FOLLOW US

Επιμύθιον

Με οδυνηρή αφορμή τα γλωσσικά και τα συντακτικά λάθη που συνεχίζουν να παρελαύνουν αναιδή και απτόητα από τις τηλεοράσεις (όρα και «της ευρωλίγκα», «εν μία νυκτί», «αφορά στον πρωθυπουργό», «της επταμερής σύσκεψης», το «πλέον» στην αρχή της πρότασης και ένα σωρό τέτοια και χειρότερα) πήγε πάλι προχθές ο νους μου στη γλώσσα, αυτή τη μαγική πανδαισία της έκφρασης και της νόησης, που περπάτησε μέχρι εδώ ακούραστη και ακατάβλητη από στόμα σε στόμα τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, και μέσα σε τρεις μόλις δεκαετίες -να ‘ναι καλά η τηλεόραση!- κατέρρευσε.

Με οδυνηρή αφορμή τα γλωσσικά και τα συντακτικά λάθη που συνεχίζουν να παρελαύνουν αναιδή και απτόητα από τις τηλεοράσεις (όρα και «της ευρωλίγκα», «εν μία νυκτί», «αφορά στον πρωθυπουργό», «της επταμερής σύσκεψης», το «πλέον» στην αρχή της πρότασης και ένα σωρό τέτοια και χειρότερα) πήγε πάλι προχθές ο νους μου στη γλώσσα, αυτή τη μαγική πανδαισία της έκφρασης και της νόησης, που περπάτησε μέχρι εδώ ακούραστη και ακατάβλητη από στόμα σε στόμα τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια, και μέσα σε τρεις μόλις δεκαετίες -να ‘ναι καλά η τηλεόραση!- κατέρρευσε.

Στην αρχή κατέρρευσε στην πρωτεύουσα και στα πολυπληθή άστεα. Τα επαρχιακά ιδιώματα (Πόντος, Κρήτη, Κύπρος, Ήπειρος, Λέσβος, Κάρπαθος κλπ) την κράτησαν όσο μπόρεσαν όμορφη και ζωντανή μέχρι τη στιγμή που άρχισε και εκεί να μας βομβαρδίζει ανελέητα η άγρια εικόνα.

Τριακόσιες βασικές λέξεις και ο αντίχειρας είναι σήμερα αρκετά για να συνεννοηθούμε. Όπως φαίνεται πέθανε πια ο σοφός οικονόμος που αγαπούσε και φρόντιζε όσα μικρά και μεγάλα ζούσαν και κινούνταν γύρω του και τα φώναζε όλα με το μικρό τους όνομα.
Πάει πια αυτός ο απαράμιλλος λεκτικός πλούτος των Ελλήνων πεζογράφων του εικοστού αιώνα και του τέλους του δεκάτου ενάτου.

Σήμερα ένας νέος (και όχι μόνο) δεν κατανοεί ούτε το μισό από ένα κείμενο του Α. Καρκαβίτσα, του Κώστα Κρυστάλλη, του Στρατή Μυριβήλη.

Γιατί να δαπανηθεί έτσι αστόχαστα και να πάει στον αγύριστο αυτός ο μέγας πλούτος και η πραγματική τέχνη του λόγου με όλους τους κανόνες της ευφωνίας, με τα εύστοχα και όμορφα σχήματα του λόγου της αρχαίας, που άντεξαν και ξαναβαφτίστηκαν -άγνωστο πώς- στα νάματα της νέας γλώσσας και με τις εκπληκτικές λεκτικές ψηφίδες για τα σπανιότερα των πραγμάτων και για τις ανεπαίσθητες αποχρώσεις αισθημάτων και νοημάτων;
Κρίμα.

Ούτε με λεξικό πια δεν μπορεί ένας μέσος Έλληνας να διαβάσει Παπαδιαμάντη ή Βάρναλη ή Σκαρίμπα ή ακόμα και κείνον τον υπέροχο Μυτιληνιό διηγηματογράφο τον Στρατή Αναστασέλλη.

Όσο προσπαθώ να ασχοληθώ με την αρχαία γλώσσα τα τελευταία χρόνια, δεν περνάει στιγμή που να μην αναγνωρίσω με ανείπωτη έκπληξη λέξεις της αρχαίας μέσα στο σαμιακό γλωσσικό ιδίωμα, τουλάχιστο όπως το γνώρισα και πρόφτασα να το ακούσω προτού το δολοφονήσει η τηλεόραση και η απάθεια.

Είναι (καλύτερα ήταν) πράγματι το γλωσσικό ιδίωμα της Σάμου ένα (κατά τον καθηγητή και λεξικογράφο Μενεκράτη Ζαφειρίου) ιδιόρρυθμο μωσαϊκό που ακολούθησε τις ιστορικές περιπέτειες και τους εποικισμούς του νησιού, ωστόσο ο πυρήνας του είναι η αρχαία γλώσσα και πολύ συχνά η ομηρική.

Άκουγα τον πατέρα μου να λέει τα σανίδια «πενταύρες» μέχρι που συνάντησα την ομηρική λέξη «πέταυρον» που ήταν το σανίδι που κατοίκιαζαν στον ορνιθώνα οι κότες.
Όταν πανίζανε και ηρεμούσαν το φούρνο για να δεχτεί το ψωμί λέγανε με την ομηρική λέξη ότι ο φούρνος είναι «αποκαής».

Οι πετρούλες από το ξεπετράδιασμα των χωραφιών γινόταν «αρμακάς», άλλη μια πανάρχαια ομηρική λέξη («έρμαξ»), όπως και η λέξη «αγριόφοτος» για τον αγριάνθρωπο, που είναι η σύνθετη άγριος και η ομηρική λέξη «φως» που σημαίνει άνδρας και άνθρωπος.

Συνήθιζε ο θείος μου να λέει «πράξη» τη συνουσία όπως κάνανε και πριν από 3.000 χρόνια (!) και «αναβολή» το σημείο καμπής στις άκρες του ζευγαριζόμενου χωραφιού, η ίδια η πανάρχαια λέξη.

Λέγανε μέχρι σήμερα οι γεωργοί το διπλό υνί «πο(υ)λούκι», και μαθαίνει κανείς στα αρχαία ότι «πολεύω» και «πολέω» σημαίνει σκάβω και αναστρέφω με το άροτρο. Τώρα βέβαια που τα χωράφια μείνανε μόνο στα τοπία των πινάκων του σαλονιού μας, δυστυχώς δεν χρειαζόμαστε ούτε αναβολές ούτε πουλούκια …

Και μιας και είπαμε για τον θείο, να θυμίσουμε ότι μέχρι χθες, αν όχι μέχρι σήμερα, προσφωνούμε στη Σάμο κάθε ηλικιωμένο άνθρωπο με το «θείος» και «θεία», χωρίς απαραίτητα να είναι ο αδερφός των γονιών μας, και είναι απορίας άξιον πώς όλος αυτός ο απλός και ασπούδαστος κόσμος γνωρίζει και διατηρεί την αρχαία λέξη «θείος» που παράγεται από το «ηθείος» και σημαίνει προσφιλής και σεβαστός!

Λέμε ακόμα «ακουστάω» το καλπάζω, «απόδρομο» τη φόρα που παίρνουμε για το τρέξιμο («επίδρομος») και «αϊόπαιδα» (αγυιόπαιδα) τα λιγοστά πια παιδιά που παίζουν στους πραγματικούς δρόμους και όχι στους δρόμους και τις πίστες των ηλεκτρονικών προσομοιώσεων.

Λέμε ίσως κάποιοι ακόμα τα αρχαιότατα «σαρουνιά» (σάρος) για τη σκούπα και «συράνη» για το τούρκικο φαράσι, «αρβάλλι» το χερούλι του κουβά («αρύβαλλος»), «αρμαστό» τον αρραβωνιαστικό («αρμοστός») και «κίσαρο» την ελαφρόπετρα της Θήρας («κίσηρις»), ενώ οι ίδιοι οι Σαντορινιοί τη λένε αλίσηρα.

Όλα τα είδη του φυσικού γύρω μας κόσμου είχαν το καθένα το γνήσιο όνομά του: «αγκαθοπούλι» η καρδερίνα («ακανθίς»), «σμαρίδα» η γνωστή μαρίδα («σμαρίς»). «σφύνουρα» ο πανελληνίως λεγόμενος λούτσος («σφύραινα»), «αλισφακιά» το ταλαιπωρημένο και παραποιημένο πανελλαδικά φασκόμηλο («ελελίσφακος»!) και «βοϊδόγλωσσο» το τριχωτό άγριο χόρτο που το τηγανίζουμε την άνοιξη, που κατά τη Λινναία κατάταξη λέγεται έχιον το αρνογλωσσοειδές, αλλά που οι αρχαίοι Αθηναίοι το έλεγαν (ίσως χωρίς να το ξέρει ο Λινναίος) «βούγλωσσον».

Λέμε μέχρι σήμερα «μάχομαι» το εχθρεύομαι κάποιον, «αγκαλώ» το μηνύω («εγκαλώ»), «ανεγορεύω» μια ωραία λέξη για το ειδοποιώ, και «διαρμίζω» μια ωραιότερη για το τακτοποιώ (διαρμόζω, διαρρυθμίζω).

Λέμε ακόμα μια «ουγλιά σκόρδο» μετά από μια επεισοδιακή γλωσσική διαδρομή (γελγίς και αγλίς -αγλίον -γλίον -γουλίον -γουλί -γουλιά -ουγλιά). Λέμε «ίμπλις» τον γεμάτο («έμπλεως»), «στραχιάζω» όταν πέφτει βροχή και ψάχνω στέγη να προφυλαχτώ, από το «οστραχιάζω» (όστρακο) και «πνιγούρι» το γνωστό ζυμαρικό που «πνίγεται» στο νερό προτού αλεστεί, και που όλη η λοιπή Ελλάδα το λέει «πληγούρι» ή «μπλιγούρι» από το τουρκικό αντιδάνειο «μπουλγούρ».

Όταν αγαπάς μια γλώσσα που έχεις περπατήσει μαζί της και τη βλέπεις να χάνεται, βιώνεις υπέρτατη απώλεια.

Το χειρότερο όμως είναι ότι είσαι αναγκασμένος κάθε μέρα να βλέπεις το δολοφόνο της: είναι απέναντί σου, είναι φωτεινός και μετριέται σε ίντσες …

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΤΡΙΒΟΛΙΑ Φορολογικό déjà vu »
FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top