FOLLOW US
Μαρία Διακουμάκου

Μαρία Διακουμάκου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Σήμερα παρουσιάζουμε μία επιγραφή του 3ου αι. μ.Χ., που βρίσκεται στο προαύλιο του Δημοτικού σχολείου της Πλαγιάς, χωριό ανατολικά του Πλωμαρίου. Παρεμπιπτόντως, η κεντρική είσοδος του σχολείου που μπορεί να δει κανείς στην φωτογραφία που ακολουθεί (σημ.: οι φωτογραφίες είναι για μια ακόμη φορά ευγενική χορηγία του Ασημάκη Παυλέλλη) εντυπωσιάζει όχι μόνο γιατί έχει κατασκευαστεί κατά το πρότυπο αρχαίων δημόσιων κτιρίων π.χ. το αέτωμα, οι μετόπες, οι κίονες στην είσοδο, αλλά και γιατί ακόμα και τα χρώματα θυμίζουν τα φυσικά χρώματα των αρχαίων κτιρίων (βλ. π.χ. τον Παρθενώνα στην Ακρόπολη των Αθηνών)!

 

Φωτ. 1. Το Δημοτικό σχολείο στην Πλαγιά, χωριό ανατολικά του Πλωμαρίου

 

Σύμφωνα με τον Μάκη Αξιώτη, Περπατώντας τη Λέσβο, Β´, Μυτιλήνη 1992, σελ. 670, η επιγραφή «ήταν πρώτα εντοιχισμένη στον ναό της Υπαπαντής του Χριστού στο χωριό». Δεν γνωρίζουμε γιατί αποτοιχίστηκε και μεταφέρθηκε στο σχολείο, αλλά το βέβαιο είναι ότι ο κατάλληλος χώρος φύλαξης κινητών μνημείων δεν είναι το προαύλιο ενός σχολείου ή ναού, αλλά το Αρχαιολογικό Μουσείο της περιοχής. Οι φωτ. 2 και 3 της επιγραφής που ακολουθούν αποδεικνύουν και την υποβάθμιση του μνημείου και την φθορά των γραμμάτων από την έκθεσή του στον καιρό.

 

Φωτ. 2. Η αναθηματική επιγραφή του 3ου αι. μ.Χ. σε μια γωνιά της αυλής του σχολείου

 

Φωτ. 3. Η ενεπίγραφη επιφάνεια με φανερή την φθορά των γραμμάτων (IG XII 2, 476).

 

Το κείμενο της επιγραφής αντέγραψα από την επίσημη έκδοσή του στο Inscriptiones Lesbi, XII 2, 476, Berolini 1889 και είναι το εξής:

Ζηνὸς καὶ Μαίας ἐρικύδεος ἀγλαὸν Ἑρμῆ

εὐκάρπου στῆσεν [τῆ]σ[δ]ε ἐπὶ φυταλίης

Βάκχων Ζωοῦς υἱός, ὅ[πω]ς ἀσινῆ διὰ παντὸς

ἄμπελος ὡραῖον καρπὸν ἒχη βοτρύων.

Ἀλλ’, ἵλαος, ἄναξ, Ζωοῦς γένος εὔφρονι θυμῷ

σῷζε διδοὺς αὐτοῖς ἄφθονον ὄλβον ἀεί.

 

Ἀρίστα, Ζώη Βακχωνείω μάτηρ,

Ἀφροδίτα, Ἀθήνα Ἰδήνα ‘Υπακόω.

 

Απόδοση στην νέα ελληνική:

(Το άγαλμα του γιου) του Διός και της ένδοξης Μαίας, το άγαλμα του λαμπρού Ερμή, σ’ αυτόν εδώ τον εύκαρπο αμπελώνα, ίδρυσε ο Βάκχων, γιος του Ζώη, για να έχει για πάντα το αμπέλι του καλό σταφύλι και ώριμο.

Αλλά και συ, άρχοντα (Eρμή), που είσαι ευμενής, πρόθυμα προστάτευε το γένος του Ζώη και δίνε πάντα σ’ αυτούς άφθονη ευτυχία.

Η Αρίστα, μητέρα του Ζώη, γιού του Βάκχωνα, ανέθεσε στην Αφροδίτη και την Αθηνά Ιδίνα (;) που εισακούει.

Πρόκειται για επίγραμμα, έμμετρη δηλαδή επιγραφή, με αρχαιοπείς, ομηρικές λέξεις κατά το πρότυπο των πρώτων επιγραμμάτων. Σύμφωνα με το κείμενο, ο Βάκχων και η γυναίκα του Αρίστα αναθέτουν ξεχωριστά, ο πρώτος στον Ερμή ιδρύοντας το άγαλμα του θεού στον αμπελώνα του, παρακαλώντας τον να του δίνει πάντα καλούς καρπούς και η δεύτερη στην Αφροδίτη και την Αθηνά προς επίκλησιν οικογενειακής ευτυχίας. Επειδή το επίθετο της Αθηνάς «Ιδίνα» δεν αναφέρεται σε άλλον τόπο, εικάζουμε ή ότι δεν είναι ορθή η ανάγνωση ή ότι αναφέρεται σε τοπωνύμιο της περιοχής, άγνωστο σε μας, όπου και λατρευόταν η Αθηνά.

Στο άνω μέρος του βάθρου σώζονται τα ίχνη των αναθέσεων αντίστοιχα, των πελμάτων του αγάλματος και της ανάθεσης της Αρίστας, που πιθανόν να ήταν τρίπους (φωτ. 4). Τέλος, τα ονόματα Βάκχων, Ζώης και Αρίστα είναι γνωστά και από άλλες επιγραφές της Λέσβου και των νησιών.

 

Φωτ. 4. Τα ίχνη των αναθέσεων στο άνω μέρος του βάθρου. 3ος αι. μ.Χ. Πλαγιά.

Σήμερα παρουσιάζουμε μια ακόμα εντοιχισμένη επιγραφή της Λέσβου εντοιχισμένη σε ναό, αυτήν την φορά στον ναό της Αγ. Παρασκευής στο Βαφειό, οικισμό 5 χλμ. βορείως του Μολύβου.

 

Η επιγραφή εντοιχισμένη στον εξωτερικό ανατολικό τοίχο, νότια της κόγχης του ιερού. Αγ. Παρασκευή, Βαφειό. Πρόκειται για πολύ γνωστή στην έρευνα επιγραφή, δημοσιευμένη ήδη από το 1899 στο Inscriptiones Graeacae, 521 των επιγραφών της Λέσβου και εντοιχισμένη από τότε στον ναό της Αγ. Παρασκευής, «In ecclesia vici Vaphio», αφού ο ναός, σύμφωνα με την κτιτορική του επιγραφή, μας ενημερώνει ότι οικοδομήθηκε το 1868. Αλλά και πολύ αργότερα η επιγραφή απασχόλησε τον Ι. Κοντή, Η Λέσβος και η Μικρασιατική της περιοχή, Αθήνα 1975, σελ. 278 - 279 και στην συνέχεια τον Μ. Αξιώτη, Περπατώντας τη Λέσβο Α΄, Μυτιλήνη 1992, σελ. 215 - 18, πίν. 46, τον N. Spencer, A Gazetteer of Archaeological Sites in Lesbos, Oxford 1995, 45 - 46 (βλ. και Μαρία Διακουμάκου, Οι αρχαίες επιγραφές της Λέσβου στο έργο του Μάκη Αξιώτη, ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΟΝ 5 (2016) 17, αρ. 39). Αυτό που προσθέτει το σημερινό άρθρο πέρα από την αναθεώρηση της έρευνας είναι η φωτογραφία της επιγραφής, απαραίτητη για την θέση της και την ανάγνωσή της, την οποία μου παραχώρησε ο Ασημάκης Παυλέλλης.

  

Όρος αρχαίου τεμένους στο Βαφειό, 5ος/4ος αι. π. Χ.

Όπως μπορεί να δει κανείς, πρόκειται για όρο τεμένους του 5ου/4ου αι. π. Χ. με σωζόμενα μόνο τα Όρος τεμέ[νεος]. Επειδή έχουν εντοπιστεί άλλοι δύο όροι τεμένους της ίδιας εποχής, ο ένας χαραγμένος σε βράχο στο βουνό Ράχωνα και άλλος εντοιχισμένος σε μαντρί στον δρόμο του Βαφειού προς Μήθυμνα, την έρευνα απασχόλησε το τέμενος στο οποίο αναφέρεται. Για τον προβληματισμό παραθέτω τα λόγια του Αξιώτη: «Αυτή η γραμμή, από το Βαφειό στον Ράχωνα, θεωρήθηκε το ανατολικό φυσικό όριο του τεμένους, που πιθανόν απλωνόταν στις παρυφές της αρχαίας Μήθυμνας. Εμείς όταν οδοιπορούσαμε ψηλά, στις πλαγιές της ρεματιάς του Λιγόνα, είδαμε τα τεράστια σέτια στο βουνό και την πληθώρα των αγγείων, τα πήλινα ειδώλια, τους τάφους και υποθέσαμε την ύπαρξη κάποιου ιερού χώρου εκεί επάνω».

Σήμερα παρουσιάζουμε μια επιγραφή του νησιού, για την οποία πολύς λόγος έχει γίνει ανάμεσα σε όσους ντόπιους γνώριζαν την ύπαρξή της. Βρίσκεται εντοιχισμένη στον λεγόμενο «Πύργο» Βοστάνη, στην θέση Χαρέμι, στην περιοχή της Ουτζάς κοντά στην Μόρια, 6 χλμ. περίπου από την πόλη της Μυτιλήνης. Από τις φωτογραφίες μπορεί κανείς να διακρίνει ότι δεν πρόκειται για Πύργο, αλλά για εξοχική κατοικία, εγκαταλελειμμένη σήμερα. Φωτογραφίες της επιγραφής και της κατοικίας μου παραχώρησαν ντόπιοι φίλοι, ο Ασημάκης Παυλέλλης, ο Παναγιώτης Χλίμπος και άλλοι, τους οποίους ευχαριστώ θερμά.

Η οικία Βοστάνη στην περιοχή της Ουτζάς, κοντά στην Μόρια.

Η οικία έχει χτιστεί σε προνομιακή θέση με καταπληκτική θέα στο ρωμαϊκό υδραγωγείο της Μόριας.

 

Η θέα του ρωμαϊκού υδραγωγείου της Μόριας από την οικία Βοστάνη.

Συγκεκριμένα, η επιγραφή έχει εντοιχιστεί στον τοίχο της δεξαμενής νερού.

Η δεξαμενή του νερού με την επιγραφή σε κόκκινο περίγραμμα εντοιχισμένη πάνω δεξιά.

 

Η επιτύμβια επιγραφή του Μάρκου Βιψανίου Κλονίου.

Πρόκειται για επιτύμβια λατινική στήλη από γκρίζο μάρμαρο Μόριας, από την οποία σώζεται μόνο το ενεπίγραφο τμήμα της. Την επιγραφή γνωρίζαμε από μνεία που περιέχεται στο άρθρο του Μάκη Αξιώτη, Οδοιπορικό στη Λέσβο, εφημ. Εμπρός, 13/6/2012. Κατόπιν αδείας του Υπουργείου Πολιτισμού, η μετάφραση της επιγραφής είναι η εξής:

 

Μετάφραση στην ελληνική: Ο Μ(άρκος) Βιψάνιος Κλόνιος, που ανήκε στην Καμιλ(ία) φυλή, έζησε 10 (δέκα) έτη.

 

Από την μετάφραση προκύπτει ότι η επιγραφή χαράχτηκε στον τάφο του μόλις δεκάχρονου άτυχου αγοριού Μάρκου Βιψανίου Κλονίου. Το πατρώνυμο του παιδιού δεν αναγράφεται, όπως είναι το τυπικό. Ποιος ήταν λοιπόν ο μικρός Κλόνιος; Τὸ nomen και το praenomen Μ(arcus) Vipsanius ή στην ελληνικὴ Μ(άρκος) Βιψάνιος παραπέμπουν στον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα, τον διακεκριμένο στρατηγό και προσωπικό φίλο του Αυγούστου, που έμεινε στην Μυτιλήνη τον χειμώνα του 23 π.Χ. Την παραμονή του στο νησί ενισχύουν και τα οκτώ βάθρα προς τιμήν του, που σώζονται στην Λέσβο.

Εύκολα μπορεί λοιπόν να σκεφτεί κανείς ότι ο πατέρας του παιδιού ήταν δούλος του Αγρίππα που τον απελευθέρωσε ο ίδιος το 23 π.Χ. που βρισκόταν στην Μυτιλήνη. Μόνο σε αυτήν την περίπτωση μπορούσε κάποιος να πάρει το όνομα ενός επιφανούς Ρωμαίου. Το παραπάνω εύλογο συμπέρασμα όμως δεν είναι και αληθές, αφού από τα γράμματα η επιγραφή τοποθετείται τον 1ο αι. μ.Χ., αργότερα δηλαδή από την εποχή του Αυγούστου και του Αγρίππα. Τι είναι πιθανόν να έχει συμβεί, που να δικαιολογεί την παραμονή του μικρού Κλονίου και της οικογένειάς του τον 1ο αι. μ.Χ. στο νησί; ήταν γιος ή απόγονος απελευθέρου του Αγρίππα, ο οποίος θα μετοίκησε στην Λέσβο οπωσδήποτε πολύ αργότερα από το 23 π.Χ. ή ήταν απόγονος ντόπιου Μυτιληναίου, ο οποίος έλαβε την ρωμαϊκή πολιτεία από τον Αγρίππα, κατά την παραμονή του στο νησί.

Όποια και να ‘ναι η αλήθεια, το σίγουρο είναι ότι αυτό το μικρό λίθινο κατάλοιπο με τα γράμματα του λατινικού αλφαβήτου έχει «αέρα» και από Αγρίππα και από το σύστημα πατρωνίας των Ρωμαίων.

 

Βρισκόμαστε και σήμερα στον μεσαιωνικό Πύργο της Βασίλισσας στο Άνω Κάστρο, όπου το προηγούμενο Σάββατο εντοπίσαμε τους εντοιχισμένους μονομάχους των ρωμαϊκών χρόνων. Έξω από τον Πύργο, ακουμπισμένο στο έδαφος, διακρίνουμε έναν γκρίζο λίθο με μετόπες που παραπέμπει σε επιστύλιο μνημειώδους κατασκευής, το οποίο εντόπισε και φωτογράφισε ο Ασημάκης Παυλέλλης. Είναι σπασμένο αριστερά και φέρει επιγραφή δύο στίχων, αναθηματική στον Ασκληπιό ρωμαϊκών χρόνων κι αυτό, του 1ου αι. π. Χ. / 1ου αι. μ. Χ. Φαίνεται όμως ότι το επιστύλιο χρησιμοποιήθηκε σε δεύτερη χρήση και από τους Γατελούζους πολύ αργότερα τα μεσαιωνικά χρόνια, γιατί στα αριστερά φέρει ανεστραμμένο τον περίφημο θυρεό τους, ορατό βεβαίως και σε άλλα σημεία του Κάστρου και σε επιγραφές (στην μελέτη του Α. Μαζαράκη που ακολουθεί υπάρχουν φωτογραφίες και λεπτομερή στοιχεία για τον θυρεό).

Το 1899, ο εκδότης των Inscriptiones Graecae, ΧΙΙ 2, 116 είδε την επιγραφή στο ίδιο σημείο (!), αλλά δεν αναφέρει τίποτα ούτε για τον θυρεό ούτε για τον φυτικό διάκοσμο που περιτρέχει το άνω μέρος του μνημείου. Το ίδιο έκανε και ο R. Hodot, Le Dialecte Έolien d’ Asie, Paris 1990, MYT 179, προφανώς γιατί το ενδιαφέρον τους είναι η αρχαιότητα. Ο Ανδρέας Μαζαράκης όμως, αρχιτέκτονας - αρχαιολόγος, με πολλές μελέτες για τον μεσαιωνικό ελληνισμό, στην μελέτη του με τίτλο «Συμβολή στην Eραλδική των αναμνηστικών και επιτάφιων πλακών της περιόδου των Γατελούζων στη Μυτιλήνη», Αρχαιολογικόν Δελτίον 53 (1998) 361 - 386, πιν. 118, την περιλαμβάνει ανάμεσα στα μνημεία της εποχής αυτής και θεωρεί πιο πιθανό να χρησιμοποιήθηκε ως ψευδοσαρκοφάγος και γιατί ο διάκοσμος του ελισσόμενου βλαστού παρατηρείται σε σαρκοφάγους και γιατί η πίσω πλευρά είναι επεξεργασμένη σε κοιλότητα, χωρίς να αποκλείει την πιθανή χρήση του ως αρχιτεκτονικού μέλους, όπως και στην αρχαιότητα. Από το σωζόμενο μήκος του 1,33 μ., εκτιμά ότι το συνολικό αρχικό μήκος θα ήταν περίπου 2,30 μ.

Το κείμενο της επιγραφής με τα ωραία γράμματα, που μοιάζουν με τα γράμματα των επιγραφών του Ποταμωνείου (το Η συγκεκριμένα με την καμπύλη μεσαία κεραία), είναι το εξής:

Διο]γέν[ης ἴρ]ευς τῶ Σώτηρος Ἀσκλαπίω δι[ὰ γένεος

τὰν στ]οία[ν τῶ] Ἀσκλαπίω σώτηρι περὶ ὐγείας.

 

Απόδοση στην νέα ελληνική: Ο - - -γένης, ιερέας του Ασκληπιού, από οικογενειακή παράδοση, (ανέθεσε) την Στοά στον Ασκληπιό υπέρ υγείας.

Την συμπλήρωση του στ. 2, ότι δηλαδή ο ιερέας του Ασκληπιού ανέθεσε Στοά στον Ασκληπιό, έδωσε τα χρήματα για την κατασκευή του οικοδομήματος, πρότεινε ο Preuner (βλ. IG XII Suppl., σελ. 41), η οποία ταιριάζει με παρόμοιες επιγραφές στην Λέσβο (βλ. IG XII Suppl., 21), στην Ρόδο, Κάλυμνο, Αστυπάλαια, Δήλο κ.α., αλλά παράλληλα ερμηνεύει το μέγεθος και την δαπάνη του ίδιου του αναθήματος, το οποίο μπορούμε να φανταστούμε ιδρυμένο στην είσοδο της Στοάς του ιερού του Ασκληπιού Σωτήρος.

Η συμπλήρωση του στ. 1 δεν μπορεί να γίνει με ακρίβεια, αλλά ας λάβουμε υπ’ όψιν μας τον βωμό που ανέθεσε στον Ασκληπιό την ίδια εποχή ο Μάρκος Ορδιόνιος Διογένης (IG XII Suppl. 25), ο οποίος βρέθηκε «ανασκαπτομένων θεμελίων επί της οδού «Χατζηγιαννίκου Βρύση» δια το κατάστημα Ιγγλιζέλη εις βάθος περίπου 1,80 μ.», όπως γράφει ο Δ. Eυαγγελίδης, ΑΔ 9 (1924 - 25) Παράρτημα, σελ. 44 - 45. Για τον λόγο αυτόν, ο Eυαγγελίδης υποστηρίζει ότι το επισημότατο, όπως το χαρακτηρίζει, ιερό του Ασκληπιού, βρισκόταν στην περιοχή του Αγ. Συμεών και του Σαρή Μπαμπά, αλλά και γιατί το ψήφισμα Μυτιληναίων και Αιτωλών του 3ου αι. π. Χ. (IG XII 2, 15, στ. 32 - 34), που βρέθηκε στα θεμέλια του ναού του Αγ. Συμεών, αποφασίζεται να ιδρυθεί στο Ιερό του Ασκληπιού. Κατά συνέπεια, ο Eυαγγελίδης διαφωνεί με τον Παπαγεωργίου, Unedierte Inschriften von Mytilene, Leipzig 1900, 23, ότι το Ασκληπιείο βρισκόταν στην θέση του σημερινού Αγ. Θεράποντος. Eυχής έργον θα ήταν μια σύγχρονη μελέτη για την τοπογραφία της αρχαίας πόλεως της Μυτιλήνης.

 

* Η Μαρία Σ. Διακουμάκου είναι φιλόλογος - επιγραφικός, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία.

Τέσσερα ακόμα τεκμήρια της ζωής της ρωμαϊκής Μυτιλήνης παρουσιάζουμε σήμερα, εντοιχισμένα στο Κάστρο. Πρόκειται για επιτύμβια ανάγλυφα μονομάχων, ενεπίγραφα, που χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικό υλικό στην κατασκευή του λεγόμενου «Πύργου της Βασίλισσας» στο Άνω Κάστρο, δηλαδή του κεντρικού δυτικού πύργου από τους πέντε συνολικά που οικοδομήθηκαν εντός του μεγάλου οχυρωματικού περιβόλου. Τα εντόπισε και τα φωτογράφισε ο Ασημάκης Παυλέλλης.

Τα τρία από τα τέσσερα ανάγλυφα δημοσιεύτηκαν το 1899 στον τόμο Inscriptiones Graecae XII 2 των επιγραφών της Λέσβου, αρ. 452, 453, 454. Και τα τέσσερα ανήκουν στον τύπο secutor με πανοπλία και μεγάλη ασπίδα που καλύπτει σχεδόν όλο το σώμα. Πάνω από το πρώτο κατά σειρά ανάγλυφο (IG XII 2, 452) διαβάζουμε εξελληνισμένο το ρωμαϊκό όνομά του, ΒΙΚΤΩΡ, ο νικητής, με ωραία, επιμελημένα γράμματα του 2ου αι. μ.Χ. Σχεδόν πλάι του εντοιχίστηκε το δεύτερο κατά σειρά (ΙG XII 2, 453) παρόμοιο ανάγλυφο με όνομα δυσανάγνωστο, το οποίο έχει διαβαστεί κατά καιρούς ως Πλάτος, Ήλατος και Ίλλυρος. Επειδή από την φωτογραφία το Ρ είναι ευκρινές, η ανάγνωση Ίλλυρος είναι η μόνη που ευσταθεί (βλ. Pfohl - Mobius, Ostgriechische Grabreliefs, Mainz am Rhein 1977-79, αρ. 1209), αν και κατά την γνώμη μου το όνομα είναι Ίλαρος, γιατί το γράμμα δίπλα στο Λ είναι Α και όχι πάλι Λ. Το όνομα Ίλαρος < ιλαρός (επίθ.) = χαρούμενος, πρόσχαρος απαντά από την αυτοκρατορική εποχή και μετά στα νησιά.

Τα επιτύμβια ανάγλυφα των μονομάχων Βίκτορος και Ιλάρου. Κάστρο Μυτιλήνης

Ανάμεσα στα προηγούμενα δύο, διακρίνουμε ένα ακόμα ανάγλυφο, θηριομαχίας αυτήν τη φορά, χωρίς επιγραφή, που μοιάζει να συμπληρώνει την θεματική σύνθεση του αρχιμάστορα του Πύργου.

Στην ίδια ευθεία με τα παραπάνω διακρίνονται τα άλλα δύο ανάγλυφα, από τα οποία το εξ αριστερών μας είναι δημοσιευμένο (IG XII 2, 454) και φέρει σχεδόν ακέραιο το όνομα του μονομάχου Πυλάδη[ς], ενώ ο εκδότης των IG διάβασε μόνο Πυλά[δης]. Το άλλο στα δεξιά είναι άγνωστο, γεγονός σε μένα ανεξήγητο. Από το όνομα σώζεται το - δόνιος, μάλλον συμπληρώνεται με ασφάλεια [Μαρ]δόνιος, αγωνιστικό και επιθετικό, κατάλληλο για την περίσταση.

 Τα επιτύμβια ανάγλυφα των μονομάχων Πυλάδου και [Μαρ]δονίου. Κάστρο Μυτιλήνης

Όλα τα ανάγλυφα των μονομάχων της Μυτιλήνης έχει περιλάβει ο μέγας επιγραφικός Louis Robert στο ομώνυμο βιβλίο του Les Gladiateurs dans lOrient Grec, Paris 1940, 222-223.

 

* Η Μαρία Σ. Διακουμάκου είναι φιλόλογος - επιγραφικός, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία

Σχετικά με το άρθρο του προηγούμενου Σαββάτου που αφορούσε τους τρεις ανάγλυφους στεφάνους ελιάς εγχάρακτους με τα ονόματα των αρχών που συναποφασίζουν, δηλαδή Ο ΔΗΜΟΣ, ΡΩΜΑΟΙ, ΓEΡΟΥΣΙΑ, που βρίσκονται εντοιχισμένοι στο προσκυνητάρι του Αγ. Ιωάννη Προδρόμου στο Ρέμα Βατούσας, θα πρέπει να συμπληρώσω μετά από διαπίστωση του Ασημάκη Παυλέλλη ότι και αυτή η επιγραφή και οι άλλες δύο που σώζονται από την Λέσβο με το όνομα των ΡΩΜΑΙΩΝ, που συναποφασίζουν με τον δήμο, να αναγράφεται μέσα σε στέφανο ελιάς, προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Αντισσαίας.

Στον Άγ. Δημήτριο στην Άργενο. Τιμητικό ψήφισμα του 2ου αι. μ.Χ.

Η μία, τιμητική επιγραφή του 2ου αι. μ.Χ., βρίσκεται στην Άργενο, στον Ναό του Αγ. Δημητρίου δίπλα στην θάλασσα (βλ. Εμπρός, 2/7/2016).
Η άλλη, επιτύμβια επιγραφή του 1ου αι. π.Χ./1ου αι. μ.Χ., φυλάσσεται στην Μονή Υψηλού (βλ. Εμπρός, 26/11/2016).
Η διαπίστωση αυτή φαίνεται αρχικά να συγκρούεται με το δεδομένο ότι η πόλη της Άντισσας ως γνωστόν καταστράφηκε το 167 π.Χ. από τους Ρωμαίους, γιατί θωρήθηκε συνεργός του Μακεδόνα Αντήνορα εναντίον τους, και στη συνέχεια προσαρτήθηκε στην φιλορωμαϊκή Μήθυμνα και ο πληθυσμός της Άντισσας απορροφήθηκε από αυτήν. Στους περίπου τέσσερις αιώνες όμως που μεσολάβησαν από τότε έως τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ., φαίνεται ότι η Άντισσα έχει ανοικοδομηθεί σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, στοιχείο που αναφέρεται και από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο, γεωγράφο του 2ου αι. μ.Χ. Αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε αν είναι αυτόνομη ή προσαρτημένη ακόμα διοικητικά στην Μήθυμνα, αν δηλαδή τα παραπάνω ψηφίσματα ανήκουν στην ανοικοδομημένη Άντισσα ή στην Μήθυμνα, που τα ιδρύει και στην Άντισσα, για να είναι ενήμεροι οι κάτοικοί της για τις αποφάσεις της.

Στην Μονή Υψηλού. Η επιτύμβια επιγραφή του Παμφίλου. 1ος / 2ος αι. μ.Χ.

Σήμερα παρουσιάζουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση επιγραφής της Λέσβου των ρωμαϊκών χρόνων του 2ου αι. μ.Χ., η οποία βρίσκεται στον Ναό του Αγ. Ιωάννη Προδρόμου, στο Ρέμα, οικισμό που διοικητικά ανήκει στην Βατούσα. Είναι εντοιχισμένη στο υπαίθριο προσκυνητάρι της αυλής, όπου την εντόπισε και την φωτογράφισε ο Ασημάκης Παυλέλλης. Πρώτος την εντόπισε ο Μάκης Αξιώτης, Περπατώντας την Λέσβο, Α´, σελ. 418-19, πίν. 90.

Πρόκειται για το κάτω μέρος ψηφίσματος, την προέλευση του οποίου δεν μπορούμε να εικάσουμε, μια και δεν έχουμε αρχαία ευρήματα από την κοντινότερη Βατούσα. Το μόνο που σώζεται από το ψήφισμα είναι τρεις στέφανοι από ελιά, ο ένας δίπλα στον άλλον και μέσα στον καθένα είναι χαραγμένες οι εξουσίες της ρωμαϊκής Λέσβου, Ο ΔΑΜΟΣ, ΟΙ ΡΩΜΑΟΙ, Η ΓEΡΟΥΣΙΑ. Το ιδιαίτερο στοιχείο της επιγραφής είναι ότι δεν σώζεται κάτι άλλο αντίστοιχο από την Λέσβο κι έτσι αποτελεί ισχυρό τεκμήριο για την τριαδικότητα και την παράλληλη λειτουργία σε επίπεδο αποφάσεων και των θεσμικών οργάνων των ελληνικών πόλεων και των ηγεμόνων Ρωμαίων.

Αρχικά ο δήμος ή αλλιώς η εκκλησία του δήμου, φαίνεται ότι λειτουργούσε ως τον 3ο αι. μ. Χ., όπως προκύπτει από το μυθιστόρημα του Λόγγου, Δάφνις και Χλόη, 2. 19. 1, όπου, τηρώντας την λογοτεχνική ελευθερία, διαβάζουμε ότι οι Μηθυμναίοι αποφάσισαν να κηρύξουν πόλεμο στην Μυτιλήνη, γιατί ορισμένοι Μυτιληναίοι «κκλησίαν τε συνήγαγον τν πολιτν». Με άλλα λόγια, το πολίτευμα ως τον 3ο αι. μ.Χ. εξακολουθούσε να λέγεται δημοκρατικό, παρά τις μεταβολές και προσαρμογές που είχε υποστεί μετά την επικράτηση των Ρωμαίων. Στο Λεσβίων Πολιτείαι της Αθηνάς Δημοπούλου, σελ. 603, και με βάση τα ψηφίσματα IG XII 2, 59 και 67, διαπιστώνεται ότι «η δημοκρατία της εποχής ήταν ένα πολίτευμα, που χωρίς να είναι τυραννικό ή αριστοκρατικό, διαθέτει μια συνέλευση ανοικτή σε όλους τους πολίτες, όπου τίθενται σε ψηφοφορία σημαντικές αποφάσεις για την πόλη, πιθανώς εκλέγονται και ελέγχονται οι άρχοντες, και το οποίο εγγυάται την αντικειμενικότητα της απονομής της δικαιοσύνης».

Όσο για τους Ρωμαίους, η ανάμιξη και καθιέρωσή τους στα πολιτικά ζητήματα των λεσβιακών πόλων και γενικά στα κοινά είναι γνωστή και από άλλες επιγραφές του νησιού όπου συναποφασίζουν με τον δήμο.

Στην σημερινή επιγραφή όμως συναποφασίζει και η Γερουσία, που μαρτυρείται σε πολλές ελληνικές πόλεις της ρωμαϊκής εποχής και δεν πρέπει να συγχέεται με την Γερουσία της Σπάρτης, καθώς η Γερουσία της Σπάρτης ήταν πολιτικό όργανο με καθαρά πολιτικές - «κυβερνητικές» αρμοδιότητες, ενώ οι Γερουσίες της ρωμαϊκής εποχής ήταν σώματα γερόντων και σχετίζονταν με την θρησκεία, τις θρησκευτικές τελετές και την αυτοκρατορική λατρεία. Σύμφωνα με τον Ν. Γιαννακόπουλο, Ο Θεσμός της Γερουσίας των ελληνικών πόλων κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους. Οργάνωση και Λειτουργίες, Θεσσαλονίκη 2008, σλ. 475, «οι Γερουσίες ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την φροντίδα και αποκατάσταση τιμητικών μνημείων, γιατί αποτελούσαν ένα είδος θεματοφυλάκων της συλλογικής μνήμης». Από την Λέσβο δύο ακόμα επιγραφές μαρτυρούν την ύπαρξη και λειτουργία Γερουσίας την ρωμαϊκή εποχή, η IG XII 2, 51-η περίφημη και μόνη επιγραφή που μαρτυρεί την ύπαρξη του Ποταμωνείου- και αυτή που περιλαμβάνεται στο Συμπλήρωμα των Eπιγραφών της Λέσβου από τον Σ. Χαριτωνίδη, αρ. 38, πίν. 13β.

Το κείμενο της δικής μας επιγραφής βεβαίως δεν το γνωρίζουμε, αλλά προφανώς θα ήταν ψήφισμα της πόλεως προς τιμήν ευεργετούντος ή ψήφισμα σχετικό με δημόσιο ζήτημα που διευθετείται.

 

Το εντοιχισμένο θραύσμα του 2ου αι. μ.Χ. στο προσκυνητάρι της αυλής μέσα σε κόκκινο και μαύρο περίγραμμα

Το κάτω μέρος του ψηφίσματος με την υπογραφή των τριών εξουσιών της ρωμαϊκής Λέσβου. 2ος αι. μ.Χ. Άγ. Ιωάννης Πρόδρομος, Ρέμα Βατούσας

Στην πυργοειδή κατοικία Παραδέλλη - Πλατσή στην Θερμή έχει εντοιχιστεί χαμηλά στον εξωτερικό τοίχο της πρόσοψης μια επιτύμβια στήλη της ρωμαϊκής περιόδου με ανάγλυφη παράσταση μονομάχου. Εκεί την εντόπισε και την φωτογράφισε ο Ασημάκης Παυλέλλης. Η κατοικία είναι γνωστή στους ντόπιους και ως Πύργος Μεσσηνέζη, ενώ παράλληλα ο ιδιοκτήτης της Θεόδωρος Πλατσής την αποκαλεί «Πύργο Χρυσό».

Η οικία, κατά τα λεγόμενα του νυν ιδιοκτήτη της, οικοδομήθηκε το 1860 και αναπαλαιώθηκε σχετικά πρόσφατα. Η στήλη του μονομάχου Φέροπος χρησιμοποιήθηκε εξ αρχής στην κατασκευή της και δεν μετακινήθηκε έκτοτε. Επομένως, εσφαλμένα ο εκδότης των Inscriptiones graecαe ΧΙΙ 2, 450 το 1899 δίδει ως τόπο εντοιχίσεως την οικία Σπυρίδωνος Αράπη στην Θερμή. Εξίσου εσφαλμένος είναι και ο τόπος ευρέσεως που δίδει για την επιγραφή ο Μάκης Αξιώτης, Περπατώντας τη Λέσβο Β΄, Μυτιλήνη 1992, 725, «στο Πυργί, ένα χωριουδάκι σκαλωμένο στις πλαγιές, που τώρα ανήκει διοικητικά στην κοινότητα Αλυφαντών», μπερδεύοντας δικαιολογημένα τα λατινικά του IG «Kato Pyrgi» = Κάτω Πύργοι (Θερμής) με το χωριό Πυργί.

Η ανάγλυφη στήλη του μονομάχου Φέροπος εντοιχισμένη παραπλεύρως της εισόδου της οικίας (ΙG XII 2, 450). Θερμή

Όπως μπορεί να δει κανείς, η στήλη φέρει ανάγλυφη παράσταση μονομάχου κατά κρόταφον προς τα αριστερά, που φορεί ζώνη και είναι οπλισμένος με περικεφαλαία και κνημίδες. Στο αριστερό του χέρι κρατά μεγάλη ασπίδα και ξίφος στο δεξί. Η εν κινήσει στάση του σώματος αποτυπώνει την πολεμική και αγωνιστική του δράση. Στην Μυτιλήνη έχουν βρεθεί 9 ακόμα ανάγλυφες στήλες μονομάχων (οι 8 εντοιχισμένες και μόνο μία στο Αρχαιολογικό Μουσείο), γεγονός που φανερώνει την επικράτηση των ρωμαϊκών ηθών και του νέου τρόπου ζωής (οργάνωση μονομαχιών κλπ.). Βεβαίως το ίδιο ίσχυε και για άλλες ελληνικές πόλεις της αυτοκρατορίας, όπου έχουν βρεθεί παρόμοιες στήλες. Επειδή όμως και στην Παναγία την Τρουλωτή στην Θερμή βρίσκεται εντοιχισμένη επιγραφή αναθηματική στην Αρτέμιδα μιας «φαμιλίας μονομάχων» (IG XII 2, 447), όπου μαρτυρούνται φαμιλίες, υποδηλώνεται ότι η τοπική κοινωνία είχε επηρεαστεί πολύ και είχε υιοθετήσει τα ήθη που έφεραν μαζί τους οι πλούσιες ιταλικές κοινότητες εμπόρων, τραπεζιτών κλπ., που είχαν εγκατασταθεί εκεί.

Το ελληνοπρεπές όνομα Φέροψ προέρχεται από το λατινικό Ferox (=σκληρός), παρόλο που η πλειοψηφία των ονομάτων που έδιναν στους μονομάχους ήταν ελληνικά, προκειμένου να αντλήσουν αίγλη και κύρος από την ελληνική μυθολογία και παράδοση. Άλλωστε είναι γνωστή η μιμητική διάθεση των Ρωμαίων προς την ελληνική παράδοση σε κάθε τομέα, π.χ. στην ποίηση, στο θέατρο, στην θρησκεία. Το όνομα αυτό απαντά ακόμα μία φορά σε επιγραφή της Σμύρνης του 2ου / 3ου αι. μ.Χ. και μάλιστα ανήκει πάλι σε μονομάχο, που σημαίνει ότι δινόταν σε μονομάχους ως επίθετο, ως δεύτερο όνομα και δήλωνε ότι «αισθάνεται την σκληρότητα της μάχης». Από την επιγραφή αυτή δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ο Φέροψ έχασε την ζωή του σε μονομαχία ή όχι, ούτε αν ήταν δούλος ή φτωχός Ρωμαίος ή Έλληνας που επιβίωνε από τις επικίνδυνες μονομαχίες. Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι ένας δυνατός αλλά κοινωνικά ανίσχυρος άντρας αναγκάστηκε εκ των συνθηκών να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο των απάνθρωπων ρωμαϊκών θεαμάτων.

Τέλος, ο τύπος του μονομάχου της στήλης ήταν γνωστός ως secutor, που εμφανίστηκε από το 50 μ.Χ. και εξής και είχε ως διακριτικό του γνώρισμα την τεράστια ασπίδα. Εκπαιδευόταν να αντιμετωπίζει τον retiarius, ένα είδος ελαφρώς θωρακισμένου μονομάχου οπλισμένου με τρίαινα και δίχτυ, που θύμιζε ψαρά.

 Η ρωμαϊκή επιγραφή του μονομάχου Φέροπος. 2ος αι.μ.Χ. (IG XII 2, 450)

Συνεχίζοντας σήμερα την παρουσίαση των ανάγλυφων στηλών μονομάχων που σώζονται στην Μυτιλήνη εντοπίσαμε ακόμα δύο με την βοήθεια του Ασημάκη Παυλέλλη. Και οι δύο βρίσκονται στον Άγ. Νικόλαο τον Νέο στην Θερμή, εντοιχισμένες εκατέρωθεν της εξωτερικής εισόδου του ναού.

Και οι δύο είναι δημοσιευμένες στον τόμο της Ακαδημίας του Βερολίνου των επιγραφών της Λέσβου, IG XII 2, 448 και 449 αντιστοίχως. Αλλά ο εκδότης αναφέρει: «Στον τοίχο μεγάλης εκκλησίας…», αγνοώντας ποια ακριβώς είναι αυτή. Αντιθέτως, ο Αξιώτης, Περπατώντας τη Λέσβο, Α´, σελ. 124, πίν. 21γ, γράφει: «Κάτω Πύργοι Θερμής, στον Άγ. Νικόλαο τον νέο», «δίπλα στην αυλόπορτα είναι εντοιχισμένα δύο κομμάτια από γκρίζο μάρμαρο. Το ένα φέρει ανάγλυφη μορφή μονομάχου, όρθιου με ανοικτά τα πόδια… Το άλλο έρχεται οριζόντια και παριστάνει το ανάγλυφο του ταύρου, με μια πεσμένη ανθρώπινη μορφή, που στηρίζεται στον αριστερό του αγκώνα (μονομάχος;)».

Οι ανάγλυφες στήλες των μονομάχων σε μαύρο περίγραμμα, εκατέρωθεν της εξωτερικής εισόδου του Αγ. Νικολάου του Νέου στην Θερμή

Ο Ἓλιξ, μονομάχος - θηριομάχος σε αναμέτρηση με ταύρο. Άγ. Νικόλαος ο Νέος στην Θερμή

Ο secutor Eἰσάνελος στα δεξιά της εισόδου του Αγ. Νικολάου στην Θερμή

Ειδικότερα τώρα, στην μία στήλη αριστερά της εισόδου παριστάνεται μονομάχος γονατισμένος στο έδαφος, αναμένοντας την επίθεση μαινόμενου ταύρου. Ανήκει στην κατηγορία μονομάχων γνωστή ως bestiarii= Θηριομάχοι, οι οποίοι μάχονταν στην αρένα εναντίον άγριων θηρίων, π.χ. τίγρεων, λιονταριών ή ταύρων, όπως εδώ με σκοπό την αιχμαλωσία των ζώων. Πάνω από το γείσο της στήλης είναι χαραγμένο το όνομά του Ἓλιξ, επίθετο που δηλώνει την ικανότητά του στους ελιγμούς.

Στην δεύτερη ανάγλυφη στήλη δεξιά της εισόδου παριστάνεται μονομάχος secutor, όπως ο άλλος της οικίας Παραδέλλη - Πλατσή, που κρατά στο δεξί του χέρι μικρή ασπίδα και στο αριστερό ξίφος ή μικρό δόρυ. Πάνω από το γείσο της στήλης είναι χαραγμένο το όνομά του Eἰσάνελος, το οποίο μαρτυρείται για πρώτη φορά, άγνωστης ετυμολογίας.

Σήμερα παρουσιάζουμε ένα αρχαίο επιτύμβιο βάθρο από λευκό κρυσταλλικό ασβεστόλιθο, σπασμένο λοξά στο πάνω μέρος του, ανάγλυφο με παράσταση αμφορέα, που κοσμεί το προαύλιο της εκκλησίας του Αγ. Παντελεήμονος στο Πέραμα Γέρας. Τις φωτογραφίες μου παραχώρησε ο Ασημάκης Παυλέλλης και τον ευχαριστώ.

 

Το επιτύμβιο βάθρο στο προαύλιο του Αγ. Παντελεήμονος, 2ος/ 1ος αι. π.Χ 

Ο Σεραφείμ Χαριτωνίδης, που δημοσίευσε τον ενεπίγραφο λίθο, Eπιγραφαί Λέσβου. Συμπλήρωμα, Αθήναι 1968, αρ. 116, αναφέρει ότι «εξήχθη εκ του πυθμένος της θαλάσσης», γεγονός που φαίνεται από το είδος της φθοράς του μαρμάρου. Με την αναφορά του Χαριτωνίδη ταιριάζουν και τα όσα λέει για τον λίθο ο Μάκης Αξιώτης, Eπιγραφές γύρω από τον κόλπο της Γέρας, Αιολικά Φύλλα 1987, τεύχος Ε΄, σελ. 256, αρ. 2 και Στα χνάρια τα παληά, Αθήνα 1987, σελ. 17, σχ. 2: «Αυτό ήταν ένα ορθογώνιο, τεφροκύανο μάρμαρο που για αρκετά χρόνια βρισκότανε πεταμένο σε μια άκρη στο μουράγιο και που τελευταία το περιμάζεψε ο πολιτιστικός σύλλογος και το έστησε σ’ ένα βάθρο μέσα στην αυλή της εκκλησίας του Αγ. Παντελεήμονος».

Είναι ακόμα μία από εκείνες τις επιτύμβιες επιγραφές της Λέσβου, που ίδρυσε ο δήμος (άγνωστο ποιος δήμος) για να τιμήσει κάποιον επιφανή πολίτη και ευεργέτη της πόλεως. Γιατί κάτω από το όνομα του θανόντος το οποίο δεν σώζεται και την λέξη ΧΑΙΡE, ενδεικτική προσφώνηση των συγγενών του θανόντος, διακρίνονται δύο στέφανοι ελιάς με την αναγραφή Ο ΔΑΜΟΣ στο εσωτερικό τους.

Η προσφώνηση ΧΑΙΡE και οι δύο στέφανοι ελιάς με την αναγραφή Ο ΔΑΜΟΣ στο εσωτερικό τους

Με την παραπάνω διαπίστωση για το είδος αυτών των επιγραφών συνηγορεί και η ανάγλυφη παράσταση αμφορέα, που θυμίζει τους παναθηναϊκούς αμφορείς της ελληνιστικής εποχής και μπορεί να χρονολογηθεί τον 2ο/1ο αι. π.Χ. Ο Πάνος Βαλαβάνης, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θεωρεί ότι οι παναθηναϊκοί αμφορείς σε ταφικά μνημεία, όπως αυτό, αποτελούν σύμβολο αρετής και νίκης, το οποίο δεν συνδέεται απαραίτητα με αθλητικές νίκες, βλ. P. Valavanis, Panathenische Amphoren auf Monumenten spatklassischer, hellenistischer und römischer Zeit, 1998, 164-166. Από την Μυτιλήνη σώζονται δύο ακόμα βάθρα με ανάγλυφο αμφορέα τέτοιου τύπου καθώς κι ένα αγγείο του ίδιου τύπου αμφορέα ελληνιστικών χρόνων, που φυλάσσεται στο Μουσείο.

Η συνήθης πρακτική από τους χριστιανούς της χρήσης αρχαίων λίθων και δη επιγραφών στην οικοδόμηση ναών διέσωσε ακόμα μία, αυτήν που μπορεί να δει κανείς στο εξωκκλήσι του Αγ. Γεωργίου στον Καλαμιάρη, αν κοιτάξει πάνω και αριστερά από την είσοδο του Ναού. Την ύπαρξή της γνώριζα από το βιβλίο του Μάκη Αξιώτη, Περπατώντας τη Λέσβο, Α´, σελ. 111, πίν. 18, αλλά μάταια την αναζήτησα το καλοκαίρι του 2016. Αντ’ εμού την επιγραφή εντόπισε και φωτογράφισε ο Ασημάκης Παυλέλλης.

Το τοπωνύμιο «Καλαμιάρης» αφορά οικισμό μεταξύ Παμφίλων και Παναγιούδας, ονομαστό για τα αρχοντικά του αλλά και για την καταγωγή του Ποιητή Οδυσσέα Eλύτη (βλ. Δ. Μπούμπας, « Παναγιούδα: Από τον Εύκλο στον Ελύτη», Μυτιλήνη 2004, 31.

Eικ. 1. Η εντοιχισμένη επιγραφή σε μαύρο περίγραμμα, στην πρόσοψη του Αγ. Γεωργίου (φωτ. Α. Παυλέλλης).

 

Την διέσωσε βέβαια κατά τις ανάγκες των μαστόρων, σπασμένη περιμετρικά. Το κείμενο της επιγραφής, δημοσιευμένο από παλιά στον τόμο Inscriptiones Graecae XII 2, 408 της Λέσβου, είναι το εξής:

 

- - - - - - - - - - - -

δος συντρόφου, [ὧν δὲ κυρί-

α Τάτα τῶν θρεψά[ντων καὶ ὧν

αὐτοὶ βούλονται.

 

Eικ. 2. Το θραύσμα της επιτύμβιας επιγραφής στον Άγ. Γεώργιο, στον Καλαμιάρη Παναγιούδας (φωτ. Α. Παυλέλλης).

 

Από το ελλιπές κείμενο στοιχειωδώς καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για επιτύμβια επιγραφή, που ίδρυσαν για τους γονείς τους (τῶν θρεψάντων) τα παιδιά τους τα όψιμα ρωμαϊκά χρόνια, τον 2ο/3ο αι. μ.Χ. Η χρονολόγηση βασίζεται στο σχήμα του Φ, του Ψ, του Ω και στο μηνοειδές σίγμα. Βασίζεται επίσης στον τύπο του κειμένου, που αρχίζει συνήθως με «ὑπὲρ τοῦ τάδε» και τελειώνει με «μνείας χάριν», που εμφανίζεται σε ύστερες επιγραφὲς. Γι’ αυτό και η συμπλήρωση του κειμένου, είναι επισφαλής κατά την γνώμη μου. Όσο για την σημερινή κατάσταση της επιγραφής, φαίνεται σαν κάποιος να ζωγράφισε τα γράμματα με άσπρο χρώμα.

 

Μαρία Σ. Διακουμάκου είναι φιλόλογος - επιγραφικός, Ελληνική Επιγραφική Εταιρεία.

 

Τον Σεπτέμβριο του 2016 αποκαλύφθηκε επιγραφή αφιερωμένη στον αυτοκράτορα Αδριανό (117-138 μ.Χ.) ανάμεσα σε σωρό λίθων, κατά την διάρκεια εργασιών ανακαίνισης καταστήματος στην Αγορά της οδού Eρμού. Ανήκε προφανώς σε βωμό αφιερωμένο στον θεοποιημένο αυτοκράτορα, αλλά ό,τι απέμεινε είναι μόνο το κείμενο φθαρμένο.

Φωτ. Η νέα ανάθεση στον Αδριανό (117-138 μ.Χ.), Μυτιλήνη (φωτ. Α. Παυλέλλης)

 

Το κείμενο της επιγραφής, παρόμοιο με τα άλλα αφιερωμένα στον Αδριανό, όπως προκύπτει από την φωτογραφία, χαραγμένο με γράμματα σχετικά πρόχειρα, είναι το εξής:

 

               [Αὐ]το[κράτο]ρι, Καί-

               [σ]αρι Τραϊανῶ Ἁδρ[ι]-

               [α]νῶ, Σεβαστῶ, Ἐ-

               [λ]ευθερίω, Ὀλυμ-

               πίω, [σώ]τηρι καὶ κτίσ-

               τη. Χαριστήριον.

 

Απόδοση στη νέα ελληνική: Στον Αυτοκράτορα, Καίσαρα Τραϊανό Αδριανό, τον Σεβαστό (ενν. που λατρεύεται σαν θεός), τον Eλευθέριο, τον Ολύμπιο, τον σωτήρα και κτίστη (αναθέτουμε τον βωμό αυτόν) ως απόδειξη ευγνωμοσύνης.

Τότε λέγαμε ότι «η επιγραφή δεν είχε εντοπιστεί και δεν είχε παραδοθεί στην Υπηρεσία Αρχαιοτήτων του νησιού, την μόνη αρμόδια να διαφυλάττει τις αρχαιότητες ενός τόπου και να τις αναδεικνύει, έργο το οποίο εκτελεί με μεγάλη επιτυχία και παραδειγματικό ζήλο η Εφορεία Αρχαιοτήτων της Λέσβου, φέρνοντας το Μουσείο και τους θησαυρούς του κοντά στον πολίτη. Επομένως, το ίδιο συμφέρον θα πρέπει να εξαλείφεται μπροστά στην απαράμιλλη αξία κάθε καταλοίπου της αρχαιότητας, πόσο μάλλον μιας επιγραφής, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα αρχαιολογικό, ιστορικό και γλωσσικό μνημείο. Αξίζει να ειπωθεί προς επίρρωσιν των ανωτέρω ότι στην Λέσβο σώζονται 25 επιγραφές, τιμητικές ή αναθηματικές στον Αδριανό, αριθμός που μπορεί να συγκριθεί μόνο με τις αντίστοιχες από την Αθήνα, γεγονός που πιστοποιεί την ιδιαίτερη σχέση του Αδριανού με τον τόπο ή αντίστροφα του τόπου με τον Αδριανό».

Τελικά η κοινή λογική επικράτησε και ο ενεπίγραφος λίθος εντοπίστηκε και παραδόθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία πριν από ένα χρόνο περίπου. Και όπως έγραψε ο αρχαιολόγος Στέφανος Ν. Κουμανούδης «Αγάπα το αρχαίον σου ως σεαυτόν» (βλ. Η Ελληνική Αρχαιολογία, Αθήνα 1984, 36).

Σελίδα 1 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top