FOLLOW US

Χρονογράφημα

Καϊσί γλυκό!

Από βραδύς ξεκινούσε η νουθεσία: «Να είσαι φρόνιμη»! «Να μη λες πολλά!» «Θα καθίσεις στην τραπεζαρία, το σαλόνι είναι για τους καλεσμένους». «Αφού ούτε την τηλεόραση δε με αφήνεις να ανοίξω» διαμαρτυρόμουνα και έπαιρνα την περίφημη απάντηση «Θα καθίσεις σαν καλό παιδί ένα απόγευμα!» Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς στην ευχή περνούν τον χρόνο τους τα καλά παιδιά!

Μια εβδομάδα πριν, το σπίτι έβαζε τα γιορτινά του. Στρώνονταν τα χαλιά με το παχύ πέλμα. Η γυναίκα ερχόταν για γενική καθαριότητα: γυάλιζε τα ασημικά, κατέβαζε με προσοχή τις βαριές βελουδένιες κουρτίνες, τις έπλενε, τις σιδέρωνε, τις κρεμούσε, καθάριζε τα τζάμια, τις αυλές, δεν έφευγε χωρίς να βεβαιωθεί ότι δεν είχε μείνει το παραμικρό μόριο σκόνης στα κρυστάλλινα ποτήρια. Τελευταίο στολιζόταν το χριστουγεννιάτικο δέντρο: παρακολουθούσα, δαγκώνοντας τα παχιά μαξιλάρια του καναπέ, τις μπάλες να φανερώνονται μέσα από το χάρτινο περιτύλιγμα, τα στολίδια να κρεμιούνται, τα λαμπάκια να ανάβουν. Γύριζε, με κοίταζε στο τέλος: «Σου αρέσει;» με ρωτούσε. Τεντωνόμουν σα γάτα και γύριζα πλευρό. Μου άρεσε, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ.

Δύο μέρες νωρίτερα από την κουζίνα μοσχοβολούσαν οι μυρωδιές: κανέλλα και βανίλια, αφράτα κέικ, στρούντελ, μπακλαβάς μόνο με αμύγδαλο, καρυδόπιτα, δίπλες, κουλουράκια. Στο άτυπο πρωτόκολλο της ανταλλαγής των επισκέψεων νικήτρια ήταν όποια είχε πιο μεγάλη ποικιλία σε βουτήματα. Ύστερα ψήνονταν τα τυροπιτάκια, η σπανακόπιτα, τα αλμυρά κέικ με τυρί και αλλαντικά, οι μεζέδες με τον παστουρμά. Για το βράδυ.

Κάθε φορά που άνοιγε το σαλόνι ήταν ψυγείο. Το μαγικό σαλόνι, έτσι μου φαινόταν τότε, ήταν κλειδωμένο όλο τον χρόνο. Άνοιγε μόνον ανήμερα της γιορτής του νοικοκύρη του σπιτιού. Μόλις ξεκλείδωνε να το αερίσει, τρύπωνα πίσω της.  Επιθεωρούσε: τις βελούδινες πάντες στους τοίχους, που σχημάτιζαν Γ, το παλιό σαλόνι της γιαγιάς με την πρωτινή ταπετσαρία, τον χαμηλό φωτισμό, το πράσινο βάζο. «Όποιος μικρός το ακουμπά μεταμορφώνεται σε ελάφι» με είχε φοβερίσει, για να αποφύγει τη  ζημιά. Την πίστευα. Δε με άφηνε να μείνω μέσα πολύ. Ήμουν ζωηρή. Αυτό έλεγε πάντα. Όσο κι αν μεγάλωσα.

Την τελευταία μέρα κατέφθαναν τα ποτά, το λικέρ για τις κυρίες και τα ουίσκι με τους ξηρούς καρπούς για τους κυρίους, που έπαιζαν χαρτιά στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα και συζητούσαν για πολιτική. Ντυνόταν τελετουργικά, επιθεωρούσε το μακιγιάζ, έφευγε η κομμώτρια, έκανε εξονυχιστικό έλεγχο στα πάντα, επιθεωρούσε και μένα. «Είπαμε, φρόνιμα». Ευτυχώς το τραπέζι της σάλας ήταν στολισμένο με ένα βελούδινο πανί, με κρόσσια, που το σκέπαζε σχεδόν μέχρι το πάτωμα. Τρύπωνα με την κούκλα μου από κάτω μόλις άρχιζαν να φτάνουν οι καλεσμένοι. Σήκωνα λίγο το ύφασμα, τόσο όσο για να δω τα τακούνια των κυριών να χάνονται μέσα στο αφράτο χαλί. Ακουμπούσα στη βάση του τραπεζιού και μάντευα τον ήχο από το περπάτημά της να κουβαλά τον δίσκο στο σαλόνι. Σερβίριζε τσάι, ποτέ καφέ. Ήταν πιο σικ. Άκουγα γέλια και βραχιόλια που χτυπούσαν. Προσπαθούσα να πιάσει το αυτί μου κανένα κουτσομπολιό.

Είχε σκοτεινιάσει, όταν Εκείνος έφτανε. Φορούσε πάντα τις μαύρες λαδωμένες του μπότες και τη φόρμα της μηχανής. Στο χέρι του κρατούσε τις καστανιέτες με το φαγητό, σχεδόν πάντα ανέγγιχτο. Έμπαινε σφυρίζοντας, χαιρετούσε, έξαλλη την έκανε που δούλευε στη γιορτή του, που ήταν ημέρα - αργία, που δε φορούσε γραβάτα, σαν όλους τους καθωσπρέπει κυρίους. Άφηνε το πακέτο του πάνω στο τραπέζι, έσκυβε, σήκωνε το πανί, με αγκάλιαζε και του βουτούσα το καπέλο του! «Γιορτάζεις» του έλεγα με νάζι. Κοίταζε γύρω του την πανδαισία των εδεσμάτων, σερβιρισμένα στα κρυσταλλένια πιάτα, ρωτούσε δήθεν αυθόρμητα: «Γυναίκα, καϊσί, έχουμε;» Είχαμε αλλά ήξερε πως Εκείνη δεν το θεωρούσε κατάλληλο να σερβίρεται χρονιάρα μέρα. Έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια, χρόνια πολλά από τότε που έφυγε… Αναρωτιέμαι πάντα ανήμερα της γιορτής του, αν του λείπει το καϊσί!    

 

Καλυψώ Ν. Λάζου-Μπαλτά

Φιλόλογος 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΆΡΘΡΑ
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top