FOLLOW US
Παναγιώτης Μιχαηλάρης

Παναγιώτης Μιχαηλάρης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

(Μια αναφορά του υποπροξένου Σπ. Σημηριώτη - 1856)

Ο Σπυρίδων Σημηριώτης, παππούς του λογοτέχνη Άγγελου Σημηριώτη, υπήρξε αγωνιστής του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους υπηρέτησε ως υποπρόξενος της Ελλάδας στο Αϊβαλί και τη Μυτιλήνη. (Για τους υποπροξένους της Ελλάδας και των άλλων χωρών στη Μυτιλήνη, νομίζω ότι εκκρεμεί μια μελέτη, που θα προσφέρει στοιχεία για την προσωπικότητά τους και τη δράση τους).

Το 1856 λοιπόν ο Σπ. Σημηριώτης (πρώτος υποπρόξενος της Ελλάδας στο νησί από το 1846) και συγκεκριμένα στις 26 Μαρτίου του έτους αυτού, απευθύνει από τη Μυτιλήνης μία εκτενή αναφορά προς τον προϊστάμενό του Έλληνα υπουργό των Εξωτερικών. Στην αρχή αφού εκθέτει τους λόγους που καθυστέρησε να στείλει την αναφορά του, την οποία αποδίδει στη διακοπή των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (πιθανώς λόγω του Κριμαϊκού πολέμου: 1853-1856), εν συνεχεία αναφέρει λεπτομερώς την οικονομική κατάσταση του νησιού κατά το 1855, ως εξής:

Η εισοδία του ελαιολάδου, μη επηρεασθείσα ως άλλοτε από διαφόρους ατμοσφαιρικάς μεταβολάς, έγεινεν πολύ ανωτέρα aπό τα παρελθόντα έτη, υπολογιζομένης ως έγγιστα εις 110-120 χιλιάδας καντάρια.

Το έλαιον όμως όχι τόσον καθαρόν, καθότι, ως λέγουσιν, αι ελαίαι ένεκα της ανομβρίας εβλάφθησαν επί των δένδρων. Το προϊόν τούτο προχωρούντος του καιρού θέλει προαχθή κατά πολύ, και ελπίζεται να φθάση την πρώτην του κατάστασιν, διότι οι κάτοικοι απέκοψαν σχεδόν όλας τας αποξηρανθείσας εκ του ψύχους ελαίας και ενεφύτευσαν άλλας, αίτινες ήρχισαν να δίδουν εισόδημα, αι δε αναβλαστήσασαι παραφυάδες εκ των αποξηρανθέτων ελαιοδένδρων, παρατηρώ, ότι έλαβον μεγάλην ανάπτυξιν, καθότι οι κάτοικοι εδόθησαν όλαις δυνάμεσι εις την καλλιέργειαν αυτών και των εν καλή καταστάσει ελαιοδένδρων.

Εκ του ελαίου τούτου, εκτός του διά τοπικήν κατανάλωσιν χρησιμεύσαντος καντάρια ως έγγιστα 20 χιλιάδες και διά την κατασκευήν σαπουνίου καντάρια 10 χιλιάδας, απεστάλει μερίς αυτού εις Κωνσταντινούπολιν και λοιπά της Τουρκίας μέρη, αγορασθέν προς 36-38 το λαϊνιον των οκάδων 6100, πληρουμένου του τελωνειακού τέλος παρά του αγοραστού. Σημαντικαί προβλέψεις διά την Ευρώπην δεν έγειναν, εκτός μόνον δύο αγγλικών πλοίων, φορτωθέντων ενταύθα διά Λονδίνον.

Σαπώνιον εξήχθη ως έγγιστα καντάρια 20 χιλιάδες, κατασκευασθέν με τοπικά έλαια του παρελθόντος και του λήξαντος έτους, το οποίον ηγοράσθη παρά των εμπόρων εις τα γρόσια 190-202 το καντάριον, απεστάλει παρ᾽αυτών ιδίως δε παρά των κατασκευαστών, εις Κωνσταντινούπολιν, Δούναβιν και εις διάφορα άλλα της Τουρκίας μέρη.

Βαλανίδια έγειναν έως 18 χιλιάδες καντάρια, ψιλά και χονδρά. Τα μεν ψιλά αναβαίνοντα ως έγγιστα τέσσαρας χιλιάδας καντάρια, επωλήθησαν εις τα γρόσια 40 περίπου, τα δε χονδρά υπόλοιπα της μνησθείσης ποσότητος εις τα γρόσια 28 ως έγγιστα και μετεφέρθησαν, το πλείστον μέρος αυτών, εις Σμύρνην και μικρά τις ποσότης εις Τεργέστην.

Μαλλία, πρώτης και δευτέρας ποιότητος, εξήχθησαν ως έγγιστα 200 καντάρια, πωληθέντα εις τα γρόσια 140-170 το καντάριον και μετεφέρθησαν εις Σμύρνην.

Σύκα έγειναν έως 600 καντάρια, πωληθέντα εις τα γρόσια 65-75, μετεφέρθησαν δε εις την Σμύρνην, Κωνσταντινούπολιν και Ρούμελην.

Κουκούλια νωπά εξήχθησαν 30 χιλιάδες περίπου οκάδες, εκ των οποίων τα ¾ εδουλεύθησαν ενταύθα εις μετάξην, το δε υπόλοιπον των κουκουλίων αγορασθέν παρά εμπόρων εις τα γρόσια 14-15 η οκά, μετεφέρθη εις Σμύρνην. Μικρά μερίς μετάξης μετεφέρθη εις Κωνσταντινούπολιν, Σμύρνην και εις διάφορα άλλα μέρη.

Γεώμηλα, εξαγόμενα από την κωμόπολιν της νήσου Αγιάσον, έγειναν έως 700 χιλιάδες οκάδες, των οποίων εκάστη οκά επωλήθη κατ᾽αρχάς προς παράδες 16 και περί τα τέλη του παρελθόντος έτους ανέβη έως 46.

Το προϊόν τούτο παρατηρώ, ότι έλαβεν μεγάλην ανάπτυξιν, διότι οι χωρικοί της ρηθείσης κωμοπόλεως, παρατηρήσαντες ότι προέκυψεν ου μικρά ωφέλεια κατά το παρελθόν έτος, εδόθησαν όλαις δυνάμεσι να εμφυτεύσωσιν αυτά και εις άλλα πολλά μέρη, τα οποία ήσαν πρότερον χέρσα. Ελπίζεται δε ότι κατά το τρέχον έτος να αυξηθή κατά πολύ το προϊόν τούτο, εάν δεν βλαφθώσιν από ατμοσφαιρικάς μεταβολάς. Εκτός ολίγης ποσότητος, ητις εχρησίμευσεν προς διατροφήν των κατοίκων, το υπόλοιπον μετεφέρθη εις Ελλήσποντον, Κωνσταντινούπολιν και εις διάφορα άλλα μέρη.

Θα συνεχίσουμε όμως με τα υπόλοιπα προϊόντα σε 15 μέρες.

Όπως θα έχουν καταλάβει οι προσεκτικοί αναγνώστες αυτής της στήλης, τα ιστορικά στοιχεία τα οποία παραθέτω εδώ και πέντε περίπου χρόνια από τις φιλόξενες σελίδες του Εμπρός, αναφέρονται αποκλειστικά στην οθωμανοκρατούμενη Λέσβο, καθώς και στην περίοδο των Γατελούζων. Τούτο βέβαια συμβαίνει επειδή αυτήν την περίοδο γνωρίζω καλύτερα και κατά συνέπεια μέσα σε αυτήν κινούμαι ευκολότερα, ενώ και το ιστορικό υλικό που έχω συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια επικεντρώνεται στα παραπάνω αντικείμενα.

Όμως κατά καιρούς, όπως είναι φυσικό, ασκώντας το επάγγελμα του ιστορικού ερευνητή έχω συναντήσει και αποδελτιώσει και υλικό του 19ου και του 20ού αιώνα, το οποίο βέβαια δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω για συνθετικές εργασίες, επειδή δεν είναι της αρμοδιότητάς μου. Ωστόσο, κρίνω σκόπιμο να αρχίσω να δημοσιεύω ορισμένα στοιχεία, τα οποία προέρχονται κυρίως από το αρχείο του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), με την ελπίδα ότι θα φανούν χρήσιμα σε όσους ασχολούνται συστηματικά με την περίοδο αυτή.

Το 1877-1878, όπως γνωρίζουμε είχε ξεσπάσει ένας από τους πολλούς Ρωσο-τουρκικούς πολέμους, ο οποίος διαδραματίστηκε κυρίως στην περιοχή των Βαλκανίων με την εμπλοκή Ρουμάνων και Βουλγάρων. Ο αιματηρός αυτός πόλεμος για όλους τους αντιπάλους, προξένησε μεγάλες απώλειες και στον άμαχο πληθυσμό, αλλά και βίαιες μετακινήσεις πληθυσμιακών ομάδων, κυρίως από την πλευρά της ηττηθείσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Στις μετακινήσεις αυτές αναφέρεται έγγραφο που στάλθηκε από τη Μυτιλήνη, (δεν μπόρεσα να διαβάσω την υπογραφή του παράγοντα που το υπογράφει) και απευθύνεται προς πρόσωπο που το αποκαλεί Υπουργό. Προφανώς, αφού το έγγραφο απόκειται στα αρχεία του ΥΠΕΞ, αφορά πρόσωπα της ελληνικής διοίκησης.

Το έγγραφο αναφέρεται στην πιθανότητα να εγκατασταθούν στο νησί πληθυσμοί που είχαν αναγκαστεί να μετακινηθούν λόγω του πολέμου, πληθυσμοί φυσικά που περιλαμβάνονταν στις εθνοτικές ομάδες που συναπάρτιζαν την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Με την ελπίδα ότι πρόκειται μάλλον για ανέκδοτο έγγραφο το παραθέτω:

 

Μυτιλήνη τη 17 Αυγούστου 1877

Κύριε Υπουργέ,

Λαμβάνω την τιμήν να φέρω εις γνώσιν της Υμετέρας Εξοχότητος ότι η Υψηλή Πύλη προ ολίγων ημερών, διά τηλεγραφικής διαταγής της, της οποίας αντίγραφον υποβάλλω εγκλείστως, προσκαλεί τον ενταύθα Διοικητήν, αφού προηγουμένως συνεννοηθή μετά των εγκρίτων πολιτών, να την πληροφορήση πόσας οικογενείας προσφύγων Οθωμανών εκ των μερών της Ρωμυλίας, δύναται η Μυτιλήνη να φιλοξενήση προσωρινώς.

Κατήφεια και αθυμία κατέλαβε τους κατοίκους χριστιανούς ευθύς ως εκοινοποιήθη η απαισία αύτη είδησις. Φρονώσι και ευλόγως ότι οι άνθρωποι ούτοι, οίτινες θα είναι ίσως Τάταροι, θα χρησιμεύσωσιν ως μάστιγες των κτημάτων των και της ησυχίας των και το χείριστον ότι θα είναι και επικίνδυνοι εις την ζωήν των. Αισθάνονται την τελείαν ανικανότητά των εις την εκπλήρωσιν της τοιαύτης υποχρεώσεως.

Αληθώς η νήσος είναι φυτουργημένη, καλλιεργημένη και καλώς κατωκημένη, αλλ’ εν τούτοις είναι και αναντίρρητον ότι δεν δύναται να επαρκέση εις τας ανάγκας των κατοίκων της και απόδειξις τούτου είναι ότι το ¼ σχεδόν των κατοίκων κατ’ έτος επί 6 μήνας αναγκάζεται να αποδημή εις Ανατολήν, όπως πορισθή τα μέσα της υπάρξεως. Η χριστιανική κοινότης, καίτοι βεβαία ότι η αρνητική απάντησις δεν θα εξασκήση καμμίαν επιρροήν επί της αποφάσεως της Πύλης, απήντησεν εν τούτοις ότι η νήσος, μάλιστα σήμερον, ότε διάφοροι υποχρεώσεις την πιέζουσι, δεν δύναται να χορηγήση την αιτουμένην φιλοξενίαν,

Ευπειθέστατος…

Δεν γνωρίζω, επειδή, όπως ανέφερα παραπάνω, δεν έχω εντρυφήσει στα της περιόδου αυτής συστηματικά, εάν πραγματοποιήθηκε εγκατάσταση των προσφύγων του Ρωσο-τουρκικού πολέμου στο νησί μας και τι απέγιναν αυτοί. Ελπίζω συνάδελφοι ιστορικοί που γνωρίζουν τα πράγματα αυτά πολύ καλύτερα από εμένα, να μας πληροφορήσουν. Ίσως μάλιστα αυτό να έχει γίνει κιόλας σε κάποια μελέτη και εγώ απλώς δεν το γνωρίζω.

Όπως και να έχουν τα πράγματα και μολονότι οι συνειρμοί με τη σημερινή κατάσταση της παραμονής προσφύγων στο νησί μας είναι προφανείς, σπεύδω να σημειώσω ότι πρόκειται για διαφορετικές εποχές, διαφορετικά γεγονότα, διαφορετικούς ανθρώπους.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019 17:17

Ένας πρόσφυγας παπάς στον Μανταμάδο

Την επιφυλλίδα αυτή, κάπως διαφορετικά γραμμένη, την έχω στείλει και στο περιοδικό Μαντμαδιώτκα, αλλά θέλω να τη δημοσιεύσω και στο Εμπρός, κοινοποιώντας έτσι ένα στοιχείο του προσφυγικού δράματος.

Ερευνώντας πρόσφατα στο αρχείο του Συλλόγου Μικρασιατών «Η Ανατολή» (1891-1949) που απόκειται στην Εστία Ν. Σμύρνης, έπεσα πάνω σε ένα γράμμα, που έγραψε ο ιερέας Θ. Καμπερίδης στις 12 Ιουλίου 1921 από τον Μανταμάδο. Με αυτό ο ιερέας παρακαλούσε τον πρόεδρο του Συλλόγου «Η Ανατολή», καθηγητή Φιλοσοφίας Μαργαρίτη Ευαγγελίδη να μεσολαβήσει ώστε ο γιος του, μέσω ενός κληροδοτήματος (Παρθένιο) να εισαχθεί στη Ριζάρειο σχολή.

Έως εδώ τα πράγματα φαίνονταν κανονικά, μιας και ο Σύλλογος αυτός λειτουργούσε σαν ένα υπουργείο πολιτισμού, ας πούμε, που σκοπό είχε να βοηθά τις Μικρασιατικές ελληνικές κοινότητες αλλά και τις κοινότητες των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, για την επίλυση προβλημάτων, σχετικών με την ίδρυση και επάνδρωση σχολείων, την ενίσχυση συλλόγων, την παροχή βοηθημάτων για σπουδές σε νέους και νέες και διάφορα συναφή προβλήματα.

Ωστόσο, καθώς ο ιερέας Θ. Καμπερίδης περιέγραφε το πρόβλημά του διαπίστωνα ότι ο ιερέας αυτός, του οποίου το μικρό όνομα κάλυπτε το αρχικό Θ., δεν ανήκε στη γνωστή σε μένα σειρά των ιερέων που υπηρέτησαν στον Μανταμάδο το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Μάλιστα, όπως ο ίδιος έγραφε, ήταν ιερέας-πρόσφυγας από τη Μηχανιώνα της Προποντίδας. Κατά συνέπεια ο παπάς αυτός πρέπει να ανήκε στους πρώτους πρόσφυγες που κινήθηκαν σε ελληνικά μέρη, πριν από την Μικρασιατική καταστροφή, καθώς οι διωγμοί εναντίον του ελληνικού στοιχείου είχαν αρχίσει αρκετά χρόνια πριν από την κορύφωση του προσφυγικού δράματος. Γνωρίζουμε, άλλωστε ότι στη Μηχανιώνα και σε άλλες πόλεις της Προποντίδας ήδη κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) είχαν ξεσπάσει διωγμοί εναντίον του ελληνικού στοιχείου. Πιθανότατα λοιπόν ο ιερέας Θ. Καμπερίδης ήταν ένας από τους πρώτους που εγκατέλειψε την πατρίδα του για να βρεθεί στη Λέσβο και συγκεκριμένα στον Μανταμάδο, ακολουθώντας μια πορεία, της οποίας τα ίχνη μας είναι ακόμα άγνωστα.

Εξάλλου, ο ίδιος παπάς, Θ. Καμπερίδης, γράφει στο γράμμα του ότι σχετικό αίτημα είχε κάνει και πριν από ένα χρόνο, αλλά δεν έγινε δεκτό, επειδή ο γιος του δεν διέθετε τα τυπικά προσόντα, που λέμε σήμερα. Γι’ αυτό, όπως γράφει, φρόντισε ώστε ο γιος του να φοιτήσει και να τελειώσει την Γ΄ τάξη του Ελληνικού σχολείου, που ισοδυναμούσε με την Β’ τάξη του εξαταξίου Γυμνασίου και κατά συνέπεια τώρα διέθετε τις απαραίτητες γραμματικές γνώσεις. Δεδομένου μάλιστα ότι ο Μανταμάδος διέθετε την εποχή αυτή Ελληνικό Σχολείο, είναι πολύ πιθανόν ο ιερέας να παρέμεινε στον Μανταμάδο για αρκετό διάστημα, αναμένοντας μάταια «να επανακάμψη εις την πατρίδα του Μηχανιώνα», τονίζοντας έτσι την ελπίδα που έτρεφαν οι πρόσφυγες πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή ότι θα επέστρεφαν και πάλι στις εστίες τους.

Δεν γνωρίζουμε τελικά ποια τύχη είχε το αίτημα του ιερέα Θ. Καμπερίδη. Δεν γνωρίζουμε επίσης τι απέγινε ο ίδιος και η οικογένειά του, επειδή είναι φανερό ότι δεν παρέμεινε στον Μανταμάδο, καθώς δεν μνημονεύεται ανάμεσα στους παπάδες του χωριού. Ίσως να έφυγε για κάποιο άλλο χωριό που είχε ανάγκη ιερέα, ίσως να κινήθηκε προς την βόρεια Ελλάδα, όπου ιδρύθηκε η Νέα Μηχανιώνα και όπου από μια πρόχειρη έρευνα διαπίστωσα ότι το επώνυμο Καμπερίδης υφίσταται και τώρα ακόμα, ενώ, αντίθετα, τέτοιο δεν συγκαταλέγεται ανάμεσα στα οικογενειακά επώνυμα του Μανταμάδου. Πάντως, όπως και να έχει κάποια ίχνη θα έχει αφήσει στο αρχείο της πρώην κοινότητας Μανταμάδου ή στο αρχείο του Ταξιάρχη.

Θέλω όμωςνα κλείσω με την κατάληξη της επιστολής του παπα-Θ. Καμπερίδη, ο οποίος, όπως γράφει στον Μαργαρίτη Ευαγγελίδη: μη δυνάμενος κατ’ άλλον τρόπον να ανταμείψω Υμάς, θα εύχωμαι εν τη εκτελέσει των ιερατικών καθηκόντων μου διαρκώς προς τον Ύψιστον, υπέρ ακλονήτου υγείας και μακροημερεύσεως της φιλτάτης μοι οικογενείας σας».

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019 16:20

Ενθυμήσεις Μόριας (β)

Γράφαμε στην τελευταία μας επιφυλλίδα, η οποία έχει χάσει πλέον την ανά 15νθήμερο περιοδικότητά της, φαντάζομαι λόγω πληθώρας ύλης που συγκεντρώνεται για την εβδομαδιαία τώρα πια έκδοση του Εμπρός, για τις ενθυμήσεις (τα σημειώματα που οι κάτοχοι ή αναγνώστες έγραφαν στα κενά μέρη της αρχής ή του τέλους ενός βιβλίου), που συναντούμε στα βιβλία της βιβλιοθήκης του Ιωσήφ Μαύρου της Μόριας. Μάλιστα μπορέσαμε από αυτές να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η συλλογή αυτή που δεν αποτελείται μόνο από βιβλία του Μαύρου, αλλά και από προσφορές βιβλίων στο σχολείο του χωριού και από άλλα βιβλία που συγκεντρώθηκαν στο χωριό αυτό.

Σήμερα θα συνεχίσουμε με την παράθεση κάποιων ακόμα ενθυμήσεων, που ανακαλούν στοιχεία του παρελθόντος. Η παρακάτω ενθύμηση, αναφέρεται στην καταστροφή των Μοσχονησίων (Ιούνιος 1821). Είναι μία έμμετρη, ενθύμηση του Μοσχονησιώτη ιερωμένου Καλλινίκου, που αναγράφεται σε ένα βιβλίο της συλλογής Ιωσήφ Μαύρου και ανακαλεί τα τραγικά γεγονότα του Ιουνίου 1821: «Και τόδε κτήμα πέφυκεν/ εμού του Καλλινίκου/ ξένον δε και αλλότριον να γένη/ δεν το θέλω, γιατί γιατ’ ήτονε/ εξ αρπαγής και έπεσε σε μένα/ και γιολουντέ το άρπαξα γιατ’ είμαι εις τα ξένα/. Ο εκ των κατακαϊμένων Μοσχονησίων Καλλίνικος/ τω καω κατά Ιούνιον».

Πράγματι η ενθύμηση αυτή είναι μεγάλης ιστορικής σημασίας, καθώς έχουμε τον Καλλίνικο, πιθανόν διασωθέντα από την καταστροφή του Μοσχονησιού, να διασώζει ένα βιβλίο που στο βρήκε στο δρόμο (γιολουντέ), πιθανόν λεία από την αρπαγή των υπαρχόντων των Μοσχονησιωτών, όταν βρισκόταν στα ξένα. Βέβαια τα ξένα, που αναφέρει ο Καλλίνικος μπορεί να είναι και η Μυτιλήνη, ή κάποιος άλλος κοντινός τόπος όπου θα εκτίθονταν σε πώληση η λεία του Μοσχονησιού και του Αϊβαλιού. Εντύπωση εξάλλου αποτελεί και η παράθεση της ημερομηνίας του γεγονότος (Ιούνιος 1821), δηλαδή ταυτόχρονα ή λίγο μετά από την καταστροφή του οικισμού.

Μια άλλη ενθύμηση δωρεάς βιβλίου προς το Αλληλοδιδακτικό σχολείο της Μόριας αναγράφεται σε ένα βιβλίο τυπωμένο στη Βιέννη το 1820 (Άτλας της Περιηγήσεως του Ν. Αναχάρσιδος...). Στον δεύτερο -λοιπόν- τόμο αλλά και στον τρίτο της σειράς αυτής αναγράφεται η παρακάτω ενθύμηση: «Ευστράτιος Φωτή. 14/7/1864. Τη βιβλιοθήκη του Αλληλοδιδακτικού σχολείου της Μώρειας, Ακίνδυνος Χρηστοφίδης εξ Αγιάσου». Για τα πρόσωπα αυτά δεν γνωρίζω τίποτε, ούτε για τα κίνητρα που ωθούν τον Αγιασιώτη Ακίνδυνο Χρηστοφίδη να δωρίσει το βιβλίο αυτό στο σχολείο της Μόριας. Σημειώνω εδώ ότι ο ίδιος έχει προσφέρει και άλλα βιβλία στο σχολείο, όπως δείχνουν άλλες παρόμοιες ενθυμήσεις, που δεν χρειάζεται να επαναλάβω.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα ενθύμηση, που μπορεί να μας δείχνει την κίνηση ενός βιβλίου, μέσω του κατόχου του, είναι η εκείνη του γνωστού λογίου Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων. Ο διαπρεπής, λοιπόν, λόγιος προσφέρει στον μητροπολίτη Σμύρνης Αθανάσιο ένα βιβλίο, του οποίου συγγραφέας είναι ο ίδιος, με την παρακάτω ενθύμηση: «Τω πανιερωτάτω και σεβασμιωτάτω μητροπολίτη αγίω Σμύρνης, κυρίω κυρίω Αθανασίω, ευλαβώς προσήνεγκεν ο συγγραφεύς». Το ενδιαφέρον λοιπόν στοιχείο είναι να εντοπίσει κανείς τη διαδρομή που κάνει το βιβλίο αυτό, από τη μητρόπολη Σμύρνης στη βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου, δεδομένου ότι και σε άλλα βιβλία της βιβλιοθήκης της Μόριας, δηλώνεται ως κάτοχος ο μητροπολίτης Σμύρνης Αθανάσιος. Μια άλλη ενθύμηση εξάλλου συνεχίζει την ιστορία του Αθανασίου, καθώς αναφέρει: «Εκ των του Σμύρνης Αθανασίου ηγοράσθησαν και οι δύω τόμοι από τον κυρ Μεθόδιον διά 70 γρόσια, 1849, Σεπτεμβρίου 15», ενώ παρακάτω δηλώνεται η ταυτότητα του Μεθοδίου που αγόρασε τα βιβλία: «1842, και τόδε συν τοις άλλοις υπάρχει καμού Μεθοδίου ιερομονάχου Κυπρέου και Κυκκότου».

Απίστευτες διαδρομές βιβλίων, που αλλάζουν χέρια για να καταλήξουν στη βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου στη Μόρια. Όλα αυτά όμως μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας άλλης πιο συστηματικής μελέτης, που θα αναληφθεί για τον Ιωσήφ Μαύρο, την προσωπικότητά του, τη δράση του και βέβαια τα βιβλία του.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019 15:36

Ενθυμήσεις Μόριας (α)

Τις δύο προηγούμενες επιφυλλίδες αφιερώσαμε σε ενθυμήσεις που βρίσκονται στα φύλλα παλαιών βιβλίων που απόκεινται στο Δημοτικό Σχολείο Μανταμάδου. Ωστόσο, είμαι βέβαιος ότι το ίδιο συμβαίνει και σε άλλα χωριά της Λέσβου, όπου διατηρούνται βιβλιοθήκες, όπως στην Αγία Παρασκευή, στο Πλωμάρι, στη μονή Λειμώνος, στο Α΄ Γυμνάσιο (Λύκειο) Μυτιλήνης, στην Αγιάσο και όπου αλλού. Είπαμε ακόμα ότι αυτά που γράφονται με το χέρι ανθρώπων πάνω στα παράφυλλα ή στα κενά διαστήματα των σελίδων έχουν μεγάλη ιστορική σημασία, επειδή από τη μια δηλώνουν τους κατόχους του βιβλίου και τη διαδρομή του μέχρι να καταλήξει εκεί που τελικά βρίσκεται, και από την άλλη, πολλές φορές απομνημονεύονται σημαντικά γεγονότα: γεννήσεις, θάνατοι, φυσικά φαινόμενα, επιδημίες, σεισμοί, τιμές προϊόντων, πόλεμοι, επιδρομές, ποιήματα και ό,τι άλλο κρίνει αξιομνημόνευτο ο κάτοχος ή ο αναγνώστης του βιβλίου. Μπορούμε λοιπόν να φαντασθούμε την ιστορική αξία που θα έχει η συγκέντρωση των ενθυμήσεων, όλων των χρονικών αυτών σε σώμα και πόσα θα προσφέρει στην ιστορία κάθε τόπου, της Ελλάδας γενικότερα.

Σήμερα λοιπόν ο λόγος είναι για τη βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου, που βρισκόταν αρχικά στο Δημοτικό Σχολείο της Μόριας, όπου είχα τη δυνατότητα να καταγράψω τη δεκαετία του 1980, με τη βοήθεια του δάσκαλου Γ. Στόικου (Με χαρά πληροφορήθηκα τελευταία ότι πρόκειται να γίνει ψηφιακή καταγραφή των βιβλίων, που έχουν διασωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους..., αλλά οι απώλειες είναι πράγματα που συμβαίνουν και για τα οποία ο λόγος όταν με το καλό πραγματοποιηθεί το έργο).

Η βιβλιοθήκη λοιπόν του λόγιου ιεροκήρυκα και σχολάρχη Ναυπλίου από τη Μόρια, Ιωσήφ Μαύρου: 1805-1879 (για τον οποίο έχουμε αρκετές πληροφορίες, αλλά εκκρεμεί μια καλή βιογραφία του), όπως είναι φυσικό περιλαμβάνει τα βιβλία του, που είναι πολλά και σημαντικά και δείχνουν το εύρος της λογιοσύνης, των ενδιαφερόντων του, των σχέσεών του με άλλους λογίους, τις γλώσσες που γνώριζε.

Ωστόσο, αν προσέξουμε με προσοχή τις σφραγίδες που υπάρχουν σε πάνω από 200 (από τα 600 περίπου βιβλία) διαπιστώνουμε ότι ανήκαν σε μια Αδελφότητα, σε ένα σωματείο του χωριού. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι δεν ήταν όλα τα βιβλία του Μαύρου, ή ότι εκείνος τα χάρισε στην Αδελφότητα, αν αυτή υπήρχε τη στιγμή του θανάτου του (1879) και από αυτήν πέρασαν στο σχολείο, όταν διαλύθηκε. Ένα στοιχείο λοιπόν διαφορετικό για την ομοιογένεια της συλλογής.

Το άλλο βέβαια είναι οι καθαυτό ενθυμήσεις που υπάρχουν στα βιβλία, που είναι αρκετές, διάσπαρτες και το σημαντικότερο, ορισμένες φορές υπερβαίνουν το τοπικό πλαίσιο αναφοράς.

Διαβάζουμε έτσι πάνω σε βιβλίο των αρχών του 18ου αι.: «Και τόδε ξυν τοις άλλοις πέφυκε καμού Λουρέντζου Σουμαρίπα του εκ της νήσου Νάξου», δηλαδή ο κάτοχός του ήταν ένας Νάξιος, της γνωστής οικογένειας και με κάποιο τρόπο βρέθηκε στη Μόρια. Σε ένα άλλο βιβλίο του 1599 αναφέρεται: «Και τόδε συν τοις άλλοις Αθανασίου πέλει Γεωργιάδου Μανούση Σιατιστέως, 1727, Σεπτεμ. 23».

Σε ένα τρίτο βιβλίο του 1802 (Γραμματική Λασκάρεως) υπάρχουν οι παρακάτω ενδιαφέρουσες καταγραφές: «Εκ των του Παναγιώτου Λεσβίου, 1829, Μαρτίου 25, Μυτιλήνη» και με άλλο χέρι στο ίδιο βιβλίο: «Προσφέρεται εις το Αλληλοδιδακτικόν σχολείον της Μόριας, παρά του Παναγιώτου Αποστόλου Πουπουλιού, τη 9 Μαΐου 1849, Μώρια». Να λοιπόν μια ωραία μαρτυρία για το πώς βρέθηκαν ορισμένα βιβλία στο Σχολείο της Μόριας και βέβαια αυτά δεν ανήκαν στη βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου, αφού αφιερώνονται απευθείας στο σχολείο. Το ίδιο δηλώνουν και οι ενθυμήσεις σε ένα άλλο βιβλίο, όπου αναφέρεται: «Βίβλος πέφυκεν Θεοδώρου Γαζή, νυν δε αυτού απόντος πέφυκεν Παναγιώτου Μιτυληναίου, 1824 Οκτωμβρίου 17», και λίγο πιο παρακάτω: «Προσφέρεται εις το Αλληλοδιδακτικόν σχολείον Μώριας παρά του Παναγιώτου Αποστολίδου Πουπουλιού, τη 9 Μαίου 1849, Μώρια».

Με όλα αυτά τα στοιχεία και με όσα θα αναφέρουμε στην επόμενη επιφυλλίδα μας, πέρα από τη σημασία της συλλογής Ιωσήφ Μαύρου, αρχίζουν να εμφανίζονται και άλλα στοιχεία το χωριού της Μόριας (Σχολείο, Αδελφότητα, πρόσωπα που συνδέονται με αυτά).

Τρίτη, 05 Φεβρουαρίου 2019 12:48

Ενθυμήσεις Μανταμάδου (β)

Πριν συνεχίσουμε με τις ενθυμήσεις από τον Μανταμάδο και συγκεκριμένα από τις ενθυμήσεις που υπάρχουν πάνω στα βιβλία που φυλάσσονται στο Δημοτικό σχολείο του χωριού, κρίνω σκόπιμο να επανέλθω στο γενικό ζήτημα των ενθυμήσεων ή βραχέων χρονικών.

Το ιστορικό αυτό ζητούμενο, δηλαδή της συγκέντρωσής του σε σώμα, όσον αφορά τον ελλαδικό χώρο, εξακολουθεί να παραμένει ως αίτημα της επιστήμης, παρά τις προσπάθειες και τα σχέδια. Ωστόσο έχω τη γνώμη ότι εν τω μεταξύ και εν όψει της εκπόνησης του μεγάλου αυτού έργου, το οποίο ενδέχεται να μην πραγματοποιηθεί ποτέ, είναι εφικτό κάθε τόπος και εν προκειμένω η Λέσβος, να συγκεντρώσει τις ενθυμήσεις που διασώζονται στις συλλογές βιβλίων του νησιού (π.χ. Μονής Λειμώνος), εκδεδομένες και ανέκδοτες. Είμαι βέβαιος ότι με την ανάληψη και ολοκλήρωση ενός τέτοιου έργου θα έχει συντελεσθεί η συγκρότηση μιας σημαντικής ιστορικής πηγής για το νησί, την αξία της οποίας ενδεχομένως να μην μπορούμε ακόμα να φαντασθούμε.

Επιστρέφουμε λοιπόν στον Μανταμάδο και τα βιβλία του. Λέγαμε ότι στο Δημοτικό σχολείο τα βιβλία που φυλάσσονται προέρχονται από τη διάλυση της Λέσχης «Η Πρόοδος» και από προσφορές προσώπων, όπως ο μητροπολίτης Πορφύριος αλλά και άλλα πρόσωπα. Ένα από αυτά, που αναγράφεται σε αρκετά βιβλία, είναι το όνομα του μοναχού Δανιήλ, ο οποίος αναφέρεται με διάφορες ιδιότητες: Αφιέρωμα πρωτοσυγγέλου Δανιήλ ή και τόδε Δανιήλ μοναχού και υποδιακόνου, του εκ της Δημητζάνης ή Το παρόν Χρυσοστομικόν, αος τόμος Χρυσοπηγή καλούμενος, υπάρχει καμού του ιεροδιακόνου Δανιήλ μιτυληναίου εκ κόμης Μανδαμάδου, ηγοράσθη δε παρ’ εμού εξ ενός Χιοπολίτου και όστις κτλ.

Πέρα όμως από τις ενθυμήσεις, οι οποίες αναφέρονται σε τοπικά γεγονότα ή συμβάλλουν στη διασταύρωση πληροφοριών για πρόσωπα καταγόμενα από το χωριό του Μανταμάδου ή γενικότερα τη Λέσβο, υπάρχουν πάνω στα βιβλία του σχολείου και ενθυμήσεις που ξεφεύγουν από το τοπικό ιστορικό πλαίσιο.

Διαβάζουμε λ.χ. σε βιβλίο («Γρηγορίου του Ναζιανζηνού του Θεολόγου Άπαντα...»): ... νυν δε εις χρήσιν Νικολάου Μαυροκορδάτου Κωνσταντινουπολίτου μεγάλου λογοθέτη της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και Γενικού Ερμηνέως της των οθωμανών βασιλείας, του δισεγγόνου του μακαρίου και περιφήμου Σκαρλάτου, αψηω, μαρτίου ιγη.

Με άλλα λόγια στο Δημοτικό σχολείο του Μανταμάδου υπάρχει βιβλίο, που όπως γράφει με το χέρι του ο κάτοχός του στις 13 Μαρτίου 1708, ανήκε στη συλλογή του Φαναριώτη Νικολάου Μαυκορδάτου (1670-1730), που υπηρέτησε ως μεγάλος δραγουμάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ηγεμόνας της Μολδαβίας (1709) και της Βλαχίας (1715, 1719-1730) και υπήρξε και συγγραφέας σημαντικών έργων (Ψόγος Νικοτιανής, Φιλοθέου Πάρεργα κτλ).

Και σαν μην έφθαναν όλα αυτά πάνω στο ίδιο βιβλίο υπάρχει και άλλη ενθύμηση, το ίδιο σημαντική: Κτήμα Μελετίου του ιερομονάχου του εξ Αθηνών... νυν δε εις χρήσιν Αλεξάνδρου Γγίκα, μεγάλου λογοθέτου και γενικού (δυστυχώς η συνέχεια δεν διασώζεται γιατί η σελίδα είναι φθαρμένη.

Έχω την εντύπωση ότι ο Μελέτιος είναι ο Μελέτιος Μήτρου (1661-1713), μετέπειτα μητροπολίτης Αθηνών και συγγραφέας της περίφημης Γεωγραφίας, ενώ ο Αλέξανδρος Γκίκας ανήκει στην χορεία των Φαναριωτών ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας.

Όλα αυτά τα πολύ σημαντικά στοιχεία λοιπόν ανευρίσκονται σε ένα βιβλίο του Δημοτικού σχολείου Μανταμάδου και θα είναι ενδιαφέρον να αναζητήσουμε μέσα από ποιους δρόμους (πιθανότατα μέσω του Μανταμαδιώτη μητροπολίτη Πορφυρίου) ένα τέτοιο τεκμήριο ιστορικό κατέληξε στο χωριό.

Περαιτέρω και πέρα από τα ιστορικά στοιχεία πάνω στα βιβλία και ειδικότερα πάνω στα βιβλία του Δημοτικού σχολείου Μανταμάδου βρίσκουμε και νόστιμες ποιητικές καταγραφές, όπως εκείνες που υπάρχουν σε ένα βιβλίο που χάρισε ο γνωστός μας, τώρα πια, Δανιήλ.

Στα παράφυλλα λοιπόν ενός βιβλίου του 1782 αναγράφονται διάφορα στιχουργήματα, από τα οποία αναφέρω το πλέον νόστιμο (το οποίο αναγράφεται και σε καραμανλίδικη γραφή: τουρκικά αποδιδόμενα με ελληνικούς χαρακτήρες) και με το οποίο θα κλείσουμε την παρούσα επιφυλλίδα μας:

Τρία διασκεδάζουσι την λύπην του ανθρώπου

Πράσινον χόρτον και νερό και ομορφιά προσώπου.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019 17:15

Ενθυμήσεις Μανταμάδου (α)

Είναι αλήθεια ότι με τη μετατροπή του Εμπρός από ημερήσιο φύλλο σε εβδομαδιαίο έχασα κάπως τη συγκέντρωσή μου, η εφημερίδα δεν έρχεται πλέον καθημερινά με το ταχυδρομείο να μου θυμίζει την παρουσία και τις υποχρεώσεις μου και η στήλη μου άρχισε να γίνεται ακατάστατη. Άλλωστε, όπως είναι φυσικό τώρα πλέον υπάρχει ύλη πλεονάζουσα και πολλοί συνεργάτες...

Όμως όλα αυτά είναι πράγματα φυσιολογικά, συμβαίνουν και εις Παρισίους και είτε έτσι είτε αλλιώς κάποια επαφή θα διατηρήσουμε συν θεώ και καθώς η παρούσα είναι η πρώτη επιφυλλίδα του νέου έτους, θέλω να ευχηθώ σε όσους αναγνώστες έχουν την υπομονή να ασχολούνται με την ιστορία και να διαβάζουν τη στήλη αυτή, αλλά και σε όσους θα ρίξουν τη ματιά τους διαγώνια και συμπτωματικά σε αυτό το κείμενο, να ευχηθώ λοιπόν «Καλή Χρονιά με υγεία».

Σκέφτηκα να αρχίσω τον νέο χρόνο γράφοντας για τον γενέθλιο τόπο, τον Μανταμάδο των παιδικών μου χρόνων και των μελλοντικών ιστορικών ενασχολήσεων.

Στον Μανταμάδο λοιπόν και συγκεκριμένα στο Δημοτικό σχολείο του χωριού απόκειται μια μικρή συλλογή παλαιών βιβλίων. Είχα παλαιότερα την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αρχίσω την καταγραφή των βιβλίων αυτών, προκειμένου να συνταχθεί ένας μικρός κατάλογος, αλλά δυστυχώς οι συγκυρίες δεν μου επέτρεψαν να τον ολοκληρώσω, όταν πρόσφατα θέλησα να το κάνω. Ωστόσο κάποια στοιχεία από την καταγραφή αυτή, δηλαδή από τις ενθυμήσεις πάνω στα βιβλία, μου επιτρέπουν να παραθέσω ορισμένες πληροφορίες για τη συγκρότηση της βιβλιοθήκης, που κατά μείζονα λόγο αποτελούν και στοιχεία για το σχολείο αλλά και για άλλα σωματεία του Μανταμάδου και των ανθρώπων του.

Η μικρή λοιπόν συλλογή άρχισε να συγκροτείται από τα μέσα του 19ου αι. και εφεξής κυρίως από δωρεές βιβλίων Μανταμαδιωτών ιερωμένων και λαϊκών. Βρίσκουμε έτσι, ανάμεσα στα άλλα, βιβλία που προσέφερε: το προσκύνημα του Ταξιάρχη, βιβλία που κατατέθηκαν στο σχολείο μετά τη διάλυση της Λέσχης Μανταμάδου «Η Πρόοδος» (σύμφωνα με το Καταστατικό της), βιβλία του Μανταμαδιώτη μητροπολίτη Μυτιλήνης (πρώην Σερρών) Πορφυρίου (πέθανε στις 9 Φεβρ. 1852 και την ημερομηνία αυτή φέρουν τα βιβλία του που κατατέθηκαν στο σχολείο, πιθανόν σύμφωνα με δική του επιθυμία). Άλλοι δωρητές βιβλίων στη σχολή του Μανταμάδου είναι ο Χαράλαμπος Ν. Αδαλής, ο Στρατής Ελευθερέλλης, ο Στρατής Αθανάσης, ο ιεροδιάκονος Πατρίκιος Μυτιληναίος «εκ κόμης Μανδαμάδου», ο πρωτοσύγκελλος Δημητσάνας Δανιήλ «εκ κόμης Μανδαμάδου» και φυσικά και άλλοι που δεν πρόλαβα να καταγράψω.

Πέρα όμως από τα ονόματα των κτητόρων των βιβλίων και μετέπειτα δωρητών τους προς τη σχολή, συναντούμε και κάποιες άλλες ενθυμήσεις που παρουσιάζουν ιστορικό ενδιαφέρον, σε αναφορά με το τοπικό πλαίσιο, αλλά ορισμένες φορές και πέρα από αυτό, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Έτσι σε βιβλίο του 1553, τυπωμένο στη Βενετία (Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων...) υπάρχει η εξής αναγραφή: «1837: Ιουλίου: 1η: επίασαν, διά προσταγής του Σουλτάνου τον Μιχαήλον Σεβαστού: και Στυλιανόν Χριστόφαν, οίτινες διά του ατμοκινήτου εστάλθησαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπως αυτού το τακτικόν εξασκηθώσι, αρχή ωδίνων!!!! Εν Μανδαμάδω, Αναγνώστης Μιχαήλ».

Προφανώς η παραπάνω ενθύμηση αναφέρεται στη στρατολογία δύο Μανταμαδιωτών, οι οποίοι ως οθωμανοί πολίτες έπρεπε να υπηρετήσουν στον τακτικό στρατό. Δεν γνωρίζω καλά τον τρόπο στρατολογίας που εφάρμοζε τα χρόνια αυτά η Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά η όλη παράθεση υπονοεί μάλλον βίαιη σύλληψη των δύο νέων από τον Μανταμάδο και αποστολή τους στην Κωνσταντινούπολη για να εξασκηθούν στον τακτικό στρατό της αυτοκρατορίας. Ενδεικτικό, άλλωστε του γεγονότος αυτού, το οποίο δεν φαίνεται να ήταν και τόσο ευχάριστο για τους υποχρεωμένους να υπηρετήσουν, είναι και το σχόλιο του καταγραφέα του γεγονότος: «αρχή ωδίνων», ενώ και αυτή καθαυτή η καταγραφή του γεγονότος στα παράφυλλα ενός βιβλίου της Σχολής Μανταμάδου σημαίνει ότι δεν πρόκειται για κανονικό γεγονός, αλλά για κάτι έκτακτο ίσως και βίαιο και γι’ αυτό καταγράφεται.

Όμως με τις ενθυμήσεις του Μανταμάδου θα ασχοληθούμε και στην επόμενη επιφυλλίδα μας. Κα πάλι: «Καλή Χρονιά».

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018 16:38

Γέρνα: Σκλάβοι των πειρατών

Θα κάνω μια εξαίρεση από τα συνήθη θέματα των επιφυλλίδων μου, που βέβαια αναφέρονται στην ιστορία της Λέσβου, για να παρουσιάσω από τη στήλη αυτή το νέο (πέμπτο) μυθιστόρημα του συντοπίτη μας (από τη Σκάλα Καλλονής) Αντώνη Ν. Δουκέλλη, με τίτλο: Γέρνα: Σκλάβοι των πειρατών, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα.

Ο λόγος της παρουσίασης αυτής δικαιολογείται βέβαια από το περιεχόμενο του βιβλίου, επειδή στην ουσία πρόκειται για μυθιστόρημα που βασίζεται εν πολλοίς στην ιστορία και μάλιστα στην ιστορία της Γατελούζικης Λέσβου (1355-1462), αλλά και πέραν αυτής, όπως θα εξηγήσω παρακάτω.

Ήδη ο τίτλος του βιβλίου Γέρνα, ανακαλεί στη μνήμη μας τον ομώνυμο οικισμό στον κόλπο της Καλλονής, ο οποίος μνημονεύεται στις ιστορικές πηγές τουλάχιστον έως τις αρχές του 17ου αιώνα - στην περιγραφή της Λέσβου (1622) του μητροπολίτου Μυθύμνης Γαβριήλ.

Ο οικισμός αυτός εγκαταλείφθηκε, πιθανόν λόγω αφόρητων πιέσεων από πειρατικές επιδρομές και από ορισμένους τοπικούς ιστορικούς, όπως λ.χ. ο Χρ. Παρασκευαΐδης, υποστηρίχθηκε ότι οι κάτοικοί του αποτέλεσαν τμήμα του οικισμού της σημερινής Αγίας Παρασκευής.

Με βάση τα στοιχεία αυτά αλλά και τις γενικότερες πληροφορίες από την περίοδο των Γατελούζων, η οποία, όπως ήδη έχω γράψει πολλές φορές και στη στήλη αυτή, αποτελεί περίοδο ανάπτυξης για το νησί μας, ο Αντώνης Δουκέλλης πλάθει τον ιστό ενός μυθιστορήματος, παρέχοντας στις σελίδες του βιβλίου του, πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία που ανακαλούν συγκεκριμένα στοιχεία της περιόδου αυτής. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν περιορίζει την αφήγησή του στα γατελούζικα πράγματα του νησιού, αλλά ξεφεύγει από το τοπικό πλαίσιο και ανάγεται στο ευρύτερο Μεσογειακό.

Εκεί, όπως είναι γνωστό την περίοδο αυτή υπάρχει έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στη Γένοβα και τη Βενετία αλλά και των δύο μαζί έναντι των Τούρκων και βέβαια υπάρχει ακόμα σε αγωνιώδη φθορά η άλλοτε κραταιά Βυζαντινή αυτοκρατορία. Έτσι οι ανάγκες της μυθοπλασίας και τα ιστορικά αιτήματα του Αντώνη Δουκέλλη θα τον υποχρεώσουν να οδηγήσει τους ήρωές του αρχικά στη Βενετία και πολύ περισσότερο στη Γένοβα, στη συνάφεια με το νησί της Κύπρου και ιδιαίτερα της ξακουστής Αμμοχώστου. Και η εμπλοκή του Αντώνη με τα μέρη αυτά δεν είναι επιδερμική, αλλά με συστηματική προσέγγιση θα επιχειρήσει να παρουσιάσει πολλά στοιχεία από την οργάνωση των πόλεων-κρατών της Βενετίας και της Γένοβας, όπου βέβαια εμφανίζονται να κινούνται οι ήρωες του μυθιστορήματος.

Πέρα από αυτά όμως το μυθιστόρημα βασίζεται και σε ένα άλλο φαινόμενο που χαρακτηρίζει τους μέσους αιώνες: εννοώ το φαινόμενο της πειρατείας, είτε υπό τη μορφή της άναρχης πειρατείας, είτε της κατευθυνόμενης από πολιτικές οντότητες (κουρσάροι). Οι πειρατές λοιπόν θα προσδιορίσουν τον μυθοπλαστικό άξονα του βιβλίου, αφού αυτοί θα καταστρέψουν την Γέρνα, θα αιχμαλωτίσουν τους ήρωες του βιβλίου και με τον τρόπο αυτό θα τους εξαναγκάσουν βίαια να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να βρεθούν στον κόσμο της Μεσογείου, στον κόσμο που θα αποκομίσει για να εκμεταλλευτεί τη λεία των σκλάβων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί ο αναγνώστης της στήλης αυτής, αλλά κυρίως ο αναγνώστης του μυθιστορήματος του Αντώνη Δουκέλλη, η Γέρνα είναι ένα μυθιστόρημα δίσημης υφής: από τη μια δηλαδή υπηρετεί τους σκοπούς της μυθοπλασίας, όπως οφείλει να κάνει ένα καλό μυθιστόρημα συνεπές προς την ουσία του και από την άλλη, ή παράλληλα, αναδεικνύεται και σε ιστορικό βοήθημα, που θα δώσει, κυρίως στον απληροφόρητο αναγνώστη, τη δυνατότητα να γνωρίσει στοιχεία από τη Λέσβο των Γατελούζων κυρίως, αλλά και από τη φράγκικη Κύπρο, τη Βενετία τη Γένοβα, το φθίνον Βυζάντιο.

Ωστόσο μία επιφυλλίδα δεν είναι δυνατόν να ανταποκριθεί σε πάνω από 530 σελίδες γραπτού λόγου, οπότε ο αναγνώστης του βιβλίου αναλαμβάνει να συμπληρώσει τα κενά και να αφεθεί στην απόλαυση της μυθιστορίας και της ιστορίας.

Γράφαμε πριν από δεκαπέντε ημέρες για το ενδιαφέρον που έδειξε η Νομαρχία της Λέσβου για τη διάσωση ιστορικών τεκμηρίων, όπως αυτό εκδηλώθηκε με εγκύκλιο του νομάρχη Νικ. Μπιράκη, που στάλθηκε στους δήμους και τις κοινότητες του νησιού μας στις 19 Απριλίου 1954. Δημοσιεύσαμε εξάλλου αυτολεξεί το σκεπτικό που οδήγησε στη σύνταξη της εγκυκλίου αυτής, το οποίο συνίσταται στη διάσωση του «πνευματικού υλικού» και θα αποτελούσε «την βάσιν της καλλιεργείας της λαογραφίας» της Λέσβου και Λήμνου, προκειμένου να ωφεληθούν τα νησιά αυτά από «τουριστικής και εν γένει πνευματικής απόψεως».

Φυσικά δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τους σκοπούς της εγκυκλίου αυτής, καθώς έχει συνταχθεί πριν από 70 περίπου χρόνια και οπωσδήποτε υπάρχει διαφορά προσέγγισης των ιστορικών τεκμηρίων. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι αποτελεί μια προσπάθεια συγκέντρωσης και διαφύλαξης ορισμένων πραγμάτων.

Ας σημειώσουμε εξάλλου και τη μέθοδο που προτείνεται εκ μέρους της Νομαρχίας για τη διάσωση των τεκμηρίων. Θα συντάσσεται σημείωμα με τα στοιχεία που ζητούνται, για τα οποία πρέπει να υπάρξει συνεργασία τοπικών παραγόντων: «Διά την συγκέντρωσιν του εν λόγω υλικού συνιστώμεν ὀπως συνεργασθήτε μετά των κοινοταρχών, των γερόντων, των ιερέων και παντός δυναμένου να γνωρίζη, ως και μετά του γραμματέως του Δήμου ἤ Κοινότητος, όστις θα δακτυλογραφήση το κείμενον».

Στη γραμμή αυτή και προκειμένου να διευκολυνθούν οι κατά τόπους επιφορτισμένοι με το έργο, η Νομαρχία συντάσσει ένα οιονεί ερωτηματολόγιο, το οποίο συνίσταται από τα παρακάτω σημεία: α) «Πού κείται ο Δήμος ή Κοινότης» (ζητούνται και φωτογραφίες του οικισμού, ναών, σχολείων, εργοστασίων κτλ.), β) «Πώς ονομάζεται ο Δήμος ή Κοινότης» (ιστορικό του ονόματος και συναφών μύθων), γ) «Ιστορία του Δήμου ή της Κοινότητος» (ιστορικό ίδρυσης, γεγονότα που συνδέονται με την ίδρυση, τρόποι κατασκευής σπιτιών κτλ), δ) «Ναοί, Μοναί», ε) «Σχολεία» (κατάσταση, ύπαρξη σχολικού κήπου και βιβλιοθήκης, αριθμός μαθητών), στ) «Δρόμοι Δήμου ή Κοινότητος» (κατάσταση, ύπαρξη αποχέτευσης, αποχωρητηρίων), ζ) «Ύδρευσις» (κατάσταση προμήθειας νερού και γνωμάτευση χημικού), η) «Ψυχαγωγία κατοίκων» (αριθμός καφενείων, πανηγύρια, παραδόσεις, αγώνες, κινηματογράφοι, ξενοδοχεία), θ) «Ποίαι αι παραδόσεις, προλήψεις, δεισιδαιμονίαι» (Προλήψεις για τη γέννηση παιδιού, τη βάπτιση, τον γάμο, τους νεκρούς, τους βρικόλακες, τις κηδείες, τα τραγούδια. Καταγραφή παραδοσιακών ασμάτων σε εκκλησιαστική μουσική ή σε πεντάγραμμο, ι) «Φυσικαί καλλοναί», ια) «Ασχολίαι κατοίκων», ιβ) «Ιατροί-Φαρμακεία» (λουτροπηγές), ιγ) «Οικοτεχνία» (επεξεργασία πρώτων υλών στα σπίτια, υφαντική, ταπητουργία, πλεκτική, κεντητική, αγγειοπλαστική, βαρελοποιία, ξυλογλυπτική, καλαθοπλεκτική κτλ.), ιδ) «Βλάστησις» (Δάση, είδη δασών, φυτά, ασυνήθιστα φυτά κτλ.), ιε) «Αρχαιότητες» («Από τουριστικής και πάσης άλλης απόψεως (αρχαιολογικά κτλ.), χειρόγραφα παλαιά, ή κώδικες επιτροπικοί, δημογεροντικά, σχολικοί, ή έγγραφα παλαιά, σουλτανικά φιρμάνια, πατριαρχικά σιγίλλια, επισκοπικοί εγκύκλιοι κλπ. ή κτηματολόγια του περασμένου αιώνος εις την Κοινότητα, την εκκλησίαν, τα σχολεία ή εις χείρας ιδιωτών. Επιγραφαί οιασδήποτε εποχής, αρχαίας Ελληνικής, Ρωμαϊκής, Βυζαντινής και Τουρκοκρατίας ή Βυζαντινοί ναοί ερειπωμένοι ή άλλαι αρχαιότητες».

Από την ενδιαφέρουσα αυτή εγκύκλιο της Νομαρχίας Λέσβου, στην οποία θίγεται το σύνολο σχεδόν της ιστορικής και αρχαιολογικής κατάστασης κάθε επιμέρους οικισμού της Λέσβου και της Λήμνου, σημείωσα επί λέξει την ιε´ και τελευταία παράγραφο. Φυσικά και όλες οι προηγηθείσες έχουν τη σημασία τους, όμως στην τελευταία εντοπίζεται αυτό που ονομάζουμε ιστορικά τεκμήρια, είναι μάλιστα πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο συντάκτης της εγκυκλίου γνωρίζει καταλεπτώς σχεδόν όλες τις κατηγορίες των τεκμηρίων και σε αυτές αναζητά απαντήσεις.

Σχολιάσαμε την παραπάνω εγκύκλιο της Νομαρχίας Λέσβου του 1956 και παραθέσαμε ορισμένα σημεία της, προκειμένου να αναδείξουμε το ενδιαφέρον της Νομαρχίας για την κατάσταση των ιστορικών τεκμηρίων.

Ωστόσο, όπως καθένας μπορεί να υποθέσει και να αναρωτηθεί το σημαντικότερο είναι η ανταπόκριση που εκδηλώθηκε εκ μέρους των τοπικών παραγόντων προκειμένου να απαντηθούν τα ερωτήματα που έθετε ο Νομάρχης. Και περαιτέρω: άραγε φυλάσσονται στα αρχεία της Νομαρχίας οι αναφορές των Δήμων και κοινοτήτων. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να εντοπίσει κανείς τα σχετικά κείμενα. Ίσως κρύβουν και εκπλήξεις...

Όπως θα γνωρίζουν ασφαλώς οι αναγνώστες της εφημερίδας αυτής το «Εμπρός», λόγω της νέας πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί και στον τύπο, πράγμα το οποίο ανέλυσε συστηματικά ο διευθυντής του Μ. Μανώλας, θα εκδίδεται πλέον κάθε Σάββατο, δηλαδή η συχνότητά του θα είναι εβδομαδιαία και όχι καθημερινή. Στη νέα αυτή μορφή ο Μανώλης μου έκανε την τιμή να ζητήσει να συνεχίσω την συνεργασία μου. Έτσι οι αναγνώστες αυτής της επιφυλλίδας θα μας βρίσκουν κάθε δεκαπέντε μέρες στο «Εμπρός» του Σαββάτου, το οποίο, από καρδιάς εύχομαι να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα με τον καλύτερο τρόπο, για το καλό του νησιού μας.

Πολλές φορές έχω γράψει από τη στήλη αυτή για την ανάγκη διάσωσης των πάσης φύσεως ιστορικών τεκμηρίων και την ανάγκη να διαθέτουν οι πολίτες και ιδιαίτερα όσοι βρίσκονται σε κρίσιμες θέσεις του κρατικού μηχανισμού -και όχι μόνο- την ευαισθησία και την ετοιμότητα να διασώζουν ότι χαρτί παλιό ή και καινούριο ακόμα, πέφτει στα χέρια τους. Μάλιστα στην απορία τους τι να τα κάνουν αυτά τα παλιά χαρτιά, έχουν από καιρό τη μοναδική δυνατότητα να τα καταθέτουν στο Παράρτημα των Γενικών Αρχείων της Λέσβου (ΓΑΚ Νομού Λέσβου).

Φυσικά η παρατήρηση και η παρότρυνση αυτή δεν αποτελεί δική μου επινόηση, αλλά προέρχεται από την ανάγκη διάσωσης των ιστορικών τεκμηρίων και μέσω αυτών της γνωριμίας μας με το παρελθόν βάσει τεκμηρίων, πράγμα που για τις κοινωνίες αποτελεί στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για την αντιμετώπιση των δυσκολιών του παρόντος και του μέλλοντος.

Όπως έλεγα, αυτή η ανάγκη που είναι, ας πούμε ένα αίτημα των ειδικών, το οποίο όμως κάποια στιγμή γίνεται και γενικότερο αίτημα, όταν εκφράζεται από ανθρώπους που βρίσκονται επικεφαλής θεσμών με μεγάλο ειδικό βάρος.

Ένα τέτοιο γενικότερο ενδιαφέρον νομίζω ότι εκφράζει ένα έγγραφο της Νομαρχίας Λέσβου που φέρει ημερομηνία 19 Απριλίου 1956 και υπογράφεται από τον τότε νομάρχη Νικ. Μπιράκη. Ο νομάρχης αυτός υπηρέτησε στο νησί μας από τις 16 Ιανουαρίου 1953 έως τις 8 Ιανουαρίου 1957. Πολλά στοιχεία για την παρουσία και τη δράση του μας δίνει ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης στο πολύτιμο βιβλίο του: «Οι νομάρχες της Λέσβου, 1912-2006», (Μυτιλήνη 2006, σελ. 81-87), απ’ όπου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αντλήσει πληροφορίες για το πρόσωπο και τη δράση του.

Εγώ όμως θα περιοριστώ στο έγγραφο που απευθύνει ο νομάρχης αυτός, ένα περίπου χρόνο πριν αφήσει τη νομαρχία της Λέσβου και το οποίο έχει ως αποδέκτες κυρίως τους δημάρχους και τους κοινοτάρχες του νησιού μας, αλλά φαντάζομαι και όλους τους πολίτες. Θα αναφέρω το σκεπτικό του εγγράφου επί λέξει, προκειμένου να γνωρίσουμε την ιδεολογική τοποθέτηση του νομάρχη εν σχέσει προς τα ιστορικά τεκμήρια και εν γένει προς κάθε τεκμήριο του παρελθόντος.

«Είναι γνωστόν εις πάντα πνευματικόν άνθρωπον ότι εις τας νήσους Λέσβον και Λήμνον υπάρχει άφθονον αρχαιολογικόν, ιστορικόν, λαογραφικόν και γενικώς πνευματικόν υλικόν, εν πολλοίς ανεκμετάλλευτον, όπερ ερχόμενον εις φως σποραδικώς και κατά τύχην μέχρι σήμερον καταθέλγει πάντα δυνάμενον να εννοήση την αξίαν του.

Εκ των σποραδικώς τούτων περιπτώσεων δύναταί τις να αντιληφθή ποίαν αξίαν θα έχη το υλικόν τούτο συγκεντρούμενον και ποίαν ωφέλειαν θα παρέξη τόσον εις πάντα πνευματικόν άνθρωπον όσον και εις τας ωραίας ταύτας νήσους από τουριστικής και πνευματικής απόψεως.

Διά τους λόγους τούτους μεταξύ άλλων παρεμφερών ενεργειών ημών, ήχθημεν εις την απόφασιν όπως συγκεντρώσωμεν το εις την περιφέρειάν ημών υπάρχον παντός είδους πνευματικόν υλικόν, όπερ πιστεύομεν ότι θα είναι άρτιον και δεν θα έχη ανάγκην συμπληρώσεως και θα αποτελέση την βάσιν της καλλιεργείας της λαογραφίας των νήσων Λέσβου και Λήμνου.

Προς τον σκοπόν αυτόν πέμπομεν υμίν συνημμένως σημείωμα εις ο ενδεικτικώς όλως αναγράφομεν τα κύρια σημεία περί των οποίων θα ασχοληθήτε. Δύνασθε πάντως να ενδιαφερθήτε διά την ανάπτυξιν και άλλων θεμάτων μη αναγεγραμμένων εν τω ως άνω σημειώματι».

Για όλα αυτά όμως θα μιλήσουμε σε δεκαπέντε ημέρες.

Γράφαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα μας και εν όψει της παρουσίασης του Λευκώματος των Κυριάκου Κουκούλα και Τάσου Μακρή, Ο Πολιχνίτος του 20ού αιώνα, β´ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Μυτιλήνη 2018. σ. 238 (μεγάλου σχήματος), που θα γίνει στην Αθήνα, την Κυριακή, 21 Οκτωβρίου στο ΤΕΕ, για τον Πολιχνίτο σε συνάφεια βέβαια με τη Λέσβο.

Η γενική παρατήρηση που μπορεί κάποιος εύκολα να κάνει, παρατηρώντας απλώς ένα χάρτη του νησιού μας, είναι ότι οι περισσότεροι οικισμοί βρίσκονται στο κεντρικό και ανατολικό μέρος του νησιού, ενώ η παρατήρηση εμπεριέχει και τη διαπίστωση ότι στο τμήμα αυτό υπάρχει πανσπερμία μικρών και μεγάλων οικισμών. Στο δυτικό μέρος του νησιού όμως οι οικισμοί είναι λιγότεροι (άλλωστε και το έδαφος δεν ευνοεί την περαιτέρω ανάπτυξή τους), αλλά οι περισσότεροι από αυτούς είναι, έστω είταν, μεγάλοι οικισμοί.

Στη γραμμή αυτή φαίνεται να κινείται και ο Πολιχνίτος που είναι ένας μεγάλος οικισμός στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Επιπλέον όμως και πέραν αυτών, έχω την εντύπωση ότι ο Πολιχνίτος παρουσιάζει, σε σχέση με τους περισσότερους οικισμούς του νησιού μας, μοναδικά χαρακτηριστικά, τα οποία, νομίζω, ότι αξίζει να τα επισημάνουμε.

Ο Πολιχνίτος είναι ένας οικισμός που στηρίζεται, όπως και οι περισσότεροι, άλλωστε, οικισμοί της Λέσβου, στην αγροτική οικονομία, μολονότι δεν έχει τις εκτεταμένες ελαιοκαλλιέργειες, που έχουν το Πλωμάρι, η Γέρα, η Αγιάσος κτλ., ή στην εκτεταμένη κτηνοτροφία, που έχουν η Αγία Παρασκευή, ο Μανταμάδος, η Στύψη κτλ.

Όμως σε σχέση με αυτούς τους οικισμούς ο Πολιχνίτος διαθέτει επιπλέον την Σκάλα Πολιχνίτου, δηλαδή έναν παραθαλάσσιο οικισμό, στον οποίο αναπτύσεται η συστηματική αλιεία, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος οικισμός, δηλαδή η Σκάλα, είναι και λιμάνι εισαγωγής προϊόντων. Τούτο το τελευταίο είναι σημαντικό, επειδή παράλληλα με την αγροτική οικονομία του κεντρικού οικισμού, η Σκάλα πλαισιώνει τον οικισμό με θαλάσσιες δραστηριότητες, οι οποίες, κάποια περίοδο υποκαθιστούσαν τις χερσαίες μεταφορές σε μεγάλο βαθμό.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του οικισμού είναι η ύπαρξη και η λειτουργία της δεύτερης αλυκής του νησιού, η οποία τον 20ό αιώνα ενίσχυε τον οικισμό και με μισθωτά εισοδήματα, μολονότι η παραγωγική διαδικασία κάθε αλυκής είναι εποχική. Ωστόσο, η απασχόληση ανθρώπων και ζώων στις εργασίες παραγωγής του αλατιού, σε μια περίοδο που η εκμηχάνιση της παραγωγής είταν ακόμα περιορισμένη, έδινε και πρόσθετους πόρους στον οικισμό, δημιουργώντας ακόμα και συνθήκες ασφάλισης των ανθρώπων.

Τέλος δεν πρέπει να μείνει έξω από την οπτική μας η ύπαρξη κοντά στον Πολιχνίτο, στην περιφέρειά του δηλαδή, και λειτουργία των θερμών πηγών, οι οποίες κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα άφηναν και αυτές κάποια εισοδήματα σε λίγους, έστω, ανθρώπους που εμπλέκονταν με τη λειτουργία τους.

Όλα τα παραπάνω και ενδεχομένως και κάποια άλλα στοιχεία, τα οποία εύκολα φέρνει στο νου το απλό ξεφύλλισμα του Λευκώματος του Πολιχνίτου, νομίζω ότι ενισχύουν την άποψη ότι ο Πολιχνίτος του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ού, παρουσιάζει μια κρίσιμη μάζα στοιχείων που δεν εντοπίζουμε σε πολλούς λεσβιακούς οικισμούς και πάντως δεν εντοπίζονται σε παράλληλη εμφάνιση και δράση. Ίσως ο μόνος οικισμός που παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, συναφή χαρακτηριστικά να είναι η Καλλονή (αγροτική οικονομία, αλιεία, εισαγωγικό λιμάνι της Σκάλας Καλλονής, αλυκή). Αλλά μέχρις εκεί. Επειδή ο Πολιχνίτος αρχίζει να υποχωρεί σε οικονομική δραστηριότητα, ενώ η Καλλονή εντυπωσιάζει με τη σύγχρονη δυναμική της, η οποία, όμως, έχει να κάνει περισσότερο με τη γεωγραφική της θέση και λιγότερο με άλλους πλουτοπαραγωγικούς παράγοντες. Η θέση της στο κέντρο του νησιού και στον βασικό άξονα που συνδέει τα χωριά του νησιού (που διεκολύνθηκε και με τη διάνοιξη του δρόμου Μανταμάδου-Αγίας Παρασκευής), ανέτρεψε όλα τα δεδομένα.

Όλα αυτά όμως δεν είναι στοιχεία που εμφανίστηκαν εν κενώ. Οι οικισμοί έχουν την ιστορία τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και σε αυτήν πρέπει να αναζητήσουμε περαιτέρω στοιχεία για να αντιληφθούμε τη λειτουργία τους.

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Τώρα τελευταία και εν όψει της παρουσίασης του Λευκώματος των Κυριάκου Κουκούλα και Τάσου Μακρή, Ο Πολιχνίτος του 20ού αιώνα, β´ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Μυτιλήνη 2018. σ. 238 (μεγάλου σχήματος), μου δόθηκε η ευκαιρία και η δυνατότητα να ξαναρίξω μια ματιά, χωρίς να έχω καμιά ειδίκευση σε οικιστικά θέματα, στους οικισμούς του νησιού μας.

Και τούτο, επειδή η γενική θεώρηση της ιστορίας της Λέσβου που κάνουμε, έχω την αίσθηση ότι μας εμποδίζει, πολλές φορές, να παρατηρήσουμε ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ενδεχομένως παρουσιάζει κάποιος οικισμός, κάποιο μικρό ή μεγάλο χωριό μέσα στη διαχρονία. Συμβαίνει μάλιστα και το εξής περίεργο, -τουλάχιστον συμβαίνει σε μένα για να μην μιλώ εξ ονόματος και των άλλων-, που ενδεχομένως έχουν διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων.

Δηλαδή, ίσως λόγω καταγωγής και συνεχούς επαφής με την πρωτεύουσα του νησιού και των οικισμών της κεντρικής και δυτικής Λέσβου, να γνωρίζω πολλά στοιχεία και ιδιομορφίες των οικισμών αυτών και ελάχιστα για τους οικισμούς της δυτικής Λέσβου, ή τουλάχιστον να μην γνωρίζω κρίσιμες λεπτομέρειες για την εν γένει παρουσία τους στο ιστορικό γίγνεσθαι, σχετικά με τη ζωή των κατοίκων και τις ασχολίες τους.

Βέβαια, μελετώντας τώρα τα πράγματα με αφορμή τον Πολιχνίτο και την κατακτημένη ιστορική γνώση, παρατηρώ ότι πάμπολλα στοιχεία είναι κοινά σε πολλούς οικισμούς. Βλέπω λ.χ. με αφορμή τον Πολιχνίτο και σε σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα μου, τον Μανταμάδο, ότι υπάρχουν διάφορα στοιχεία που τα συναντούμε και στους οικισμούς της ανατολικής και σε εκείνους της δυτικής Λέσβου - και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, άλλωστε; Διαβάζω λ.χ. ότι στον Πολιχνίτο υπήρχε το έθιμο της κούνιας, το οποίο γινόταν με αφορμή την γιορτή του πολιούχου του Πολιχνίτου Αγίου Γεωργίου, αλλά το ίδιο έθιμο υπάρχει και στον Μανταμάδο, που γινόταν όμως την εορτή των Αγίων Αποστόλων (και πρέπει να το ερμηνεύσει κανείς αυτό). Και ενδεχομένως το ίδιο να συνέβαινε και σε άλλα χωριά, επειδή οι κοινωνίες δεν είναι περίκλειστες, αλλά επικοινωνούν, ακόμα και σε εποχές που μας φαίνεται ότι αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο.

Διαβάζω πάλι στο Λεύκωμα του Πολιχνίτου ότι υπήρχε κοινοτικό ελαιοτριβείο με την ονομασία: Η μηχανή τς ακκλησιάς, αλλά και στον Μανταμάδο υπάρχει το αντίστοιχο ελαιοτριβείο με την ονομασία: Η μηχανή τ᾽ Αγιού. Και τα δύο παραδείγματα αυτά, που νομίζω ότι εύκολα μπορούν να πολλαπλασιασθούν και να συνδεθούν με την ελαιοκαλλιέργεια και την εμφάνιση των σύγχρονων ελαιοτριβείων και από κοινοτικούς θεσμούς στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Και φυσικά το ίδιο μπορεί να γίνει και με άλλες ασχολίες και φαινόμενα που συναντούμε σε ορισμένους οικισμούς, για να μην πω σε όλους τους οικισμούς, μικρούς και μεγάλους, του μεγάλου και ιδιόμορφου ως προς την γεωλογική και γεωγραφική κατασκευή νησιού μας.

Σκέπτομαι λ.χ. το φαινόμενο της μετανάστευσης των ανθρώπων, το οποίο συναντούμε έντονα στον Πολιχνίτο και στον Μανταμάδο. Αλλά και ποιο άλλο χωριό της Λέσβου έμεινε ανέπαφο από την μετανάστευση μεγάλου μέρους των ανθρώπων του εντός του ελλαδικού, του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου χώρου (Αμερική, Αυστραλία, Καναδάς κ.τ.λ.). Και φυσικά αυτό δεν οφείλεται μόνο σε φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, παγετός ελαιόδεντρων), ή στους πολέμους, αλλά έχει να κάνει και με την αύξηση του πληθυσμού και τις μεταβολές που επέφερε η αλλαγή του τρόπου ζωής, η εμφάνιση της μηχανής, η αδυναμία ορισμένων επαγγελμάτων να καλύψουν το εργατικό πλεόνασμα.

Σκέπτομαι λ.χ. ότι η εισβολή του έτοιμου παπουτσιού και των έτοιμων ρούχων πόσο σημαντική ώθηση έδωσε στη μετανάστευση, δεδομένου ότι ορισμένα επαγγέλματα άρχισαν να φθίνουν και οι άνθρωποι που τα στελέχωναν να αδυνατούν να ζήσουν από αυτά. Η εισβολή του ραδιοφώνου και των άλλων μέσων ψυχαγωγίας πόσο συνετέλεσαν στη μείωση των τοπικών μουσικών που πλαισίωναν τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής.

Με όλα αυτά όμως ο Πολιχνίτος έμεινε για το την επόμενη επιφυλλίδα...

 

Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Σελίδα 1 από 4
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top