FOLLOW US

Παντός καιρού

Δυο ιστορικές μετεγκαταστάσεις της αρχαίας Βρίσας

Στην τρισχιλιετή ύπαρξη της Βρίσας έγιναν για διάφορους λόγους, δυο μετεγκαταστάσεις του αρχικού οικισμού.

Μήπως, σήμερα, μετά τον καταστροφικό και φονικό σεισμό της 12ης Ιουνίου, επιβάλλεται να γίνει και μια τρίτη μετεγκατάσταση;

Την ίδρυση της προϊστορικής Βρίσας σκεπάζει η αχλή του μύθου. Τα πρώτα σημάδια για την ύπαρξή της, τα ανιχνεύουμε στις μυθικές παραδόσεις που αναφέρονται στον πρώτο οικιστή της Λέσβου, τον Μάκαρα, στον οποίον, κατά τους αρχαίους συγγραφείς Ανδροτίωνα και Κλαύδιο Αιλιανό, αποδίδεται και η ίδρυση του ναού του Διονύσου στην «ΑΚΡΑ ΒΡΙΣΑ», όπως ονομαζόταν το σημερινό ακρωτήρι του Αγίου Φωκά, το οποίο διέσωζε ως τον 6ο αιώνα μ. Χ. την αρχαία ονομασία του «Άκρα Βρίσα» κατά τον Στέφανο τον Βυζάντιο.

Η ύπαρξη της Βρίσας ανιχνεύεται, επίσης, και μέσα στα ομηρικά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια (Βλέπε και «Τα τοπωνύμια της Βρίσας Λέσβου» Βασίλη Ψαριανού, Εκδόσεις «Νοών»). Σπουδαίοι φιλόλογοι και αρχαιολόγοι (ανάμεσά τους ο μεγάλος Γερμανός φιλόλογος Βιλαμόβιτς και η Αμερικανίδα αρχαιολόγος Emily Shields) συσχετίζουν τη σημερινή Βρίσα με την πατρίδα της πανέμορφης Βρισηίδας, κόρης του Βρισέα, βασιλιά ή ιερέα της ομηρικής Βρίσας.

Τα λείψανα του πρώτου οικισμού, της προϊστορικής Βρίσας, βρίσκονται πάνω στο σημερινό ακρωτήρι του Αγίου Φωκά -όπου και ο ναός του Διονύσου του Βρισαίου ή Βρισαγενούς- όπως μας βεβαιώνουν τα ευρήματα που κατέγραψε κατά την επίσκεψή του εκεί το 1885 ο Γερμανός αρχαιολόγος R. Koldewey, και, επίσης, σύμφωνα με τα ανασκαφικά ευρήματα που έφερε στο φως νεότερη (επιφανειακή και περιορισμένης έκτασης) αρχαιολογική έρευνα του 1972.

Ο πρώτος οικισμός της Βρίσας στον Άγιο Φωκά («Άκρα Βρίσα») εικάζουμε ότι επιβίωσε ως την ελληνιστική εποχή και τους πρώτους Ρωμαϊκούς χρόνους, για να μεταφερθεί κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο στην κοντινή προς τον Άγιο Φωκά θέση, της Αγια-Κατερίνας, όπου έχουν ανευρεθεί κάποιοι τάφοι και παρατηρείται άφθονη κέραμος και δομικά υλικά.

Και στη θέση που βρίσκεται το σημερινό εκκλησάκι της Αγια-Κατερίνας, διακρίνονται τα θεμέλια παλαιοχριστιανικής εκκλησίας.

Η ακμή και του δεύτερου οικισμού της Πρωτοβυζαντινής Βρίσας επιβεβαιώνεται από το μέγεθος της παλαιοχριστιανικής εκκλησίας, καθώς και από τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη (κιονόκρανα και κολόνες), τα οποία μεταφέρθηκαν στον σημερινό οικισμό της Βρίσας. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι το σύστημα ύδρευσης του οικισμού (πήλινοι σωλήνες για την μεταφορά νερού από απόσταση 3 περίπου χιλιομέτρων).

Ο δεύτερος οικισμός της αρχαίας Βρίσας εγκαταλείφθηκε κατά πάσα πιθανότητα κατά τον 7ον ή 8ον αιώνα, περίοδο κατά την οποία όλοι οι παράλιοι οικισμοί του βυζαντινού κράτους βρέθηκαν ανυπεράσπιστοι στο έλεος πειρατικών επιδρομών. Η ανασφάλεια και η πιθανή καταστροφική λεηλασία που υπέστησαν οι κάτοικοι, τούς ανάγκασε να αναζητήσουν ασφαλέστερο καταφύγιο και τόπο εγκατάστασης στα ενδότερα εδάφη της «Βρισαίας χώρας».

Πολλά στοιχεία που έχουμε, σήμερα, στη διάθεσή μας από τα αρχεία του οθωμανικού κράτους, επιβεβαιώνουν την άποψη, που από παλιά είχαμε υποστηρίξει, για τη διασπορά των έντρομων κατοίκων και την εγκατάστασή τους σε πολλούς αγροτοκτηνοτροφικούς οικισμούς στην ευρύτερη περιοχή, από τους οποίους ο πολυπληθέστερος, αθέατος από τη θάλασσα και καλύτερα προστατευμένος από τις πειρατικές επιδρομές με σύστημα «βιγλών» και «βιγλίων», ήταν αυτός στη θέση της σημερινής σεισμόπληκτης Βρίσας.

Η θέση, που επέλεξαν ως ασφαλές καταφύγιο οι κάτοικοι που προέρχονταν από τον οικισμό της Αγια-Κατερίνας, ήταν η παραποτάμια κοιλάδα με την πυκνή βλάστηση, από βελανιδιές και θεόρατους πρίνους, η οποία ήταν αθέατη από τη θάλασσα, πίσω από τους, επίσης δασωμένους λόφους Καναϊτη, Χούλιαρη, Αλώνια και Παγώνι.

Ο μεσαιωνικός, τρίτος οικισμός της Βρίσας ενισχύθηκε πληθυσμιακά μετά το 1462, όταν ο φόβος -που τώρα προερχόταν από τους Οθωμανούς κατακτητές- ανάγκασε τους κατοίκους των άλλων μικρότερων οικισμών να αναζητήσουν κάποια μεγαλύτερη ασφάλεια στη συνοίκησή τους με τους Βρισαίους, που ήσαν, εξαρχής, εγκατεστημένοι στον ασφαλέστερο και πολυπληθέστερο οικισμό της σημερινής Βρίσας.

Στα επόμενα χρόνια, ο οικισμός της τουρκοκρατούμενης Βρίσας, όπου εγκαταστάθηκε κι ένας αριθμός επήλυδων Οθωμανών ή και εξισλαμισμένων χριστιανών, άρχισε να επεκτείνεται από την παραποτάμια, πεδινή έκταση στις υπώρειες και συν τω χρόνω και στις πλαγιές των τριών λόφων, προς τα νότια και ανατολικά, τα Αλώνια, το Παγώνι και το Εκκλησίδι-Αϊ Γιάννη.

Το 1855 επισκέφτηκε τη Βρίσα ο Γάλλος περιηγητής Boutan. Είχε προηγηθεί ο φονικός σεισμός του 1845 και ο επίσης καταστροφικός παγετός, ο « Κάης», του 1850, όπως έμεινε στη μνήμη των κατοίκων. Στην περιγραφή που κάνει ο Γάλλος περιηγητής, μάς δίνει μια εικόνα φτώχειας και αθλιότητας: «Έχει 400 σπίτια όλα ελληνικά» (οι μουσουλμανικές οικογένειες είχαν αναχωρήσει πριν από κάποια χρόνια και είχαν εγκατασταθεί στη Γρίπα του Πολιχνίτου ), «όλα τα σπίτια είναι φτωχικά και η αθλιότητα είναι γενική».

Η εικόνα της Βρίσας αλλάζει από τα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, κατά την περίοδο της οικονομικής ακμής και της κοινωνικής ανόδου. Πολλά από τα πλινθόκτιστα και «λασπόχτιστα» σπίτια, από τα οποία κάποια ήταν, ακόμα, «δωματερά», με σκεπή από χώμα, «λήπεδο», αντικαθίστανται από «μπινιάδες», χτισμένα με ασβεστοκονίαμα και όμορφες πελεκητές πέτρες. Από τότε σώζονταν, μέχρι την αποφράδα ημέρα της 12ης Ιουνίου, τα καλαίσθητα «αρχοντόσπιτα» της Βρίσας με τα σκαλιστά υπέρθυρα, τα γείσα και τις παραστάδες που χτίστηκαν από μερακλήδες ντόπιους «Μιμάρηδες».

Όμως ακόμα και τα όμορφα σπίτια… όμορφα «πεθαίνουν», όταν τα βρει στο δρόμο του, το «κύμα» ενός σεισμού 6,1 ρίχτερ -και μάλιστα επιφανειακού- και, κυρίως, όταν είναι θεμελιωμένα, χωρίς αντισεισμικές προδιαγραφές, στο προσχωσιγενές έδαφος της ποταμιάς.

Σήμερα που εξέλιπαν οι λόγοι να παραμένει κρυμμένο το χωριό της Βρίσας πίσω από τους λόφους, στην κοιλάδα της Λαγκάδας, και αφού η Φύση, με τρόπο σκληρό και οδυνηρό για τους Βρισαγώτες, μάς επισημαίνει πως είχαμε χτίσει τα σπίτια μας σε έδαφος ασταθές και ακατάλληλο, πρέπει να σκεφτούμε και να αποφασίσουμε μια νέα μετεγκατάσταση και χωροθέτηση της Βρίσας.

Τέτοιοι χώροι ασφαλέστεροι και υγιεινότεροι, αλλά και κοντινοί προς τον σημερινό οικισμό είναι δύο: η Πευκιανή, βόρεια του σημερινού οικισμού, όπου ήδη κάποιοι έχουν χτίσει το σπίτι τους και κατοικούν, και η Χούλιαρη, νότια του σημερινού οικισμού και πλησιέστερα προς τα Βατερά.

Μια τέτοια επιλογή, ασφαλώς δεν είναι εύκολη στην υλοποίησή της. Θα χρειαστεί μελέτη, οικοπεδοποίηση και ρυμοτόμηση της περιοχής, καθώς και τα αναγκαία έργα υποδομής.

Ας κάνουμε, όμως κάποτε τη σωστή δουλειά. Θα είναι «ύβρις» προς τη φύση να ξαναχτίσουμε τα γκρεμισμένα σπίτια μας στο σαθρό έδαφος της ποταμιάς.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΆΡΘΡΑ
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top