FOLLOW US
Αριστείδης Κυριαζής

Αριστείδης Κυριαζής

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018 16:12

Αρισβαία έκλειψις Πανσελήνου

 

Ερατώ μου, ασφαλώς και θυμάσαι το βράδυ της ολικής έκλειψης της Πανσελήνου στις 3-4-1996, στην πρώτη επίσκεψή μας στην Κλοπεδή όπου, όπως αποτυπώνεται στην φωτογραφία της έκδοσης «Αιολικό Ιερό Κλοπεδής Λέσβου» της Κ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του 2014, διακρίνονται από κάτω προς τα πάνω τα ερείπια α) του ναού Α΄ του Απόλλωνα που έκτισαν οι Μηθυμναίοι στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., β) του ημικυκλικού κτίσματος των Αιολέων γύρω στο 1000 π.Χ., γ) του ναού Β΄ του Απόλλωνα επίσης των Μηθυμναίων στο τέλος του 6ου αιώνα π.Χ. και δ) του Τεμένους της Αρτέμιδος των Αρισβαίων τον 8ο αιώνα π.Χ.

Αρισβαία μου, θυμάσαι και το δημοσίευμά μου στις 14-5-1996, από το οποίο μεταγράφω:

Ήταν μία και τριάντα μετά τα μεσάνυχτα, όταν περπατώντας παράλληλα στο νότιο τοίχο του Β΄ ναού υποχρεωθήκαμε, από τον έντονο ανακλώμενο φωτισμό της Πανσελήνου πάνω στις λείες πελεκημένες πέτρες του, να ατενίσουμε τον ουρανό. Κατακόρυφα ψηλά η Άρτεμις-Σελήνη. Άρχιζε η ολική έκλειψή της. Η σκιά της Γης κάλυπτε επιθετικά την Πανσέληνο που φώτιζε ο δίδυμος αδελφός της, ο Απόλλωνας-Ήλιος. Τα μετακινούμενα σύννεφα παιχνιδίζοντας μάς οδήγησαν είτε να παρατηρούμε το εντυπωσιακό φυσικό φαινόμενο, είτε να ψάχνουμε τον κατά τη νύχτα εκείνη περαστικό κομήτη με τη φωτεινή ουρά καθώς και τον βορρά που προσδιορίζουν ο ήρωας Αρκάς και η πανέμορφη νύμφη Καλλιστώ, που μεταμόρφωσε η Άρτεμις σε Μικρή και Μεγάλη Άρκτο αντίστοιχα.

Μπροστά μας, οι δίδυμοι ναοί του Απόλλωνα και το βουνό του Λεπέτυμνου, συζύγου της Μήθυμνας, της κόρης του γιου του Ήλιου, του Μάκαρα, εκεί όπου στην κορυφή ετάφη ο ομηρικός ήρωας Παλαμήδης και είχε αστεροσκοπείο ο θαυμαστός από τον Θεόφραστο αστρονόμος Ματρικέτας.

Δεξιά μας, στα νοτιοανατολικά, η υπερυψωμένη γυμνή κορυφή του Ολύμπου.

Πίσω μας, στο νότο, ο Κόλπος της Πυρραίας Αφροδίτης-Καλλονής.

Αριστερά μας, στα δυτικά, το βουνό που κάλυπτε το λόφο της Αρίσβης, επίσης κόρης του Ηλιάδη Μάκαρα και το διπλανό της οροπέδιο του Σκεπαστού, όπου βρισκόταν η προϊστορική Νάπη.

Αναζητώντας την περιοχή του Μαντείου της Νάπης, και επιδιώκοντας να ακούσουμε το χρησμό που εναγώνια ζητήσαμε, ακούγαμε τα φτερουγίσματα των πουλιών που τρομαγμένα από τη συνεχόμενη επικάλυψη του φωτός της Σελήνης προσπαθούσαν να προφυλαχθούν ανάμεσα στις φυλλωσιές των δένδρων. Το φως της Πανσελήνου υποχωρούσε στην εισβολή της γήινης σκιάς, σε μια μάχη Γης και Σελήνης, δύο αδελφών που ταίριαζαν σε ευθύγραμμη συζυγία με τον πατέρα Ήλιο.

Μάχη ανελέητη σκότους και φωτός που αντικαθιστούσε το ηλιογέννητο λευκοκίτρινο με το αιμομεικτικό σκουροπόρφυρο σεληνιακό φως της ολικής έκλειψης της Πανσελήνου.

Ήταν δύο μετά τα μεσάνυχτα και είχε σκιασθεί από τη Γη ολόκληρος ο δίσκος της Σελήνης, που λόγω της σκέδασης των ανακλώμενων ακτίνων στη γήινη ατμόσφαιρα φαινόταν έντονα κόκκινος.

Ήταν τότε, που συν-βρεθήκαμε στο βωμό, στο κέντρο του Ιερού και ανάσκελα προσπαθούσαμε να μην ακούμε ούτε την ανάσα μας. Ήταν τότε, που συγκλονισμένα σίγησαν τα καλλικέλαδα αηδόνια της Αρισβαίας κοιλάδας και τα πέντε σκυλιά της Άρτεμης από τις γύρω στάνες.

Ήταν τότε, που ακούσαμε την αλλόκοτη φοβερή κραυγή της κουκουβάγιας της φιλο-αθηναϊκής Μήθυμνας, που με το αθόρυβο φτερούγισμά της στάθηκε στον κορμό της ελιάς της εισόδου του πρώτου ναού, από όπου κάρφωσε τα ολοστρόγγυλα μάτια της καταπάνω μας.

Όλα κεραμιδί. Το Ιερό, η κοιλάδα, ο Λεπέτυμνος, ο Όλυμπος, τα μάτια της κουκουβάγιας και εμείς έκθαμβοι, άλαλοι, ακίνητοι. Η σταδιακή επικάλυψη της Σελήνης με την ερωτική πορφυρή κορύφωσή της κράτησε τέσσερις ώρες.

Όταν επανέκαμψε ολοκληρωτικά το λευκοκίτρινο της Πανσελήνου, σηκωθήκαμε να προϋπαντήσουμε τον ποθητό μας χρησμό, που συνήθιζε να δίνει το Μαντείο της Νάπης απαραίτητα με τρίμετρους στίχους, όπως εκείνον στον Αχαιό βασιλιά Πέλοπα: «Ό βούλομαι δός, μή δίδου δ’ ό μή θέλω».

Ξημερώματα τον βρήκαμε ανάμεσα στους δύο ναούς του χρησμοδότη Απόλλωνα:

«Δύο συγκλίνουσες γραμμές, μαυροκόκκινου δολομίτη, σε μικρό λευκοκίτρινο μεταμορφωμένο ασβεστόλιθο».

Συμπορευόμενες, συναντώμενες και μηδέποτε αποκλίνουσες!

Στο θαυμάσιο «Λεσβιακό Ημερολόγιο» του 2018, του Παναγιώτη Σκορδά, των εκδόσεων «Μύθος», διέκρινα το εξαιρετικό κείμενο του Ερέσιου Σπύρου Πιπερά, που αναφέρεται στο «Πτολεμαίον» και στα «Πτολεμαία» της Ερεσού.

Το Πτολεμαίον ήταν ένα κτίριο για τα Πτολεμαία, τους ετήσιους γυμνικούς αθλητικούς αγώνες προς τιμήν των Πτολεμαίων Μακεδόνων βασιλέων της Αιγύπτου της δυναστείας των Λαγιδών, αρχηγός της οποίας ήταν ο γιος του Λάγου, ο Πτολεμαίος Α΄, που πέρασε μια περίοδο της εκπαίδευσής του στη βασιλική αυλή της Μακεδονίας, όπου συνδέθηκε με τον Μέγα Αλέξανδρο τον οποίο και ακολούθησε στις εκστρατείες του ως στρατηγός, αναλαμβάνοντας μετά το θάνατο του Αλέξανδρου το 323 π.Χ. την ηγεμονία της Αιγύπτου, που διατήρησαν οι Έλληνες μέχρι το 30 π.Χ. όταν την κατέλαβαν οι Ρωμαίοι.

Όπως καταγράφει η επιγραφή της Ερεσού IG XII Suppl. 122, των ετών 209-204 π.Χ.: Στην Ερεσό είχε κτισθεί ένα Πτολεμαίο Γυμνάσιο για την τέλεση των Πτολεμαίων της και μετά από απόφαση της Βουλής και των αρχόντων της Ερεσού, οι νέοι στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι τον Γυμνασίαρχο Αγλάνωρα Περιάνδρου και φιλοτέχνησαν χάλκινη εικόνα του.

Σύμφωνα με τον Σπύρο Πιπερά: «Η επιγραφή αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική διότι ταυτόχρονα αναφέρει το κτίριο, και τις γιορτές προς τιμήν του Πτολεμαίου και της οικογένειάς του ενώ η αναφορά του Βακχίου Ερμοδίκου που συναντάμε σε δύο ακόμα επιγραφές της Ερεσού, δείχνει την ακαταμάχητη προέλευσή της. Είναι επίσης ένα ύψιστο δείγμα κοινωνικής ευθύνης και Πολιτισμού για τη στοργή γενικά απέναντι στους νέους και ειδικότερα στους ξένους, που δείχνει η οργανωμένη πολιτεία της Ερεσού ώστε να τους συνοδεύσει μέχρι τα όρια της Ερεσίας ο ίδιος ο Γυμνασίαρχος!»

Το 1988, η αρχαιολόγος Μελίνα Φιλήμονος στην εργασία «Ένα νέο Γυμνάσιο στη Ρόδο και η μαρτυρία του Διόδωρου, ΧΧ, 100, 3-4», έγραψε ότι: «Από το ημερολόγιο του Γυμνασίου της Κω γνωρίζουμε ότι εκεί γίνονταν γιορτές προς τιμήν του οίκου των Ατταλιδών και πομπή για τον Πτολεμαίο Στ΄. Στη Σάμο η λατρεία των Πτολεμαίων συνδεόταν οπωσδήποτε με το χώρο του Γυμνασίου. Τα ίδια τα κτίρια έφεραν πολλές φορές το όνομα του μονάρχη. Ειδικά για τον οίκο των Λαγιδών, εκτός από το Πτολεμαίο Γυμνάσιο της Αθήνας, Γυμνάσια με την ίδια επωνυμία υπήρχαν στην Ερεσό της Λέσβου, όπου αναφέρονται και γιορτές Πτολεμαία, που προφανώς θα ήταν οργανωμένες στον ίδιο χώρο, και στην Ιασό της Καρίας. Το ρωμαϊκό Καισάρειο της Κυρήνης ήταν στην αρχική μορφή του το ελληνιστικό Γυμνάσιο της πόλης. Το κτίριο αυτό ονομαζόταν Πτολεμαίο».

Στην φωτογραφία εικονίζεται αναπαράσταση του Γυμνασίου της Μικρασιατικής Μιλήτου.

Η Ερεσός, στην οποία δεν έγιναν συστηματικές ανασκαφές για να ανακαλυφθούν μεταξύ άλλων τα ερείπια από το Πτολεμαίο Γυμνάσιο για τα Πτολεμαία της ή του Θεάτρου των μουσικών και θεατρικών αγώνων για τα Διονύσιά της προς τιμήν του θεού Διόνυσου ή το Στάδιο των αθλητικών αγώνων για τα Ηράκλειά της προς τιμήν του ήρωα Ηρακλή, περιμένει το ανάλογο ενδιαφέρον του προϊσταμένου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου, Παύλου Τριανταφυλλίδη.

Η Ερεσός δεν γέννησε τυχαία την ποιήτρια Σαπφώ και τους φιλοσόφους Θεόφραστο και Φαινία. Η λαμπρή πορεία τους προέκυψε από το μεγαλείο της το οποίο αιτιολογείται από το ότι, η παραλιακή αρχαία πόλη κτισμένη στο λόφο «Μαστός» του Γιαλού με τον εύφορο κάμπο και το λιμάνι στην περίοπτη γεωγραφική θέση της στο Αιγαίο, υπήρξε μετά την άλωση της Τροίας το κυρίαρχο μπαλκόνι του Ελλησπόντου, μπροστά στο στόμιό του, ο πρώτος σημαντικός σταθμός ανεφοδιασμού των ιστιοφόρων πλοίων που ταξίδευαν από τις άκρες της Μεσογείου στον Εύξεινο Πόντο -όπως υπήρξε και επί Τουρκοκρατίας με το τότε φυσικό γειτονικό ασφαλές λιμάνι της αρχαίας Ερεσίας στο σκόπιμα αμιγές μουσουλμανικό χωριό του Σιγρίου για την ανθράκευση των ατμόπλοιων για το οποίο η καθυστερημένη επί ένα αιώνα και δρομολογημένη σήμερα κατασκευή του, ευελπιστούμε να προχωρήσει απρόσκοπτα καταδεικνύοντας την ελληνική στρατηγική και αναπτυξιακή αξία της Λέσβου στο Αιγαίο.

Η κωμόπολη της Καλλονής ονομαζόταν Αχερώνη μέχρι το 1916 και ο Αχερώνας ποταμός που την διαπερνά είναι σήμερα σκεπασμένος από τσιμέντο στο μεγαλύτερο μέρος της διέλευσής του από τον οικισμό, ενώ παλαιότερα ένωναν τα Μουράγια του πέντε γεφύρια, που βρισκόταν κατά σειρά: στο τέλος της συνοικίας Χάνια, στο δρόμο προς τη Μητρόπολη, στην αρχή της αγοράς, στην είσοδο του Αρχοντομαχαλά και στην αρχή της συνοικίας Μεκεμές. Υπήρχε και έκτο γεφύρι στο δημοτικό Σχολείο, στο Ρέμα του Φάραγγα πριν αυτό ενωθεί με τον Αχερώνα, ο οποίος κατεβαίνει από την αρχαία Αρίσβη.

Το 1900 ο δάσκαλος και λόγιος Σταύρος Καρυδώνης καταγράφει στο βιβλίο του "Τα εν Καλλονή Μοναστήρια του Αγίου Ιγνατίου" ότι "η εν Αχερώνη γέφυρα" επισκευάστηκε το 1564 και ξανακτίστηκε το 1676.

Στην πρώτη καταγραφή, δημοσιεύει μεταφρασμένο ένα οθωμανικό έγγραφο του Ζαπίτη των Δαφίων του 1564, Ελχάτζ Χασάν, κατά το οποίο ο γιος του Αγίου Ιγνατίου και ηγούμενος της Μονής Λειμώνος, Μεθόδιος Αγαλλιανός, αφιερώνει την τεράστια περιουσία του σε Επιτροπή διαχειριστών ώστε από τα εισοδήματά τους, μετά και την πληρωμή των φόρων, να επισκευασθούν «το πηγάδι που άνοιξε ο Μεθόδιος στο δρόμο που οδηγεί στη Φίλια, η γέφυρα δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, ο δρόμος που οδηγεί στη Φίλια και "η εν Αχερώνη γέφυρα", το δε υπόλοιπο των εισοδημάτων να το εισπράττουν και να τρέφονται από αυτό οι πτωχοί που διαμένουν στους χώρους του αφιερώματος». (σ. 72-73).

Στη δεύτερη καταγραφή, σημειώνει την εικονιζόμενη τρίτοξη πέτρινη "επί του χειμάρρου της Αχερώνης γέφυρα" που έκτισε το 1676, "χάριν της κοινωφελείας του", ο Μητροπολίτης Μηθύμνης Μακάριος Γ΄ και την "παρ' αυτήν κρήνην", που ο ίδιος έκτισε το 1688. (σ. 232).

Οι δύο καταγραφές αφορούν το τρίτο κατά σειρά γεφύρι του Αχερώνα, το κεντρικό, που βρισκόταν στο δρόμο προς τη δυτική Λέσβο, στην είσοδο της Αγοράς ή "Φόρο" όπως αυτή ονομαζόταν και το 1900, από το "Forum" των Γατελούζων (1355-1462) και πιθανά υπήρχε κατά τη δυναστεία τους, πριν καταστραφεί ολοσχερώς η τότε γειτονική της Αχερώνης "ευδαίμων πόλις της Καλλονής" από τον Οθωμανό ναύαρχο Μπαλτάογλου το 1450. (σ. 22-23)

Το κεντρικό γεφύρι δυστυχώς γκρεμίστηκε το 1938 από την Κοινότητα της Καλλονής για να δημιουργηθεί η τότε μικρή πλατεία και να κατασκευασθεί σταδιακά από τη δεκαετία του εξήντα, από τη βόρεια ως τη νότια άκρη της κωμόπολης, το τσιμεντένιο σκέπασμα του ποταμού, που κάλυψε και τα άλλα τέσσερα γεφύρια και τις σιδερένιες ράγες τους, περιορίζοντας και εμποδίζοντας τον Αχερώνα, με αποτέλεσμα να προκαλούνται οι συχνές πλημμύρες του.

Η Αχερώνη πήρε το όνομα από τον Αχερώνα ποταμό, τον δικό της Αχέροντα, και όπως εύστοχα έγραψε ο Καρυδώνης: «Εκείνοι που επιμένουν στην γραφή "Αχυρών" ετυμολογούν τη λέξη "εκ του αχύρου" και με αυτούς συμφωνούν όσοι βρίσκονται σε δυσμένεια με την κωμόπολη καθώς και όσοι θέλουν με τη χρήση του ονόματος αυτού να κοροϊδέψουν και να καταφρονήσουν τους κατοίκους της». (σ.23).

Ο Αχερώνας, όπως σήμερα ονομάζουν οι κάτοικοι τον χείμαρρο της Αχερώνης, καταγράφεται ως "Αχέρων" από τον Καρυδώνη, που γράφει: «Κάποιοι προσπαθούν να ετυμολογήσουν το όνομα του χωριού αυτού υποστηρίζοντας ότι η ονομασία "Αχερών", που χρησιμοποιείται για την κωμόπολη προέρχεται "εκ του Αχέρωνος χειμάρρου", που σύμφωνα με άλλους είναι ανώνυμος». (σ. 23).

Την ονομασία "Αχέρων" για τον ποταμό της Αχερώνης, την κατέγραψε ο Καρυδώνης στο βιβλίο του, που εκδόθηκε από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ύστερα από πρόταση του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής Λειμώνος και έγκριση του Πατριαρχείου, παρά το ότι οι εκκλησιαστικοί παράγοντες επέμεναν στην περιγραφή "ο διετέμνων την κωμόπολιν ταύτην ποταμός", αντί του ονόματός του, και αποκαλούσαν την Αχερώνη με την υβριστική ονομασία "Αχυρώνα" για να την αποσυνδέσουν από τον Αχέροντα ποταμό της, ο οποίος παραπέμπει στην έντονη λατρεία των ψυχών, με νεκρομαντείο στην περιοχή της Καλλονής κατά την αρχαιότητα.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

 

 

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις 

Ο Σταύρος Καρυδώνης περιλαμβάνει τη Γέρνα στα 27 χωριά της ευδαίμονος πόλεως Καλλονής, την οποία κατέστρεψε 1450 ο Οθωμανός ναύαρχος Σουλεϊμάν Μπαλτάογλου. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος περιγράφει το 1575 την αγροτική περιοχή της Γέρνας, από τον "Ταξιάρχη της Γέρνας" δυτικά του ποταμού Τσικνιά μέχρι και τα Θολώνεια ανατολικά της Αλυκής.

Το 1621 ο μητροπολίτης Μηθύμνης Γαβριήλ Σουμαρούπα, έγραψε: «Υπό κάτω του βουνού (σ.σ. της αρχαίας Αρίσβης) ναός της αγίας Παρθένου Μαρίας ονομάζεται Ελεούσα. Έμπροσθεν ολίγον κώμη μικρά λεγομένη Αρακλή· έχει ναόν ένα του Σωτήρος· οίκους χριστιανών δεκαέξ. Μετ' αυτήν ολίγον πρόσθεν ετέρα ομοία λεγομένη Γέρνα× έχει ναόν ένα των Αρχαγγέλων παλαιότατον× οίκους χριστιανών είκοσι, αγαρηνών αμφότεραι αι δύο αύται τρεις ή τεσσάρους. Ταύτά εισιν έσω της της Καλλονής πεδιάδος».

Τη διαδρομή του Γαβριήλ από το βουνό της Αρίσβης προς τα νότια, όπου συνάντησε κατά σειρά το ναό της "Ελεούσας", νοτιότερα το χωριό "Αρακλή" και ακόμα νοτιότερα το χωριό "Γέρνα" με το ναό "των Αρχαγγέλων παλαιότατον", την ακολούθησα με τη βοήθεια του εικονιζόμενου χάρτη του βιβλίου "Τα Γεωργικά της Λέσβου" του Καλλονιάτη Χρήστου Τραγέλλη, ο οποίος το 1999, νότια από την "Αρχαία Αρίσβη-Παλιόκαστρο" και εκατέρωθεν του Τσικνιά, σημείωσε κατά σειρά τα εξωκκλήσια "Αγία Ελεούσα", "Χριστός τ’ Αρακλή", "Παναγιά Τρουλωτή", "Άγιος Κωνσταντίνος" και νοτιότερα αυτών σε ένα χιλιόμετρο από τον Κόλπο της Καλλονής το τοπωνύμιο "Ταξιάρχης", όπου το 1954 ο Αγιαπαρασκευώτης Γεώργιος Σπανιόλας, στο κληρονομικό χωράφι του, ανακατασκεύασε το παλιό εξωκκλήσι του Ταξιάρχη.

Αυτή τη Γέρνα, που κατά τον προσδιορισμό του Γαβριήλ, ήταν παραποτάμια του Τσικνιά και βρισκόταν δυτικά της Αλυκής, ένα χιλιόμετρο από τον Κόλπο και δύο χλμ νότια από το δρόμο Καλλονής -Μυτιλήνης, θα την ονομάζω Νότια Γέρνα σε αντιδιαστολή με την ερειπωμένη σήμερα νεότερη ορεινή Γέρνα, που θα την ονομάζω Βόρεια Γέρνα και η οποία βρίσκεται βόρεια της Αλυκής, δύο χλμ βόρεια του δρόμου Καλλονής-Μυτιλήνης, μέσα στη ρεματιά του "Κουκουλάγκαδου" κάτω από το λόφο της "Φάσκαρης", δύο χλμ νότια της κωμόπολης της Αγίας Παρασκευής.

Από την εύφορη παραποτάμια παλαιότερη Νότια Γέρνα με τον ναό "των Αρχαγγέλων παλαιότατον" οι κάτοικοι μετακινήθηκαν βόρεια για να χτίσουν την ασφαλέστερη ορεινή νεότερη Βόρεια Γέρνα και τον Ταξιάρχη της, που εγκατέλειψαν για να ζήσουν στη μεγαλύτερη Αγία Παρασκευή μεταφέροντας το 1856 από τον Ταξιάρχη τους στον εκεί Ταξιάρχη λαξευμένες πέτρες, με κάποιες πιθανά να προέρχονται από τη Νότια Γέρνα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω και ότι το όνομα Γέρνα αποτελεί εξέλιξη του ονόματος του Λέσβιου γιου του Ποσειδώνα Γέρην και των ονομάτων των αρχαίων πόλεων Γέρην της Λέσβου και Γέρηνα της Μεσσηνίας, κατά τη σειρά: "Γέρην, Γέρηνα, Γέρνα", υποστηρίζω ότι νότια της Νότιας Γέρνας πρέπει να βρισκόταν η αρχαία πόλη Γέρην με τη λατρεία της στον Ποσειδώνα, που εκτός από παραποτάμια του Τσικνιά, ήταν και παραλιακή του Κόλπου της Καλλονής.

Υπενθυμίζω ότι το 1054 π.Χ. οι έποικοι Αιολείς φθάνοντας στο "Μεσόγειον Έρμα" όπως λεγόταν τότε ο Κόλπος της Καλλονής, ευχαριστώντας τον Ποσειδώνα για το ταξίδι τους, θυσίασαν ένα ταύρο και έριξαν στα νερά τη Λευκοθέα, την παρθένα καλλονή κόρη του Αιολέως βασιλιά Σμινθέα, που έγινε Νεράιδα συναντώντας τη γυναίκα του Ποσειδώνα την πανέμορφη θεά της θάλασσας Αμφιτρίτη και τις Νηρηίδες της.

Οι διαδοχικές μετακινήσεις από την ομώνυμη αρχαία πόλη του γιου του Ποσειδώνα Γέρην, στη Νότια Γέρνα, στη Βόρεια Γέρνα και στην Αγία Παρασκευή δικαιολογούν το διασωζόμενο έθιμο της θυσίας του ταύρου και την κατά την παράδοση εντυπωσιακή κάθοδο των Αγιαπαρασκευωτών στο πανηγύρι της Σκάλας Καλλονής, "σ’ ντ’ αγιά Άννα", που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Υστερόγραφο: Η σημερινή επισήμανση διορθώνει τη φράση: "Ο μητροπολίτης Γαβριήλ αναφέρεται στην νεώτερη Γέρνα", του κειμένου μου "Από το Γιαλό του Κόλπου Καλλονής στην Αγία Παρασκευή", που δημοσιεύθηκε στο "Λεσβιακό Ημερολόγιο" του 2014 στη σελίδα 157.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις 

Στο τεύχος 226, Ιουλίου- Σεπτεμβρίου 2017, του τριμηνιαίου αξιόλογου, καλαίσθητου και καλοτυπωμένου περιοδικού "Ερεσός", του δραστήριου «Συλλόγου των απανταχού Ερεσίων "Ο Θεόφραστος"», που εκδίδεται από το αθηναϊκό τυπογραφείο "Περί Τεχνών" του Ελευθερίου Καρτέρη, διέκρινα τα εξής ενδιαφέροντα στις 48 σελίδες του:

1.- Το κείμενο για τις "Εκδηλώσεις του Φορέα Ανάπτυξης και Προβολής Ερεσού", από όπου αντιγράφω: «Στον ειδυλλιακό προαύλιο χώρο της Αρχαιολογικής Συλλογής Ερεσού ολοκληρώθηκαν στις 5 Αυγούστου οι εκδηλώσεις του Φορέα με μια βραδιά αφιερωμένη στη μεγάλη μας λυρική ποιήτρια Σαπφώ, στον τόπο της καταγωγής της. "Ο Ερωτικός Λόγος στην ποίηση της Σαπφούς" ήταν το θέμα της εκδήλωσης που διοργανώθηκε σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Λέσβου.

Ο Δρ Παύλος Τραιανταφυλλίδης, προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου, ξεκίνησε με σύντομη περίληψή του στα αγγλικά και γερμανικά και στη συνέχεια εξήγγειλε την έκδοση νέου δίγλωσσου έντυπου αποκλειστικά για τη Σαπφώ την οποία χαιρετίζουμε θερμά. Στην εισήγησή του ο σπουδαίος αυτός αρχαιολόγος και ερευνητής, ξεδίπλωσε το μεγαλείο της Ερέσιας Σαπφούς, που ήταν η σπουδαιότερη εκφραστής της λυρικής αιολικής ποίησης και του έντονου και βαθύτατου ερωτικού λόγου όπως διανθίζεται στα αποσπασματικά ποιήματά της».

2.- Την ομιλία της αρχαιολόγου Γεωργίας Δεληγιώργη στις 8 Ιουλίου στο Μουσείο του Γιαλού της Ερεσού: "Αφηγήσεις από τα χρόνια τη τυραννίδας στην Αρχαία Ερεσό".

3.- Το πρώτο μέρος του κειμένου του Σπύρου Πιπερά: "Η άγνωστη προσωπική Πατριωτική και Δημοκρατική δράση Θεοφράστου και Φαινίου υπέρ της πατρίδας τους Ερεσού", από όπου αντιγράφω: «Αφότου πήρε στα χέρια του το τιμόνι της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λέσβου ο Δρ Παύλος Τρανταφυλλίδης αρχίζει η Κοινωνία της περιφερειακής Λέσβου, εν προκειμένω της Ερεσού, να εισπράττει επιτέλους το κατέβασμα προς το Λαό- από το ίδιο το κράτος πια- αρχαιολογικών γνώσεων που βασίζονται στους μουσειακούς θησαυρούς μας, αναβαθμίζοντας το επίπεδό της. Δικαιώνονται έτσι οι Ερέσιοι που είτε σαν λόγιοι είτε σαν ζευγάδες δημιούργησαν την Αρχαιολογική Συλλογή Ερεσού από το 1858 και διέσωσαν από τη λεηλασία των Τούρκων -και όχι μόνον- κάποια πολύτιμα στοιχεία τής ιστορίας μας».

Ο Σπύρος Πιπεράς παραθέτει αυτούσια και μεταφρασμένα τρία κείμενα, ένα του Αριστοτέλη και δύο του Πλούταρχου για την προσφορά των Θεοφράστου και Φαινίου στην Ερεσό, από όπου αντιγράφω:

α) Μαρκιανή Βιβλιοθήκη Αριστοτέλους, απόσπασμα 430: «όσα δε όλες οι πόλεις ευεργετήθηκαν από τον Αριστοτέλη-, μαρτυρούν τα Στάγειρα - πατρίδα του Αριστοτέλους - και η Ερεσσός η πατρίδα των μαθητών του Θεόφραστου και Φανίου {…} και όταν έμελλε να πολιορκηθεί η Ερεσσός από τον Φίλιππο, τον έπεισε να την αφήσει ελεύθερη».

β) Πλουτάρχου Ηθικά Τ. 28: «Τί είδους λοιπόν και πόσο μεγάλες θεωρούμε τις ηδονές του Πλάτωνα, όταν ακριβώς ο Δίων φεύγοντας από αυτόν, κατέλυσε τον τύραννο Διονύσιο και ελευθέρωσε τη Σικελία; Τί είδους λοιπόν θεωρούμε πως ήταν οι ηδονές του Αριστοτέλους, που όταν η πατρίδα του ήταν πεσμένη στο έδαφος την ανάστησε ξανά και επανέφερε από την εξορία τους συμπολίτες του; Τί είδους νομίζουμε οτι ήταν οι ηδονές του Θεοφράστου και του Φαινίου που έσφαξαν τους τυράννους της πατρίδος τους; Πόσους ανθρώπους βοήθησαν ιδιαιτέρως, όχι στέλνοντας σιτάρι, ούτε μεγάλες ποσότητες αλεύρων όπως έστειλε σε μερικούς ο Επίκουρος, αλλά πετυχαίνοντας οι εξόριστοι να γυρίσουν πίσω, οι δέσμιοι να λυθούν και όσοι είχαν στερηθεί τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους να τα πάρουν πίσω, γιατί να τα αναφέρει κάποιος σε σας, που καλά τα ξέρετε;»

γ) Πλουτάρχου ηθικά Τ. 29: «για το Θεόφραστο που δυο φορές ελευθέρωσε την πατρίδα του από την τυραννία».

 4.-Τέλος από το κείμενο "Επαναχάραξη υπό την απειλή απώλειας άμμου" του Γιώργου Καρτέρη, αντιγράφω: «Ο ίδιος ο Δήμαρχος (σ.σ. ο καταγόμενος από την Ερεσό Μίμης Γαληνός) ζήτησε επαναχάραξη του Αιγιαλού, αλλά το τσιμεντάκι είναι ακόμα στη θέση του, γεγονός που με κάνει απαισιόδοξο για το μέλλον της παραλίας και, κατά συνέπεια, το μέλλον του χωριού μας».

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις 

Η απελευθέρωση της Λέσβου το 1912, από τον τουρκικό ζυγό των 450 χρόνων, δεν έγινε σε μια μέρα. Χρειάστηκε να περάσει ο φοβερός και τρομερός ενάμιση μήνας, που ο λαός σοφά τον ονόμασε «Τα Φόβια», από την απελευθέρωση της Μυτιλήνης και του Πλωμαρίου στις 8 Νοεμβρίου μέχρι να απελευθερωθεί τελευταία η Ανεμώτια στις 24 Δεκεμβρίου.

Στις 8 Νοεμβρίου, ο ελληνικός στόλος, αποβίβασε στην πρωτεύουσα Μυτιλήνη 1.600 Έλληνες άνδρες που την απελευθέρωσαν, αναγκάζοντας τους 400 στρατιώτες της τουρκικής φρουράς να την εγκαταλείψουν χωρίς μάχη και να διαφύγουν προς το αμιγώς μουσουλμανικό χωριό της βόρειας Λέσβου, τον Κλαπάδο. Ο ελληνικός στρατός στρατοπέδευσε για ένα μήνα στη Μυτιλήνη, παραλείποντας να κυνηγήσει τη φοβισμένη, ασύντακτη και άτακτη τουρκική φρουρά, με αποτέλεσμα ο Τούρκος φρούραρχος Γκανή Μπέης να ανασυνταχθεί, συγκεντρώνοντας 2.000 Τούρκους στρατιώτες και αντάρτες, που τρομοκρατούσαν τα περισσότερα χωριά της Λέσβου.

Στις 8 Δεκεμβρίου, μετά την τετραήμερη μάχη του Κλαπάδου, ο νικητής ελληνικός στρατός αντί, όπως στοιχειωδώς στρατιωτικά όφειλε, να εγκαταστήσει αποσπάσματα στα χωριά για να παραδώσουν οι τοπικές τουρκικές αρχές την εξουσία και να διασφαλισθεί η προστασία, ασφάλεια και ηρεμία των κατοίκων της ενδοχώρας, αντί να μεριμνήσει στη σύλληψη εκείνων των Τούρκων ανταρτών, που παρά την παράδοση του τουρκικού στρατού επέμεναν να τρομοκρατούν τα χωριά της κεντρο-βορειο-δυτικής Λέσβου, επέστρεψε αυθημερόν στην πρωτεύουσα επαναλαμβάνοντας την παράλειψη της 8ης Νοεμβρίου.

Στις 16 Δεκεμβρίου, οκτώ μέρες μετά τη μάχη του Κλαπάδου η εφημερίδα "Σάλπιγξ" σημείωσε: «Γράφουσιν ημίν εξ Ερεσσού ότι περί τους 100 Τούρκοι άτακτοι συλλαβόντες τον κ. Γαληνόν Κούκκον εξεβίασαν αυτόν όπως τοις δώση περί τας 100 λίρας. Μετά τούτο κατασχόντες το ιστιοφόρον του απέπλευσαν αφού ετρομοκράτησαν την περιφέρειαν. Η Διοίκησις αποστέλει εις Μόλυβον και Σίγριον την ακταιωρόν "Άκτιον" μετ' ισχυρού αγήματος ίνα καταλάβη το Σίγριον και αποκαταστήση την τάξιν. Αποστέλλονται 900 οπλίται και πεζοναύται υπό 4 αξιωματικούς τους κ. κ. Δρίτσαν, Σαραντόπουλον, Εγγλέζον και Σκοπελίτην. Θα αφεθώσιν φρουραί εις Πλωμάριον, Πολυχνίτον, Καλλονήν, Μόλυβον, Σίγριον, Ερεσσόν, Θερμήν, Μανδαμάδον και Αγίαν Μαρίναν».

Στους 900 οπλίτες και πεζοναύτες, που μοίρασε σταδιακά σε πολλά χωριά το επίτακτο ατμόπλοιο «Αντζουλέττα» από τις 16 μέχρι και τις 24 Δεκεμβρίου, παρέδωσαν οι τοπικές τουρκικές αρχές την εξουσία, δεκαέξι μέρες μετά τη μάχη του Κλαπάδου και ενάμιση μήνα από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Μυτιλήνη.

Ενδεικτικά παραθέτω ένα απόσπασμα της εφημερίδας "Λαϊκός Αγών" στις 19-12-1912: «Η κατάληψις των βορείων πόλεων. Την παρελθούσαν Κυριακήν (16 Δεκεμβρίου) το ατμόπλοιον "Αντζουλέττα" του Γιαννουλάτου παραλαβόν εντεύθεν ισχυράν δύναμιν πεζικού και πεζοναυτών και συνοδευόμενον υπό της θωρακοβάριδος "Ακτίου" έφθασε το απόγευμα της ιδίας ημέρας προ του Μολύβου. Εκεί απεβίβασε δύο λόχους πεζικού και διμοιρίαν πεζοναυτών υπό τον Λοχαγόν κ. Σαραντόπουλον. Η πόλις σύμπασα εν εξάλλω ενθουσιασμώ υπεδέχθη την αποβίβασιν του στρατού μας. {…} Η "Αντζουλέττα" συνοδευομένη πάντοτε υπό του "Ακτίου" μετέβη είτα και απεβίβασε περί τους 50 πεζοναύτας υπό τον ανθυποπλοίαρχον κ. Εγγλέζον εις την καθαρώς Τουρκικήν κωμόπολιν Σίγριον, ούτινος ο τέως μουδίρης τούρκος προσήλθεν αμέσως και παρέδωκε την πόλιν υπό τας ζητωκραυγάς "Ζήτω το Έλληνες" των Τούρκων. Και ούτω και επί του Σιγρίου ανεπετάθη υπερήφανη η Κυανόλευκος».

Για την απελευθέρωση της Ερεσού, ο τότε Ερέσιος γιατρός Δημήτριος Λουκίδης έγραψε: «Ο Ελληνικός στρατός χωρίς να προχωρήση προς απελευθέρωσιν του ΒΔ τμήματος της νήσου επανέκαμψεν εις την πρωτεύουσαν. {...} Την αλησμόνητον ημέραν της 17ης Δεκεμβρίου 1912 απεβιβάσθη τέλος εις την παραλίαν της Ερεσού ο απελευθερωτικός στρατός, άγημα εκ τριακοσίων (300) πεζοναυτών υπό τας διαταγάς του Ν. Ιγγλέση, Πλωτάρχου του Β. Ναυτικού και βοηθόν του τον Γ. Μελετόπουλον, ανθ/χαγόν του Πεζικού. Η Δημογεροντία της Ερεσού με τον προεστώτα Θεμ. Χαβαράνην μοι ανέθηκε να προσφωνήσω τους Ελευθερωτάς». (Ιστορικά σημειώματα περί Ερεσού της Λέσβου. 1955, σ. 78).

 

Αριστείδης Κυριαζής

aristeidis2007@gmail.com

 

 

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Στο πολύτιμο βιβλίο «Κώδηξ Ιεράς Εκκλησίας της Κοινότητος Σκαλοχωρίου "Άγιος Γεώργιος"», που εξέδωσε ο Σύλλογος Σκαλοχωριτών Λέσβου το 2005 και επιμελήθηκε ο φιλόλογος και σχολικός σύμβουλος Χρήστος Χατζηλίας, περιέχεται το μεταγραφημένο ομώνυμο χειρόγραφο του εικονιζόμενου Ανέστη Θεοδοσίου, γραμματέα της Κοινότητας τα έτη 1868-1914.

Στην ομιλία μου με τίτλο «Η απελευθέρωση του Σκαλοχωρίου στις 9-12-1912», στην αίθουσα του Συλλόγου Σκαλοχωριτών στην Αθήνα, το μεσημέρι της Κυριακής 10-12-2012, θα αναφερθώ και στην επιβεβαίωση των αποσπασμάτων του Θεοδοσίου, επισημαίνοντας τα εξής:

Α) Ο Θεοδοσίου γράφει: «Μετά την πτώσειν του Όρους Κλαπάδου έρχεται πλέον και η ελευθερία Σκαλοχωρίου τη εννάτη 10βρίου 1912 ημέρα Κυριακή μετά την θείαν λειτουργείαν εφάνησαν πρόσκοποι Αντάρτοι κατά πρώτον έος 10 άτομα οπλοισμένοι».

Ο Πλωμαρίτης καπνέμπορος, Αρχηγός των Προσκόπων ανταρτών, οπλαρχηγός Δημήτριος Στεφάνου, την επαύριο της απελευθέρωσης του Σκαλοχωρίου, έστειλε επιστολή στον αρχηγό των επιχειρήσεων ταγματάρχη Αλέξανδρο Μανουσάκη γράφοντας ότι μετέφερε 31 Τούρκους στρατευμένους από το Σκαλοχώρι στη φρουρά της Μονής Λειμώνος. Τη χαρακτηριστική αυτή επιστολή, της συνεργασίας του ταγματάρχη με τον οπλαρχηγό, την ανέσυρα από τα αρχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού και έχει ως εξής:

«Κύριε Ταγματάρχα. Σήμερον 10 του μηνός μετέφερα 27 αιχμαλώτους 3 δεκανείς και ένα επιλοχία, τους παρέδωσα εις την φρουράν του Μοναστηρίου. 4 τσουβάλια σφαίρας, 26 Μαρτίνη και 20 λόγχας. Άπαντες έφεδροι με τας στολάς των, υπάρχουν πολλοί εις διαφόρους τρώγλας ευρισκόμενοι. Διάταξέ μου τηλεγραφικώς να τους συλλάβω και καθαρίσω τα βορειοδυτικά χωριά, αλλά θέλω 10 στρατιώτας και όχι αντάρτας. Συνέλαβα και έτερα 20 μαρτίνι τα οποία τα έδωσα εις την Δημογεροντίαν Βατούσας, διότι τρομοκρατούνται ακόμα πολλά χωρία. Σε ασπάζομαι Δ. Στεφάνου. Μοναστήριον 10 Δεκεμβρίου 1912».

Β) Ο Θεοδοσίου γράφει: «Τη δωδεκάτη του αυτού Μηνός, μας ήλθε Αρχηαστινόμος με εξ, επτά πεζοναύτας εκ πέτρας». Η εφημερίδα "Σάλπιγξ", στις 15-12-1912, αναφέρει την επίσκεψη του αστυνόμου της Πέτρας Δημήτρη Αντωνιάδη, γράφοντας:

«Περί τους εκατόν οπλίται του τουρκικού στρατού αποσπασθέντες εκ του κυρίου σώματος και περιπλανηθέντες τήδε κακείσε κατέφυγον εσχάτως εις το χωρίον Σκαλοχώρι όπου παρέδοσαν τα όπλα των εις τον εκεί προύχοντα κ. Χ# Ηλίαν. Επειδή εξέφρασαν την επιθυμίαν των όπως παραδοθούν μόνον εις τακτικόν στρατόν διά τούτο ανεχώρησε προς παραλαβήν των ο εν Πέτρ αστυνόμος κ. Δ. Αντωνιάδης μετ' αγήματος πεζοναυτών και πολιτοφυλάκων».

Γ) Ο Θεοδοσίου γράφει: «Τη δε 16=17, Έφθασεν ο Φρόαρχος του Μολύβου, κύριος Αθανάσιος Σαραντόπουλος με 150 στρατιώτας. {...} Μετά τρεις ημέρας αναχωρεί ο Φρόαρχος μετά του στρατού εις χωρίον φίλια αφήσας προς ημάς 20 στρατιότας και 10 δια Ανεμώτιαν δεν τη επεσκέφθη όμος».

Όπως γράφει στις 29-12-1912 η εφημερίδα "Λαϊκός Αγών", η μη απελευθέρωση της Ανεμώτιας από τον Φρούραρχο του Μολύβου λοχαγό Σαραντόπουλο στις 17 Δεκεμβρίου, πραγματοποιήθηκε τελικά την παραμονή των Χριστουγέννων, στις 24-12-1912, ως εξής:

«ΕΞ ΑΝΕΜΩΤΙΑΣ. Υποδοχή αποσπάσματος. Την παρελθούσαν Δευτέραν 24 λήγοντος, απόσπασμα εκ 17 ανδρών του πεζικού υπό ένα λοχίαν επεσκέφθη και το ημέτερον χωρίον. Ολόκληρον το χωρίον μας έχον επί κεφαλής τους αξιοτίμους δημογέροντας, τους ιερείς και τον διδάσκαλον μετά των μαθητών εξήλθον εις προϋπάντησιν των ελευθερωτών μας και με ζητωκραυγάς και επευφημίας τους ωδήγησαν εις την ιεράν εκκλησίαν της Μεταμορφώσεως όπου ετελέσθη πανηγυρική δοξολογία.

Κατά ταύτην εξεφώνησε λόγον ο κάλλιστος διδάσκαλός μας κ. Νικόλαος Παπαευστρατίου, εξάρας τας αρετάς του απελευθερωτού Ελληνικού στρατού καταλήξας εις ουρανομήκεις ζητωκραυγάς υπέρ του Βασιλέως, του Διαδόχου, του Βενιζέλου και του στρατού. Είτα διηυθύνθησαν εις το σχολείον, όπου οι μαθηταί έψαλλον διάφορα ωραία και πατριωτικά άσματα ενθουσιάσαντα το κατακλύσαν αυτό πλήθος, το οποίον εν εξάλλω ενθουσιασμώ εζητοκραύγαζε.

Πολλαί δε περιποιήσεις επιδαψιλεύθησαν εις τους αγαπητούς στρατιώτας μας, οίτινες έμειναν κατενθουσιασμένοι. Εκ τούτων έμειναν 10 μόνον άνδρες προς φρούρησιν του χωρίου υπό ένα δεκανέα, των λοιπών αναχωρησάντων όπου το καθήκον τους εκάλει. Ανεμώτια 26/12/912».                                   

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Πριν από εκατό χρόνια, στις 20-7-1917, τρεις χιλιάδες Πλωμαρίτες συμμετείχαν σε ένα δυναμικό συλλαλητήριο στο Πλωμάρι για να καταγγείλουν τη διοίκηση της Λέσβου για ανισομερή κατανομή δημητριακών, υπέρ της πρωτεύουσας Μυτιλήνης και σε βάρος της επαρχίας. Τότε στο Πλωμάρι των 13.000 κατοίκων διαπιστώθηκαν τρεις θάνατοι από πείνα, η οποία προέκυψε στη διχασμένη Ελλάδα από την εμπόλεμη κατάσταση και το ναυτικό αποκλεισμό από τους συμμάχους, σε συνδυασμό με την απόκρυψη τροφίμων, την αύξηση του τιμαρίθμου και την ανεξέλεγκτη αισχροκέρδεια.

Η διοίκηση της Λέσβου αντί να επανορθώσει την αδικία, παρέπεμψε σε δίκη 43 άτομα, 36 Πλωμαρίτες και 7 Πλωμαρίτισσες οι οποίες κατηγορήθηκαν επιπλέον επειδή αφόπλισαν τρεις φρουρούς για λίγες ώρες όταν ο διοικητής του Πλωμαρίου διέταξε τη φρουρά να οπλίσει κατά των διαδηλωτών.

Από τους 43 "πρωταίτιους της στάσεως και αντιστάσεως κατά της αρχής" όπως χαρακτηρίστηκαν, 34 οδηγήθηκαν στις 11-14 Αυγούστου 1917 στο στρατοδικείο Μυτιλήνης, όπου 13 από αυτούς καταδικάστηκαν σε φυλακίσεις ενός ή δύο μηνών.

Το 1917, οι εφημερίδες της Λέσβου "Σάλπιγξ" και "Ελεύθερος Λόγος" κάλυψαν το θέμα με τον τίτλο: "Η μεγάλη δίκη των Πλωμαριτών".

Εκατό χρόνια μετά, το περασμένο καλοκαίρι στις 10 Αυγούστου, απολαύσαμε στην ανακαινισμένη θαυμάσια αίθουσα της «Λέσχης Πλωμαρίου "Βενιαμίν ο Λέσβιος"» μια ξεχωριστή, αξιόλογη και αξιέπαινη εκδήλωση μνήμης και τιμής στους διαμαρτυρόμενους το 1917 Πλωμαρίτες, που διοργάνωσε ο «Σύνδεσμος Πλωμαριτών Αττικής "Βενιαμίν ο Λέσβιος"».

Στην εκδήλωση, μετά το χαιρετισμό του προέδρου της Λέσχης Ξενοφώντα Μαυραγάνη και την εισαγωγική ομιλία του προέδρου του Συνδέσμου Δημήτρη Χαλαυτή, το λόγο πήρε ο διδάκτωρ φιλοσοφίας και συγγραφέας Αριστείδης Στεργέλλης, ο οποίος ανέλυσε διεξοδικά και εύστοχα το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής και ακολούθησε ο δικηγόρος και πρώην πρόεδρος του Συνδέσμου Τάκης Ψαρράς, παρουσιάζοντας εμπεριστατωμένα και λεπτομερειακά το θέμα από τις τότε δημοσιεύσεις των εφημερίδων και από τα επίσημα πρακτικά της δίκης, τα οποία ανέσυρε από τα αρχεία των στρατοδικείων που φυλάσσονται στο Ρουφ, στη Στρατολογική Υπηρεσία Αθηνών.

Αντί επιλόγου, παραθέτω ένα απόσπασμα της απολογίας του στελέχους του Κόμματος των Φιλελευθέρων, ελληνοδιδασκάλου στο Ελληνικό Σχολείο (1874-1879) και μετέπειτα γιατρού του Πλωμαρίου, εκ των πρώτων μελών τού από το 1878 "Αναγνωστηρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος" και πρώην προέδρου του, λόγιου Μιλτιάδη Καλδή (1855-1941): 
«Λυπούμαι διότι περί τας δυσμάς ήδη του βίου μου κατέχω το εδώλιον του κατηγορουμένου, κατηγορούμενος ως αρχηγός στάσεως κατά των αρχών της πατρίδος μου {...} Το Πλωμάριον ηδικείτο καταφώρως υπό της επί των τροφίμων επιτροπής Μυτιλήνης, ήτις ουδέποτε μας έδιδεν εις ακέραιον το αναλογούν ημίν εκ των σιτοτροφίων μερίδιον. Ένεκα τούτου, υπήρχε πάντοτε παρά τω λαώ ποιά τις δυσφορία. Εν Μυτιλήνη αίφνης, κύριοι, εδίδετο εις τον λαόν 100 δράμια άρτου κατ' άτομον καθ’ εκάστην ημέραν, και εις ημάς διά 10 και 12 ημέρας, εδίδοντο μηδαμινά πράγματα. Ένεκα τούτου, πλειστάκις διεμαρτυρήθημεν δι' υπομνημάτων και αναφορών, αλλ' εις μάτην. Επήλθον, κύριοι, κατά το διάστημα εκείνο και πλείστοι εξ ασιτίας θάνατοι, ους εγώ ως ιατρός θα ηδυνάμην να πιστοποιήσω και τους οποίους απέκρυπτα διά να μην εξεγερθή ο λαός».

Τιμώντας τη μνήμη των 43 "πρωταιτίων" παραθέτω τα ονοματεπώνυμά τους: Αγιακάτσικας Τιμολέων, Αθηναίος Αντώνιος, Ανδρής Δημήτριος, Ανδριώτης Νεοκλής, Αντωνάκας Ιωάννης, Αρμενάκας Γεώργιος, Αυλωνίτης Αθανάσιος (ιερεύς), Βουλαλάς Κλεάνθης, Γαλέτσας Δημήτριος, Γαλέτσας Πανάγος, Γιαννατσής Δημήτριος, Γιαννουλέλλης Αντώνιος, Γιαννούλος Σταμάτης, Γιασέλης Παναγιώτης, Καβαρνού Μαριγώ, Καλδής Μιλτιάδης, Κουλομέρης Γεώργιος, Καπώνης Κυριάκος, Καρακατσάνη Αναστασία, Κοκκίνης Γεώργιος, Λαίλιος Μαλλιάκας, Μαλιαρός Ιωάννης, Μανωλιός Νικόλαος, Μαϊστρέλη Αμερσούδα, Μαϊστρέλης Ευστράτιος, Μαλέλης Γεώργιος, Ξυπτεράς Γεώργιος, Παλαιολόγου Αριστείδης, Πιργιολής Κωνσταντίνος, Πιτσιλαδής Ιωάννης, Πιτσιλαδής Εμμανουήλ, Πρωτούλης Αντώνιος, Πρωτούλης Γεώργιος, Ρεπάνης Ιωάννης, Στεφανή Αρχοντούλα, Στεφανή Ειρήνη, Ταραμά Μυρσίνη, Τραγάκης Κυριάκος, Τσακύρης Δημήτριος, Τσούπα Δήμητρα, Τυροπώλης Παναγιώτης, Φολιαδής Γεώργιος και Χατζηκυριάκος Χριστόδουλος.

Για την εικονιζόμενη φωτογραφία του Μιλτιάδη Καλδή, ευχαριστώ τον φίλο γιατρό Αριστείδη Φρυδά, του οποίου η γιαγιά Σουλτάνα Φρυδά, ήταν αδελφή του Μιλτιάδη Καλδή.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

 

Η απελευθέρωση της Λέσβου το 1912, από τον Οθωμανικό ζυγό των 450 χρόνων δεν έγινε σε μια μέρα. Χρειάστηκε να περάσει ο φοβερός και τρομερός ενάμιση μήνας, που σοφά ο λαός τον ονόμασε "Τα Φόβια", από την απελευθέρωση της Μυτιλήνης και του Πλωμαρίου στις 8 Νοεμβρίου μέχρι την απελευθέρωση και του τελευταίου χωριού, της Ανεμώτιας, στις 24 Δεκεμβρίου, όπως φαίνεται στον εικονιζόμενο πίνακα της σταδιακής απελευθέρωσης διαφόρων οικισμών της Λέσβου.

Στις 8 Νοεμβρίου, ο ελληνικός στόλος, υπό την αρχηγία του υποναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, αποβίβασε στο λιμάνι της Μυτιλήνης 1.600 Έλληνες στρατιώτες και ναύτες, που απελευθέρωσαν την πρωτεύουσα, αναγκάζοντας τους 400 στρατιώτες της τουρκικής φρουράς να την εγκαταλείψουν χωρίς μάχη και να διαφύγουν στο αμιγώς μουσουλμανικό χωριό Κλαπάδος της βορειοδυτικής Λέσβου.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Κουντουριώτης αναχώρησε από τη Λέσβο με το μεγαλύτερο τμήμα του στόλου και το θωρηκτό "Αβέρωφ" για την απελευθέρωση και της Χίου και εισηγήθηκε να ανατεθεί η διοίκηση στον ταγματάρχη Αλέξανδρο Μανουσάκη, αλλά ο υπουργός Νικόλαος Στράτος, κακώς, όρισε Στρατιωτικό Διοικητή τον υποπλοίαρχο Κωνσταντίνο Μελά, που ήταν κατά ένα βαθμό κατώτερος του Μανουσάκη. Λόγω της διαταγής αυτής οι δύο διοικητές, δυστυχώς, άρχισαν την φιλονικία για το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στην εκστρατεία κατά του εχθρού.

Έτσι αντί να κυνηγηθεί η Τουρκική φρουρά, οι τετραπλάσιοι αυτών Έλληνες αποβιβασθέντες στρατιώτες στρατοπέδευσαν στην πρωτεύουσα Μυτιλήνη για ένα μήνα, μέχρι την έναρξη της τετραήμερης απελευθερωτικής μάχης στον Κλαπάδο, στις 5-8 Δεκεμβρίου, με αποτέλεσμα ο Τούρκος φρούραρχος Γκανή Μπέης να ανασυνταχθεί, συγκεντρώνοντας 2.000 στρατιώτες και Τούρκους αντάρτες τρομοκρατώντας την κεντρο-βορειο-δυτική Λέσβο.

Ο Καλλονιάτης ιατρός Ορέστης Κυπριανός, βουλευτής των Φιλελευθέρων το 1920, '23 και '36 και αντιπρόεδρος της Γερουσίας τα έτη 1929-1935, έγραψε σχετικά: «Αν ο Ελληνικός Στρατός αμέσως ετρέπετο εις καταδίωξιν του ασυντάκτως και ατάκτως και με τελείως χαμένον το ηθικόν του, και κακήν κακώς υποχωρούντος τουρκικού στρατού, θα έληγεν έκτοτε εκείνη η κατάστασις, κατά την οποίαν επί μήνα και πλέον η ημίσεια σχεδόν Λέσβος ήτο Ελληνική, η δε ετέρα ημίσεια Τουρκική. και δεν θα συνέβαιναν βεβαίως τα όσα συνέβησαν κατόπιν. διότι ούτε θα εθρηνούμεν τόσα θύματα εν γένει, ούτε ο εμπρησμός της Πέτρας θα ελάμβανε χώραν, ουδέ η δήωσις του Μεσοτόπου, ουδέ τα τρομερά εκείνα πυρά ομαδόν εναντίον του Μανδαμάδου και ο φόνος αθώων πολιτών».

Στην εισήγησή μου στο Συνέδριο Ιστορίας, που πραγματοποιήθηκε στη Μυτιλήνη το 2012 με τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από την απελευθέρωση της Λέσβου, αναφέρθηκα στη ηρωική δράση των ένδεκα γνωστότερων οπλαρχηγών, οι οποίοι με τους αντάρτες τους πολέμησαν εθελοντικά στην πρώτη γραμμή της μάχης του Κλαπάδου, μαζί με τον ελληνικό στρατό υπό τας διαταγάς του συνταγματάρχη Απολλόδωρου Συρμακέζη, καθώς και στις άλλες που προηγήθηκαν αλλά και σε εκείνες που ακολούθησαν για την εκκαθάριση της Λέσβου από τους Τούρκους αντάρτες, όπου συνολικά έπεσαν 477 νεκροί Έλληνες και Τούρκοι, εκ των οποίων οι 95 ήταν Έλληνες αντάρτες και πολίτες και οι 19 Έλληνες στρατιώτες και ναύτες.

Οι 11 γνωστότεροι οπλαρχηγοί ήταν: ο Αγιασώτης Παναγιώτης Βαδέλλης, ο Σκοπελίτης Ευστράτιος Γαβαλάς, ο Τελωνιάτης Ευάγγελος Κρασάς, ο Αϊβαλιώτης Ευστράτιος Λαγίδης, ο Μανιάτης Κωνσταντίνος Μουνδραίος, ο Κρητικός ιερομόναχος Ευγένιος Πανακάκης, ο Αγιαπαρασκευώτης Ευστράτιος Παντελής, ο Πλωμαρίτης Εμμανουήλ Σιταράς, ο Πλωμαρίτης Δημήτριος Στεφάνου, ο Πλωμαρίτης Δημήτριος Τσακύρης και ο Ερεσιώτης Ιωάννης Χατζηγιάννης.

Για το μεγαλείο του ηρωϊκού αντάρτικου στο γενναίο Πλωμάρι, των τότε 13.000 κατοίκων, που ήταν το άντρο των ανταρτών, ο Πλωμαρίτης δάσκαλος Γεώργιος Ζεϊμπέκης έγραψε στην εφημερίδα της Λέσβου "Λαϊκός Αγών" στις 24-11-1912 με το ψευδώνυμο "Ρεπόρτερ": "Όταν βλέπη και παρακολουθή κάποιος τας καθημερινάς εκ Γέρας, Πολιχνίτου, Ερεσού, Τελωνείων και Μεσοτόπου αιτήσεις περί αποστολής εις τας περιφερείας των μερών τούτων ενισχύσεων εκ σωμάτων ενόπλων, υποθέτει ότι εις την πόλιν μας, το Πλωμάρι, είναι εστημένον το στραταρχείον του Στρατιωτικού αρχηγού της ελληνικής κατοχής της νήσου μας".

 

Αριστείδης Κυριαζής

aristeidis2007@gmail.com

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017 15:13

Γέρην-Γέρηνα-Γέρνα

«Ο Γέρην, ο γιος του Ποσειδώνα, έδωσε το όνομά του στην πόλη της Λέσβου Γέρην», όπως έγραψε ο Αίλιος Ηρωδιανός τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Τον περασμένο αιώνα, ο Γερμανός ιστορικός Karl Tumpel, η Αμερικανίδα αρχαιολόγος Emily Shields, o καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Απόστολος Αρβανιτόπουλος, ο πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου Γεράσιμος Καψάλης και ο δάσκαλος και συγγραφέας Κώστας Μάκιστος, υποστήριξαν ότι η πόλη Γέρην ήταν νότια της Αρίσβης στην περιοχή του σημερινού τοπωνύμιου το "Γεράνι", η οποία βρίσκεται μεταξύ του Τσικνιά ποταμού και της Αλυκής, ενάμισι χιλιόμετρο από τον Κόλπο της Καλλονής.

Η λατρεία του Ποσειδώνα στον Κόλπο της Καλλονής αναφέρεται από τον Πλούταρχο με το μύθο του Έναλου κατά τον οποίο οι οκτώ Αιολείς βασιλείς με αρχηγό τον Γρα, τον τρισέγγονο του Αγαμέμνονα, που έφθασαν το 1054 π.Χ. στο "Μεσόγειον έρμα" δηλαδή στον Κόλπο της Καλλονής για να εποικήσουν τη Λέσβο, θυσίασαν έναν ταύρο για να ευχαριστήσουν τον Ποσειδώνα για το ταξίδι και έριξαν στα νερά την καλλονή κόρη του βασιλιά Σμινθέα για να εξευμενίσουν τη σύζυγο του Ποσειδώνα, την Αμφιτρίτη, που δεν ανεχόταν να υπάρχει άλλη ωραιότερή της.

Γερήνιος αποκαλείται στην Ιλιάδα ο Νέστωρ, ο γέροντας βασιλιάς της Πύλου. Ο Στράβων καταγράφει στην Ηλεία «τον Γερήνιον τόπον και Γέροντα ποταμόν και άλλον Γεράνιον» και στη Μεσσηνία «Τα "Γέρηνα ή την Γερηνίαν", όπου και τα δύο ονόματα ισχύουν», προσθέτοντας ότι «τα "Γέρηνα" είναι πολύ περισσότερο γνωστά και ότι κάποτε ήταν πυκνοκατοικημένα».

Η Emily Shields καταγράφει ότι: «Συνέχεια της πόλης Γέρην φαίνεται να ήταν το νεότερο Γεράνι κοντά στην Αρίσβη», προσθέτοντας ότι: «το όνομα Γέρην έχει ανιχνευθεί στη Βοιωτία, όπου έχουμε το όνομα Γερήνιχος και επιπλέον ο Γέρης από τη Βοιωτία λέγεται ότι έχει δώσει το όνομά του στο λιμάνι Γερραιΐδαι στην πόλη Τέω της Ιωνίας της Μικράς Ασίας».

Ο Σταύρος Καρυδώνης, καταγράφει τη «Γέρνα που υπήρχε μέχρι το 1591» και την περιλαμβάνει ως χωριό μαζί με τη μεσαιωνική πόλη της Καλλονής και τα είκοσι τότε χωριά της «τα οποία κατεστράφησαν αλληλοδιαδόχως και ηρημώθησαν κατά τον ΙΕ΄ καί ΙΣΤ΄ αιώνα», λόγω της επίθεσης του Οθωμανού ναυάρχου Σουλεϊμάν Μπαλτάογλου το 1450. Ο Καρυδώνης προσθέτει το 1900 ότι «το χωρίον Γέρνα είναι τώρα θέση δίπλα από την κωμόπολη της Αγίας Παρασκευής».

Ο Δημήτρης Μαντζουράνης, καταγράφει τη "Γιρνή" της Ερεσού και τα "Γκερήνια" του Αϊβαλί, ενώ στη Λέσβο εκτός από το "Γεράνι" και τη "Γέρνα" υπάρχει ο οικισμός τα "Γεράνια" στην κοινότητα Μυχού του πρώην δήμου Ευεργέτουλα.

Ο Χρίστος Παρασκευαΐδης γράφει ότι τη Γέρην πρέπει να την αναζητήσουμε στη Γέρνα «της οποίας το όνομα κανονικώτατα κατά τους νόμους της νεοελληνικής προήλθεν από την Γέρηνα».

Η άποψη των ερευνητών, που παρέθεσα στην αρχή του κειμένου, ότι η Γέρην ήταν στο Γεράνι και η σειρά "Γέρην, Γέρηνα, Γέρνα" με οδηγούν να υποστηρίξω ότι και η Γέρνα ήταν στο Γεράνι.

Τη Γέρνα που πρέπει να βρισκόταν στην περιοχή Γεράνι, και η αγροτική της περιφέρεια κατά τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σίλβεστρο το 1575 εκτεινόταν παραλιακά από το εξωκκλήσι του Ταξιάρχη ανατολικά των Παπιανών μέχρι και το μεσαιωνικό χωριό Θολώνεια δυτικά του Μυλοπόταμου, στο εξής θα την ονομάζω Νότια Γέρνα και ως Βόρεια Γέρνα θα ονομάζω την ερειπωμένη σήμερα Γέρνα, που βρίσκεται βόρεια της Αλυκής, δύο χιλιόμετρα νότια από την κωμόπολη της Αγίας Παρασκευής και τέσσερα χιλιόμετρα βόρεια από τον Κόλπο της Καλλονής.

Από τη Νότια Γέρνα μετοίκησαν οι κάτοικοι σταδιακά από το 1450 μέχρι το 1591 για να κτίσουν την ασφαλέστερη Βόρεια Γέρνα, λόγω της επίθεσης το 1450 από τον Μπαλτάογλου αλλά και εξαιτίας των τεσσάρων Ενετο-τουρκικών πολέμων των ετών 1463-1571 καθώς και των πειρατικών επιδρομών.

Από τη Βόρεια Γέρνα οι κάτοικοι μετοίκησαν, επίσης σταδιακά από το 1650 μέχρι το 1750, στην μεγαλύτερή της Αγία Παρασκευή.

Η από το 1989 εικονιζόμενη φωτογραφία των ερειπωμένων σπιτιών της Βόρειας Γέρνας είναι του φίλου Μάκη Αξιώτη.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Σάββατο, 07 Οκτωβρίου 2017 16:30

Από τα Θολώνεια του γιαλού στη Γέρνα

Από τα Οθωμανικά κατάστιχα του 1548, σημείωσα στο "Λεσβιακό Ημερολόγιο" του 2015, το χωριό Αγορατό ή αλλιώς Αγία Παρασκευή και τη Γέρνα, που βρίσκεται ερειπωμένη σήμερα στα δύο χιλιόμετρα νότια της Αγίας Παρασκευής. Το 1620 ο μητροπολίτης Μηθύμνης Γαβριήλ αναφέρει την Αγία Παρασκευή, τη Γέρνα και την εκκλησία του χωριού Άγιος Δημήτριος και ο Χρίστος Παρασκευαΐδης σημειώνει την «Εντός εκατόν ετών (1650-1750) μετοικεσία των κατοίκων Γέρνας και Αγίου Δημητρίου, καθώς και των πέριξ αγροικιών» στην Αγία Παρασκευή. (Η παλαιά Αγία Παρασκευή. 1936).

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Το 1575 ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος γράφει ότι στη Γέρνα ανήκουν πέντε ιδιοκτησίες κοντά στο γιαλό του Κόλπου της Καλλονής: «Εις την Γέρναν κομάτια β΄. το ένα εις τα έλεα (;) και το έτερον εις τον Θόλον (;) Του ηγουμένου είναι αυτά του Λειμώνος. Έτερον εις την Γέρναν του Γρηγορίου αγορά από τον Δούκα της Ξενιτούδηνας. Του Λειμώνος. Εις τον Ταξιάρχην εις την Γέρναν κομάτια β΄. χωράφια· πλησίον Μιχαήλ Παχλού· και πλησίον του αράπη της Μαυροϊερακήνας και Ιωάννου του Τσαγκάρι· Των δύο μοναστηρίων». (Σταύρος Καρυδώνης. Τα εν Καλλονή της Λέσβου Μοναστήρια. 1900).

Βορειοανατολικά από τα Παπιανά το τοπωνύμιο "Ελιούδα" παραπέμπει στα "έλεα". Ανατολικά των Παπιανών στο τοπωνύμιο "Σαχλός", που θυμίζει το επώνυμο Παχλός του 1575, στη θέση "Παλιός ποταμός" που δικαιολογεί τις προς τα ανατολικά μετακινήσεις του Τσικνιά, στέκει το παλιό ξωκλήσι του Ταξιάρχη σε κτήμα Αγιαπαρασκευώτη που ανακατασκεύασε το 1954 ο Γ. Σπανιόλας.

Ο Κώστας Μάκιστος ταυτοποιεί το Θόλο με τα "Θολόνια" και παραθέτει την εξής περιγραφή του Χριστόφα Χατζηγιάννη: «Εις την περιοχήν Θολόνια διακρίνονται θεμέλια οικοδομών, υπάρχει δε διάσπαρτο άφθονο οικοδομικό υλικό: Πέτρες και καλά επεξεργασμένες γωνίες, κιονόκρανα κ.λ.π. Το πολύ όμως υλικό έχει μεταφερθή και χρησιμοποιηθή είτε εις αγροτικάς κατασκευάς, είτε εις ανοικοδόμησιν οικιών εις Αγίαν Παρασκευήν {…} Έξωθεν του κτήματος του Κολοβελώνη, εις θέσιν “Παναθύρια” υπάρχει πηγάδι παράπλευρα του οποίου έχει τοποθετηθεί δεξαμενή, σωζομένη εν αρίστη καταστάσει, λαξευμένη περιτέχνως επί σκληρού βράχου σχήματος στρογγύλου, διαμέτρου 1,50 μ. περίπου και βάθος 0,70. Το κατασκεύασμα ήτο η "κολέθρα" υπάρχοντος εκεί πρωτόγονου ελαιομύλου». (Η Σελλάδα της Αγίας Παρασκευής. 1970).

Η εικονιζόμενη εξαιρετική προχθεσινή φωτογραφία με το πηγάδι στα Θολώνεια είναι του Αγιαπαρασκευώτη Χριστόφορου Σαμαρά, τον οποίον και ευχαριστώ.

Ο Καρυδώνης γράφει ότι το τοπωνύμιο "Θολώνεια" ήταν χωριό που το κατέστρεψε το 1450, μαζί με την πόλη Καλλονή και τα είκοσι τότε χωριά της, ο Οθωμανός Σουλεϊμάν Μπαλτάογλου.

Ο Μάκης Αξιώτης σημειώνει στο χάρτη του τα "Θολόνια" νότια του δρόμου Καλλονής-Μυτιλήνης. (Περπατώντας τη Λέσβο. 1992). Ο Στρατής Κράλλης αναφέρει στα Θολώνεια την ύπαρξη πιθαριών και το χάλασμα του Αγίου Κωνσταντίνου. (Η Αγία Παρασκευή Λέσβου. 1963).

Από τον γιο του Ποσειδώνα Γέρην προέρχονται οι ονομασίες Γέρνα, Γέρηνα της Μεσσηνίας, Γερήνιχος της Βοιωτίας και Γέρην, η οποία κατά τον Μάκιστο βρισκόταν αμέσως βόρεια από το ξωκλήσι Χριστός της "Αρακλής" και νότια της γέφυρας του Τσικνιά, και κατά τον Γερμανό ιστορικό Κarl Tumpel «στο σημερινό Γεράνι νότια της Αρίσβης». (Real Encyclopadie der Classischen Altertumswissenschaft, Band VII. Βερολίνο 1910, σ. 1246).

Ο Απόστολος Αρβανιτόπουλος, καθηγητής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, έγραψε ότι η πόλη Γέρην «διατήρησε και μέχρι σήμερον το αρχαίον όνομα εν τω χωρίω Γεράνι, πλησίον της Αρίσβης. Εκεί ετιμάτο ιδιαιτέρως ο Ποσειδών διά θυσίας ταύρων, θυομένων ιδίως εις τον μέσον Κόλπον, τον λεγόμενον υπό των αρχαίων "Μεσόγειον Έρμα", σήμερον δε Κόλπον Καλλονής». (Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη. 1928).

Η κατά την παράδοση εντυπωσιακή κάθοδος των κατοίκων της Αγίας Παρασκευής στη Σκάλα Καλλονής, για το πανηγύρι της Αγίας Άννας, συνεχίζεται επειδή από το χωριό Θολώνεια και την ευρύτερη αγροτική περιοχή του γιαλού του Κόλπου της Καλλονής, μεταξύ Τσικνιά και Μυλοπόταμου, ξεκίνησαν το 1450 οι κάτοικοι για να κτίσουν τη Γέρνα, λόγω της καταστροφής των οικισμών της Καλλονής από τον Μπαλτάογλου, αλλά και εξαιτίας των τεσσάρων Ενετο-τουρκικών πολέμων των ετών 1463-1571 και των πειρατικών επιδρομών.

 

Αριστείδης Κυριαζής

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 Κυκλοφόρησε το καλοκαίρι από τις εκδόσεις της Θεσσαλονίκης «Νησίδες» το έκτο βιβλίο του δικηγόρου, δημοσιογράφου και συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη, «Εφτά και κάτι νύχτες» για την εφτάχρονη δικτατορία, που επιβλήθηκε με τα τανκς στις 21-4-1967 και κατέρρευσε στις 20-7-1974 κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο.

Δεκαπενθήμερες επισημάνσεις

Από το καλοτυπωμένο, απολαυστικό στην ανάγνωση, ιστορικά ακριβές και καυστικό για τους δικτάτορες και τους κατά καιρούς θαυμαστές τους, θαυμάσιο βιβλίο, θα αναφερθώ αρχικά στις τελευταίες νύχτες της χούντας αντιγράφοντας από την αυτοβιογραφική περιγραφή του συγγραφέα:

«Ο Ιούλιος του 1974 τον βρήκε στο χωριό του, στο Πλωμάρι της Λέσβου, παντρεμένο και με ένα γιο. {...} Τα τουρκικά στρατεύματα άλωναν την Κύπρο, και στο νησί του, που διέτρεχε άμεσο κίνδυνο να δεχθεί τουρκική επίθεση, οι μισοί έτρεχαν να εξοπλιστούν, κι οι άλλοι μισοί, κυρίως γυναικόπαιδα και γέροι, να φύγουν στα βουνά. {...} Εκείνος κατευθύνθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα και είπε στον αξιωματικό υπηρεσίας ότι θέτει τον εαυτό του στη διάθεση της πατρίδας. {...} Τότε πληροφορήθηκε πως το λευκό απολυτήριο, με το οποίο τον είχε εφοδιάσει το στράτευμα, ήταν αποδεικτικό στοιχείο των αντεθνικών διαθέσεών του-καθ' ο αριστερού- που δεν του επέτρεπε να αμυνθεί κατά των πιθανών Τούρκων εισβολέων. Την ίδια ακριβώς αντιμετώπιση είχε κι ένας φίλος του Πλωμαρίτης γιατρός, αναμφισβήτητα δεξιός, του οποίου η αδελφή έτυχε να παντρευτεί τον γιο ενός ηγετικού στελέχους της Ένωσης Κέντρου».

Με την παραπάνω εξιστόρηση θυμήθηκα το δικό μου απολυτήριο, που εκδόθηκε λευκό επειδή ψήφισα ΟΧΙ στο χουντικό σύνταγμα του 1968. Έτσι, αν και δεν κλήθηκα στην επιστράτευση, ανέλαβα εθελοντικά μια στρατιωτική αποστολή, κατά την οποία γνώρισα την τότε διάλυση του ελληνικού στρατού, όταν ως συνοδηγός σε ένα στρατιωτικό φορτηγό, με τον στρατιώτη οδηγό και πέντε εθελοντές στην καρότσα, ξεκινήσαμε χαράματα από την Καλλονή προς ένα στρατόπεδο της Μυτιλήνης με την εντολή να επιστρέψουμε από εκεί φορτώνοντας το φορτηγό με νάρκες.

Φθάνοντας στο στρατόπεδο επέδωσα στον αξιωματικό υπηρεσίας το συνοδευτικό στρατιωτικό έγγραφο, εισπράττοντας την άγνοιά του για αποθήκευση ναρκών. Μετά από μερικές αρνητικές απαντήσεις και άλλων αγνοούντων, περιεργαζόμενος το χώρο, πρόσεξα ότι στο μεγάλο προαύλιο του στρατοπέδου σε μια καλυμμένη με χώμα και χορταριασμένη πυραμίδα, ύψους πέντε μέτρων και βάσης εκατό τετραγωνικών, διακρινόταν από κοντά το περιεχόμενό της με τα στοιβαγμένα παραλληλεπίπεδα φορητά κιβώτια που έγραφαν στα αγγλικά ότι περιείχαν νάρκες «κατά προσωπικού» και «κατά αρμάτων», με προειδοποιήσεις της επικινδυνότητας μεταφοράς και της αναγκαιότητας σχεδίων χαρτογράφησης και σταθεροποίησης κατά τη ναρκοθέτησή τους, λόγω της ανεξέλεγκτης μετατόπισής τους από βροχοπτώσεις σε σαθρά εδάφη ή παλίρροιες σε αμμώδη.

Φορτώνοντας τις νάρκες τρομάξαμε όταν πέρασαν δύο φορές τρία τουρκικά μαχητικά αεροπλάνα πάνω από την πυραμίδα, που προφανώς οι χειριστές τους γνώριζαν το περιεχόμενό της.

Επιστρέφοντας το απόγευμα στην Καλλονή, μου ανατέθηκε εγγράφως η αποστολή «τοποθετήσεως ναρκών εις την αμμώδη παραλίαν της Πέτρας, λόγω πιθανούς (sic!) τουρκικής αποβάσεως».

Υπενθυμίζοντας στον εντολέα αξιωματικό τις προειδοποιήσεις των κιβωτίων, ζήτησα ένα σχέδιο ναρκοθέτησης και ακούγοντας ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε σχετικό, αρνήθηκα να συνεχίσω.

Δυστυχώς, έναν χρόνο μετά, στις 6-8-1975, συνάντησε τον θάνατο από έκρηξη νάρκης, στα 52 του χρόνια, ο Πετρανός μεταφορέας Σωτήρης Γιουβανέλλης που είχε μεταβεί για αμμοληψία, στα πλαίσια της εργασίας του, με το δημοσίας χρήσεως τρίκυκλο φορτηγό του, στον τότε μη περιφραγμένο χώρο της ναρκοθετημένης παραλίας της Πέτρας, η οποία άργησε να αποναρκοθετηθεί.

Συνιστώντας την ανάγνωση του έκτου πονήματος του Ξενοφώντα Μαυραγάνη, επισημαίνω τη συγκλονιστική περιγραφή της δίκης του Νοεμβρίου 1968, των επωνύμων κεντρώων πολιτών και στελεχών της «Ένωσης Κέντρου» μελών του παραρτήματος Θεσσαλονίκης της αντιστασιακής οργάνωσης της «Δημοκρατικής Άμυνας» που κάλυψε τότε ο συγγραφέας ως δημοσιογράφος, η οποία περιλαμβάνει στο βιβλίο αποκαλυπτικές αδημοσίευτες λεπτομέρειες από τις αθλιότητες της χούντας, που δικαιώνοντας αυτόν τον χαρακτηρισμό της, κυνήγησε όσους αριστερούς, κεντρώους και δεξιούς δημοκράτες τόλμησαν ως και να εκφρασθούν ιδιωτικά εναντίον της.

 

Αριστείδης Κυριαζής

aristeidis2007@gmail.com

 

Σελίδα 2 από 3
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top