FOLLOW US

Χρονογράφημα

Ήτανε Χριστούγεννα

Παραμονές, κι η γιορταστική ατμόσφαιρα θύμιζε πως τούτα τα Χριστούγεννα θα γινόντουσαν όπως τα είχανε φανταστεί, όπως τα λαχταρούσανε χρόνια πολλά τώρα. Από τότε που οι βάρβαροι μπήκανε στο σπιτικό τους κι αρπάξανε το βιός τους μαζί και τον Σταύρακα. Είπανε πως ήτανε κατάσκοπος ή παρτιζάνος, κάτι τέτοιο, που δεν κατάλαβε η μικρή Ανθούλα μηδέ κι η άμοιρη γυναίκα του.

Διαβήκανε είκοσι χρόνια και καμιά είδηση· ούτε ζωντανό, μηδέ πεθαμένο τον βρήκανε. Είπανε πως τον πήγανε στο Άουσβιτς. Στερέψανε τα δάκρυά τους κι ο πόνος τρύπησε το μεδούλι, γίνηκε πληγή αγιάτρευτη. Το χωνέψανε πια, η μάνα πέταξε τα μαύρα κι ανάριεψε τους στεναγμούς. Η Ανθούλα, προικισμένη από τη φύση όμορφη κοπελίτσα, είχε τελέψει το σκολειό, καιρός πια, να βρεθεί ένα καλό παλικάρι, να την αγαπήσει.

Χριστούγεννα ανήμερα είχε πει πως θα ερχότανε. Κι ήταν όλα στην εντέλεια. Στολισμένο το δέντρο, ασπρισμένο μετά από τόσα χρόνια το σπίτι, κι οι κουρτίνες, κι αυτές, εισαγωγής είπανε πως είναι, το καλλίτερο ύφασμα. Το τραπέζι γιορταστικό και πλούσιο φέτος, το κρασί από τότες, πριν φύγει, παλιωμένο χρόνια στο βαρέλι κάτω στο υπόγειο, και τα κεριά στο ασημένιο κηροπήγιο πέντε· κόκκινα. Για πρώτη φορά τούτο το χρώμα. Το καλούσε η περίσταση βλέπεις. Είχανε βάλει κι ένα τραγούδι μοντέρνο στο κασετόφωνο, εκλογή της Ανθούλας, γίνηκε πιο χαρούμενο το σπίτι ολάκερο.

Ορθές κι οι δυο τον περιμένανε, κι οι ματιές τους, πονεμένες ξιφιές, σταυρώνανε μια στη πόρτα, και μια στο τηλέφωνο. Χαλαρώσανε τ’ ακρόνευρα σαν ακούστηκε φρενάρισμα και μηχανής το σταμάτημα. Γιόμισε η κάμαρη ανθούς, γκρεμιστήκανε τοίχοι, ταβάνια, ούλα γινήκανε ένα, μια λιόστρατη απλάδα, με το που προσπέρασε το κατωκάσι. Αψηλός, όμορφος, μαυριδερός, από φτωχιά οικογένεια, στάθηκε άξιος, τον κόσμο όλο γύρισε, και καταστάλαξε στη πατρίδα των γονιών του, εδώ στην Αθήνα, καλοπληρωμένο στέλεχος μιας κομπανίας που σάζει δρόμους. Γλυκομίλητος, έδειχνε πως αγαπούσε παθολογικά την Ανθούλα· και τη μάνα της. Τη κυρά Γιασεμή.

Κάτσανε στο τραπέζι, είπανε τα γιορτινά και τα πρεπούμενα, πορπάτηξε η ώρα μαζί και το κρασί, φιλιώσανε πιότερο, είπανε χορατά γελάσανε, ρωτήξανε και για τους γονείς του.

-Το καλοκαίρι θα τους γνωρίσετε, είπε ο Βύρωνας. Ο πατέρας μου ήτανε αιχμάλωτος, αλλά κατάφερε να τους ξεφύγει κι απόμεινε χρόνια κρυμμένος στη Γερμανία. Η μάνα μου Ζακυνθινιά. Εκεί με κάνανε.

-Κι ο δικός μου πατέρας, … τον πιάσανε οι Γερμανοί, μα …

-Ναι, το ξέρω. Τον είχε ανταμώσει. Σταύρακα δεν τον λέγανε;

Τα έγκατα της γης τιναχτήκανε, μάνα και κόρη βρεθήκανε μεσούρανα, κι απομείνανε κρεμασμένες στα χείλη του.

-Ο πατέρας μας;! Ζει;

Σοβάρεψε αυτός, ξετρύπωσε ένα μαυρισμένο σακουλάκι από τη μέσα τσέπη, της το έδωσε.

-Αυτό, είπε, είναι το δικό μας αστέρι της Βηθλεέμ, που μ’ έφερε κοντά σου. Το είχε δοσμένο στον πατέρα μου λίγο πριν χωρίσουν.

Το πήραν στα τρεμάμενα χέρια τους μάνα και κόρη, το γιόμισαν φιλιά και δάκρυα. Μέσα, είχε ένα χρυσό δαχτυλίδι και το φυλαχτό του. Κι ο Βύρωνας, συνέχισε.

-Είχε πει στον πατέρα μου, «Αν ζήσεις δώσε τα στη Γιασεμή τη γυναίκα μου. Και στη κόρη μου, που θέλω να προκόψει».

Οι δυο γυναίκες σε μια πλημμύρα συναισθημάτων, με δυσκολία είπανε.

-Ευχαριστούμε.

-Τάχτηκα, συνέχισε ο νέος, να κάνω πράξη την τελευταία του επιθυμία.

Σταμάτησε για λίγο, και συνέχισε.

-Είμαι τυχερός που η Ανθούλα εκτός από κόρη του, είναι κι ένα θαυμάσιο κορίτσι.

Τούτα τα Χριστούγεννα απομείνανε χαραγμένα τη ζωή τους ολάκερη. Του Βύρωνα και της Ανθούλας σφραγισμένα με την ευτυχία τους.

 

Καλά Χριστούγεννα σε όλους

ΣΧΕΤΙΚΑ ΆΡΘΡΑ
Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Θεατρικές κριτικές Το ποδαρικό »
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top