληρωμένο στέλεχος μιας κομπανίας που σάζει δρόμους. Γλυκομίλητος, έδειχνε πως αγαπούσε παθολογικά την Ανθούλα· και τη μάνα της. Τη κυρά Γιασεμή.

Κάτσανε στο τραπέζι, είπανε τα γιορτινά και τα πρεπούμενα, πορπάτηξε η ώρα μαζί και το κρασί, φιλιώσανε πιότερο, είπανε χορατά γελάσανε, ρωτήξανε και για τους γονείς του.

-Το καλοκαίρι θα τους γνωρίσετε, είπε ο Βύρωνας. Ο πατέρας μου ήτανε αιχμάλωτος, αλλά κατάφερε να τους ξεφύγει κι απόμεινε χρόνια κρυμμένος στη Γερμανία. Η μάνα μου Ζακυνθινιά. Εκεί με κάνανε.

-Κι ο δικός μου πατέρας, … τον πιάσανε οι Γερμανοί, μα …

-Ναι, το ξέρω. Τον είχε ανταμώσει. Σταύρακα δεν τον λέγανε;

Τα έγκατα της γης τιναχτήκανε, μάνα και κόρη βρεθήκανε μεσούρανα, κι απομείνανε κρεμασμένες στα χείλη του.

-Ο πατέρας μας;! Ζει;

Σοβάρεψε αυτός, ξετρύπωσε ένα μαυρισμένο σακουλάκι από τη μέσα τσέπη, της το έδωσε.

-Αυτό, είπε, είναι το δικό μας αστέρι της Βηθλεέμ, που μ’ έφερε κοντά σου. Το είχε δοσμένο στον πατέρα μου λίγο πριν χωρίσουν.

Το πήραν στα τρεμάμενα χέρια τους μάνα και κόρη, το γιόμισαν φιλιά και δάκρυα. Μέσα, είχε ένα χρυσό δαχτυλίδι και το φυλαχτό του. Κι ο Βύρωνας, συνέχισε.

-Είχε πει στον πατέρα μου, «Αν ζήσεις δώσε τα στη Γιασεμή τη γυναίκα μου. Και στη κόρη μου, που θέλω να προκόψει».

Οι δυο γυναίκες σε μια πλημμύρα συναισθημάτων, με δυσκολία είπανε.

-Ευχαριστούμε.

-Τάχτηκα, συνέχισε ο νέος, να κάνω πράξη την τελευταία του επιθυμία.

Σταμάτησε για λίγο, και συνέχισε.

-Είμαι τυχερός που η Ανθούλα εκτός από κόρη του, είναι κι ένα θαυμάσιο κορίτσι.

Τούτα τα Χριστούγεννα απομείνανε χαραγμένα τη ζωή τους ολάκερη. Του Βύρωνα και της Ανθούλας σφραγισμένα με την ευτυχία τους.

 

Καλά Χριστούγεννα σε όλους

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2018 13:33

Έφυγε κι ο Φρίξος

Βουίζουν τ’ αυτιά μου, θολώνει ο νους μου μπρος τα καθημερινά τεκταινόμενα. Πανηγύρια, χαρές, ληστείες, φόνοι, βιασμοί, αδικίες, συκοφαντίες, θάνατοι. Μαζώνομαι στη γωνίτσα μου, σφαλνώ πορτοπαράθυρα να νοιώσω σιγουριά και μπλαντώ. Μου τελειώνει το οξυγόνο. Πετάγομαι όξω κι αναρωτιέμαι, γιατί! Προς τι άνθρωπέ μου!

 

Στο αχανές περιβάλλον μου ξεχωρίζω δυο πρόσφατες φυσιογνωμίες.

Το Φρίξο τον μορφωμένο και το Βαγγέλη τον αγράμματο.

 

Τον μόνο που δεν καταχράστηκε ο Φρίξος, ήταν τα παιδιά του.

Με το που γεννήθηκαν, έκλεισε το γραφείο του κι αποφάσισε να γίνει μάνα.

―Η γυναίκα μου είναι άχρηστη, έλεγε κι έβριζε.

Την είχε σε καλή θέση στο υπουργείο και για δουλειές του σπιτιού.

Κάλεσε την πεθερά του, την κράτησε κάμποσα χρόνια άμισθη υπηρέτρια, μεγάλωσε τα παιδιά του και μετά, μια κλωτσιά κι όξω. Απαγορευόταν να ξαναπατήσει το κατώφλι του σπιτιού του στην πιο ακριβή γειτονιά της Αθήνας, μην και το μολύνει με τη φτώχια της.

Η γυναίκα του, υπέφερε.

―Της δίνω 50 ευρώ και πηγαίνει σε ένα ξενοδοχείο να την ξελαχταρίξει. Βλέπεις τι θυσία κάνω, έλεγε.

Είχε μαζώξει πολλά λεφτά από τη δουλειά του, από πολύπλοκους συνδυασμούς (κοινώς, κομπίνες), από εκμετάλλευση αδερφών και ξένων, από τοκογλυφίες κι άλλα τέτοια θεάρεστα. Στάθηκε τυχερός και με την αδιαμφισβήτητη εξυπνάδα και σκληράδα του έναντι όλων, αγόρασε σπίτια, οικόπεδα, χωράφια, αυτοκίνητα, ό,τι εύρισκε ή, δημιουργούσε, σε τιμή ευκαιρίας.

Περιουσία ατράνταχτοι. Και ανέσεις, παροχές, σπουδές απίθανες για τα παιδιά του, που διαφήμιζε έντονα κι ενοχλητικά στην παραμικρή επιτυχία τους. Αυτό δημιουργούσε πολλές αντιπάθειες, λίγες συμπάθειες και άφθονες ζήλιες, μέχρι και έχτρητες.

Έτσι διαβαίνανε τα χρόνια, μάζωξε εκατομμύρια δολάρια σε ξένες τράπεζες, και με τη γυναίκα και παιδιά του ξεμπουκάρανε στη Νέα Υόρκη νοικιάζοντας ένα πανάκριβο διαμέρισμα στην περίφημη πέμπτη λεωφόρου του Μανχάταν, κι έβριζε την Ελλάδα σαν υποανάπτυκτη.

Κι ήρθε ο αδυσώπητος χρόνος, άσπρισε, πάχυνε, παραπάχυνε, να και τα πόδια αρθριτικά και καροτσάκι αναπηρικό, να κάτι ψιλοεγκεφαλικά, να κι η άλλοτε δούλα γυναίκα του να φροντίζει τα πάντα. Οικονομικά, συνταξιοδοτικά, περιουσιακά θέματα, με τον πάμφτωχο κι αναξιοπαθή κάποτε αδερφό της σε θέση συνοδού και βαστάζου του. Και να δεις, μεταχειριζόταν τον άρρωστο άντρα της Φροίξο σαν άψυχο αντικείμενο, σαν άβουλο πλάσμα, που ανίκανος να αντιδράσει, υπέμενε. Υπέμενε κι υπέφερε, με τα ηρεμιστικά να του δημιουργούν έναν ψεύτικο παράδεισο. Και τα παιδιά του τα αγαπημένα, σκορπισμένα στα τέσσερα σημεία της γης, να έχουν πλήρη αδιαφορία και μόνο στην περίεργη μετάβασή του στην άλλη ζωή και την τελική στιγμή του ενταφιασμού να έρχονται για να δείξουν στον κόσμο, πόσο αγαπημένη και σφιχτοδεμένη οικογένεια ήτανε.

―Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης, είπε ο μητροπολίτης κατά την εξόδιο ακολουθία.

 

Και τούτη την ώρα άλλο μακάβριο κι αποτρόπαιο περιστατικό στροβιλίζεται στο μυαλό μου.

Στο απομονωμένο και χωμένο στους ελαιώνες χαμόσπιτο που ζούσε ο Βαγγέλης, ένας περίεργος «γερολαδάς», με τη γυναίκα του, με τα τρία παιδιά του σκορπισμένα, να ζητούν άδικα βοήθεια απ’ τον πατέρα τους, να φυτοζωούν, να υποφέρουν και τον ίδιο να καυχάται πως έχει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ και να μη δίνει ούτε σε ξένο ούτε στα παιδιά του, ένα πρωινό βρέθηκαν κι οι δυο μαχαιρωμένοι,. Μαζί βρέθηκαν πολλά λεφτά, σε διάφορους κρυψώνες. Δίπλα στη λίμνη αίματος που κείτονταν, βρέθηκαν μερικά ψυγεία γεμάτα και μεγάλες ποσότητες λαδιού και τροφίμων.

Στην κηδεία τους ήρθανε κάμποσοι γνωστοί από αγάπη και περισσότεροι από περιέργεια ή και κακεντρέχεια.

 

Κι αναρωτιέμαι φίλοι μου αγαπημένοι, σε τούτες τις περιπτώσεις κι αναρίθμητες άλλες που συμβαίνουν γύρω μας, σε όλους μας, τι μας απόμεινε;

Δυο τετραγωνικά μέτρα γης.

Προς τι, λοιπόν, όσο είμαστε στη ζωή, αυτός ο αγώνας με θεμιτά κι αθέμιτα πολλές φορές μέσα, να κάνουν παλάτια και καταθέσεις; Γιατί αντί το μίσος την αδικία και την κακία να μη δίνουμε αγάπη που να αισθανόμαστε πρώτα οι ίδιοι ήσυχοι και μετά οι γύρω μας;

Πες μου! Προς τι, άνθρωπέ μου;

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018 17:21

Τιμητική βραδιά για το Σήφη Χαρτζουλάκη

Ένα ξεροβόρι κατρακυλούσε παγωμένο απ’ το Κουτρούλι, σάρωνε τη σκαρφαλωμένη στα χαράκια Μελισσιά με τις λιγοστές οικογένειες, τη ρεματιά και τις μεγαλόκορμες καστανιές, καρυδιές και χαρουπιές, χάδευε παγερά τη λιοφυτεμένη πλαγιά, αντρειωνότανε, και πάσκιζε να μας πάρει σβάρνα, να μας ρίξει στην αγριεμένη θάλασσα που καταβρόχθιζε κροκάλες, φύκια, ξύλα, ό,τι λάχαινε μπροστά της. Οπλιστήκαμε θέληση και ίσα που αχνόφεγγε, φύγαμε για τον γειτονικό μας Κάμπο που στο ταπεινό εκκλησάκι του Άι Γιώργη ο παπά Νικόλας στο Ιερό Βήμα, έπαιρνε χούφτες την ανάσα του και ζέσταινε τα χέρια του για να πιάσει τα Ιερά Σκεύη να ξεκινήσει την προσκομιδή. Και πρόσμενε τη ψάλτισσα να αρχινίσει τη Θεία Λειτουργία. Τούτη την ώρα, μπαίναμε στην ταπεινή ετούτη κιβωτό, στάθηκε μπρος τα ιερά βιβλία η γυναίκα μου, και με το ξεκίνημα του Όρθρου, κατά τον εξάψαλμο, έκοψα την άμεση επικοινωνία μου με τον περιβάλλοντα χώρο και προσευχόμουνα ευλαβικά. Δεν έβλεπα, δεν άκουγα, παρά μόνο τις ψαλμωδίες και την καρδιά μου. Κι άμα τέλεψα κι άνοιξα τα μάτια μου, τον πρωτόδα.

Ευθυτενής, σοβαρός, έστεκε, εκεί, στο ψαλτήρι του Αϊ Γιωργιού, δίπλα στη ψάλτισσα και πρωτάνοιγε το στόμα του να βγούνε νότες Βυζαντινές.

Με εντυπωσίασε η ευγένεια, το καλοσυνάτο ύφος, το χαρούμενο γελαστό προς όλους πρόσωπό και η σεμνότητα, μετριοφροσύνη του. Άγνωστος μου. Για πρώτη φορά τον αντίκριζα.

-Είναι ο γιατρός! Ο Σήφης ο Χαρτζουλάκης.

-Χωριανός μας.

-Το καύχημά μας, μου είπανε αργότερα οι τριγύρω, όλοι μαζί, αυθόρμητα κι αβίαστα.

Κι ένιωσα αμήχανος για την άγνοιά μου.

Του μίλησα, κρεμάστηκα στα χείλη του. Σεμνό κι επιβλητικό ύφος, ακριβοζυγιασμένο λεξιλόγιο με γνώσεις κι εμπειρίες που αναβλύζανε απ’ τον εγκέφαλο και την ψυχή του. Γιατί πράγματι ο Σήφης βουτάει τη γλώσσα μια στο νου και μια στην ψυχή του και μετά, μα αμέσως μετά, μας καθηλώνει με τα λίγα, μεστά και σοφά του λόγια. Περάσανε μέρες, δεν έχανα κάθε ευκαιρία όταν τον συναντούσα, πεταχτές κουβέντες ν’ ανταλλάξουμε, μα ανταμώσαμε κι άλλες, κάμποσες φορές, για πιο πολύ. Χανιά, Καστέλι ή Κάμπο μπορεί και Σφηνάρι. Έτσι, εδραιώθηκαν οι πρώτες μου εκτιμήσεις για το πρόσωπό του.

Κι απέκτησα το προνόμιο να έχουμε ψυχική επαφή, να είμαστε φίλοι.

Από τότε κι ως τα σήμερα, όλοι, μα όλοι, μόνο παινέματα, σεβασμό και λόγια αγάπης μου λένε. Γιατί, ο Σήφης, εξόν από άριστος γιατρός παθολόγος, σε όλες τις ειδικότητες σχεδόν εκπαιδευμένος, με διδακτορικό κι επαίνους πανταχόθεν, από καθηγητάδες, οργανώσεις και μαθητούδια, με εξειδίκευση σε θέματα νεφρολογίας, αγγειολογίας, χημειοθεραπείας, έχοντας αποκτήσει την ειδικότητα του παθολόγου ογκολόγου και τόσα άλλα, έχει μια αρχοντιά. Σε όλα του. Άυλο αρχοντιά. Τη σπάνια. Από τζάκι που λένε.

Έχει δουλέψει σε καίριες θέσεις πολλών νοσηλευτικών Ιδρυμάτων και διατηρεί μέχρι τα σήμερα, 50 χρόνια τώρα, ιδιωτικό ιατρείο πρώτα Αθήνα, μετά Χανιά. Κι όλα τούτα, με παράλληλη ηγετική δραστηριότητα στη διοίκηση επιστημονικών, πολιτιστικών και κοινωνικών φορέων του τόπου μας.

Και τώρα, στο ιατρείο του, οι ασθενείς και φίλοι δέχονται την εξέταση και βοήθειά του χωρίς καμιά δαπάνη.

- Κοινωνικό ιατρείο, Γιώργο, απάντησε σε ερώτησή μου.

Τι μεγαλείο ψυχής, αλήθεια!

Πέρασε ο καιρός, ωρίμασε μια σκέψη των συγχωριανών του και πρόσφατα, ένα Αυγουστιάτικο βραδάκι, την ώρα που χρύσωνε ο ήλιος τα πελάγη και φλεγόντουσαν τα ουρανοθέμελα, με ένα αλαφρό βοριαδάκι να μας δροσίζει, τρέξαμε όλοι, απ’ όλα τα χωριά και τα Χανιά να τον χειροκροτήσουμε, να χαρούμε στη χαρά του και να γλεντήσουμε, στην τιμητική βραδιά που διοργάνωσε ο δραστήριος Σύλλογος Αλληλεγγύης «Ο Κάμπος», εδώ στο χωριό του, τον Κάμπο Κισάμου.

Και αρώματα γιόμισε ο τόπος με τούτη την εκδήλωση στην κακοποιημένη κοινωνία που ζούμε φίλοι μου. Βραδιές σαν κι αυτήν, που κομίζουν πολιτισμό, είναι η ποθητή όαση στην έρημο, είναι το πεφταστέρι που δείχνει το μεγαλείο του σύμπαντος κι ένας αντίλαλος ισχυρός από ανασαμιές που μας τροφοδοτούν οξυγόνο και μπόρεση για ζωή. Γιατί η ζωή, στερημένη από το πνέμα, δεν είναι ζωή, μα βόσκηση στο αθρωπολίβαδο του πλανήτη που βρεθήκαμε.

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Λαοί νῦν κροτήσωμεν,

δεῦτε τὰς χεῖρας πιστῶς, καὶ

ἄσωμεν ἄσμασι, τῇ Θεομήτορι…

 

Μουντά, βαριοφορτωμένα και στοιβαγμένα σύννεφα σιγοδιαβαίνανε, κι ο ουρανός σκοτεινιασμένος, χαμένος, καρτερούσε πότε να φύγουνε να διαφεντέψει το σύμπαν. Η γης, διψασμένη απ’ την καλοκαιριάτικη κάψα, λαχτάριζε το υγρό στοιχείο να αφρατέψει, να γεννοβολήσει με τον καιρό, να θρέψει ζωντανά κι αθρώπους. Το χορτάρι, δυσεύρετο στις πλαγιές, μαγνήτιζε τα κοπαδιαστά πρόβατα που τρέχανε προς τη μικρή ρεματιά με τις πολλές μυρτιές, εκεί στα Κήθυρα, βόσκανε λαχταρισμένα κι ο γεροβοσκός χαιρότανε να τα βλέπει να τους κουβεντιάζει. Μα άξαφνα, απρόσμενα, φως, δυνατό φως, τον τύφλωσε. Κι ως ήντονε στο βοσκοράβδι κουμπισμένος, με τρόμο και δέος ξέκρινε μπρός του τη Μεγαλόχαρη Παναγία μας να τον προστάζει να εύρη μια εικόνα της εκεί κοντά στις μυρτιές. Ο ευλογημένος από τον θεό απλοϊκός αυτός βοσκός έπεσε καταγής, προσευχότανε κι ευχαριστούσε την Παναγία για το όραμα ετούτο. Τινάχτηκε μετά απάνω κι αρχίνισε να ψάχνει.

Ώωω! Τι ευδαιμονία σαν Την αντίκρισε ανάμεσα στα πυκνά, μυρωδάτα μυρτόκλαδα. Χαρούμενος, ευτυχισμένος, την ασπάστηκε και σφιχτά την πήρε στην αγκάλη του. Στο σπίτι του σαν επήγε, προσευχηθήκανε με ευλάβεια όλοι, την ασπαστήκανε συγκινημένοι και κοιμηθήκανε.

Όμως, τρόμος και απελπισία τους κυρίεψε όταν το πρωί έλειπε η εικόνα. Για κλέφτη σκεφτήκανε, μα απίθανο τον 14ο αιώνα σε ένα μικρό χωριό. Τρέχοντας ο βοσκός πήγε στον ίδιο τόπο και με έκπληξη, είδε την εικόνα στο μέρος που την είχε πρωτοβρεί. Δοξάζοντας τον Θεό, την πήρε πάλι σπίτι του, αλλά την νύχτα εξαφανίστηκε όπως και την πρώτη φορά. Όταν η εξαφάνιση και επανεμφάνιση της εικόνας συνέβηκε και τρίτη φορά, καταλάβανε πως μήνυμα βαρύ, Θεϊκό ήταν αυτό και τρεχάτοι πήγανε στον εφημέριο. Πειστήκανε ότι ήταν θέλημα της Μητέρας του Θεού η εικόνα να παραμείνει εκεί που είχε πρωτοβρεθεί.

Ετούτα ήντουσαν το έναυσμα που πυροδότησε το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων και με πρώτο τον κλήρο, χτίστηκε στην αρχή μια μικρή εκκλησία που της δώκανε το όνομα Μυρτιδιώτισσα.

Θαύματα πολλά έχει κάνει η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα, που είναι η προστάτιδα του νησιού, με σημαντικότερα τη θεραπεία του παράλυτου και τη σωτηρία των Κηθύρων από την επιδρομή των πειρατών.

Το εκκλησάκι διατηρείτε ως τα σήμερα, και ομώνυμη μονή υπάρχει στην ίδια τοποθεσία Πολλές εκκλησίες αφιερωμένες στην Παναγία τη Μυρτιδιώτισσα υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα και γιορτάζονται στις 24 Σεπτεμβρίου, την ημέρα που βρέθηκε η εικόνα από τον βοσκό, σαράντα ημέρες, δηλαδή, μετά την κοίμηση της Θεοτόκου. Θεία θέληση, και εδώ ανάμεσα Σφηνάρι και Μελισιά μια μικρή, γραφική εκκλησία Παναγίας Μυρτιδιώτισσας υπάρχει που έχτισαν με πολλή πίστη και δυσκολίες η οικογένεια του Μάμα Χαραλαμπάκη από τη Μελισιά.

Σαν και κάθε χρόνο μεγάλο πανηγύρι έγινε κι εφέτος από τους ίδιους με πλούσια κεράσματα, φαγητά και κρασί, με προσέλευση πολλών πιστών από γύρω και μακρινά χωριά.

Χρόνια πολλά σε όλους κι ευχόμαστε να μένει αναμμένη η δάδα της παράδοσης που μας ζωογονεί και μας φέρνει κοντύτερα στους προγόνους μας.

Γιώργος Καμβυσέλλης

gkamvysellis@yahoo.g

Παρασκευή, 07 Σεπτεμβρίου 2018 14:51

Και γινήκαμε όλοι μια αγκαλιά αγάπης

Τι θέλει αλήθεια ο άνθρωπος για να ζήσει;

Ένα πιάτο φαί, λίγο ψωμί και μια κούπα κρασί.

Με τούτα θρέφει τη σάρκα, μα η καρδιά κι η ψυχή δακρύζουν, αιμορροούνε και προσμένουν.

Προσμένουν δράση, μη πλαντάξουν. Στήριγμα από τη σάρκα προσμένουν, να ενδυναμώσουν να επιτελέσουν το έργο τους, με ελευτερία, πνέμα και αγάπη. Και έρωτα. Όχι μόνο τον σαρκικό έρωτα που μεταμορφώνει τον άθρωπο σε υπερβατικό ον και δίνει νόημα ύπαρξής του και του είδους του διαιώνιση επί γης. Λογιώ-λογιώ έρωτες μπορεί και πρέπει να χαίρεται ο άθρωπος και να ονειρεύεται, να στοχεύει στο καινούργιο, το καλλίτερο, το ανώτερο. Για αγώνα, να μεγαλουργεί. Σκοπός μας, σε τούτον τον κόσμο που, Θεία δυνάμει, βρεθήκαμε, δεν είναι να αφήνουμε στο διάβα μας μυρουδιές αποκρουστικές, μα αρώματα. Ελκυστικά αρώματα ψυχής και πνεύματος να μας κλουθούνε φίλοι μου.

Στο νου μου τριζοβολά η Κρητικιά μαντινάδα του ορεσίβιου γιδοβοσκού και φίλου μου του Μιχάλη Χαραλαμπάκη.

Ο άθρωπος εις τη ζωή

πρέπει να έχει νάμι

όντε θα φύγει από δω

να μην του πουν χαράμι.

Ο καθείς από μας, φίλοι μου αγαπημένοι, έχει, πρέπει να έχει, τον δικό του έρωτα μπορεί και ερωτάδες. Άλλος με τη φύση, άλλος τη λογοτεχνία, το κολύμπι, την ορειβασία, το κυνήγι, τα ζώα που μας δίνουνε αγάπη προστασία και χαλάρωση. Είναι κι’ άλλοι που με μια μηχανή στο χέρι αποθανατίζουν στιγμές φευγαλέες, θέματα ανεπανάληπτα. Πολλές οι ερωτικές έλξεις κι εκρήξεις που σμίγουν κι αγκαλιάζουνε τους καλούς αθρώπους. Και σε τούτη την ουρανόσταλτη πανδαισία χαράς, ευτυχίας, ξενοιασιάς, κεφιού, είναι φίλοι μου και το τραγούδι, η μουσική. Μουσική έχουνε σε βουστάσια για να αυξήσουν την γαλακτοπαραγωγή. Μουσική και σε φυτά να αναπτύσσονται και καρποφορούνε καλλίτερα. Μουσική, τραγούδι, χορό αποζητoύμε κι εμείς οι αθρώποι που θαματουργό φάρμακο μπορεί να αποβεί κατά που αποδείχτηκε και γράφτηκε: «Η μουσική, ο χορός, είναι φάρμακο για τον άνθρωπο» και σε πολλά μέρη υπάρχουν δασκάλοι κι ιδρύματα που πάνε οι κουρασμένοι για χαλάρωση, ενδυνάμωση, προάσπιση της υγείας των.

Και τούτος ο μεγάλος έρωτας χτύπησε και κρατά στα δεσμά του έναν γνήσιο Κρητικό, το Βασίλη Σκουλά, που με τη ζωογόνο έξαψη να σταλάζει ακόμη στα ψυχοκάρδια μας, την άλλη μέρα από το ολόγιομο Αυγουστιάτικο φεγγάρι, μαζί με τους ανθρώπους του και το χορευτικό συγκρότημα «Ονειροκρήτες» της Βαγγελιώς Κουνελάκη, βρέθηκε εδώ στα μέρη μας κατά το λιόγερμα, για να μας χαρίσει στιγμές κι ώρες κεφιού, ψυχικής γαλήνης, μακριά από άγχος και προβλήματα καθημερινότητας. Δυόμιση ώρες ήτανε στο πέτρινο θεατράκι στα Νοπήγεια και πλημμύριζε ο τόπος νότες, αγάπη, έρωτα και τραγούδια, με εναρκτήριο λάκτισμα την μαντινάδα του που ο ίδιος έχει μελοποιήσει:

Άμα θα πάψ’ ο έρωτας

σ’ άνθρωπο να υπάρχει,

πες μου τι νόημα η ζωή

κι είντα ουσία θα ‘χει.

«Να πορευόμαστε με το νόημα του έρωτα για τον εαυτό μας, το συνάνθρωπό μας, με τη φύση κι ό,τι ωραίο υπάρχει στη ζωή». είπε ο ίδιος,

Κι αρώματα γιόμισε ο τόπος με τούτη τη μουσική εκδήλωση στην κακοποιημένη κοινωνία που ζούμε φίλοι μου. Βραδιές σαν κι αυτήν, που κομίζουν πολιτισμό, είναι η ποθητή όαση στην έρημο, είναι το πεφταστέρι που δείχνει το μεγαλείο του σύμπαντος κι ένας αντίλαλος ισχυρός από ανασαμιές που μας τροφοδοτούν οξυγόνο και μπόρεση για ζωή. Γιατί η ζωή, στερημένη από το πνέμα, δεν είναι ζωή, μα βόσκηση στο αθρωπολίβαδο του πλανήτη που βρεθήκαμε.

Ας δώσουμε νόημα κι ομορφιά στη ζωή μας κι ας γενούμε όλοι μια ζεστή αγκαλιά άδολης αγάπης.

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σελίδα 1 από 4
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top