FOLLOW US

Χρονογράφημα

Όπως τότε, σύντεκνε... Θυμάσαι, ε;

Αρχές του Θεριστή ήτανε κι ο νους μου γυρόφερνε στα χρόνια τα όμορφα, τότε που βλαστάρι τρυφερό ακόμα ξεφύτρωσα σε τούτα τα μονοπάτια τα χιλιοπατημένα. Κοντό πανταλονάκι και απαπούτσωτο, έπαιρνα δρόμο και γιόμιζαν οι αστήσεις μου εικόνες, μυρουδιές, ακούσματα κι εμπειρίες και το άμεστο μυαλουδάκι μου γνώσεις. Σκαρφάλωνα σε μια χιλιοφιλημένη απ’ το υγρό στοιχείο ασβεστόπετρα κι άφηνα τη ματιά μου να ταξιδέψει. Σβάρνιζε ανάμεσα ουρανό και θάλασσα, από τα σπιτάκια τα στριμωγμένα στο μικρό Γαβαθιανό μετερίζι και σταμάταγε σ’ έν’ άλλο κομμάτι στεριά μπηγμένο στη θάλασσα, πλημμυρισμένο σπίτια χρωματιστά κι ένα περήφανο κάστρο στην κορφή να το βιγλίζει. Ώρες πολλές περνούσα συντροφιά τούτο το όμορφο και περήφανο ακρωτήρι το Μόλυβο όπως μου τον βαφτίσανε οι μεγάλοι. Εκεί που στερνότερα έλαχε να γνωρίσω έναν υπέροχο άθρωπο που βάφτισε και τη δευτεροθυγατέρα μου, τον Γιώργο Τσαλίκη.

Κι ήτανε η μέρα ετούτη μουντή. Μια συννεφιά, μια ψυχοπλάκωση με γυρόφερνε κι αναρωτιόμουν: «Τι παιδεύει την ύπαρξή μου; Κακό μήνυμα θε νάναι.»

Ένιωθα να μπλαντώ και, άκεφα, ξεπόρτισα, πάτησα στην καυτερή την άμμο, πέταξα ρούχα και σκέψεις βασανιστικές, κι ανέμελα, τάχα, χώθηκα στην αγκαλιά του παγωμένου Αιγαιοπελαγίτικου θαλασσόνερου να ξεφύγω από τούτον τον κλοιό. Μα το φριχτό τριζόνι, εκεί. Να τριβελίζει αιστήσεις και σωθικά μου. Έριχνα απλωτές χεριές με τα νιογέννητα κυματάκια να με μπατσίζουν, μα βαριέστησα, ξεπρόβαλα στη βρεμένη την άμμο και, σκυφτός, πήρα το μονοπάτι για το κονάκι μου.

Στη βεράντα, η συμβία μου έκανε νόημα να γρηγορέψω και στο αυτί είχε το τηλέφωνο. Δε γέλαγε κι έδειχνε λύπη. Δίστασα, αλλά το πήρα, και, γνώριμη, κοριτσίστικη φωνή με πολύ προσοχή αντί μαντάτα χαρούμενα διφορούμενες κουβέντες έλεγε μη θέλοντας να τρομάξω.

Ήταν η Αννούλα, η κόρη του συντέκνου μου Τσαλίκη που γυρόφερνε στο μυαλό μου τόσην ώρα. Υποψιάστηκα, πετάχτηκα σα να με χτύπησε ρεύμα ηλεχτρικό.

«Τι συμβαίνει κόρη μου;», ρώτησα τρομαγμένος.

Τα παιδιά βλέπεις του Γιώργου και δικά μου τα λογάριαζα. Όπως κι εκείνος τα δικά μου. Μα τώρα δυσκολευότανε να μιλήσει.

- Λέγε. Ο πατέρας σου, κι αδερφός μου, Αννούλα;

Πονεμένες λέξεις βγήκανε από το στόμα της και χρειάστηκε να με βοηθήσει η συντρόφισσά μου μην πέσω.

Πάει λοιπόν ένας ακόμα περήφανος κι ασυμβίβαστος σκαπανέας της ζωής. Ο Γιώργος ο Τσαλίκης που προσέφερε αμέτρητες υπηρεσίες στο Μόλυβο τη Μυτιλήνη και λίγο παραπέρα.

Κι ήρθε πάλι στο νου μου τότε:

Μάιος του 1962 σαν πάτησα για πρώτη φορά στον πανέμορφο Μόλυβο ή Μήθυμνα όπως λέγεται σήμερα. Με το που κατέβηκα από το λεωφορείο της γραμμής, φοβισμένος, νεαρός γεωπόνος, σε άγνωστο μέρος, δεν πρόλαβα να συνειδητοποιήσω πού βρισκόμουν και ποιον έπρεπε να ανταμώσω και μια πληθωρική ζεστή φωνή με ακινητοποίησε.

- Καλωσορίσατε κυρ γεωπόνε.

Ήτανε ο αντιδήμαρχος Μολύβου, ο αεικίνητος και δραστήριος Τσαλίκης.

Από τότε, κάθε που πήγαινα από Καλλονή στο Μόλυβο για να βρεθώ ανάμεσα κτηνοτρόφους κι αγρότες, να κουβεντιάσω και να πασκίσω λύση να δώκω στα προβλήματά τους, με το μηχανάκι ανηφόριζα το πολυβραβευμένο δρομάκι με τις γλυσίνες να το στεφανώνουν, και στην πόρτα του παντοπωλείου περίμενε γελαστός ο αντιδήμαρχος.

- Οι αγρότες έχουν ειδοποιηθεί και σε περιμένουν. Μα πρώτα κυρ γεωπόνε να πιεις ένα ούζο να ξεκουραστείς και μετά η δουλειά.

Στεκόμασταν πίσω από τον πάγκο, πίναμε ένα ούζο με λαδοτύρι και σαρδέλα, έπαιρνα δύναμη και στο καθήκον μου. Μαζί κι ο Γιώργος που ήτανε και κτηνοτρόφος - κτηματίας υποδειγματικός.

Τις πάμπολλες φορές που είχα πάει, δεν με άφησε ούτε ένα βράδυ να πάω σε ξενοδοχείο.

- Στο σπίτι θα έρθεις.

Το Λενάκι, η θαυμάσια γυναίκα του, τυλιγμένη στο αβίαστο χαμόγελο, σα την πανσέληνο, μαζί κι η μητέρα της, κυρία Άννα, περιμένανε πρόσχαρες με το τραπέζι στρωμένο.

Μετά το υπέροχο πάντα φαγητό, γυναίκα και παιδιά πηγαίνανε για ύπνο κι εμείς πιάναμε δυο πολυθρόνες και βουλιάζαμε σε ατέρμονες συζητήσεις. Από γεωπονία, κοινωνία, αρχαιολογία μέχρι τον πόνο του, τον προσφυγικό. Πρωινές ώρες πια πηγαίναμε για 3-4 ώρες ύπνο.

Μετά χωρίσαν οι δρόμοι μας. Στο κρατικό ραδιόφωνο εγώ, στου Ζωγράφου με ένα πρωτοποριακό σούπερ μάρκετ εκείνος. Όμως η φιλία αμείωτη και παντοτινή. Άρχισε και τη συγγραφική του δραστηριότητα, αποδείχτηκε ένας καλός λογοτέχνης, χρημάτισε στέλεχος στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών, μεταφράστηκαν γραπτά του στα Πολωνέζικα κι άλλα πολλά.

Και τώρα, μας έφυγε κι αυτός.

Φτωχύναμε κι άλλο!

Ω και νάμασταν,

όπως τότε σύντεκνε! Θυμάσαι;

 

Γιώργος Καμβυσέλλης

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

LEZANTA

Οι οικογένειες Γ. Τσαλίκη και Γ. Καμβυσέλλη

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΆΡΘΡΑ
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top