FOLLOW US

Παρα...θέσεις

Ας μου συγχωρεθεί ο έντονα προσωπικός τόνος των παρακάτω αναμνήσεων και συναφών συναισθημάτων. Κι αν υπερβαίνω τα εσκαμμένα της ιδιωτικότητας σε μια φιλόξενη εφημερίδα, είναι ίσως επειδή η περιρρέουσα χυδαία κατάσταση έχει πια εισβάλει, αδίστακτα, στον ατομικό χώρο. Το συλλογικό πιέζει αφόρητα το ατομικό, που με τη σειρά του δεν επιζητά να γενικευθεί, αλλά ίσως να εξηγεί μικρο-ανθρώπινες στάσεις κι αξιολογήσεις ώστε να διαφύγει από το βαρύ αίσθημα του πνιγμού, στην κυματώδη θάλασσα της τρέχουσας ανοησίας.

Ας μου συγχωρεθεί ο έντονα προσωπικός τόνος των παρακάτω αναμνήσεων και συναφών συναισθημάτων. Κι αν υπερβαίνω τα εσκαμμένα της ιδιωτικότητας σε μια φιλόξενη εφημερίδα, είναι ίσως επειδή η περιρρέουσα χυδαία κατάσταση έχει πια εισβάλει, αδίστακτα, στον ατομικό χώρο. Το συλλογικό πιέζει αφόρητα το ατομικό, που με τη σειρά του δεν επιζητά να γενικευθεί, αλλά ίσως να εξηγεί μικρο-ανθρώπινες στάσεις κι αξιολογήσεις ώστε να διαφύγει από το βαρύ αίσθημα του πνιγμού, στην κυματώδη θάλασσα της τρέχουσας ανοησίας.

Στο δικό μου Κόσμο, οι Κυριακές -και οι γιορτές- ήταν χρονικό ορόσημο. Η Κυριακή μάλλον δεν ήταν η ημέρα του Θεού, ήταν σίγουρα η ημέρα της Οικογένειάς μου. Ο χρόνος μετριόταν σε βήματα Κυριακών.

Το βήμα, η μικρή και διστακτική κίνηση προς τα εμπρός αλλά και το τέλος, είναι ίσως η πιο πλούσια εκδήλωση της βαριάς ανθρώπινης μοίρας. Δεν ξέρω αν το έχετε συναισθανθεί, αλλά μερικές φορές η αρίθμηση της απόστασης σε βήματα μετράει και την ιστορία και τις ελπίδες μας. Εθνική και ατομική. Και τις υποκειμενικές στρεβλώσεις της. «Βήμα-βήμα» προσμένουμε τη λύτρωση από τις πληγές και τα πάθη μας, μια δικαίωση που αναζητούμε για την πορεία της ζωής μας. Τραγούδησε η Χ. Αλεξίου: «Βήμα-βήμα νιώθω πως θα γυρίσεις/σαν το κύμα να με νανουρίσεις/μα τα βράδια όλα στο ίδιο χρώμα/γκρίζα πάντα και δεν ήρθες ακόμα».

Πολλές φορές, οπισθοδρομώντας βήμα-βήμα, ψάχνω να βρω τις σταθερές μου στη ζωή. Κι οι Κυριακές αναδύονται ανεμπόδιστες ως τέτοιες. Τούτο μου συμβαίνει έντονα τα τελευταία χρόνια. Είναι, ίσως, ενδεικτικό της αδυναμίας μου να δω το αύριο, να του δώσω λέξεις και νόημα, προοπτική κι ελπίδα, να το φαντασθώ ηδύ για τα παιδιά μου. Κι όταν ή εάν λυθεί ο κόμπος τής καθωσπρέπει εγκράτειας και ξεχυθώ ακράτητα και συναισθηματικά προς την οδό του παρελθόντος μου, κατακλύζομαι από εικόνες βαρέος φόρτου. Κυριακές και Γιορτές στην οικογένειά μου ως απειροελάχιστο δείγμα μιας Ελλάδας που χάθηκε. Και θυμάμαι...

Όταν ήμουν μικρό παιδί, στα τέλη του ’50 και τις αρχές του ’60, είχα μιαν τύχη και μιαν ατυχία: να μεγαλώσω σε μιαν οικογένεια με ιδιαίτερα έντονες προσωπικότητες, περίεργες Αρχές και πάμπολλες περιπέτειες. Βίωσα συνθήκες και καταστάσεις που σίγουρα δεν είναι νοηματικά και ψυχικά ουδέτερες ή αδιάφορες. Ένας Πατέρας από μια οικογένεια-μοντέλο του Διχασμού: εννιά αδέλφια του χάθηκαν στην Αντίσταση και τον Εμφύλιο, πέντε από εδώ και τέσσερις από εκεί. Ο Μυτιληνιός παππούς Ανδρέας και η Τηνιακιά γιαγιά Μέλπω, το γένος Σώχου των μαρμαρογλυπτών, μου έμαθαν ότι πρέπει να περπατώ προσεκτικά στα πεζοδρόμια. Ο παππούς δεν ήταν άβγαλτος στη Ζωή: αντίθετα, ως Λοχίας του 7ου Συντάγματος Πεζικού Κυδωνιών, είχε φτάσει μέχρι το Σαγγάριο και το Εσκή Σεχήρ.

«Τα μάτια μας δάκρυζαν αίμα, Αντρέα» μού ’λεγε, προτρέποντάς με να «μάθω γράμματα, μη γίνω σαν Αυτούς, τους ηλιθίους... και να κρατάω δέκα βήματα από το διπλανό μου, τόσο όσο πιάνει ο όλμος...». Βλέπεις, αυτά τα δέκα βήματα χαράχτηκαν αιματηρά στην ταπεινή ιστορία τους, όπως τα 12 παιδιά τους περπατούσαν στην Εμμανουήλ Μπενάκη, όπου ήταν η γειτονιά τους στην κατοχική και εμφυλιακή Αθήνα: ο αριστερός πατέρας μου κατέληξε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός των ΛΟΚ και ο δεξιός θείος Κώστας ως επιλοχίας του ΕΛΑΣ· η τρίτη επιζώσα, η θεία Χαρίκλεια, ήταν «φιλελεύθερη, Βενιζελικιά».

Οι δύο αδελφοί βρέθηκαν αντιμέτωποι στις πιο σκληρές μάχες του Εμφύλιου στα βουνά της Ηπείρου, μετρώντας ένθεν κακείθεν τα νεκρά αδέλφια τους. Κι η θεία Χαρίκλεια φρόντιζε και τους δύο. Βλέπεις, η γιαγιά Μέλπω έχασε το φως της από τον ανείπωτο πόνο για τα εννιά χαμένα παιδιά της· και η οικογένεια, αδέλφια, παιδιά, εγγόνια και ξαδέλφια, νύφες, γαμπροί και συμπεθέρες, μαζευόταν τις Κυριακές και κυρίως του Αγίου Ανδρέα να πιει στην υγειά του πατριάρχη της οικογένειας. Και να τσακωθεί για τα «πολιτικά», ανυπερθέτως· και να χωρίζει, με τη συνεχή δήλωση «εγώ δεν ξανάρχομαι, τελείωσε»... μέχρι την επόμενη Κυριακή...

Είχε, βλέπεις, ο Παππούς Ανδρέας την ικανότητα να γυρνάει το βωβό πόνο του, σχολιάζοντας με οργή το αποτυχημένο αλάτισμα του «κοτόπουλου με μπάμιες», που ανυπερθέτως ήταν το κυρίως πιάτο στη γιορτή -μαζί με τα γιαπράκια και τους γκιουζλεμέδες. Όπως ήταν και το «μάθημα» περί των δέκα βημάτων... Πάνω από είκοσι χρόνια κράτησε συστηματικά το δράμα αυτό, που ουσιαστικά απευθυνόταν σε μένα, τον μόνο αρσενικό απόγονο, που είχε και το όνομά του.

Ο Παππούς Ανδρέας δεν με φίλησε ποτέ, προς μεγάλη θλίψη της Γιαγιάς Μέλπως: «Ανδρέα, δεν θα φιλήσεις το παιδί;» ήταν η μόνιμη επωδός της τις Κυριακές και του Αγίου Ανδρέα. Δε μου είπε τίποτα όταν του πήγα το πτυχίο μου και το διδακτορικό μου. Μου έδωσε μόνο, εφάπαξ, σκληρή χειραψία όταν ορκίστηκα ως έφεδρος αξιωματικός των Καταδρομών, ακριβώς όπως ο Πατέρας μου, 40 χρόνια πριν. Και μιαν ευχή: «Καλό βόλι, Ανδρέα». Στον περιορισμένο, αλλά μεγαλειώδη κόσμο του, ήταν η μέγιστη ευχή μιας Ελλάδας που εξέλιπε. Αλλά που πίστευε σε κάτι καλύτερο, που καταλάβαινε την έννοια των βημάτων της ενοποιού Κυριακής. Και του κόστους της.

Του Αγίου Ανδρέα, το 2016, δεν γιορτάσαμε στο σπίτι μου. Κοντύναμε πολύ ως οικογένεια και ως φίλοι σ’ αυτήν την τρέλα που μας περιβάλλει. Όπως τραγούδησε η Ε. Βιτάλη: «Ίσως φταίνε τα φεγγάρια που ’μαι τόσο μοναχή/νιώθω πως γερνώ τα βράδια και χρωστάω στη ζωή/ίσως φταίνε τα φεγγάρια και πολλοί με λεν τρελή/που όλο ψάχνω στα σκοτάδια μήπως κάτι και συμβεί/ίσως φταίνε τα φεγγάρια ίσως πάλι φταις κι εσύ».

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Αντιγόνη, εκ νέου... Annus horribilis »
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top