FOLLOW US
Αθανάσιος Φραγκούλης

Αθανάσιος Φραγκούλης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Πέμπτη, 25 Απριλίου 2019 15:09

H δημοκρατία μας δοκιμάζεται…

Ο Fr. Marchal έλεγε πως το πρόγραμμα της δημοκρατίας είναι το ωραιότερο που διατύπωσαν ποτέ άνθρωποι, αλλά πως δεν πρέπει οι ίδιοι οι άνθρωποι να το καταστρέφουν με τα ίδια τους τα χέρια. Και δεν νομίζω πως υπάρχει κανένας νουνεχής και σώφρων άνθρωπος σ’ αυτή τη χώρα που να μην πιστεύει πως η δημοκρατία στον τόπο μας κακοποιείται ιδιαίτερα από αυτούς που έχουν το χρέος να την προστατεύσουν. Και εννοώ τους πολιτικούς μας.

Ότι η δημοκρατία σήμερα στη χώρα μας περνά μια πρωτόγνωρη δοκιμασία από την οποία κανείς δεν ξέρει πώς αυτή θα βγει αναγνωρίζεται από όλους. Και μπορεί κάποιοι να πιστεύουν βαθύτατα στην ικανότητα της δημοκρατίας να υπερνικά όλα τα προβλήματα που θα βρεθούν μπροστά της, να τονίζουν πως «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα», αλλά αυτό μπορεί να συμβεί, όταν εφαρμόζουμε τη δημοκρατία, όπου και όπως πρέπει. Και δυστυχώς αυτό δεν γίνεται, πράγμα που κάνει μερικούς να πιστεύουν πως σήμερα στη χώρα μας δεν υπάρχει αληθινή και γνήσια δημοκρατία, αλλά ασκείται ένα είδος «δικτατορίας» κάτω από τη σκιά των νόμων και το πρόσχημα της δικαιοσύνης, πράγμα που ο Μοντεσκιέ θεωρούσε «σκληρότερη τυραννία».

Κι ούτε μπορεί κανείς να συμφωνήσει με τον Ρουσσώ που έλεγε πως «κάθε νόμιμη κυβέρνηση είναι δημοκρατική» και πως «δημοκρατία είναι κάθε κράτος που κυβερνιέται με νόμους, όποια διοικητική μορφή και αν έχει». Γιατί, δυστυχώς, οι κυβερνήσεις πολλές φορές θεσπίζουν νόμους όχι για το κοινό καλό, αλλά για να εξυπηρετήσουν μικροκομματικά ή αλλότρια συμφέροντα. Τούτο ίσχυε από παλιά και γι’ αυτό ανέκαθεν αίτημα των πολιτών ήταν οι νόμοι οι «καλώς τεθέντες» (Ευριπίδης), οι «δίκαιοι και συμφέροντες» (Ισοκράτης) και όχι οι «πονηροί νόμοι» (Δημοσθένης).

Σήμερα στη χώρα μας ισχύει το «αρχή ενός ανδρός». Το πολίτευμα είναι προεδρο-κεντρικό και κανένας βουλευτής δεν τολμά να διατυπώσει ελεύθερα την άποψή του, να παρεκκλίνει από τη γραμμή του κόμματος, χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο της διαγραφής του και της απώλειας των προνομίων που του εξασφαλίζει το κόμμα και ο αρχηγός του. Έτσι οι βουλευτές παύουν να είναι ελεύθερες προσωπικότητες και καταντούν «μαριονέτες» σε ένα πολίτευμα που κατοχυρώνει, υποτίθεται, την ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης.

Τη δημοκρατία, αφού τη δημιουργήσουμε πρέπει να την προστατεύουμε, γιατί, δυστυχώς, αντίθετα με ό τι πιστεύεται, δεν είναι απόρθητη. Και θα την προστατέψουμε, αν της δώσουμε κάποια από τα χαρακτηριστικά που είχε η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία. Ο Κλεισθένης, ο θεμελιωτής της γνήσιας δημοκρατίας, διατήρησε την εκλογή ως σύστημα ανάδειξης των βουλευτών, αλλά μετά τον Κλεισθένη το σύστημα υπέστη τροποποιήσεις με σκοπό να περιοριστούν τα περιθώρια υπερ-αντιπροσώπευσης των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων στη Βουλή. Η πρώτη τροποποίηση (487/486 π.Χ.) συνδύασε την εκλογή με την κλήρωση: οι φυλές εξέλεγαν 500 φυλέτες από τους οποίους κληρώνονταν οι 50 βουλευτές (κληρωτοί εκ προκρίτων). Αλλά οι Αθηναίοι δημοκράτες έβλεπαν με καχυποψία τη χρήση της εκλογής έστω και σε μία προκαταρκτική φάση. Έτσι το 450 π.Χ. τέθηκε σε εφαρμογή η απλή κλήρωση που γινόταν με κουκιά (εκ κυάμων). Βέβαια, στην κληρωτίδα δεν έμπαιναν όλα τα ονόματα των φυλετών που δεν κωλύονταν, αλλά μόνο εκείνων που ήθελαν να θέσουν υποψηφιότητα. Και αυτοί ήταν λίγοι.

Η απροθυμία αυτή των πολιτών να ασχοληθούν με τα κοινά αποδίδεται στην εντατική απασχόληση των βουλευτών κάθε μέρα όλο το έτος από τη μια και την ανάξια λόγου αποζημίωση, που αποθάρρυνε τους χειρώνακτες πολίτες, από την άλλη. Τον 4ο αι. π. Χ οι βουλευτές έπαιρναν 5 οβολούς την ημέρα, δηλαδή το μισό ενός εργατικού ημερομισθίου. Η απροθυμία των Αθηναίων να ασχοληθούν με την πολιτική οδήγησε στην ανάγκη να γίνει ανεκτή και δεύτερη θητεία στο βουλευτικό αξίωμα, όχι όμως σε συνέχεια. Κι αυτό αποσκοπούσε στο να μην αποκτήσει κανείς βουλευτική επαγγελματική συνείδηση. Και τι βλέπουμε σήμερα; Πολλοί πολίτες να μην έχουν κάνει τίποτε άλλο στη ζωή τους εκτός από το βουλευτιλίκι!

Πόσο η δημοκρατία μας υποφέρει και δοκιμάζεται σήμερα φαίνεται από τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζονται τα ψηφοδέλτια των κομμάτων. Ο Ερβ. Φίσσερ στο έργο του «Ναπολέων» έλεγε πως : «Το πρωταρχικό κριτήριο κάθε Δημοκρατικού πολιτεύματος -συγχρόνως δε και ένα από τα μυστικά πετυχημένης πολιτικής συμπεριφοράς- είναι το να προνοούμε, ώστε κανένας πολίτης, οσοδήποτε ταπεινός και αν είναι, να μην παρεμποδίζεται είτε λόγω καταγωγής είτε λόγω γνωριμιών από το να φτάσει στα ύπατα αξιώματα και στις ανώτατες τιμητικές διακρίσεις τα Πολιτείας». Και ο Πιττακός έλεγε πως είναι άριστη η δημοκρατία στην οποία δεν επιτρέπεται στους πονηρούς να άρχουν και στους αγαθούς να μην άρχουν. Ο ίδιος μάλιστα τόνιζε πως στις δημοκρατίες η δημόσια ψήφος πάντα σχεδόν ανεβάζει στις πρώτες θέσεις ανθρώπους φωτισμένους και άξιους που τις κατέχουν με τιμή. Συμβαίνει αλήθεια αυτό;

Έλεγε κάποιος παλιός πως οι πολίτες μιας χώρας χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, σε αυτούς που κρατούν την κουτάλα και τρώνε, σε αυτούς που προσπαθούν να αρπάξουν την κουτάλα από τους άλλους και σε αυτούς που αγωνίζονται καθημερινά να γεμίσουν το καζάνι από το οποίο τρώνε ανενόχλητοι και με ασφάλεια οι πρώτοι. Αυτό εκφράζει μια κατάσταση που έχει διαχρονικά παγιωθεί στη χώρα μας: η εκάστοτε κυβέρνηση είναι αυτή που κρατά την κουτάλα και «τρώει», η αντιπολίτευση είναι αυτή που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να την πάρει από την κυβέρνηση και ο απλός λαός είναι αυτός που γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, για να ικανοποιηθούν τα συμφέροντα των άλλων, των πολιτικών.

Πρόκειται δηλαδή για την εξουσία, το «μήλον της έριδος», την πολύφερνη νύφη, που εξασφαλίζει πολλά πλεονεκτήματα σε αυτούς που την κατέχουν σε οικονομικό, προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Αυτή κάνει τους φτωχούς πλούσιους, τους αδύναμους δυνατούς, τους άγνωστους γνωστούς και τους δίνει τη δυνατότητα και την ευκαιρία να κάνουν πλούσιο, δυνατό και γνωστό και όποιον αυτή επιθυμεί, αδιαφορώντας για τα λεγόμενα για ισότητα, ισονομία, δικαιοσύνη και αξιοκρατία. Και μη νομίσει κανείς πως δεν ισχύουν αυτά για το δημοκρατικό πολίτευμα, το τελειότερο ομολογουμένως πολίτευμα που επινόησε ο άνθρωπος στο πέρασμα του χρόνου. Γιατί, όπως έλεγε η Ανατόλ Φρανς, «το χείριστο ελάττωμα του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι ότι στοιχίζει πάρα πολύ ακριβά. Υπάρχουν πάρα πολλοί συγγενείς και πάρα πολλοί φίλοι που πρέπει να χορτάσουν».

Είναι πολύ γλυκιά, λοιπόν, και όμορφη η εξουσία και όλοι θέλουν να την εναγκαλιστούν. Γι’ αυτό όσοι ασχολούνται με την πολιτική είναι ικανοί και την ψυχή τους να πουλήσουν στον Διάβολο, για να την αποκτήσουν. Μπροστά σε αυτή όλα πάνε περίπατο, η ηθική, η ιδεολογία, ο πατριωτισμός, η συνέπεια και όλες οι άλλες αρετές που πρέπει να κοσμούν ένα ηγέτη. Είναι ικανοί να μετατρέψουν ακόμη και τη δημοκρατία σε απάτη και ψεύδος και τους εαυτούς τους σε υποκριτές και Φαρισαίους. Αυτό δεν δείχνουν όλα τα «τερτίπια» που μετέρχονται οι δικοί μας πολιτικοί, οι συνεργασίες που γίνονται, τα τεχνάσματα που υιοθετούνται προκειμένου να παραμείνουν στην εξουσία; Ο Ζαν Ζακ Ρουσώ έλεγε «Μόλις σε μια δημοκρατία οι λίγοι απογυμνώσουν τους πολλούς στο ζήτημα του πλούτου, το κράτος είτε πρέπει να χαθεί είτε να πάψει να είναι δημοκρατία. Κανένας πολίτης δεν πρέπει να είναι τόσο πλούσιος, ώστε να αγοράζει έναν άλλο. Ούτε τόσο φτωχός, ώστε να αναγκάζεται να πουλήσει τον εαυτό του». Αλήθεια, τι από όλα αυτά δεν ισχύει σήμερα; Η φτωχοποίηση των πολιτών αυξάνεται με γεωμετρική μέθοδο, η μεσαία τάξη έχει εξαφανιστεί, οι πλούσιοι αυξάνουν τον πλούτο τους και οι πολίτες είναι πρόθυμοι να πουλήσουν τα πάντα, ακόμη και τον εαυτό τους, για να επιβιώσουν οι ίδιοι και οι δικοί τους.

Ο Ευριπίδης τονίζει τη γλυκύτητα της εξουσίας στον Ιππόλυτό του, όπου βάζει τον ήρωα να λέει στον Θησέα πως «είναι γλυκιά η εξουσία» (στ. 1013: αλλ’ ως τυραννείν ηδύ). Ο ίδιος ποιητής εκφράζει μια παρόμοια άποψη στις Φοίνισσές του. Εκεί ο Ετεοκλής παρατηρεί στη μητέρα του Ιοκάστη πως «αν πρέπει ν’ αδικεί κανείς, για την εξουσία μόνο // η αδικία είναι καλή *// όμως για τα υπόλοιπα πρέπει να έχεις σέβας» (στ. 524-5).

Στο φιλόπρωτο των ανθρώπων και την αγάπη τους για την εξουσία αναφέρεται και ο Ίων στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Ο ήρωας μιλώντας στον Ξούθο λέει: «Έτσι, πατέρα, ειν’ αυτά*// όσοι τις πόλεις κυβερνούν// και υψηλές κατέχουν θέσεις// τους αντιπάλους τους με λύσσα κυνηγούν» (στ. 597-600). Στις Φοίνισσες του Ευριπίδη πάλι η Ιοκάστη απευθυνόμενη στον Ετεοκλή καταδικάζει τη φιλαρχία και λέει: «γιατί τόσο σφοδρά επιθυμείς την πιο κακιά απ’ τις θεές,// λέω τη Φιλαρχία……//Όχι* είναι άδικη θεά*// σ’ ευτυχισμένα σπίτια και πόλεις μπαινοβγαίνει // και φέρνει την καταστροφή» (στ. 528-545).

Και είναι απορίας άξιο πώς όλοι οι πολιτικοί κυνηγούν την εξουσία, όπως οι μέλισσες το μέλι, ενώ είναι πολύ μεγάλη η ευθύνη που βαραίνει κάθε ηγέτη. Ο Αισχύλος στους Επτά επί Θήβας με το στόμα του Ετεοκλή που απευθύνεται στον Χορό των Θηβαίων λέει χαρακτηριστικά πως «πρέπει να λέει τα σωστά την κρίσιμη την ώρα,// όποιος της πόλης το πλοίο κυβερνά,// πάνω στην πρύμνη το τιμόνι στρέφοντας,// χωρίς τα μάτια του να κλείνει απ’ τον ύπνο» (στ. 1-3), ενώ σε άλλο σημείο τονίζει πως «ο βασιλιάς κι ο στρατηγός πολλές σκοτούρες έχουν» (στ. 645), ενώ στις Ικέτιδες με το στόμα του Δαναού που απευθύνεται στον Χορό σημειώνει πως «συνήθως, στον κυβερνήτη τον σοφό έγνοιες γεννά το σκότος» (στ. 769-770).

Αυτά λαμβάνοντας υπόψη ο John Stuart Mill (1806-1873) είχε πει στο έργο του On Representative Government (=Περί της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης) ότι «το καταλληλότερο άτομο για να του ανατεθεί μια εξουσία είναι εκείνο που δεν είναι καθόλου πρόθυμο να την αναλάβει την εξουσία», επαναλαμβάνοντας μια παρόμοια ιδέα που είχε διατυπώσει πρώτος ο Πλάτων στην Πολιτεία του. Ο μεγάλος φιλόσοφος είχε πει: «γιατί υπάρχει κίνδυνος, αν η πόλη κυβερνιόταν από ενάρετους άνδρες, κανένας να μη θέλει να ασκήσει εξουσία, όπως θέλουν όλοι τώρα, και από αυτό θα μπορούσε να γίνει φανερό πως στην πραγματικότητα ο αληθινός άρχοντας δεν εξετάζει και δεν αποβλέπει στο προσωπικό του συμφέρον, αλλά στο συμφέρον αυτών τους οποίους κυβερνά» (347d). Συμπέρασμα: όσο όλοι κυνηγούν με πάθος την εξουσία, χωρίς αρχές, αξίες και ηθική, δεν υπάρχει ελπίδα γι’ αυτό τον τόπο.

 

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι, όπως ο Αριστοτέλης, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως σημασία δεν έχει το πολίτευμα, αλλά αυτοί που το εκπροσωπούν. Γι’ αυτό πάντα οι αρχαίοι φιλόσοφοι ζητούσαν ένα πρότυπο ηγεμόνα, άρχοντα ή ηγέτη. Έτσι ο Ισοκράτης τόνιζε πως οι πολίτες θα ζουν καλά σε οποιοδήποτε πολίτευμα, αν την εξουσία κατέχουν οι πιο ικανοί και αυτοί που πρόκειται να φροντίσουν για τα δημόσια πράγματα με τον πιο δίκαιο και άριστο τρόπο (Παναθηναϊκός 132-133), ενώ ο Πλάτων έγραφε πως ο άρχοντας πρέπει να άρχει με «επιστήμην και αρετήν» και σύμφωνα με τους νόμους (Πολιτικός 302 e 10).

Είναι γνωστό πως ο Πλάτων στην ιδανική Πολιτεία, όπως ο ίδιος τη φανταζόταν, τοποθετούσε ως πρώτη τάξη σ’ αυτή την τάξη των αρχόντων, τους οποίους πρέπει να κοσμεί η αρετή της σοφίας, δηλ. της επιστήμης που συνοδεύεται από τη δικαιοσύνη και την αρετή. Το είπε ξεκάθαρα στον Μενέξενό του πως «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής πανουργία ου σοφία φαίνεται» (ΧΙΧ 247 A). Και στον Φαίδρο (248 d) υποστηρίζει πως, για να πάψει η κακοδαιμονία των πόλεων, την εξουσία πρέπει να αναλάβουν οι φιλόσοφοι, η αριστοκρατία του πνεύματος, η ανώτατη βαθμίδα της ανθρώπινης τελειότητας. Την ίδια ιδέα τονίζει και στην Πολιτεία του λέγοντας πως «αν δεν βασιλεύσουν στις πόλεις οι φιλόσοφοι ή δεν φιλοσοφήσουν οι βασιλείς (= οι άρχοντες), δε θα πάψουν τα δεινά και οι συμφορές από τις πόλεις και όλη την ανθρωπότητα» (Ε 473 d). Και φροντίζει ο Πλάτων να δώσει και το περιεχόμενο της έννοιας «φιλοσοφία». Οι αληθινοί φιλόσοφοι, λέει, έχουν και παιδεία και πολιτική αρετή, διαθέτουν τις τέσσερις βασικές αρετές, τη σοφία, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία και τη σωφροσύνη, αγαπούν την αλήθεια, δεν είναι φιλοχρήματοι, περιφρονούν τη «μεγάλη ζωή» και την επίδειξη και ενδιαφέρονται πιο πολύ για τον λαό και λιγότερο για το προσωπικό τους συμφέρον (Πολιτεία ΣΤ 485 e 3). Αλήθεια, οι αρχηγοί των κομμάτων λαμβάνουν υπόψη τίποτε από αυτά, όταν καταρτίζουν τα ψηφοδέλτιά των συνδυασμών του κόμματός τους;

Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία οι άρχοντες ήταν εννέα: οι έξι θεσμοθέτες, ο άρχων βασιλεύς, ο πολέμαρχος, ο επώνυμος άρχων, αλλά πέρα από αυτούς υπήρχαν οι δέκα στρατηγοί, οι βουλευτές, οι δικαστές, οι οικονομικοί άρχοντες κλ.π. Από αυτούς άλλοι ήταν κληρωτοί, αυτοί που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερες ικανότητες και γνώσεις για να ασκήσουν το αξίωμά τους, όπως οι δικαστές και οι βουλευτές, και άλλοι ήταν αιρετοί, όπως οι στρατηγοί, οι ταμίες και οι διπλωμάτες (Αριστοτέλης, Πολιτικά Ζ 1317 a 40 κ.ε.). Οι Αθηναίοι του 5ου αι., τουλάχιστον μέχρι τον θάνατο του Περικλή, είχαν ηγέτες ειλικρινείς και αφιλοκερδείς, πρότυπα για τους πολίτες, ικανούς να πάρουν σωστές και σωτήριες αποφάσεις για την πόλη, όταν χρειαζόταν. Και γι’ αυτό η Αθήνα εκείνη την εποχή έζησε τον «χρυσό της αιώνα» με μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, στη φιλοσοφία, στη ρητορική, στην ποίηση, στην οικονομία κ.λπ. Μάρτυρας αυτής της ανάπτυξης είναι τα λαμπρά και μεγαλόπρεπα μνημεία που κληροδότησαν στους μεταγενέστερους και λαμπρύνουν την Αθήνα και μέχρι σήμερα.

Όμως τον 4ο αι. π.Χ. αρχίζει ο ξεπεσμός της αθηναϊκής δημοκρατίας. Τότε την εξουσία αναλαμβάνουν ηγέτες κόλακες, δημαγωγοί, συκοφάντες, συμφεροντολόγοι, επιτήδειοι και πονηροί πολιτικοί ηγέτες, αδιάφοροι για το κοινό καλό. Την κατάσταση αυτή αντανακλούν όλα σχεδόν τα έργα του Δημοσθένη, αλλά και οι λόγοι του Ισοκράτη (Περί Αντιδόσεως 316-317). Παρόμοιες παρατηρήσεις κάνει ο Αριστοτέλης ( Αθηναίων Πολιτεία 28 ) και ο Θουκυδίδης (ΙΙ 65 κ.ε.) μιλώντας για την προσωπικότητα του Περικλή. Σύμφωνα με τον μεγάλο ιστορικό, οι διάδοχοι του Περικλή, που δεν διέθεταν τις ικανότητές του, χρησιμοποίησαν ανάρμοστα μέσα, όπως η κολακεία και η δημαγωγία, για να αποσπάσουν την εμπιστοσύνη του λαού, να αναρριχηθούν στην εξουσία και να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και τα συμφέροντά τους. Η υπέρμετρη τους φιλοδοξία, η ματαιοδοξία, η ηθική αναλγησία και η φιλαρχία τούς έκαναν να ριχτούν στην επιτέλεση έργων που ευχαριστούσαν τον λαό θυσιάζοντας ακόμη και τις δημόσιες υποθέσεις. Κι έτσι οδήγησαν την ένδοξη πόλη στην καταστροφή.

Ιδιαίτερα οι αρχαίοι συγγραφείς ασχολούνται με την τυραννία. Έτσι ο Πλάτων λέει πως ο τύραννος είναι φθονερός, άπιστος, άδικος, ανόσιος, κακός και αλαζόνας και πως αυτός στην αρχή «προσγελά τε και ασπάζεται πάντας και υπισχνείται τε πολλά ιδία και δημοσία», δηλαδή χαμογελά στην αρχή, τους χαιρετά όλους και δίνει πολλές υποσχέσεις και δημόσια και ιδιωτικά, αλλά ύστερα φροντίζει να απαλλαγεί από τους ενοχλητικούς αντιπάλους ή φίλους (Πολιτεία Η 566 d, 567 b-d). Παρόμοιες ιδέες εκφράζει ο Ξενοφών στο έργο του Ιέρων ή Τυραννικός. Και ο Θουκυδίδης λέει πως οι τύραννοι ενδιαφέρονταν μόνο για την ικανοποίηση του ατομικού τους συμφέροντος, φρόντιζαν να συγκεντρώσουν πλούτο και απέφευγαν κάθε κίνδυνο. Βέβαια, ο Ισοκράτης τάσσεται υπέρ του μονάρχη, από τον οποίο ζητά να είναι φρόνιμος και δίκαιος με υποδειγματικές πράξεις για τους πολίτες, αλλά τάσσεται εναντίον του τυράννου λέγοντας πως αυτός δεν νοιάζεται για το δημόσιο καλό και δεν κάνει πιο ευτυχισμένους τους πολίτες (Περί Ειρήνης 91). Αλήθεια, όσοι μας κυβέρνησαν και όσοι μας κυβερνούν σε ποια κατηγορία θα κατέτασσαν τους εαυτούς τους; Γιατί οι πολίτες, ευτυχώς ή δυστυχώς, τους έχουν κατατάξει…

Τρίτη, 02 Απριλίου 2019 11:32

Το «πάθος» που δεν έγινε «μάθος»

Στο πρώτο μέρος του άρθρου τονίσαμε πως η πολιτική που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτική της «καμένης γης». Καίει τη γη οπισθοχωρώντας, για να μην έχει τα μέσα να τραφεί ο επερχόμενος και να αποσυρθεί. Ναρκοθετεί, όπως είπαμε, την επόμενη κυβέρνηση. Και αυτό δείχνει πως η κυβέρνηση δεν έχει διδαχτεί τίποτε από το παρελθόν. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία, ο Πρωθυπουργός έκανε ό,τι είχαν κάνει και οι άλλοι πρωθυπουργοί στο παρελθόν. Δήλωσε μέσα σε ένα πνεύμα συναίνεσης και ομόνοιας πως θα είναι Πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων. Δεν ξέρω αν το πίστευε πως μπορεί να πραγματοποιήσει το όραμα του. Γιατί, όπως έλεγε κάποιος, η Δημοκρατία είναι ωραίο πολίτευμα, αλλά έχει και ένα σοβαρό ελάττωμα: έχει πολλούς συγγενείς και φίλους να θρέψει. Έτσι, λοιπόν, και ο κ. Τσίπρας αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Κατέληξε να θεωρεί όλους όσοι δεν είναι μαζί του εχθρούς του και έκανε εκείνη τη αξιομνημόνευτη δήλωση «ή θα τους τελειώσουμε ή θα μας τελειώσουν». Έδωσε ένα μάθημα σεβασμού της διαφορετικότητας και της ανοχής της αντίθετη άποψης που αποτελεί και βασική αρχή της Δημοκρατίας. Έτσι, προχώρησε στη δαιμονοποίηση του Τύπου, έντυπου και ηλεκτρονικού, και καθιέρωσε την αρχή του εμπάργκο για τα μέσα που διατύπωναν κριτικές που δεν εκθείαζαν την κυβέρνηση και το έργο της. Αυτό μου έφερε στο νου τον Αλέξανδρο Σούτσο (1803-1863) που αντιδρώντας σε ένα «τυποκτόνο» ψήφισμα του Ι. Καποδίστρια έγραφε: «Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψεις// της Αρχής τους Υπαλλήλους,// τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους// είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψεις». Ο Αλ. Σούτσος είχε υποδεχτεί με ενθουσιασμό τον Καποδίστρια, αλλά τελικά απογοητεύτηκε από την πολιτική του και μάλιστα εξορίστηκε, όταν του έκανε κριτική! Αυτά θέλουμε σήμερα;

Και δεν είναι μόνο αυτό. Η Δημοκρατία στηρίζεται στην αρχή της αξιοκρατίας και της ισονομίας. Το λέει ξεκάθαρα ο Περικλής στον Επιτάφιό του. «Ο καθένας», λέει, «ανάλογα με τη διάκρισή του σε κάποιο τομέα προτιμάται στα δημόσια αξιώματα με βάση όχι τόσο την πολιτική του τοποθέτηση, όσο την προσωπική του αξία» (Θουκ. ΙΙ. 37). Ο κ. Τσίπρας, όμως, υιοθέτησε μια άλλη τακτική, τακτική που εφαρμόστηκε και από άλλους στο παρελθόν και οδήγησε στην καταστροφή. Θεώρησε πως ως πολιτικός οφείλει να εξυπηρετήσει εκείνους που τον υπηρέτησαν στο παρελθόν, εκείνους με τους οποίους έδινε «τον αγώνα τον καλόν» κ.λπ. Η αρχή όμως αυτή είναι πολύ παλιά, είναι αριστοκρατική και χρεοκοπημένη. Δεν είναι καθόλου «προοδευτική». Τη συναντούμε στον Αρχίλοχο που λέει «ένα σημαντικό πράγμα ξέρω, να ανταποδίδω το κακό σε αυτόν που μου κάνει κακό» (Απόσπ. 75: Εν δ’ επίσταμαι μέγα, τον κακώς τι δρώντα δεινοίς ανταμείβεσθαι κακοίς). Τη συναντούμε στον Σόλωνα που λέει «να ’σαι έτσι γλυκός στους φίλους και πικρός στους εχθρούς» (13.5: Είναι δε γλυκύν ώδε φίλοις, εχθροίσι δε πικρόν» και στον Ευριπίδη που τονίζει «θεωρώ ανδρεία την κακοποίηση του εχθρού» (Απόσπ. 157: Εχθρόν κακώς δραν ανδρός ηγούμαι μέρος). Τη συναντούμε ακόμα στον Ξενοφώντα που λέει «και όμως μου φαίνεται πως ο άνδρας αξίζει τη μεγαλύτερη τιμή, αν προλαβαίνει να κακοποιεί τους εχθρούς και να ευεργετεί τους φίλους του» (Απομνημ. ΙΙΙ 3.14: Και μην πλείστου γε δοκεί ανήρ άξιος είναι, ος αν φθάνη τους μεν πολεμίους κακώς ποιών, τους δε φίλους ευεργετών).

Βέβαια, οι συναλλαγές και το ρουσφέτι δεν έλειπαν σε καμιά εποχή. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως πρέπει να αποτελούν μέρος της άξιας του ονόματός της πολιτικής. Δεν πρέπει να αποτελούν μέρος της πολιτικής αυτών που επαγγέλλονται την «κάθαρση». Ο Θεμιστοκλής, για παράδειγμα, σε παρατήρηση φίλου του πώς θα είναι καλός άρχοντας, αν εξυπηρετεί ίσα και όμοια όλους τους πολίτες, απάντησε απερίφραστα «μακάρι ποτέ να μην καθίσω σε αυτό τον θρόνο, αν οι φίλοι μου δεν θα έχουν κάποια πλεονεκτήματα σε σχέση με τους ξένους» (Πλούτ. Βίοι Παράλλ. Αριστ. ΙΙ, ΙV: μηδέποτε εις τούτον εγώ καθίσαιμι τον θρόνον, εν ω πλέον ουδέν έξουσι οι φίλοι παρ’ εμού των αλλοτρίων). Μια τέτοια πολιτική, όμως, μπορεί να έχει ολέθρια αποτελέσματα για τη χώρα, γιατί προωθεί πολλές φορές τους ανίκανους σε βάρος των ικανών και τοποθετεί στις επιτελικές θέσεις άτομα χωρίς καμιά σχετική γνώση και εμπειρία. Αν, όμως, όπως λέει ο Ισοκράτης, «σε οποιοδήποτε από τα πολιτεύματα χρησιμοποιούνται οι θρασύτατοι και πονηρότατοι, που δεν φροντίζουν για το συμφέρον της πόλης, αλλά μόνο για το πώς θα ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους, τότε όμοιοι θα γίνουν με αυτούς και οι πολίτες όλοι» (Παναθ. 132). «Αν», όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, «πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουσιν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» (Προς Τιμ. Γ΄1015), αν επικρατήσουν άνθρωποι πονηροί και λαοπλάνοι, εξαπατώντας τους άλλους αλλά και εξαπατώμενοι οι ίδιοι, κανένα πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί. Και είναι καλό όσοι φιλοδοξούν να κυβερνήσουν ένα λαό να έχουν κατά νου τον Αγάθωνα που είχε πει: «τον άρχοντα τριών δει μεμνήσθαι: ότι ανθρώπων άρχει, ότι κατά νόμους άρχει και ότι ουκ αεί άρχει» (=ο άρχοντας πρέπει να θυμάται τρία πράγματα: ότι κυβερνά ανθρώπους, ότι κυβερνά σύμφωνα με τους νόμους και ότι δεν κυβερνά αιώνια).

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019 16:43

Το «πάθος» που δεν έγινε «μάθος»

Βασική ιδέα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, αυτού του ταμείου σοφίας, είναι το «πάθος μάθος» που ο λαός το απέδωσε με το «τα παθήματα μαθήματα». Ο τραγικός ήρωας μέσα από τις περιπέτειές του, μέσα από τα «παθήματά» του, που οφείλονται σε «αμαρτίαν τινά», σε κάποιο διανοητικό κυρίως ολίσθημα, μια εσφαλμένη απόφαση που πήρε, τελικά «μαθαίνει», αν και αυτό γίνεται κατά κανόνα πολύ αργά, «too late», όπως λένε και οι ξένοι. Η ελληνική κοινωνία εδώ και δέκα χρόνια βιώνει το δικό της δράμα. Ζει τη δική της τραγωδία. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται πως η τραγωδία αυτή έχει τελειώσει, πως η χώρα μας έχει περάσει στην «κανονικότητα», πως το κράτος μας είναι σαν τα άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Βέβαια, ο πολύς κόσμος δεν συμφωνεί με τον ισχυρισμό της κυβέρνησης, γιατί ξέρει πως δεν μπορεί να είναι κανονικό ένα κράτος του οποίου η περιουσία έχει μπει ενέχυρο σε δανειστές για εκατό χρόνια, το οποίο χρωστά δισεκατομμύρια στους πολίτες και αδυνατεί να τα πληρώσει και στο οποίο οι πολίτες χρωστούν άλλα τόσα δισεκατομμύρια που αδυνατούν να καταβάλουν. Ένα κράτος που αδυνατεί να καταβάλει τις συντάξεις στους πολίτες του και στο οποίο οι πιο πολλοί προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με επιδόματα και συσσίτια, ένα κράτος στο οποίο όλο το αξιόλογο εργατικό δυναμικό το έχει εγκαταλείψει δε μπορεί να είναι κανονικό. Δεν μπορεί να είναι «κανονικό» ένα κράτος που το χρέος του, παρόλη την αφαίμαξη που έχουν υποστεί οι πολίτες του, είναι μεγαλύτερο από ό τι ήταν πριν εκδηλωθεί η κρίση· ένα κράτος στο οποίο ανθεί η παραοικονομία και στο οποίο ο Υπουργός Οικονομικών ομολογεί πως δεν μπόρεσαν να περιορίσουν την φοροδιαφυγή· στο οποίο η ανάπτυξη καρκινοβατεί και στο οποίο τα πλεονάσματα είναι δεσμευτικά μέχρι το 2060! Είναι σαφές πως τα πράγματα είναι χειρότερα από πριν, γιατί οι Ευρωπαίοι φίλοι μας όχι μόνο δεν μας δίνουν και δεν θα μας δώσουν και στο μέλλον, αλλά αντίθετα θα αρχίσουν να μας παίρνουν κιόλας κατά τα συμφωνημένα!

Και το πρόβλημα είναι αν τώρα που υποτίθεται ότι έχουμε βγει από τα μνημόνια έχουμε διδαχτεί τίποτε, αν έχουμε αλλάξει πολιτική, αν τελικά το «πάθος» μάς έχει γίνει «μάθος». Δυστυχώς τα πράγματα δείχνουν πως οι κυβερνώντες δεν πήραν μυρωδιά από αυτό το δράμα που βίωσε ο ελληνικός λαός. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε στην εξουσία καλλιέργησε την ελπίδα στην ψυχή του λαού πως θα αλλάξει κάποια πράγματα από αυτά που κατάγγελλε, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση· κάποια πράγματα από αυτά που μας οδήγησαν στην οικονομική και ηθική κρίση που βιώσαμε. Όμως γρήγορα αποδείχτηκε πως η ελπίδα αυτή ήταν «φρούδα», γιατί, ενώ ο κ. Πρωθυπουργός διακήρυττε σε όλους τους τόνους πως «θα μας ταράξει στη νομιμότητα», ενώ πρόβαλλε με κάθε ευκαιρία το υποτιθέμενο «ηθικό πλεονέκτημα» της αριστεράς, η λεγόμενη «πρώτη φορά αριστερά» φάνηκε να προδίδει τις αρχές και τις αξίες τις οποίες πρέσβευε η γνήσια αριστερά. Οι γνήσιοι αριστεροί προτιμούσαν να στερηθούν την ελευθερία τους και να παίξουν «κορώνα γράμματα» ακόμη και την ίδια τους τη ζωή και δεν υπέγραφαν τις λεγόμενες «δηλώσεις νομιμοφροσύνης». Αντίθετα, ο κ. Τσίπρας όχι μόνο υπέγραψε και αποδέχτηκε όλες τις απαιτήσεις των δανειστών , όχι μόνο συμφώνησε με αυτούς, αλλά υποτάχτηκε πρόθυμα και άνευ όρων σε αυτούς απλώς και μόνο για τη νομή της εξουσίας. Κι είναι πράγματι γοητευτικό να λέει πως το έκανε αυτό «για τη σωτηρία της πατρίδας», υιοθετώντας το δόγμα «salus patriae suprema lex esto», δηλαδή η σωτηρία της πατρίδας ας είναι ο υπέρτατος νόμος», αλλά είναι εξίσου φοβερό για έναν Πρωθυπουργό να καταστήσει το όνομά του ταυτόσημο με τη λέξη «ψεύτης» και να κάνει τον κόσμο να μην τον πιστεύει ακόμη και αν λέει την αλήθεια.

Ότι το «πάθος» δεν έγινε «μάθος» για την κυβέρνηση δείχνει πρώτα-πρώτα η ναρκοθέτηση της επόμενης κυβέρνησης, όποια και αν είναι αυτή. Ο κ. Τσίπρας είναι βέβαιος πως ό,τι και να κάνει δεν μπορεί να ανακάμψει. Εκείνο, λοιπόν, που του μένει είναι να διαχειριστεί την αποτυχία του με τρόπο που να επισπεύσει την επάνοδό του στην εξουσία μέσα από την αποτυχία της κυβέρνησης που θα τον διαδεχτεί. Είναι δοκιμασμένη τακτική, Είναι μια τακτική που εφήρμοσαν και προηγούμενες κυβερνήσεις και μας οδήγησε στην κρίση από την οποία ο κ. Τσίπρας «ορκίζεται» ότι μας έσωσε! Κάνει, λοιπόν, αλόγιστες δαπάνες, διογκώνει το ελληνικό δημόσιο με όποιο τρόπο μπορεί δείχνοντας ένα «κοινωνικό» πρόσωπο. Στόχος του είναι να αδειάσει το δημόσιο ταμείο, να μη βρει ο διάδοχος του χρήματα και να μην μπορέσει να κυβερνήσει. Αφήνει, ακόμη, ένα σωρό καυτά άλυτα προβλήματα, αφήνει, όπως λένε, «την καυτή πατάτα» στα χέρια των επόμενων, αδιαφορώντας αν αυτό θα γυρίσει τον ελληνικό λαό πολλά χρόνια πίσω.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019 13:21

Το χτύπημα του κουδουνιού…

Είναι γνωστό πως από τη μεταπολίτευση και μετά όλοι οι «ένοικοι» του Υπουργείου Παιδείας προσπάθησαν να εξαλείψουν τα «στραβά» της εκπαίδευσης και επιχείρησαν κάποια μικρή ή μεγάλη μεταρρύθμιση. Όλοι αυτοί -και δόξα τω Θεώ δεν ήταν λίγοι- φιλοδόξησαν να αφήσουν το στίγμα τους μέσα από κάποια μεταρρύθμιση, πολλές φορές μη αναγκαία. Τον ίδιο δρόμο ακολουθεί και ο σημερινός Υπουργός, ο κ. Γαβρόγλου, που, όπως φαίνεται, δεν ήρθε, για να λύσει προβλήματα, αλλά για να δημιουργήσει! Αυτός «γκρεμίζει» ό,τι υπήρχε και επιχειρεί να κτίσει το δικό του οικοδόμημα, προκαλώντας όχι λίγες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται απλώς για «φιλοδοξία», αλλά υπεισέρχεται και ένας άλλος παράγοντας. Κάθε «αλλαγή» και μεταρρύθμιση που γίνεται, πέρα από το σαθρό ιδεολογικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται, αποσκοπεί στον περιορισμό των δαπανών και την εξοικονόμηση χρημάτων. Η μεταρρύθμιση, δηλαδή, που επιχειρείται δεν αποσκοπεί στο να δώσει καλύτερη παιδεία στα παιδιά, αλλά στο να πάρει! Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως τα «κεραμίδια» της εκπαίδευσης «δεν έσταζαν» και, επομένως, δεν χρειάζονταν κάποια επέμβαση, αλλά με τις παρούσες συνθήκες δεν είναι δυνατό να υπάρξει κάτι καλύτερο, πέρα από κάποιες ιδεοληψίες και μικροπολιτικές που πρέπει να εφαρμοστούν.

Όπως και αν έχει το πράγμα, από την επόμενη σχολική χρονιά, σύμφωνα με την εξαγγελία του κ. Υπουργού, τα μαθήματα στα σχολεία θα αρχίζουν στις εννιά (9) η ώρα και όχι στις οκτώ και μισή (8:30), όπως συμβαίνει σήμερα. Ο Υπουργός δήλωσε πως «όλες οι επιστημονικές μελέτες και έρευνες δείχνουν πως τα σχολεία πρέπει να αρχίζουν λίγο αργότερα από ό τι τώρα». Δεν ξέρω ποιες είναι αυτές οι «μελέτες», αλλά, αφού είναι έτσι, γιατί ο ίδιος ανάθεσε σε Επιτροπή «ειδικών» επιστημόνων να μελετήσει το πρόβλημα της ώρας κατά την οποία ο εγκέφαλος των παιδιών είναι έτοιμος να δεχτεί με αποτελεσματικό τρόπο τη γνώση; Θα είχε νόημα αυτή η νέα πρόσθετη μελέτη, αν οι Έλληνες μαθητές είχαν κάποια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τους μαθητές άλλων χωρών. Έχουν όμως;

Σε παρατήρηση, πάλι, ότι η αλλαγή αυτή πρέπει να συνδυαστεί με ανάλογη αλλαγή στο ωράριο των δημόσιων υπηρεσιών, γιατί δημιουργείται πρόβλημα στους γονείς που φεύγουν νωρίτερα από το σπίτι, ο κ. Υπουργός δεν ήταν έτοιμος να απαντήσει. Έτσι, φαίνεται λίγο περίεργο πως ο κ. Υπουργός έφερε για συζήτηση το πρόβλημα της έναρξης των μαθημάτων στα σχολεία.

Ας έρθουμε, όμως, στην ουσία του πράγματος. Ακόμη και οι «αδαείς» γνωρίζουν πως χρειάζεται κάποιος χρόνος μέχρι που να ενεργοποιηθεί πλήρως η ικανότητα παιδιού για την πρόσληψη της γνώσης από τη στιγμή που ξυπνά. Αλλά η στιγμή που ξυπνά είναι συνάρτηση και της ιδιοσυγκρασίας του παιδιού, αλλά και της ώρας που πέφτει για ύπνο. Εμείς πάλι οι «ειδικοί» γνωρίζουμε -και αυτό λέγαμε στους εκπαιδευτικούς ως Σχολικοί Σύμβουλοι- πως η πρώτη ώρα της μέρας δεν είναι η πιο κατάλληλη, για να αναθέσει κανείς στα παιδιά να ασχοληθούν με σοβαρά και δύσκολα θέματα ή να γράψουν, για παράδειγμα, διαγώνισμα ή Έκθεση* πως η πρώτη μέρα της εβδομάδας δεν είναι η καλύτερη για παρόμοιες δραστηριότητες και η πρώτη εβδομάδα μετά από πολυήμερες διακοπές είναι περίοδος προσαρμογής. Τούτο σημαίνει πως και στις δέκα (10) η ώρα να χτυπήσει το κουδούνι και να αρχίσει το μάθημα, το παιδί χρειάζεται κάποιο χρόνο, για να προσαρμοστεί και να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του σχολείου. Γιατί και ο μαθητής είναι σαν τον αθλητή. Θέλει και αυτός το «ζέσταμά» του, την προθέρμανσή του, πριν από τον «αγώνα» και αυτό δεν μπορεί να γίνει στο σπίτι. Στο σχολείο θα γίνει.

Δεν ξέρω αν η επιτροπή που συγκρότησε ο κ. Υπουργός αμείβεται ή όχι. Εγώ θα πρότεινα να συγκροτήσει μια άλλη επιτροπή που να μελετήσει το θέμα, αν οι μαθητές της πρώτης τάξης του Δημοτικού, τα συμπαθή «πρωτάκια», και όχι μόνο, αντέχουν στην αρχή κάθε μέρας ένα συνεχόμενο δίωρο, χωρίς διάλειμμα, και μάλιστα για τη διδασκαλία της γλώσσας. Γιατί αυτό είναι καθιερωμένο σε όλα τα σχολεία. Βέβαια, αυτό ορίζει το Υπουργείο Παιδείας, αλλά κανείς δεν προβληματίζεται σχετικά με του κινδύνους που εγκυμονεί αυτή η τακτική. Ούτε μεγάλος δεν μπορεί να μείνει καθηλωμένος για δυο ώρες στην ίδια θέση. Είναι, λοιπόν, επόμενο οι μικροί μαθητές να κινούνται διαρκώς, να αφήνουν πολλές φορές τη θέση τους στην τάξη, να κινούν τα χέρια και τα πόδια τους ή να στριφογυρίζουν στη θέση τους κ.ά., με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζονται από τον δάσκαλο και τη δασκάλα, που δεν έχουν και την απαιτούμενη γνώση ψυχολογίας ή ειδικής παιδαγωγικής, ως άτομα που πάσχουν από τη λεγόμενη «Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής». Να βγάζουν δηλαδή τα περισσότερα παιδιά «ελαττωματικά» και «παθημένα». Ας αφήσουν, λοιπόν, οι «ειδικοί» τα ποσοτικά στοιχεία της εκπαίδευσης και ας ασχοληθούν επιτέλους με τα ποιοτικά. Αλλιώς ματαιοπονούν…

Παρασκευή, 08 Μαρτίου 2019 17:34

Φοβού τους δαναούς και δώρα φέροντας…

Πριν λίγες μέρες απονεμήθηκε στον κ. Τσίπρα το βραβείο Ewald von Kleist για τη συμφωνία των Πρεσπών στο περιθώριο της διάσκεψης για την Ασφάλεια που έγινε στη Γερμανία. Για την ιστορία, αυτό το βραβείο θεσμοθετήθηκε προς τιμή του Γερμανού αξιωματικού της Βέρμαχτ Ewald von Kleist, που συμμετείχε στην αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ τον Ιούλιο του 1944 και απονέμεται από το 2009. Ο πρωθυπουργός δήλωσε περιχαρής πως ποτέ δεν πίστευε ότι θα βρισκόταν εκεί και θα λάβαινε αυτό το βραβείο από τα χέρια του πρωθυπουργού της Βαυαρίας και τόνισε πως «τόλμησε να επιφέρει αλλαγές και να σταθεί παρά τις αντιδράσεις στη σωστή πλευρά της Ιστορίας». Υποτίθεται, λοιπόν, πως ο πρωθυπουργός της χώρας μας βραβεύτηκε, γιατί συνέβαλε στην αποκατάσταση της ηρεμίας και της ειρήνης στα Βαλκάνια. Ο ελληνικός λαός, όμως, δεν μπορεί να καταλάβει ποιος ήταν ο πόλεμος στη Βαλκανική που ο πρωθυπουργός με την πολιτική του σταμάτησε, καταλαβαίνει όμως αυτός χώρισε τους Έλληνες σε δυο στρατόπεδα, σπέρνοντας, σύμφωνα με πολλούς τη «διχόνοια».

Βέβαια, ο πρωθυπουργός ήταν άτυχος, γιατί μεσολάβησαν τα γεγονότα τα σχετικά με το δάνειο και την προκλητική συμπεριφορά του κ. Πολάκη και ο τύπος, ιδιαίτερα ο ηλεκτρονικός, δεν έδωσε και μεγάλη σημασία στην βράβευση του πρωθυπουργού και το πράγμα «πέρασε στα ψιλά» και σχεδόν ξεχάστηκε. Γιατί δυστυχώς ορισμένες ιδέες είναι, όπως λένε, σαν τα καρφιά και, για να εντυπωθούν στο μυαλό των ανθρώπων, πρέπει να χτυπηθούν πολύ. Δεν ξέρω αν ο πρωθυπουργός άξιζε αυτό το βραβείο ή όχι, αλλά είμαι βέβαιος πως αυτό πιο πολύ θα τον βλάψει παρά θα τον ωφελήσει. Γιατί πολλές φορές το φιλικό(;) το χέρι που πέφτει πάνω μας, για να μας αλαφρώσει από το βάρος της κακοτυχίας, γίνεται κάποτε ένα πρόσθετο βάρος. Είναι βέβαιο πως οι άνθρωποι πάντα επιδιώκουν να υποχρεώσουν κάποιον, για να έχουν μετά το δικαίωμα να του ζητήσουν εξυπηρετήσεις, γιατί. όπως λέει ο λαός, «Το δώρο έχει αντίδωρο». Πίσω από το δώρο κρύβεται η υστεροβουλία, όπως πίσω από το δόλωμα κρύβεται το αγκίστρι. Μόνο που ο λαός μας πιστεύει πως ο πρωθυπουργός δέχτηκε το βραβείο αυτό ως αντίδωρο για το δώρο που πρόσφερε στους φίλους μας(;) με τη συμφωνία των Πρεσπών!

Τα δώρα δεν έχουν καμιά αξία χωρίς την καρδιά του δωρητή, λέει μια αγγλική παροιμία. Και ο λαός πιστεύει πως οι δωρεές γενικά των Ευρωπαίων και των Αμερικανών γίνονται από συμφέρον μόνο και δεν εμπεριέχουν σταγόνα συναισθηματισμού. Από αυτή την άποψη ο ελληνικός λαός δέχεται με καχυποψία τη στάση τους απέναντί μας και, αν αυτοί θέλουν να κρατήσουν τον Τσίπρα στην εξουσία, μάλλον πετυχαίνουν το αντίθετο. Υποθέστε πως υπάρχει ένας υποψήφιος δήμαρχος για την Αθήνα και βγαίνουν όλοι οι προηγούμενοι πρωθυπουργοί που ο λαός θεωρεί, καλώς ή κακώς, υπεύθυνους για την κρίση που βιώνει η χώρα μας και τον υποστηρίζουν. Υπάρχει κανείς που να πιστεύει πως ο υποψήφιος αυτός θα πετύχει; Ασφαλώς όχι. Εξάλλου, από τη φύση του ο ελληνικός λαός δεν αποδέχεται εύκολα αυτόν που του υποβάλλουν οι άλλοι. Αυτό μου θυμίζει μια προσωπική εμπειρία. Όταν αγωνιζόμουν να πάρω μια υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές από το ΙΚΥ, πήγα σε έναν καθηγητή να του ζητήσω συστατική επιστολή. Αυτός μου είπε: «Παιδί μου, να σου δώσω συστατική επιστολή, αλλά αυτή είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να κοπείς». Κι έμαθα μετά πως αυτός ο καθηγητής ανήκε σε διαφορετικό στρατόπεδο από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής! Θαρρώ, λοιπόν, πως το βραβείο που δέχτηκε ο κ. Τσίπρας από τους Γερμανούς είναι ο ασφαλέστερος τρόπος «να κοπεί».

Είτε το θέλουμε είτε όχι, οι Ευρωπαίοι «φίλοι» μας και οι Αμερικανοί βρίσκονται στη συνείδηση του λαού μας σε διαφορετικό στρατόπεδο. Γι’ αυτό θεωρεί «Άδωρα των εχθρών τα δώρα», δεν τα θεωρεί ούτε χρήσιμα ούτε ωφέλιμα. Κι αυτό θυμίζει τον Τρώα Λαοκόωντα, πρόσωπο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ιερέα του θεού Απόλλωνα, που είχε προειδοποιήσει τους συμπατριώτες του (μάταια) να μη δεχτούν τον Δούρειο Ίππο, δώρο από τους Έλληνες. Σύμφωνα με τον Βεργίλιο (Αινειάδα) είχε πει: «Equo ne credite, Teucri. Quiquid id est , timeo Danaos et dona ferentes», δηλαδή «μη πιστέψετε στο άλογο, Τρώες. Ό,τι και αν είναι αυτό, φοβούμαι τους Δαναούς ακόμη και αν προσφέρουν δώρα». Ο ελληνικός λαός φοβάται τους Ευρωπαίους, ακόμη και αν προσφέρουν δώρα και βραβεία και δεν εμπιστεύεται ούτε και αυτούς που τα δέχονται. Και φοβάμαι μήπως «Πυρ καύσει οίκους δωροδεκτών» (Ιώβ, ΙΕ 34, γιατί η πλειοψηφία του ελληνικού λαού πιστεύει, καλώς ή κακώς, πως το βραβείο αυτό ήταν ανταμοιβή για κάτι που ο πρωθυπουργός πρόσφερε και δεν έπρεπε να προσφέρει. Γιατί, όπως λέει το Δευτερονόμιο (ΚΖ΄25), «Επικατάρατος ος αν λάβη δώρα πατάξαι ψυχήν αίματος αθώου». Ο καιρός θα δείξει…

 

 

Στο προηγούμενο σημείωμα προσπάθησα να δείξω γιατί οι λεγόμενοι «πρόθυμοι» βουλευτές θα μείνουν στην πολιτική ιστορία του τόπου μας ως σύμβολα ασυνέπειας και καιροσκοπισμού. Η στάση, όμως, αυτών των βουλευτών έχει και μια άλλη πολιτική διάσταση που είναι ακόμη πιο σημαντική. Αυτοί καθιερώνονται ως σύμβολα πολιτικής αχαριστίας και δικαιώνουν τον κ. Καμμένο που μίλησε για «κυβέρνηση αποστασίας αχαρίστων»!

Αχάριστος είναι αυτός που δεν αναγνωρίζει την ευεργεσία που του έγινε, είναι αυτός που δεν ανταποδίδει αυτή την ευεργεσία και προπάντων αυτός που λησμονεί όλα όσα του έκανε ο ευεργέτης του. Το έλεγαν και οι αρχαίοι ότι «αχάριστός εστι όστις ευ παθών αμνημονεί», δηλαδή αχάριστος είναι αυτός που, ενώ έχει ευεργετηθεί, το λησμονεί. Ο σοφός Κλεόβουλος ο Ρόδιος παρομοίαζε τον αχάριστο με τρύπιο πιθάρι μέσα στο οποίο μπαίνουν μεν οι ευεργεσίες που δέχεται, αλλά φεύγουν και πέφτουν στο κενό και θεωρεί πως η αχαριστία είναι φυσικό ελάττωμα για τους ανθρώπους. Ο λαός πάλι παρομοιάζει τον αχάριστο με κόρακα που θέλει να σου βγάλει το μάτι ή με φίδι που τρέφει κάποιος τον χειμώνα, για να τον φάει το καλοκαίρι. Ο αχάριστος δαγκάνει το χέρι που τον βοηθάει αντί να το φιλάει και πετά πέτρες στο πηγάδι που τον δροσίζει. Είχε δίκιο ο αλεξανδρινός ποιητής και επιγραμματοποιός Καλλίμαχος που είπε «ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος».

Και μου θυμίζει αυτό τα λόγια του Χορού στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου που μιλά για κάποιον άνθρωπο που έθρεψε στο σπίτι του ένα λιονταράκι που στην αρχή της ζωής του ήταν ήμερο, αγαπημένο στα παιδιά και χαρά για τους γέροντες· πολλές φορές στην αγκαλιά τους το κρατούσαν σαν νεογέννητο παιδί και εκείνο χαρωπά τους χάιδευε το χέρι από της πείνας την ανάγκη. Σαν μεγάλωσε, όμως, απέδειξε την φύση του ξεπληρώνοντας τη χάρη σ’ αυτούς που το τάιζαν με κατασπαραγμένα πρόβατα και προκαλώντας μεγάλο κακό στο σπιτικό (στ. 717-734).

Η αχαριστία ή αγνωμοσύνη είναι ένα από τα θανάσιμα αμαρτήματα που μπορεί να διαπράξει ένας άνθρωπος. Στην αρχαιότητα πίστευαν πως αυτός που υποπίπτει σε αυτό το αμάρτημα τιμωρείται αιώνια στον Άδη. Σύμβολο αυτής της ιδέας αποτελεί ο Ιξίων ο οποίος φάνηκε αχάριστος απέναντι στον Δία και αυτός τον τιμώρησε αυστηρά: Τον έδεσε χειροπόδαρα πάνω σε ένα τροχό που περιστρεφόταν συνεχώς και τον ανάγκασε να λέει: Χρη τιμάν τους ευεργέτας (=πρέπει να τιμά κανείς τους ευεργέτες του).

Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, πάλι, θεωρούσε «δεινόν και πάνδεινον» αμάρτημα την αχαριστία, ο Γκαίτε έλεγε πως αυτή είναι σημάδι μωρίας, γιατί δεν είδε ποτέ έξυπνο άνθρωπο να δείχνει αχαριστία, και ο Κόλτων πως τα ζώα άφησαν την αχαριστία εξολοκλήρου στον άνθρωπο. Αν περιμαζέψεις, έλεγε, έναν πεινασμένο σκύλο και τον ταΐσεις, αυτός δεν πρόκειται να σε δαγκώσει. Δε συμβαίνει, όμως, το ίδιο με τον άνθρωπο. Αυτή είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και τα ζώα. Τούτο σημαίνει πως η αχαριστία υποβιβάζει τον άνθρωπο σε επίπεδο κατώτερο του ζώου. Ο Ξενοφών, επίσης, τόνιζε πως «τη αχαριστία έπεται η αναισχυντία», δηλαδή ότι ο αχάριστος είναι αδιάντροπος και πως το να ευεργετείς έναν αχάριστο είναι σα να ραίνεις ένα νεκρό με αρώματα ή να τρέφεις ένα φίδι ή να ευεργετείς πονηρό άνθρωπο. Ο σοφός λαός πάλι παρομοιάζοντας τον αχάριστο με γάιδαρο λέει «του γαϊδάρου χάρη κάνεις; Κρίμα τ’ άχυρα που χάνεις» και συμπληρώνει λέγοντας «αχόρταγο κι αχάριστο μη βοηθάς ποτέ σου».

Στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία, ιδιαίτερα την τραγωδία, καταδικάζεται η αχαριστία και αγνωμοσύνη και προβάλλεται η ευγνωμοσύνη και η αναγνώριση του καλού που γίνεται σε κάποιον. Έτσι, για παράδειγμα, η Τέκμησσα λέει στον ήρωα σύζυγό της Αίαντα στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή «ότου δ’ απορεί μνήστις ευ πεπονθότος,// ουκ αν γένοιτ’ εθ’ ούτος ευγενής ανήρ» (στ. 52-4), δηλαδή «όποιος ξεχνάει το καλό που έχει δοκιμάσει// του λόγου του άντρας ευγενής ποτέ του δε θα γίνει». Και ο Ευριπίδης αναφέρεται στο θέμα της ευγνωμοσύνης και της αχαριστίας στον Ηρακλή Μαινόμενο. Εκεί ο Θησεύς λέει στον Αμφιτρύονα «μισώ τους φίλους που αφήνουν τη χάρη να γερνά,// μισώ κι αυτόν που θέλει ν’ απολαμβάνει τα καλά,// μα τους φίλους του δε συμπονά // ανάγκη σαν το έχουν» [ στ. 1223-5). Είναι, λοιπόν, ολέθριο αμάρτημα η αχαριστία και γι’ αυτό δεν πρέπει να δείχνουμε αγνωμοσύνη σ’ αυτούς που μας ωφελούν. Και φοβούμαι πως στο ολέθριο αυτό παράπτωμα έπεσαν οι «πρόθυμοι» βουλευτές που πρόδωσαν τα κόμματα που τους ανέδειξαν αλλά και αυτούς που τους ψήφισαν…

 

Τώρα τελευταία συμβαίνουν στη πολιτική ζωή της χώρας μας πρωτοφανή πράγματα. Παρατηρείται μια κινητικότητα βουλευτών όμοια της οποίας δεν είχαν δει οι πολίτες ποτέ άλλοτε μετά την μεταπολίτευση. Βουλευτές συμφωνούν με τα νομοσχέδια, αλλά δεν τα ψηφίζουν. Άλλοι δεν συμφωνούν, αλλά τα ψηφίζουν. Άλλοι πάλι προερχόμενοι από διάφορα κόμματα συνασπίζονται και ειδοποιούν τον Πρόεδρο της Βουλής, την Κυβέρνηση και την κοινή γνώμη εγγράφως και με επιδεικτικό ή συνωμοτικό τρόπο πως θα ψηφίζουν όποιο νομοσχέδιο φέρνει η κυβέρνηση προς ψήφιση στη Βουλή. Βουλευτές φεύγουν από ένα κόμμα και μεταπηδούν σε κάποιο άλλο. Δεξιοί βουλευτές εντάσσονται σε αριστερά κόμματα και η αριστερή κυβέρνηση χωρίς αιδώ και χωρίς κανένα ενδοιασμό τους δέχεται και κανένας δεν επαναστατεί. Μπροστά σε αυτά τα παθογόνα φαινόμενα ωχριούν ακόμη και οι συνωμοσίες που χαρακτήριζαν τη ζωή στην αυτοκρατορική αυλή του Βυζαντίου!

Όλοι, βέβαια, βάζουν μπροστά το «αυτεξούσιο» των βουλευτών και τη συνείδησή τους στην οποία υπακούουν και διατείνονται, όπως πάντα, προς υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Η αλήθεια, όμως, είναι πως όλοι αυτοί που φεύγουν από ένα κόμμα λίγο πριν τις εκλογές και εντάσσονται σε ένα άλλο, τελείως διαφορετικό από το δικό τους, προσπαθούν να σώσουν το «τομάρι» τους το πολιτικό. Μοιάζουν με τα ποντίκια που εγκαταλείπουν το πλοίο μόλις προαισθανθούν ότι αυτό βουλιάζει. Και με τη στάση τους τη αλλοπρόσαλλη και αχαρακτήριστη προδίδουν όχι μόνο τον εαυτό τους και τις ιδέες τους, αλλά και το κόμμα τους, το κόμμα που τους ανέδειξε, και αυτούς που τους ψήφισαν, αλλά και την ίδια την πολιτική που υποτίθεται πως υπηρετούν. Σε αυτούς και ιδιαίτερα στον ανεκδιήγητο και αρχαιολάτρη κ. Ζουράρι που μας έχει «φλομώσει» με ρήσεις που αντλεί από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς απευθύνεται αυτό το άρθρο. Γιατί, όπως λέει ο Πλάτων στον Μενέξενό του, είναι ασφαλώς ωραίος και μεγαλοπρεπής θησαυρός οι προγονικές τιμές και αξίες, αλλά είναι αισχρό και άνανδρο να αναφέρεται κανείς στον θησαυρό αυτό, αλλά να μην τον εφαρμόζει στην καθημερινή του ζωή (ΧΙΧ Β).

Ο φιλόσοφος Σωκράτης απολογούμενος στο δικαστήριο και αγωνιζόμενος για ένα θέμα ζωής ή θανάτου είπε «όπου κανείς τάξει τον εαυτό του, γιατί έκρινε ότι αυτό είναι το καλύτερο, ή ταχθεί από τον άρχοντα, εκεί πρέπει να παραμένει και να κινδυνεύει, χωρίς να υπολογίζει ούτε τον θάνατο ούτε και τίποτε άλλο μπροστά στην ατίμωση και την ντροπή» (Πλατ. Απολ. 28 d 5-10: ου αν τις εαυτόν τάξη ηγησάμενος βέλτιστον είναι ή υπ’ άρχοντος ταχθή, ενταύθα δει, ως εμοί δοκεί, μένοντα κινδυνεύειν, μηδέν υπολογιζόμενον μήτε θάνατον μήτε άλλο μηδέν προ του αισχρού). Έτσι ο φιλόσοφος έγινε σύμβολο της πολιτικής και κοινωνικής συνέπειας και σταθερότητας από την οποία πρέπει να διαπνέεται κάθε πολιτικός άνδρας.

Θα ρωτήσει βέβαια κανείς. Δεν έχει ο βουλευτής το δικαίωμα να αλλάξει πορεία στη διαδρομή του; Και βέβαια έχει. Μόνο που η αλλαγή αυτή υπόκειται σε κριτική στην οποία λαμβάνονται υπόψη ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το κάνει, ο τρόπος που το κάνει, η αιτία που τον οδηγεί στην αλλαγή και η ποιότητά της. Και ο ίδιος ο Σωκράτης, όταν ο φίλος του Κρίτων τον παρακινούσε να αλλάξει φιλοσοφική στάση και να σώσει τον εαυτό του από τον θάνατο λίγο πριν πιει το κώνειο, απήντησε λέγοντας: πρέπει, φίλε Κρίτων, να εξετάσουμε αν είναι σωστό να κάνω αυτά που προτείνεις ή όχι. Γιατί εγώ όχι τώρα για πρώτη φορά, αλλά πάντα τέτοιος ήμουν, ώστε να μην πείθομαι σε τίποτε άλλο παρά μόνο στον Ορθό Λόγο που, όταν σκέπτομαι, μου φαίνεται πιο σωστός. Και αυτά που έλεγα και δίδασκα στο παρελθόν δεν μπορώ τώρα να τα προδώσω, γιατί μου έτυχε αυτή η συμφορά, αλλά σχεδόν μου φαίνονται κάπως όμοια και τα ίδια πρεσβεύω και τιμώ, όπως και πριν» (Πλάτ. Κρίτ. 46 b: σκοπείσθαι ουν χρη ημάς είτε ταύτα πρακτέον είτε μη· ως εγώ ου νυν πρώτον αλλά και αεί τοιούτος οίος των εμών μηδενί άλλω πείθεσθαι ή τω λόγω ος αν μοι λογιζομένω βέλτιστος φαίνηται. τους δη λόγους ους εν τω έμπροσθεν έλεγον ου δύναμαι νυν εκβαλείν, επειδή μοι ήδε η τύχη γέγονεν, αλλά σχεδόν τι όμοιοι φαίνονταί μοι, και τους αυτούς πρεσβεύω και τιμώ ούσπερ και πρότερον). Και, δυστυχώς, οι λεγόμενοι «πρόθυμοι» βουλευτές δεν έχουν πείσει ούτε και πρόκειται να πείσουν κανένα πως τα κίνητρά τους είναι αγνά και ανιδιοτελή, εκτός κι αν στο μέλλον δείξουν πως δεν θα καταλάβουν καμιά δημόσια θέση, προσφορά αυτών που τώρα εξυπηρετούν, αυτών που τώρα «γλείφουν», ενώ παλιά τους «έφτυναν».

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019 15:01

Η γνώμη ενός …μη σκεπτόμενου ατόμου

Πάντα είχα το ερώτημα πώς είναι δυνατό όλα τα κόμματα και όλοι οι πολιτικοί να υποστηρίζουν πως κινούνται από το ειλικρινές ενδιαφέρον για την πατρίδα και την επιθυμία να τη σώσουν από την καταστροφή και αυτή όλο και περισσότερο να κινδυνεύει! Την απάντηση ήρθε να μου τη δώσει ο ποιητής Γ. Σουρής που λέει πως διαχρονικά σκοπός των πολιτικών είναι η σωτηρία της πατρίδας, αλλά ποτέ δεν την σώζουν, γιατί τότε δεν θα υπήρχε λόγος για την ύπαρξή τους!

Το ίδιο συμβαίνει και με κάτι άλλο: την έξαρση των φασιστικών καθεστώτων και ιδεολογιών στην Ευρώπη και τη χώρα μας. Όλοι επιτίθενται εναντίον της «Χρυσής Αυγής» που προσβάλλει τα δημοκρατικά τους αισθήματα, αλλά δεν κάνουν τίποτε, για να την εξαφανίσουν ή να την περιορίσουν. Η δίκη, για παράδειγμα, που διεξάγεται γι’ αυτή διαιωνίζεται και ένας Θεός ξέρει πότε θα τελειώσει! Η κυβέρνηση κατηγορεί την αντιπολίτευση πως δήθεν αυτή με την πολιτική της «ρίχνει νερό στον μύλο της ακροδεξιάς»! Στην πραγματικότητα η ίδια η κυβέρνηση φαίνεται πως έχει ανάγκη από την ύπαρξη της ακροδεξιάς, για να την προβάλλει ως φόβητρο και να πετυχαίνει έτσι τον εμβολισμό των άλλων κομμάτων και την κομματική συσπείρωσή της. Είναι αυτό μια πάγια τακτική που είδαμε πρόσφατα να την εφαρμόζει και ο «φίλος» μας, ο «πολύς» Νίμιτς. Κοιτάξτε, είπε, να τελειώσετε με τη συνθήκη των Πρεσπών, γιατί ενδεχόμενη καταψήφισή της εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τη χώρα σας! Αν είναι δυνατό οι αποφάσεις να λαμβάνονται κάτω από πίεση και η δημοκρατία να μετατρέπεται σε πολίτευμα που λειτουργεί μέσω του εκφοβισμού!

Όλοι γνωρίζουν πως η τυραννία, όπως είχε παρατηρήσει ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, είναι παιδί της δημοκρατίας, και αυτή την παρέκκλιση από τη γνήσια δημοκρατία μόνο τα δημοκρατικά κόμματα μπορούν να αποτρέψουν. Κανείς δεν θα διανοηθεί να ανατρέψει τη δημοκρατία, αν η ίδια δεν δώσει το δικαίωμα. Και κανείς δεν θα διανοηθεί να ψηφίσει « Χρυσή Αυγή», αν δεν τον σπρώξουν σε αυτή τα δημοκρατικά κόμματα με την πολιτική τους. Και έχει ιδιαίτερη σημασία αυτό για το νησί μας, όπως φαίνεται από το άρθρο του Διευθυντή του «Εμπρός» κ. Μανόλη Μανώλα, που δημοσιεύεται στο φύλλο της εφημερίδας της 2-2-2019 και αναφέρει κατά λέξη: «Κινδυνεύει το ‘κόκκινο νησί’ ….. να μετατραπεί σε ‘μαύρο’ ελέω προσφυγικού. Και γι’ αυτήν την εξέλιξη, αν συμβεί, υπάρχουν πολιτικές ευθύνες, κυρίως στο κυβερνητικό στρατόπεδο, γιατί με την αδράνεια και την αναποτελεσματικότητα στη διαχείριση του προσφυγικού επέτρεψε να διογκωθούν τα ξενοφοβικά και ρατσιστικά φαινόμενα…».

Αλλά και γενικότερα δεν μπορεί κανείς αντικειμενικός κριτής να καυχηθεί πως σήμερα η δημοκρατία που εφαρμόζεται είναι η καλύτερη δυνατή. Δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική μια δημοκρατία στην οποία κόλακες πολιτικοί και συκοφάντες, συμφεροντολόγοι και υπολογιστές, επιτήδειοι, πονηροί και γεμάτοι θρασύτητα εκμεταλλεύονται τον λαό και τον παρασύρουν σε λαθεμένες, ασύμφορες και καταστροφικές για την πατρίδα αποφάσεις. Δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική μια δημοκρατία στην οποία κυριαρχεί η φτώχεια, η ανηθικότητα, η προβολή των ατομικών συμφερόντων, η αδιαφορία για τα «κοινά» και τις δημόσιες υποθέσεις. Δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική μια δημοκρατία στην οποία κυριαρχεί η καχυποψία ανάμεσα στους πολίτες, στην οποία τα δικαστήρια είναι φορτωμένα από δουλειά, στην οποία φουντώνει η συκοφαντία και η ψευδομαρτυρία. Δεν μπορεί να είναι ικανοποιητική, τέλος, μια δημοκρατία στην οποία παραγκωνίζονται οι ικανοί και διαλεχτοί πολίτες και κάποιοι τιποτένιοι και πονηροί καταφέρνουν με τη ρητορική τους δεινότητα και με απάτη να καταλαμβάνουν τις υψηλές και νευραλγικές θέσεις του δημοσίου, πράγμα που ο Ευριπίδης θεώρησε «αρρώστια της πόλης» (Ικέτ., 423-425: Η δη νοσώδες τούτο τοις αμείνοσιν,// όταν πονηρός ανήρ αξίωμα έχηι// γλώσση κατασχών δήμον, ουδέν ων πριν).

Η κατάσταση θυμίζει την Αθήνα τον 4ο αι. π.Χ., τότε που η αθηναϊκή δημοκρατία περνούσε βαθιά κρίση και οδήγησε την πόλη στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την «πανωλεθρία», όπως λέει ο Θουκυδίδης. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που λέει ο Ισοκράτης στον Παναθηναϊκό του. Αυτός τονίζει πως σημασία δεν έχει το πολίτευμα αλλά αυτοί που το εκφράζουν και το εκπροσωπούν και προσθέτει: «Με οποιοδήποτε από τα πολιτεύματα θα ζουν καλά οι πολίτες, αν βγάζουν άρχοντες και βάζουν σε όλα τα έργα τους ικανούς κι όσους πρόκειται να υπηρετήσουν τα δημόσια πράγματα με τον πιο καλό και δίκαιο τρόπο. Αν όμως σε οποιοδήποτε από τα πολιτεύματα χρησιμοποιούνται οι πιο θρασείς και οι πιο πονηροί, αυτοί που δεν ενδιαφέρονται για το κοινό συμφέρον, αλλά νοιάζονται μόνο για το πώς θα εξυπηρετήσουν τα σχέδιά τους και θα ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες και την πλεονεξία τους, τότε όμοιοι με αυτούς θα γίνουν και οι πολίτες όλοι» (πργφ. 132-133). Δυστυχώς οι σημερινοί μας ηγέτες δεν εμπνέουν καμιά εμπιστοσύνη και αισιοδοξία για καλύτερη εξέλιξη των πραγμάτων στη χώρα μας…

Τετάρτη, 06 Φεβρουαρίου 2019 13:08

Και σε άλλα με υγεία…

 

Μετά από μια θυελλώδη συζήτηση τριών ημερών στη Βουλή επικυρώθηκε με 153 ψήφους υπέρ η λεγόμενη «συνθήκη των Πρεσπών». Η όλη διαδικασία έδειξε πως ούτε όλοι αυτοί που ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας πίστευαν πραγματικά στον θετικό και σωτήριο χαρακτήρα αυτής της συνθήκης, ούτε και όλοι όσοι ψήφισαν εναντίον της πίστευαν πραγματικά σε αυτό που έκαναν. Αλήθεια, είναι ηθικό και τίμιο να καλείς κάποιους να ψηφίσουν μια συμφωνία χωρίς να τους έχεις δώσει από πριν το περιεχόμενο αυτής της συμφωνίας, αφού, σύμφωνα και με ομολογία του Υφυπουργού Εξωτερικών, επίσημο έγγραφο για τις αλλαγές που έχουν γίνει στο Σύνταγμα των Σκοπιών δεν υπάρχει; «Γουρούνι στο σακί», δηλαδή, όπως λέει ο λαός. Όταν οι βουλευτές ενός κόμματος όλοι χωρίς καμιά εξαίρεση ψηφίζουν ένα νόμο ή μια συνθήκη, τότε κάτι δεν πάει καλά. Αυτοί μετατρέπονται σε αριθμούς, χάνουν την προσωπικότητά τους, αλλοτριώνονται και απλώς υπακούουν στις επιταγές άλλων ή υποτάσσονται στο κόμμα, ακόμα και αν πιστεύουν πως βλάπτεται η πατρίδα, ή, ακόμη, εξυπηρετούν τα ατομικά τους συμφέροντα.

Αν η συμφωνία αυτή είναι καλή και ωφέλιμη για τη χώρα μας θα το δείξει ο χρόνος. Όμως η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι περήφανη για τον τρόπο με τον οποίο διαμόρφωσε αυτή τη συμφωνία και τον τρόπο με τον οποίο πέτυχε την επικύρωσή της. Όταν ο Σωκράτης βρισκόταν στη φυλακή τον επισκέφτηκε η γυναίκα του, η γνωστή Ξανθίππη, που εξέφρασε τη λύπη της γι’ αυτό που συνέβαινε στον μεγάλο φιλόσοφο και του είπε: «Σωκράτη μου, πόσο άδικα πεθαίνεις!». Και ο Σωκράτης με το πνεύμα που διέθετε της παρατήρησε: «Α, δεν σε στενοχωρεί το ότι πεθαίνω, αλλά το ότι πεθαίνω άδικα». Και η Ξανθίππη δεν ήξερε τι να πει. Και η Αντιγόνη, η ηρωίδα του ομώνυμου δράματος του Σοφοκλή, φαίνεται να μη στενοχωριέται για το ότι πεθαίνει, αλλά παραπονιέται τον άδικο και αναξιοπρεπή τρόπο με τον οποίο πεθαίνει. Πράγματι, πολλές φορές δεν έχει σημασία το τι λέγεται και το τι πράττεται, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτό λέγεται και πράττεται.

Πρώτα πρώτα η συμφωνία αυτή έγινε «εκ κρυπτώ και παραβύστω», σε πλήρη αδιαφάνεια, αφού ούτε στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής συζητήθηκε ούτε κανένα συμβούλιο αρχηγών έγινε, για να συζητήσει ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως είναι κάθε εθνικό θέμα που δεσμεύει «ες αεί» όλες τις επόμενες γενιές. Έπειτα, περιφρονήθηκε τελείως ο ελληνικός λαός που πρωτίστως αυτή η συμφωνία αφορά, αφού δεν τέθηκε στην κρίση του. Αλλά πώς θα ήταν δυνατό να τεθεί, όπως έγινε στα Σκόπια, αφού η κυβέρνηση γνώριζε πως ο λαός ήταν αντίθετος, όπως έδειχναν οι απανωτές σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης που γίνονταν και τα πολλά συλλαλητήρια που οργανώνονταν σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού; Η κυβέρνηση επιδεικνύοντας πρωτοφανή αυθαιρεσία και αυταρχισμό δεν έλαβε υπόψη ούτε το γεγονός πως έξι τουλάχιστον κυβερνήσεις αρνήθηκαν στο παρελθόν να κάνουν στην ΠΔΓΜ τις παραχωρήσεις που αυτή έκανε και δεν έλαβε υπόψη τη διαμαρτυρία είκοσι τόσων μητροπολιτών της Βορείου Ελλάδος ούτε και τις προειδοποιήσεις του Απόδημου Ελληνισμού. Φαίνεται πως αυτή μόνο γνώριζε την αλήθεια, την αλήθεια που κανένα άλλο κόμμα από αυτά που υπάρχουν στη Βουλή δεν είδε και γι’ αυτό επέμενε να ψηφιστεί η συνθήκη άρον άρον. Φαίνεται πως ο κ. Τσίπρας είδε ξαφνικά το «φως το αληθινόν» και γι’ αυτό έψαξε στα υπόγεια της πολιτικής ζωής και εξασφάλισε την ψήφο κάποιων αμφίβολης, όπως καταγγέλθηκε στη Βουλή, ποιότητας και κινήτρων βουλευτών. Αλήθεια, αυτοί οι περιφερόμενοι βουλευτές, οι λεγόμενοι «ανεξάρτητοι», εκπροσωπούν αυτούς που τους ψήφισαν; Γι’ αυτό οι πολίτες ψήφισαν τους βουλευτές, για παράδειγμα, που αποσκίρτησαν από τους Ανεξάρτητους Έλληνες; Ασφαλώς όχι. Τότε για ποιο λόγο να τους πληρώνει και μάλιστα πολύ ακριβά αυτός ο δύστυχος λαός, ο πάντα προδομένος;

Πριν την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου (431 π.Χ.) οι Σπαρτιάτες είχαν στείλει ένα πρέσβη στην Αθήνα, για να συζητήσει με τους Αθηναίους το πρόβλημα που τους απασχολούσε. Οι συζητήσεις δεν είχαν αίσιο τέλος. Οι Αθηναίοι έδιωξαν τον Σπαρτιάτη πρέσβη και μάλιστα τον συνόδεψαν μέχρι τα σύνορα της πατρίδας τους από φόβο μήπως έρθει σε επικοινωνία με τους λεγόμενους «λακωνίζοντες». Αυτός ο πρέσβης φεύγοντας είπε την προφητική φράση: « Ήδε η ημέρα άρξει μεγάλων κακών τοις Έλλησι», δηλαδή αυτή η μέρα θα γίνει απαρχή μεγάλων συμφορών για τους Έλληνες. Ελπίζω και εύχομαι η συνθήκη αυτή να μην αποβεί μοιραία για τη χώρα μας και τους πολίτες της.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019 15:19

Η επιλογή των εκπαιδευτικών: Μια πρόταση

Ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα που απασχολούν την παιδαγωγική επιστήμη και τη σχετική παγκόσμια έρευνα είναι η μετατροπή της θεωρίας (theory) σε πράξη (practice) και αυτό δεν λύνεται ούτε με κανένα διαγωνισμό, που ελέγχει μόνο την επιστημοσύνη των υποψηφίων, ούτε με τον διορισμό των αναπληρωτών, που μπορεί να διαθέτουν και «αρνητική εμπειρία», ούτε με την επιλογή με βάση τα απροσδιόριστα κοινωνικά κριτήρια. Κανένας δεν έγινε γιατρός χωρίς να ειδικευτεί σε νοσοκομείο και κανένας δεν έγινε ηλεκτρολόγος χωρίς να πιάσει καλώδια, διακόπτες κ.λπ. Είναι απαράδεκτο οι υποψήφιοι δικηγόροι, πριν αποκτήσουν δικαίωμα για άσκηση επαγγέλματος, να κάνουν πρακτική εξάσκηση κοντά σε δικηγόρο και μέσα στα δικαστήρια και οι απόφοιτοι των οικονομικών Σχολών να εξασκούνται μέσα σε Τράπεζες και να θεωρείται πως οι εκπαιδευτικοί αποκτούν εμπειρία χωρίς να μπουν στην τάξη και το σχολείο!

Προτείνεται, λοιπόν, σε πρώτη φάση όσοι φοιτητές σκοπεύουν να διοριστούν στη εκπαίδευση να είναι υποχρεωμένοι να περνούν από τάξεις κάποιες εβδομάδες κάθε έτος. Αυτοί θα παίζουν τον ρόλο του βοηθού στον διδάσκοντα, όπως τουλάχιστο συμβαίνει σε άλλα προηγμένα κράτη, όπως για παράδειγμα, την Αγγλία. Σε δεύτερη φάση όσοι πτυχιούχοι επιθυμούν να ενταχθούν στον κλάδο των εκπαιδευτικών να είναι υποχρεωμένοι να επιλέξουν κάποιο σχολείο της περιοχής τους ή και άλλης περιοχής και κάτω από την καθοδήγηση ενός έμπειρου και με αυξημένα προσόντα εκπαιδευτικού και του Σχολικού Συμβούλου να παρακολουθήσουν διδασκαλίες στην τάξη. Στη διάρκεια αυτής της εκπαιδευτικής θητείας οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί θα αναγνωρίσουν τον σχολικό χώρο, θα αναπτύξουν πρωτοβουλίες με βάση τα πραγματικά προβλήματα που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν στην άσκηση του επαγγέλματος που επέλεξαν, θα δώσουν λύσεις, θα αναλάβουν διδασκαλίες, θα έρθουν σε επαφή με όλους τους παράγοντες της εκπαίδευσης, μαθητές, συναδέλφους και γονείς, και θα καταλήξουν με βεβαιότητα στο αν τους ενδιαφέρει ή όχι το αντικείμενο της μελλοντικής τους απασχόλησης.

Η παρουσία στο σχολείο θα είναι υποχρεωτική για ένα ικανοποιητικό χρονικό διάστημα και, ενδεχομένως, θα γίνεται με κάποια αμοιβή τόσο αυτών που φοιτούν στα σχολεία αυτά -αν είναι πτυχιούχοι- όσο και των καθηγητών που επιφορτίζονται με την ευθύνη να εκπαιδεύσουν τους υποψήφιους καθηγητές. Αντί Πιστοποιητικού Παιδαγωγικής Επάρκειας θα χορηγείται σ' αυτούς Πιστοποιητικό Καταλληλότητας που θα υπογράφεται από τον Σχολικό Σύμβουλο της ειδικότητας, τον Διευθυντή του Σχολείου και τον υπεύθυνο καθηγητή.

Η πρόταση αυτή έχει πολλά θετικά στοιχεία και λύνει πολλά προβλήματα, αλλά κυρίως επιτυγχάνει τη σύζευξη της θεωρίας με την πράξη, πράγμα πολύ σημαντικό για την αποτελεσματική άσκηση του εκπαιδευτικού έργου, και μεταφέρει το λεγόμενο work shop στο work place, δηλ. τον χώρο άσκησης στον χώρο δουλειάς, πράγμα που θεωρείται σήμερα ο πιο σημαντικός παράγοντας για μια επιτυχημένη εκπαίδευση και επιμόρφωση.

Σε μια τρίτη και τελική φάση μπορεί να γίνει η επιλογή με βάση τα ακαδημαϊκά κυρίως και άλλα κριτήρια που μπορούν να τεθούν. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη η διαδικασία της επιλογής των εκπαιδευτικών είναι πολύ ουσιαστική και στηρίζεται σε κριτήρια πιο σοβαρά, όπως είναι το πτυχίο που αναφέρεται στο γνωστικό αντικείμενο που καλείται να διδάξει ο υποψήφιος, το πιστοποιητικό παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας, ο φάκελος προσόντων (μεταπτυχιακές σπουδές, γλωσσομάθεια, η διδακτική εμπειρία, η συμμετοχή σε σεμινάρια), τα αποτελέσματα του διαγωνισμού, η συνέντευξη κλ.π. Στη χώρα μας η επιλογή αυτή γίνεται με μεγάλη προχειρότητα και για να ικανοποιηθούν πολλές φορές όχι οι ανάγκες των μαθητών αλλά οι ανάγκες των καθηγητών με αποτέλεσμα η παιδεία να υποβαθμίζεται και να ευτελίζεται.

Η πρόταση αυτή είναι και ρεαλιστική και εφαρμόσιμη πρώτα-πρώτα, γιατί υπάρχουν ήδη πολλά Πειραματικά σχολεία που έχουν πέσει σε αχρηστία και μπορούν να αξιοποιηθούν και να επιτελέσουν τον ρόλο για τον οποίο έχουν ιδρυθεί, έπειτα γιατί συνδέει τη θεωρία με την πράξη και, τέλος, απαλλάσσει την Πολιτεία από ένα πολυδάπανο και αμφίβολης αποτελεσματικότητας διαγωνισμό.

Σελίδα 1 από 7
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top