FOLLOW US
Παναγιώτης Μιχαηλάρης

Παναγιώτης Μιχαηλάρης

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019 16:20

Ενθυμήσεις Μόριας (β)

Γράφαμε στην τελευταία μας επιφυλλίδα, η οποία έχει χάσει πλέον την ανά 15νθήμερο περιοδικότητά της, φαντάζομαι λόγω πληθώρας ύλης που συγκεντρώνεται για την εβδομαδιαία τώρα πια έκδοση του Εμπρός, για τις ενθυμήσεις (τα σημειώματα που οι κάτοχοι ή αναγνώστες έγραφαν στα κενά μέρη της αρχής ή του τέλους ενός βιβλίου), που συναντούμε στα βιβλία της βιβλιοθήκης του Ιωσήφ Μαύρου της Μόριας. Μάλιστα μπορέσαμε από αυτές να καταλάβουμε τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η συλλογή αυτή που δεν αποτελείται μόνο από βιβλία του Μαύρου, αλλά και από προσφορές βιβλίων στο σχολείο του χωριού και από άλλα βιβλία που συγκεντρώθηκαν στο χωριό αυτό.

Σήμερα θα συνεχίσουμε με την παράθεση κάποιων ακόμα ενθυμήσεων, που ανακαλούν στοιχεία του παρελθόντος. Η παρακάτω ενθύμηση, αναφέρεται στην καταστροφή των Μοσχονησίων (Ιούνιος 1821). Είναι μία έμμετρη, ενθύμηση του Μοσχονησιώτη ιερωμένου Καλλινίκου, που αναγράφεται σε ένα βιβλίο της συλλογής Ιωσήφ Μαύρου και ανακαλεί τα τραγικά γεγονότα του Ιουνίου 1821: «Και τόδε κτήμα πέφυκεν/ εμού του Καλλινίκου/ ξένον δε και αλλότριον να γένη/ δεν το θέλω, γιατί γιατ’ ήτονε/ εξ αρπαγής και έπεσε σε μένα/ και γιολουντέ το άρπαξα γιατ’ είμαι εις τα ξένα/. Ο εκ των κατακαϊμένων Μοσχονησίων Καλλίνικος/ τω καω κατά Ιούνιον».

Πράγματι η ενθύμηση αυτή είναι μεγάλης ιστορικής σημασίας, καθώς έχουμε τον Καλλίνικο, πιθανόν διασωθέντα από την καταστροφή του Μοσχονησιού, να διασώζει ένα βιβλίο που στο βρήκε στο δρόμο (γιολουντέ), πιθανόν λεία από την αρπαγή των υπαρχόντων των Μοσχονησιωτών, όταν βρισκόταν στα ξένα. Βέβαια τα ξένα, που αναφέρει ο Καλλίνικος μπορεί να είναι και η Μυτιλήνη, ή κάποιος άλλος κοντινός τόπος όπου θα εκτίθονταν σε πώληση η λεία του Μοσχονησιού και του Αϊβαλιού. Εντύπωση εξάλλου αποτελεί και η παράθεση της ημερομηνίας του γεγονότος (Ιούνιος 1821), δηλαδή ταυτόχρονα ή λίγο μετά από την καταστροφή του οικισμού.

Μια άλλη ενθύμηση δωρεάς βιβλίου προς το Αλληλοδιδακτικό σχολείο της Μόριας αναγράφεται σε ένα βιβλίο τυπωμένο στη Βιέννη το 1820 (Άτλας της Περιηγήσεως του Ν. Αναχάρσιδος...). Στον δεύτερο -λοιπόν- τόμο αλλά και στον τρίτο της σειράς αυτής αναγράφεται η παρακάτω ενθύμηση: «Ευστράτιος Φωτή. 14/7/1864. Τη βιβλιοθήκη του Αλληλοδιδακτικού σχολείου της Μώρειας, Ακίνδυνος Χρηστοφίδης εξ Αγιάσου». Για τα πρόσωπα αυτά δεν γνωρίζω τίποτε, ούτε για τα κίνητρα που ωθούν τον Αγιασιώτη Ακίνδυνο Χρηστοφίδη να δωρίσει το βιβλίο αυτό στο σχολείο της Μόριας. Σημειώνω εδώ ότι ο ίδιος έχει προσφέρει και άλλα βιβλία στο σχολείο, όπως δείχνουν άλλες παρόμοιες ενθυμήσεις, που δεν χρειάζεται να επαναλάβω.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα ενθύμηση, που μπορεί να μας δείχνει την κίνηση ενός βιβλίου, μέσω του κατόχου του, είναι η εκείνη του γνωστού λογίου Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων. Ο διαπρεπής, λοιπόν, λόγιος προσφέρει στον μητροπολίτη Σμύρνης Αθανάσιο ένα βιβλίο, του οποίου συγγραφέας είναι ο ίδιος, με την παρακάτω ενθύμηση: «Τω πανιερωτάτω και σεβασμιωτάτω μητροπολίτη αγίω Σμύρνης, κυρίω κυρίω Αθανασίω, ευλαβώς προσήνεγκεν ο συγγραφεύς». Το ενδιαφέρον λοιπόν στοιχείο είναι να εντοπίσει κανείς τη διαδρομή που κάνει το βιβλίο αυτό, από τη μητρόπολη Σμύρνης στη βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου, δεδομένου ότι και σε άλλα βιβλία της βιβλιοθήκης της Μόριας, δηλώνεται ως κάτοχος ο μητροπολίτης Σμύρνης Αθανάσιος. Μια άλλη ενθύμηση εξάλλου συνεχίζει την ιστορία του Αθανασίου, καθώς αναφέρει: «Εκ των του Σμύρνης Αθανασίου ηγοράσθησαν και οι δύω τόμοι από τον κυρ Μεθόδιον διά 70 γρόσια, 1849, Σεπτεμβρίου 15», ενώ παρακάτω δηλώνεται η ταυτότητα του Μεθοδίου που αγόρασε τα βιβλία: «1842, και τόδε συν τοις άλλοις υπάρχει καμού Μεθοδίου ιερομονάχου Κυπρέου και Κυκκότου».

Απίστευτες διαδρομές βιβλίων, που αλλάζουν χέρια για να καταλήξουν στη βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου στη Μόρια. Όλα αυτά όμως μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας άλλης πιο συστηματικής μελέτης, που θα αναληφθεί για τον Ιωσήφ Μαύρο, την προσωπικότητά του, τη δράση του και βέβαια τα βιβλία του.

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019 15:36

Ενθυμήσεις Μόριας (α)

Τις δύο προηγούμενες επιφυλλίδες αφιερώσαμε σε ενθυμήσεις που βρίσκονται στα φύλλα παλαιών βιβλίων που απόκεινται στο Δημοτικό Σχολείο Μανταμάδου. Ωστόσο, είμαι βέβαιος ότι το ίδιο συμβαίνει και σε άλλα χωριά της Λέσβου, όπου διατηρούνται βιβλιοθήκες, όπως στην Αγία Παρασκευή, στο Πλωμάρι, στη μονή Λειμώνος, στο Α΄ Γυμνάσιο (Λύκειο) Μυτιλήνης, στην Αγιάσο και όπου αλλού. Είπαμε ακόμα ότι αυτά που γράφονται με το χέρι ανθρώπων πάνω στα παράφυλλα ή στα κενά διαστήματα των σελίδων έχουν μεγάλη ιστορική σημασία, επειδή από τη μια δηλώνουν τους κατόχους του βιβλίου και τη διαδρομή του μέχρι να καταλήξει εκεί που τελικά βρίσκεται, και από την άλλη, πολλές φορές απομνημονεύονται σημαντικά γεγονότα: γεννήσεις, θάνατοι, φυσικά φαινόμενα, επιδημίες, σεισμοί, τιμές προϊόντων, πόλεμοι, επιδρομές, ποιήματα και ό,τι άλλο κρίνει αξιομνημόνευτο ο κάτοχος ή ο αναγνώστης του βιβλίου. Μπορούμε λοιπόν να φαντασθούμε την ιστορική αξία που θα έχει η συγκέντρωση των ενθυμήσεων, όλων των χρονικών αυτών σε σώμα και πόσα θα προσφέρει στην ιστορία κάθε τόπου, της Ελλάδας γενικότερα.

Σήμερα λοιπόν ο λόγος είναι για τη βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου, που βρισκόταν αρχικά στο Δημοτικό Σχολείο της Μόριας, όπου είχα τη δυνατότητα να καταγράψω τη δεκαετία του 1980, με τη βοήθεια του δάσκαλου Γ. Στόικου (Με χαρά πληροφορήθηκα τελευταία ότι πρόκειται να γίνει ψηφιακή καταγραφή των βιβλίων, που έχουν διασωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους..., αλλά οι απώλειες είναι πράγματα που συμβαίνουν και για τα οποία ο λόγος όταν με το καλό πραγματοποιηθεί το έργο).

Η βιβλιοθήκη λοιπόν του λόγιου ιεροκήρυκα και σχολάρχη Ναυπλίου από τη Μόρια, Ιωσήφ Μαύρου: 1805-1879 (για τον οποίο έχουμε αρκετές πληροφορίες, αλλά εκκρεμεί μια καλή βιογραφία του), όπως είναι φυσικό περιλαμβάνει τα βιβλία του, που είναι πολλά και σημαντικά και δείχνουν το εύρος της λογιοσύνης, των ενδιαφερόντων του, των σχέσεών του με άλλους λογίους, τις γλώσσες που γνώριζε.

Ωστόσο, αν προσέξουμε με προσοχή τις σφραγίδες που υπάρχουν σε πάνω από 200 (από τα 600 περίπου βιβλία) διαπιστώνουμε ότι ανήκαν σε μια Αδελφότητα, σε ένα σωματείο του χωριού. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι δεν ήταν όλα τα βιβλία του Μαύρου, ή ότι εκείνος τα χάρισε στην Αδελφότητα, αν αυτή υπήρχε τη στιγμή του θανάτου του (1879) και από αυτήν πέρασαν στο σχολείο, όταν διαλύθηκε. Ένα στοιχείο λοιπόν διαφορετικό για την ομοιογένεια της συλλογής.

Το άλλο βέβαια είναι οι καθαυτό ενθυμήσεις που υπάρχουν στα βιβλία, που είναι αρκετές, διάσπαρτες και το σημαντικότερο, ορισμένες φορές υπερβαίνουν το τοπικό πλαίσιο αναφοράς.

Διαβάζουμε έτσι πάνω σε βιβλίο των αρχών του 18ου αι.: «Και τόδε ξυν τοις άλλοις πέφυκε καμού Λουρέντζου Σουμαρίπα του εκ της νήσου Νάξου», δηλαδή ο κάτοχός του ήταν ένας Νάξιος, της γνωστής οικογένειας και με κάποιο τρόπο βρέθηκε στη Μόρια. Σε ένα άλλο βιβλίο του 1599 αναφέρεται: «Και τόδε συν τοις άλλοις Αθανασίου πέλει Γεωργιάδου Μανούση Σιατιστέως, 1727, Σεπτεμ. 23».

Σε ένα τρίτο βιβλίο του 1802 (Γραμματική Λασκάρεως) υπάρχουν οι παρακάτω ενδιαφέρουσες καταγραφές: «Εκ των του Παναγιώτου Λεσβίου, 1829, Μαρτίου 25, Μυτιλήνη» και με άλλο χέρι στο ίδιο βιβλίο: «Προσφέρεται εις το Αλληλοδιδακτικόν σχολείον της Μόριας, παρά του Παναγιώτου Αποστόλου Πουπουλιού, τη 9 Μαΐου 1849, Μώρια». Να λοιπόν μια ωραία μαρτυρία για το πώς βρέθηκαν ορισμένα βιβλία στο Σχολείο της Μόριας και βέβαια αυτά δεν ανήκαν στη βιβλιοθήκη του Ιωσήφ Μαύρου, αφού αφιερώνονται απευθείας στο σχολείο. Το ίδιο δηλώνουν και οι ενθυμήσεις σε ένα άλλο βιβλίο, όπου αναφέρεται: «Βίβλος πέφυκεν Θεοδώρου Γαζή, νυν δε αυτού απόντος πέφυκεν Παναγιώτου Μιτυληναίου, 1824 Οκτωμβρίου 17», και λίγο πιο παρακάτω: «Προσφέρεται εις το Αλληλοδιδακτικόν σχολείον Μώριας παρά του Παναγιώτου Αποστολίδου Πουπουλιού, τη 9 Μαίου 1849, Μώρια».

Με όλα αυτά τα στοιχεία και με όσα θα αναφέρουμε στην επόμενη επιφυλλίδα μας, πέρα από τη σημασία της συλλογής Ιωσήφ Μαύρου, αρχίζουν να εμφανίζονται και άλλα στοιχεία το χωριού της Μόριας (Σχολείο, Αδελφότητα, πρόσωπα που συνδέονται με αυτά).

Τρίτη, 05 Φεβρουαρίου 2019 12:48

Ενθυμήσεις Μανταμάδου (β)

Πριν συνεχίσουμε με τις ενθυμήσεις από τον Μανταμάδο και συγκεκριμένα από τις ενθυμήσεις που υπάρχουν πάνω στα βιβλία που φυλάσσονται στο Δημοτικό σχολείο του χωριού, κρίνω σκόπιμο να επανέλθω στο γενικό ζήτημα των ενθυμήσεων ή βραχέων χρονικών.

Το ιστορικό αυτό ζητούμενο, δηλαδή της συγκέντρωσής του σε σώμα, όσον αφορά τον ελλαδικό χώρο, εξακολουθεί να παραμένει ως αίτημα της επιστήμης, παρά τις προσπάθειες και τα σχέδια. Ωστόσο έχω τη γνώμη ότι εν τω μεταξύ και εν όψει της εκπόνησης του μεγάλου αυτού έργου, το οποίο ενδέχεται να μην πραγματοποιηθεί ποτέ, είναι εφικτό κάθε τόπος και εν προκειμένω η Λέσβος, να συγκεντρώσει τις ενθυμήσεις που διασώζονται στις συλλογές βιβλίων του νησιού (π.χ. Μονής Λειμώνος), εκδεδομένες και ανέκδοτες. Είμαι βέβαιος ότι με την ανάληψη και ολοκλήρωση ενός τέτοιου έργου θα έχει συντελεσθεί η συγκρότηση μιας σημαντικής ιστορικής πηγής για το νησί, την αξία της οποίας ενδεχομένως να μην μπορούμε ακόμα να φαντασθούμε.

Επιστρέφουμε λοιπόν στον Μανταμάδο και τα βιβλία του. Λέγαμε ότι στο Δημοτικό σχολείο τα βιβλία που φυλάσσονται προέρχονται από τη διάλυση της Λέσχης «Η Πρόοδος» και από προσφορές προσώπων, όπως ο μητροπολίτης Πορφύριος αλλά και άλλα πρόσωπα. Ένα από αυτά, που αναγράφεται σε αρκετά βιβλία, είναι το όνομα του μοναχού Δανιήλ, ο οποίος αναφέρεται με διάφορες ιδιότητες: Αφιέρωμα πρωτοσυγγέλου Δανιήλ ή και τόδε Δανιήλ μοναχού και υποδιακόνου, του εκ της Δημητζάνης ή Το παρόν Χρυσοστομικόν, αος τόμος Χρυσοπηγή καλούμενος, υπάρχει καμού του ιεροδιακόνου Δανιήλ μιτυληναίου εκ κόμης Μανδαμάδου, ηγοράσθη δε παρ’ εμού εξ ενός Χιοπολίτου και όστις κτλ.

Πέρα όμως από τις ενθυμήσεις, οι οποίες αναφέρονται σε τοπικά γεγονότα ή συμβάλλουν στη διασταύρωση πληροφοριών για πρόσωπα καταγόμενα από το χωριό του Μανταμάδου ή γενικότερα τη Λέσβο, υπάρχουν πάνω στα βιβλία του σχολείου και ενθυμήσεις που ξεφεύγουν από το τοπικό ιστορικό πλαίσιο.

Διαβάζουμε λ.χ. σε βιβλίο («Γρηγορίου του Ναζιανζηνού του Θεολόγου Άπαντα...»): ... νυν δε εις χρήσιν Νικολάου Μαυροκορδάτου Κωνσταντινουπολίτου μεγάλου λογοθέτη της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας και Γενικού Ερμηνέως της των οθωμανών βασιλείας, του δισεγγόνου του μακαρίου και περιφήμου Σκαρλάτου, αψηω, μαρτίου ιγη.

Με άλλα λόγια στο Δημοτικό σχολείο του Μανταμάδου υπάρχει βιβλίο, που όπως γράφει με το χέρι του ο κάτοχός του στις 13 Μαρτίου 1708, ανήκε στη συλλογή του Φαναριώτη Νικολάου Μαυκορδάτου (1670-1730), που υπηρέτησε ως μεγάλος δραγουμάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ηγεμόνας της Μολδαβίας (1709) και της Βλαχίας (1715, 1719-1730) και υπήρξε και συγγραφέας σημαντικών έργων (Ψόγος Νικοτιανής, Φιλοθέου Πάρεργα κτλ).

Και σαν μην έφθαναν όλα αυτά πάνω στο ίδιο βιβλίο υπάρχει και άλλη ενθύμηση, το ίδιο σημαντική: Κτήμα Μελετίου του ιερομονάχου του εξ Αθηνών... νυν δε εις χρήσιν Αλεξάνδρου Γγίκα, μεγάλου λογοθέτου και γενικού (δυστυχώς η συνέχεια δεν διασώζεται γιατί η σελίδα είναι φθαρμένη.

Έχω την εντύπωση ότι ο Μελέτιος είναι ο Μελέτιος Μήτρου (1661-1713), μετέπειτα μητροπολίτης Αθηνών και συγγραφέας της περίφημης Γεωγραφίας, ενώ ο Αλέξανδρος Γκίκας ανήκει στην χορεία των Φαναριωτών ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας.

Όλα αυτά τα πολύ σημαντικά στοιχεία λοιπόν ανευρίσκονται σε ένα βιβλίο του Δημοτικού σχολείου Μανταμάδου και θα είναι ενδιαφέρον να αναζητήσουμε μέσα από ποιους δρόμους (πιθανότατα μέσω του Μανταμαδιώτη μητροπολίτη Πορφυρίου) ένα τέτοιο τεκμήριο ιστορικό κατέληξε στο χωριό.

Περαιτέρω και πέρα από τα ιστορικά στοιχεία πάνω στα βιβλία και ειδικότερα πάνω στα βιβλία του Δημοτικού σχολείου Μανταμάδου βρίσκουμε και νόστιμες ποιητικές καταγραφές, όπως εκείνες που υπάρχουν σε ένα βιβλίο που χάρισε ο γνωστός μας, τώρα πια, Δανιήλ.

Στα παράφυλλα λοιπόν ενός βιβλίου του 1782 αναγράφονται διάφορα στιχουργήματα, από τα οποία αναφέρω το πλέον νόστιμο (το οποίο αναγράφεται και σε καραμανλίδικη γραφή: τουρκικά αποδιδόμενα με ελληνικούς χαρακτήρες) και με το οποίο θα κλείσουμε την παρούσα επιφυλλίδα μας:

Τρία διασκεδάζουσι την λύπην του ανθρώπου

Πράσινον χόρτον και νερό και ομορφιά προσώπου.

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019 17:15

Ενθυμήσεις Μανταμάδου (α)

Είναι αλήθεια ότι με τη μετατροπή του Εμπρός από ημερήσιο φύλλο σε εβδομαδιαίο έχασα κάπως τη συγκέντρωσή μου, η εφημερίδα δεν έρχεται πλέον καθημερινά με το ταχυδρομείο να μου θυμίζει την παρουσία και τις υποχρεώσεις μου και η στήλη μου άρχισε να γίνεται ακατάστατη. Άλλωστε, όπως είναι φυσικό τώρα πλέον υπάρχει ύλη πλεονάζουσα και πολλοί συνεργάτες...

Όμως όλα αυτά είναι πράγματα φυσιολογικά, συμβαίνουν και εις Παρισίους και είτε έτσι είτε αλλιώς κάποια επαφή θα διατηρήσουμε συν θεώ και καθώς η παρούσα είναι η πρώτη επιφυλλίδα του νέου έτους, θέλω να ευχηθώ σε όσους αναγνώστες έχουν την υπομονή να ασχολούνται με την ιστορία και να διαβάζουν τη στήλη αυτή, αλλά και σε όσους θα ρίξουν τη ματιά τους διαγώνια και συμπτωματικά σε αυτό το κείμενο, να ευχηθώ λοιπόν «Καλή Χρονιά με υγεία».

Σκέφτηκα να αρχίσω τον νέο χρόνο γράφοντας για τον γενέθλιο τόπο, τον Μανταμάδο των παιδικών μου χρόνων και των μελλοντικών ιστορικών ενασχολήσεων.

Στον Μανταμάδο λοιπόν και συγκεκριμένα στο Δημοτικό σχολείο του χωριού απόκειται μια μικρή συλλογή παλαιών βιβλίων. Είχα παλαιότερα την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αρχίσω την καταγραφή των βιβλίων αυτών, προκειμένου να συνταχθεί ένας μικρός κατάλογος, αλλά δυστυχώς οι συγκυρίες δεν μου επέτρεψαν να τον ολοκληρώσω, όταν πρόσφατα θέλησα να το κάνω. Ωστόσο κάποια στοιχεία από την καταγραφή αυτή, δηλαδή από τις ενθυμήσεις πάνω στα βιβλία, μου επιτρέπουν να παραθέσω ορισμένες πληροφορίες για τη συγκρότηση της βιβλιοθήκης, που κατά μείζονα λόγο αποτελούν και στοιχεία για το σχολείο αλλά και για άλλα σωματεία του Μανταμάδου και των ανθρώπων του.

Η μικρή λοιπόν συλλογή άρχισε να συγκροτείται από τα μέσα του 19ου αι. και εφεξής κυρίως από δωρεές βιβλίων Μανταμαδιωτών ιερωμένων και λαϊκών. Βρίσκουμε έτσι, ανάμεσα στα άλλα, βιβλία που προσέφερε: το προσκύνημα του Ταξιάρχη, βιβλία που κατατέθηκαν στο σχολείο μετά τη διάλυση της Λέσχης Μανταμάδου «Η Πρόοδος» (σύμφωνα με το Καταστατικό της), βιβλία του Μανταμαδιώτη μητροπολίτη Μυτιλήνης (πρώην Σερρών) Πορφυρίου (πέθανε στις 9 Φεβρ. 1852 και την ημερομηνία αυτή φέρουν τα βιβλία του που κατατέθηκαν στο σχολείο, πιθανόν σύμφωνα με δική του επιθυμία). Άλλοι δωρητές βιβλίων στη σχολή του Μανταμάδου είναι ο Χαράλαμπος Ν. Αδαλής, ο Στρατής Ελευθερέλλης, ο Στρατής Αθανάσης, ο ιεροδιάκονος Πατρίκιος Μυτιληναίος «εκ κόμης Μανδαμάδου», ο πρωτοσύγκελλος Δημητσάνας Δανιήλ «εκ κόμης Μανδαμάδου» και φυσικά και άλλοι που δεν πρόλαβα να καταγράψω.

Πέρα όμως από τα ονόματα των κτητόρων των βιβλίων και μετέπειτα δωρητών τους προς τη σχολή, συναντούμε και κάποιες άλλες ενθυμήσεις που παρουσιάζουν ιστορικό ενδιαφέρον, σε αναφορά με το τοπικό πλαίσιο, αλλά ορισμένες φορές και πέρα από αυτό, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Έτσι σε βιβλίο του 1553, τυπωμένο στη Βενετία (Διαταγαί των Αγίων Αποστόλων...) υπάρχει η εξής αναγραφή: «1837: Ιουλίου: 1η: επίασαν, διά προσταγής του Σουλτάνου τον Μιχαήλον Σεβαστού: και Στυλιανόν Χριστόφαν, οίτινες διά του ατμοκινήτου εστάλθησαν εις Κωνσταντινούπολιν, όπως αυτού το τακτικόν εξασκηθώσι, αρχή ωδίνων!!!! Εν Μανδαμάδω, Αναγνώστης Μιχαήλ».

Προφανώς η παραπάνω ενθύμηση αναφέρεται στη στρατολογία δύο Μανταμαδιωτών, οι οποίοι ως οθωμανοί πολίτες έπρεπε να υπηρετήσουν στον τακτικό στρατό. Δεν γνωρίζω καλά τον τρόπο στρατολογίας που εφάρμοζε τα χρόνια αυτά η Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά η όλη παράθεση υπονοεί μάλλον βίαιη σύλληψη των δύο νέων από τον Μανταμάδο και αποστολή τους στην Κωνσταντινούπολη για να εξασκηθούν στον τακτικό στρατό της αυτοκρατορίας. Ενδεικτικό, άλλωστε του γεγονότος αυτού, το οποίο δεν φαίνεται να ήταν και τόσο ευχάριστο για τους υποχρεωμένους να υπηρετήσουν, είναι και το σχόλιο του καταγραφέα του γεγονότος: «αρχή ωδίνων», ενώ και αυτή καθαυτή η καταγραφή του γεγονότος στα παράφυλλα ενός βιβλίου της Σχολής Μανταμάδου σημαίνει ότι δεν πρόκειται για κανονικό γεγονός, αλλά για κάτι έκτακτο ίσως και βίαιο και γι’ αυτό καταγράφεται.

Όμως με τις ενθυμήσεις του Μανταμάδου θα ασχοληθούμε και στην επόμενη επιφυλλίδα μας. Κα πάλι: «Καλή Χρονιά».

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2018 16:38

Γέρνα: Σκλάβοι των πειρατών

Θα κάνω μια εξαίρεση από τα συνήθη θέματα των επιφυλλίδων μου, που βέβαια αναφέρονται στην ιστορία της Λέσβου, για να παρουσιάσω από τη στήλη αυτή το νέο (πέμπτο) μυθιστόρημα του συντοπίτη μας (από τη Σκάλα Καλλονής) Αντώνη Ν. Δουκέλλη, με τίτλο: Γέρνα: Σκλάβοι των πειρατών, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Άπαρσις στην Αθήνα.

Ο λόγος της παρουσίασης αυτής δικαιολογείται βέβαια από το περιεχόμενο του βιβλίου, επειδή στην ουσία πρόκειται για μυθιστόρημα που βασίζεται εν πολλοίς στην ιστορία και μάλιστα στην ιστορία της Γατελούζικης Λέσβου (1355-1462), αλλά και πέραν αυτής, όπως θα εξηγήσω παρακάτω.

Ήδη ο τίτλος του βιβλίου Γέρνα, ανακαλεί στη μνήμη μας τον ομώνυμο οικισμό στον κόλπο της Καλλονής, ο οποίος μνημονεύεται στις ιστορικές πηγές τουλάχιστον έως τις αρχές του 17ου αιώνα - στην περιγραφή της Λέσβου (1622) του μητροπολίτου Μυθύμνης Γαβριήλ.

Ο οικισμός αυτός εγκαταλείφθηκε, πιθανόν λόγω αφόρητων πιέσεων από πειρατικές επιδρομές και από ορισμένους τοπικούς ιστορικούς, όπως λ.χ. ο Χρ. Παρασκευαΐδης, υποστηρίχθηκε ότι οι κάτοικοί του αποτέλεσαν τμήμα του οικισμού της σημερινής Αγίας Παρασκευής.

Με βάση τα στοιχεία αυτά αλλά και τις γενικότερες πληροφορίες από την περίοδο των Γατελούζων, η οποία, όπως ήδη έχω γράψει πολλές φορές και στη στήλη αυτή, αποτελεί περίοδο ανάπτυξης για το νησί μας, ο Αντώνης Δουκέλλης πλάθει τον ιστό ενός μυθιστορήματος, παρέχοντας στις σελίδες του βιβλίου του, πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία που ανακαλούν συγκεκριμένα στοιχεία της περιόδου αυτής. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν περιορίζει την αφήγησή του στα γατελούζικα πράγματα του νησιού, αλλά ξεφεύγει από το τοπικό πλαίσιο και ανάγεται στο ευρύτερο Μεσογειακό.

Εκεί, όπως είναι γνωστό την περίοδο αυτή υπάρχει έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στη Γένοβα και τη Βενετία αλλά και των δύο μαζί έναντι των Τούρκων και βέβαια υπάρχει ακόμα σε αγωνιώδη φθορά η άλλοτε κραταιά Βυζαντινή αυτοκρατορία. Έτσι οι ανάγκες της μυθοπλασίας και τα ιστορικά αιτήματα του Αντώνη Δουκέλλη θα τον υποχρεώσουν να οδηγήσει τους ήρωές του αρχικά στη Βενετία και πολύ περισσότερο στη Γένοβα, στη συνάφεια με το νησί της Κύπρου και ιδιαίτερα της ξακουστής Αμμοχώστου. Και η εμπλοκή του Αντώνη με τα μέρη αυτά δεν είναι επιδερμική, αλλά με συστηματική προσέγγιση θα επιχειρήσει να παρουσιάσει πολλά στοιχεία από την οργάνωση των πόλεων-κρατών της Βενετίας και της Γένοβας, όπου βέβαια εμφανίζονται να κινούνται οι ήρωες του μυθιστορήματος.

Πέρα από αυτά όμως το μυθιστόρημα βασίζεται και σε ένα άλλο φαινόμενο που χαρακτηρίζει τους μέσους αιώνες: εννοώ το φαινόμενο της πειρατείας, είτε υπό τη μορφή της άναρχης πειρατείας, είτε της κατευθυνόμενης από πολιτικές οντότητες (κουρσάροι). Οι πειρατές λοιπόν θα προσδιορίσουν τον μυθοπλαστικό άξονα του βιβλίου, αφού αυτοί θα καταστρέψουν την Γέρνα, θα αιχμαλωτίσουν τους ήρωες του βιβλίου και με τον τρόπο αυτό θα τους εξαναγκάσουν βίαια να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να βρεθούν στον κόσμο της Μεσογείου, στον κόσμο που θα αποκομίσει για να εκμεταλλευτεί τη λεία των σκλάβων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί ο αναγνώστης της στήλης αυτής, αλλά κυρίως ο αναγνώστης του μυθιστορήματος του Αντώνη Δουκέλλη, η Γέρνα είναι ένα μυθιστόρημα δίσημης υφής: από τη μια δηλαδή υπηρετεί τους σκοπούς της μυθοπλασίας, όπως οφείλει να κάνει ένα καλό μυθιστόρημα συνεπές προς την ουσία του και από την άλλη, ή παράλληλα, αναδεικνύεται και σε ιστορικό βοήθημα, που θα δώσει, κυρίως στον απληροφόρητο αναγνώστη, τη δυνατότητα να γνωρίσει στοιχεία από τη Λέσβο των Γατελούζων κυρίως, αλλά και από τη φράγκικη Κύπρο, τη Βενετία τη Γένοβα, το φθίνον Βυζάντιο.

Ωστόσο μία επιφυλλίδα δεν είναι δυνατόν να ανταποκριθεί σε πάνω από 530 σελίδες γραπτού λόγου, οπότε ο αναγνώστης του βιβλίου αναλαμβάνει να συμπληρώσει τα κενά και να αφεθεί στην απόλαυση της μυθιστορίας και της ιστορίας.

Γράφαμε πριν από δεκαπέντε ημέρες για το ενδιαφέρον που έδειξε η Νομαρχία της Λέσβου για τη διάσωση ιστορικών τεκμηρίων, όπως αυτό εκδηλώθηκε με εγκύκλιο του νομάρχη Νικ. Μπιράκη, που στάλθηκε στους δήμους και τις κοινότητες του νησιού μας στις 19 Απριλίου 1954. Δημοσιεύσαμε εξάλλου αυτολεξεί το σκεπτικό που οδήγησε στη σύνταξη της εγκυκλίου αυτής, το οποίο συνίσταται στη διάσωση του «πνευματικού υλικού» και θα αποτελούσε «την βάσιν της καλλιεργείας της λαογραφίας» της Λέσβου και Λήμνου, προκειμένου να ωφεληθούν τα νησιά αυτά από «τουριστικής και εν γένει πνευματικής απόψεως».

Φυσικά δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τους σκοπούς της εγκυκλίου αυτής, καθώς έχει συνταχθεί πριν από 70 περίπου χρόνια και οπωσδήποτε υπάρχει διαφορά προσέγγισης των ιστορικών τεκμηρίων. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι αποτελεί μια προσπάθεια συγκέντρωσης και διαφύλαξης ορισμένων πραγμάτων.

Ας σημειώσουμε εξάλλου και τη μέθοδο που προτείνεται εκ μέρους της Νομαρχίας για τη διάσωση των τεκμηρίων. Θα συντάσσεται σημείωμα με τα στοιχεία που ζητούνται, για τα οποία πρέπει να υπάρξει συνεργασία τοπικών παραγόντων: «Διά την συγκέντρωσιν του εν λόγω υλικού συνιστώμεν ὀπως συνεργασθήτε μετά των κοινοταρχών, των γερόντων, των ιερέων και παντός δυναμένου να γνωρίζη, ως και μετά του γραμματέως του Δήμου ἤ Κοινότητος, όστις θα δακτυλογραφήση το κείμενον».

Στη γραμμή αυτή και προκειμένου να διευκολυνθούν οι κατά τόπους επιφορτισμένοι με το έργο, η Νομαρχία συντάσσει ένα οιονεί ερωτηματολόγιο, το οποίο συνίσταται από τα παρακάτω σημεία: α) «Πού κείται ο Δήμος ή Κοινότης» (ζητούνται και φωτογραφίες του οικισμού, ναών, σχολείων, εργοστασίων κτλ.), β) «Πώς ονομάζεται ο Δήμος ή Κοινότης» (ιστορικό του ονόματος και συναφών μύθων), γ) «Ιστορία του Δήμου ή της Κοινότητος» (ιστορικό ίδρυσης, γεγονότα που συνδέονται με την ίδρυση, τρόποι κατασκευής σπιτιών κτλ), δ) «Ναοί, Μοναί», ε) «Σχολεία» (κατάσταση, ύπαρξη σχολικού κήπου και βιβλιοθήκης, αριθμός μαθητών), στ) «Δρόμοι Δήμου ή Κοινότητος» (κατάσταση, ύπαρξη αποχέτευσης, αποχωρητηρίων), ζ) «Ύδρευσις» (κατάσταση προμήθειας νερού και γνωμάτευση χημικού), η) «Ψυχαγωγία κατοίκων» (αριθμός καφενείων, πανηγύρια, παραδόσεις, αγώνες, κινηματογράφοι, ξενοδοχεία), θ) «Ποίαι αι παραδόσεις, προλήψεις, δεισιδαιμονίαι» (Προλήψεις για τη γέννηση παιδιού, τη βάπτιση, τον γάμο, τους νεκρούς, τους βρικόλακες, τις κηδείες, τα τραγούδια. Καταγραφή παραδοσιακών ασμάτων σε εκκλησιαστική μουσική ή σε πεντάγραμμο, ι) «Φυσικαί καλλοναί», ια) «Ασχολίαι κατοίκων», ιβ) «Ιατροί-Φαρμακεία» (λουτροπηγές), ιγ) «Οικοτεχνία» (επεξεργασία πρώτων υλών στα σπίτια, υφαντική, ταπητουργία, πλεκτική, κεντητική, αγγειοπλαστική, βαρελοποιία, ξυλογλυπτική, καλαθοπλεκτική κτλ.), ιδ) «Βλάστησις» (Δάση, είδη δασών, φυτά, ασυνήθιστα φυτά κτλ.), ιε) «Αρχαιότητες» («Από τουριστικής και πάσης άλλης απόψεως (αρχαιολογικά κτλ.), χειρόγραφα παλαιά, ή κώδικες επιτροπικοί, δημογεροντικά, σχολικοί, ή έγγραφα παλαιά, σουλτανικά φιρμάνια, πατριαρχικά σιγίλλια, επισκοπικοί εγκύκλιοι κλπ. ή κτηματολόγια του περασμένου αιώνος εις την Κοινότητα, την εκκλησίαν, τα σχολεία ή εις χείρας ιδιωτών. Επιγραφαί οιασδήποτε εποχής, αρχαίας Ελληνικής, Ρωμαϊκής, Βυζαντινής και Τουρκοκρατίας ή Βυζαντινοί ναοί ερειπωμένοι ή άλλαι αρχαιότητες».

Από την ενδιαφέρουσα αυτή εγκύκλιο της Νομαρχίας Λέσβου, στην οποία θίγεται το σύνολο σχεδόν της ιστορικής και αρχαιολογικής κατάστασης κάθε επιμέρους οικισμού της Λέσβου και της Λήμνου, σημείωσα επί λέξει την ιε´ και τελευταία παράγραφο. Φυσικά και όλες οι προηγηθείσες έχουν τη σημασία τους, όμως στην τελευταία εντοπίζεται αυτό που ονομάζουμε ιστορικά τεκμήρια, είναι μάλιστα πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο συντάκτης της εγκυκλίου γνωρίζει καταλεπτώς σχεδόν όλες τις κατηγορίες των τεκμηρίων και σε αυτές αναζητά απαντήσεις.

Σχολιάσαμε την παραπάνω εγκύκλιο της Νομαρχίας Λέσβου του 1956 και παραθέσαμε ορισμένα σημεία της, προκειμένου να αναδείξουμε το ενδιαφέρον της Νομαρχίας για την κατάσταση των ιστορικών τεκμηρίων.

Ωστόσο, όπως καθένας μπορεί να υποθέσει και να αναρωτηθεί το σημαντικότερο είναι η ανταπόκριση που εκδηλώθηκε εκ μέρους των τοπικών παραγόντων προκειμένου να απαντηθούν τα ερωτήματα που έθετε ο Νομάρχης. Και περαιτέρω: άραγε φυλάσσονται στα αρχεία της Νομαρχίας οι αναφορές των Δήμων και κοινοτήτων. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να εντοπίσει κανείς τα σχετικά κείμενα. Ίσως κρύβουν και εκπλήξεις...

Όπως θα γνωρίζουν ασφαλώς οι αναγνώστες της εφημερίδας αυτής το «Εμπρός», λόγω της νέας πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί και στον τύπο, πράγμα το οποίο ανέλυσε συστηματικά ο διευθυντής του Μ. Μανώλας, θα εκδίδεται πλέον κάθε Σάββατο, δηλαδή η συχνότητά του θα είναι εβδομαδιαία και όχι καθημερινή. Στη νέα αυτή μορφή ο Μανώλης μου έκανε την τιμή να ζητήσει να συνεχίσω την συνεργασία μου. Έτσι οι αναγνώστες αυτής της επιφυλλίδας θα μας βρίσκουν κάθε δεκαπέντε μέρες στο «Εμπρός» του Σαββάτου, το οποίο, από καρδιάς εύχομαι να αντιμετωπίσει τη νέα πραγματικότητα με τον καλύτερο τρόπο, για το καλό του νησιού μας.

Πολλές φορές έχω γράψει από τη στήλη αυτή για την ανάγκη διάσωσης των πάσης φύσεως ιστορικών τεκμηρίων και την ανάγκη να διαθέτουν οι πολίτες και ιδιαίτερα όσοι βρίσκονται σε κρίσιμες θέσεις του κρατικού μηχανισμού -και όχι μόνο- την ευαισθησία και την ετοιμότητα να διασώζουν ότι χαρτί παλιό ή και καινούριο ακόμα, πέφτει στα χέρια τους. Μάλιστα στην απορία τους τι να τα κάνουν αυτά τα παλιά χαρτιά, έχουν από καιρό τη μοναδική δυνατότητα να τα καταθέτουν στο Παράρτημα των Γενικών Αρχείων της Λέσβου (ΓΑΚ Νομού Λέσβου).

Φυσικά η παρατήρηση και η παρότρυνση αυτή δεν αποτελεί δική μου επινόηση, αλλά προέρχεται από την ανάγκη διάσωσης των ιστορικών τεκμηρίων και μέσω αυτών της γνωριμίας μας με το παρελθόν βάσει τεκμηρίων, πράγμα που για τις κοινωνίες αποτελεί στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για την αντιμετώπιση των δυσκολιών του παρόντος και του μέλλοντος.

Όπως έλεγα, αυτή η ανάγκη που είναι, ας πούμε ένα αίτημα των ειδικών, το οποίο όμως κάποια στιγμή γίνεται και γενικότερο αίτημα, όταν εκφράζεται από ανθρώπους που βρίσκονται επικεφαλής θεσμών με μεγάλο ειδικό βάρος.

Ένα τέτοιο γενικότερο ενδιαφέρον νομίζω ότι εκφράζει ένα έγγραφο της Νομαρχίας Λέσβου που φέρει ημερομηνία 19 Απριλίου 1956 και υπογράφεται από τον τότε νομάρχη Νικ. Μπιράκη. Ο νομάρχης αυτός υπηρέτησε στο νησί μας από τις 16 Ιανουαρίου 1953 έως τις 8 Ιανουαρίου 1957. Πολλά στοιχεία για την παρουσία και τη δράση του μας δίνει ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης στο πολύτιμο βιβλίο του: «Οι νομάρχες της Λέσβου, 1912-2006», (Μυτιλήνη 2006, σελ. 81-87), απ’ όπου ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αντλήσει πληροφορίες για το πρόσωπο και τη δράση του.

Εγώ όμως θα περιοριστώ στο έγγραφο που απευθύνει ο νομάρχης αυτός, ένα περίπου χρόνο πριν αφήσει τη νομαρχία της Λέσβου και το οποίο έχει ως αποδέκτες κυρίως τους δημάρχους και τους κοινοτάρχες του νησιού μας, αλλά φαντάζομαι και όλους τους πολίτες. Θα αναφέρω το σκεπτικό του εγγράφου επί λέξει, προκειμένου να γνωρίσουμε την ιδεολογική τοποθέτηση του νομάρχη εν σχέσει προς τα ιστορικά τεκμήρια και εν γένει προς κάθε τεκμήριο του παρελθόντος.

«Είναι γνωστόν εις πάντα πνευματικόν άνθρωπον ότι εις τας νήσους Λέσβον και Λήμνον υπάρχει άφθονον αρχαιολογικόν, ιστορικόν, λαογραφικόν και γενικώς πνευματικόν υλικόν, εν πολλοίς ανεκμετάλλευτον, όπερ ερχόμενον εις φως σποραδικώς και κατά τύχην μέχρι σήμερον καταθέλγει πάντα δυνάμενον να εννοήση την αξίαν του.

Εκ των σποραδικώς τούτων περιπτώσεων δύναταί τις να αντιληφθή ποίαν αξίαν θα έχη το υλικόν τούτο συγκεντρούμενον και ποίαν ωφέλειαν θα παρέξη τόσον εις πάντα πνευματικόν άνθρωπον όσον και εις τας ωραίας ταύτας νήσους από τουριστικής και πνευματικής απόψεως.

Διά τους λόγους τούτους μεταξύ άλλων παρεμφερών ενεργειών ημών, ήχθημεν εις την απόφασιν όπως συγκεντρώσωμεν το εις την περιφέρειάν ημών υπάρχον παντός είδους πνευματικόν υλικόν, όπερ πιστεύομεν ότι θα είναι άρτιον και δεν θα έχη ανάγκην συμπληρώσεως και θα αποτελέση την βάσιν της καλλιεργείας της λαογραφίας των νήσων Λέσβου και Λήμνου.

Προς τον σκοπόν αυτόν πέμπομεν υμίν συνημμένως σημείωμα εις ο ενδεικτικώς όλως αναγράφομεν τα κύρια σημεία περί των οποίων θα ασχοληθήτε. Δύνασθε πάντως να ενδιαφερθήτε διά την ανάπτυξιν και άλλων θεμάτων μη αναγεγραμμένων εν τω ως άνω σημειώματι».

Για όλα αυτά όμως θα μιλήσουμε σε δεκαπέντε ημέρες.

Γράφαμε στην προηγούμενη επιφυλλίδα μας και εν όψει της παρουσίασης του Λευκώματος των Κυριάκου Κουκούλα και Τάσου Μακρή, Ο Πολιχνίτος του 20ού αιώνα, β´ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Μυτιλήνη 2018. σ. 238 (μεγάλου σχήματος), που θα γίνει στην Αθήνα, την Κυριακή, 21 Οκτωβρίου στο ΤΕΕ, για τον Πολιχνίτο σε συνάφεια βέβαια με τη Λέσβο.

Η γενική παρατήρηση που μπορεί κάποιος εύκολα να κάνει, παρατηρώντας απλώς ένα χάρτη του νησιού μας, είναι ότι οι περισσότεροι οικισμοί βρίσκονται στο κεντρικό και ανατολικό μέρος του νησιού, ενώ η παρατήρηση εμπεριέχει και τη διαπίστωση ότι στο τμήμα αυτό υπάρχει πανσπερμία μικρών και μεγάλων οικισμών. Στο δυτικό μέρος του νησιού όμως οι οικισμοί είναι λιγότεροι (άλλωστε και το έδαφος δεν ευνοεί την περαιτέρω ανάπτυξή τους), αλλά οι περισσότεροι από αυτούς είναι, έστω είταν, μεγάλοι οικισμοί.

Στη γραμμή αυτή φαίνεται να κινείται και ο Πολιχνίτος που είναι ένας μεγάλος οικισμός στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Επιπλέον όμως και πέραν αυτών, έχω την εντύπωση ότι ο Πολιχνίτος παρουσιάζει, σε σχέση με τους περισσότερους οικισμούς του νησιού μας, μοναδικά χαρακτηριστικά, τα οποία, νομίζω, ότι αξίζει να τα επισημάνουμε.

Ο Πολιχνίτος είναι ένας οικισμός που στηρίζεται, όπως και οι περισσότεροι, άλλωστε, οικισμοί της Λέσβου, στην αγροτική οικονομία, μολονότι δεν έχει τις εκτεταμένες ελαιοκαλλιέργειες, που έχουν το Πλωμάρι, η Γέρα, η Αγιάσος κτλ., ή στην εκτεταμένη κτηνοτροφία, που έχουν η Αγία Παρασκευή, ο Μανταμάδος, η Στύψη κτλ.

Όμως σε σχέση με αυτούς τους οικισμούς ο Πολιχνίτος διαθέτει επιπλέον την Σκάλα Πολιχνίτου, δηλαδή έναν παραθαλάσσιο οικισμό, στον οποίο αναπτύσεται η συστηματική αλιεία, ενώ ταυτόχρονα ο ίδιος οικισμός, δηλαδή η Σκάλα, είναι και λιμάνι εισαγωγής προϊόντων. Τούτο το τελευταίο είναι σημαντικό, επειδή παράλληλα με την αγροτική οικονομία του κεντρικού οικισμού, η Σκάλα πλαισιώνει τον οικισμό με θαλάσσιες δραστηριότητες, οι οποίες, κάποια περίοδο υποκαθιστούσαν τις χερσαίες μεταφορές σε μεγάλο βαθμό.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του οικισμού είναι η ύπαρξη και η λειτουργία της δεύτερης αλυκής του νησιού, η οποία τον 20ό αιώνα ενίσχυε τον οικισμό και με μισθωτά εισοδήματα, μολονότι η παραγωγική διαδικασία κάθε αλυκής είναι εποχική. Ωστόσο, η απασχόληση ανθρώπων και ζώων στις εργασίες παραγωγής του αλατιού, σε μια περίοδο που η εκμηχάνιση της παραγωγής είταν ακόμα περιορισμένη, έδινε και πρόσθετους πόρους στον οικισμό, δημιουργώντας ακόμα και συνθήκες ασφάλισης των ανθρώπων.

Τέλος δεν πρέπει να μείνει έξω από την οπτική μας η ύπαρξη κοντά στον Πολιχνίτο, στην περιφέρειά του δηλαδή, και λειτουργία των θερμών πηγών, οι οποίες κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα άφηναν και αυτές κάποια εισοδήματα σε λίγους, έστω, ανθρώπους που εμπλέκονταν με τη λειτουργία τους.

Όλα τα παραπάνω και ενδεχομένως και κάποια άλλα στοιχεία, τα οποία εύκολα φέρνει στο νου το απλό ξεφύλλισμα του Λευκώματος του Πολιχνίτου, νομίζω ότι ενισχύουν την άποψη ότι ο Πολιχνίτος του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ού, παρουσιάζει μια κρίσιμη μάζα στοιχείων που δεν εντοπίζουμε σε πολλούς λεσβιακούς οικισμούς και πάντως δεν εντοπίζονται σε παράλληλη εμφάνιση και δράση. Ίσως ο μόνος οικισμός που παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, συναφή χαρακτηριστικά να είναι η Καλλονή (αγροτική οικονομία, αλιεία, εισαγωγικό λιμάνι της Σκάλας Καλλονής, αλυκή). Αλλά μέχρις εκεί. Επειδή ο Πολιχνίτος αρχίζει να υποχωρεί σε οικονομική δραστηριότητα, ενώ η Καλλονή εντυπωσιάζει με τη σύγχρονη δυναμική της, η οποία, όμως, έχει να κάνει περισσότερο με τη γεωγραφική της θέση και λιγότερο με άλλους πλουτοπαραγωγικούς παράγοντες. Η θέση της στο κέντρο του νησιού και στον βασικό άξονα που συνδέει τα χωριά του νησιού (που διεκολύνθηκε και με τη διάνοιξη του δρόμου Μανταμάδου-Αγίας Παρασκευής), ανέτρεψε όλα τα δεδομένα.

Όλα αυτά όμως δεν είναι στοιχεία που εμφανίστηκαν εν κενώ. Οι οικισμοί έχουν την ιστορία τους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και σε αυτήν πρέπει να αναζητήσουμε περαιτέρω στοιχεία για να αντιληφθούμε τη λειτουργία τους.

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Τώρα τελευταία και εν όψει της παρουσίασης του Λευκώματος των Κυριάκου Κουκούλα και Τάσου Μακρή, Ο Πολιχνίτος του 20ού αιώνα, β´ έκδοση βελτιωμένη και επαυξημένη, Μυτιλήνη 2018. σ. 238 (μεγάλου σχήματος), μου δόθηκε η ευκαιρία και η δυνατότητα να ξαναρίξω μια ματιά, χωρίς να έχω καμιά ειδίκευση σε οικιστικά θέματα, στους οικισμούς του νησιού μας.

Και τούτο, επειδή η γενική θεώρηση της ιστορίας της Λέσβου που κάνουμε, έχω την αίσθηση ότι μας εμποδίζει, πολλές φορές, να παρατηρήσουμε ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που ενδεχομένως παρουσιάζει κάποιος οικισμός, κάποιο μικρό ή μεγάλο χωριό μέσα στη διαχρονία. Συμβαίνει μάλιστα και το εξής περίεργο, -τουλάχιστον συμβαίνει σε μένα για να μην μιλώ εξ ονόματος και των άλλων-, που ενδεχομένως έχουν διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων.

Δηλαδή, ίσως λόγω καταγωγής και συνεχούς επαφής με την πρωτεύουσα του νησιού και των οικισμών της κεντρικής και δυτικής Λέσβου, να γνωρίζω πολλά στοιχεία και ιδιομορφίες των οικισμών αυτών και ελάχιστα για τους οικισμούς της δυτικής Λέσβου, ή τουλάχιστον να μην γνωρίζω κρίσιμες λεπτομέρειες για την εν γένει παρουσία τους στο ιστορικό γίγνεσθαι, σχετικά με τη ζωή των κατοίκων και τις ασχολίες τους.

Βέβαια, μελετώντας τώρα τα πράγματα με αφορμή τον Πολιχνίτο και την κατακτημένη ιστορική γνώση, παρατηρώ ότι πάμπολλα στοιχεία είναι κοινά σε πολλούς οικισμούς. Βλέπω λ.χ. με αφορμή τον Πολιχνίτο και σε σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα μου, τον Μανταμάδο, ότι υπάρχουν διάφορα στοιχεία που τα συναντούμε και στους οικισμούς της ανατολικής και σε εκείνους της δυτικής Λέσβου - και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, άλλωστε; Διαβάζω λ.χ. ότι στον Πολιχνίτο υπήρχε το έθιμο της κούνιας, το οποίο γινόταν με αφορμή την γιορτή του πολιούχου του Πολιχνίτου Αγίου Γεωργίου, αλλά το ίδιο έθιμο υπάρχει και στον Μανταμάδο, που γινόταν όμως την εορτή των Αγίων Αποστόλων (και πρέπει να το ερμηνεύσει κανείς αυτό). Και ενδεχομένως το ίδιο να συνέβαινε και σε άλλα χωριά, επειδή οι κοινωνίες δεν είναι περίκλειστες, αλλά επικοινωνούν, ακόμα και σε εποχές που μας φαίνεται ότι αυτό δεν ήταν και τόσο εύκολο.

Διαβάζω πάλι στο Λεύκωμα του Πολιχνίτου ότι υπήρχε κοινοτικό ελαιοτριβείο με την ονομασία: Η μηχανή τς ακκλησιάς, αλλά και στον Μανταμάδο υπάρχει το αντίστοιχο ελαιοτριβείο με την ονομασία: Η μηχανή τ᾽ Αγιού. Και τα δύο παραδείγματα αυτά, που νομίζω ότι εύκολα μπορούν να πολλαπλασιασθούν και να συνδεθούν με την ελαιοκαλλιέργεια και την εμφάνιση των σύγχρονων ελαιοτριβείων και από κοινοτικούς θεσμούς στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Και φυσικά το ίδιο μπορεί να γίνει και με άλλες ασχολίες και φαινόμενα που συναντούμε σε ορισμένους οικισμούς, για να μην πω σε όλους τους οικισμούς, μικρούς και μεγάλους, του μεγάλου και ιδιόμορφου ως προς την γεωλογική και γεωγραφική κατασκευή νησιού μας.

Σκέπτομαι λ.χ. το φαινόμενο της μετανάστευσης των ανθρώπων, το οποίο συναντούμε έντονα στον Πολιχνίτο και στον Μανταμάδο. Αλλά και ποιο άλλο χωριό της Λέσβου έμεινε ανέπαφο από την μετανάστευση μεγάλου μέρους των ανθρώπων του εντός του ελλαδικού, του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου χώρου (Αμερική, Αυστραλία, Καναδάς κ.τ.λ.). Και φυσικά αυτό δεν οφείλεται μόνο σε φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, παγετός ελαιόδεντρων), ή στους πολέμους, αλλά έχει να κάνει και με την αύξηση του πληθυσμού και τις μεταβολές που επέφερε η αλλαγή του τρόπου ζωής, η εμφάνιση της μηχανής, η αδυναμία ορισμένων επαγγελμάτων να καλύψουν το εργατικό πλεόνασμα.

Σκέπτομαι λ.χ. ότι η εισβολή του έτοιμου παπουτσιού και των έτοιμων ρούχων πόσο σημαντική ώθηση έδωσε στη μετανάστευση, δεδομένου ότι ορισμένα επαγγέλματα άρχισαν να φθίνουν και οι άνθρωποι που τα στελέχωναν να αδυνατούν να ζήσουν από αυτά. Η εισβολή του ραδιοφώνου και των άλλων μέσων ψυχαγωγίας πόσο συνετέλεσαν στη μείωση των τοπικών μουσικών που πλαισίωναν τις εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής.

Με όλα αυτά όμως ο Πολιχνίτος έμεινε για το την επόμενη επιφυλλίδα...

 

Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Στα τέσσερα και πλέον χρόνια, κατά τα οποία, έχουμε τη δυνατότητα, χάρις στο φιλόξενο Εμπρός και τον Μανώλη Μανώλα, να αναφερόμαστε από τη στήλη αυτή στη λεσβιακή ιστορία, έχουμε γράψει πολλές φορές για τη σημασία που έχουν τα γραπτά τεκμήρια στο έργο του ιστορικού, στο έργο της ιστορίας. Δεν είναι δυνατόν να εξετάζουμε το παρελθόν, να καταθέτουμε απόψεις, που δεν στηρίζονται στην επεξεργασία των γραπτών τεκμηρίων που αφήνουν με το περάσμά τους από τη ζωή οι άνθρωποι, είτε ως υποκείμενα είτε συμμετέχοντας σε μεγάλα γεγονότα (πόλεμοι) είτε υπηρετώντας διάφορους θεσμούς.

Ως προς το σημείο αυτό έχει κανείς την πεποίθηση ότι αυτή η κοινότοπη αντίληψη αποτελεί γενική ιδέα και ότι σύμφωνα με αυτήν δεν πρέπει να υπάρχουν άγνωστες γραπτές πηγές στην ελληνική επικράτεια, δεδομένου μάλιστα ότι τα τελευταία πολλά χρόνια υπάρχει μια έντονη στροφή στην αναζήτηση πηγών για την ελληνική ιστορία, που απόκεινται σε αρχεία του εξωτερικού (Ιταλίας, Αγγλίας, Γερμανίας, Γαλλίας και τώρα τελευταία και της Τουρκίας, από τότε που άνοιξαν τις πόρτες τους και στους Έλληνες ερευνητές).

Παρόλα αυτά όμως, ακόμα και σήμερα που μιλάμε και γράφουμε, οι συνθήκες, η γενική κατάσταση, οι αντιλήψεις των τοπικών παραγόντων, οι συγκυρίες, όλα αυτά μαζί ή κατά περίπτωση και ένα από αυτά από μόνο του, συντελούν ώστε στοιχεία ακόμα και της πρόσφατης ιστορίας μας να παραμένουν άγνωστα στην έρευνα, ή να εμφανίζονται ως αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος ενός ανήσυχου ερευνητή να αναζητήσει, να ρωτήσει, να τρέξει, να πιέσει...

Τα γράφω αυτά, μετά λόγου γνώσεως, δηλαδή μετά από ένα τελευταίο επεισόδιο που έλαβε χώρα και πάλι στο νησί μας, κατά τη διάρκεια του τελευταίου καλοκαιριού.

Συγκεκριμένα, φίλος συγγραφέας και φιλέρευνος μελετητής της ιστορίας του χωριού του, με έφεση στην αναζήτηση στοιχείων για τις προσφυγικές καταβολές του χωριού και των ανθρώπων του, αναζήτησε στοιχεία για τις εγκαταστάσεις προσφύγων μετά την καταστροφή του 1922 (Σκοπίμως δεν αναφέρω ονόματα, επειδή και πάλι από προσωπική εμπειρία και μάλιστα επαναλαμβανόμενη, γνωρίζω ότι τα πράγματα πολλές φορές χειροτερεύουν με τα ονόματα και οι τοπικοί φορείς γίνονται, τις περισσότερες φορές, ακόμα περισσότερο καχύποπτοι και αρνητικοί στη βοήθεια των ερευνητών).

Μετά λοιπόν από συστηματική προσπάθεια, στην οποία συνέτρεξαν τοπικές γνωριμίες, ευνοϊκές συγκυρίες και πολύς κόπος κατάφερε να έλθει σε επαφή με κοινοτικά κατάστιχα της εποχής, από τα οποία μπορεί να αντλήσει κανείς πολλά στοιχεία για τη διαμόρφωση των τοπικών κοινοτήτων, μετά από την Μικρασιατική καταστροφή. Μιλάμε δηλαδή για γραπτές πηγές του 20ού αιώνα, ωσάν να πρόκειται για βυζαντινά χειρόγραφα, τουλάχιστον, φυλασσόμενα σε κάποια κρύπτη ενός μοναστηριού!

Και γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου; Πιστεύω ότι με τη δημιουργία του ενός μεγάλου και μοναδικού δήμου της Λέσβου (αλλά και των άλλων ελληνικών τόπων), έπρεπε, παράλληλα, να δημιουργηθεί και μια υπηρεσία (1-2 υπάλληλοι είναι αρκετοί), στην οποία να συγκεντρωθούν όλα τα αρχεία των κοινοτήτων του νησιού μας, που διαλύθηκαν και τα οποία θα ήταν ανοιχτά στην έρευνα και στο ενδιαφέρον των μελετητών. Ή, εναλλακτικά, τα αρχεία αυτά να κατατεθούν στο Παράρτημα των ΓΑΚ, στα ΓΑΚ Λέσβου, ώστε και πάλι να είναι διαθέσιμα στις ιστορικές αναζητήσεις. Έτσι δείχνουμε το πραγματικό ενδιαφέρον για την ιστορία, για την ιστορία του τόπου μας, για τους ανθρώπους τους, για τους προγόνους μας εν τέλει.

Ξέρω θα μου πείτε και πάλι τα γνωστά που ακούμε τόσες δεκαετίες. Δεν υπάρχουν πόροι, δεν υπάρχουν μέσα, ή αντίστροφα και πιο ωμά, τα παλιόχαρτα θα κοιτάμε τώρα, ή τις άμεσες ανάγκες των ανθρώπων; Τι να σας πω: η περηφάνια για τη μοναδικότητά μας, κτλ. και όλες αυτές οι φανφάρες πρέπει να συμβαδίζουν και με κάποια μικρά έργα για την προστασία και κυρίως για τη γνώση των έργων, του βίου τους...

 

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

Παρασκευή, 07 Σεπτεμβρίου 2018 13:20

Το μουσείο της Ολυμπίας…

Όπως συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια, αυτές τις ημέρες πολλοί από εμάς επιστρέφουμε στην Αθήνα, μετά από την ετήσια πολυήμερη παραμονή στο νησί μας, που τόσο θέλουμε να είναι όσο γίνεται πιο μακρά, παντοτινή, αλλά… Εξάλλου, όσο με αφορά προσωπικά, η παραμονή στο νησί επηρεάζει σημαντικά τη διάθεσή μου να μιλήσω, να γράψω, πάντα στο πνεύμα της επιφυλλίδας αυτής, για πράγματα που αναφέρονται στο παρελθόν φυσικά, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και ένα ζωντανό, ένα επίκαιρο παρόν. Και την αφορμή να ικανοποιήσω τη διάθεσή μου αυτή, εφέτος μου δίνει το Λαογραφικό Μουσείο της Ολυμπίας.

Η Ολυμπία Χατζηπαναγιώτου από την Αρίσβη είναι, για όσους δεν την γνωρίζουν, μια όμορφη γυναίκα με ωραίο παράστημα, η πρώτη σπουδασμένη γυμνάστρια στο νησί, σύζυγος του φιλόλογου καθηγητή μου Χρήστου Σταυράκογλου, μητέρα, γιαγιά, δηλαδή διαθέτει όλα τα σημαντικά και στοιχεία και ιδιότητες που θα της έδιναν το δικαίωμα να ζει και να διάγει πλέον ένα ήσυχο και ήρεμο βίο, απολαμβάνοντας τα αγαθά που τις παρέχουν οι παραπάνω ιδιότητες.

Και όμως η Ολυμπία, αναδεικνύοντας κάποιες από τις ιδιότητες που διαθέτουν κάποιοι ευαίσθητοι συμπατριώτες μας, εδώ και τρία χρόνια και ενδεχομένως πολλά περισσότερα, μετέτρεψε ένα ωραίο αγροτικό οίκημα που βρίσκεται στον ωραίο μικρό αλλά ειδυλλιακό κάμπο της Αρίσβης, σε Λαογραφικό Μουσείο, το Μουσείο της Ολυμπίας, όπως έχω τη διάθεση να το λέω εγώ.

Είχα την ευκαιρία, μαζί με άλλους φίλους, πριν από τρία χρόνια να επισκεφτώ, μετά από ευγενική πρόσκληση της Ολυμπίας και του Χρήστου, για πρώτη φορά το Μουσείο κα εφέτος, κάτω από τις ίδιες περίπου ευτυχισμένες συγκυρίες, να επαναλάβω την επίσκεψή μου στο Μουσείο και να θαυμάσω εκ νέου την ευαισθησία, την επιμονή και το μεράκι της Ολυμπίας, που κυριολεκτικά μόνη της -άντε και με τη βοήθεια… του συζύγου της Χρήστου- δημιούργησε, με βάση οικογενειακά της αντικείμενα πάσης φύσεως, το Μουσείο αυτό στην Αρίσβη.

Στο οργανωμένο λοιπόν στα δύο επίπεδα του αγροτικού σπιτιού Μουσείο ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει, να μάθει, αν δεν ξέρει, και αν ξέρει να ανακαλέσει και πάλι από τη μνήμη και το πίσω μέρος του μυαλού του, στην επιφάνεια, με βάση τα εκθέματα του Μουσείου της Ολυμπίας τα στοιχεία ενός κόσμου μακρινού και κοντινού ταυτόχρονα. Και τούτο, επειδή τα αντικείμενα που εκτίθενται κάποτε που πλαισίωναν τη ζωή των ανθρώπων, την διευκόλυνα, την εξυπηρετούσαν και την αναδείκνυαν υπήρξαν επί πολλά χρόνια στο ενεργητικό προσκήνιο, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, όταν πλέον η ιστορία επηρεασμένη από τις τεχνικές και αργότερα τεχνολογικές επινοήσεις, άρχισε να επιταχύνεται και να τρέχει πολύ γρήγορα παραμερίζοντας τις παλιές μορφές της κοινωνικής και οικονομικής ζωής και δημιουργώντας νέες.

Έτσι τα εκατοντάδες αντικείμενα που συγκέντρωσε η Ολυμπία και καλύπτουν πολλές όψεις της καθημερινότητας, της αγροτικής εργασίας, της διαμόρφωσης ενός ανθρώπου από τα πρώτα βήματά του έως την ενηλικίωσή του, αυτά που εξυπηρετούσαν τη ζωή στο σπίτι και στον αγρό, στις επαναλαμβανόμενες πράξεις, αλλά και στις μοναδικές στιγμές, βρίσκονται εκεί στο Μουσείο της Ολυμπίας τοποθετημένα από την ίδια, το ένα δίπλα στο άλλο, μιλώντας είτε από μόνα της είτε με τη φωνή της Ολυμπίας.

Στο μυαλό μου πάντα είχα το σχέδιο ενός μεγάλου Λαογραφικού Μουσείου στη Λέσβο, στο οποίο θα συγκεντρώνονταν όλα τα στοιχεία, τα αντικείμενα, οι μαρτυρίες της κοινωνικής-οικονομικής ζωής του παρελθόντος. Και τούτο επειδή εκτιμώ ότι σε όλα τα χωριά της Λέσβου, πάνω-κάτω, η ζωή κυλούσε με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο, οπότε και τα αντικείμενα που την εξυπηρετούσαν είναι περίπου της ίδιας μορφής.

Εν όψει ενός τέτοιου ιδεατού και μάλλον φαντασιακού Μουσείου, προσπάθειες και εγχειρήματα, όπως αυτό που δημιούργησε και υπηρετεί με πάθος και μεράκι η Ολυμπία Χατζηπαναγιώτου, σύζυγος Χρήστου Σταυράκογλου, νομίζω ότι είναι ό,τι χειροπιαστό διαθέτουμε και μάλλον θα διαθέτουμε και στο μέλλον.

ΥΓ Σκόπιμα δεν ανέφερα ονομαστικά τα εκθέματα του Μουσείου: ίσως κάποιοι που διευθύνουν οργανωμένες μονάδες εκπαίδευσης ενδιαφερθούν να δουν από κοντά τα έργα των χειρών της Ολυμπίας…

 

* Ο Παναγιώτης Μιχαηλάρης είναι ιστορικός/ Εθνικό ΄Ιδρυμα Ερευνών.

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018 15:05

Μια βολή έχει μείνει

Ίσως είναι το πρώτο καλοκαίρι εδώ και πολλά χρόνια που δεν έχουν απασχολήσει τα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ τα «μπάνια του λαού».

Ουδείς ασχολείται, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, με τις καλοκαιρινές αποδράσεις των Ελλήνων, τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια, τους ναύλους για τα νησιά, τις προσφορές καταλυμάτων κλπ.

Έχει σκεπάσει την Χώρα ένα καταθλιπτικό σύννεφο αποπνικτικής και απελπιστικής αδράνειας σωρευμένη από τον τεράστιο όγκο των προβλημάτων και την αποψίλωση ελπίδας που έχει προκαλέσει η παρατεταμένη αφαίμαξη κυρίως των ψυχολογικών πόρων των μικρομεσαίων Ελλήνων πολιτών.

Η ελληνική ιστορία είναι γεμάτη επαναλήψεις πολιτικών ταραχών, στάσεων, κινημάτων ακόμα και πτωχεύσεων. Η Χώρα έχει περιπέσει στο παρελθόν σε πολύ χειρότερες καταστάσεις από την σημερινή εθνική και κρατική απαξίωση, απότοκες κυρίως πολιτικών παθών που οδήγησαν σε επικίνδυνους διχασμούς και σε αιματηρό εμφύλιο.

Υπήρχε, όμως, πολιτικό κεφάλαιο σε εφεδρεία, υπήρχε πάγκος. Υπήρχε επίσης κοινωνική, πνευματική και οικονομική ραχοκοκαλιά, κατεστημένο με επίγνωση πατριωτικής ευθύνης. Υπήρχε, τέλος, πολιτική τσίπα.

Καθρέπτης των επιδιώξεων και ελπιδοφόρων προσδοκιών μας αναμφισβήτητα είναι η πολιτική μας έκφραση «συμποσούμενη» στο εκάστοτε προκύπτον εθνικό κοινοβούλιο. Κατά το «μάλλον ή ήττον» οι σημερινοί πολιτικοί συνδυασμοί και το σημερινό ηγετικό προσωπικό τους θα ανταγωνιστούν οσονούπω για την κατάκτηση της κυβερνητικής εντολής μας.

Ας κάνει καθένας υποθέσεις εργασίας ανάθεσης κυβερνητικών ευθυνών στα σημερινά κόμματα, πρόσωπα και ηγεσίες του κοινοβουλίου. Σε μεγάλο βαθμό δοκιμασμένα και κατ’ επανάληψη οικτρά αποτυχημένα με ελάχιστες εξαιρέσεις, κάποια δε εμφανώς επικίνδυνα και άλλα στα όρια του φαιδρού. Αυτή είναι η πραγματικότητα.

Μια «βολή» έχει απομείνει στο πολιτικό μας περίστροφο πριν τις μη αναστρέψιμες εθνικές περιπέτειες. Εντολή στην ΝΔ με επιλογή ανιδιοτελών εκπροσώπων. Με την βάσιμη ελπίδα ότι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αποφασισμένος να αναμετρηθεί με την ιστορία.

Σταύρος Γ. Μιχαηλίδης

Υποναύαρχος (ε.α.) Λ.Σ.

Σελίδα 1 από 4
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top