FOLLOW US

Παντός καιρού

Η κρίσιμη συγκυρία επιβάλλει να ξαναθυμηθούμε και να αναστοχαστούμε από πού ξεκινήσαμε, πώς πορευτήκαμε και πώς φτάσαμε σήμερα στο κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου και το «πίσω» και το «εμπρός» είναι εξίσου οδυνηρά, όπου ο δρόμος «δεξιά» μας οδηγεί στην αιχμηρή έρημο και «αριστερά» μας στο βάραθρο της εθνικής μας αυτοκτονίας.

Η κρίσιμη συγκυρία επιβάλλει να ξαναθυμηθούμε και να αναστοχαστούμε από πού ξεκινήσαμε, πώς πορευτήκαμε και πώς φτάσαμε σήμερα στο κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου και το «πίσω» και το «εμπρός» είναι εξίσου οδυνηρά, όπου ο δρόμος «δεξιά» μας οδηγεί στην αιχμηρή έρημο και «αριστερά» μας στο βάραθρο της εθνικής μας αυτοκτονίας.

Με ενάμισι εκατομμύριο άνεργους, με πολλούς νέους ανθρώπους να παίρνουν το δρόμο της ξενιτιάς, με τους νοικοκυραίους εξουθενωμένους από τα ασήκωτα φορολογικά βάρη, με τις χιλιάδες επαγγελματίες που έβαλαν λουκέτο στις επιχειρήσεις τους, αλλά και με κάποια αμυδρά σημάδια ανάπτυξης, αύξησης του ΑΕΠ και μείωσης της ανεργίας, η χώρα, μέχρι τον Δεκέμβριο του 2014, κουτσά στραβά, πορευόταν προς την έξοδο από τα «Μνημόνια».

Εκείνο που έμενε σε εκκρεμότητα ήταν η τελική αξιολόγηση του «Μνημονίου», η οποία συνεπαγόταν και την λήψη -παρά τις κόκκινες γραμμές που έθετε η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου- κάποιων ακόμα επώδυνων μέτρων (e-mail Χαρδούβελη: Φ.Π.Α στα ξενοδοχεία από το 6,5% στο 13%, παρεμβάσεις στο Ασφαλιστικό -πρόωρες συνταξιοδοτήσεις κ. ά. ).

Μετά από την επιτυχή λήξη της αξιολόγησης η χώρα θα έβγαινε από το «Μνημόνιο», θα έπαιρνε τις καθυστερούμενες δόσεις της Δανειακής Σύμβασης των 10 δις περίπου (7,2 και 1,9 δις) και, όπως είχε προσυμφωνηθεί, θα έμπαινε υπό την προστασία της «πιστωτικής γραμμής στήριξης» της Ε.Ε., ώστε, εάν δεν θα ήταν συμφέρουσα η άντληση της αναγκαίας ρευστότητας από τις Αγορές, η χώρα μας να μπορεί να αντλεί ρευστότητα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (ΕSM).

Παράλληλα, οι ελληνικές τράπεζας θα είχαν τη δυνατότητα να υπαχθούν, από τον Μάρτιο 2015 και μέχρι το Σεπτέμβριο 2016, με πολύ ευνοϊκούς όρους, στο «Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης Ντράγκι».

Ο παραπάνω ελληνικός και ευρωπαϊκός σχεδιασμός ανατράπηκε μετά τη μεθόδευση που ακολούθησε η Αντιπολίτευση, η οποία, εκμεταλλευόμενη την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, οδήγησε τη χώρα στη διεξαγωγή πρόωρων βουλευτικών εκλογών.

Η Αντιπολίτευση -Μείζων και Ελάσσων- για τη συνταγματική αυτή παρέκκλιση προέβαλλε το επιχείρημα ότι έπρεπε να φύγει από την εξουσία η κυβέρνηση -στο μέσον της τετραετούς θητείας της- για να τεθεί τέρμα, όπως έλεγαν, στην «καταστροφική πολιτική» που ακολουθούσε. Υποστήριζαν, επίσης, και την καινοφανή άποψη για τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος ότι, ανεξάρτητα από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διέθετε η κυβέρνηση στη Βουλή, δεν είχε τη «δημοκρατική νομιμοποίηση», διότι, βάσει των δημοσκοπικών δεδομένων της συγκυρίας, οι πολίτες -με διαφορά μερικών μονάδων- δήλωναν την προτίμησή τους σε άλλο κόμμα.

Έτσι… «νομιμοποιούνταν» η Αντιπολίτευση για την πρόκληση πρόωρων εκλογών, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι βάσει του Συντάγματος η Κυβέρνηση στις εθνικές εκλογές του 2012 είχε εκλεγεί για μια τετραετία, στο τέλος της οποίας έπρεπε να κριθεί για το έργο της και για το κατά πόσον υπήρξε συνεπής στις προεκλογικές της εξαγγελίες.

Και, βέβαια, παραγνωριζόταν ότι, παρά την διαφορετική εκλογική του προτίμηση, ο λαός δεν ήθελε τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών.
Από την πλευρά της η τότε συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου -αλλά και πολλοί φορείς των παραγωγικών τάξεων- επισήμαιναν ότι στην παρούσα συγκυρία η διενέργεια πρόωρων εκλογών εγκυμονούσε σοβαρούς εθνικούς κινδύνους: ότι θα τραυματιστεί το κύρος και η αξιοπιστία της Ελλάδας και ότι η χώρα θα υποστεί μεγάλο οικονομικό κόστος, διότι θα ανακοπεί η εκτέλεση του προϋπολογισμού, καθώς και η αναπτυξιακή πορεία της χώρας, η οποία άρχισε να εμφανίζει κάποια σημάδια ανάκαμψης.

Παρά ταύτα η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ επέμενε ότι η «σωτηρία» της χώρας ήταν «αδιαπραγμάτευτη» και ότι αυτή θα επιτυγχανόταν με τη «γενναία» εκ μέρους της διαπραγμάτευση που θα επέφερε την κατάργηση του «Μνημονίου» και τη «διαγραφή» τού μεγαλύτερου μέρους του χρέους.

Έτσι η χώρα, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις, προχώρησε στη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών.
Και οι δυσοίωνες προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν απολύτως: τα έσοδα του κράτους κατέρρευσαν και η διαρροή των καταθέσεων στις τράπεζες έφτασε στα ύψη των 25 δις!

Το μεγαλύτερο, όμως, κακό ήταν ότι κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα, κατά τη συνήθη τακτική της αντιπολιτευτικής πλειοδοσίας, έγινε τόση και τέτοια εκμετάλλευση της δυσχερούς θέσης που ευρίσκονται μεγάλα στρώματα της κοινωνίας μας και δόθηκαν τόσες και τέτοιες υποσχέσεις, οι οποίες ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθούν, όταν, μάλιστα, πολλές απ’ αυτές εξαρτιόνταν από τις ευρωπαϊκές πιστώσεις και προεξοφλούσαν τη συμμόρφωση της Ε.Ε. και των ευρωπαίων εταίρων μας προς τις δικές μας απαιτήσεις και όχι από τη συμμόρφωση- ή έστω την εναρμόνιση- της δικής μας θέσης προς το θεσμικό καθεστώς που ισχύει στην Ε.Ε.

Η έπαρση των επίδοξων νικητών των βουλευτικών εκλογών ήταν τόση, ώστε στις επανειλημμένες ερωτήσεις που τους έθεταν, κατά την προεκλογική περίοδο, οι δημοσιογράφοι για το πού θα βρουν τα λεφτά, προκειμένου να πραγματοποιήσουν όσα υπόσχονταν, απαντούσαν πως θα ανατρέψουν τις εφαρμοζόμενες πολιτικές της λιτότητας σε ολόκληρη την Ε.Ε., οπότε θα άνοιγαν οι κρουνοί της ρευστότητας από την Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, χωρίς τους ασφυκτικούς όρους και τους «ταπεινωτικούς» ελέγχους που είχαν επιβληθεί με το «Μνημόνιο».

Έτσι, όπως ήταν φυσικό και επόμενο ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου του 2015 (κανένα κόμμα που υποχρεώθηκε να παραιτηθεί στο μέσον της κυβερνητικής του θητείας δεν κέρδισε ποτέ τις εκλογές και καμιά Αξιωματική Αντιπολίτευση, που υποσχέθηκε τόσα πολλά και τόσο ευχάριστα σε ένα λαό που βίωνε τόσες επώδυνες ανατροπές στη ζωή του, δεν έχασε ποτέ τις εκλογές που διενεργήθηκαν πρόωρα).

Και η κυβέρνηση πλέον του ΣΥΡΙΖΑ πήγε, μετά την συγκρότησή της, να συναντήσει τους θεσμικούς της εταίρους της Ε.Ε, για να τους ανακοινώσει τις «απαιτήσεις» του ελληνικού λαού, οι οποίες στην πραγματικότητα ήταν οι αλόγιστες προεκλογικές υποσχέσεις, με τις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ είχε παραπλανήσει τον ελληνικό λαό και είχε κερδίσει την ψήφο του.

Και από εδώ αρχίζει η ανώμαλη προσγείωση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, με αβέβαιη έκβαση και πολλούς κινδύνους, όχι μόνον οικονομικούς αλλά και ευρύτερα εθνικούς. Πρώτον: η Ε.Ε. απήντησε ότι το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών σε ένα κράτος δεν δεσμεύει τα άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. (και αλίμονο στη Ε.Ε., εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο). Δεύτερον: η Ε.Ε. πρεσβεύει ότι με την αλλαγή των εθνικών κυβερνήσεων δεν διακόπτεται και η συνέχεια των ανειλημμένων υποχρεώσεων και από τις δύο πλευρές (και αλίμονο, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο).

Και όσον αφορά το βασικό αίτημα (και προεκλογικά προβαλλόμενο ως θέμα προτεραιότητας), της διαγραφής μεγάλου μέρους του ελληνικού χρέους, χαρακτηρίστηκε ως απαράδεκτο, καθότι στρέφεται ευθέως εναντίον των δανειστών-εταίρων της Ελλάδας και προσβάλλει το πνεύμα αλληλεγγύης που επέδειξαν δανειοδοτώντας την Ελλάδα (όταν, μάλιστα, πολλά από αυτά τα ευρωπαϊκά κράτη είναι φτωχότερα από την Ελλάδα).

Οι εταίροι μας στο Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου έδειξαν μεν κατανόηση στην απαίτηση της «πρώτη φορά αριστερής κυβέρνησης» του ΣΥΡΙΖΑ για την μετονομασία του Μνημονίου και της Τρόικας, αλλά επέμεναν -απαξάπαντες- στη θέση ότι οι «μνημονιακές» υποχρεώσεις της χώρας πρέπει, οπωσδήποτε, να εκπληρωθούν. Και το πλέον επικίνδυνο για την επιβίωση της χώρας: η οποιαδήποτε χρηματοδότηση για την κάλυψη των αναγκών του ελληνικού Δημοσίου συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί, εφόσον ευοδωνόταν η τελική αξιολόγηση του προγράμματος που συμφωνήθηκε την 20η Φεβρουαρίου 2015.

Έτσι η Ελλάδα βρέθηκε και πάλι «σφιχταγκαλιασμένη» με το ίδιο (κατά 70%) Μνημόνιο αλλά αυτή τη φορά χωρίς λεφτά.
Μετά ταύτα, πας νοήμων πολίτης διαπορεί: τι κερδίσαμε και τι χάσαμε, μετά από τόσο μίσος και αλληλοσπαραγμό;
Φοβάμαι πως σαν το ανόητο σκυλί κυνηγάμε την ουρά μας. Νομίζουμε πως προχωράμε προς τα εμπρός και πάντα ξαναγυρίζουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε. Φοβάμαι πως και πάλι οι αιματηρές θυσίες του λαού μας πήγανε στράφι.

Φοβάμαι πως ακόμα ένας «πόλεμος» έγινε για «ένα αδειανό πουκάμισο», για μια «Ωραία Ελένη», που δεν βρισκόταν στην Τροία που αλώσαμε· για την κατάκτηση της εξουσίας, την οποία δεν είμαστε ικανοί να την διαχειριστούμε, έτσι που να ξεφύγουμε από τη μικροκομματική μικρόνοια και να αλλάξουμε πραγματικά τη χώρα μας και τη σχέση της με το έξω κόσμο.

Φοβάμαι ότι συνεχίζουμε, μετά από τόσα παθήματα, να βολοδέρνουμε στα ολισθηρά μονοπάτια των ψευδαισθήσεων και των κούφιων ιδεολογημάτων.

FOLLOW US
Copyright © 2017 EmprosNet.gr
Εμπρος Ημερήσια Εφημερίδα Νομού Λέσβου - Καρά Τεπέ - Mυτιλήνη - 81100
Απαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιονδήποτε τρόπο.
Top